© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΔΙΚΑΙΟΣ ΕΠΑΙΝΟΣ, ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΤΙΜΗ

ἤ, Μιὰ ἀνάγνωση τοῦ βιβλίου, Λειτουργικὴ παιδεία καὶ κατάνυξη, Σχόλια στὸ βιβλίο τοῦ Καθηγητοῦ Π. Β. Πάσχου, Γιὰ μιὰ Λειτουργικὴ Ὀρθόδοξη πνευματικότητα, μὲ κείμενα τῶν Καθηγητῶν: Γ. Μαντζαρίδη, Μιχ. Γ. Τρίτου, Κ. Γ. Σταλίδη, Κ. Ι. Κορναράκη καὶ Κ. Ι. Μπελέζου, ἐκδ. ΠΑΡΡΗΣΙΑ, Ἀθήνα 2017, σ.σ. 76.

Ἀπὸ τὰ βιβλία ποὺ ξεχωρίζουν μέσα στὴν Ὀρθόδοξη συγγραφικὴ προσφορά, θεωρῶ ὅτι πρωτεύουσα θέση ἔχουν καὶ τὰ βιβλία τοῦ Καθηγητοῦ Π. Β. Πάσχου (στὴ συνέχεια Π. Β. Π), τὰ ὁποῖα -ὅπως ἔχω γράψει κι ἀλλοῦ- γενιὲς καὶ γενιὲς Νεοελλήνων δίδαξαν καὶ κατάρτισαν. Καὶ μιλῶ γιὰ τὸ θεοφώτιστο «ΕΡΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ», τὸ ὑπέροχο «ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΩΝΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΝΥΞΗ», τὸ κατανυκτικὸ « Η ΔΡΟΣΟΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ» καί, τέλος, τὸ θεομητορικό, «Ο ΓΛΥΚΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ».
Ἐπίτηδες δὲ, μνημόνευσα τὰ ἄλλα βιβλία τοῦ Π. Β. Π. ποὺ μπορεῖ ὁ φιλόπονος ἀναγνώστης νὰ τὰ βρεῖ καὶ νὰ τὰ μελετήσει. Εἶμαι βέβαιος ὅτι σὲ πολλὰ θὰ ὠφεληθεῖ (βλ. π. χ. τὴ σειρὰ τῆς μεταγραφῆς σὲ σωστὰ νεοελληνικὰ τῶν Ἀποφθεγμάτων τῶν Ἁγίων Γερόντων κ. ἄ). Καὶ λέω ἐπίτηδες, γιατὶ ἐκεῖνα ποὺ ἀνάφερα παραπάνω ἔχουν μιὰ διαφοερικὴ ἱστορία καὶ ὄψη, ἀφοῦ ἀποτελοῦσαν καὶ ἦσαν ὁμιλίες, οἱ ὁποῖες μεταδόθηκαν ἀπὸ τὰ ραδιοτηλεοπτικὰ μέσα.
Τὸ βιβλίο αὐτό, λοιπόν, γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ γίνει λόγος στὴ συνέχεια, ἄν καὶ δὲν εἶναι γραμμένο ἀπὸ τὸν Π. Β. Π., ὡστόσο παρουσιάζει μὲ θαυμάσιο καὶ προσεγμένο τρόπο τὸ ὑπέροχο πόνημα τοῦ φίλου καθηγητοῦ, Γιὰ μιὰ Λειτουργικὴ Ὀρθόδοξη Πνευματικότητα, ἐκδ. Μυγδονία, Θεσσαλονίκη 2015, σ. σ. 192. Καί τὸ παρουσιάζει μιὰ ὁμάδα ἐπιφανῶν Πανεπιστημιακῶν Διδασκάλων καὶ λογίων, ὅπως οἱ Καθηγηταί Γεώργιος Μαντζαρίδης, Κων. Ἰω. Κορναράκης, Μιχ. Γ. Τρίτος καὶ Κων. Ι. Μπελέζος, ἀλλὰ καὶ ὁ φιλόλογος Κων. Γ. Σταλίδης.
Γιὰ τὴν ἱστορία σημειώνεται ἐδῶ, πὼς τὸ ἐν λόγῳ βιβλίο παρουσιάστηκε στὴν Ἀθήνα καὶ στὴ Θεσσαλονίκη, σὲ ἐκδηλώσεις ποὺ ἐλαμπρυναν μὲ τὸν εὐμολπο λόγο τους, οἰ βυζαντινοὶ χοροί, τοὺς ὁποίους διεύθυναν ὁ Καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Παν. Ἀθηνῶν Ἀχ. Χαλδαιάκης (Ἀθήνα) καὶ ὁ Πρωτοψάλτης τῆς Μητροπολέως Θεσσαλονίκης Ἰω. Λιάκος (Θεσσαλονίκη).
Μεστὸς ὁ λόγος τῶν ὁμιλητῶν, ποὺ δικαίως τίμησαν τὸν πολυγραφότατο καὶ «πρότυπο πνευματικοῦ ἀνθρώπου» (Μιχ. Τρίτος, σελ. 19) Π. Β. Π., ἀφοῦ ὁ λόγος του «οἰκοδομεῖ καὶ στηρίζει τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησία καὶ πολλοὺς περ᾿ ἀπ᾿ αὐτό» (Γ. Ι. Μαντζαρίδης, σελ. 11). Μάλιστα ὁ τελευταῖος ὑπογραμμίζει, καὶ πολὺ σωστά, ὅτι ὁ τιμώμενος συγγραφέας «δὲν ἐργαζεται ψυχρὰ ἀκαδημαϊκά, (ἀλλὰ) συνδέει τὸ νοῦ μὲ τὴν καρδιά. Συνάπτει τὴν θεολογική, ἀλλὰ καὶ τὴ λογοτεχνική του έργασία μὲ τὴν ἀσκητικὴ παράδοση, τὴν λατρευτικὴ ζωή, καὶ εἰδικότερα μὲ τὴν Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας» (σελ. 11).
Σωστὰ, λοιπόν, ἀποφαίνεται ὁ ποιητὴς Κ. Σταλίδης ὅτι ὁ λόγος τοῦ Π. Β. Π. «ἀνοίγει Ἄλλες Πόρτες» (σελ. 39), γιατὶ «ἡρεμεῖ, εἰρηνεύει, ἐνισχύει» (σελ. 37), τὸν κάθε φιλόθεο καὶ φιλέλληνα ἀναγνώστη. Κι ἔτσι εἶναι.

π. κ. ν. κ.

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2018

Δρ. Γιώργος Γαστεράτος: ΟΙ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΑΣ ΣΤΑ ΕΠΤΑΝΗΣΑ. Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΣΕ ΟΛΟ ΤΗΣ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ



Στον απόηχο του εορτασμού της Αγίας Τριάδας θα θέλαμε να διατυπώσουμε ταπεινά ορισμένες σκέψεις σχετικά με την απεικόνισή Της μέσω της τέχνης. Αφορμή σχετικές απόψεις που έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κατ’ αρχήν θα θέλαμε να σταθούμε στο γεγονός ότι δεν είναι δυνατόν η Θεότητα να απεικονιστεί με τα ανθρώπινα δεδομένα, διότι, όπως τονίζει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης «Θεόν ουδείς εώρακεν πώποτε» (Ιωάνν. Α,18). Ο ίδιος, άλλωστε, λέγει και στην Επιστολή Α΄ Ιωάν. 4,12 «Θεόν ουδείς πώποτε τεθέαται» ενώ ο Απόστολος Παύλος (Α΄ Τιμ. 6,16) τονίζει ότι «ον ουδείς είδεν ανθρώπων ουδέ ιδείν δύναται».
Εδώ ακριβώς έρχεται η τέχνη για να στηρίξει την ανθρώπινη αδυναμία και να φέρει πιο κοντά τον άνθρωπο στο Θεό, γι’ αυτό και ο Θεός την επιτρέπει (Ε. Βούλγάρεως, «Περί μουσικής»). Ειδικότερα, εν προκειμένω, μόνο μέσω συμβολισμών μπορεί το άκτιστο και αόρατο να γίνει ορατό στα ανθρώπινα μάτια και έτσι να φανερωθούν αλήθειες της πίστεως και, συνεπώς, η ίδια η θεολογία της. Συμβολικά, λοιπόν, απεικονίζουμε την Αγία Τριάδα με τους τρεις αγγέλους, όπως εμφανίστηκαν στον Αβραάμ σύμφωνα με τη γνωστή περιγραφή που υπάρχει στη Γένεση (κεφ. 18,1). Παράλληλα, Την «βλέπουμε» στην αγιογραφία της σκηνής της Βάπτισης, όπου εικονίζεται στο μέσον ο Υιός να βαπτίζεται από τον Ιωάννη, το Άγιο Πνεύμα με τη μορφή περιστεριού να κατέρχεται και ο Θεός-Πατέρας στην κορυφή της εικόνας είτε απλώς ως σύννεφα και ουρανός είτε ως ένα χέρι που ευλογεί την όλη σκηνή της Βάπτισης, όπως αυτή περιγράφεται στο κατά Ματθαον (Κεφ. 3,13-17) Ευαγγέλιο.
Αναφορικά με τη λεγόμενη «δυτικότροπη» απεικόνιση της Αγίας Τριάδας, όπως αυτή είναι ευρέως διαδεδομένη στα Επτάνησα, θα θέλαμε να εκθέσουμε τα ακόλουθα: Σχετικά με την απεικόνιση του Υιού αυτό είναι εύλογο καθώς «ο Λόγος σαρξ εγένετο και ασκήνωσεν εν ημίν» (Ιωάνν. Κεφ. 1, 14). Ο Λόγος του Θεού, λοιπόν, πήρε ανθρώπινη μορφή και «επί της γης ώφθη, και τοις ανθρώποις συνανεστράφη» κατά τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Επομένως, μπορούμε να Τον απεικονίσουμε. Επιπλέον, το Άγιο Πνεύμα συμβολικά εικονίζεται με τη μορφή περιστεριού, σύμφωνα με τη σκηνή της Βάπτισης, που αποτελεί, ως γνωστόν, και την πρώτη Θεοφάνεια (Ματθ. Κεφ. 3,13-17).
Τέλος, η απεικόνιση συμβολικά του Θεού-Πατέρα ως ενός ασπρομάλλη γέρου, ομοιάζοντος προς τον Υιό, φέρνει στο μυαλό μας τον «Παλαιό των Ημερών», όπως «εμφανίστηκε» στο όραμα του προφήτη Δανιήλ (Δανιήλ 7,9-10 7,22) «Εθεώρουν έως ότου οι θρόνοι ετέθησαν, και παλαιός ημερών εκάθητο, καί τό ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, καί η θριξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν, ο θρόνος αυτού φλόξ πυρός, οι τροχοί αυτού πυρ φλέγον…». Γι’ αυτό το γεγονός, μάλιστα, ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός έγγραψε ότι «Δανιήλ είδε (…) τον τύπον καί τήν εικόνα του μέλλοντος έσεσθαι. Έμελλε γαρ ο Υιός και Λόγος του Θεού ο αόρατος, άνθρωπος γίνεσθαι εν αληθεία, ίνα ενωθεί τη φύσει ημών... (=Ο Δανιήλ είδε τον τύπο και την εικόνα όσων επρόκειτο να συμβούν, δηλαδή ότι ο αόρατος Υιός και Λόγος του Θεού θα γινόταν άνθρωπος αληθινός, ώστε να ενωθεί με τη δική μας φύση» (Ιωάν. Δαμασκηνού, «Περί εικόνων», Λόγος γ΄ PG 85, 1380A).
Το ίδιο όραμα αναφέρεται και στην «Αποκάλυψη» του Ιωάννη (Κεφ. 1, 12-18) «Και εκεί επέστρεψα βλέπειν την φωνήν ήτις ελάλει μετ' εμού· και επιστρέψας είδον επτά λυχνίας χρυσάς, και εν μέσω των επτά λυχνιών όμοιον υιώ ανθρώπου, ενδεδυμένον ποδήρη και περιεζωσμένον προς τοις μαστοις ζώνην χρυσήν· η δε κεφαλή αυτού και αι τρίχες λευκαί ως έριον λευκόν, ως χιών, και οι οφθαλμοί αυτού ως φλόξ πυρός…».
Επίσης, και ο προφήτης Ησαΐας «είδε» σε όραμα τον Πατέρα-Θεό (Ησ. 16, 1-3), όπως ψάλλει η Εκκλησία στην Ε΄ Ωδή των Καταβασιών της Υπαπαντής: «Ως είδεν Ησαΐας συμβολικώς, εν θρόνω επηρμένω Θεόν, υπ' αγγέλων δόξης δορυφορούμενον, Ω τάλας εβόα εγώ! προ γαρ είδον σωματούμενον Θεόν, φωτός ανεσπέρου, και ειρήνης δεσπόζοντα». Και φυσικά βλέποντας ο Ησαΐας τον βασιλέα Κύριο ως άνθρωπο, προείδε την Θεία Ενανθρώπιση του Λόγου του Θεού! Έτσι, ο Ιησούς, όταν ο Φίλιππος Τον ερωτά «Κύριε, δείξον ημίν τον πατέρα και αρκεί ημίν» (=Κύριε, δείξε μας τον Πατέρα και αυτό θα μας είναι αρκετό), του απαντά «…τοσούτον χρόνο μεθ’ υμών ειμί, και ουκ έγνωκάς με, Φίλιππε; Ο εωρακώς εμέ εώρακε τον πατέρα…» (=τόσο καιρό είμαι μαζί σας και δεν με κατάλαβες, Φίλιππε; Όποιος με έχει δει, έχει δει και τον πατέρα, Ιωάνν. 14, 8-9).
Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφέστατα ότι η απεικόνιση της Αγίας Τριάδας με τη μορφή που τη γνωρίζουμε εδώ στα Ιόνια Νησιά, δηλαδή με τον Θεό-Πατέρα ως τον «Παλαιό των Ημερών», τον Υιό, που είναι ο Λόγος του Θεού που έλαβε ανθρώπινη σάρκα και το Άγιο πνεύμα «εν είδει περιστεράς» έχει έντονο θεολογικό υπόβαθρο και δεν υπολείπεται σε τίποτα από άλλες απεικονίσεις. Η θεολογία στην  τέχνη σε όλο της το μεγαλείο.

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2018

Γιώργου Λέκκα: ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ (νέο ποίημα)


Επειδή ακόμα και το προφανές κρύπτεσθαι φιλεί
τελικά μόνο απείρως μικρός μπορείς να θαυμάζεις.
Σάμπως και η παραμικρή ενήλικη αντίσταση στην Ομορφιά
να μας αποκλείει την πρόσβαση στην αυλή των θαυμάτων.
Κι η τέχνη μας αντί για έργο της παράδοσής μας στην Ομορφιά
κατέληξε ν’ ανταγωνίζεται πεισματικά της Ομορφιάς το θαύμα.
Ομορφιά μου εσύ, να μπορούσα μια μέρα από τρυπίτσα βελόνας
να περάσω κι εγώ εκεί όπου μονίμως δοξάζεται
και το μικρότερο έργο σου ως απείρως μεγάλο.
31.5.2018.


[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας ζει, εργάζεται και διακονεί ιερατικά στις Βρυξέλλες.]

Σάββατο, 26 Μαΐου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΡΕΙΣ ΗΜΕΡΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΗΜΙΑ ΤΟΥ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΙΕΡΑΡΧΟΥ, ΤΟΥ ΠΕΡΓΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ


«Τώρα καταπαύσαμε ἀπὸ “πάντων τῶν ἔργων” μας. Καὶ τρέξαμε σὲ Σένα»1

«Ἐκεῖ (ποὺ) συναυλίζεται ταῖς Μύσταις Του» Ἐκεῖνος, πορεύεται πιὰ ἡ ἡδύμολπος ἀηδὼν τοῦ Φαναρίου, ὁ ποιητής Του, ὁ εὐγενὴς καὶ φιλόκαλος Ἀρχιερεὺς τῆς Πέργης τῆς Παμφυλίας ὁ Ποιμενάρχης καὶ Πατέρας, ὁ ἀπὸ Μεγάλων Ἀρχιδιακόνων σεμνὸς καὶ σεπτὸς Ἱεράρχης Εὐαγγελος Γαλάνης, ὁ ἐκ γένους ἱερατικοῦ προερχόμενος καὶ τὸ γένος αὐτὸ γαλουχήσας, τιμήσας καὶ φωτίσας.

Ἀναχωρεῖ, εἶναι ἀλήθεια, σὲ μέρες χαρμολυπικές, ἀλλὰ τόσο εὐφρόσυνες. Ἐκοιμήθη στὸ σύνορο τῶν ἑορτῶν τοῦ Μ. Κωνσταντίνου μὲ τὸν Μάρτυρα Βασιλίσκο, ἐκηδεύθη δὲ τὴν ἡμέρα τῆς Ἀποδόσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως, ποὺ ἐπίσης συνορεύει μὲ τὴν ἱ. Πανήγυρι τῶν Κεκοιμημένων, τὸ Ψυχοσάββατο, ἀλλὰ καὶ μᾶς προετοιμάζει γιὰ τὴν Ἁγία Πεντηκοστή, ἡμέρα ποὺ πανηγυρίζει ὁ μέγιστος ναὸς τῆς Θεοῦ Σοφίας, ἡ γνωστή μας Ἁγια-Σοφιά, ποὺ ταξιδεύει μέσα στοὺς αἰῶνες μέ τόσους θρύλους, μνῆμες καὶ ἅγιες μελωδίες νὰ ταξιδεύουν μὲ τὴν ἱστορία. Καὶ ἐτάφη στὴ «γῆ τῶν πατέρων του, γῆ τῶν αἰώνων, [στὸ] ἱερὸ χωνευτήριο τῶν ὀστῶν [τους]». Στὴ γῆ ποὺ ὑπῆρξε «ἡ πρώτη φίλη [του]».

Μὲ συγκίνηση τὸν ἀποχαιρετήσαμε οἱ ἐκεῖ καὶ οἱ ἐδῶ. Οἱ ἐγγὺς δηλαδή καὶ οἱ μακράν, ποὺ ὡστόσο ὁ νοῦς καὶ ἡ ψυχή μας ἦταν σιμὰ στὸ ἱερό του σκήνωμα, ποὺ ἔκειτο «ἄπνουν», στὸ κέντρο τοῦ Πατριαρχικοῦ Ναοῦ, γιὰ νὰ γραφεῖ ἐκεῖ ὁ ἐπίλογος τῆς ἱεροπρεποῦς πορείας ποὺ ἄρχισε τὸ 1953 καὶ περατώθηκε τὸ μεσημερι τῆς 25ης Μαΐου τοῦ σωτηρίου ἔτους 2018. Μακρὰ πορεία στηριγμένη σὲ τρεῖς βακτηρίες/ἄξονες: Στὸ Φανάρι, τὴ Ρωμηοσύνη καὶ τὴν Πόλη. Κι ὕστερα, ὅταν στὸ ἱερὸ Κοιμητήριο τῆς Θείας τοῦ Κυρίου Μεταμορφώσεως στὸ Σισλῆ «κατετέθη ἐν τάφῳ» τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ ἀειμνήστου Ἀρχιερέως στὸ νοῦ μας φτερούγισε ἡ ἀείφωτη φράση του: «Γλυκὸ κατευόδιο, ποὺ μᾶς στέλνει στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ». Ἐκεῖ ποὺ εὐχόμαστε νὰ μεταβεῖ καὶ νὰ συνεχίσει νὰ εὔχεται καὶ νὰ εὐλογεῖ.

