© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2019

Η Συμφωνία Νο 2 «της Αναστάσεως», σε ντο ελάσσονα του Μάλερ, στο Μέγαρο Μουσικής. Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, 18.1.2019)


Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Στις μεγάλες στιγμές της ζωής, την πιο μεγάλη και συνταρακτική ώρα του θανάτου, ο άνθρωπος στέκεται εκστατικός, γεμάτος δέος και απορία για το πώς η ζωή τελειώνει, και τι γίνεται μετά. Η χριστιανική θρησκεία έχει δώσει την απάντησή της, στηριγμένη στη μεταφυσική πίστη, την ελπίδα στον θεό. Η φιλοσοφία, στηριγμένη στην απορία, τραμπαλίζεται ανάμεσα σε αντίρροπες θέσεις. Η ποίηση και κάθε άλλη Τέχνη μετατρέπει τη μεταφυσική αγωνία σε έργο, το οποίο λειτουργεί ως φάρμακο που κάνει «για λίγο να μη νοιώθεται η πληγή», καθώς λέει ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Έτσι, λοιπόν, οι καλλιτέχνες, τραυματισμένοι στο πεδίο εκείνο όπου οι ιδέες δεν μπορούν να θεραπεύσουν το αμετάκλητο κακό, διοχετεύουν τη δημιουργικότητά τους στην τέχνη τους, η οποία έχει τη δύναμη ισοδύναμη της θρησκευτικής πίστης. Η ποίηση ρίχνει σταγόνες φως στο σκοτάδι έχει πει ο Οδυσσέας Ελύτης, ο οποίος πάνω στο σώμα του πρώτου νεκρού Ανθυπολοχαγού του πολέμου συνέθεσε Άσμα ηρωικό και πένθιμο· με άλλα λόγια, Έπαινο αλλά και Μοιρολόι. Ο Ρίτσος πάνω στο σώμα του νεκρού διαδηλωτή του 1936, συνέθεσε τον Επιτάφιο, Έπαινο και Μοιρολόι, επίσης, και όλοι οι μεγάλοι, από κάποιο μεγάλο πάθος εκκινώντας άφησαν αθάνατα έργα. Στοιχείο ένα για περαιτέρω αξιολόγηση.

Ο Γκούσταβ Μάλερ (1860-1911) ήταν Εβραίος γερμανικής καταγωγής, εκλεκτός της τύχης και της δυστυχίας. Από πολύ νωρίς έδειξε ταλέντο για τη μουσική και άρχισε μαθήματα πιάνου στα έξι του χρόνια. Στα δεκαπέντε μπήκε στο Ωδείο της Βιέννης και αργότερα στο πανεπιστήμιο, όπου σπούδασε ιστορία, φιλοσοφία και μουσική. Μουσικήν ποίει και εργάζου, συμβούλευε ο Σωκράτης, οποίος υποστήριζε ότι κανένα πουλί δεν κελαηδάει από λύπη, όπως νομίζουν οι άνθρωποι για το αηδόνι, το χελιδόνι, τον έποπα και τον κύκνο, αλλά ως πουλιά του Απόλλωνα έχουν μαντική ικανότητα και τραγουδούν από χαρά το τέλος της ζωής, εν όψει των αγαθών που θα δουν στον Άδη. Αυτή η πληροφορία από τον πλατωνικό Φαίδωνα μας φέρνει στο νου τη σημασία της φιλοσοφίας, που σπούδασε στο πανεπιστήμιο ο Μάλερ, και του καθολικισμόού τον οποίο ασπάστηκε. Κι αυτό είναι το στοιχείο δύο για τη συνέχεια.

