© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2019

Για το βιβλίο “Δημητρίου Γουζέλη. Ο Χάσης”. Διασκευή Κ. Πορφύρης. Επιμέλεια έκδοσης: Διον. Σέρρας, Επτανησιακά Φύλλα, Ζάκυνθος 2017


Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Περνάει γρήγορα ο καιρός αλλά το καλό σχόλιο στην καλή δουλειά ποτέ δεν περνάει. Ο Διονύσης Σέρρας προσθέτει στη βιβλιογραφία ένα πολύ σημαντικό βιβλίο. Πρόκειται για τη διασκευή του Χάση, έργο του Δημητρίου Γουζέλη, από τον Κ. Πορφύρη, για να βρει «το δρόμο της δημοσιότητας, ώστε να ενταχθεί σταθερά στο ρεπερτόριο των παραστάσεων …προς γνώση και τέρψη του ευρύτερου κοινού». Αυτά μεταξύ άλλων διαβάζουμε στα Επτανησιακά Φύλλα ΚΕ΄, 1-2- 2005 και με αυτά αρχίζει και ο Διονύσης Σέρρας τη δική του μελέτη.

Ο Χάσης, έργο του 1794, κατά τον επιφανή λόγιο και διακεκριμένο μελετητή Διονύση Σέρρα, είναι «γνωστός, αγαπητός και τυπολογικά, λίγο πολύ χαρακτηριστικός ή εμβληματικός για την τοπική και την ευρύτερη πορεία ή την ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου, την Ηθογραφία, τη Σατιρογραφία κλπ. Δημιουργός του είναι ο Δημήτριος Γουζέλης, Ζακυνθινός, από αρχοντική γενιά, «ευπαίδευτος» λόγιος, ποιητής, συγγραφέας, μεταφραστής, προοδευτικός και αγωνιστής, ο οποίος πολέμησε στην πολιορκία της Τρίπολης πλάι στον Υψηλάντη, ανέλαβε καθήκοντα στη Μεθώνη και στο Νιόκαστρο, έχαιρε εκτίμησης και από τον Υψηλάντη και από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και μοιάζει σαν να παρέδωσε την σκυτάλη στον μεταγενέστερο συμπατριώτη και ομότεχνό του Κ. Πορφύρη, κατά κόσμον Πορφύρη Κονίδη, από το χωριό Σκουλικάδο Ζακύνθου. Ο έπαινος για τον ευμαθή –Νομικό- ερευνητή, μελετητή, κριτικό και μεταφραστή και διασκευαστή είναι μέγας.

Ο Πορφύρης είχε γνώση του παραδοσιακού λαϊκού θεάτρου, τις γνωστές Ομιλίες, και, ως εκ τούτου, ήταν φυσικό να ασχοληθεί και με τον «πρωτοποριακό» και σχεδόν παροιμιώδη» Χάση, τον οποίο διασκεύασε για να τον κάνει προσιτότερο στον σύγχρονό του θεατή. Σημαντικότατος μελετητής, ανάμεσα σε άλλους, άνθρωπος με φιλελεύθερη παιδεία, προοδευτικών αντιλήψεων και ιδιαίτερης ευαισθησίας περί τα πολιτιστικά, ο Πορφύρης ασχολήθηκε με επιφανείς προσωπικότητες των γραμμάτων μας, όπως είναι ο Σολωμός και ο Κάλβος, ο Λασκαράτος, η Ελισάβετ Μπυτζάν – Μαρτινέγκου και, φυσικά, ο Γουζέλης με τον Χάση του.

Έτσι από τον Γουζέλη στον Πορφύρη, από τον Πορφύρη στο Συνοδινό και από τον Συνοδικό στον Σέρρα, έφτασε ο Χάσης , στη νέα του εκδοχή, και στα δικά μας χέρια. Ο Σέρρας, με μεγάλη φροντίδα, γνώση, αγάπη και σεβασμό, μας παραδίδει το κείμενο του Πορφύρη. Η ενημερωτική του εισαγωγή–Αντί προλόγου- το κατατοπιστικό Επίμετρο του Ζήσιμου Χ. Συνοδινού μας κατατοπίζουν πάνω στις ενέργειες του διασκευαστή.

Στις λεπτομέρειες τώρα. Ο Χάσης δεν είναι, βέβαια, ο Ζακυνθινός αλλά ένας Ζακυνθινός, όπως και στις κωμωδίες του Αριστοφάνη κάθε Αθηναίος δεν είναι Δικαιόπολις ή Τρυγαίος ούτε κάθε Αθηναία είναι Λυσιστράτη ή Πραξαγόρα. Ωστόσο, ας μην το ξεχνάμε, ότι ο ρόλος της κωμωδίας έχει στόχο να διογκώσει τα ελαττώματα των ανθρώπων για να αγγίξουν το κοινό, όπως και της τραγωδίας οι ήρωες αίρονται στο ύψος των περιστάσεων, πέρα από τον μέσο καθημερινό άνθρωπο.

Ο Συνοδινός θα μας δώσει όλο το ιστορικό του λαϊκού ζακυνθινού θεάτρου, είδος που γεννήθηκε τον 17ο αιώνα, στα Ιόνια νησιά, με επιδράσεις και από το κρητικό και το ιταλικό θέατρο. Το είδος αυτού του θεάτρου παιζόταν στους δρόμους και στις πλατείες, κυρίως, την εποχή του καρναβαλιού, με σκοπούς ψυχαγωγικούς αλλά και πολιτιστικούς.

Για την ιστορία, η στροφή προς τη μελέτη του λαϊκού θεάτρου έγινε με αφορμή τον εορτασμό των εκατό χρόνων από την Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα, 1964-65. Μεταξύ των επιφανών που ασχολήθηκαν με τον λαϊκό πολιτισμό ήταν και ο Πορφύρης.

Ο Χάσης γράφτηκε στην ιδιωματική ντοπιολαλιά με πολλούς ιταλοβενετσιανισμούς, το 1790-1795 «διά ξεφάντωσιν των φίλων» σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία. Αναφέρεται σε ιστορικά προδιαγεγραμμένους χαρακτήρες, εμπεριέχει ηθογραφικά στοιχεία και ασκεί κριτική σε κοινωνικές καταστάσεις και θεσμούς στο νησί. Επομένως, στο έργο θα βρούμε επεισόδια της καθημερινής ζωής, στα οποία πρωταγωνιστούν ποπολάροι και αστοί, με κεντρική φιγούρα το υπαρκτό πρόσωπο τον Θοδωρή Καταπόδη (1734-18ο7), που φέρει το προσωνύμιο Χάσης.

Ο Χάσης, η οικογένειά του, οι φίλοι, οι γείτονες και άλλοι πολλοί εμπλέκονται σε ένα κυκεώνα παρεξηγήσεων, διαπληκτισμών, συμφιλιώσεων. Το έργο έχει αφομοιώσει όλα τα χαρακτηριστικά της σάτιρας: υπερβολή, καρικατούρα, ειρωνεία, σαρκασμό. Το τέλος είναι καλό, όπως συνηθίζεται στην κωμωδία, και το δίδαγμα ηθικό: να μην επαναληφθούν παρόμοιες παρεξηγήσεις.

Μια σημαντική παρατήρηση που κάνει ο Συνοδινός είναι ότι το έργο μπορεί και να μην γράφτηκε για να παρασταθεί αλλά για να διαβαστεί, όπως δείχνει η δομή του. Όπως και να ’χει, αγαπήθηκε και επηρέασε άλλους νεότερους συγγραφείς, συμπεριλαμβανομένων και των Γρηγορίου Ξενόπουλου και Αντωνίου Μάτεσι.