π. κ. ν. κ. Παρασκευὴ, 25 Μαΐου 2018
-----------------------------------------------


1. Τὰ παραθέματα εἶναι ἀπὸ τὸ βιβλίο του, «Ἐκ Φαναρίου... Α΄», Ἀθῆναι 1968

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

ΗΘΗ ΚΙ ΕΘΙΜΑ ΓΑΜΟΥ ΣΤΑ ΕΠΤΑΝΗΣΑ

Διάλεξη της ΔΙΟΝΥΣΙΑΣ ΜΟΥΣΟΥΡΑ 
Μελβούρνη, 20 Μαΐου 2018


Αξιότιμε κ. Μιχαλόπουλε, Γενικέ Πρόξενε της Ελλάδας στην Μελβούρνη,
 κ. Ζούγρα, Πρόεδρε της Ομοσπονδίας Επτανήσων, 
κύριοι Πρόεδροι, ΔΣ  και μέλη των Επτανήσιων Οργανισμών, 
Κυρίες και Κύριοι.

Για την σημερινή Επέτειο, είχαμε ήδη την ευκαιρία να ακούσουμε.
Γιορτάζουμε, την επίσημη ένταξη των Επτανήσων στην Ελλάδα στις 21 Μαΐου του 1864, όπου στο Κάστρο της Κέρκυρας υψώνεται η Ελληνική Σημαία!
Το θέμα για το οποίο θα μιλήσουμε σήμερα,  Ήθη κι Έθιμα Γάμου στα Επτάνησα, μεγάλο θέμα, που είναι δύσκολο να καλυφτεί πλήρως, στα στενά χρονικά περιθώρια, μιας τέτοιας ομιλίας! Έτσι λοιπόν, θα γίνει μια  αναφορά στα «κοινά» έθιμα για το γάμο σε όλα τα Επτάνησα και θα ακολουθήσει μικρή αναφορά για κάθε νησί χωριστά.
Με τον όρο ήθη κι έθιμα, στην ουσία ανοίγουμε το κουτί της Πανδώρας! Ο όρος φοβερά ευρύς και τα ήθη, έθιμα ή αλλιώς συνήθειες για να το πούμε πιο απλά, διαφέρουν από νησί σε νησί, από πόλεις σε χωριά, από χωριό σε χωριό και τολμώ να πω, ότι ακόμα και μέσα στο ίδιο χωριό άλλες συνήθειες είχαν οι Πανωμερίτες κι άλλες οι Κατωμερίτες, αφού παλιά, υπήρχαν και αυτοί οι διαχωρισμοί, με δυο εκκλησίες στο ίδιο χωριό κι ανάλογα με τον αριθμό των κατοίκων και δύο Σχολεία!

Κοινό σημείο όλων των Νησιών, το Προξενιό! Γάμοι από «αγάπη» σχεδόν ανύπαρκτοι. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η οικογένεια του γαμπρού επέλεγε την οικογένεια με την οποία ήθελε να συμπεθερέψει κι έστελνε προξενιό.

Προξενητής ήταν συνήθως, συγγενής της οικογένειας ή στενός φίλος, αλλά πάντα άτομο σεβαστό και με καλό όνομα, ώστε να είναι αποδεκτό. Πολλές φορές ήταν δύο ή και τρεις οι προξενητάδες. Στα περισσότερα νησιά, ο προξενητής/προξενήτρα, έπρεπε να φορέσει μια κάλτσα ανάποδα ή το δαχτυλίδι στο αριστερό χέρι αν το φορούσε στο δεξί, να μπει μέσα με το δεξί πόδι και φεύγοντας να βγει από την πόρτα που μπήκε ώστε να «στρέξει» δηλαδή να πετύχει το προξενιό.

Αν οι γονείς της υποψήφιας, ενέκριναν και την οικογένεια και τον γαμπρό, δέχονταν κατ’ ευθείαν, αν όχι, ζητούσαν…κάποιο χρόνο για να το σκεφτούν, αυτό συνήθως σήμαινε άρνηση. Εκτός κι αν δεν ήταν από το ίδιο ή κοντινό χωριό κι αγνοούσαν την οικογένεια του, οπότε ο χρόνος που ζητούσαν, δικαιολογημένος, ώστε να πάρουν πληροφορίες για την οικογένεια και για τον γαμπρό.

Σε πολύ λίγες περιπτώσεις ζητούσαν τη γνώμη της κοπέλας, η οποία δεν τολμούσε να αρνηθεί έτσι κι αλλιώς. Αν η απάντηση ήταν θετική, τότε κανόνιζαν μέσω του προξενητή να επισκεφτούν οι γονείς του γαμπρού επίσημα τους γονείς της νύφης, να την ζητήσουν και να «κλείσουν» ή να «δέσουν» το γάμο ή να «δώσουν» λόγο! Με το λόγο, συζητούσαν και το θέμα της προίκας,  όπου γινόταν οι διαπραγματεύσεις, τι ζητάει ο πεθερός για το γιο του τι προσφέρει ο πατέρας της νύφης. Υπήρχαν και περιπτώσεις, όμως, που ενώ όλα πήγαιναν καλά, δεν τα βρίσκαν στην προίκα κι ο γάμος πήγαινε αμόντε! Οι διαπραγματεύσεις γίνονταν, όχι μόνο στην συνολική αξία της προίκας, αλλά και στο είδος, π.χ. ρευστό χρήμα, σπίτι, κτηματική περιουσία;

Αφού συμφωνούσαν για την προίκα τελικά, ετοίμαζαν το «σκαρτσοφόλι» ή «ομόλογο» ή «προικοσύμφωνο», όπου κατέγραφαν λεπτομερώς όχι μόνο την προίκα αλλά και τα προικιά που θα έπαιρνε η νύφη, μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια!

Το σκαρτσοφόλι, άρχιζε πάντα *** Εις το όνομα του Πατρός του Υιού και του Α. Πνεύματος, του Α. Μεγαλομάρτυρος Προκοπίου και όλων των Αγίων. Μέσα εκεί έγραφαν λεπτομερώς  την προίκα, αλλά και τα ρούχα της νύφης, μέχρι και εσώρουχα, όπως, ντουμάνες, βυζοθήκες, κότολα κ.λπ. σερβίτσια, κατσαρόλες τηγάνι ασπρόρουχα κουβέρτες ακόμα και τρόφιμα, τόσες οκάδες φασόλια, φακές κλπ.  Το ευτυχές γεγονός, γινόταν γνωστό στο χωριό με τις καμπάνες να χτυπούν χαρμόσυνα και με σμπάρα από τον πατέρα της νύφης! Αυτό ήταν «τα ακούσματα».

Ακολουθούσαν τα «μπασίματα», όπου πήγαινε κι ο γαμπρός  με την οικογένεια του με γλυκά και κουφέτα, να γνωριστούν οι συμπέθεροι αλλά και το ζευγάρι αφού ήταν πια λογοδοσμένοι και της φορούσε δαχτυλίδι! Από κει και μετά, άνοιγε το σπίτι της νύφης και δέχονταν επισκέψεις για τα συχαριάσματα όπου χωριανοί γνωστοί και φίλοι περνούσαν να ευχηθούν τα καλορίζικα και Καλά Στέφανα και τους κέρναγε η νύφη, κουφέτα και λικέρ.

Ακολουθούσαν οι αρραβώνες, όπου ο παπάς ευλογούσε τις βέρες. Τα πεθερικά και στενοί συγγενείς πρόσφεραν, συνήθως, «χρυσάφι» δηλαδή χρυσό κόσμημα στη νύφη κι οι γονείς της νύφης, ανταπέδιδαν, προσφέροντας κάποιο κόσμημα στο γαμπρό. Η νύφη πρόσφερε δώρα σε όλο το συμπεθεριό, πουκάμισο στον πεθερό και στον/τους κουνιάδους φουστάνι στην πεθερά και στις κουνιάδες και από ένα ζευγάρι κάλτσες στους άνδρες, θείους κλπ. και κομπινεζόν στις γυναίκες. Ακολουθούσε μεγάλο γλέντι και οριζόταν η ημερομηνία του γάμου. Μετά τους αρραβώνες, το γαμπρόνυφο επιτρεπόταν να κυκλοφορήσει έξω, αλλά ποτέ μόνο του! Έπρεπε να υπάρχει πάντα συνοδός, αδελφός, πατέρας ή η μητέρα.

Οι αρραβώνες όπως κι ο γάμος γινόταν πάντα στο σπίτι της νύφης και το στεφάνωμα μετά την εκκλησία. Από τη Δευτέρα, η νύφη με τη Μάνα, αδελφές, ξαδέλφες, θείες και φίλες, έπλεναν και σιδέρωναν τα προικιά, ώστε την Πέμπτη με γέλια και τραγούδια να τα «κρεμάσουν», δηλαδή να τα απλώσουν στη σάλα όπου την Παρασκευή θα πήγαινε με όργανα και δώρα ο γαμπρός και το συμπεθεριό να τα πάρουν.

Ακολουθούσε γλέντι με όργανα τραγούδια χορούς και «σμπαρίες» όταν ξεκινούσαν όλοι για το σπίτι του γαμπρού με τα προικιά απλωμένα στα γαϊδούρια/μουλάρια, όπου θα έστρωναν και το νυφικό κρεβάτι! 

Κοινό επίσης έθιμο την ώρα που διαβάζουν τον Απόστολο, στο: Η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα, να πατάει η νύφη τον γαμπρό ή ο γαμπρός την νύφη, υποτίθεται πως όποιος προλάβει και πατήσει θα έχει το πάνω χέρι στον έγγαμο βίο!  Γέλια από τους καλεσμένους που στην προσπάθεια τους να προλάβουν να πατήσουν πρώτες ή πρώτοι, πατούν άτσαλα κι αν έχει και κάλο ο άλλος …με το ζόρι συγκρατιούνται για να μην φωνάξουν. 