Ο Μάλερ, από το 1880 κι έπειτα, πέρασε από τις σημαντικότερες Όπερες της Ευρώπης και διηύθυνε τις μεγαλύτερες Ορχήστρες. Στα τριάντα εφτά του χρόνια έγινε αρχιμουσικός στην Όπερα της Βιέννης. Οι καλλιτεχνικές επιτυχίες όμως είχαν ως αντίστιξη δυστυχίες σε προσωπικό επίπεδο. Ο μικρότερος αδελφός του αυτοκτόνησε στα είκοσι ένα του χρόνια. ο ίδιος, παρά την επιτυχία του ως Διευθυντής Ορχήστρας , δεν κατάφερε να πείσει τους κριτικούς για τις συνθέσεις του. Ο γάμος του με την Άλμα Σίντλερ δε ήταν ευτυχισμένος, η κόρη του Μαρία Άννα πέθανε τεσσάρων ετών. Με το θάνατό της κατέρρευσε. Στα δεινά του ήρθε να προστεθεί μια καρδιοπάθεια, η αντισημτική επίθεση του τύπου και το εχθρικό κλίμα στον καλλιτεχνικό περίγυρο. «Η Μουσική μου είναι αυτό που είπε ο Μπύλοφ, ένα συμφωνικό πρόβλημα», έλεγε. Η θέση του στη Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης, μετά από μια σαιζόν που εργάστηκε εκεί, δόθηκε στον Αρτούρο Τοσκανίνι. Η επιδείνωση της υγείας του κι ένα ταξίδι στο Παρίσι για θεραπεία δεν έφερε αποτέλεσμα, επέστρεψε στη Βιέννη και πέθανε το 1911. Ζήτησε να ταφεί πλάι στην κόρη του Μαρία Άννα. Στοιχείο τρίτο.
Αμέσως μετά την Πρώτη Συμφωνία του άρχισε να γράφει ένα συμφωνικό ποίημα που σε πολλά έμοιαζε με επικήδειο. Όμως εκείνος αισθανόταν πως αυτή θα ήταν η αρχή της Δεύτερης Συμφωνίας του. Μελετώντας παραδοσιακά ποιήματα ανακάλυψε τον κόσμο της αθωότητας. Μελοποιώντας τα διαπίστωνε πως συμπλήρωνε τη Συμφωνία του. Εκείνο που του έλειπε, πλέον, ήταν το φινάλε, το οποίο εμπνεύστηκε από την παιδική χορωδία που τραγουδούσε στην κηδεία του φίλου του Χανς Φον Μπύλοφ ένα θρησκευτικό τραγούδι. Έτσι, κάνοντας το ανάλογο του Μπετόβεν στην Ενάτη, προσέθεσε και ο Μάλερ χορωδία στη δική του Συμφωνία Νο 2.
Η Συμφωνία έχει τα εξής μέρη: Allegro maestoso, Ländler: Andante moderato, Scherzo In ruhig fliessender Bewegung (Με ήρεμα ρέουσα κίνηση),
Urlicht (Αρχέγονο φως), Ιm Tempo des Scherzo (Σε ρυθμό σκέρτσου).
Ο Μάλερ άφησε «προγραμματικές» οδηγίες για την ερμηνεία της Συμφωνίας του, πράγμα δύσκολο, βεβαίως, οι οποίες όμως έχουν τη σημασία τους. Την προσωνυμία «Της Αναστάσεως» δεν την έδωσε ο ίδιος αλλά προέκυψε από ό,τι οι μελετητές αποκόμισαν, διακρίνοντας τη μεταφυσική του αγωνία.
Συνεξετάζοντας τα στοιχεία ένα, δύο, τρία, κυρίως το ότι ο Μάλερ θρηνεί πλάι σε έναν αγαπημένο νεκρό αποκτούν νόημα οι σπουδές του, η σημασία του προσωπικού βιώματος και η επιλογή του τέλους. Ο θεατής-ακροατής βλέποντας και ακούγοντας τις «κραυγές», των οποίων το χαρακτήρα δεν μπορεί να προσδιορίσει αν είναι λυτρωτικής χαράς ή θρήνου, οδηγείται στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για την εναρμόνιση των αντιθέτων, πράγμα που συνάδει με το ηρωικό και πένθιμο είδος, το θρήνο για τη ζωή που χάνεται και τη χαρά για την άλλη που ακολουθεί, την ημέρα της Κρίσεως. Οι τρομπέτες της Αποκάλυψης ηχούν παράλληλα με τις φωνές των αγγέλων της χορωδίας και των αγίων που προετοιμάζουν την εμφάνιση του Θεού. Οι στίχοι:
Μάταια δεν γεννήθηκες ούτε υπέφερες δίχως λόγο… Για να ανθίσεις θα σπαρθείς! … Σταμάτα να τρέμεις Ετοιμάσου να ζήσεις …Οδύνη εσύ που όλα διαπερνάς, ξέφυγα από σένα … Θάνατε κατατροπώθηκες…
Από αυτούς τους σκόρπιους στίχους του «αναστάσιμου» τέλους, συμπεραίνουμε ότι ο άνθρωπος συγκατανεύει με τη φυσική κατάσταση των πραγμάτων και αισθάνεται την εναρμόνιση των αντίρροπων δυνάμεων που διέπουν τους νόμους της ζωής. Ο πόνος του θανάτου είναι συγχρόνως και «αναστάσιμη ωδίνη», όπως προσδιόρισε ο Γιώργος Σεφέρης το πέρασμα από τη μία κατάσταση στην άλλη. Είναι η στιγμή που αστράφτει ο νους και γνωρίζει ο νιος τον εαυτό του, για να θυμηθούμε τον Διονύσιο Σολωμό. Η παντοδύναμη αγάπη κυβερνά τον κόσμο.
Η Κρατική μας Ορχήστρα, με τον Στέφανο Τσιαλή στο πόντιουμ, τις εξαιρετικές σολίστ, την υψίφωνο Αλεξάντρα Στάινερ και τη μεσόφωνο Λίλλυ Παασικίβι, τη σύμπραξη της χορωδίας της ΕΡΤ και της Μικτής Δημοτικής Χορωδίας Αθηναίων, που κατέκλυσαν το χώρο και αναπτύχθηκαν και στα θεωρεία, προσέφεραν ένα μεγαλειώδες θέαμα και ακρόαμα. Ο μαέστρος ξεχώρισε από το σύνολο τα δύο πνευστά· το όμποε της Χριστίνας Παντελίδου και το φλάουτο της Χρυσής Πιλαφτσή, που συνέπραξαν αρμονικά και διακρίθηκαν αισθητά. Το κοινό, από το κατάμεστο κοίλο, δεν σταμάτησε να χειροκροτεί και να επαναφέρει τους καλλιτέχνες. Η συγκεκριμένη Συμφωνία έχει παιχτεί και άλλες φορές με μεγάλη επιτυχία πάντα. Είναι, όπως είπε ο Στέφανος Τσιαλής, «Η πιο μεταφυσική Συμφωνία του Μάλερ. Μια έντονη αντιπαράθεση ζωής και θανάτου, επίγειας καθημερινότητας και αθανασίας».

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2019

ΔΥΟ ΓΚΑΛΑ ΟΠΕΡΑΣ… ΚΙ ΑΡΧΗ ΚΑΛΟΣ ΜΑΣ ΧΡΟΝΟΣ



Στο Μέγαρο Μουσικής με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (30-12-18)
και
Στο Θέατρο Ολύμπια-Μαρία Κάλλας, με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων (5-1-19)

Ας τα πάρουμε με τη χρονολογική τους σειρά.

Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, σε συμπαραγωγή με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, αποχαιρέτησε τον παλιό τον χρόνο, πανηγυρικά, δύο μέρες πριν φύγει και υποδέχτηκε τον νέο, δυο μέρες πριν φτάσει, στις 30-12-18, με ένα εορταστικό Γκαλά Όπερας (ο πλεονασμός στην έκφραση συγγνωστός, για να δείξει τον ενθουσιασμό). Με άριες από όπερες που έχει αγαπήσει το κοινό, ορχηστρικά αποσπάσματα, βιενέζικα βαλς, οπερέτες του Γιόχαν Στράους και του Φραντς Λέχαρ, το κατάμεστο κοίλον και τα θεωρεία της λαμπερής αίθουσας Χρήστος Λαμπράκης, αντήχησε από την Ορχήστρα, η οποία υπό την διεύθυνση του μάγου μαέστρου Γιώργου Πέτρου αναπτερώθηκε και ξεσήκωσε το κοινό που καταγοητευμένο απολάμβανε τη βραδιά.
Συγκεκριμένα, η εισαγωγή από τον Γουλιέλμο Τέλλο του Τζοακίνο Ροσίνι (1792-1868) έστρωσε το κόκκινο χαλί για τη διάθεση. Στη συνέχεια ο κοσμαγάπητος Φίγκαρο μας χάρισε την περίφημη άρια του Κουρέα της Σεβίλλης, “Largo al factotum” , του Ροσίνι επίσης.
Με την άρια και την καμπαλέτα «Regnava nel silenzioQuando rapito in estasi» από τη Λουτσία ντι Λαμερμούρ του Γκαετάνο Ντονιτσέτι (1797-1848), το πρελούδιο και τον σπαρακτικό διάλογο της Βιολέτας και του «πατέρα-Τζόρτζιο Ζερμόν» «Madamigella Valery από την Τραβιάτα του Βέρντι (1813-1901) είδαμε και την θλιβερή πλευρά της ζωής, με την αναμενόμενη, χαρακτηριστική του είδους, τραγική εκδοχή. Το δεύτερο μέρος άνοιξε με την συγκλονιστική Εισαγωγή από τους Σικελικούς Εσπερινούς του Βέρντι. Από την Τραβιάτα πάλι ακούσαμε την άρια «Di Provenza il mar», ακολούθησαν, σαν αντίστιξη στη θλίψη, οι βιενέζικες οπερέτες, όπου ξεχώρισαν το μπρίο της Τζουντίτα του Λέχαρ (1870-1948) με το «Meine Lippen, sie küssen so heiss», το ντουέτο « Lippen Schwegen» από την αγαπημένη του κοινού Εύθυμη Χήρα και, τέλος, το ντουέτο του ρολογιού από την Νυχτερίδα του υιού Στράους (1825-1899).
Βαρύτονος ο Τάτσης Χριστογιαννόπουλος και Σοπράνο η Βάσια Αλάτη, όχι μόνο τραγούδησαν αλλά μας επεφύλαξαν και ένα μικρό ενσταντανέ με το βαλς που μας χόρεψαν, ενώ ο μαέστρος Γιώργος Πέτρου, μας έκανε κι εκείνος τη δική του έκπληξη με ένα απόσπασμα από την οπερέτα του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, Ο Βαφτιστικός, όπου το ωραίο και ρυθμικό «τικ –τακ» έδωσε στο κοινό την ευκαιρία, να νοιώσει σαν ήταν στην Βιέννη, χτυπώντας τα χέρια στο ρυθμό, αλά Radetzky mars. Και ακόμα μια έκπληξη, πάλι ελληνική, τα Κάλαντα, για να ολοκληρωθεί απόλυτα και απολαυστικά η εορταστική βραδιά και Αρχιμηνιά κι αρχή Χρονιά κι αρχή καλός μας Χρόνος.
*
και τώρα στο ΘΕΑΤΡΟ ΟΛΥΜΠΙΑ –ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ, στις 5-1-19
Το Γκαλά, στην παλιά Λυρική Σκηνή, στο Θέατρο Ολύμπια-Μαρία Κάλλας, είχε επίσης ένα πολύ πλούσιο πρόγραμμα, χαρούμενο, εορταστικό, γεμάτο, σαν ένα bonus plus, σε ένα κοινό που επί τόσον καιρό είχε μείνει χωρίς το λυρικό θέατρο του στο κέντρο της Αθήνας.
Η Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων υποδέχτηκε τον νέο χρόνο με ένα πλούσιο εορταστικό Γκαλά (ο πλεονασμός, είπαμε συγγνωστός), ένα πλούσιο πρόγραμμα με εισαγωγές και άριες από όπερες και οπερέτες αγαπημένων στο κοινό μουσουργών όπως Bellini, Donizetti, Bizet, Rossini, Lehar, Puccini, Verdi, Mozart, Gounod, Offenbach, Soutullo και Vert.
Τη μουσική διεύθυνση είχε Ελευθέριος Καλκάνης και συνέπραξαν οι λυρικοί σολίστ: δύο σοπράνο, η Μαρία Κόκκα και η Μίνα Πολυχρόνου, η μέτζο σοπράνο Άρτεμη Μπόγρη, ο τενόρος Αντώνης Κορωναίος, ο βαρύτονος Χάρης Ανδριανός και ο Βαθύφωνος Τάσος Αποστόλου.
Οι τρεις εισαγωγές, από τον William Tell του Rossini (1792-1868) η μία,  από την Manon Lescaut του Puccini (1858-1924) η άλλη και από την Carmen του Bizet (1838 –1875) η τρίτη, αποτέλεσαν τα ενδιαφέροντα ορχηστρικά ανάμεσα στις άριες από τον Κουρέα της Σεβίλης, τους Πουριτανούς, την Boheme, τους Γάμους του Φίγκαρο, τον Don Pasquale άριες που μας έκαναν να ευθυμήσουμε, με τους τενόρους, με τη χαρούμενη «una voce poco fa», τα καυτά χείλη «Meine Lippen, sie küssen so heiss», τον δυναμικό τενόρο, τον παιχνιδιάρη βαρύτονο, τον βροντερό βαθύφωνο, τη ρομαντική «βαρκαρόλα» του Όφενμπαχ, τον τραγικό διάλογο πατέρα –κόρης από τον Ριγκολέτο, ενώ παράλληλα ακουγόταν και το άλλο ντουέτο και το τέλος με όλους τους λυρικούς τραγουδιστές επί σκηνής.
Η παλιά Λυρική Σκηνή, σήμερα Μαρία Κάλας, μας ξαναθύμισε παλιές ωραίες μέρες που οι τραγουδιστές της όπερας οι σημερινοί αλλά και εκείνοι που πέρασαν από εκεί, χτίζουν, γράφουν, ζωγραφίζουν και ανανεώνουν το παλίμψηστο της σπουδαίας τέχνης τους.
ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ


Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2019

Για το “Λεσβιακό Ημερολόγιο 2019” του Παναγιώτη Σκορδά (εκδ. Μύθος 2018)



Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Η συνήθεια καλά κρατεί και το Λεσβιακό Ημερολόγιο 2019 έρχεται να προστεθεί στο χορό των άλλων που έχουν προηγηθεί και του απλώνουν το χέρι –τον κρίκο, ήθελα να πω- στην ατέρμονη αλυσίδα που συνιστά η παράδοση.
     Η παράδοση έχει δύο όψεις. Η μία είναι εκείνη που επαναλαμβάνει τα παλιά, πάλι και πάλι, πανομοιότυπα. Η άλλη είναι εκείνη που παραλαμβάνει και δημιουργικά αναδιαμορφώνει και επικαιροποιεί ό,τι παραλαμβάνει. Έτσι «και τα καινούρια φαίνονται κι εκείνα σαν παλαιά» και «τα παλαιά φαίνονται κι εκείνα σαν καινούρια», λέει ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης που έχει τις ρίζες του βαθιά στη λεσβιακή γη.