Η διασκευή του Πορφύρη πρωτοπαίχτηκε το 1966 στη δεύτερη «Συνάντηση Μεσαιωνικού Λαϊκού Θεάτρου». Έντεκα χρόνια μετά ξαναπαίχτηκε από τον ηθοποιό Φοίβο Ταξιάρχη και τον θίασό του, το καλοκαίρι του 1977 στη Ζάκυνθο, δύο φορές, τη δεύτερη στην «Τέταρτη Συνάντηση Μεσαιωνικού Λαϊκού Θεάτρου». Σήμερα η διασκευή είναι κατατεθειμένη από την Τζίνα Κονίδου, κόρη του Πορφύρη, στο Μουσείο Μπενάκη. Αντίγραφο του έργου έχει στο αρχείο του ο Διονύσης Σέρρας, ο οποίος το δάνεισε στον Συνοδινό για την εργασία του.

Ο Χάσης ανασυντέθηκε και διασκευάστηκε, επίσης, από τον Σπύρο Ευαγγελάτο, που ως γνωστόν υπηρέτησε με μεγάλη αγάπη το παραδοσιακό θέατρο και έτσι ο Χάσης κατέλαβε τη θέση του στο ρεπερτόριο του Ευαγγελάτου, επισκιάζοντας κάπως τη διασκευή του Πορφύρη.

Ο κατά Πορφύρη, Χάσης αποτελείται από 57 δακτυλογραφημένες σελίδες, επιγράφεται Κωμωδία σε 2 μέρη, έχει πρωτότυπο Πρόλογο με μασκαράτα, επινοημένο από τον διασκευαστή, και σκηνικές οδηγίες.

Παραθέτω δύο αποσπάσματα, χαρακτηριστικά και του είδους και τους ύφους:

-Σινιορίνες και σινιόροι/ μασκαρούλες και ντετόροι/
- Ούλοι μας με μια καρδία/ με χαρά και με αλλεγρία
-Στο χορό με τη σειρά σας/ πλούσιοι με τα τάλαρά σας
-Και φτωχοί με κοντοβράκια / με σκουφιά και πασουμάκια
-Μπρος από χωρία και χώρα/ με ανιάκαρες και φιόρα
- Τώρα που ’χουμε τα κέφια/ να γενούμε ούλοι αδρέφια.

Πιο κάτω θα μας αυτοπαρουσιαστεί ο ποιητής:

Στον τόπο που εγεννήθηκα με την πολλή ομορφία
έγραψα την αληθινή ετούτηνε ιστορία.
Την φρονιμάδα, τσι αρετές, που ’ναι γνωστές τοις πάσι
του Καταπόδη Θοδωρή υμνεί τον μάστρο-Χάση
για να θυμούνται οι απόγονοι τη γενναιότητά του
και να μιμούνται πάντοτε τ’ άξιο παράδειγμά του…

ο Πορφύρης πέτυχε να συμπτύξει το έργο χωρίς να βλάψει τη δομή του. Απάλειψε προβληματικές σκηνές και περιθωριακά πρόσωπα, ονόματα και τοπωνύμια που, είναι μεν γνωστά στους Ζακυνθινούς αλλά άγνωστα στους σημερινούς, προσέθεσε γιορτή και γάμο, ανέπλασε διακριτικά τη γλώσσα, αποφεύγοντας όσο είναι δυνατό τις ξενόγλωσσες ατάκες και αντικαθιστώντας μια ιταλική λέξη με μια ζακυνθινή όπως: ντεσπερατσιό- απορπισιά, κουαντιτά -σωρός, ιντραδόρος –εισοδηματίας κλπ., διέσωσε παροιμιακές εκφράσεις και ντόπιες λέξεις, διατηρώντας όλους τους χυμούς του ζακυνθινού λόγου, τα συναισθήματα, την αριστοφάνεια αθυροστομία και το «ξέπορτο στόμα» του ποιητή.

Ο Πρόλογος και η όλη επιμέλεια του Διονύση Σέρρα, το Επίμετρο του Συνοδινού, η διασκευή του Πορφύρη στο έργο του Γουζέλη, το ζωγραφικό σχέδιο του Πορφύρη στο εξώφυλλο, η φωτογραφία του, στο εσωτερικό του βιβλίου, τα Προγράμματα από τις παραστάσεις και άλλα έντυπα κάνουν «το τζάκωμα και το φτιάσιμον» του Χάση ένα πολύ γοητευτικό βιβλίο, μνημειώδες απόκτημα για κάθε ενδιαφερόμενο για το είδος, για τον πολιτισμό και τα γράμματα.


Τρίτη, 7 Μαΐου 2019

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΘΩΜΑ Η ΕΟΡΤΙΟΣ ΑΥΛΑΙΑ. Μεθέορτοι στοχασμοί


Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ δοῦλον, ἀλλ᾽ οὐδὲν ἧττον καὶ τὸ ἐλεύθερον, ἔχει καὶ θὰ ἔχῃ διὰ παντὸς ἀνάγκην τῆς θρησκείας του. 
(Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης)

Πέρασε πιὰ ἡ Μεγαλοβδομάδα, ἡ Ἀνάσταση, ἀλλὰ καὶ ἡ χαρμόσυνη Διακαινήσιμος ἑβδομάδα κι ὅλοι, μετὰ τὴν Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ, ξεκινήσαμε γιὰ τὰ ἴδια, γιὰ τὴν στεγνὴ καθημερινότητα, περιμένοντας καὶ πάλι μιὰν ἄλλη εὐκαιρία. Εὐκαιρία γιορταστική, χαρμόσυνη, φωτεινή, ὥστε νὰ συνέλθουμε καὶ νὰ χαροῦμε πάλι. Ὅπως τὶς μέρες ποὺ πέρασαν. Καὶ τὸ ἐρώτημα ποὺ τίθεται τώρα πιὰ εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἀλήθεια, ἡ Ἐκκλησία σὲ ὅλη αὐτὴν τὴν ἑόρτιο, χαλαρωτική, χαρμόσυνη καὶ εὐλογημένη παρένθεση στὴ ζωή μας, ποῦ βρίσκεται καὶ γιατί; Διότι ὀρθολογικὰ νὰ πάρουμε τὰ πράγματα διαπιστώνουμε πὼς χάριν τῶν ἐκκλησιαστικῶν αὐτῶν γιορτῶν ἀπολαύσαμε τὶς διακοπές μας, τὴ φυγή μας ἀπὸ τὸ ἄγχος ποὺ ζοῦμε κάθε μέρα, ἀλλὰ καὶ τὴ λυτρωτική μας ἐπίσκεψη στὰ πάτρια. Ὅπου οἱ πλείονες, δηλαδή, τῶν Ἑλλήνων καταφεύγουν νὰ γιορτάσουν τὸ Πάσχα. Κι ὄχι γιατὶ εἶναι τοῦ συρμοῦ αὐτὴ ἡ συνήθεια, μὰ γιατὶ ἔτσι τὸ ζήσανε γενιὲς γενεῶν, ἑκατοντάδες χιλιάδων νεοελλήνων, ὥστε ὁ λόγος τοῦ ποιητῆ νὰ ἔχει θεμέλιο:

«Πολλὰ δὲ θέλει  ἄνθρωπος νὰ 'ν’ ἤμερος νὰ 'ναι ἄκακος
λίγο φαΐ λίγο κρασὶ Χριστούγεννα κι Ἀνάσταση» (Ὀδ. Ἐλύτης)

