© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΤΙ ΒΛΕΠΕΙΣ ΘΟΔΩΡΑΚΗ; (νέο διήγημα)


Πάνω που μάδαγα την μαργαρίτα και δεν μου έβγαινε, άρχισα ν’ απελπίζομαι. Σηκώθηκα, πήρα την κατηφόρα και έφτασα πρώτος στην πλατεία. Αμέσως μετά με ακολούθησε ο ίσκιος μου. Φλαπ! κολλήσαμε πριν το περίπτερο και αποφασίσαμε να σταθούμε μπροστά στις φυλλάδες.

Ο Κολοκοτρώνης στη φυλακή. Κέρινο ομοίωμα στο Μουσείο Βρέλλη.
Μνημόνιο ή καταγγελία; Δεν υπήρχε λουλούδι για δείγμα και έτσι το τσίπουρο ήταν βάλσαμο. Μετά το τρίτο άρχισαν οι έντονες συζητήσεις και στο πέμπτο έγιναν ακόμη πιο προσωπικές. Αγαπηθήκαμε. Ο Ευρωπαίος με τον Έλληνα και ο δεξιός με τον αριστερό ψάλτη. Κάτι τα κεφτεδάκια, κάτι η σαρδέλα η παστή, όλα καλά και ύστερα από την επικοινωνία, βρέθηκα σπίτι μεσημέρι και με καυτό ήλιο στο πρόσωπο. Χάθηκα λοιπόν για κάμποσο και εκεί που άκουγα νερά να κελαρύζουν και κότσυφες να λαλούν, είδα τον καπετάνιο αρματωμένο και πίσω του ασκέρι ολόκληρο.

- Πού πάτε παλικάρια;

- Πάμε για να πατήσουμε την Τριπολιτσά, μου είπαν με μία φωνή.

Δεν ήταν μακριά. Φόρεσα σαγιονάρες, πήρα και μια αξίνα στον ώμο και κίνησα. Πηγαίναμε λοιπόν δρόμο πολύ και κάποτε κάτσαμε σε ένα κορφοβούνι. Τι θέα! Κάμποι και βουνά και στο βάθος το μπλε της θάλασσας!

- Έχει κύμα, μου είπε ο διπλανός μου. Κοίτα τα προβατάκια στο πέλαγο. Έρχονται από την δύση.

Τα είδα και έγνεψα με κατάφαση. Σκέφτηκα τους ναυτικούς και τις βαρκούλες, μα προτού αρχίσω να πέφτω στη διάθεση, άκουσα την προσταγή και συνέχισα πορευόμενος ανατολικά. Λίγο πριν φτάσουμε στην πόλη, μας μοίρασαν  σάντουιτς και αναψυκτικά. Φάγαμε στο πόδι και τούτο μου δημιούργησε πονόκοιλο. Με μία-δύο στροφές όμως επέρασε. Στην τρίτη ησύχασα και έτσι δεν ολοκληρώθηκε ο καλαματιανός που έσυραν οι συμπολεμιστές μου.

Στην συνέχεια, με απόλυτη ησυχία και περίσκεψη, οδηγηθήκαμε στα ταμπούρια. Έπεσε νύχτα. Ανάψαμε φωτιές και άρχισαν τα τραγούδια και τα ψησίματα. Πείναγα. Τα κρεατοσφαιρίδια και η σαρδέλα του μεσημεριού δεν είχαν αποτέλεσμα. Κοίταγα το αρνί στη σούβλα και από τη σιελόρροια άρχισα να ψάχνω για μπροστέλα. Άκαρπο. Πουθενά. Να σηκωθώ να ανοίξω το ντουλάπι˙ αυτό κι αν ήταν καταστροφή. Θα μ’ έβλεπαν οι οχτροί κι επιπλέον θα ξαναγύριζα με την επιστροφή μου στο συγκεκριμένο επεισόδιο; Αψήφησα το βρέξιμο και συνέχισα να είμαι μάχιμος.  Πήρα ένα μπούτι και άρχισα να μασουλάω λαίμαργα. Έφαγα, έφαγα μέχρι σκασμού και ύστερα κάθισα να χωνέψω. Ο καπετάνιος, από παρέα σε παρέα και από σούβλα σε σούβλα, έδειχνε οικοδεσπότης στο πάρτι και χαρούμενος. Μόλις ζύγωσε κοντά μου πήρα το θάρρος και τον ρώτησα:

- Τι βλέπεις Θοδωράκη;

Με μάτια να λαμπυρίζουν στο σκοτάδι και κείνη την περικεφαλαία, που θύμιζε αρχαίο, μου έριξε ματιά και μου έδωσε γουλιά από το μπρίκι του. Θεσπέσιο, μα λίγο ξινό. Δεν πήρα πάνω από γουλιά γιατί φοβήθηκα την αναρρόφηση.