Λίγο-πολύ αυτά είναι κοινά έθιμα σε όλα τα Επτάνησα με μικροδιαφορές. Όπως, π.χ. στη Λευκάδα, μια βδομάδα πριν το γάμο, γέμιζαν το στρώμα της νύφης, όπου μικρά αγόρια, έριχναν πρώτα λίγα μαλλιά και μετά ολοκλήρωναν το γέμισμα. Η Μητέρα της νύφης άρχιζε να το ράβει και συνέχιζαν οι φίλες της νύφης.

Επίσης, την Παρασκευή, τρία αγόρια, με τους γονείς εν ζωή, κοσκίνιζαν το αλεύρι για το προζύμι. Το κάθε αγόρι κοσκίνιζε από μια φορά και το τρίτο παρέδιδε το κόσκινο σε κοπέλα, κοντινή συγγενή του γαμπρού. Και το κρεββάτι, το έστρωνε αγόρι που έπρεπε να έχει εν ζωή πατέρα και μάνα. Τα δώρα «κανίσκια» των καλεσμένων, κοφίνια γεμάτα ψωμί πάντα σε ζυγό αριθμό, αλλιώς θα έφερνε κακοτυχία στο ζευγάρι.

Τα προικιά τα μετέφεραν γυναίκες μόνο, στο σπίτι του γαμπρού και ΔΕΝ έπρεπε να γυρίσουν να κοιτάξουν πίσω τους σε όλη τη διαδρομή  γιατί θα πέθαινε η νύφη και τα προικιά θα επέστρεφαν στο πατρικό της! 

Στα άλλα νησιά, το κρεβάτι το έστρωναν ανύπαντρες κοπέλες που είχαν και τους δυο γονείς τους εν ζωή! Έριχναν επάνω ένα μικρό αγόρι για να είναι αρσενικό το πρώτο παιδί του ζευγαριού. Και το αγόρι έπρεπε να μην είναι ορφανό από Μάνα ή Πατέρα. Οι παρευρισκόμενοι έριχναν, λουλούδια, ζαχαρόκουκα ρύζι, για να ριζώσει το ζευγάρι, και λεφτά. Το γλέντι κρατούσε μέχρι αργά. Το Σάββατο και τα δυο σπίτια ζύμωναν τις κουλούρες του γάμου κι έκαναν τις τελευταίες ετοιμασίες για το στεφάνωμα και το τραπέζι που θα ακολουθούσε  και το γλέντι στο οποίο συμμετείχε συνήθως αν όχι όλο το χωριό, όλοι οι συγγενείς, γείτονες, κουμπάροι και φίλοι. Ετοιμασίες όμως και στου γαμπρού το σπίτι που θα υποδεχόταν η πεθερά τη νύφη. Η πεθερά δεν πήγαινε στο στεφάνωμα, αλλά υποδεχόταν τη νύφη στο σκαλοπάτι και την τάιζε μέλι για να είναι μελένια η ζωή της.

Στην Κέρκυρα, την ημέρα των αρραβώνων προπορευόταν του συμπεθεριού μια κοπέλα συγγενής του γαμπρού μ΄ ένα καλάθι στο κεφάλι που το έλεγαν «Ινπένιο» και περιείχε τα δαχτυλίδια των αρραβώνων κι άλλα δώρα από το σόι του γαμπρού. Το Ινπένιο, ήταν σκεπασμένο με ένα κόκκινο μαντίλι με κίτρινα παγωνόφτερα και το αποκαλούσαν «Τσουτσουμίδα». Ο γαμπρός έβαζε την Τσουτσουμίδα στο κεφάλι της νύφης και αυτή το φορούσε μέχρι να γίνει ο γάμος!

Για τα νησάκια Παξοί κι Αντίπαξοι, που βρίσκονται 7 ναυτικά μίλια νότια της Κέρκυρας και διοικητικά ανήκουν στο Νομό Κέρκυρας, παρά τις έρευνές μου, δεν κατόρθωσα να βρω κάτι συγκεκριμένο, οπότε, μάλλον θα δεχτούμε πως επικρατούσαν τα έθιμα της Κέρκυρας.

Στην Ιθάκη, οι προετοιμασίες ξεκινούσαν με την πάστρα και το στόλισμα του σπιτιού. Ακόμα και σε εποχή πολέμου ή άλλων δεινών, ο Γάμος ήταν πάντα μια χαρμόσυνη γιορτή που συμμετείχαν όλοι και βοηθούσαν όλοι! Τα στρώματα τα γέμιζαν ανύπαντρες κοπέλες με τους δυο γονείς εν ζωή.

Σε αντίθεση με τα άλλα Νησιά που το κρεββάτι το στρώνανε την Παρασκευή, στην Ιθάκη το έστρωναν την Πέμπτη. Οι καλεσμένοι, ασημώνανε, ρίχνανε κουφέτα και ξάπλωναν ένα αγοράκι για να γεννηθεί αγόρι το πρώτο παιδί! Ντύνοντας την νύφη, τα κορίτσια τραγουδούσαν διάφορα τραγούδια, ένα από αυτά:
« Όσες κλωστές νυφούλα μου έχει το φόρεμα σου
Τόσοι νάναι οι χρόνοι σου και τόσα τα καλά σου».

Την τρίτη μέρα του γάμου γινόταν τα «πιστρόφια», δηλαδή η πρώτη επίσκεψη του ζευγαριού στο σπίτι της νύφης όπου ο πατέρας της και η μάνα της, τους έδιναν το «Ζευγάνιθο», δηλαδή έναν κόκορα και μία πουλακίδα. Κι εδώ διαπιστώνουμε διαφορές από τα περισσότερα νησιά όπου τα «πιστρόφια» γίνονται συνήθως την επόμενη Κυριακή του γάμου.

Άλλο ένα έθιμο, αυτό της «κουτάλας». Αν η νύφη είχε μικρότερη αδελφή, την ώρα του Ησαΐα, κρεμούσαν μια κουτάλα. Αυτό σήμαινε, ότι παντρεύτηκε η αδελφή σου που ήταν πρώτη, τώρα πήρες εσύ την Κουτάλα, άρα, ήρθε κι η σειρά σου! 

Στην Κεφαλονιά, βάζουν ζαχαρόκουκα μέσα στα στρώματα στέλνοντας τα στο σπίτι του γαμπρού μαζί με τα άλλα προικιά και προορίζονται για τα κορίτσια που θα στρώσουν το κρεββάτι! Κι εδώ ρίχνουν σερνικό παιδί στο κρεββάτι ώστε το πρώτο παιδί του ζεύγους να είναι αγόρι! Για τον ίδιο λόγο, όσο κρατάει το στεφάνωμα, ο γαμπρός έχει μια σύνοψη στην τσέπη του κι η νύφη ένα αρσενικό κλειδί!

Στην διαδρομή, μετά από το γάμο,  από το σπίτι της νύφης μέχρι το σπίτι του γαμπρού, αν είναι σχετικά κοντά και πάνε πεζή, η νύφη κρατάει ένα πολύ μεγάλο μαντίλι όπου έχει μέσα ζαχαρόκουκα και τα πετάει δεξιά και αριστερά που συνήθως μαζεύονται χωριανοί για να την ξεπροβοδίσουν και της πετάνε λουλούδια!

Ο λαός θέλει τον παπά να ευλογεί πρώτα τα γένια του, εγώ όμως τα δικά μου τα άφησα τελευταία! Έτσι λοιπόν, λίγα για την Ζάκυνθο τώρα!
Η Μητέρα κι η Γιαγιά του κοριτσιού γνοιάζονταν από πολύ νωρίς για τα προικιά της, έτσι όταν ερχόταν η ώρα, ήταν έτοιμα.

Την Τρίτη πριν το γάμο «ξένανε» τα μαλλιά. Την Τετάρτη, γέμιζαν στρώματα και μαξιλάρια, από μαλλιά προβάτων. Την Πέμπτη το μεσημέρι κρεμούσαν τα προικιά τα κορίτσια του χωριού με τραγούδια και χορούς. Την Παρασκευή το απόγευμα πήγαινε ο γαμπρός με το συμπεθεριό να πάρουν τα προικιά, ο «νοδάρος», δηλαδή ο Συμβολαιογράφος ή ο προξενητής, διάβαζε το σκαρτσοφόλι κι ο γαμπρός έλεγχε τα απλωμένα προικιά. Έτσι απλωμένα τα κρεμούσαν στα γαϊδούρια ή σε άλογο που επάνω έμπαινε πρώτα το στρώμα του κρεβατιού. Η νύφη, έπρεπε πρώτα να γυρίσει γύρω από το άλογο τρεις φορές δεξιά και τρεις αριστερά. Αυτό το έθιμο λεγόταν: «στρούνισμα». Η νύφη με το άλογο πεζή έκανε τρεις γύρους στο σπίτι της και μετά ξεκινούσαν, αλλά δεν έπρεπε στην διαδρομή να γυρίσει και να κοιτάξει πίσω.

Ανάμεσα στα τυλιγμένα στρώματα έβαζε η νύφη χρήματα και όποιος τα μετέφερε, τα έπαιρνε. Κι εδώ, το κρεβάτι με τραγούδια και με γέλια το στρώνουν κορίτσια ανύπαντρα και κυλάνε σερνικό παιδί που έχει και τους δυο γονείς.

Την Κυριακή πάει η νύφη κι ο γαμπρός και οι συμπέθεροι στην εκκλησία κι όταν τελειώσει η λειτουργία πηγαίνουν στο σπίτι της νύφης που γίνεται το στεφάνωμα, όπου τους υποδέχονται με τα καθιερωμένα σμπάρα.

