© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ


Στὴ σεπτὴ Μνήμη τοῦ Μητροπολίτου Πέργης Εὐαγγέλου (Γαλάνη), τοῦ ποιητῆ τῆς Πόλεως

Ἀπόψε ἡ Νύχτα ἔχει μιὰν ἄλλη ὀμορφιά, ἕνα ἰδιαίτερο χαρακτήρα, ἑόρτιο χαρακτήρα, ποὺ ἀφήνει στὴν ψυχὴ ψήγματα συγκινήσεως καὶ κατανύξεως συνάμα. Γιατὶ εἶναι ἡ Ἁγία τῶν Χριστοῦ Γεννῶν Νύχτα, γιὰ τὴν ὁποία τόσα καὶ τόσα ἔχουν γραφεῖ! Καὶ μάλιστα μὲ τέτοια θέρμη ψυχῆς καὶ θεοφώτιστη ἔμπνευση. 

Ὡστόσο στὸ βάθοςς τῆς ψυχῆς ἀπομένει ἄσβηστη ἡ ἀπαρχὴ τῆς γνωριμίας μου μὲ τὸ βαθὺ κι εὐλογημένο Της περιεχόμενο. Ὅταν συνειδητοποίησα πιὰ,  πὼς αὐτὸ τὸ σκοτάδι ποὺ κυκλώνει τὸν κόσμο ὅλο ἔξω, εἶναι μιὰ προπαίδεια, ἕνα μέγιστο καὶ πάνσοφο θαῦμα καὶ μάθημα συνάμα. Μάθημα, ποὺ συμπυκνώνεται στὰ λόγια  τοῦ Προφήτη: «Ὁ λαὸς ὁ καθεζόμενος ἐν σκότει εἶδεν φῶς μέγα...» (Ἡσ.  9, 2). Καὶ μήπως αὐτὸ τὸ σκοτάδι, ποὺ ἁπλώνεται  ἔξω, δὲν ἐκφράζει συμβολικὰ μέν, ἀλλὰ καὶ περίτρανα τὸ λόγο τοῦ Προφήτη; Ὅπως ἐπίσης ἡ εἴσοδός μας στὸ ναὸ, ὅπου «Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι» δὲν εἶναι μιὰ ὑπέρβαση τῆς καθημερινότητάς μας, ὅταν μὲ σύνεση καὶ πίστη ξεπεράσουμε τὰ ὅποια σκότη καὶ εἰσοδεύσουμε «εἰς οἶκον Θεοῦ ἡμῶν», γιὰ νὰ γευτοῦμε στὴ Χριστουγεννιάτικη Τράπεζα, τὸν Ἀμνὸ τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὸ «Γεύσαθε καὶ ἴδετε». Μεγάλες, ὄντως, εἶναι ἀπόψε οἱ θεῖες ἐμπειρίες μας, μεγάλες καὶ οὐσιαστικές. Πρόσφορα ποὺ προσκομίζονται σὲ θυσία μυστική: Τῆς καρδιᾶς καὶ τῆς ὕπαρξης ὁλάκερης... . 

Ὅμως ὁ νοῦς ἀπόψε δὲν μπορεῖ νὰ μὴ ξαναγυρίσει σὲ ναοὺς παγωμένους, δίχως ἕνα καντήλι νὰ φωτίζει κατανυκτικὰ τὰ ἱερὰ τὰ προσωπα τῶν εἰκονων, δίχως λίγο θυμίαμα νὰ εὐωδιάσει τὸν κλειστὸ τὸ  χῶρο ποὺ μυρίζει ὑγρασία, δίχως ἕνας ἑόρτιος ὕμνος ν᾿ ἀκουστεῖ, ὥστε νὰ θραυστεῖ τὸ κέλυφος τῆς σιωπῆς. Κι εἶναι αὐτὴ ἡ ἔγνοια,  μιὰ σοβαρὴ αἰτία γιὰ προσευχὴ τούτη τὴν ἱερὴ τὴ Νύχτα, ποὺ «ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ σήμερον εὐφραίνονται». Προσευχῆς, ποὺ ἀπευθύνεται μὲ θέρμη ψυχῆς καὶ μὲ βουρκωμένο βλέμμα, στὸ Θεὸ τῆς Εἰρήνης, καὶ στὸν τῆς μεγάλης βουλῆς Του τὸν Ἄγγελο, ὅπως σταλάξει καὶ σὲ αὐτὰ τὰ ἱερὰ καθιδρύματα λίγο φῶς ἀπὸ τὸν θεῖο Ἀστέρα καὶ φωτίσει τὰ σκοτάδια, γιὰ νὰ λάμψουν ἔτσι κι οἱ θεῖες Μορφὲς τῶν Ἁγίων, ἀλλὰ καὶ τῶν ψυχῶν, ὅσων δηλαδή, περάσαν κάποτε ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἄδεια τὰ στασίδια ἀφήνοντας ἐκεῖ τὸν ἴσκιο τους καὶ τὶς ὅσες τους προσευχές... 

π. κ. ν. κ
Τρίτη, 25/12/2018 1:19:11 πμ

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 1958...

ἤ,  Μνήμη νοσταλγικὴ  ἑξήντα χρόνων  


 « ....Καὶ ξαναγυρίζουν, ὅλοι ξαναγυριζουν, γιατὶ ἦρθαν καὶ πάλι τὰ Χριστούγεννα, σὲ μιὰ φωτιά, σ᾿ ἕνα τζάκι, ὅπου μαζὶ μὲ τὶς φλόγες χορεύουν καὶ τὰ παραμύθια τοῦ παλιοῦ καιροῦ. Μὲ τὸ μαγικὸ ραβδὶ τῆς θείας εὐδοκίας ξυπνοῦν τοὺς κεκοιμημένους, ἀδέρφια, γονιούς, φίλους, τοὺς γνώριμους τῆς μιᾶς καὶ μόνης στιγμῆς, τοὺς ἀγαπημένους, ποὺ γιὰ λίγο ἤ γιὰ πολὺ ἔχουν ὁδοιπορήσει μαζί τους καὶ τώρα κέιτονται στὴ μαύρη γῆς, ξαπλωμένοι, ἀσάλευτοι, σιωπηλοί, γεμάτοι παγωμένη θλίψη....» Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος

Αὐτὴ ἡ Νύχτα, τῶν Χριστουγέννων, λοιπόν,  ἡ θεία Νύχτα, εἶναι τῆς μεγάλης  Νοσταλγίας ἡ ἱερὴ  περιοχή. Εἶναι, μὲ λίγα λόγια, τὸ μέγιστο προνόμιο ποὺ μᾶς παρέδωσε ὁ Δημιουργὸς ὥστε νὰ μὴν  ἀστοχοῦμε. Γιατὶ ἀπόψε θὰ ξεκινήσουμε τὸ μεγάλο τὸ ταξίδι στὶς θάλασσες τῆς Μνήμης, ὅπου θὰ πασχίσουμε νὰ ξανασυναντήσουμε ὅσα ἀγαπημένα πρόσωπα καὶ πράγματα πέρασαν ἀπὸ σιμά μας καὶ σήμερα στολίζουν  τὶς πολύτιμες κοσμηματοθῆκες  τῆς ψυχῆς. Καὶ κάθε χρόνο,  τέτοιες μέρες,  ἀνεβαίνουν  στὴν ἐπιφάνειά της καὶ τὴ στολίζουν, ὅπως σὲ κάθε ἐπίσημη ἐκδήλωση ὅλοι μας συνηθίζουμε νὰ φοροῦμε κάτι τὸ πολύτιμο, τὸ ἐκλεκτό, ποὺ ἴσως μιὰ φορὰ τὸ χρόνο τὸ χρησιμοποιοῦμε. 

Ἔτσι, λοιπόν, φέτος ποὺ συμπληρώνονται ἑξήντα χρόνια ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1958, δὲν εἶναι διόλου εὔκολο νὰ μὴ ξανθυμηθεῖ κανεὶς πρόσωπα ἱερά, γεγονότα ἀλησμόνητα, γιορτινὲς μέρες στολισμένες μὲ εὐφροσύνη καὶ ἀγαλλίαση. Γιατὶ ἐκεῖνα τὰ Χριστούγεννα ἦταν ποὺ τὰ κοσμοῦσε ἡ παρουσία τοῦ ξενητεμένου Πατέρα, ὁ ὁποῖος μετὰ ἀπὸ ἀπουσία κάποιων χρόνων ἐρχόταν, γιὰ νὰ τὰ γιορτάσουμε ὅλοι μαζί. Σὲ κεῖνο τὸ σιωπηλό σήμερα τὸ σπίτι, μὲ τὴν κάμαρη ποὺ τὴν ὁμόρφαινε τὸ καλοφτιαγμένο τὸ τζάκι. Τὸ ὁποῖο, στ᾿ ἀλήθεια, ἀπὸ τότε ἔχει ν᾿ ἀναφτεῖ...

Ἀλήθεια, τί μπορεῖ νὰ θυμᾶται  ἕνα παιδὶ ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς μέρες; Τί, δηλαδή, εἶναι ἐκεῖνο τὸ σημεῖο ποὺ τοῦ κρατάει τὴ μνήμη ἀσβυστη. Νὰ ἦταν μονάχα ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ξενιτεμένου Πατέρα-ἀλήθεια, πόσο ρίγος φέρνουν στὸ εἶναι οἱ κορυφαῖες διηγήσεις τοῦ Παπαδιαμάντη ἤ τοῦ Μωραϊτίδη, καθὼς ἀναφέρουν τέτοιες στιγμὲς γυρισμοῦ τὶς χρονιάρες ἐτοῦτες μέρες... Τί ἄλλο ἐπιτέλους ἦταν αὐτὸ ποὺ ἀφήνει μέσα του ἀρυτίδωτα ἐκεῖνα τὰ Χριστούγεννα; Ναί, τὶ νὰ θυμᾶται, λοιπόν, κανεὶς ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς ἑόρτιες-σὲ ὅλο τους τὸ εὕρος- στιγμὲς ἤ καὶ μέρες; 

Μά, τί ἄλλο ἀπὸ τὴ θαλπωρὴ καὶ τὴν ἀσφάλεια ποὺ κομίζει στὸ σπίτι ἡ παρουσία τοῦ Πατέρα. Γιατὶ εἶναι μεγαλεῖο ἡ ἐπιστροφή, εἶναι μιὰ περίεργη γιορτή, ὅπου -τουλάχιστον ἐκεῖνα τὰ χρόνια- συμμάζευε τὴν οἰκογένεια, τοὺς φίλους καὶ γνωστούς, χάριζε, μὲ λίγα λόγια στὴ μικρὴ κοινότητα τοῦ χωριοῦ, μιὰ πινελιὰ αἰσιοδοξίας καὶ χαρᾶς. Καὶ τὸ σπίτι ὅλο λαμποκοποῦσε ἀπὸ τὴν παρουσία τόσων καὶ τόσων ἀνθρώπων-ἐπισκεπτῶν... Μέχρι ποὺ ἦρθε ἡ ὥρα νὰ σφαλίσει καὶ νὰ ἀπομένει μέσα στὴ μοναξιά του, μὲ μόνη συντροφιὰ τὶς μνῆμες, ἔρημο, σιωπηλό, λησμονημένο...

Ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα ὅμως ἐκεῖνα ἀπομένει στὴν ψυχὴ καὶ κάτι ἄλλο. Κι αὐτὸ εἶναι τὸ φῶς τοῦ βάθέως Ὀρθρου, ὅταν τὴ νύχτα σηκωθήκαμε ὅλη ἡ οἰκογένεια νὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησιά. Ἐκεῖνο, λοιπόν, τὸ φῶς ἀπὸ τὴ λάμπα τοῦ πετρελαίου ποὺ ἀχνοφώτιζε τὸ νυχτωμένο καὶ μουδιασμένο ἀπὸ τὴν παγωνιὰ  σπίτι, τὸ φῶς ποὺ χάριζε τὴν εὐκαιρία στὸν καθένα μας νὰ ἑτοιμασθεῖ γιὰ τὴν ἐκκλησιά ἀπομένει ἄσβυστο μέσα στὴν ψυχή. Γιατὶ φαντάζονταν τὰ παιδικὰ τὰ μάτια, πὼς ἐκεῖνες οἱ σκιὲς-ζωγραφιὲς στοὺς τοίχους τοῦ σπιτιοῦ, στὴν παραστιά, στὰ πρόσωπα,  ἦταν ἔνα πρόσθετο χριστουγεννιάτικο στολίδι, ποὺ ἀργότερα, ὅταν πιὰ βρεθήκαμε στὴ φωταγωγημένη ἀπὸ κεριὰ καὶ πολυελαίους, ποὺ καίγανε λάδι μόνο, ἐκκλησιά, αὐτὸ τὸ φῶς λάμπρυνε ἀκόμα περισσότερο τὶς ψυχές μας καὶ τὶς ἔντυνε μὲ τὸ χιτῶνα τὸν ἑόρτιο, τὸν μοναδικό. 

Αὐτὸ τὸ φῶς κάθε χρόνο ἔρχεται μαζὺ μὲ τὰ πρόσωπα, μαζὶ μὲ τὴν ἔρμη καὶ κλειστὴ σήμερα ἐκκλησιά μας, νὰ καταλάμψει τὴν ψυχή, τὸ εἶναι ὁλόκληρο καὶ νὰ τῆς χαρίσει ξανὰ τὸ μέγα προνόμιο τῆς Μνήμης καὶ τῆς Νοσταλγίας: Τὴν ἐπιστροφή, δηλαδή, ἔστω γιὰ ἐλάχιστες στιγμές, ἐκεῖ, μέσα στὸ σύθαμπο τὸ ἑωθινὸ τῆς Γιορτῆς, ὅπου χωνεύουν ὅλα... Ἀκόμα κι οἱ κακίες μας, αὐτοὶ οἱ  ἀόρατοι ὕφαλοι, ποὺ καθιστοῦν ἐπικίνδυνο τὸ ταξίδι μας, τὸ ταξίδι τῆς ζωῆς μας. 

Εἶν᾿ ἀλήθεια πὼς δὲ θυμᾶμαι τὸ τραπέζι ποὺ στρώθηκε τὸ γκρίζο ἐκεῖνο πρωΐ, μετὰ τὸν ἐκκλησιασμό. Μόνο θυμᾶμαι τὸ τζάκι καὶ τὸ μιντέρι δίπλα, ὅπου κάθονταν ὁ Πατέρας... Καὶ γύρω ὅλοι ἐμεῖς... Ἡ Μάνα, ὁ παπποῦς,  ἡ γιαγιά... Ὅλοι τους φευγάτοι πιά, κι ἐγὼ κάθε χρόνο νὰ μνημονεύω καὶ νὰ θυμᾶμαι. Μέχρι πότε, ἄραγε; 

π. κ. ν. κ.

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2018

Ανθούλα Δανιήλ: Η ΟΡΧΗΣΤΡΑ ACADEMICA ΣΤΟ ΩΔΕΙΟΝ ΑΘΗΝΩΝ



Στην αίθουσα Άρης Γαρουφαλής, στο Ωδείον Αθηνών, η Ορχήστρα Academica, στο πλαίσιο του πέμπτου κύκλου συναυλιών της μας πρόσφερε μια εξαιρετική βραδιά, την Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2018.
Το Ωδείο Αθηνών είναι ο παλαιότερος και κορυφαίος εκπαιδευτικός φορέας μουσικής εκπαίδευσης, φέρνει τη κλασική μουσική κοντά στο κοινό, έχει ελεύθερη είσοδο και με ένα πλούσιο πρόγραμμα περιοδεύει σε όλη την Αττική με την Ορχήστρα Academica. Το Πρόγραμμα είναι τριετές, υψηλού επιπέδου και φιλοδοξεί να αναδείξει τη δημόσια αξία του πολιτισμού.
Η Ορχήστρα Academica, μετέτρεψε το καρτεσιανό και ορθολογιστικό «σκέφτομαι άρα υπάρχω» σε καλλιτεχνικό, συναισθηματικό «ερμηνεύω άρα υπάρχω», με τη συναυλία της, στις 28 Νοεμβρίου του 2013 στην αίθουσα Άρης Γαρουφαλής. Ιδρυτής της Ορχήστρας και εξάρχων της είναι ο Οδυσσέας Καρέλης και επικεφαλής μαέστρος της ο Νίκος Αθηναίος. Η Ορχήστρα έχει το δικό της κοινό, έχει παρουσιαστεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και διευρύνει διαρκώς τις δραστηριότητές της. Οι μουσικοί της είναι καταξιωμένοι καλλιτέχνες, έχουν θητεία σε μεγάλα μουσικά σύνολα και πολλοί εξ αυτών είναι καθηγητές του Ωδείου Αθηνών.
Το Πρόγραμμα της συναυλίας περιελάμβανε Μότσαρτ, Χαίντελ και Τσουκ. Επί σκηνής δεκαοχτώ έγχορδα όργανα, συνεχώς και για τον Χαίντελ κι ένα όμποε.
Πρώτος, ο δημοφιλέστερος και πιο αγαπημένος από τους συνθέτες όλων των εποχών, ο Wolfgang Amadeus Mozart,  (Βόλφγκαγκ Αμαντέους Μότσαρτ, 1756-1791), οποίος, έγραψε, παρά τη σύντομη ζωή του, πάνω από 600 έργα· όπερες, συμφωνίες, σονάτες, παραλλαγές και πολλά άλλα, όλα ευχάριστα και εύληπτα από το πλατύ κοινό, αλλά με βάθος και επιμελώς κρυμμένη συνθετική επεξεργασία.
Η Μικρή Νυχτερινή Μουσική που μας προσέφερε η Academica, αλλιώς η Σερενάτα αρ. 13 για έγχορδα σε σολ μείζονα, Κ. 525, γνωστή και, ιδιαιτέρως αγαπητή, γεννήθηκε το καλοκαίρι του 1787, παράλληλα με την όπερα Ντον Τζιοβάνι. Γράφτηκε για δύο βιολιά, βιόλα, βιολοντσέλο και κοντραμπάσο. Αποτελείται από τέσσερα μέρη, ενώ λέγεται πως υπήρχε και ένα πέμπτο που χάθηκε. Το πρώτο μέρος ξεκινάει με ένα χαριτωμένο αλέγκρο, που μοιάζει με σονάτα, το δεύτερο μέρος είναι αντάντε, μια λυρική ρομάντσα, το τρίτο είναι ένα μενουέτο, αλεγκρέτο και το τελευταίο ένα δυναμικό ροντό, αλέγκρο. Η «Σερενάτα» από τη φύση της είναι ένα είδος διασκεδαστικό και ο Μότσαρτ ήταν ο πιο δυναμικός δημιουργός του είδους.
Στο δεύτερο μέρος ακούσαμε ένα κοντσέρτο για το όμποε της «αγάπης» του Georg Friedrich Händel (Γκέοργξ Φρίντριχ Χαίντελ, 1685-1759), σε προσαρμογή από τον Andreas Nicolai Tarkman (1956-). Το Verdi prati, κοντσέρτο για όμποε ντ’ αμόρε και έγχορδα, είναι έργο εμπνευσμένο από τη μπαρόκ μουσική, το οποίο βασίζεται σε άριες από όπερες του συνθέτη. Το πρώτο μέρος είναι Αλέγκρο, απόσπασμα από την άρια «Dopo note», από την όπερα Ariodante (Αριοδάντης). Το δεύτερο μέρος, Γκράβε, από το Κοντσέρτο για Εκκλησιαστικό όργανο, αρ. 14. Το τρίτο, Λαργκέτο, «Verdi prati», πράσινοι κάμποι (από το οποίο παίρνει και τον τίτλο του το κοντσέρτο), από την όπερα Αλτσίνα. Τέλος, το Αλέγκρο, «Tornami a vagheggiar», γύρνα σε μένα, πάλι από την όπερα Αλτσίνα.
Το όμποε ντ’ αμόρε έχει τη θέση ανθρώπινης φωνής, είναι λίγο χαμηλότερο από το κανονικό όμποε, κατάλληλο για τις άριες που ακούγονται στο κοντσέρτο. Το όργανο αυτό παραπέμπει στην εποχή του Χαίντελ, όταν ήταν πολύ της μόδας τα όργανα ντ’ αμόρε, με πιο σημαντική τη βιόλα ντ’ αμόρε, τα οποία λόγω της χαμηλότερης έκτασή τους ήταν πολύ αγαπητά στο κοινό του 18ου αιώνα, γιατί μιλούσαν στην ψυχή του ακροατή.
Για τη συγκεκριμένη περίσταση, το όμποε ντ’ αμόρε ήταν στα χέρια της άξιας, της ταλαντούχας Χρίστινας Παντελίδου. Το λαμπερό όργανο άστραψε, όχι μόνο κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά. Ήταν η πνοή της που μεταγλωττιζόταν σε ήχο όμποε ντ’ αμόρε. Η Παντελίδου έγινε ένα με το όργανο ή καλύτερα το όργανο έγινε προέκταση της ψυχής της που ενίσχυε την πνοή της, επιβεβαιώνοντας όχι μόνο ότι το όμποε ντ’ αμόρε μιλούσε στην ψυχή του ακροατή αλλά πήγαζε και από τον καλλιτέχνη που του έδινε ψυχή. Ήταν μια πολύ σημαντική στιγμή για την ορχήστρα και για το κοινό που είχε την τύχη να παρακολουθήσει τη συγκεκριμένη συναυλία.
Στο τρίτο και τελευταίο μέρος ακούσαμε μια Τσέχικη Νυχτερινή Μουσική, τη Σερενάτα για έγχορδα σε μι ύφ. μείζονα, έργο 6 του Iosef Suk (Γιόζεφ Σουκ, 1874-1935), του πιο αγαπημένου μαθητή του Antonin Dvořá (Αντονίν Ντβόρζακ, 1841-1904) και μέλους του «Τσέχικου (ή Βοημικού) Κουαρτέτου» από το 1892. Ο Σουκ άρχισε να ασχολείται με τη σύνθεση το 1888. Η Σερενάτα για έγχορδα ανήκει στα πρώιμα και πιο δημοφιλή έργα του και είναι ανάλαφρη, ενώ μέχρι τότε ο Σουκ είχε συνθέσει μόνο μελαγχολικά έργα. Η Σερενάτα πρωτοπαρουσιάστηκε το 1895 στο Ωδείο της Πράγας και αποτελείται από τέσσερα μέρη: 1.andante con moto, 2. allegro ma non troppo e grazioso, 3.Adagio και 4. Allegro giocoso, ma non troppo presto. Δίκαια ανήκει στα αγαπημένα συναυλιακά έργα, έστω και αν δεν μπορεί να φτάσει την ανάλογη του Μότσαρτ.
Τέλος, το έντυπο του Πογράμματος, απλό, λιτό, αρκούντως ενημερωτικό με το αστραφτερό όμποε ντ’ αμόρε να κυριαρχεί σε πρώτο πλάνο. Με όλα αυτά η βραδιά αποδείχτηκε μια ωραία στιγμή, μια ρωγμή για να κοιτάξουμε το κρυμμένο παράδεισο…


Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ


«Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὸ Κάστρον καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ, τόσον θάλπος ἐθώπευσε τὴν ψυχήν των, ὥστε ἂν καὶ ἦσαν κατάκοποι, καὶ ἂν ἐνύσταζόν τινες αὐτῶν, ᾐσθάνθησαν τόσον τὴν χαρὰν τοῦ νὰ ζῶσι καὶ τοῦ νὰ ἔχωσι φθάσει αἰσίως εἰς τὸ τέρμα τῆς πορείας των, εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου, ὥστε τοὺς ἔφυγε πᾶσα νύστα καὶ πᾶσα κόπωσις». Ἀλ. Παπαδιαμάντης

Γιὰ ὅσους τὸ ἀγνοοῦν,  θυμίζω ὅτι τὸ παράθεμα εἶναι ἐρανισμένο ἀπὸ τὸ θαυμάσιο, ἀπὸ πάσης ἀπόψεως, διήγημα τοῦ γείτονά μου, τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη, «Στὸ Χριστό, στὸ Κάστρο».

Μὲ λίγα λόγια, ὁ Ππδ. μᾶς παραδίδει καὶ ἐδῶ μαθήματα ἐκκλησιαστικῆς  ἀγωγῆς, καθὼς ξεδιπλώνει στὸ διήγημα μιὰ σειρὰ γεγονότων, μέσα στὰ ὁποῖα συνυπάρχουν, τόσο ἡ ἐπιθυμία, ὅσο καὶ οἱ ἀναστολές, ἀλλὰ καὶ ἡ περιπέτεια συνεπικουρούμενη ἀπὸ τὴν διακινδύνευση, ὥστε νὰ πραγματοποιηθεῖ ἕνα τάμα: Νὰ λειτουργηθεῖ ὁ ἀρχαῖος ναὸς τοῦ Χριστοῦ στὸ Κάστρο τὴν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων ὅπου καὶ πανηγύριζε. Κάτι ποὺ κατορθώνεται, ὕστερα ἀπὸ πολλοὺς κόπους καὶ ἀγωνίες, οἱ ὁποῖες ὡστόσο ἐξαργυρώνονται μὲ τὴν εἴσοδο τῆς μικρῆς κοινότητας τῶν φιλεόρτου ὁμίλου ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν στὸν ναὸ τοῦ Χριστοῦ. Κι ἄν ἡ κόπωση, ὁ κίνδυνος, οἱ ἀντίξοες καιρικὲς συνθῆκες ἔγιναν αἰτίες κάποιων πειρασμῶν, ποὺ αὐτὲς τὶς ὧρες παρουσιάζονται μὲ λογισμούς τοῦ τύπου, «Τί ἤθελα καὶ γύρευα ἐγὼ σὲ τοῦτα τὰ κατσάβραχα μὲ τέτοιον καιρό κ. ἄ»,  ἐν τούτοις ὅλα ἐτοῦτα τὰ διάλυσε «τὸ θάλπος ποὺ ἐθώπευσε τὴν ψυχήν των». Αὐτή, λοιπόν,  ἡ θαλπωρή,  ποὺ πηγάζει μὲ τρόπο μυστηριακὸ, ὅταν εἰσοδεύει κάποιος στὸν ναό. Γιατὶ θὰ πρέπει νὰ γνωρίζουμε πὼς στὸ ναὸ εἰσοδεύουμε,  ὄχι γιὰ νὰ δοῦμε, ὅπως γίνεται μὲ τὴν ἐπίσκεψή μας σὲ ἕνα Μουσεῖο. Στὸν ναὸ εἰσερχόμαστε γιὰ νὰ βιώσουμε, νὰ γευτοῦμε τὴ θαλπωρή, τὴ ζεστασιὰ τῆς παρουσίας κάποιου, τὴ στοργή. Γι᾿ αὐτὸ καὶ σπεύδει ὁ Ππδ., ποὺ βίωσε παρόμοιες στιγμές, νὰ μᾶς δώσει, κοντὰ στὰ τόσα μαθήματα ποιμαντικῆς, ἱερατικοῦ ἤθους, ἀληθοῦς εὐσέβειας κ.λ.π. καὶ τούτη τὴν παράδοση: τῆς ἐκκλησιαστικῆς  ἀγωγῆς μας. Ἄραγε, πόσο δίκιο ἔχει;  Ἄς  τὸ ἐρευνήσουμε.

Ὅταν ὁ ἱ. Χρυσόστομος ἔγραφε γιὰ τοὺς πρὸς ἐκκλησιασμὸν εἰσερχομένους στὸν ναό,  ὅτι οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν τὸ πράττουν «συνηθείας ἕνεκεν καὶ οὐχὶ εὐλαβείας», εἶχε δίκιο. Αὐτὸ, ἄλλωστε, διαπιστώνουμε καὶ σήμερα. Γιατὶ ἐλαχιστοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ συνειδητοποιοῦν τὸ ποῦ καὶ γιατὶ εἰσέρχονται. Βλέπεις, ὅταν εἰσερχόμενος  μέσα στὸ ναὸ δὲν αἰσθανθεῖς τὸ «θάλπος», ἀλλὰ πηγαίνεις ἐκεῖ μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ βγεῖς ἀπὸ τὴν ὑποχρέωση τῆς ὅποιας τελετῆς,  στὴν ὁποία σέ κάλεσαν -ὅπως δηλαδὴ σὲ καλοῦν στὸ τάδε δεῖπνο ἤ στὸ δεῖνα τσάϊ- τότε δὲ ζεῖς τίποτε. Κι αὐτό, γιατὶ δὲν ἔχεις λάβει ἤ, ἴσως, δὲν τὸ ἐπιθύμησες ποτέ, ὥστε νὰ  λάβεις γνήσια ἐκκλησιαστικὴ ἀγωγή, ἀνατροφὴ δηλαδή, ποὺ ἀσφαλῶς θὰ λύσει πολλὰ ἐρωτηματικὰ, τὰ ὁποία σωρεύονται μέσα σου. Μπορεῖ μάλιστα γιὰ τοῦτο νὰ μὴν εἶσαι ἐσὺ ὑπεύθυνος κι ἄλλοι νὰ συνέβαλαν στὴν ἀντιεκκλησιαστική  ἀγωγή σου, ὡστόσο, τὰ παραδείγματα γύρω σου, ἀλλὰ καὶ τὸ παραπάνω ποὺ μᾶς κληροδότησε ἡ ἄχραντη γραφίδα τοῦ Ππδ., εἶναι δυνατὸ νὰ σὲ διδάξουν. Γιατὶ στὴ ζωή μας ὑπάρχουμε γιὰ νὰ διδασκόμαστε πάντα, νὰ μαθαίνουμε δηλαδή, ἔτσι ὥστε νὰ τελειοποιούμεθα. Τὸ εἶπε, ἄλλωστε, κι ὁ ἀρχαῖος σοφός «Γηράσκω ἀεὶ διδασκόμενος». Ἑπομένως  τὸ νὰ διδαχτεῖς στὶς μέρες μας τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀγωγή, μὲ λίγα λόγια τὸ νὰ προσπαθήσεις νὰ βιώσεις κι ἐσὺ τὸ θάλπος καὶ τὴ στοργὴ ποὺ προσφέρει ἕνας ναός, εἶναι προνόμιο καὶ ἀναζήτηση, κι ὄχι περιττὴ ἐνασχόληση.  

Ἄς προσέξουμε καὶ τὸ ἄλλο τώρα. Μὲ πόση προσοχὴ ὁ Παπαδιαμάντης  μᾶς περιγράφει αὐτὰ τὰ εἰσόδια στὸν ναὸ τοῦ Χριστοῦ τῶν ἁπλῶν ἐκείνων καὶ κατὰ κυριολεξία ταλαιπωρημένων ἀνθρώπων. Ξαναδιαβάζουμε, λοιπόν, τὸ κείμενο: «Ὅταν ἔφθασαν... καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ, τόσον θάλπος ἐθώπευσε τὴν ψυχήν των, ὥστε ἂν καὶ ἦσαν κατάκοποι, καὶ ἂν ἐνύσταζόν τινες αὐτῶν, ᾐσθάνθησαν τόσον τὴν χαρὰν τοῦ νὰ ζῶσι καὶ τοῦ νὰ ἔχωσι φθάσει αἰσίως εἰς τὸ τέρμα τῆς πορείας των, εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου, ὥστε τοὺς ἔφυγε πᾶσα νύστα καὶ πᾶσα κόπωσις».  

Ὄχι, δὲν εἶναι διόλου ὑπερβολικὰ τὰ ὅσα γράφονται ἐδῶ. Κι αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸ διαπιστώσει ὁ καθένας, ὅταν ζήσει παρόμοιες περιπτώσεις, π. χ. πόσοι καὶ πόσοι τὰ βαθειὰ πρωϊνὰ δὲν ἐπισκέπτονται ἕνα ναὸ στὶς μεγάλες καὶ πολύβουες πολιτεῖες. Κάθονται, λοιπόν,  ἐκεῖ γιὰ  λίγο, ἀνασαίνουν ἐλπίδα καὶ εὐλογία καὶ ξεκινᾶνε τὴν καθημερινότητά τους. Ἄλλοι πάλι ταλαιπωροῦνται μέσα σὲ δύσβατα μονοπάτια τοῦ Ἁγίου Ὄρους π.χ., γιὰ νὰ συναντήσουν τὸν Γέροντα ποὺ θὰ τοὺς ἀναπάυσει, ὅπως ἔτσι γινόταν καὶ παλιότερα, καθὼς διαβάζουμε στὸ Γεροντικό. 

Μὲ λίγα λόγια, τὸ θάλπος, ἡ χαρὰ κι ἡ ἀνάπαυση ποὺ μᾶς διδάσκει σ᾿ αὐτὸ τὸ ὑπέροχο γραφτό του ὁ Παπαδιαμάντης, ὑπάρχει. Ἀρκεῖ νὰ τὸ ἀναζητήσουμε. Κι οἱ ναοί μας δὲν εἶναι λίγοι, ὅπως ἐπίσης βρίσκονται τόσο σιμά μας. 

π. κ. ν. κ.