Ὅσοι ζήσαμε σὲ κοινωνίες ἁπλῶν, ἀγράμματων καί συνάμα σοφῶν χωρικῶν, βιώσαμε τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν ἀλήθεια ποὺ ἐνέχουν στὸν πυρήνα τους αὐτοὶ οἱ στίχοι. Γιατὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἤξεραν νὰ τιμοῦν τὴ Λαμπρὴ, τὸ Πάσχα, δηλαδὴ, γνώριζαν πολὺ καλὰ τοὺς κανόνες καὶ τὶς ἀρχές, ὥστε νὰ τιμοῦν καὶ τὴ Σαρακοστή. Νὰ σέβονται παναπεῖ τὴ Νηστεία, χωρὶς νὰ παραπονιοῦνται, ἐπειδὴ εἶχαν κάνει τὸ κουμάντο τους. Ναί, εἶχαν ἀνοίξει, μὲ λίγα λόγια,  τὸ θεμέλιο πάνω στὸ ὁποῖο θὰ ἔστηναν τὸ δικό τους τὸ πνευματικὸ οἰκοδόμημα. Αὐτὸ τῆς ἐγκράτειας τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς.  Κι ἀπὸ τὴν ἀλλη, ἡ γῆ τοὺς προμήθευε μὲ τόσες θεσπέσιες εὐωδιές, ποὺ ἤξεραν ὅτι εἶναι ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ σπαρμένη γύρω τους. Καὶ τὴ ζοῦσαν μὲ μεγάλη ἱκανοποίηση καὶ χαρά. Γι᾿ αὐτὸ καὶ μόλις ἔφτανε ἡ Πασχαλιὰ ξεφάντωναν, πανηγύριζαν, χαίρονταν: «Σήμερον ἔαρ μυρίζει καὶ καινὴ κτίσις χορεύει...». Κι ὅποιος ἀνοίξει τὶς ποιητικές, πασχαλινὲς σελίδες τοῦ μεγάλου μας Παπαδιαμάντη καταλαβαίνει πολὺ καλὰ αὐτὸ ποὺ λέω. 

Αὐτή, λοιπόν, εἶναι ἡ προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίας στὸν κάθε πιστό, στὸ κάθε ἄνθρωπο, ποὺ θέλει νὰ ζήσει σωστά, ὄμορφα καὶ κρατώντας γερὰ τὸ σχοινὶ τῆς παράδοσης, ποὺ τὸν δένει μὲ τὸ χτές. Τὸ χτὲς τῶν προγόνων μας, τῶν δικῶν μας ἀνθρώπων, ποὺ ξέρανε τὴ γιορτὴ καὶ τὴ καθημερινή. Ποὺ ξέρανε τὴν Ἐκκλησιά τους καὶ τὴν πίστη τους. Ἐμεῖς, εἶναι τὸ έρώτημα, τί κάνουμε; 

π. κ. ν. κ.

Κυριακή, 5 Μαΐου 2019

Γιώργου Λέκκα: ΚΑΡΤΕΡΙ ΣΤΟ ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΟ (νέο ποίημα)


Στη μνήμη Οδυσσέα Ελύτη

Έστησα πάλι καρτέρι στο αναπάντεχο.

Σπίτι σε όμπρα με δυο αντίστοιχου χρώματος φανοστάτες
ενώ πάνω από τη στέγη ολόλευκο το φεγγάρι
και πεντακάθαρος ο ουρανός. 

Ποδήλατο ανεβαίνει μόνο του τα σκαλάκια στο καλντερίμι
ακουμπώντας στο σιδερένιο μπράτσο για να βοηθιέται.
Το παραστέκουνε κρεμασμένα από τον τοίχο
κλαδιά φορτωμένης πορτοκαλιάς
και μια αναρριχώμενη ανθισμένη αγριοτριανταφυλλιά.

Φοινικόδεντρο σείει νωχελικά τις αλογοουρές του
ενώ το ίδιο σταυλίζεται υπομονετικά δεμένο
στα κάγκελα διώροφης κακότεχνης οικοδομής.

Κάποιοι κατεβαίνουνε την πόλη στέγη-στέγη
και κάποιοι άλλοι σκαλί-σκαλί.
Ευτυχώς, δεν έχουν μνήμη τα σκαλοπάτια στο καλντερίμι
για να μη βάζουνε μαράζι όταν θα 'χεις φύγει.

Αν ακούσεις πάντως ξαφνικά νερά να τρέχουν
κι έχει πανσέληνο είναι γιατί λιώνουν πάγοι στη Σελήνη.
Το σκυλί κατάλαβε και βάλθηκε να γαβγίζει
λίγο πριν αρχίσουνε να σκάνε μακριά βαρελότα.
Αν μπορούσα να ΄μαι αθόρυβος σαν γάτα
θα ‘ χα ασφαλώς οξύτερη την ακοή.

Ξημερώθηκα πλάι στη θάλασσα αλλά τίποτα·
η αρχαιότερη των γλωσσών είναι η δυσκολότερη ν’ αποκρυπτογραφηθεί.

Ναύπλιο, 19.4.19.

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Ζει και εργάζεται στις Βρυξέλλες. Διακονεί ιερατικά στην Ιερά Μητρόπολη Βελγίου.]

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2019

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΛΗΡΟΥΤΑΙ Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΙΕΡΕΑ


«Μακάριοι οἱ κατοικοῦντες ἐν τῷ οἴκῳ Σου...» (Ψαλμ.83, 5) 

Ποιμαντικὰ βιώματα

Εἶναι ὄντως περιούσιες, δοξαστικὲς  καὶ κορυφαῖες οἱ ὅσες στιγμές, ὧρες, μέρες καὶ χρόνους ζεῖ καὶ περνάει ἕνας ποιμένας μέσα στὰ πανίερα σκηνώματα τοῦ Κυρίου. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὴ καμμία γραπτὴ περιγραφὴ στὸ ν᾿ ἀποτυπωσει στὸ χαρτὶ τὰ ὅσα βιώνει ἕνας ποιμένας καθημερινὰ μέσα στὸ ναό. Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ μεταποιηθεῖ σὲ γραπτὸ λόγο αὐτὸ ποὺ νοιώθει αὐτὸς  ὁ ποιμένας, ὁ ὁποῖος ζεῖ μὲ συγκίνηση τοὺς γκρίζους ἑσπερινοὺς τοῦ χειμώνα, μὲ τὸ λιγοστὸ τὸ φῶς καὶ τὴν ἡσυχία νὰ συνταιριάζονται μὲ τὸ εὐῶδες θυμίαμα καὶ τὸ ἱλαρὸ τὸ φῶς τῶν κανδηλιῶν, τὴν ἁπαλὴ ἀνάσα τοῦ καμμένου λαδιοῦ ἤ τῶν σβησμένων κεριῶν. Ἀνάσα στοργική, ἀποτοξινωτική, ψυχοσωτήρια. Κι ὕστερα ἐκείνη ἡ μοναξιά... Ἡ ἄλλη μοναξιά, ποὺ μήτε ποὺ σχετίζεται μὲ ἐκείνη τὴν ὁποία ζεῖς στὸ σπίτι σου καὶ σὲ ἀγχώνει κάποτε. Ἐδῶ, μέσα στὸ ναό, δηλαδή, ἡ μοναξιὰ εἶναι γόνιμη, γιατὶ τὸ ξέρεις ὅτι μιὰ περίεργη συντροφιὰ ὑπάρχει γύρω σου. Μιὰ συντροφιὰ ἀπὸ τοὺς Ἀγίους, ποὺ ἥρεμα καὶ πατρικὰ σὲ κοιτᾶνε ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὶς εἰκόνες. Ἀπὸ τοὺς ἄγνωστους σὲ σένα κτίτορες, τοὺς ὅσους ἀπὸ αἰῶνες ἐδῶ ἱεράτευσαν, τοὺς κεκοιμημένους λαϊκούς κι ὅσους πέρασαν ἀπὸ τὸν ἰερὸ τοῦτο χῶρο. Καὶ μαζὺ μὲ ὅλ᾿ αὐτὰ εἶναι καὶ τὰ Ἅγια Λείψανα, αὐτὴ ἡ πολύτιμη καὶ ἱερὴ κοσμηματοθήκη τοῦ ναοῦ, ποὺ συνοδεύει τὴν πορεία τῶν πιστῶν, μὲ τὴν εὐλογία καὶ τὴν παραμυθία ποὺ παρέχουν. 