- Πιες σαν να είναι τελευταία φορά , μου είπε.

- Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, του απάντησα και κείνος γέλασε.

- Θα σε δω το πρωί, λάλησε και άφησε την αύρα πίσω του.

Αυτή μου χάιδεψε το πρόσωπο και σκέφτηκα πως έπρεπε να κλείσω το τζάμι. Πού να σηκώνομαι όμως; Καλοκαιράκι πια, δικαιολογείται. Γύρισα πλευρό και τότε βρέθηκα με τον Νικηταρά κατάφατσα. Παλικάρι. Κράταγε ένα τσιμπούκι τεράστιο και κοίταγε πέρα μακριά τα φώτα.

- Θα νικήσουμε αύριο κι εκείνη η πόλη θα γίνει δική μας, του είπα με στόμφο.

- Ναι και ύστερα θα πάμε για σουβλάκια στους Μύλους, μου τόνισε.

Άρχισε να έχει κατεβατό. Κουλουριάστηκα και προσπάθησα ν’ αποφύγω το κρύο. Στην απελπισία εμφανίστηκε η γυναίκα μου. Είχε έρθει με κάμποσες άλλες με μουλάρια φορτωμένα με παντανίες. Μου έριξε μια και ένοιωσα καλύτερα.

- Φύγε, τής είπα με τρόπο. Εδώ θα γίνει πόλεμος. Πάρε και τα παιδιά μαζί σου.

Μου έδειξε ένα ομαδικό διαβατήριο και ένα μασούρι με δολάρια.

- Θα πάμε στη θεία στην Αυστραλία μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα.

Ησύχασα. Θα έχουνε μέλλον. Με το που έφυγε, έπεσα σε σκέψεις. Όλα γύρω από τον θάνατο. Λίγο προτού χαράξει είχα τη λύση. Ανέβηκα πάνω στο βράχο και φώναξα:

- Με ακούτε ρε ξένοι;

- Σε ακούμε, μου απάντησαν από απέναντι. Τι αποφάσισες ρε; Θα έρθεις σαν φίλος στα κάτεργα;

Τα έχασα. Τέτοια ανταπόκριση άμεση;

- Τι κράζεις μωρέ; μου λέει ο καπετάνιος. Κι εκεί να πας κι εδώ να κάτσεις, ο χάρος στην έχει φυλαγμένη…

Το ‘ξερα. Δεν την γλυτώνω. Τι το ‘θελα τόσο πιοτό και τόσο φαί; Αφού δεν το σηκώνει η φύση μου. Βόγκηξα. Έκανα ένα βήμα μπρος και δύο πίσω. Έπεσα πάνω στον ίσκιο μου και κείνος εφώναξε:

- Διάλεξε ρε, τις αλυσίδες στα πόδια ή το σπαθί στο χέρι;

Το σήκωσα και ανέμισα ελεύθερος ελπίδες. Χυθήκαν αυτές και έγιναν άνεμος. Η πόλη επάρθη και εγώ σηκώθηκα με το τσαπί στο χέρι. Δεν είχα άλλα περιθώρια. Έπρεπε να φυτέψω, για να έχουμε να φάμε. Ο ιδρώτας μου πήρε άρωμα από την γη κι εκείνη μου υποσχέθηκε να βλαστήσει.    

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΘΕΡΙΝΑ ΠΡΟΣΟΜΟΙΑ (ποίημα)



Στὸν π. Π. Κ.
εὐχετήριο τιμῆς κι εὐχαριστίας ἐξάπαντος...

1.
Σταλαγμοὶ οὐρανοῦ
κ᾿ ὕστερα,
Ἑλληνικὸ Καλοκαίρι.

2.
Ρυτιδιασμένα νερὰ,
φωτεινὰ κρύσταλλα ,
ἰσορροπία Ἥλιου καὶ Θάλασσας.

3.
Τὰ κυπαρίσσια ἀνεβάζουν
τ᾿  ἀπόβραδα τὶς προσευχές μας
μ᾿ εὐωδιὲς ἁρμύρας καὶ θυμίαματος.