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟ ΝΕΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΝΑΥΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΣΚΙΑΘΟΥ






Ἑόρτιον, ἐπί τῇ προσδοκίᾳ τοῦ ἱεροῦ Δωδεκαημέρου, πάντιμον δώρημα

Ὁ κ. Γιάνννης Θ. Παρίσσης, συνταξιοῦχος Πλοίαρχος τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ σήμερα, ἀλλὰ καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ ὡς ἄνω περικαλλοῦς καὶ ὑπέροχου κατὰ πάντα Ναυτικοῦ Μουσείου, ποὺ στολίζει ὄντως τὴ γείτονα νῆσο, εἶχε τὴν εὐγένεια νὰ μοῦ στείλει κι ἐφέτος τὸ νέο Ἡμερολόγιο τοῦ ἐν λόγῳ Πολιτιστικοῦ Ἱδρύματος, τὸ ὁποῖο, κατὰ κύριο λόγο,  καὶ εἶναι ἀφιερωμένο στοὺς ταρσανάδες καὶ στὴ ναυπηγικὴ τέχνη. Καὶ λέω κατὰ κύριο λογο, γιατὶ στὰ ὀπισθόφυλλα κάποιων ἀπὸ τὶς σελίδες τοῦ Ἡμερολογίου παρουσιάζονται καὶ φωτογραφίες ἀπὸ τὸ ὄντως καλοστημένο Μουσεῖο: Συγγενικὴ καὶ πολὺ σωστὴ ἡ ἐπιλογή. 

Φυλλομετρώντας τὸ ἐν λόγῳ Ἡμερολόγιο, λοιπόν, ὅσοι ἔχουμε μελετήσει προσεχτικὰ τὰ Σκιαθίτικα διηγήματα τοῦ Ππδ., ζοῦμε στιγμὲς συγινίνησης καὶ ρίγους μνήμης ἱερῆς. Γιατὶ μέσα ἀπὸ τὶς σελίδες τοῦ Ἡμερολογίου αὐτοῦ, ἀναδύεται ἡ ἄρρητος εὐωδία τοῦ Παπαδιαμαντικοῦ λόγου, ὅμως σὲ ἐποπτικό, θὰ τὸ λέγαμε, πεδίο. Ἔτσι, καθὼς διαβάζουμε πώς, “ ἀνάμεσα εἰς τὲς Πλάκες καὶ εἰς τὴν Σπηλιά, πρὸς ἀνατολάς, εὑρίσκετο ὁ ἀρσανὰς τῶν Μαθιναίων, παλαιὸν κτίριον, τρίπατον, παραπλήσιον μὲ τοὺς μοναστηριακοὺς ἀρσανάδες τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Διὰ νὰ καταβῇ τις ἀπὸ τὸν βράχον καὶ φθάσῃ εἰς τὴν ἄμμον τῆς ἀκρογιαλιᾶς, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ τρεμουλιάσουν τὰ γόνατά του, τὸ ὁποῖον θὰ συνέβαινεν ἂν κατήρχετο διὰ τῆς κρημνώδους καὶ στενῆς ἀτραποῦ, ἀοράτου εἰς τὸ βλέμμα καὶ μόλις βατῆς εἰς τὸν πόδα. Τὰ τρία πατώματα τοῦ ἀρσανᾶ ἡνώνοντο τὸ ἓν μὲ τὸ ἄλλο ἀπὸ τρεῖς καραβίσες σκάλες. Ἡ πρώτη ἤρχιζεν ἀπὸ τὴν σκεπήν, διὰ τοῦ φεγγίτου, καὶ κατήρχετο εἰς τὸ ἄνω πάτωμα, ἡ δευτέρα ἔφθανεν εἰς τὸ μεσαῖον πάτωμα, καὶ ἡ τρίτη εἰς τὸ ἰσόγειον, τὸ γυμνὸν ἔδαφος τῆς γῆς. Εἰς τὸ ἄνω πάτωμα ἐρροκάνιζαν καὶ ἐπριόνιζαν ξύλα, εἰς τὸ δεύτερον ἐπελεκοῦσαν στραβόξυλα, καὶ εἰς τὸ ἰσόγειον ἐσκάρωναν βάρκες.” (Ἀλέξανδρος Παπαδιαμαντης, Βαρδιάνος στὰ σπόρκα), τὸν ἀρσανὰ αὐτὸν τὸν βλέπουμε σὲ παλιὰ φωτ. (βλ. Ἡμερολόγιο,  Ἰούνιος 2019) μαζὶ μὲ τοὺς παλιοὺς μαστόρους-μαραγκούς. 

Πολλὲς τώρα εἶναι οἱ φωτογραφίες ποὺ θυμίζουν τὸ παλιὸ τὸ ναυπηγεῖο, τὸ ὁποῖο βρίσκονταν «εἰς ὅλην τὴν μακρὰν καὶ πλάτείαν ἁμουδιὰν τὴν ἁπλουμένην μεταξὺ τῆς λίμνης τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ τοῦ λιμένος». (Ἀλ. Παπαδιαμάντης) 

«Ἐνθυμεῖσαι, συνεχίζει ὁ Σκιαθίτης λογογράφος, ὑπῆρχαν τότε τρία μεγάλα σκάφη πλησίον ἀλλήλων ναυπηγούμενα, ὑπὸ τὸν αὐτὸν ἀρχιναυπηγόν. Θαυμάσιος ἄνθρωπος! Πῶς ἠδύνατο νὰ ἐπαρκῇ καὶ εἰς τὰ τρία, τρέχων ἀπὸ σκάφης εἰς σκάφην, μ᾿ ἕνα πῆχυν εἰς τὴν χεῖρα, μὲ μίαν στάθμην καὶ μ᾿ ἓν σκέπαρνον ἀπὸ τοῦ αὐχένος κρεμάμενον μὲ τὴν λαβὴν ἐπὶ τοῦ στέρνου. Καὶ ὁποία στρατιὰ ἀνθρώπων ἐτέλει ὑπὸ τὰς διαταγάς του! Ὁ πλοίαρχος, οἱ βοηθοί του, οἱ πριονισταί, οἱ πελεκηταί, οἱ μαραγκοὶ καὶ οἱ καλαφάται! Δὲν ἔλειπαν καὶ οἱ Γύφτοι, οἵτινες εἶχον ἱδρύσει προχείρως ἀνὰ μίαν καλύβην ὄπισθεν ἑνὸς ἑκάστου τῶν σκαφῶν. Καὶ μὲ τὴν κάμινον πλήρη ἀνθράκων, μὲ τοὺς φυσητῆρας, μὲ τοὺς ἄκμονας, μὲ τοὺς ραιστῆρας καὶ τὰς βαρείας σφύρας των, ἔκοπταν, ἔκοπταν μεγάλα καρφία, τζαβέτες*. Ὁποῖος φοβερὸς θόρυβος! Οἱ κτύποι τοῦ ραιστῆρος ἔπνιγον τὸν ἔρρυθμον τριγμὸν τοῦ πρίονος, ὁ κρότος τοῦ σκεπάρνου ἐκάλυπτε τὸν δοῦπον τῆς ξυλίνης ματσόλας, δι᾿ ἧς ἐκτύπα τὸ στυππεῖον ὁ καλαφάτης, καὶ ὑπὲρ πάντας τοὺς ἄλλους κρότους ἐδέσποζεν ὁ βαρὺς ροῖβδος τοῦ πελωρίου ραιστῆρος, δι᾿ οὗ ἐνέπηγον τὰ χονδρὰ καρφιὰ καὶ τοὺς ξυλίνους ἥλους, τὲς καβίλιες, εἰς τὰς στρογγύλας πλευρὰς τοῦ κολοσσαίου σκάφους...» Ἀλ. Παπαδιαμάντης, Ὁλόγυρα στὴν Λίμνην.

Νὰ γιατὶ ἀγαπάμε καὶ τιμᾶμε αὐτὰ τὰ κορυφαῖα πολιτιστικὰ τεκμήρια, ποὺ μᾶς προσφέρει ἡ ἀκάματη καὶ πάντα φωτεινὴ προσπάθεια τοῦ καπετὰν Γιάννη Παρίσση. Ὁ ὁποῖος δὲν ἀγαπᾶ μονάχα τὴ Σκιάθο, τὴν πατρίδα του δηλαδή, καὶ τὴ ναυτικὴ παράδοσή της, ἀλλὰ σκύβει μὲ προσοχὴ πάνω τους καὶ συλλέγει ἕναν θησαυρό, ποὺ σήμερα μπορεῖ νὰ μὴν ἐκτιμᾶται ὅσο πρέπει, ὅμως μὲ τὰ χρόνια θὰ φανεῖ τὸ μεγαλόπνοο καὶ καθοριστικὸ γιὰ τὴ γνήσια Σκιαθίτικη παράδοση ἔργο του. 

Ἀπὸ τὴ γείτονα νῆσο, τὴν πάλαι ποτὲ «ναυτικὴν νῆσον», ὅπως ἦταν καί ἡ Σκιάθος τὸν εὐγνωμονῶ γιὰ τὴν ἱστορική του αὐτὴ κατάθεση καὶ εὔχομαι νὰ βρεθεῖ χορηγός, ὥστε ὅλες αὐτὲς οἱ φωτογραφίες, ποὺ στόλισαν τόσα καὶ τόσα ἡμερολόγια τοῦ Συλλόγου τῶν συνταξιούχων Ναυτικῶν τῆς Σκιάθου, νὰ διασωθοῦν σὲ λευκώματα, τὰ ὁποῖα θὰ τεκμηριώσουν πλήρως τὸν ποιητικὸ στίχο: «Εἴμαστε ἀπὸ καλὴ γενιά». Καὶ μήπως δὲν εἶναι ἔτσι; 

π. κ. ν. κ. 

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΗΣ ΓΙΟΡΤΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟ ΙΕΡΟ ΡΙΓΟΣ

Ἡμερολογιακὰ σημειώματα 

[φωτ.   Τό Λουτράκι στὶς ἀρχὲς τοῦ 1950. Στό βάθος τά Κλήματα]

Εὐτυχῶς πού ὑπάρχουν κι αὐτές οἱ παλιές οἱ φωτογραφίες ἀπό κάποιον καιρό, καιρό ψεσινό, ξεχασμένο σέ κάποιους, πάντως ἀκόμα  ζωντανό μέσα μας, παρ᾿ ὅλο πού ὁ τόπος, αὐτό τῶν παιδικῶν μας χρόνων τό κατοικητήριο,  ἔχει ἀλλάξει τήν ὄψη του καί ἔχει τόσο ὑπερβολικά διαφοροποιηθεῖ! Σκέφτομαι, λοιπόν, καθώς κοιτάζω αὐτή τήν παλιά φωτογραφία, ἐκεῖνο τό φτωχό, τό λιτό, τό ἀπέριττο ἐκκλησἀκι τοῦ Ἁγίου Νικολάου στό Λουτράκι. Τό ἀγαπούσαμε αὐτό τό ναΐδριο, γιατί μᾶς θύμιζε πολλά. Πιό πολύ ὅπως γιατί ταυτίζονταν μὲ τά ὀνόματα τοῦ Πατέρα καί τοῦ Παπποῦ, πού γιόρταζαν τήν ἡμέρα ἐκείνη,  πού πανηγύριζε. Κι ἐμεῖς, τὴν ἡμέρα αὐτὴ μπορεῖ νά μήν εἴμασταν ἐκεῖ, ὅμως ἡ ψυχή κατηφόριζε ἀπό τό Κάτω Χωριό, ἀπό τήν παλιά μας τήν ἐκκλησία, ὅπου δέσποζε ἡ Εἰκόνα τοῦ Ἀγίου Νικολάου, ἀφιέρωμα τοῦ καπετάν Σταμάτη Χήρα, τοῦ Γέρο-Ζεμπίλη, ὅπως τόν ξέρανε στό χωριό, γιά νά συνευρεθεῖ στήν πανήγυρι, μέσα σ᾿ ἐκείνη τήν μισοσκότεινη τήν ἐκκλησιά - πάντα ἔτσι τή θυμᾶμαι· μέ τούς τοίχους της βαμμένους στό θαλασσί, μέ τά καντήλια της πάντα ἀναμμένα, γιατί ὅλο καί κάποιος καϋμός, συντροφευμενος μέ μιά παρακληση εἶχε ἤδη κατατεθεῖ στήν ἀρχαία τήν Εἰκόνα τοῦ γίου.  