Ο επιμελητής του Ημερολογίου, ο διαπρεπής φιλόλογος, διδάκτορας φιλολογίας και με πολλά χαρίσματα, ταλέντα, γνώσεις και σοφία, προικισμένος, Παναγιώτης Σκορδάς πετυχαίνει χρόνια τώρα τη σύμπλευση του παλαιού με το καινούριο, εφόσον ένα ημερολόγιο είναι νέο, αλλά από τη φύση του είναι μέρος μιας μακράς σειράς, που όσο προχωρεί στο χρόνο, αποσύρεται συγχρόνως. Ο Σκορδάς μας δίνει εν περιλήψει το όλο με πρώτο και κυρίαρχο θέμα το άλυτο προσφυγικό που ταλανίζει το νησί τα τελευταία χρόνια, τις καταστροφές από τις βροχοπτώσεις, την πτώση της τιμής του λαδιού και πολλά, ευχάριστα και δυσάρεστα, τέτοια που κάνουν τη ζωή και γλυκιά και πικρή.
     Η ευρύτερη θεματική είναι, όπως είναι φυσικό, και επίκαιρη και διαχρονική. Και όπως είθισται από Θεού αρχίζουμε, με τους «Χαιρετισμούς» του μητροπολίτη κ. Ιακώβου και στη συνέχεια της εξουσίας: Της περιφεριάρχου, κας. Χριστιάνας Καλογήρου, του Δημάρχου κ. Σπύρου Γαληνού και του Προέδρου του Συλλόγου Μυτιληναίων Αμερικής κ. Μιχαήλ Μπάνη.
     Μπαίνοντας στο τεύχος, πανηγυρικά, πλέον, βρισκόμαστε μπροστά στην «προσωπογραφία» της Λέσβου, φιλοτεχνημένη από τον επιτυχημένο γόνο της, τον Δημήτρη Ταλιάνη, που φωτογράφησε τις φανερές της χάρες και αποκάλυψε την αρχαία και πάντα ζωντανή ψυχή της.

Το αφιέρωμα στον Ταλιάνη περιλαμβάνει πέντε κείμενα, τα οποία αφορούν την προσωπικότητα και το έργο του, διανθισμένο με τις ωραίες φωτογραφίες του, τις θάλασσες, τους ψαράδες και τα δίχτυα τους, τις πολύχρωμες ραβδώσεις του απολιθωμένου δάσους, τους ήπιους καστανούς λόφους, τις όμορφες μικρές χερσονήσους, τις επιβλητικά χιονισμένες στέγες, όπως τις συλλαμβάνει ο φακός μέσα από το φράγμα των γυμνών κλαδιών ενός ηλικιωμένου δέντρου, το Μαχαιροποιείον, το λεσβιακό φως που χρυσό πέφτει πάνω στα νερά και το γαλάζιο, διαβαθμισμένο σε ζώνες που λες, θάλασσα είναι ή βουνά; Το καφενείο Ερμής στην Απάνω Σκάλα, ο χορός των γλάρων, κι άλλα νερά λαμπερά «στα χίλια χρώματα» που θα έλεγε και ο ποιητής. Στο κείμενο που κλείνει την ενότητα, «Σε πρώτο πρόσωπο», ο Ταλιάνης εξομολογείται ότι, αφορμώμενος από τον Ελύτη, ξεκίνησε να φωτογραφίζει, βρίσκοντας τα τοπία που αναλογούσαν στους στίχους των Προσανατολισμών του, επειδή ο Ταλιάνης πίστεψε στα λόγια του ποιητή ότι «ένα τοπίο είναι η προβολή της ψυχής ενός λαού πάνω στην ύλη». Έτσι, με τις μικρές δυνατότητες και τις λιγοστές γνώσεις στη φωτογραφία, στην αρχή, και με δόσεις υπερβολής και όνειρα μεγάλα, να “κατακτήσει τις θάλασσες”, βγήκε στη φύση να την αντιμετωπίσει με το μάτι στο φακό. Και τα κατάφερε μια χαρά. Η Ελλάδα αναδύθηκε μέσα από τις φωτογραφίες του με το πνεύμα και το ήθος της. Οι πάνω από σαράντα εκδόσεις Λευκωμάτων του Ταλιάνη μάς δείχνουν το βλέμμα του το αλλιώτικο, κάθε φορά πιο μεστό, πιο ώριμο, πιο βαθύ. Βλέμμα που έβλεπε την ψυχή, παλαιότερα, βλέμμα που βλέπει Τα χρώματα του χρόνου, πλέον.
     Ακολουθούν οι ενότητες «Πρώτη Γραφή –Πρώτη Ανάγνωση» πεζά και ποιήματα γεμάτα από την ανθρωπιά, συμπόνια και αγάπη για τα ζώα και τους δυστυχείς. Στο «Αφιέρωμα στον Στρατή Μυριβήλη» δύο σημαντικά κείμενα. Το ένα της Μαρίας Μανδαμαδιώτου με αναφορές στη Ζωή εν Τάφω και το άλλο του Νίκου Σαραντάκου στις «Είκοσι λέξεις από τον Βασίλη Αρβανίτη». Στα τέσσερα πολύ ενδιαφέροντα κείμενα για την «Αρχαιολογία», αναδύεται η αρχαία λεσβιακή ψυχή. Κι άλλα κείμενα για την «Αρχαία Λέσβο», για τη «Φύση και το Περιβάλλον».
     Στην ενότητα, «Πρόσωπα», ο Παναγιώτης Σκορδάς συνομιλεί με τον Δημήτρη Μαρωνίτη. Μια επίσκεψη του μεγάλου δασκάλου στη Μυτιλήνη μάς μεταφέρει στο 2001. Επιστημονική ενημέρωση πάνω στα φιλολογικά μας πράγματα και αναμνηστικές φωτογραφίες με όλη την παλιά φρουρά των φιλολόγων που είχαν τη χαρά και την τιμή να βρίσκονται εκεί, να ακούνε και να απολαμβάνουν. Στις φωτογραφίες, πέρα από τον καθηγητή και τον Λάμπρο Πόλκα, βλέπουμε φυσικά τον Παναγιώτη Σκορδά -Πρόεδρο του συνδέσμου Φιλολόγων Λέσβου- την Στρατούλα Τσαμπή και την Ανθούλα Σκαλοχωρίτου, τον Δημήτρη Πατίλα και τον Γιώργο Μπεκιάρη, και μαζί τους τον Γιάννη Κωνσταντέλλη, τον Παντελή Αργύρη, τον Περικλή Μαυρογιάννη. Όλοι εκεί, στο εστιατόριο και στο Μουσείο του Θεόφιλου, στη Βαρειά, και στην αίθουσα Φ.Ο.Μ. Παρόντες, και ας μην είναι, πια, όλοι παρόντες. Και κάτι που δεν πρέπει να παραλείψουμε, όσοι είχαμε την εμπειρία το ξέρουμε καλά. Κάθε φορά που η φιλολογική ανάγκη μας καλούσε στη Λέσβο, ζούσαμε σε έναν παράδεισο φιλοξενίας, περιηγήσεων, εκδηλώσεων. Το αφιέρωμα κλείνει με μια δημοσίευση του Δ. Μαρωνίτη στο Βήμα, όπου σε ένα, της μιας σελίδας κείμενο, περιέγραψε αυτόν τον παράδεισο της Λέσβου και κατέληξε με τη φράση: «Ανεπανάληπτο νησί, τιμημένο με μεγάλα ονόματα, παλιά και νέα».
     Ακολουθούν η «Νεότερη Λέσβος» με τέσσερα κείμενα, και οι «Τέχνες» με δύο, «Η Λέσβος, ο Χρόνος, οι Άνθρωποι, οι Ιστορίες τους», με οχτώ κείμενα. Στο πρώτο, που το υπογράφει ο Βάσος Βόμβας, «Η εποχή της “ξένοιαστης συμφοράς”, γίνεται ζουμ στο 1945· οι Εγγλέζοι και η Ούνρα· και στο σχολείο το κίτρινο τυρί, τα σμάτις και το «φριχτό στη γεύση αλλά πολλαπλά σωτήριο μουρουνόλαδο» που το βοηθούσαν να κατέβει στο λαιμό με μια «φλούδα λεμόνι ή πορτοκάλι» που έφερναν από το σπίτι. Η φωτογραφία από το Γ΄ Κομνηνάκειο Δημοτικό Σχολείο με τα παιδιά της εποχής της “ξένοιαστης συμφοράς”, κάτω από την αμερικανική σημαία και στην άκρη της ελληνικής που κυματίζει δειλά· ιστορικό τεκμήριο.