Μετά το στεφάνωμα και πριν καθίσουν στο τραπέζι για φαγητό, πρόσφεραν στους καλεσμένους παντόλες, δηλαδή παντεσπάνι και σουμάδες ή Ορντζάδες, ένα πολύ ωραίο μη αλκοολικό ποτό σε μεγάλο ποτήρι, φτιαγμένο από πικραμύγδαλο. Η καλύτερη ευχή σε ανύπαντρο κορίτσι: Και Ορντζάδες από το γάμο σου

Όσο κρατάει το στεφάνωμα, μπήχνουν μαυρομάνικο μαχαίρι στη μέση του έξω ανωφλιού της εισόδου. Ξεκλειδώνουν συρτάρια, ντουλάπια, ντουλάπες, πόρτες. Στενοί φύλακες και στης νύφης αλλά και στου γαμπρού το σπίτι ώστε να μην μείνει τίποτα κλειδωμένο την ώρα του μυστηρίου, συγγένισσες που τους έχουν τυφλή εμπιστοσύνη.  Όλα αυτά, προφυλακτικά μέτρα για το «αμπόδεμα».  Επειδή πίστευαν πως αν κάποιος/α από κακία και φθόνο κλείδωνε κάτι, «κλείδωνε» τον γαμπρό και δεν θα μπορούσε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων την πρώτη νύχτα του γάμου, αλλά ούτε και μετέπειτα, αν δεν βρισκόταν το κατάλληλο άτομο, να λύσει τα μάγια!

Επίσης, όσο κρατάει το μυστήριο, δεν επιτρέπεται να μπει ούτε να βγει κανείς από το σπίτι. Τελειώνοντας το μυστήριο, πέφτουν ντουφεκιές κι ο «συχαριάρης» τρέχει με τ΄ άλογο να αναγγείλει στην μάνα του γαμπρού πως τελείωσε το στεφάνωμα κι εκείνη για τα «συχαρίκια» του δίνει κουλούρα!! 

Φυσικά, σε όλα τα Νησιά, η νύφη έπρεπε να είναι παρθένα! Αλλιώς την έβαζαν ανάποδα σ΄ ένα γαϊδούρι και την έστελναν πίσω στον πατέρα της διαπομπεύοντας την. Την Δευτέρα ο γαμπρός έστελνε ένα «μποκέ» με φιόρα στην πεθερά του, γιατί η νύφη ήταν…καλή!

Τελειώνοντας, θα προσθέσω, πως στα προικιά, υπήρχε απαραίτητα και το «κατρουγιάλι», δηλαδή το…δοχείο της νυκτός, συνήθως πήλινο! Οι πολύφερνες νύφες και τ' αρχοντολόγια, έπαιρναν «φαρφουρένιο» κατρουγιάλι, δηλαδή από πορσελάνη!

Επίσης στην Ζάκυνθο αλλά και στην Κεφαλλονιά, φυσικά μόνο οι πλούσιες νύφες, έπαιρναν και… Κλανιέρα ή Κλανιώλα! Ελπίζω να καταλαβαίνετε όλοι τι ήταν αυτό!!!

Φυσικά τα ήθη κι έθιμα πάρα πολλά, αλλά ας περιοριστούμε σε αυτά, γιατί ο χρόνος δεν επιτρέπει να επεκταθώ περισσότερο.

Και κάτι που μου ανέφερε, προχθές, η Μαρία Σιδηροκαστρίτη-Κοντονή, από την Ζάκυνθο. Η θεία μου η Κεβή, δέχτηκε δύο προξενιά ταυτόχρονα. Ένα από τη χώρα ένα από το χωριό. Και πήγε ο πατέρας της και της λέει: έχεις δύο προξενιά, στο ένα θα βάζεις λάδι από την πύλα και στο άλλο από τη μπότσα, ποιο να δεχτώ; Αυτόν που έχει την πύλα, απάντησε η Κεβή κι έτσι παντρεύτηκε στο χωριό τον αδελφό της Μάνας μου!

Σας ευχαριστώ που με ακούσατε και να έχετε μια όμορφη Μέρα!

Τρίτη, 22 Μαΐου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Ο ΠΡΩΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΣΤΕΡΝΟΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΣ

Ἄτεχνο καὶ ταπεινὸ ἐπιτάφιο ἐγκώμιο στὴ σεπτὴ Μνήμη τοῦ Μητροπολίτου Πέργης κυροῦ Εὐαγγέλου Γαλάνη, τοῦ ποιητοῦ τῆς Κωνσταντίνου Πόλεως (22 Μαΐου 2018) 

Ἀντιγράφω: «Ἀπὸ τὸ κελλί μου, στὴν Αὐλὴ τοῦ Κυρίου, συνωμίλησα μὲ χίλια πράγματα τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὅλ᾿ αὐτὰ ἀπετέλεσαν τὸ πανόραμα τῆς ψυχῆς μου, τὴ μυστικὴ θεωρία της. Αὐτὲς οἱ δύο ἐκφράσεις, εἶναι ἡ ἀτμόσφαιρα καὶ ὁ χῶρος ποὺ πλανήθηκα. Τὰ θέματά μου εἶναι. Τὰ βλέπω σὰν μιὰ λιτανεία λευκοφορεμένων Λειτουργῶν, ποὺ πηγαινοέρχονται, αἰῶνες ὁλόκληρους, μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς. 

Στὴν εὐτυχῆ αὐτὴ ἐγρήγορσι τοῦ εἶναι μου, ἔσπρωξα τὴν καρδία μου στὸ Χριστό, νὰ γευθῆ πληρέστερα τὴν παρουσία Του. Ἄνοιξα τὸ παράθυρό μου στὴ φύσι καὶ στὸν κόσμο, νὰ χτυπηθοῦν μὲ τὴ φαντασία μου. Περπάτησα στοχαστικὰ μὲ τὸν Πατριάρχη, μίλησα μὲ τοὺς ἀδελφούς μου, ἀκροάσθηκα τὴ Ρωμηοσύνη. Προσκύνησα τοὺς τόπους, ποὺ κρύβουν τὸ θησαυρὸ τοῦ περάσματος τῶν αἰώνων. Εἶδα τὴν Πόλι νὰ μιλάη συνεχῶς, μέσα ἀπὸ τὴν ἱστορία καὶ τὸ μυστήριό της. 

Πάνω σ᾿ αὐτὸ τὸ ἱερὸ σχῆμα, ποὺ ἔπλεξε ἡ σκέψι μου, ηὗρα τὸν πολύμορφο συνομιλητή μου. Τὸν παραδίδω σὲ Σένα». [Μ. Ἀρχιδιακόνου (μετέπειτα Μητροπολίτου Πέργης) Εὐαγγέλου Γαλάνη, «Ἐκ Φαναρίου... Α΄» Ἀθῆναι 1968, σελ. 9 (σ.σ. Διατηρήθηκε ἡ ὀρθογραφία τοῦ βιβλίου]. 

Τώρα ποὺ παρέδωσε κι ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του στὸν Κύριο, ποὺ ἐντίμως, εὐμόλπως καὶ θεοσεβῶς διακόνησε, τώρα πιὰ τὸ νοιώθουμε! Ναί! μὲ τὴν Κοίμηση τοῦ «λογίου, μεμουσωμένου, ἀριστοκράτου τοῦ πνεύματος καὶ εὐπατρίδου» (Οἰκουμενικός. Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος) Ἱεράρχου, τοῦ, ἀπὸ Μεγάλων Ἀρχιδιακόνων, Μητροπολίτου Πέργης τῆς Παμφυλίας κυροῦ Εὐαγγέλου, τὸ Φανάρι, ἡ Ρωμηοσύνη, ἡ Ὀρθοδοξία ὁλόκληρη, ἀλλὰ καὶ ἡ λογιοσύνη, φτωχαίνουν... Γιατὶ ὁ φιλόμουσος καὶ εὐαίσθητος αὐτὸς Ἱεράρχης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου γνώριζε πολὺ καλὰ μὲ τὸν ποιητικώτατο καὶ φωτεινό Του λόγο νὰ «μετατρέπη τὴν καθημερινὴν εἰς Κυριακήν» (Μητροπολίτης Αὐστραλίας κ. Στυλιανός). 

Μὲ τρυφερότητα, ἱεροπρέπεια καὶ εὐγένεια στάθηκε μέσα στὴν Πατριαρχικὴ Αὐλή, τὴν ὁποία καὶ ὑπηρέτησε ἀπὸ ὅλες τὶς ἐπιτελικὲς θέσεις. Γι᾿ αὐτό, ὅταν ὁ Πατριάρχης μας ἀποφαίνεται ὅτι ὁ Πέργης ἦταν «πάντοτε σώφρων, συνετός, τίμιος, συνεπής καὶ συνεργάσιμος», τὴν ἀλήθεια λέγει. Διότι ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης Πέργης γνώριζε πολὺ καλὰ ὅτι διακονῶντας τὴν Πατριαρχικὴ Αὐλή διακονεῖ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὴ Ρωμηοσύνη. Αὐτὲς τὶς πηγές, δηλαδή, ποὺ τοῦ ἐνέπνεαν τόσα καὶ τόσα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρέδωσε στὴ συνέχεια σὲ μιὰ γλώσσα ὑπέροχη, θεοφώτιστη, λαμπερή καὶ μουσικότροπη. Εὔστοχα ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἀπεφάνθη καὶ πάλι ὅτι: «Τὸ Φανάρι καὶ ἡ Πόλις εἶναι διὰ τὸν ποιητὴν Εὐάγγελον Γαλάνην ὅ, τι διὰ τὸν Παπαδιαμάντην ἡ Σκίαθος, διὰ τὸν Κόντογλου τὸ Ἀϊβαλί...». 

Στὴν ἀρχὴ τοῦ κειμένου αὐτοῦ παρουσιάστηκε ὁ Πρόλογος τοῦ τότε Ἀρχιδιακόνου Εὐαγγέλου Γαλάνη, ποὺ κοσμεῖ τὸ πρῶτο του βιβλίο «Ἐκ Φαναρίου... Α΄». Βιβλίο ποὺ ἐξεδόθη πρὶν ἀπὸ πενήντα ἀκριβῶς χρόνια... Βιβλίο σταθμός γιὰ τὴ Φαναριώτικη Λογιοσύνη, γιὰ τὴ Γερόντισσα τὴ Ρωμηοσύνη (Πατριάρχης Ἀθηναγόρας), γιὰ τὴ Μεγάλη Ἐκκλησία, γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία.