Ὅμως μάκρυνα πολύ. Σήμερα εἶναι Γιορτή. Ἡ Γιορτή τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Μέ τό σπίτι μας κλειστό, ἐδῶ καί τόσα χρόνια. Ὁ φοῦρνος πάλι πάγωσε ἀπό τούς χειμῶνες πού δέχτηκε κι εἶναι πιά  ἕτοιμος νά καταρρεύσει. Καί μαζί τους νά θαφτοῦν τόσα ὄνειρα ποὺ φτερούγισαν ἐκεῖ, τόσες ἐλπίδες, ἀλλά καί γιορτές. Γιορτές μέ τή θαλπωρή τῆς παραστιᾶς, τό χαμηλό φῶς τῆς λάμπας, τήν εὐωδιά τῶν γλυκῶν καί τῆς ρακῆς, τό ράμφισμα τῆς βροχῆς στό τζάμι... Γιορτές πού ἔκλεισαν τόν κύκλο τους ὅπως ἡ ζωή, ὅπως τό σπίτι πού ἐρημώθηκε, παραγέμισε σκόνη καί ὑγρασία.  Πάει τό σκαμνί τοῦ παπποῦ πού καθόταν σιμά στή φωτιά· τῆς γιαγιᾶς τό καλάθι μέ τό πλέξιμο, τό τραπέζι μέ τά λιτά του τά στολίδια πού εἶχε, σάπισε καί θάφτηκε κι αὐτό στό χωνευτήρι τῆς μνήμης. Ἀπό χρόνια ἔχει νά καεῖ τό τζάκι, ἐνῶ, ἀλλοίμονο, τό χαγιάτι πού κοίταζε κατά τό πέλαγο σάπισε, διαλύθηκε κι ἀπόμεινε μονάχα στή θύμηση νά μᾶς φέρνει κάθε  ἕξη τοῦ Δεκεμβρίου, σ᾿ ὥρα ἀπόβραδη καί νοσταλγική, σιμά στόν κόσμο ἐκεῖνο,  τόν πολύτιμο καὶ πάντα εὐλογημένο κόσμο τῆς παιδικῆς μας ἡλικίας...    

παπα- κων. ν. καλλιανός

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2018

Γιώργου Λέκκα: ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΘΑΛΛΕΙ (νέο ποίημα)



«-Πάμε να σταθούμε απέναντι.
Θα ‘χει καλύτερη θέα.»
P. Pawlikowski, Cold War
(Τελευταία σκηνή της ταινίας)

Τί μας απόμεινε, αγάπη
απ’ ό,τι ερωτευθήκαμε κάποτε ο ένας στον άλλο
εκτός από τούτο το φως, που δεν είναι δικό μας.
Τί κι αν τούτο το φως δεν μας ανήκει
εντούτοις θάλλει μες τα συντρίμμια μας, αγάπη
κι είναι το δώρο που μας ενώνει.

Σε κρατώ και βαδίζουμε χέρι με χέρι
-σ’ αγαπώ και το ξέρω πως κι εσύ μ’ αγαπάς-
γυρνώ να σε δω
και το βλέμμα σου αστράφτει τώρα στο φως
που μας κρατά απ’ το χέρι και τους δύο σφιχτά
και μας πάει απέναντι μαγεμένους.

Φθινόπωρο και γέρνουν τα δέντρα
για να μας ραίνουν κόκκινα φύλλα, αγάπη
ενώ βαδίζουμε κι οι δυο προς τα εκεί
όπου το σπίτι του έχει το φως
προσκυνούμε μαζί
κι ανυπόδητος ένας-ένας διαβαίνει.

18.11.2018

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Ζει, εργάζεται και διακονεί ιερατικά στις Βρυξέλλες.]

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟ ΒΑΘΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΜΕΝΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΩΝ

Ποιμαντικὰ καὶ ἄλλα βιώματα 

Ἱερὸ Μνημόσυνο Μητροπολίτου Τανάγρας κυροῦ Πολυκάρπου

Θέλω νὰ πιστεύω ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς παραχώρησε τὸ μέγα προνόμιο στὸ νὰ γινόμαστε σιωπηλοὶ δέκτες συμπεριφορῶν τῶν συνανθρώπων μας, μὲ τοὺς ὁποίους και ἐρχόμαστε σὲ ἐπικοινωνία.  Καὶ μᾶς τὸ ἔδωσε μὲ μοναδικὸ σκοπό τὴν πνευματική μας βελτίωση καὶ τὴ βαθύτερη κατανόηση τοῦ ἑαυτοῦ μας, μὲ μοναδικὸ συμπέρασμα, πὼς κανένας μας δὲν εἶναι τέλειος. Μονάχα Ἐκεῖνος. Παράλληλα, δὲν θὰ πρέπει νὰ λησμονοῦμε, πὼς μᾶς παρέχεται ἕνα σπουδαῖο μάθημα ἀνθρωπογνωσίας.  

Ὅμως ἄς πάρουμε τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή. 

Ἀκόμα ἀπὸ βρέφος ὁ καθένας μας παρατηρεῖ καὶ βιώνει τὴ συμπεριφορὰ τῶν γύρω του, μὲ κορυφαία ἐκείνη τῆς Μητέρας, ὅπου ὑπερέχει ἡ στοργή, ἡ εὐαισθησία κι ἡ τρυφερότητα. Φυσικὰ ὅλ’ αὐτὰ τὰ ζεῖ, σὲ λιγότερο βαθμό, κι ἀπὸ ἄλλα πρόσωπα, ὅπως τοῦ πατέρα, τοῦ παπποῦ, τῆς γιαγιᾶς, τῶν ἀδελφῶν κ.λ.π. Μέχρι νὰ φτάσει σὲ ἡλικία τέτοια, ποὺ θὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ σπίτι, θὰ πάει στὴ γειτονιά, στὸ δρόμο, στὴν παιδικὴ χαρά, ὅπου κι ἐκεῖ θὰ δεχτεῖ τὴ συμπεριφορὰ τῶν ἄλλων παιδιῶν ἀλλὰ καὶ τῶν μεγάλων, ποὺ δὲ θὰ διστάσουν νὰ τὸ ἀπαξιώσουν, νὰ τὸ μαλώσουν, ἀκόμα καὶ νὰ τὸ χτυπήσουν. Εἶναι δὲ αὐτές οἱ πρῶτες ἀρνητικὲς συμπεριφορὲς ποὺ ζεῖ τὸ παιδί, τὶς ὁποῖες καὶ δύσκολα λησμονεῖ. Γιατὶ κάποιες ἀπὸ αὐτὲς εἶναι ἀναμφίβολα σοβαρὲς τραυματικὲς ἐμπειρίες.

Ὡστόσο, δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε, πὼς κι ὁ σχολικὸς ὁ χῶρος εἶναι κι ἀποτελεῖ τὸ ἄλλο στάδιο, ὅπου ὁ ψυχισμὸς τοῦ παιδιοῦ δέχεται πολλὲς καὶ ποικίλες ἐμπειρίες, οἱ ὁποῖες καὶ διαπιστώνονται ἀπὸ τὴν συμπεριφορὰ τὴν ὁποία δείχνουν συμμαθητὲς καὶ δάσκαλοι. Ἐκεῖ, λοιπόν, ταμιεύονται πολύτιμα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀργότερα ρυθμίζουν τὸν ψυχισμὸ τοῦ παιδιοῦ. Κι ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα βιώματα εἶναι ὁ ἔπαινος ἤ ἡ ἀπόρριψη ἀπὸ μέρους τοῦ Δασκάλου καί, μάλιστα, μπροστὰ σὲ ὅλη τὴν τάξη. Γιὰ νὰ ἔλθει ἡ ἐφηβεία μὲ τὶς ἀνησυχίες καὶ τοὺς ὅποιους ὁραματισμούς, ποὺ  πραγματοποιεῖ μὲ φαντασία καὶ τόλμη ὁ κάθε νέος. Γιατὶ ὅταν πλησιάσει ἡ ὥρα νὰ περατώσει τὶς λυκειακές του σπουδές, τότε θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἕτοιμος, ὥστε νὰ διαλέξει τὸ δρόμο του στὸν ἐπαγγελματισμό. Φυσικὰ τότε ξεκινᾶνε καὶ τὰ πρῶτα ἐρωτικὰ σκιρτήματα, στὰ ὁποῖα καὶ καραδοκεῖ πάντα ὁ κίνδυνος τῆς ἀπογοήτευσης καὶ τῆς ἀπόρριψης, ἀλλὰ καὶ τοῦ ὑπερβολικοῦ ναρκισσισμοῦ.  

Ὅμως μὴ ξεχνᾶμε πὼς ὁ καιρὸς τῆς ἐφηβείας εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μὲ δειλὰ βήματα ὁδηγεῖ τὸ νεό ἤ τὴ νέα στὸν ἐπαγγελματισμό. ἀφοῦ τὰ καλοκαίρια τούλαχιστον τὰ περισσότερα παιδιά, κυρίως τῶν τελευταίων τάξεων τοῦ Λυκέιου, κάπου ἀπασχολοῦνται, γιὰ νὰ μαθαίνουν πρῶτα καὶ μετὰ γιὰ νὰ συνδράμουν στὰ οἰκονομικὰ τοῦ σπιτιοῦ. 

Τότε, λοιπόν, εἶναι ποὺ δέχεται αὐτὸ τὸ παιδὶ μεγάλες καὶ διδακτικὲς ἐμπειρίες, οἱ ὁποῖες μποροῦν νὰ βελτώσουν ἤ νὰ βυθίσουν στὴν ἀπόγνωση τὸν χαρακτήρα του. Κι αὐτό,  ἐπειδὴ πολλὲς φορὲς ἡ ἔνταση τῆς ἐργασίας, ἰδίως σὲ περιοχὲς μὲ πολυκοσμία, δημιουργεῖ ἐντάσεις, ποὺ ἀσφαλῶς τὶς δέχεται πρῶτος ὁ μικρότερος κι ὁ πλέον ἀνίσχυρος. Γι᾿ αὐτὸ ἀπαιτεῖται σὲ τέτοιες περιπτώσεις ἡ ἐπαγρύπνηση τοῦ γονιοῦ, ὄχι τοῦ τρόπου «ἄστον νὰ τριφτεῖ στὴ δουλιά, νὰ μάθει», ἀλλὰ στὸ νὰ προσέξει μήπως ἀπὸ ὅλη αὐτὴν τὴν ὑπόθεση, μὲ τὶς ἀπάνθρωπες συμπεριφορὲς ποὺ εἰσπράττει ὁ ἔφηβος, κάποια στιγμὴ γίνει ἡ μεγάλη ἐσωτερικὴ ἔκρηξη, ποὺ θὰ τοῦ κοστίσει ἀργότερα ἀκριβά...
    