Στα «Πρόσωπα που ξεχώρισαν» για τη χρονιά που πέρασε, η Όλγα Φιάσκα και ο Γρηγόρης Κοντός μπαίνουν στη λεσβιακή αθλητική ιστορία και η οικογένεια Παπαδέλλη για το ελαιόλαδο.
     Στο «Μεταίχμιο από το 2018 στο 2019» οι γελοιογραφίες του Μάκη Αξιώτη και του Αντώνη Κυριαζή.
     Στο τεύχος υπάρχει και ένα D.V.D. με δυο λεσβιακά ντοκιμαντέρ από το Φεστιβάλ Aegean docs. Βιογραφικά όλων των συντελεστών. Και φυσικά δεν πρέπει να ξεχάσουμε το πλούσιο εικαστικό υλικό, με το οποίο είναι κοσμημένο το Ημερολόγιο· φωτογραφίες, γράμματα, πρόσωπα, κτήρια. Το χαρτί τέλειο, τέλεια και η φωτογραφία.
     Όπως καταλαβαίνουμε, δεν πρόκειται απλώς για ένα Ημερολόγιο, όπου βλέπουμε τις μέρες να τρέχουν η μία πίσω από την άλλη, αλλά πρόκειται για ένα βιβλίο γεμάτο από τους λεσβιακούς θησαυρούς που είναι ανεξάντλητοι και ικανοί να γεμίσουν πολλά ακόμα Ημερολόγια. Το 2019 είναι μπροστά μας και η ζωή μια πρόκληση που μας καλεί να την αντιμετωπίσουμε.
     Συγχαρητήρια θερμά στον Παναγιώτη Σκορδά και σε όλους τους εξαιρετικούς συνεργάτες που συνέβαλαν στην τόσο ωραία επιμελημένη έκδοση.

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2019

Γιώργου Λέκκα: ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ (νέο ποίημα)


Κάτι και λίγο να ζήσει μία φορά
αρκεί ώστε να 'ναι για πάντα.

Όμως ποιος, αλήθεια, ο λόγος να ζεις
αν δεν είναι για να γίνεις κι εσύ
μία μέρα το λίπασμα
που θα κάνει ν’ ανθίσουν
και οι άλλοι που θα  'ρθουν.
Να γινόταν να ζήσω τόσες ζωές
ώστε να μην χρειασθεί να πεθάνει
ποτέ πια άλλος κανένας.

-Τα νερά ανεβαίνουν.
-Η ζωή συνεχίζεται.

16.12.18.

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Ζει, εργάζεται και διακονεί ιερατικά στις Βρυξέλλες.]

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ


Στὴ σεπτὴ Μνήμη τοῦ Μητροπολίτου Πέργης Εὐαγγέλου (Γαλάνη), τοῦ ποιητῆ τῆς Πόλεως

Ἀπόψε ἡ Νύχτα ἔχει μιὰν ἄλλη ὀμορφιά, ἕνα ἰδιαίτερο χαρακτήρα, ἑόρτιο χαρακτήρα, ποὺ ἀφήνει στὴν ψυχὴ ψήγματα συγκινήσεως καὶ κατανύξεως συνάμα. Γιατὶ εἶναι ἡ Ἁγία τῶν Χριστοῦ Γεννῶν Νύχτα, γιὰ τὴν ὁποία τόσα καὶ τόσα ἔχουν γραφεῖ! Καὶ μάλιστα μὲ τέτοια θέρμη ψυχῆς καὶ θεοφώτιστη ἔμπνευση. 

Ὡστόσο στὸ βάθοςς τῆς ψυχῆς ἀπομένει ἄσβηστη ἡ ἀπαρχὴ τῆς γνωριμίας μου μὲ τὸ βαθὺ κι εὐλογημένο Της περιεχόμενο. Ὅταν συνειδητοποίησα πιὰ,  πὼς αὐτὸ τὸ σκοτάδι ποὺ κυκλώνει τὸν κόσμο ὅλο ἔξω, εἶναι μιὰ προπαίδεια, ἕνα μέγιστο καὶ πάνσοφο θαῦμα καὶ μάθημα συνάμα. Μάθημα, ποὺ συμπυκνώνεται στὰ λόγια  τοῦ Προφήτη: «Ὁ λαὸς ὁ καθεζόμενος ἐν σκότει εἶδεν φῶς μέγα...» (Ἡσ.  9, 2). Καὶ μήπως αὐτὸ τὸ σκοτάδι, ποὺ ἁπλώνεται  ἔξω, δὲν ἐκφράζει συμβολικὰ μέν, ἀλλὰ καὶ περίτρανα τὸ λόγο τοῦ Προφήτη; Ὅπως ἐπίσης ἡ εἴσοδός μας στὸ ναὸ, ὅπου «Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι» δὲν εἶναι μιὰ ὑπέρβαση τῆς καθημερινότητάς μας, ὅταν μὲ σύνεση καὶ πίστη ξεπεράσουμε τὰ ὅποια σκότη καὶ εἰσοδεύσουμε «εἰς οἶκον Θεοῦ ἡμῶν», γιὰ νὰ γευτοῦμε στὴ Χριστουγεννιάτικη Τράπεζα, τὸν Ἀμνὸ τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὸ «Γεύσαθε καὶ ἴδετε». Μεγάλες, ὄντως, εἶναι ἀπόψε οἱ θεῖες ἐμπειρίες μας, μεγάλες καὶ οὐσιαστικές. Πρόσφορα ποὺ προσκομίζονται σὲ θυσία μυστική: Τῆς καρδιᾶς καὶ τῆς ὕπαρξης ὁλάκερης... . 