Διαβάζοντάς το κάποιος σήμερα, νομίζει ὅτι μόλις γράφτηκε. Τὸ νοιώθει σὰν μιά διαχρονικὴ ἐξομολόγηση τοῦ συντάκτη του, σὰ νὰ δίνει τὸ στίγμα του στὴ θάλασσα τοῦ λόγου ποὺ διαπλέει, ὥστε νὰ γνωρίζουμε κατὰ ποῦ μᾶς ταξιδεύει. Κι ὁ σιωπηλός σήμερα Ἱεράρχης ἤξερε πολὺ καλὰ νὰ κουμαντάρει τὰ πράγματα. Ὅπως ἤξερε γιατὶ γράφει, πότε τὸ γράφει καὶ πῶς τὸ στολίζει μὲ λέξεις ἀθάνατες, τὸ γραφτό του. Γιατὶ, ὅπως ὁ ἴδιος τὸ ὁμολογεῖ, «πάνω σ᾿ αὐτὸ τὸ ἱερὸ σχῆμα, ποὺ ἔπλεξε ἡ σκέψι μου, ηὗρα τὸν πολύμορφο συνομιλητή μου. Τὸν παραδίδω σὲ Σένα». 

Κι ἦρθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὥστε νὰ παραδώσει σὲ Ἐκεῖνον καὶ στὴν Ἐκκλησία Του, ποὺ Τοὺς ἀφιερώθηκε «ἐκ νεότητός του» καὶ τὴν ὡραία, τρυφερή καὶ λαμπρυσμένη ἀπὸ τὸ «Φῶς Φαναρίου» ψυχή του. 

Αὐτήν, λοιπόν, τὴν ψυχὴν, τοῦ μεταστάντος Ἀρχιερέως Εὐαγγέλου «μετὰ τῶν Ἁγίων ἀνάπαυσον, Χριστέ» καὶ τάξον αὐτήν σιμὰ στοὺς γονεῖς, στοὺς προκατόχους, στοὺς συλλειτουργούς, στοὺς προσφιλεῖς του κεκοιμημένους, ἐν οἷς καὶ ὁ ἀοίδιμος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἀθηναγόρας. Ὁ Πατριάρχης, ὁ προσκαλέσας αὐτὸν στὸν πρῶτο βαθμὸ τῆς Ἱερωσύνης μέ τοὺς λόγους «Διάκονε, πρόσελθε» καὶ τώρα τὸν ὑποδέχεται καὶ πάλι. Αὐτὴ τὴ φορὰ «ἐν κόλποις Ἀβραάμ» καὶ σιμὰ στὸ Θρόνο τοῦ Ἐσφαγμένου Ἀρνίου. 

Καθὼς ἑτοιμάζεται ἡ πατρώα γῆ νὰ δεχθεῖ τὸ τίμιο σκήνωμά του, μὲ υἱικὸ σεβασμὸ προσκυνῶ τὴν Ἀρχιερωσύνη του καὶ τὸν εὐγνωμονῶ γιὰ τὰ πρόσφορα τῆς Πατρικῆς του Ἀγάπης, ποὺ τὰ κρατῶ ὡς πολύτιμο θησαυρό, γιατὶ ἔτσι εἶναι... 

Σκόπελος, 22 Μαΐου 2018 
Πρωτοπρεσβ. Κωνσταντῖνος Καλλιανός 
Ἐφημέριος Ἱ. Ναοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος Σκοπέλου τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Χαλκίδος, Ἱστιαίας καί Βορείων Σποράδων

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

Γιώργου Λέκκα: ΚΥΡΗΝΑΙΟΣ (νέο ποίημα)


Στον Άγιο Αχαΐας
Κύριο Αθανάσιο

Φορτώσαμε τόσο πολύ τη ζωή μας
που τώρα ένας-ένας λυγίζουμε.
Κι ενώ θέλαμε να παίξουμε απλώς το παιχνίδι
που φάνταζε τότε στα μάτια μας η ζωή των μεγάλων
νικηθήκαμε ακριβώς όπως κ’ εκείνοι
όταν είδαμε στο παιχνίδι αυτό τη ζωή μας.
Κάποιοι τρέχουνε τώρα
και ξεφορτώνουν όπως-όπως τις πέτρες
με κίνδυνο να γκρεμισθεί μονομιάς όλο το σπίτι
ενώ παραγκωνισμένος και δακρυσμένος Κυρηναίος
μας κοιτάζει όλους ο Ναζωραίος.
15.5.2018

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Ζει, εργάζεται και διακονεί ιερατικά στις Βρυξέλλες.]

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

«Τρίτη και 3 στο Τρίτο»

Νέα συνεργασία της Δρ ΑΝΘΟΥΛΑΣ ΔΑΝΙΗΛ





Σάββατο, 5 Μαΐου 2018

Γιώργου Λέκκα: ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΙΣ (νέο ποίημα)



Αποχωρίστηκαν με τόσο πάθος
σα να μην πρόκειται να ξανασυναντηθούνε ποτέ.
Αυτός πάσχιζε να κρατηθεί
απ’ όλο της το κορμί
λίγες στιγμές περισσότερο
Eκείνη βούρκωνε
που η ολοκληρωτική της παράδοση
αδυνατούσε να εξουδετερώσει
το αναπότρεπτο του αποχωρισμού τους
Κι εγώ έμεινα ν’ αναρωτιέμαι
τί να ’ναι στ’ αλήθεια χειρότερο·
ν’ αναβάλεις να ζήσεις κάθε στιγμή
επειδή πιστεύεις πως είσαι αθάνατος
ή να ζεις με πάθος την κάθε στιγμή
επειδή πιστεύεις πως σε λίγο θα πεθάνεις για πάντα;
Θα πέθαινα για να μην κλαίτε γυναίκες.

[Κυριακή των Μυροφόρων 2018]

Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Ζει, εργάζεται και διακονεί ιερατικά στις Βρυξέλλες.

Σάββατο, 28 Απριλίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΑΠΕΙΝΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΡΙΓΚΗΠΟΝΝΗΣΩΝ κ. ΔΗΜΗΤΡΙΟ

«Σύ, Χριστέ, τοῦτον... ποίησον μιμητὴν σοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Ποιμένος...» δεόμεθα

(Ταπεινὸν υἱϊκὸν ἐγκώμιον διὰ τὸν νέον Ποιμενάρχην τῆς θεοσώστου Μητροπόλεως Πριγκηποννήσων, τὸν ἀπὸ Σεβαστείας Γέροντα Μητροπολίτην κ. Δημήτριον)


Σὲ ὧρες ἑόρτιες, χαρμόσυνες, Ἀναστάσιμες, ὁποῦ τὸ κάλλος καὶ ἡ χαρμοσύνη τῆς Ἀνοίξεως μὲ τὴν μυροβολοῦσα φύσιν  στολίζουν εὐγενῶς καὶ φιλοτίμως τὴν ἑορτὴ τῶν ἑορτῶν καὶ τὴν πανήγυριν τῶν Πανηγύρεων, αὐτὲς τὶς πάντιμες ὧρες εἰσοδεύει στὴ νέα του Ἐπισκοπὴ καὶ Μητρόπολι, ὁ ἄρτι ἐκλεγεὶς ἀπὸ τὴν πάνσεπτον τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Θρόνου Ἁγίαν καί Ἱερὰν Σύνοδον νέος Ποιμενάρχης τῶν ἐρατεινῶν, κατὰ Βαρθολομαῖον τὸν Πατριάρχην, Πριγκηποννήσων, Γέρων Μητροπολίτης  Δημήτριος, ὁ ἀπὸ Σεβαστείας.

Μεγίστη, ὄντως, εἶναι ἡ συγκίνησις, ἀλλὰ καὶ ἡ χαρὰ τῆς ἀναδείξεως, τοῦ ὡς ἄνω ἀξίου τέκνου τῶν ἱστορικῶν Ταταούλων, ἀλλὰ καὶ τῶν μακαριστῶν θεοφιλῶν γονέων τοῦ ἐν λόγῳ νέου Ποιμενάρχου κ. Δημητρίου, Κωνσταντίνου καὶ Ζωῆς Κομματᾶ τό γένος Πέττα, ἐκ τοῦ ἱστορικοῦ Ἀστακοῦ τοῦ Μεσολογγίου, εἰς τὴν θεόσωστον αὐτὴν Ἐπαρχίαν. Μίαν Ἐπαρχίαν νησιωτικὴν μέν, ἀλλὰ ἱστορικήν. Τὴν ὁποίαν διηκόνησαν καὶ ἐκλέϊσαν εὐγενεῖς Μορφαὶ καὶ  Ἀρχοντικαὶ -μὲ τὴν γνησίαν σημασίαν τῆς λέξεως- ὡς ὁ ἀπὸ Λαοδικείας τρίτος Ποιμενάρχης καὶ Μητροπολίτης Πριγκηποννήσων κυρὸς Δωρόθεος Γεωργιάδης, αὐτὴ ἡ λεπτή, εὐαίσθητος καὶ καλλιτεχνικὴ ψυχὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. 

Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν παράδοσιν διακρατεῖ καὶ ὁ νέος Μητροπολίτης κ. Δημήτριος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐμποτισμένος μὲ τὰ ἱερὰ Πολίτικα νάματα καί διακατέχεται ἀπὸ τὸ εὐγενὲς πνεῦμα τοῦ φιλαγίου Φαναρίου καὶ διδάσκει αὐτό, τόσον μὲ τὴν ἀείφωτον διακονίαν του εἰς τὰς παντίμους Αὐλὰς τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, ὅσον καὶ μὲ τὸ ἦθος του: Ἦθος πιστοῦ τέκνου εἰς τὴν μακραίωνον Παράδοσιν τῆς Πόλεως, ἥν καὶ σκέπει ἀδιαλείπτως ἡ Παμμακάριστος Κόρη καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. 