Ὅμως τὶς πλέον ἰσχυρὲς ἐμπειρίες ἀρνητικῶν ἤ θετικῶν συμπεριφορῶν τὶς βιώνει ὁ κάθε νέος, ὅταν  θὰ περατώσει τὶς σπουδές του καὶ θὰ στραφεῖ, ὅπως εἶναι σωστό, στὴν ὅποια ἐργασία ἔχει ἐπιλέξει, ὥστε νὰ βιοποριστεῖ καὶ συνάμα νὰ προσφέρει τὶς ὑπηρεσίες του. [Δὲν ἀναφέρω ἐδῶ τὶς ὅποιες ἐμπειρίες κομίζουμε ὅλοι ἀπὸ τὴ στρατιωτική μας θητεία, γιατὶ εἶναι ἕνα μεγάλο κεφάλαιο, τὸ ὁποῖο χρειάζεται ἰδιαίτερη προσοχή, ἐπειδὴ ὁ Στρατὸς εἶναι μιὰ μικρογραφία τῆς κοινωνίας, ὅπου ὁ καθένας μας δίνει τὶς ἀπαραίτητες ἐξετάσεις προόδου καὶ ἀντοχῆς συνάμα]. 

Ὁ ἐργασιακὸς χῶρος τώρα,  εἶναι γιὰ τὸν κάθε νέο  ἕνα στάδιο, ὅπου καλεῖται ν᾿ ἀγωνιστεῖ, ὄχι μονάχα, ἀλλὰ νὰ δοκιμαστεῖ «ὡς χρυσὸς ἐν χωνευτηρίῳ» (Σοφ. Σολ. 1, 6.) Νὰ δοκιμαστεῖ,  δηλαδή,  στὴν ὑπομονή, στὴν ἀνεκτικότητα στὴν φιλοτιμία καὶ φιλανθρωπία, ἀλλὰ καὶ στὴ φιλεργία. Φυσικὰ οἱ λέξεις αὐτὲς, ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε, ἔχουν καὶ τὸ ἀντίθετό τους νόημα καὶ σημασία, ἡ ὁποία καὶ καραδοκεῖ νὰ ὑποκαταστήσει τὴν κύρια σημασία τῆς λέξης. Δηλαδή, πίσω ἀπὸ τὴν ὑπομονὴ ὑπάρχει ἡ ἔναγχος βιασύνη καὶ ἀδημονία, πίσω ἀπὸ τὴν ἀνεκτικότητα βρίσκεται ἡ ἐγωϊστικὴ ἀδιαφορία κ. ἄ. Ὅμως τότε τὰ πράγματα ὁδηγοῦνται στὴν τραγικὴ ἀποτυχία, ἀφοῦ ὁ συνεκτικὸς κρίκος τῆς συνεργασίας δὲν ὑφίσταται πιά,  λόγω τῶν ἐγωϊστικῶν κὰ ἄλλων παραμέτρων ποὺ εἶναι φυσικὸ νὰ ἐμφανίζονται σὲ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις. 

Τότε, λοιπόν, εἶναι οἱ κορυφαῖες στιγμὲς ποὺ ζεῖ ὁ κάθε νέος, καθὼς ἀποταμιεύει πλῆθος συμπεριφορῶν καὶ βρίσκεται σὲ δεινὴ θέση κάποτε νὰ διαπιστώσει ποιὸς εἶναι ὁ εἰλικιρινής, ὁ ἔντιμος, ὁ φίλος, ὁ συνεργάτης. Πράγμα ἀρκετὰ δύσκολο, ἐπειδὴ πάντα καιροφυλακτεῖ τὸ λεγόμενο θέλημα, ἡ προσπάθεια ὑπεροχῆς τοῦ ἄλλου, ἀκόμα καὶ μὲ μέσα ὄχι καὶ τόσο ἔντιμα. Γιατὶ μῆν τὸ ξεχνᾶμε: εἶναι τὸ μέγα ζητούμενο τῆς ἐπιβίωσης στὸ μέσον κι ὁ ἄλλος παραμερίζει εὔκολα φιλίες, συναδελφικότητες καὶ φιλοτιμία. [Πόσο, στ᾿ ἀλήθεια, δύσκολο εἶναι νὰ ὑπερβεῖ κανεὶς τὴν καθημερινότητα καὶ νὰ θυσιάσει τὴν ὅποια του ἀπολαβή (ὑλικὴ καὶ ἠθική), γιὰ νὰ πεῖ ὅτι ἔπραξε τὸ δίκαιο καὶ τὸ φιλανθρωπο!  Κι ὅμως... Ὁ καθένας μας ἔχει βιώσει παρόμοιες καταστάσεις καὶ σωπαίνει, γιατὶ πιστεύει ὅτι κι ὅ ἴδιος μπορεῖ κάποτε νὰ ἐπαναλάβει τὰ ἴδια. Βλέπεις, ὁ ἀνθρώπινος χαρακτήρας συχνὰ παραπαίει, μέχρι νὰ βρεῖ -σὲ μάκρος χρόνου- τὸν πραγματικό του ἑαυτό. Μὲ λίγα λόγια νὰ ὡριμάσει. Δηλαδή, νὰ κατορθώσει νὰ κάνει λιγότερα λάθη καὶ νὰ εἶναι πιὸ προσεχτικός. Ἔτσι, τὸ κυριακὸ λόγιο «γίνεσθε φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις καὶ ἀκέραιοι ὡς αἱ περιστεραί» (Μτθ. 10, 16), δὲ νομίζω ὅτι εἰπώθηκε τυχαῖα. Μάλιστα, ἄν τὸ δοῦμε σωστότερα, θὰ παρατηρήσουμε ὅτι ἔχει ἄμεση σχέση μὲ τὴν στερέωση τῆς οἰκοδομῆς τοῦ εἶναι μας.
  
Ἕνα, λοιπόν, εἶναι βέβαιο στὴ βιοτή μας. Ἡ καθημερινὴ εἴσπραξη συμπεριφορῶν καὶ τρόπων ἀπὸ μέρους τῶν συνανθρώπων μας,  ὅπως καταλαβαίνει ὁ καθένας, εἶναι μιὰ πολύτιμη συλλογὴ στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἄν τὰ ἐπεξεργαστοῦμε σωστὰ εἶναι δυνατὸ νὰ ἀπομακρύνουμε ἀπὸ πάνω μας κάθε ἀγχωτικὴ ἐνόχληση. Χώρια ποὺ ἀποτελοῦν καὶ εἶναι ἕνα μέγιστο μάθημα ἀνθρωπογνωσίας. Ἐμπειρικῆς ἀνθρωπογνωσίας, μάλιστα. Γιατὶ ὅλ᾿ αὐτὰ ἄν τὰ μεταχειριστοῦμε «εἰς διόρθωσιν βίου», τότε θὰ νοιώσουμε τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ πάνω μας. Πρωτίστως νὰ μᾶς σκέπει... 

π. κ. ν. κ.

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΣΑΡΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ, ΛΟΙΠΟΝ...


Τὸ σπίτι ἦταν τότε βολεμένο, στολισμένο καὶ ὄμορφο. Τὰ πρόσωπα ὅλα νέα καὶ φωτεινά, χαμογελοῦσαν κι ἄφηναν τὴ χαρά τους νὰ ταυτιστεῖ μὲ τῆς γιορτῆς τὴ μέρα. Ναί, ξημέρωνε τῶν Ταξιαρχῶν. Ἐδῶ καὶ σαράντα χρόνια. Σαράντα χρόνια... Ἀλήθεια, πότε πέρασαν καὶ πόση στάχτη ἄφησαν στὴν ψυχή καὶ γύρω τους. 

Θυμᾶσαι... Μέσα στὸ παγωμένο ἀπόβραδο τοῦ Νοεμβρίου τὴ γιορτὴ νὰ ἀνοίγεται μὲ εὐχές, μὲ ἐπισκέψεις,  μὲ παρουσία ἀνθρώπων. Ποὺ σήμερα ἔφυγαν κι ἄφησαν μονάχα τὸν ἴσκιο τους νὰ στέκει στὸ ἴδιο σκοτεινὸ τὸ δωμάτιο, ποὺ τότε ἦταν φωτισμένο, περιποιημένο, χαμογελαστό.  

Ἀλήθεια, πόσες μνῆμες εἶναι ἀπό τότε μαγεμένες, στιμωγμένες λές, στὸ νοῦ στὴν ψυχή, γύρω σου. Μνῆμες τότε λαμπερές καὶ σήμερα ἀχνοφωτισμένες μαζὺ μὲ τὰ πρόσωπα ποὺ πέρασαν, μαζὶ μὲ τὰ λόγια ποὺ ἄφησαν, μαζὶ μὲ τὰ βήματα,  ποὺ ἀκόμα λές κι ἀκούγονται στὰ σκαλοπάτια, στὸ ἄδειο σαλόνι, στὸ μισοφωτισμένο σπίτι, ποὺ ἑτοιμάζεται νὰ γιορτάσει καὶ πάλι. Νὰ γιορτάσει, συντροφιὰ μὲ θύμησες, συντοφιὰ μὲ τὴ συγκίνηση, ποὺ ἀνεβαίνει στὰ μάτια σὰν ψιχάλα βροχῆς...

π.κ.ν.κ.

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2018

Γιά τό βιβλίο: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΠ. ΤΣΙΩΛΗΣ, “ΟΛΑ ΤΑ ΕΝ ΚΑΡΠΕΝΗΣΙΩ ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΗ”

Τὸ ταξίδι τοῦ Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη στὸ Καρπενήσι (1901), ἔκδ. Εὐρωπαικοῦ Κέντρου Εὐρυτανικῶν Σπουδῶν καὶ Ἐρευνῶν, Ἀθήνα 2018, σ. σ. 106.