Ὅμως ὁ νοῦς ἀπόψε δὲν μπορεῖ νὰ μὴ ξαναγυρίσει σὲ ναοὺς παγωμένους, δίχως ἕνα καντήλι νὰ φωτίζει κατανυκτικὰ τὰ ἱερὰ τὰ προσωπα τῶν εἰκονων, δίχως λίγο θυμίαμα νὰ εὐωδιάσει τὸν κλειστὸ τὸ  χῶρο ποὺ μυρίζει ὑγρασία, δίχως ἕνας ἑόρτιος ὕμνος ν᾿ ἀκουστεῖ, ὥστε νὰ θραυστεῖ τὸ κέλυφος τῆς σιωπῆς. Κι εἶναι αὐτὴ ἡ ἔγνοια,  μιὰ σοβαρὴ αἰτία γιὰ προσευχὴ τούτη τὴν ἱερὴ τὴ Νύχτα, ποὺ «ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ σήμερον εὐφραίνονται». Προσευχῆς, ποὺ ἀπευθύνεται μὲ θέρμη ψυχῆς καὶ μὲ βουρκωμένο βλέμμα, στὸ Θεὸ τῆς Εἰρήνης, καὶ στὸν τῆς μεγάλης βουλῆς Του τὸν Ἄγγελο, ὅπως σταλάξει καὶ σὲ αὐτὰ τὰ ἱερὰ καθιδρύματα λίγο φῶς ἀπὸ τὸν θεῖο Ἀστέρα καὶ φωτίσει τὰ σκοτάδια, γιὰ νὰ λάμψουν ἔτσι κι οἱ θεῖες Μορφὲς τῶν Ἁγίων, ἀλλὰ καὶ τῶν ψυχῶν, ὅσων δηλαδή, περάσαν κάποτε ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἄδεια τὰ στασίδια ἀφήνοντας ἐκεῖ τὸν ἴσκιο τους καὶ τὶς ὅσες τους προσευχές... 

π. κ. ν. κ
Τρίτη, 25/12/2018 1:19:11 πμ

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 1958...

ἤ,  Μνήμη νοσταλγικὴ  ἑξήντα χρόνων  


 « ....Καὶ ξαναγυρίζουν, ὅλοι ξαναγυριζουν, γιατὶ ἦρθαν καὶ πάλι τὰ Χριστούγεννα, σὲ μιὰ φωτιά, σ᾿ ἕνα τζάκι, ὅπου μαζὶ μὲ τὶς φλόγες χορεύουν καὶ τὰ παραμύθια τοῦ παλιοῦ καιροῦ. Μὲ τὸ μαγικὸ ραβδὶ τῆς θείας εὐδοκίας ξυπνοῦν τοὺς κεκοιμημένους, ἀδέρφια, γονιούς, φίλους, τοὺς γνώριμους τῆς μιᾶς καὶ μόνης στιγμῆς, τοὺς ἀγαπημένους, ποὺ γιὰ λίγο ἤ γιὰ πολὺ ἔχουν ὁδοιπορήσει μαζί τους καὶ τώρα κέιτονται στὴ μαύρη γῆς, ξαπλωμένοι, ἀσάλευτοι, σιωπηλοί, γεμάτοι παγωμένη θλίψη....» Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος

Αὐτὴ ἡ Νύχτα, τῶν Χριστουγέννων, λοιπόν,  ἡ θεία Νύχτα, εἶναι τῆς μεγάλης  Νοσταλγίας ἡ ἱερὴ  περιοχή. Εἶναι, μὲ λίγα λόγια, τὸ μέγιστο προνόμιο ποὺ μᾶς παρέδωσε ὁ Δημιουργὸς ὥστε νὰ μὴν  ἀστοχοῦμε. Γιατὶ ἀπόψε θὰ ξεκινήσουμε τὸ μεγάλο τὸ ταξίδι στὶς θάλασσες τῆς Μνήμης, ὅπου θὰ πασχίσουμε νὰ ξανασυναντήσουμε ὅσα ἀγαπημένα πρόσωπα καὶ πράγματα πέρασαν ἀπὸ σιμά μας καὶ σήμερα στολίζουν  τὶς πολύτιμες κοσμηματοθῆκες  τῆς ψυχῆς. Καὶ κάθε χρόνο,  τέτοιες μέρες,  ἀνεβαίνουν  στὴν ἐπιφάνειά της καὶ τὴ στολίζουν, ὅπως σὲ κάθε ἐπίσημη ἐκδήλωση ὅλοι μας συνηθίζουμε νὰ φοροῦμε κάτι τὸ πολύτιμο, τὸ ἐκλεκτό, ποὺ ἴσως μιὰ φορὰ τὸ χρόνο τὸ χρησιμοποιοῦμε. 

Ἔτσι, λοιπόν, φέτος ποὺ συμπληρώνονται ἑξήντα χρόνια ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1958, δὲν εἶναι διόλου εὔκολο νὰ μὴ ξανθυμηθεῖ κανεὶς πρόσωπα ἱερά, γεγονότα ἀλησμόνητα, γιορτινὲς μέρες στολισμένες μὲ εὐφροσύνη καὶ ἀγαλλίαση. Γιατὶ ἐκεῖνα τὰ Χριστούγεννα ἦταν ποὺ τὰ κοσμοῦσε ἡ παρουσία τοῦ ξενητεμένου Πατέρα, ὁ ὁποῖος μετὰ ἀπὸ ἀπουσία κάποιων χρόνων ἐρχόταν, γιὰ νὰ τὰ γιορτάσουμε ὅλοι μαζί. Σὲ κεῖνο τὸ σιωπηλό σήμερα τὸ σπίτι, μὲ τὴν κάμαρη ποὺ τὴν ὁμόρφαινε τὸ καλοφτιαγμένο τὸ τζάκι. Τὸ ὁποῖο, στ᾿ ἀλήθεια, ἀπὸ τότε ἔχει ν᾿ ἀναφτεῖ...