Ἀναμφισβήτητα, εἶναι μέγα τὸ προνόμιο τοῦ κάθε ἱερέα αὐτή του ἡ καθημερινὴ ἐφημερία μέσα στὸ ναό. Ἐκεῖ, ποὺ οἱ ἐποχὲς ἀποκτοῦν και ἔχουν ἄλλο νόημα ἀπὸ ἐκεῖνο τοῦ κόσμου, καθὼς ντύνονται μὲ γιορτὲς πλημμυρισμένες ἀπὸ ἐξαίσια ποίηση καὶ ὀμορφιά, ποὺ τὶς στολίζουν ἡ χαρμολύπη κι ἡ κατάνυξη. Κι αὐτὸς εἶναι ὁ πλοῦτος,  ὁ μέγας κι ἀληθινὸς πλοῦτος τοῦ κάθε ἱερέα, τοῦ κάθε πιστοῦ. Γιατὶ ἔτσι νοηματοδοτεῖται ἡ ζωὴ καὶ ἡ διακονία του. Ἐπειδὴ τῆς χαρίζει τὴν ὀμορφιὰ τῆς Δημιουργίας, ὅπως ἐκείνη βγῆκε ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ: στέρεη, ζωντανή, χαριτωμένη. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ ἄνοιξη λ.χ. ταιριάζει τόσο μὲ τὴ Μεγαλοβδομάδα καὶ τὴν Ἀνάσταση, τὸ θέρος μὲ τὴ μεγάλη καὶ συγκινητικὴ γιορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας, τὸ φθινόπωρο μὲ τὴν ἀνάσα τῆς αἰσιοδοξίας ποὺ φέρνει ἡ γέννηση τῆς Θεοτόκου καὶ ἡ Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, γιὰ νἄρθει ἡ θαλπωρὴ καὶ ἡ ζεστασιὰ τῆς μεγάλης Γιορτῆς τῶν Χριστουγέννων, ποὺ θὰ στεφανώσει τὴ ζωή μας στὰ παγωμένα χειμωνιάτικα πρωϊνὰ ἤ καὶ βράδυα.  

Πληροῦται, λοιπόν, ἡ ψυχὴ τοῦ κάθε ἱερέα, ποὺ διακονεῖ στὸ ναό του ἀπὸ ἀγαλλίαση, ἀλλὰ καὶ χαρμολύπη. Καὶ κάθε μέρα φορτώνεται ἀπὸ εὐλογίες, ποὺ παραμερίζουν κόπους, αἰτιάσεις καὶ ἐχθρότητες: ὅλα ἐκεῖνα, δηλαδή, ποὺ παραφυλᾶνε στὴν ἄκρη καὶ εἶναι ἕτοιμα, ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ νὰ ἀμαυρώσουν τὴ ζωντάνια καὶ τὴν εὐφροσύνη τῆς  εὐλογημένης  Βασιλείας Του: Μέσα στὴν Ὁποία ζεῖ καὶ ἀνασαίνει Θεὸ ἡ Ἐνορία, αὐτή, δηλαδή,  ἡ πνευματικὴ οἰκογένεια. 

π. κ. ν. κ. 

Τετάρτη, 1 Μαΐου 2019

Γιώργου Λέκκα: ΟΠΩΣ ΕΜΕΙΣ (νέο ποίημα)


Θα 'ρθουνε κι άλλοι
μετά από μας ν’ αγαπηθούνε.
Θα φιληθούνε στο φεγγάρι
δίνοντας όρκους αιώνιας πίστης
όπως κι εμείς.
Θα προσκυνήσει με λατρεία
ο ένας το είδωλο του άλλου
ωσάν να ήτανε παντοτινό –
το προσκυνήσαμε κι εμείς.
Θα 'χουνε πόθο να ενωθούν
σ’ ένα κορμί, όπως ποθήσαμε κι εμείς.
Θα μεγαλώσουνε παιδιά
που προς στιγμήν
θα τα νομίσουνε δικά τους
όπως νομίσαμε κι εμείς.
Και σαν θα έρθει η ώρα, θα χωρίσουν
όπως χωρίζουμε κι εμείς
για να ξαναβρεθούν στον ουρανό
όπου καθένας μας κοιτάει
πίσω απ’ την πλάτη του άλλου αφηρημένος
κάθε φορά που τον σφίγγει μες στην αγκαλιά του.
Θα 'ρθουνε κι άλλοι
μετά από σας ν’ αγαπηθούνε.
Θα φιληθούνε στο φεγγάρι
δίνοντας όρκους αιώνιας πίστης
όπως κι εσείς.

18.4.2019

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Ζει και εργάζεται στις Βρυξέλλες. Διακονεί ιερατικά στην Ιερά Μητρόπολη Βελγίου.]

Εικαστικό σχόλιο στο ποίημα: Edward Potthast (1857-1927), Maγεμένοι. Hirshhorn Museum and Sculpture Garden.

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2019

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΑΣ

Ἱερὲς μνῆμες καὶ βιώματα ἄλλων καιρῶν καὶ συμπεριφορῶν
       
Μνήμη ἱερὴ Κωνσταντίνου καὶ Παναγιώτου τῶν ἱερέων, Δημητρίου ἱεροψάλτου


Ἄχραντες θὰ εἶναι πάντοτε καὶ πανάγιες οἱ Μεγάλες Στιγμὲς Ὧρες τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Εὐωδιαστές, καθὼς τὶς ραίνει ἡ θεία Ἄνοιξη μὲ τὰ ποικίλα τῶν ἀνθοφοριῶν της ἀρώματα, ποὺ εὐφραίνουν, ἀλλὰ καὶ χαρμολυπικὰ κατανύσσουν τὶς ταπεινὲς ψυχές, οἱ ὁποῖες πορεύονται, λίαν πρωΐ, στῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, δηλαδή,  τὸ βουρκωμένο πρωϊνό, γιὰ τὴν ἐκκλησιά τους. Πορεύονται, ἀλλὰ τούτη τὴ μέρα στὰ χέρια τους κρατοῦν τὰ πλέον ἐκλεκτὰ ἄνθη, ποὺ ὁλόχρονα ἀνάθρευαν στὶς γλάστρες ποὺ στόλιζαν τὶς  πεζοῦλες ἤ στα κηπάκια τους. Εἶναι τὰ ἄνθη, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ στολίσουν τὸ ἱερὸ τοῦ Ἐπιταφίου Κουβούκλιο. Τὸν Τάφο τοῦ Κυριου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, δηλαδή. Ἄνθη μεγαλωμένα μὲ ὑπομονή, πίστη καὶ εὐλάβεια περισσή. 