ΓΡΑΦΕΙ Ο π. ΚΩΝ. Ν. ΚΑΛΛΙΑΝΟΣ

Στὰ χρόνια μας, ὅπου ὁ ἄλλος κορυφαῖος Σκιαθίτης λόγιος, ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης τείνει νὰ λησμονηθεῖ, ἀφοῦ ἀκόμα καὶ στὴν πατρίδα του, τὴ Σκιάθο, δεσπόζει μονάχα ὁ ἕτερος Ἀλέξανδρος, ὁ Παπαδιαμάντης, ἕνας λόγιος Γιατρός,  χρόνια τώρα, ἐρευνώντας παλιὲς ἐφημερίδες κι ἄλλες πηγές τίμησε δεόντως τὴ Μορφὴ  τοῦ ἑτέρου Ἁγίου τῶν Γραμμάτων μας, τοῦ Μωραϊτίδη. Καὶ τὴν τίμησε εὐπρεπῶς, καὶ μὲ τὴν εὐλάβεια ποὺ τὸν διακρίνει ἀπέναντι σὲ αὐτὰ τὰ ἀθάνατα Πρόσωπα τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ. Ἔτσι,  μᾶς πρόσφερε τὸ ὡς ἄνω ἐξαίρετο βιβλίο του, στὸ ὁποῖο θησαυρίζεται τὸ ταξίδι τοῦ Μωραϊτίδη στὸ Καρπενήσι. Ἕνα ταξίδι ποὺ πραγματοποιήθηκε τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1901 (σ. 18), ἀλλὰ πρωτοδημοσιεύτηκε στὴν ἐφ. «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» στὶς 15 Ἰανουαρίου τοῦ 1902 (σελ. 47, ὑποσημείωση). 

«Σ᾿ αὐτὸ τὸ ταξιδιωτικὸ τοῦ Καρπενησίου, μᾶς λέει ὁ σ., ἔγινε προσπάθεια μέσω ἔρευνας νὰ φωτιστοῦν καὶ νὰ σχολιαστοῦν ἀναλόγως κάποιες ὄψεις καὶ κάποιες ἰδιαίτερες στιγμὲς  αὐτοῦ τοῦ ὄχι εὐρέως γνωστοῦ ταξιδιοῦ [τοῦ Μωραϊτίδη] στὴν περιοχή» (σ. 13) Καὶ πράγματι ὁ  σ. μὲ ὑπομονὴ ἔψαξε ὅλες τὶς διαθέσιμες πηγές καὶ  κοίταξε νὰ μᾶς παραδώσει ἕνα ἄρτιο βιβλίο. Βιβλίο, ποὺ ἔχει γραφεῖ μὲ μεγάλο μεράκι (καὶ τὴ γνωστὴ τελειομανία ποὺ εἶναι τιμητικὸ ἰδίωμα τοῦ φίλου γιατροῦ), γιατὶ ὁ σ. προσπάθησε νὰ μᾶς ἐξηγήσει τὰ πάντα, ὅσα δηλαδή ἀναφέρει ὁ Μωραϊτίδης στὸ ταξιδιωτικό κείμενό του. Ἔτσι μᾶς δίνει τὶς πληροφορίες ποὺ χρειαζόμαστε π. χ. γιὰ  τὸ πλοῖο μὲ τὸ ὁποῖο ταξίδεψε ὁ Σκιαθίτης λογογράφος (σελ. 18-20 καὶ σημ. 9), τὸ ξενοδοχεῖο ποὺ ἔμεινε στὴ Λαμία, (σελ. 31, σημ. 33), τὸ χάνι ὅπου κατέλυσε στὸ χωριὸ Κάψη (σελ. 33, σημ. 42)  καὶ τέλος, γιὰ τὶς μεγαλοπρεπεῖς χιονισμένες πλαγιὲς τοῦ Καρπενησίου (σελ. 37). 

Τέλος, πρέπει νὰ ὑπογραμμίσουμε ὅτι ὁ σ. δὲν ἀγνόησε καὶ τὴν ἀναδημοσίευση τοῦ ταξιδιωτικοῦ αὐτοῦ στὴ σειρὰ «Μὲ τοῦ βορηὰ τὰ κύματα»,  (βλ. τ. Ε΄ σελ. 77-93) ὅπου παρουσιάζεται τὸ σύνολο σχεδὸν τῶν ταξιδιωτικῶν τοῦ Μωραϊτίδη. Ὁ σ. προσέχει τὶς διαφορὲς   καὶ τὶς σημειώνει, ἔτσι ὥστε τὸ ὅλο του ἔργο νὰ εἶναι -ὅπως καὶ πράγματι εἶναι- ἀπό κάθε ἄποψη τέλειο. 

Τὸν εὐχαριστοῦμε καὶ περιμένουμε τὰ ἄλλα του Μωραϊτίδεια ποὺ πρωτοείδαμε δημοσιευμένα στὴν ἐφημερίδα «Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας». 

π. κ. ν. κ.
   

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2018

Γιώργου Λέκκα: ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ (νέο ποίημα)


Γεννηθήκαμε μ’ έναν πανίσχυρο
φωτογραφικό φακό στα μάτια
που και η τελευταίας τεχνολογίας Canon
του γιαπωνέζου τώρα στο μετρό μαζί μου
αποτελεί μια απλώς φτηνή απομίμησή του.
Κάθε τόσο η φωτογραφική μας κάννη
σημαδεύει στο ψαχνό τον χρόνο
μα τα μόνα λάφυρα, οι μνήμες μας – 
ταπεινές αποδείξεις της ζωής μας.

Φωτογραφίζουμε διαρκώς ο ένας τον άλλον –
ο γιαπωνέζος το κορίτσι του
εγώ στα κρυφά και τους δυο
αυτές εδώ οι γραμμές και τους τρεις μας –
μέχρις ότου ο καθένας μας παραδώσει
το σύνολο των φωτογραφικών του αποτυπώσεων
για να κριθεί οριστικά
με αποκλειστικό κριτήριο
την πρόθεση του φωτογράφου.

20.10.2018.

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Ζει, εργάζεται και διακονεί ιερατικά στις Βρυξέλλες.]  

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2018

Φωνή και Φως από τα Εσώτερα (Με αφορμή "Τα ελεγεία της Οξώπετρας" του Οδυσσέα Ελύτη)

Γράφει ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας

Ξαναδιαβάζω αὐτές τίς μέρες "Τά Ἐλεγεῖα τῆς Ὀξώπετρας" τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη, πού κυκλοφόρησαν τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1991 ἀπό τίς Ἐκδόσεις Ἴκαρος, μέ ἐξώφυλλο τῆς Ἰουλίτας Ἡλιοπούλου καί μέ προμετωπίδα τοῦ Κώστα Πανιάρα. Τά περίμενα δέκα ὁλόκληρα χρόνια. Ἀπό τήν ἐποχή δηλαδή, πού ὁ ἴδιος ὁ Ποιητής εἶχε μιλήσει γι' αὐτά στό νέο τότε Περιοδικό ἡ λέξη, ὅπου δήλωνε χαρακτηριστικά: 

"Καί εἶναι τά Ἐλεγεῖα τῆς Ὀξώπετρας μιά σειρά ἀπό ποιήματα πού ἔχω στή μέση καί πού παρακαλῶ νά μοῦ δοθεῖ ἡ δύναμη νά τά ὁλοκληρώσω. Ὀξώπετρα εἶναι, γεωγραφικά μιλώντας, ἕνα ἀκρωτήριο στό νησί τῆς Ἀστυπαλαίας. Γιά μένα εἶναι τό πιό προχωρημένο σημεῖο τῆς ἐποχῆς μας μέσα σέ μιάν ἄλλη ἐποχή, καί τό πιό προχωρημένο σημεῖο τῆς ζωῆς μου μέσα στόν θάνατο. Ἴδωμεν" (1). 

Αὐτά τήν Ἄνοιξη τοῦ 1981. Ἀρχές Δεκεμβρίου τοῦ 1991 ἔφτασε στά χέρια μου, σταλμένο ἀπό τόν ἴδιο τόν Ποιητή καί μέ ἰδιόχειρη μάλιστα ἀφιέρωσή του. Ἡ ἀτμόσφαιρά τους 
"Μυρίζει εὐγένεια ξύλου παλαιοῦ 
Ἤ ζώου ταπεινωμένου" (2). 

Οἱ στίχοι ἀπό "Τά Ἐλεγεῖα τῆς Ὀξώπετρας" ἔρχονται νά μετακινήσουν καθοριστικά καί ἀναστάσιμα τή Μέσα μας Πέτρα-Ταφόπετρα, ἀφήνοντας μοιραῖα ἐκτεθειμένη τήν ἀνεπάρκεια τῶν αἰσθημάτων μας καί τή συχνότατα στενόκαρδη βιοτή μας. Ὁ Ἐλύτης, προερχόμενος ἀπό τά Ἐρχόμενα περισσότερο ἔμπειρος τώρα παρά ποτέ, ἀναδεικνύεται στό ἑξῆς Προφήτης ἀπ' τούς Μείζονες (μέ τήν ἔννοια πάντοτε, ὄχι τοῦ μάντι, ἀλλά τοῦ διαγγελέα), ἀποφαινόμενος τελεσίδικα πιά γιά "ὑπόθεσες ψυχικές", πού θἄλεγε κι ὀ Σολωμός, ὁ ἄλλος ἐκεῖνος Μείζων. Τόν ὁραματίζομαι Πρωθιερέα τῆς Ἀλήθειας, ἡ ὁποία, κατ' αὐτόν, "μόνον ἔναντι θανάτου δίδεται" (3), νά προπορεύεται ἀσκεπής κατά τή Μεγάλη Εἴσοδο, κι ἐμεῖς οἱ ἐναπομείναντες πιστοί, διαιωνίζοντας τήν "ὅλο εὐσέβεια" (4), "συντριβή καί δέος" (5), πράξη τῆς αἱμορροούσας γυναίκας, νά ψαύουμε "τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ" (6), ἐνῶ ἀπό τά Ἐσώτερα, πίσω ἀπό τό βελούδινο βυζαντινό παραπέτασμα τοῦ Ἀβάτου, φθάνει βιωματικά ὥς ἐμᾶς ὁ ἀπόηχος ἀπό τήν ἀναπόφευκτη ἔκρηξη τῶν Ὅλων, τῶν Πρίν καί τῶν Μελλόντων, μεταποιούμενων ὁλοένα σέ 
"Ὄμικρον ἄλφα κι ἔψιλον ἀπ' τά Παντοτινά" (7). 

Ὁ Ποιητής Ἐλύτης μέ τοῦτο ἰδιαίτερα τό ξέσπασμα τῆς ποιητικῆς του ὁρμῆς μᾶς μυεῖ στά φιλοσοφικά ἰδιώματα τῆς Γλώσσας, ἀλλά καί στίς γλωσσικές ταυτόχρονα ὑποστάσεις τοῦ Φιλοσοφεῖν. Μᾶς ἐκπαιδεύει πῶς κι ἀπό ποῦ θά μποροῦν νά δραπετεύουν στό ἑξῆς οἱ ἀντιφρονοῦντες τῆς ζωῆς, δίχως νά τούς ἀγγίζει ὁ Θάνατος. Χρησιμοποιεῖ γλώσσα μέλλουσα, τόσο μά τόσο δύσκολα εὔκολη, μά δική του. 
"Αὐτά στή γλώσσα τή δική μου. Κι ἄλλοι ἄλλα σ' ἄλλες" (8), 

λέει. Μεταχειρίζεται ἤχους ἀπό τόν πλάγιο τοῦ πρώτου ἕως καί βαρύ, ἀχώρητους στήν παρτιτούρα πιά. Τό "Φωτόδεντρο" θά φύεται στό ἑξῆς στή νέα "Κομμαγηνή" καί ὁ "ἀθέατος Ἀπρίλιος" παράγει τώρα λόγο, πού "ἰουλίζει". Ὁ "Ἥλιος ὁ Πρῶτος" φανερώνει σήμερα τόν "Ἥλιο τόν Κρυπτό", καί τό "Λακωνικόν" ἤ τό "Σηματολόγιον" τιτλοφορεῖται τώρα "Ρῆμα τό Σκοτεινόν", δίχως πιά τύψεις, 
"Ἐνῶ τοῦ ἥλιου ἡ λόγχη πάνω στό σφουγγαρισμένο πάτωμα ὅπου σφάδαζα μ' ἀποτελείωνε" (9). 