Ἀλήθεια, τί μπορεῖ νὰ θυμᾶται  ἕνα παιδὶ ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς μέρες; Τί, δηλαδή, εἶναι ἐκεῖνο τὸ σημεῖο ποὺ τοῦ κρατάει τὴ μνήμη ἀσβυστη. Νὰ ἦταν μονάχα ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ξενιτεμένου Πατέρα-ἀλήθεια, πόσο ρίγος φέρνουν στὸ εἶναι οἱ κορυφαῖες διηγήσεις τοῦ Παπαδιαμάντη ἤ τοῦ Μωραϊτίδη, καθὼς ἀναφέρουν τέτοιες στιγμὲς γυρισμοῦ τὶς χρονιάρες ἐτοῦτες μέρες... Τί ἄλλο ἐπιτέλους ἦταν αὐτὸ ποὺ ἀφήνει μέσα του ἀρυτίδωτα ἐκεῖνα τὰ Χριστούγεννα; Ναί, τὶ νὰ θυμᾶται, λοιπόν, κανεὶς ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς ἑόρτιες-σὲ ὅλο τους τὸ εὕρος- στιγμὲς ἤ καὶ μέρες; 

Μά, τί ἄλλο ἀπὸ τὴ θαλπωρὴ καὶ τὴν ἀσφάλεια ποὺ κομίζει στὸ σπίτι ἡ παρουσία τοῦ Πατέρα. Γιατὶ εἶναι μεγαλεῖο ἡ ἐπιστροφή, εἶναι μιὰ περίεργη γιορτή, ὅπου -τουλάχιστον ἐκεῖνα τὰ χρόνια- συμμάζευε τὴν οἰκογένεια, τοὺς φίλους καὶ γνωστούς, χάριζε, μὲ λίγα λόγια στὴ μικρὴ κοινότητα τοῦ χωριοῦ, μιὰ πινελιὰ αἰσιοδοξίας καὶ χαρᾶς. Καὶ τὸ σπίτι ὅλο λαμποκοποῦσε ἀπὸ τὴν παρουσία τόσων καὶ τόσων ἀνθρώπων-ἐπισκεπτῶν... Μέχρι ποὺ ἦρθε ἡ ὥρα νὰ σφαλίσει καὶ νὰ ἀπομένει μέσα στὴ μοναξιά του, μὲ μόνη συντροφιὰ τὶς μνῆμες, ἔρημο, σιωπηλό, λησμονημένο...

Ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα ὅμως ἐκεῖνα ἀπομένει στὴν ψυχὴ καὶ κάτι ἄλλο. Κι αὐτὸ εἶναι τὸ φῶς τοῦ βάθέως Ὀρθρου, ὅταν τὴ νύχτα σηκωθήκαμε ὅλη ἡ οἰκογένεια νὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησιά. Ἐκεῖνο, λοιπόν, τὸ φῶς ἀπὸ τὴ λάμπα τοῦ πετρελαίου ποὺ ἀχνοφώτιζε τὸ νυχτωμένο καὶ μουδιασμένο ἀπὸ τὴν παγωνιὰ  σπίτι, τὸ φῶς ποὺ χάριζε τὴν εὐκαιρία στὸν καθένα μας νὰ ἑτοιμασθεῖ γιὰ τὴν ἐκκλησιά ἀπομένει ἄσβυστο μέσα στὴν ψυχή. Γιατὶ φαντάζονταν τὰ παιδικὰ τὰ μάτια, πὼς ἐκεῖνες οἱ σκιὲς-ζωγραφιὲς στοὺς τοίχους τοῦ σπιτιοῦ, στὴν παραστιά, στὰ πρόσωπα,  ἦταν ἔνα πρόσθετο χριστουγεννιάτικο στολίδι, ποὺ ἀργότερα, ὅταν πιὰ βρεθήκαμε στὴ φωταγωγημένη ἀπὸ κεριὰ καὶ πολυελαίους, ποὺ καίγανε λάδι μόνο, ἐκκλησιά, αὐτὸ τὸ φῶς λάμπρυνε ἀκόμα περισσότερο τὶς ψυχές μας καὶ τὶς ἔντυνε μὲ τὸ χιτῶνα τὸν ἑόρτιο, τὸν μοναδικό. 

Αὐτὸ τὸ φῶς κάθε χρόνο ἔρχεται μαζὺ μὲ τὰ πρόσωπα, μαζὶ μὲ τὴν ἔρμη καὶ κλειστὴ σήμερα ἐκκλησιά μας, νὰ καταλάμψει τὴν ψυχή, τὸ εἶναι ὁλόκληρο καὶ νὰ τῆς χαρίσει ξανὰ τὸ μέγα προνόμιο τῆς Μνήμης καὶ τῆς Νοσταλγίας: Τὴν ἐπιστροφή, δηλαδή, ἔστω γιὰ ἐλάχιστες στιγμές, ἐκεῖ, μέσα στὸ σύθαμπο τὸ ἑωθινὸ τῆς Γιορτῆς, ὅπου χωνεύουν ὅλα... Ἀκόμα κι οἱ κακίες μας, αὐτοὶ οἱ  ἀόρατοι ὕφαλοι, ποὺ καθιστοῦν ἐπικίνδυνο τὸ ταξίδι μας, τὸ ταξίδι τῆς ζωῆς μας. 

Εἶν᾿ ἀλήθεια πὼς δὲ θυμᾶμαι τὸ τραπέζι ποὺ στρώθηκε τὸ γκρίζο ἐκεῖνο πρωΐ, μετὰ τὸν ἐκκλησιασμό. Μόνο θυμᾶμαι τὸ τζάκι καὶ τὸ μιντέρι δίπλα, ὅπου κάθονταν ὁ Πατέρας... Καὶ γύρω ὅλοι ἐμεῖς... Ἡ Μάνα, ὁ παπποῦς,  ἡ γιαγιά... Ὅλοι τους φευγάτοι πιά, κι ἐγὼ κάθε χρόνο νὰ μνημονεύω καὶ νὰ θυμᾶμαι. Μέχρι πότε, ἄραγε; 

π. κ. ν. κ.