Σὲ χρόνια ἄλλα, χωρὶς τὶς εὐκαιρίες τὶς σημερινές, ὅπου καταφεύγουν πιὰ στὰ ἀνθοπωλεῖα γιὰ νὰ προμηθευτοῦν τὰ ἄνθη γιὰ τὸν στολισμὸ τοῦ Κουβουκλίου, σὲ ἄλλα χρόνια, λοιπόν, ποὺ τὰ στεφάνωνε ὁ κοινοτισμός, ἡ συλλογικὴ προσφορά, δηλαδή, ὅλων τῶν συγχωριανῶν. Γι᾿ αὐτὸ καὶ κομίζονταν τὰ ὡραιότερα τῶν ἀνθέων, συγκεντρώνονταν οἱ ἄριστες στολίστρες, συνέδραμαν ὅλοι, ὥστε νὰ φανεῖ ἕνα σύνολο καλώπισμένο καὶ ὡς ἄλλο ἄνθος εὐλαβείας κατατειθεμένο στὸν Μεγάλο Νεκρὸ Κύριο. Καὶ συνάζονταν ὅλοι κάτω ἀπὸ τὴ μεγαλη ἀγκαλιά Του, μικροὶ καὶ μεγάλοι, γιὰ νὰ ψάλλουν τὸν δικό τους, τὸν προσωπικό Ἐξόδιο Ὕμνο. 

«Κύριε Θεέ μου, ἐξόδιον ὕμνον καὶ Ἐπιτάφιον ὠδήν Σοι ἄσομαι...»

Λόγια βγαλμένα ἀπὸ τὸ ἱερὸ καμίνι τῆς ψυχῆς. Ἀνυπόκριτα καὶ μὲ τὸ μεγαλεῖο τῆς εὐλάβειας ντυμένα. Λόγια, ποὺ αἰῶνες τώρα, στολίζουν, μαζὶ μὲ τὰ πολυτιμότερα τῶν λουλουδιῶν τοῦ χωριοῦ, τὸ ἱερὸ νεκροκρέβατο, πάνω στὸ ὁποῖο τίθεται  «ὁ ὡραῖος κάλλει, παρὰ πάντας βροτούς...». ὡραῖος κάλλει, ποὺ τίθεται, ὅπως ὅλοι οἱ κεκοιμημένοι, κάτω ἀπὸ τὸν μεγάλο πολυέλαιο καὶ τὸ βράδυ θὰ λιτανευτεῖ -εὐλογία πάντιμη- σὲ ὅλο τὸ χωριό. 

Μακάριοι ὅσοι βιώνουν αὐτὲς τὶς Μεγάλες Ὧρες ὅτι σιμά τους εἶναι καὶ κείτεται ὁ δικός τους Ἰησοῦς, ὁ Σωτήρας τους. Ὁ δικός τους ἄνθρωπος... Μακάριοι καὶ τρισμακάριοι...

π. κ. ν. κ 

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2019

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ, ΜΥΡΩΜΕΝΕΣ ΚΙ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕΣ


Ἀντιγράφω ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη: «Ἦτο περασμένη ἡ ὥρα. Τὸ χωρίον, ἐκοιμᾶτο βαθὺν ὕπνον παιδίου, τὸ ὁποῖον ὕστερον ἀπὸ τόσα τρεξίματα καὶ παιγνίδια καὶ γέλοια, ἀποσταμένον, γέρνει ἐγγὺς τῆς ἑστίας του καὶ ἀποκοιμᾶται. Τὰ νυκτοπούλια τῆς ἀνοίξεως, τὰ ὁποῖα ἐστέναζον ὑπὸ τὰς καμάρας τοῦ κωδωνοστασίου, θαρρεῖς καὶ συνεπλήρουν τὸν ἀνασασμὸν τῆς κοιμωμένης πολίχνης....».

Ναί, τὶς ζήσαμε κάποτε αὐτὲς τὶς ὧρες, τὶς προαναστάσιμες. Τὶς ὧρες, ποὺ περιμέναμε ν᾿ ἀκουστεῖ ἡ πρώτη ἡ καμπάνα, γιὰ νὰ ξεκινήσουμε νὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησιά. Κι εἶχε τὸ χωριὸ μιὰ ἡσυχία, ποὺ πραγματικὰ συγκινοῦσε. Καὶ συγκινοῦσε, γιατὶ ὅλοι ἐκεῖνοι,  οἱ ταπεινοὶ χωρικοί, περίμεναν αὐτὴ τὴ μοναδικὴ τῆς Πασχαλιᾶς τὴ βραδυά, νὰ βρεθοῦνε στὸ ναό, ν᾿ ἀκόυσουν τὸν καλὸ τὸ λόγο κι ὕστερα νὰ εὐφρανθοῦν.

Εἶχαν «παχνιάσει» τὰ «πράματά τους», τὰ ζῶα τους δηλαδή, γιὰ εἶναι ἥσυχοι καὶ τὠρα ἀναπαύονταν δίπλα στὴν παραστιά, ὅπου μαγειρεύονταν καὶ τὸ ἑόρτιο γεῦμα. 

 Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ χωριὸ τὴ βραδυὰ αὐτὴ μοσχοβολοῦσε ἀπὸ τὸ καλομαγειρεμένο φαγητό, ποὺ θὰ τὸ γεύονταν, μαζὶ μὲ τὸ κόκκινο τ’ ἀβγό, ἀπολείτουργα οἱ περισσότεροι. Γιατὶ πάντα ὑπῆρχαν καὶ οἱ βιαστικοί, πού, ἀφοῦ ἄκουγαν τὸ Χριστὸς Ἀνέστη καὶ προσκυνοῦσαν τὴν Ἀνάσταση,  τσούγκριζαν τ᾿ ἀβγά τους, νὰ τὰ γευτοῦνε «μάνε-μάνε», μέχρι νὰ πᾶνε στὸ σπίτι γιὰ τὸ ἑορταστικὸ τὸ γεῦμα. 

Ὅμως αὐτὸ ποὺ συγκινοῦσε περισσότερο ἦταν ἐκείνη ἡ ἡσυχία ποὺ ἁπλωνόταν σ᾿ ὅλο τὸ χωριό, καὶ θύμιζε τόσο ζωντανὰ τὸν περίφημο λόγο τοῦ Ἁγίου Ἐπιφανίου Ἐπισκόπου Κυπρου, ποὺ διαβάζεται τούτη τὴν ἡμέρα, τοῦ Μ. Σαββάτου. 

«Τί τοῦτο;
σήμερον σιγὴ πολλὴ ἐν τῇ γῇ·
σιγὴ πολλὴ καὶ ἠρεμία λοιπόν·
σιγὴ πολλὴ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ὑπνοῖ·
γῆ ἐφοβήθη καὶ ἡσύχασεν, ὅτι ὁ Θεὸς σαρκὶ ὕπνωσε, καὶ τοὺς ἀπ' αἰῶνος ὑπνοῦντας ἀνέστησεν».