Θά μποροῦσε τελικά νά ἰσχυρισθεῖ ἀνενδοίαστα κανείς, ὅτι τά "Ἐλεγεῖα", κοιταγμένα ἀπό μιάν ἰδιαίτερη ἄποψη, ἀποτελοῦν τήν κωδικοποίηση τοῦ θεσμικοῦ πλαισίου καί τῆς (μέ εὐρεία ἔννοια) πολιτικῆς δεοντολογίας καί τακτικῆς γιά μιά νέα "ἐπικράτεια"
"τήν Ἑλλάδα τή δεύτερη τοῦ ἐπάνω κόσμου" (10), 

τήν ὁποίαν εἶχε ἀνασύρει παλαιότερα στήν ἐπιφάνεια ὁ Ἐλύτης μές ἀπό τόν "Μικρό Ναυτίλο". 


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 

1. Ὀ δ υ σ σ έ α Ἐ λ ύ τ η, "Σέ β' πρόσωπο" (συνέντευξη), Περιοδικό Ἡ λέξη 3 (1981) 24. 
2. Τ ο ῦ Ἴ δ ι ο υ, Τά Ἐλεγεῖα τῆς Ὀξώπετρας, Ἐκδ. Ἴκαρος, (Ἀθήνα 1991), σ. 9. 
3. ὅ. π. , σ. 37. 
4. ὅ. π. , σ. 9. 
5. ὅ. π. , σ. 16. 
6. Λ κ 8, 44. 
7. Ὀ δ υ σ σ έ α Ἐ λ ύ τ η, ὅ. π., σ. 23. 
8. ὅ. π. , σ. 37. 
9. ὅ. π. , σ. 17. 
10. Τ ο ῦ Ἴ δ ι ο υ, Ὁ Μικρός Ναυτίλος, Ἐκδ. Ἴκαρος, (Ἀθήνα 1985), σ. 27.


Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΜΑΘΗΤΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΙΕΡΩΣΥΝΗ ΜΕ ΣΧΟΛΑΡΧΗ ΤΟΝ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟ ΠΑΠΑ-ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟ

Φοιτητικὲς κι ἄλλες ἀναμνήσεις

Στὸν π. Ἰωάννη καὶ τὴν ἁγιοφόρο Συνοδεία του, ταπεινὸ ἀντίδωρο φιλαδελφίας 


Τὸ σχολικὸ ἔτος 1973-74 ἦταν καθοριστικὸ γιὰ τὶς ἱερατικές μου σπουδές, γιατὶ ἀναχωρώντας ἀπὸ τὴν Ἀνωτέρα τῆς Ριζαρείου, συνέχισα στὴν ὄντως πρωτοπόρα Ἀνωτέρα Ἱερατικὴ Σχολὴ τῆς Θεσσαλονίκης, ποὺ στεγάζονταν τότε στὸ μεγαλο οἴκημα,  δίπλα στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Θεοδώρας.

 Σχολάρχης ἐκεῖ ἦταν τότε ὁ πολὺς παπα-Συμεὼν Κραγιόπουλος, ἕνας ἁπλὸς, γλυκομίλητος καὶ σοβαρὸς κληρικός, ποὺ δὲν εἶχε καμμία ἔπαρση καὶ δασκαλίστικο ἤ ἀρχομανὲς πνεῦμα. Γιατὶ δὲν τοῦ χρειάζονταν, ἄλλωστε. Κι αὐτό, ἐπειδὴ ἦταν ἀπὸ τότε ὣριμος καὶ κατασταλαγμένος. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὅταν τὸν ἔβλεπες, νόμιζες πὼς ἦταν ἡλικιωμένος, ἐνῶ στὴν πραγματικὸτητα ἦταν ἀρκετὰ νεότερος, καὶ τὸν σεβόσουν. Σὲ κέρδιζε δηλαδή, ἡ μορφή του. 

Ὁ ἕνας χρόνος, λοιπόν, ποὺ σπούδασα ἐκεῖ, μὲ Σχολάρχη τὸν π. Συμεὼν ἦταν πολὺ σημαντικός, διδακτικός, ἀλλὰ καὶ ταμιευμένος μὲ ἐμπειρίες φιλάγιες, ὑπεύθυνες καὶ ἀταλάντευτες,  ἀφοῦ ἔλαβα τόσα, ὅσα χρειαζόμουν πιά. Γιατὶ ἐκεῖ ἔζησα τὶς πρῶτες ἀγρυπνίες στὴν τότε κατανυκτικότατη Ἁγία Θεοδώρα, μὲ πλῆθος πιστῶν νὰ προσέρχονται-ἀλήθεια, πῶς νὰ λησμονήσεις τὸν σεμνὸ καὶ ταπεινὸ καθηγητὴ τῆς Λειτουργικῆς, τὸν ἀείμνηστο Ίω, Φουντούλη (Φοντούλη τὸν ἔλεγε ὁ Γέροντας Συμεών), ποὺ κοινωνοῦσε πάντα καὶ δὲν ἔλειψε ποτέ του!

Κι ὕστερα ἐκεῖνοι οἱ λόγοι τοῦ π. Συμεὼν  στὸ χαμηλόφωτο καθολικό, ποὺ εἶχαν πάντα κάτι νὰ προσφέρουν, ὥστε νὰ τὸ πάρεις μαζί σου καὶ νὰ τὸ ἐπεξεργαστεῖς ἥρεμα καὶ μὲ  προσευχὴ καὶ προσοχή. Ἀλησμόνητος π. χ. θὰ μείνει ὁ λόγος του στὸν Ἅγιο Νικόλαο, ποὺ εἶχε ὡς κεντρικὸ θέμα του τὸ πῶς ὁ κάθε  ἄνθρωπος θὰ κατορθώσει νὰ γίνει ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ πιστὸς θεράπων, ὅπως ὁ Ἅγιος Νικόλαος. Μὲ λίγα λόγια, τόνισε ὅτι, ὅπως ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ σώσει τὸ κόσμο, ἔστι κι ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ καταφύγει σιμὰ στὸ Θεό, γιὰ νὰ βρεῖ τὴ σωτηρία του. 

Στὰ μαθήματα ποὺ μᾶς ἔκανε ἦταν πάντα εὐχάριστος καὶ διόλου κουραστικός ἤ αὐστηρός. Γιατὶ σεβόμασταν πάντα αὐτὰ ποὺ μᾶς ἔλεγε μὲ ἁπλότητα καὶ ἡρεμία, λὲς καὶ κήρυττε ἤ κατηχοῦσε. Θυμᾶμαι,  μάλιστα, ὅτι στὴν Ἐξομολογητική, εἶχε σταθεῖ στὸ ἐνταλτήριο Γράμμα ποὺ δίδει ὁ πνευματικὸς στὸν μέλλοντα κληρικό. Καὶ θυμᾶμαι  πὼς τὸ εἶχε τότε δείξει καὶ στὸν ἐπίσης ἀείμνηστο καθηγητή μας τὸν Ἰω. Κορναράκη, ποὺ μᾶς ἔκανε Ποιμαντική κι ἐκεῖνος τὸ εἶδε μὲ μεγάλο ἐνδιαφέρον. Δὲν ἔμαθα ποτὲ ἄν ὁ δεύτερος ἔγραψε κάτι πάνω σὲ αὐτό, ὅσο κι ἄν τὸ ἔψαξα...

Ἀλησμόνητα ἐπίσης θὰ μείνουν στὴν ψυχὴ ἐκεῖνα τὰ μυρωμένα ἀπογεύματα τῆς Μ. Σαρακοστῆς ποὺ ἀνεβαίναμε στὸ μοναστήρι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, στὸ Πανόραμα, ὅπου ὁ Γέροντας θὰ τελοῦσε τὴν τόσο εὐκατάνυκτη Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία... Πάντα χαμηλόφωνα, ταπεινά, ἥσυχα, χωρὶς περιττὲς κινήσεις καὶ αὐτοπροβολή. Ὅλα τους εἶχαν, δηλαδή, μιὰν ἱεροπρέπεια, ποὺ ζύμωνε τὶς ψυχές μας, ὥστε ν᾿ ἀκολουθήσουμε αὐτὸν τὸ δρόμο, ποὺ παραδειγματικὰ μᾶς ἔδειχνε: Τὸ δρόμο τῆς μέλλουσας   ἱερατικῆς μας πορείας.

Ὅμως δὲν μποροῦν νὰ λησμονηθοῦν καὶ οἱ τόσο φωτεινές του ὁμιλίες στὴν αἴθουσα τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, ποὺ ἦταν ὄντως κατάμεστες ἀπὸ κόσμο. Κι ἐδῶ θυμᾶμαι μέ συγκίνηση τὸ πόσο χαροποιοῦσε τὸν Γέροντα νὰ ἀναφέρεται σὲ ἀσκητὲς καὶ ἁγιασμένες μορφές, τονίζοντας πάντα τὴν εὐλογία τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς προσευχῆς.  «Κι ἕνα πουλάκι, ἔλεγε, νὰ λαλήσει, ἀμέσως χάνεται ἡ ἡσυχία τοῦ προσευχομένου ἀσκητῆ». 

Εἶχα τὴν εὐλογία, χρόνια μετὰ τὴν ἀποφοίτησή μου -κληρικὸς πιά- νὰ τὸν ἐπισκεφτῶ στὸ εὐλογημένο μοναστηράκι ποὺ τότε τὸ ἔφτιαχναν. Θυμᾶμαι, ὅτι ἦταν καλοκαίρι, Ἰούλιος μήνας καὶ καθίσαμε στὰ σκαλιὰ τοῦ ἀμφιθέατρου, ποὺ ἑτοίμαζαν καὶ βρίσκονταν σὲ δροσερὸ μέρος. Ἦταν γιὰ μένα μιὰ ἐμπειρία ποὺ ἀκόμα τὴν κρατῶ, ὅπως κρατῶ τὴ Μορφή του, ποὺ στερνὴ φορὰ συνάντησα στὸ βιβλιοπωλεῖο «Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας». Τὶς κρατῶ, λοιπόν, αὐτὲς τὶς συναντήσεις ὡς μοναδικές, εὐγνωμονώντας τὸν Κύριο ποὺ μοῦ τὶς χαρισε. 

Ὁ παπα-Συμεὼν ἐκοιμήθη, ὅμως οἰ διδαχές του, ἡ παρουσία καὶ ἡ προσφορά του ἀπομένουν τεμκήρια ἱκανὰ ἑνὸς ἁγασμένου ὄντως λειτουργοῦ τοῦ Ὑψίστου. Τὴν εὐχή του νὰ ἔχουμε.

παπα-κων. ν. καλλιανός 

Related Posts with Thumbnails

Follow by Email