"Κατὰ τὴν εὔσημον ταύτην καὶ ἱερὰν στιγμὴν τῆς ζωῆς μου", εἶπεν ὁ Σεβασμιώτατος κατὰ τὴν τελετὴν τοῦ Μικροῦ καὶ Μεγάλου Μηνύματος τῆς εἰς Ποιμενάρχην Πριγκηποννήσων ἀναδείξεως αὐτοῦ, "διὰ πάντα ταῦτα, τὰ δαψιλῶς νῦν ἀπὸ τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ καθαγιαζόμενα, ἐκφράζω γονυκλινῶς τὴν ἀΐδιον εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν Πανοικτίρμονα Θεόν, Τὸν οὕτω πως τὰ κατ’ ἐμὲ οἰκονομήσαντα καὶ διὰ βίου προστατεύσαντά με, τῇ πρεσβείᾳ πάντοτε τῆς Παμμακαρίστου Θεομήτορος, τῆς ἀπ’ αἰώνων προστάτιδος τῆς Ἁγίας Αὐτοῦ Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως".

Καθὼς πλησιάζουν οἱ ἡμέρες τῆς Ἐνθρονίσεως τοῦ νέου Μητροπολίτου εἰς τὰ μυροβολοῦντα Ἀνάστασιν καὶ Ἄνοιξιν πάντερπνα Πριγκηπόννησα, ὁ ὑπογράφων τὰ παρόντα ἀναπολεῖ μὲ βαθεῖαν συγκίνησιν τοὺς πρώτους βηματισμοὺς τοῦ μικροῦ Δημητρίου Κομματᾶ, ὡς παιδίου εἰς τὰς Αὐλὰς τοῦ Κυρίου, ἤτοι τὸν πανσεπτον καὶ εὐκατάνυκτον Πατριαρχικὸν Ναόν. Ἀλήθεια, ποῖαι νὰ ἦσαν οἱ πρῶτες σκέψεις Του, πῶς ἠσθάνθη μέσα στὸν πλήρη ἱερῶν καὶ παναγίων σκιῶν χῶρον τοῦ ἐν λόγῳ ναοῦ, τὸν ὁποῖον σήμερον ἱερουργεῖ ὡς Ἐπίσκοπος; Ἤ, ὅταν διὰ πρώτην φορὰν εὑρέθη εἰς τὴν χαριτόβρυτον Ἱερὰν τῆς Χάλκης Σχολήν -τὴν σιωπηλῶς ἀναμένουσα καὶ τὴν ἰδικήν Της Ἀνάστασιν- πῶς ἠσθάνθη καὶ ποῖοι νὰ ἦσαν, ἆραγε, οἱ εὐγενεῖς ὁραματισμοί του; Νὰ ἐσκέφθη, δηλαδή, ὅτι θὰ τὸν ἠξίωνεν ἡ Χάρις τῆς Θεοτόκου νὰ ποιμάνῃ καὶ ταύτην τὴν πάντερπνον καὶ  πάγκαλον νῆσον;  

Ὅταν τὸν Ἰανουάριον τοῦ σωτηρίου ἔτους 1924, ἐπὶ Πατριαρχείας τοῦ ἀπὸ Χαλκηδόνος Γρηγορίου τοῦ Ζ΄, ἐξεδόθη ὁ Πατριαρχικὸς  καὶ Συνοδικὸς Τόμος ἱδρύσεως τῆς νέας Μητροπόλεως Πριγκηποννήσων, ἐκεῖ ἀνεφέροντο καὶ τὰ ἑξῆς: «...Ἔγνωμεν διασκεψάμενοι συνοδικῶς, ἀποσπάσαι τὸ τμῆμα τοῦτο ἀπὸ τῆς Ἁγιωτάτης Μητροπόλεως Χαλκηδόνος καὶ ἀνακηρῦξαι αὐτὸ εἰς ἰδίαν αὐτοτελῆ Ἐπαρχίαν καὶ Μητρόπολιν τοῦ Πατριαρχικοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ὥσπερ καὶ αἱ λοιπαὶ τοῦ Θρόνου Ἐπαρχίαι καὶ Μητροπόλεις, καταλαμβάνουσαν δ᾿ ἐν τῷ Ἱερῷ Συνταγματίῳ τὴν δεκατην τετάρτην θέσιν τῇ τάξει τῶν σήμερον τοῦ Θρόνου Ἐπαρχιῶν. Ἐφ᾿ ᾧ καὶ  ἀποφαινόμεθα Συνοδικῶς ὅπως αἱ ἐξονομασθεῖσαι νῆσοι Πρίγκηπος, Χάλκη, Ἀντιγόνη καὶ Πρώτη ἀποτελῶσιν ἐφεξῆς ἰδίαν Ἐπαρχίαν καὶ Μητρόπολιν, ἐπωνυμουμένην "Ἱερὰ Μητρόπολις Πριγκηποννήσων", ὁ δὲ ἐν αὐτῇ ποιμαίνων Ἀρχιερεύς, μνημονεύων τοῦ Πατριαρχικοῦ ὀνόματος, ὡς τέτακται, καὶ τὴν τακτικὴν αὐτοῦ ἕδραν ἔχων ἐν τῇ μείζονι τῶν νήσων τούτων, τῇ Πριγκήπῳ, τιτλοφορῆται Ἱερώτατος Μητροπολίτης Πριγκηποννήσων, ὑπέρτιμος καὶ ἔξαρχος Προποντίδος».

Πρῶτος Ποιμενάρχης Αὐτῆς ὑπῆρξε ὁ ἀπὸ Νεοκαισαρείας Ἀγαθάγγελος. Ἐν συνεχείᾳ ἐποίμαναν Αὐτὴν ὀκτὼ, μακαριστοὶ σήμερον, Ἀρχιερεῖς, ἀποδίδοντες τὴν σκυτάλην εἰς τὸν ἔνατον διάδοχόν των, τὸν ἀπὸ Σεβαστείας Δημήτριον, πρῶτον ὅμως Ἱεράρχην ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ Ὁποίου ἀνυψώθη ἡ ἐν λόγῳ Ἐπισκοπὴ καὶ Μητρόπολις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου,  εἰς τὴν Τάξιν τῶν Γεροντικῶν Ἐπαρχιῶν. Διὸ καὶ ἀπευθυνόμενος ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος εἰς τὸν νέον Ποιμενάρχην τῆς Μητροπόλεως αὐτῆς ἐτόνισεν μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς σημαντικά: «Πορεύου, λοιπόν, Ἱερώτατε ἀδελφέ, εἰς τὴν προκειμένην διακονίαν, ἐστεφανωμένος μὲ τὴν Γεροντικὴν ἀξίαν καὶ τιμήν, πάντοτε πιστὸς εἰς τὴν ποτνίαν πάντων ἡμῶν Μητέρα ταύτην Ἐκκλησίαν καὶ εἰς τὸν ἑκάστοτε Πρῶτον Αὐτῆς διδάσκων ἔργῳ καὶ λόγοις εἰς τοὺς νεωτέρους ἐνταῦθα διακονοῦντας κληρικοὺς τὸ ἦθος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἦθος καθηγιασμένον διὰ αἰώνων, μὲ ὀπτικὴν τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου εὐρείαν, οἰκουμενικήν...». 

Δημητρίου, τοῦ Σεβασμιωτάτου καὶ Θεοπροβλήτου Μητροπολίτου τῆς Ἁγιωτάτης Μητροπόλεως Πριγκηποννήσων, πολλὰ καὶ εὔκαρπα τὰ ἔτη. Ἀμήν.

π. κ. ν. κ. Σκόπελος 

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2018

Για τα βιβλία του Φώτη Αλεξ. Κατσούδα “Ντοπιολαλιές στη Δωρίδα" και "Δημοτικά τραγούδια της Δωρίδας” Εκδ. Πληθώρα, 2014, 2016

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ


Η πατρίδα είναι η τροφός, αυτή που δίνει τη ζωή. Η ζωή δίνει την αγάπη γι’ αυτήν και η αγάπη την έμπνευση. Δεν χρειάζεται να κάνει κανείς μεγάλη έρευνα για να ανακαλύψει ότι όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί, μεταξύ αυτών λογοτέχνες, ζωγράφοι, γλύπτες, μουσικοί, Έλληνες και ξένοι, έχουν αντλήσει έμπνευση από τη χώρα που τους γέννησε. Ο Σολωμός (1798–1857) και ο Κάλβος (1792–1869) τους αγώνες της πατρίδας έψαλαν Ελευθερία και Αρετή. Ο Παλαμάς (1859–1943) επίσης, με όλο του το έργο και, ειδικά, με την ποιητική συλλογή Τα τραγούδια της πατρίδας μου. Ο τίτλος εύκολα μας οδηγεί στον σχεδόν ομώνυμο τίτλο, Η χώρα μου (η πατρίδα μου), όπου ο μεγάλος Τσέχος Μπέντριχ Σμέτανα (1824–1884) γράφει τραγούδια για την πατρίδα του, εμπνεόμενος από το φυσικό τοπίο και τη λαϊκή παράδοση (Νομίζω ότι ο τίτλος του Παλαμά, από τον Σμέτανα αντλεί). Από τη λαϊκή παράδοση της πατρίδας του αντλεί την έμπνευσή του και ο Βοημός συνθέτης Αντονίν Ντβόρζακ (1841-1904). Ο Ντβόρζακ, όταν διάβασε ελληνικά δημοτικά τραγούδια που μόλις τότε είχαν κυκλοφορήσει στην Ευρώπη, από το συλλέκτη δημοτικών τραγουδιών, τον σύγχρονό του Άρνολντ Πάσοβ (1829 -1870) συγκλονίστηκε. Από τα τραγούδια της συλλογής (1860) του Πάσοβ, ο Ντβόρζακ μελοποίησε τρία ποιήματα – «Ο Κόλιας», «Ο βοσκός και οι νεράιδες», το «Μυρολόγι της Πάργας» (έργο 50). Είναι γνωστό ότι ο κορυφαίος Γερμανός στοχαστής και συγγραφέας Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε (1749 – 1832) εκτιμούσε ιδιαίτερα το ελληνικό δημοτικό τραγούδι από το οποίο και εμπνεύστηκε. Συλλογή ελληνικών δημοτικών τραγουδιών – μεταξύ αυτών πολλά κλέφτικα- είχε κάνει και ο Κλοντ Σαρλ Φοριέλ (1772-1844), ακαδημαϊκός, φιλόλογος, ιστορικός και κριτικός, πασίγνωστος στην Ελλάδα γι’ αυτή τη συλλογή του που συνέθεσε και μετέφρασε, τo 1824-1825. Η χρονολογία μας επιτρέπει να θυμίσουμε ότι σ’ αυτά είχε συμπεριλάβει και τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν του Σολωμού. Ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος (1815-1881) έκανε το 1852 έκδοση ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, ο Νικολό Τομαζέο (1802-1874) έκανε συλλογή δημοτικών τραγουδιών διαφόρων περιοχών της Ιταλίας, Ιλλυρίας και Ελλάδας το 1841.