Πόσο εὔγλωττη στ᾿ ἀλήεθα ἦταν ἐκείνη ἡ σιωπή, πόσο γόνιμη, γιατὶ καρποφοροῦσε στὶς ψυχὲς τῶν ἁπλῶν ἐκείνων χωρικῶν τὴ ἀναστάσιμη τὴν ἐλπίδα, ποὺ τὴν περίμεναν. Γιατὶ, ὅταν εὔχονταν «καλὴ Ἀνάσταση», τὸ ἐννοοῦσαν, τὸ ζοῦσαν τὸ χαίρονταν. Ὄχι σὰν μιὰ ἀφορμὴ γιὰ διακοπές, ὅπως συμβαίνει σήμερα, ἀλλὰ περισσότερο ὡς ἀφορμὴ ν᾿ ἀνοίξουν οἱ καρδίες, νὰ εἰσέλθει μέσα τους ἡ ἀναστάσιμη χαρά, ἡ αἰσιοδοξία. Νὰ παραμερίσει δηλαδή, κάθε πένθος, κάθε κατήφεια, κάθε ἀνησυχία. 

Ραντισμένη ἡ βραδυὰ καὶ μὲ εὐωδιὲς τῆς ἄνοιξης, χάριζε καὶ τὸ ἄλλο μέγα προνόμιο στοὺς ταπεινοὺς τοὺς χωρικούς. Τὸ προνόμιο νὰ μαζεύουν μέσα τους αὐτὲς τὶς μοναδικὲς τὶς εὐωδιές, ὅπως ἐκείνη τὴ μαγευτικὴ μοσχοβολιὰ ἀπὸ ὑγρὸ χῶμα καὶ ἄρωμα λεμονοανθῶν ἢ πορτοκαλανθῶν, καθὼς περνοῦσαν τὸ Ρέμα, ὅπου βρἰσκονταν οἱ κῆποι μὲ τὶς λεμονιὲς καὶ τὶς πορτοκαλιἐς τοῦ χωριοῦ. Αὐτὸ τὸ ἄρωμα κουβαλοῦσαν μαζί τους μαζὶ μὲ τὸ ἄλλο τὸ ἄρωμα τῆς Ἀναστάσιμης χαρᾶς, ποὺ τοὺς χάριζε ἡ Πασχάλια βραδυὰ σὲ κείνη τὴν παλιὰ τὴν ἐκκλησιά, ποὺ  χώνευε μέσα στὸ χρυσαφενιο τὸ φῶς, τὸ ἀληθινὸ τὸ φῶς ἀπὸ κεριὰ καὶ καντήλια ἀναμμένα. 

Μπορεῖ τὰ χρόνια νὰ πέρασαν, νὰ εἰσῆλθαν στὴν ψυχὴ νέες εἰκόνες, ὅμως δὲν κατάφεραν νὰ σκεπάσουν ἤ νὰ σβύσουν αὐτὲς τὶς ἀζάρωτες, χλωρὲς ἀκόμα, εἰκόνες ἀπὸ ἕνα καιρὸ φορτωμένο γνησιότητα καὶ εἰλικρίνεια. Ἀπὸἕνα καιρὸ ὑψηλῆς παιδείας, ποὺ τὴ δίδασκαν ἀγαράμματοι ἤ ὀλιγογράμματοι χωρικοἰ, ὡστόσο τόσο φωτισμένοι ἀπὸ τὴν ἁπλότητα  καὶ τὴ νοικοκυροσύνη τους. 

π. κ. ν. κ.

Αλεξάνδρου Μωραϊτίδου: ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ, τόμος Δ΄




Αλεξάνδρου Μωραϊτίδου: ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ, Τόμος Γ΄




Τρίτη, 9 Απριλίου 2019

Κυριακή, 7 Απριλίου 2019

Τρίτη, 2 Απριλίου 2019

Χριστίνα Μερκούρη, Κατερίνα Κουτλιάνη: ΙΕΡΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ


Περιοδικό ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ, τεύχος 126, Απρίλιος 2018, σσ. 92-105



Δευτέρα, 1 Απριλίου 2019

Γιώργου Λέκκα: Σ’ ΕΝΑ ΠΛΑΝΗΤΗ ΟΛΟ ΣΙΩΠΗ (νέο ποίημα)


Σ’ άλλους αρέσει το φεγγάρι για το φως του
σε μένα αρέσει η σιωπή του.
Σ’ ένα πλανήτη όλο σιωπή θα κατοικήσω.
Θα μου αρκούν να σου μιλώ μόνο τα μάτια
και θα διαβάζεις στα δικά μου κάθε μου σκέψη.
Δεν θα χρειάζομαι πλέον λέξεις για να μιλήσω
γιατί δεν θα 'χω πια τίποτα ν’ αποκρύψω.
Θ’ άκουγα μέσα μου κάθε σου σκέψη
σάμπως ένα μαζί σου όπου και να 'σαι·
κάθε πάλι δική μου θα σε τυλίγει-
μια ζεστή αγκαλιά για να μη φοβάσαι.

23.3.2019

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ι. Μητροπόλεως Δημητριάδος. Ζει, εργάζεται και διακονεί ιερατικά στις Βρυξέλλες.]

Εικαστικό σχόλιο: Van Gogh,  White house at night

Σάββατο, 30 Μαρτίου 2019

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΘΥΡΑΝΟΙΞΙΑ ΚΑΙ ΠΑΛΙ... Της ιερατικής διακονίας της πέμπτης δεκαετίας οι απαρχές


Στ᾿ ἀλήθεια, ἔχουν τὴ σημασία τους καὶ τὸ εἰδικό τους τὸ βάρος οἱ διάφοροι ἐπέτειοι στὴ ζωή καὶ στὴ διακονία μας. Μάλιστα, ὅταν οἱ ἐπέτειοι αὐτὲς πληθύνονται, αὐξάνουν, μαζὶ μὲ τὴν ἡλικία ποὺ σωρεύει ὁ χρόνος, τότε ἀποκτοῦν ὅλο καὶ μεγαλύτερη ἀξία, γιατὶ τὸ ξέρεις: δὲν θὰ ἐπαναληφτοῦν. Δηλαδή, τὸ δέκα μπορεῖ νὰ γίνει εἴκοσι, τὸ εἴκοσι σαράντα, ὅμως, ὅταν σιμώσεις καὶ ξεπεράσεις τὸν ἀριθμὸ σαράντα, τότε ξέρεις ὅτι σιμώνεις στὸ νῆμα ποὺ τερματίζει τὸ ἄθλημα τῆς ἐπίγειας βιοτῆς. Ὁπότε καὶ περιμένεις,  μετρώντας ἕνα-ἕνα τὰ χρόνια ποὺ σοῦ περίσσεψαν πιά. 