4.
Κύριε, στάσου σιμὰ
σ᾿ ἐποχὴ  καὶ σ᾿ ἀνθρώπους ἄρρωστους
Σὲ χρειάζονται, ξέρεις, ἄσχετ᾿ ἄν...

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Η ΑΛΛΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ…

(Σημειώσεις πάνω στὸ νέο ποίημα τοῦ π. Παναγιώτη Καποδίστρια, Κλειστὰ Χαρτιά)

Περιποιεῖ ἰδιαίτερη τιμὴ στὸν ὑποφαινόμενο καὶ ὑπογράφοντα αὐτὲς τὶς λιτὲς σημειώσεις, ἡ ἀποστολὴ τοῦ μὲ τὸν ἀριθμὸ 22 ἐνυπόγραφου ποιήματος, ποὺ τιτλοφορεῖται «Κλειστά Χαρτιά - 100 χρόνια Ἐλύτης», τὸ ὁποῖο μᾶς παραδίδει ἡ φιλόμουση πένα τοῦ Ζακυνθίου ἀδελφοῦ καὶ ἔντιμου φίλου, τοῦ παπα-Παναγιώτη Καποδίστρια, ποιητῆ καὶ λογίου, ποὺ μὲ συνέπεια, ἦθος καὶ σεβασμὸ στὴν παράδοση τῶν προγόνων τοῦ νησιοῦ του, ποιητῶν, λογοτεχνῶν καὶ ἱστορικῶν, ἀνεβαίνει τὴν ἀγωνιώδη, καὶ πάντα μέ ἔνθεο φῶς ραντισμένη, κλίμακα τοῦ λόγου.
Μᾶς πηγαίνει, λοιπόν, μὲ τὴ λέξη «κλειστὰ», ὁ ἀγαπητὸς παπα-Παναγιώτης στὴν ἄλλη ἄκρη: ἐκεῖ δηλ. ποὺ ἀκτινοβολεῖ, ὅπως στὰ νομίσματα, ἡ ἄλλη τους ὄψη, ἐκείνη, δηλαδή, ποὺ ὁ Ἐλύτης ἄντλησε ἀπό τὸν πακτωλό τοῦ Ἓλληνος λόγου καὶ, μάλιστα, μᾶς τὸν παρέδωσε σὲ συλλογὴ δοκιμίων του καὶ ὄχι μόνο, μὲ τὸν τίτλο «Ἀνοιχτὰ Χαρτιά».
Ἀλήθεια, γιατὶ ὁ παπα-Παπαναγιώτης χρησιμοποιεῖ αὐτὴ τὴ σημαδιακὴ λέξη «κλειστὰ», λέξη σιβυλλική, ἀλλὰ καὶ κάπως αἰνιγματική, ἀφοῦ, ὅπως ξέρουμε, κάθε τι τὸ κλειστὸ εἶναι μιὰ περίπτωση ποὺ γοητεύει, καθὼς προβάλλει τὸ ἀνεξερεύνητο;
Ἡ προσωπική μου ἐκτίμηση εἶναι, πὼς ὁ π. Παναγιώτης συνειδητὰ ἀναφέρεται σ᾿ αὐτὸ τὸ κλειστὸ κουτὶ τῆς Πανδώρας,ποὺ εἶναι ὁ ποιητικὸς λόγος τοῦ Ἐλύτη, λόγος περιεκτικὸς καὶ πλούσιος σὲ κοιτάσματα πρὸς ἐξερεύνηση καὶ ἐπεξεργασία. Γιὰ νὰ μὴν τολμήσω καὶ πῶ τὴ λέξη ἀνεξάντλητος καὶ παρεξηγηθῶ.
Ἔχω τὴν ἐντύπωση, πολύτιμε ἀδελφέ π. Παναγιώτη, πὼς κάποτε, ὅταν ὁ καιρὸς καλέσει καὶ εἶσαι πιὸ ἀλαφρωμένος, θὰ πρέπει νὰ μᾶς φανερώσεις καὶ τό ἄλλο αἴνιγμα ποὺ μᾶς βάζει ἐνώπιόν μας «τὸ σημαῖνον βλέμμα» τοῦ ποιητῆ Ἐλύτη, καθώς τὸν προσεγγίζουμε.  Γιατὶ, νἄσαι σίγουρος γι᾿ αὐτό,  πὼς κάπου θὰ μᾶς χρειαστεῖ. Ἰδιαίτερα στὶς ἄκαρπες καὶ ὀμιχλώδεις μέρες μας...
Related Posts with Thumbnails

Follow by Email