Την πρώτη ίσως σημαντική συλλογή δημοτικών τραγουδιών στην Ελλάδα επιχειρεί ο Νικόλαος Πολίτης (1852-1921). Επίσης, ενδιαφέρουσα είναι και η συλλογή του Ανδρέα Λασκαράτου (1811-1901), ενώ, αυτόν τον καιρό, μια πολύ φιλόδοξη ανάλογη δουλειά, την φιλοδοξότερη όλων των εποχών, έχει αναλάβει ο Παντελής Μπουκάλας.

Όμως πέρα από τα μεγάλα ονόματα των επιφανών είναι και πολλά άλλα ονόματα ευαίσθητων ανθρώπων, οποίοι, με όποια επιστημονικά εργαλεία, ίσως και καθόλου εργαλεία πέρα από την επιτόπια έρευνα, έκαναν παρόμοιες δουλειές, από φιλοτιμία, αγάπη και επιθυμία να αντιπροσφέρουν στην πατρώα γη αντίδωρο για κείνο που εισέπραξαν. Πρόσφατο παράδειγμα είναι το Σκοπέλου Λάλον Ύδωρ της Μαρίας Δελήτσικου Παπαχρίστου, μια «Απόπειρα προσέγγισης του γλωσσικού ιδιώματος της Σκοπέλου» (λεξικό, γραμματική, συντακτικό, ιστορικοινωνικά συμφραζόμενα) και του Παύλου Παπανότη τα Ηπειρώτικα Τραγούδια με Ιστορία.

Σ’ αυτή, την, κάπως, αφανή κατηγορία ανήκουν και πολλοί άλλοι ευαίσθητοι συνάδελφοι, φιλόλογοι κυρίως, οι οποίοι απαλλαγμένοι από την καθημερινή μέριμνα του σχολείου, επιδίδονται, πλέον, στο έργο της διάσωσης της γλωσσικής κληρονομιάς της πατρώας και μητρώας γης.

Ο πρόλογός μου ήταν μακρύς αλλά ήταν το κεντητό πολύτιμο χαλί που ήθελα να στρώσω για να τοποθετήσω πάνω του δύο ακόμα αγνά κεντίδια, τα δύο βιβλία του συγγραφέα, πια, Φώτη Αλεξ. Κατσούδα. Τις Ντοπιολαλιές στη Δωρίδα και τα Δημοτικά τραγούδια της Δωρίδας. Και είναι υψίστης σημασίας η καταγραφή τους, εφόσον είναι γνωστό πως μόνο ό,τι καταγράφεται σώζεται.

Ο Κατσούδας, με έναν συγκινητικό αυτοβιογραφικό Πρόλογο, αρχίζει από τα φοιτητικά του χρόνια, θυμάται πώς συγκέντρωσε υλικό για την εργασία του στο μάθημα της Λαογραφίας, στη Φιλοσοφική σχολή της Αθήνας, και πώς εκείνη η εμπειρία σημάδεψε τη μνήμη και την ψυχή του, πώς το σημάδι της το συνόδεψε μέχρι την ωριμότητα του, μέχρι που πήρε την κάλαμο στο χέρι και κατέγραψε: αφηγήσεις μεγαλύτερων ανθρώπων, των οποίων τον συγκινούσε ο λόγος, η λέξη και το ηχόχρωμά της, αλλά και ο μύθος, η περιπέτεια, η ιστορία, οι καθημερινές αγροτικές δουλειές. Η μνήμη φωτογραφική μηχανή – «οι λέξεις είναι φωτογραφίες της μνήμης»- λέει, έκανε τη δική της συλλογή και εκείνος άντλησε από εκεί· από τη μνήμη του. Η «ντοπιολαλιά» τον κίνησε και μέσα από αυτήν αναδύθηκαν τα ηρωικά πρόσωπα – ο Μακρυγιάννης, ο Διάκος, ο Σκλατσοδήμος, ο Σαφάκας, ο Τριαντάφυλλος Αποκορίτης, ο Μαστραπάς. Τα πρόσωπα και οι λέξεις τους που ζωντάνεψαν κατέληξαν σε ένα εξαιρετικό βιβλίο, λεξικό (που θα μπορούσε να είναι και λεξικό κάθε ελληνικής γης), το οποίο, πέρα από κάθε επιστημονική επίσκεψη, είναι ένα δημιούργημα καρδιάς. «Σε πείσμα των καιρών… έχουμε χρέος να σώσουμε τη ντοπιολαλιά μας» γράφει ο Κατσούδας και σωστά το γράφει, εφόσον είναι γνωστό πως μόνο ό,τι καταγράφεται σώζεται. Και αυτή η ιδέα αρκεί για καταστήσει το έργο πολύτιμο. Ευρύτερα, το βιβλίο περιποιεί τιμή στην ελληνική γλώσσα και στην καλλιτεχνική δημιουργία του τόπου.

Με το δεύτερο βιβλίο, με τον επίσης έντονα συναισθηματικό αυτοβιογραφικό του Πρόλογο, ο Κατσούδας μας ειδοποιεί πώς άρχισε τη δουλειά που, τελικά, έδωσε υλική υπόσταση στην ιδέα που τριγύριζε στο μυαλό του, σχεδόν, μισόν αιώνα. Η αφορμή ήταν και πάλι η συγκέντρωση του λαογραφικού υλικού για το μάθημα της Λαογραφίας στη Φιλοσοφική Σχολή. Η καταγραφή εκείνη τον έκανε να συνειδητοποιήσει τι πλούτο είχαν τα χέρια του αγγίξει. Αυτή τη φορά τον απασχολούν τα Δημοτικα τραγούδια της Δωρίδας, εκ των οποίων τα περισσότερα τα είχε ακούσει από τον παππού και τη γιαγιά, ολόκληρα πολύστιχα τραγούδια Ακριτικά-παραλογές και άλλα. Τα ίδια τραγούδια τα άκουσε και από άλλους, σε ελαφρές παραλλαγές και αποκλίσεις. Θησαυροφύλακας της ιστορίας και καθοδηγητής του υπήρξε ο δάσκαλος Κωνσταντίνος Μπρούμας, ο οποίος με το δικό του βιβλίο Δημοτικά τραγούδια της Ποτιδάνειας του άνοιξε το δρόμο. Άλλοι συγχωριανοί, σχεδόν όλοι αγράμματοι άνθρωποι, τραγούδησαν τραγούδια που ιστορούν άλλα το ολοκαύτωμα του Λιδωρικιού, άλλα τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη και άλλα άλλα. Ο συγγραφέας δεν ξεχνά κανένα από τα ονόματα των ανθρώπων που τον βοήθησαν και με το τραγούδι τους έφεραν στην επιφάνεια τη ζωή των προγόνων τους, τις χαρές και τις λύπες, την πίκρα και την ξενιτιά, τα βάσανα, τους ηρωικούς αγώνες, όλα εκείνα που είναι το θεμέλιο της ζωής.

Συγκεκριμένα το βιβλίο περιλαμβάνει: Ακριτικά - Παραλογές, τραγούδια Κλεφταρματολών, της ξενιτιάς, του οικογενειακού και κοινωνικού βίου, Τσοπάνικα – Βλάχικα, του γάμου, θρησκευτικά, της αγάπης, τσάμικα, συρτά, σατιρικά, μοιρολόγια, νανουρίσματα, ταχταρίσματα, λιανοτράγουδα, δίστιχα κλπ. Για κάθε κατηγορία υπάρχει ενημερωτική εισαγωγή και για κάθε ποίημα σημείωμα με χρήσιμες πραγματολογικές και ιστορικές πληροφορίες. Κι ένα δείγμα από τραγούδι «καθιστικό»:
Εγώ στον ήλιο ορκίστηκα ποτέ μην τραγουδήσω
Κι απόψε για τους φίλους μου για τους αγαπητούς μου
θα ειπώ τραγούδια θλιβερά και παραπονεμένα
να κάμω τα βουνά να κλαιν, τα δέντρα να ραΐζουν.

Γιατί όπως είναι γνωστό, και ο Άγγελος Τερζάκης το έχει υποστηρίξει, «το τραγούδι του Ρωμιού, το αυθόρμητο λαϊκό τραγούδι του γλεντιού του, είναι βαρύ από καημό και πάθος, θρηνητικό σχεδόν». Κι αυτό γιατί το τραγούδι μεταφέρει συμπυκνωμένο πόνο από τις ιστορικές και κοινωνικές περιπέτειες του λαού.

Ο Φώτης Άλεξ. Κατσούδας καταγράφεται πλέον στους ευγνώμονες και άξιους γιους της Δωρίδας γης.


Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email