Ὅμως γιὰ ἕνα ἱερέα, ποὺ ἔχει διανύσει πολυχρόνιο δρομολόγιο, πέραν τῶν τεσσάρων δεκαετιῶν, ἡ συγκίνηση καὶ ἡ συναισθηματική φόρτιση αὐξάνονται κάτι τέτοιες μέρες  καί,  δικαίως, μάλιστα. Γιατί, ὅταν σιμώσει ἡ ἐπέτειος τῆς εἰς πρεσβύτερον χειροτονίας του, -ἀφοῦ πλέον ἄλλον βαθμό ἱερωσύνης, ὅταν εἶναι ἔγγαμος, δὲν πρόκειται νὰ λάβει- τότε κατανοεῖ πολὺ καλὰ ὅτι ὁ Θεὸς στέκει στοργικὰ  πάνω του, λές καὶ τὸν χρειάζεται ἀκόμα... Μέγιστο, ὄντως, τὸ προνόμιο καὶ ἀκόμα πιὸ μεγαλο τὸ μάθημα ποὺ τὸ διδάσκεται αὐτὸς ὁ παπᾶς αὐτὲς τὶς ὁριακὲς τοῦ βίου του στιγμὲς καὶ μέρες. Ἐπειδὴ ζεῖ κι αὐτὰ τὰ νέα θυρανοίξια πρὸς μιὰ νέα δεκαετία μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ σταθεῖ τὸ ἴδιο συνεπής, ἔντιμος καὶ φιλακόλουθος, ὅπως προσπάθησε ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια ποὺ πέρασαν... Ἔστω κι ἄν χρειαζόταν νὰ στραγγίξει καὶ τὰ ἔσχατα μόρια τῆς δύναμης καὶ ἀντοχῆς του. Ποὺ κάποτε ἔζησε, ἰδίως σὲ στιγμὲς τραγικὲς γιὰ κεῖνον καὶ τὴν ἐνορία του. Καὶ ποὺ δὲν ἦταν καὶ λίγες ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια... Κι ὅμως, ὅταν περνοῦσε κι αὐτὸ τὸ σύννεφο τῆς δοκιμασίας, τότε προσπαθοῦσε νὰ δεῖ καὶ τὴν ἄλλη της ὄψη, ὁπότε καταλάβαινε ὅτι πίσω ἀπ᾿ ὅλα στεκόταν τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, ποὺ φρόντιζε πάντοτε νὰ γαληνεύει τὰ πάντα. Καὶ κυρίως νὰ παρέχει διδαχὴ ὠφέλιμη, σφραγισμένη μὲ τὴν σοφία καὶ ἀγάπη Του.  Μὲ λίγα λόγια νὰ τοῦ ἀνοίγει σιγά-σιγὰ τὸ βιβλίο τῆς ἀνθρωπογνωσίας καὶ τὸν νουθετεῖ, ὥστε νὰ γνωρίσει καλύτερα καὶ μὲ ὅση γίνεται περισσότερη ἀκρίβεια τοὺς συνανθρώπους του, τὸ ποίμνιό του, γιὰ μπορέσει ἔτσι νὰ στερεώσει καλύτερα τὴν οἰκοδομὴ τῆς ἐνοριακῆς του κοινότητας. Γιατὶ «τὸ ἄρχειν καὶ διακονεῖν  ψυχῶν» εἶναι ὄντως μέγα ἄθλημα καὶ δὲν κατορθοῦται χωρὶς νὰ ὑπάρχει μιὰ σοβαρὴ μελέτη καὶ γνώση τῶν χαρακτήρων τῶν ἀνθρώπων. Ποὺ στὴν οὐσία ὅλοι αὐτοὶ οἱ χαρακτῆρες εἶναι ἕνα μέγιστο ψηφιδωτό, ἀπὸ κάθε λογῆς μορφὲς καὶ συμπεριφορὲς ἀνθρώπων. 

Στ᾿ ἀλήθεια, μέσα στὸ πέρασμα τῶν τεσσάρων δεκαετιῶν ποιμαντικοῦ βίου καὶ ἔργου πόσα πρόσωπα δὲ γνωρίζει κανεὶς  καί, κυρίως, μελετᾶ ὡς χαρακτῆρες; Κι αὐτὸ γιὰ νὰ κατορθώνει νὰ ἰσορροπεῖ, νὰ βιώνει -ὅσο τοῦ ἦταν βολετό- τὴ «μεσότητα», ποὺ λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Κι  ὅλ᾿ αὐτὰ στεφανωμενα μὲ τὴν  ὀδύνη, τὸ φαρμάκι καὶ τὴ μοναξιά. 

Μιὰ ἀκόμα ἐπέτειος, λοιπόν, ξημέρωσε. Πασπαλισμένη μὲ μνῆμες ἀχνοφωτισμένες, κυκλωμένη ἀπὸ πρόσωπα νέα τότε καὶ σήμερα γερασμένα ἤ ταξιδεμένα πιά. Ἐπέτειος, ποὺ σημαίνει καὶ μιὰ σύγκριση: Τοῦ τότε μὲ τὸν τωρινὸ ἐνθουσιασμό.  Ποὺ θυμίζει ἐπίσης καὶ τονίζει,  λάθη, παραλείψεις, ἐντάσεις, πικρίες καὶ ἄστοχους ἀνταγωνισμούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι κομμάτια τοῦ μεγάλου «παζλ», τὰ ἀπαραίτητα κομμάτια γιὰ νὰ συμπληρωθεῖ, ἕως ἔλθει τὸ τέλος. Ποὺ ἀσφαλῶς καὶ θὰ φανεῖ κάποτε.

π.κ. ν. κ   Σάββατο, 30 Μαρτίου 2019

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2019

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη: ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ (ποίημα)


-I-
Σα να ’ταν χθες 
δέντρα χυμώδη, λυγερά 
πόθο γιομάτα 
άνθιζαν κλαδιά 
άπλωναν ρίζες 
να ξεδιψάσουν στις αγκαλιές των ρυακιών 
και στων χειμάρρων την ορμή
 ηδονικά να ξαποστάσουν

Σα να ’ταν χθες 
άγουρα χρόνια 
χνούδια απαλά 
ανήσυχα 
φλόγα γιομάτα 
το μέλι τρυγούσαν των λουλουδιών 
τ’ αλάτι γεύονταν στα τρίσβαθα ωκεανών

Σήμερα θάλασσες πλατιές 
τους θησαυρούς γενναιόδωρα χαρίζουν

Σύντομα αλίμονο 
τόσο σύντομα 
αύριο κιόλας 
καράβια ξέμπαρκα 
γυμνά, ανάλαφρα, βαριά 
γλυκόπικρο μειδίαμα απορούν 
γέρνοντας προς την άλλη χώρα

 -II-
Βαδίσαμε ανεπιτήδευτα μέρες και μέρες 
με διαίσθηση χωρίς πυξίδα 
πυξίδα είχαμε το σώμα στραμμένο στην Ανατολή 
αλλά χαθήκαμε στο φως της μέρας 
Την αγάπη είπαν θ’ ανταμώναμε
 θα ’ρχονταν να μας προϋπαντήσει 
Δεν μάθαμε πως μάχονταν με σκιές 
και της ψυχής μας την αντάρα
 Φωνάζαμε ν’ ακούσουμε ότι υπάρχουμε 
και δεν μπορέσαμε τη μουσική της σιωπής ν’ αφουγκραστούμε 
Σ’ ατέρμονους αγώνες δώσαμε μάχες 
νικητές και νικημένοι χλωρίδα απώλειας 
Τώρα το άδειο απλώνεται στην άκρη της πατούσας 
και δίπλα η σιωπή στοχάζεται την απορία μας

Μπορεί και να ’μασταν ωραίοι μαχητές 
αλλά χαθήκαμε στο διάβα 
Μπορεί το σύθαμπο της μέρας να έλαμψε στα μάτια 
Μπορεί το φως του φεγγαριού να φώτισε τις σκοτεινές πτυχές μας 
                                    
 -III-
Οι χαρές που ζήσαμε χάθηκαν 
πήραν μαζί τους ό,τι είχαμε αγαπήσει 
όνειρα στέρνες δίχως νερό 
Αφού οι πηγές στέρεψαν 
και τα χείλη στεγνά 
πεφταστέρια οράματα 
φύσημ’ αγέρα συγκινήσεις 
Από χρόνους τ’ αφήσαμε πίσω 
πορευόμαστε δέντρα ξεριζωμένα

Μια βαθιά ερημιά κατοικεί μέσα μας 
μια γαλήνη πετρωμένη 
Κάπου κάπου ένα δάκρυ στεγνό 
προσπαθεί κρυφά 
να ραγίσει τη γαλήνη της πέτρας 
Ποιο δάκρυ ωστόσο μπορεί 
να ταράξει τη γαλήνη της πέτρας

Βότσαλα στο δισάκι 
σημάδια για το δρόμο του γυρισμού 
Ψαχουλεύουμε 
το φως λιγόστεψε τώρα πια 
και οι ρίζες κομμένες 
Τώρα ήρθε ο καιρός των γαλήνιων πετρωμάτων 
Τώρα ήρθαν τα χρόνια τα πέτρινα

Πώς θ’ αντέξουμε αντικρίζοντας 
σπίτια σωριασμένα κατάχαμα 
Πώς θ’ αντέξουμε αντικρίζοντας 
άδειους περιστερώνες 
Τα περιστέρια τα φυγαδέψαμε
μείναν ερημωμένοι περιστερώνες 
αραδιασμένοι στο χρόνο

Τα ζεστά μονοπάτια τ’ αφήσαμε πίσω 
Τώρα τα πέτρινα χρόνια 
προδοσίες φυτρώσαν 
ανθίσαν απώλειες 
Πώς ν’ ανθίσουν στις πέτρες τριαντάφυλλα 
Αυτό δεν έχει ξαναγίνει 
Κάποια βρύα αν φυτρώσουν 
θα ’ν’ αρκετό 
να θυμίζουν πως περάσαμε απ’ εκεί
                               
 -IV-
Μέρες και μέρες οδεύσαμε σκυφτοί 
διαβάτες της σιωπής 
τραγουδιστές της καταχνιάς 
χέρια γερμένα ηλιοτρόπια 
στήθη δάκρυα πετρωμένα 
Όταν τα βλέμματα σηκώσαμε 
είδαμε ανάστροφα τον κόσμο 
Όταν τα χέρια απλώσαμε 
αγγίξαμε την ερημιά μας 
γείραμε απόμερα 
κι αψιμαχούσαμε με τη σιωπή 
Τότε κοιτάξαμε το πέλαγος 
όπου απλώσαμε το δάκρυ μας 
Το μπλε ήταν βαθύ 
μας χώρεσε 
κι ανθίσαμε θαλάσσιες ανεμώνες 
Τα πέταλα ανοίξαμε πανιά 
και με το μίσχο στήσαμε κατάρτι 
σαλπάραμε στ’ ανοιχτά 
Κι όταν η θάλασσα έσκαγε χαμόγελα 
γεμίζαμε τον κόρφο μόρτες ανέμους 
Κι όταν το κύμα άγγιζε τ’ ακροδάχτυλα 
γεννιόνταν άσπρα περιστέρια 
Κι όταν ο καημός περίσσευε στο πέλαγος 
εμείς προτείναμε το στήθος 
Μείναμε έτσι στ’ ανοιχτά 
μέχρι το τέλειωμα του χρόνου
                                             
 -V-
Ήταν ωραία τα παιχνίδια 
που υποψιαστήκαμε στην παραλία 
Χάθηκαν γρήγορα κι άφησαν την άλμη τους 
τ’ αλάτι είχε κιόλας διεισδύσει 
στα υπόγεια στρώματα 
όπου ορυκτός πλούτος πλεόναζε
 Ύστερα ουράνιο τόξο 
ζωγράφισε την τροχιά της νιότης 
και των ονείρων μας την αύρα 
Τώρα ο άνεμος σβήνει τα χνάρια των βημάτων 
και μεις χαμογελάμε 
μες στων παιδιών τα βλέμματα
                                     
 -VI-
Τ’ αλάτι θα γέψουμε με πόθο 
κι αλύγιστοι θ’ αντέξουμε τα κύματα 
Στους βράχους γαντζωμένοι θ’ ανασάνουμε 
ν’ ανασκουμπωθούμε 
Πρώτιστη έγνοια 
προσεκτικά να ψάξουμε 
βαθιά στης πρώτης σπίθας τη σπηλιά 
για ν’ αποθέσουμε το γένος 
με νανουρίσματα γλυκά 
Με του μαστού το γάλα 
θα θρέψουμε τις ρίζες 
θα τις ζεστάνουμε με την ανάσα 
Καλά θα κρύψουμε κειμήλια και φυλαχτά 
να προστατέψουμε το γένος 
από μωρίας βλέμματα 
Τις φύτρες θα στυλώσουμε πάνω στις ρίζες μας 
τα βλασταράκια, τα κλωνιά τα τρυφερά 
Εκεί θα ακουμπήσουμε 
και θα ονειρευτούμε 
πως τάχα είδαμε το Πρώτο Φως 
Και καθισμένοι στου φεγγαριού τη χούφτα 
περιδιαβαίναμε τους γαλαξίες 
πως τάχα το τέλειωμα του χρόνου 
είχε προ πολλού καταργηθεί 
Όλα όλα θα τα ονειρευτούμε 
πριν γείρουμε εκεί απαλά 
και αποκοιμηθούμε

  -VII-
Η θάλασσα, ο ορίζοντας, το ουράνιο τόξο και η πρώτη σταγόνα 
Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε 
Η απορία που διαγράφεται στα χείλη 
Το φτερούγισμα το ερωτικό, η γέννηση και ο θάνατος 
Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι 
Όλα σφιχτοδεμένο στεφάνι στην τροχιά του σύμπαντος 
Το βουβό κλάμα, το χαμόγελο και η έκσταση 
Η χαρά, η οδύνη, ο κόπος και η ανάπαψη 
Οι αισθήσεις και η αντίληψη, ο λόγος και η συνείδηση 
Το βίωμα και η ύπαρξη Η αναζήτηση που τέλος δεν έχει 
Ο δρόμος ο πλατύς π’ ανοίγει άλλους δρόμους 
Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε Η γέννηση και ο θάνατος 
Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι 
Το όλο και το μέρος του τ’ αδιαίρετο 
Ο άνθρωπος, η γη και το σύμπαν

Δέσποινα Καϊτατζή-ΧουλιούμηΔιαδρομές,  Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 1915.


*Η Καϊτατζή Χουλιούμη Δέσποινα είναι κλινικός ψυχολόγος (Msc) της Σχολής  Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ουψάλα. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ) και μέλος της Εταιρίας η Συντροφιά της Karin Boye ( Karin Boye Sällskapet). Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Λιγοστεύουν οι λέξεις, 2017, Εκδόσεις Μελάνι, Διαδρομές, 2015, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Συναισθηματικό αλφαβητάρι, 2009,  Εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS, Ο Δρόμος, 2006, Εκδώσεις Δήμου Σερρών, καθώς και το δίγλωσσο βιβλίο σουηδικής ποίησης σε δική της μετάφραση Δέρμα από Πεταλούδες-Επιλογές Σουηδικής Ποίησης, 2018, εκδόσεις Intellectum. Ποιήματα, μεταφράσεις, διηγήματα και κριτικές αναγνώσεις της, έχουν δημοσιευτεί στο ΘΕΥΘ, Νέα Εποχή, Δίοδος, Intellectum, http://www.periou.gr/, http://www.poiein.gr, http://frear.gr/, https://diastixo.gr, http://www.intellectum.org,   http://fractalart.gr/,  http://staxtes.com/, https://tokoskino.me,  κλπ

Related Posts with Thumbnails

Follow by Email