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2018

Ανθούλα Δανιήλ: Η ΟΡΧΗΣΤΡΑ ACADEMICA ΣΤΟ ΩΔΕΙΟΝ ΑΘΗΝΩΝ



Στην αίθουσα Άρης Γαρουφαλής, στο Ωδείον Αθηνών, η Ορχήστρα Academica, στο πλαίσιο του πέμπτου κύκλου συναυλιών της μας πρόσφερε μια εξαιρετική βραδιά, την Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2018.
Το Ωδείο Αθηνών είναι ο παλαιότερος και κορυφαίος εκπαιδευτικός φορέας μουσικής εκπαίδευσης, φέρνει τη κλασική μουσική κοντά στο κοινό, έχει ελεύθερη είσοδο και με ένα πλούσιο πρόγραμμα περιοδεύει σε όλη την Αττική με την Ορχήστρα Academica. Το Πρόγραμμα είναι τριετές, υψηλού επιπέδου και φιλοδοξεί να αναδείξει τη δημόσια αξία του πολιτισμού.
Η Ορχήστρα Academica, μετέτρεψε το καρτεσιανό και ορθολογιστικό «σκέφτομαι άρα υπάρχω» σε καλλιτεχνικό, συναισθηματικό «ερμηνεύω άρα υπάρχω», με τη συναυλία της, στις 28 Νοεμβρίου του 2013 στην αίθουσα Άρης Γαρουφαλής. Ιδρυτής της Ορχήστρας και εξάρχων της είναι ο Οδυσσέας Καρέλης και επικεφαλής μαέστρος της ο Νίκος Αθηναίος. Η Ορχήστρα έχει το δικό της κοινό, έχει παρουσιαστεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και διευρύνει διαρκώς τις δραστηριότητές της. Οι μουσικοί της είναι καταξιωμένοι καλλιτέχνες, έχουν θητεία σε μεγάλα μουσικά σύνολα και πολλοί εξ αυτών είναι καθηγητές του Ωδείου Αθηνών.
Το Πρόγραμμα της συναυλίας περιελάμβανε Μότσαρτ, Χαίντελ και Τσουκ. Επί σκηνής δεκαοχτώ έγχορδα όργανα, συνεχώς και για τον Χαίντελ κι ένα όμποε.
Πρώτος, ο δημοφιλέστερος και πιο αγαπημένος από τους συνθέτες όλων των εποχών, ο Wolfgang Amadeus Mozart,  (Βόλφγκαγκ Αμαντέους Μότσαρτ, 1756-1791), οποίος, έγραψε, παρά τη σύντομη ζωή του, πάνω από 600 έργα· όπερες, συμφωνίες, σονάτες, παραλλαγές και πολλά άλλα, όλα ευχάριστα και εύληπτα από το πλατύ κοινό, αλλά με βάθος και επιμελώς κρυμμένη συνθετική επεξεργασία.
Η Μικρή Νυχτερινή Μουσική που μας προσέφερε η Academica, αλλιώς η Σερενάτα αρ. 13 για έγχορδα σε σολ μείζονα, Κ. 525, γνωστή και, ιδιαιτέρως αγαπητή, γεννήθηκε το καλοκαίρι του 1787, παράλληλα με την όπερα Ντον Τζιοβάνι. Γράφτηκε για δύο βιολιά, βιόλα, βιολοντσέλο και κοντραμπάσο. Αποτελείται από τέσσερα μέρη, ενώ λέγεται πως υπήρχε και ένα πέμπτο που χάθηκε. Το πρώτο μέρος ξεκινάει με ένα χαριτωμένο αλέγκρο, που μοιάζει με σονάτα, το δεύτερο μέρος είναι αντάντε, μια λυρική ρομάντσα, το τρίτο είναι ένα μενουέτο, αλεγκρέτο και το τελευταίο ένα δυναμικό ροντό, αλέγκρο. Η «Σερενάτα» από τη φύση της είναι ένα είδος διασκεδαστικό και ο Μότσαρτ ήταν ο πιο δυναμικός δημιουργός του είδους.
Στο δεύτερο μέρος ακούσαμε ένα κοντσέρτο για το όμποε της «αγάπης» του Georg Friedrich Händel (Γκέοργξ Φρίντριχ Χαίντελ, 1685-1759), σε προσαρμογή από τον Andreas Nicolai Tarkman (1956-). Το Verdi prati, κοντσέρτο για όμποε ντ’ αμόρε και έγχορδα, είναι έργο εμπνευσμένο από τη μπαρόκ μουσική, το οποίο βασίζεται σε άριες από όπερες του συνθέτη. Το πρώτο μέρος είναι Αλέγκρο, απόσπασμα από την άρια «Dopo note», από την όπερα Ariodante (Αριοδάντης). Το δεύτερο μέρος, Γκράβε, από το Κοντσέρτο για Εκκλησιαστικό όργανο, αρ. 14. Το τρίτο, Λαργκέτο, «Verdi prati», πράσινοι κάμποι (από το οποίο παίρνει και τον τίτλο του το κοντσέρτο), από την όπερα Αλτσίνα. Τέλος, το Αλέγκρο, «Tornami a vagheggiar», γύρνα σε μένα, πάλι από την όπερα Αλτσίνα.
Το όμποε ντ’ αμόρε έχει τη θέση ανθρώπινης φωνής, είναι λίγο χαμηλότερο από το κανονικό όμποε, κατάλληλο για τις άριες που ακούγονται στο κοντσέρτο. Το όργανο αυτό παραπέμπει στην εποχή του Χαίντελ, όταν ήταν πολύ της μόδας τα όργανα ντ’ αμόρε, με πιο σημαντική τη βιόλα ντ’ αμόρε, τα οποία λόγω της χαμηλότερης έκτασή τους ήταν πολύ αγαπητά στο κοινό του 18ου αιώνα, γιατί μιλούσαν στην ψυχή του ακροατή.
Για τη συγκεκριμένη περίσταση, το όμποε ντ’ αμόρε ήταν στα χέρια της άξιας, της ταλαντούχας Χρίστινας Παντελίδου. Το λαμπερό όργανο άστραψε, όχι μόνο κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά. Ήταν η πνοή της που μεταγλωττιζόταν σε ήχο όμποε ντ’ αμόρε. Η Παντελίδου έγινε ένα με το όργανο ή καλύτερα το όργανο έγινε προέκταση της ψυχής της που ενίσχυε την πνοή της, επιβεβαιώνοντας όχι μόνο ότι το όμποε ντ’ αμόρε μιλούσε στην ψυχή του ακροατή αλλά πήγαζε και από τον καλλιτέχνη που του έδινε ψυχή. Ήταν μια πολύ σημαντική στιγμή για την ορχήστρα και για το κοινό που είχε την τύχη να παρακολουθήσει τη συγκεκριμένη συναυλία.
Στο τρίτο και τελευταίο μέρος ακούσαμε μια Τσέχικη Νυχτερινή Μουσική, τη Σερενάτα για έγχορδα σε μι ύφ. μείζονα, έργο 6 του Iosef Suk (Γιόζεφ Σουκ, 1874-1935), του πιο αγαπημένου μαθητή του Antonin Dvořá (Αντονίν Ντβόρζακ, 1841-1904) και μέλους του «Τσέχικου (ή Βοημικού) Κουαρτέτου» από το 1892. Ο Σουκ άρχισε να ασχολείται με τη σύνθεση το 1888. Η Σερενάτα για έγχορδα ανήκει στα πρώιμα και πιο δημοφιλή έργα του και είναι ανάλαφρη, ενώ μέχρι τότε ο Σουκ είχε συνθέσει μόνο μελαγχολικά έργα. Η Σερενάτα πρωτοπαρουσιάστηκε το 1895 στο Ωδείο της Πράγας και αποτελείται από τέσσερα μέρη: 1.andante con moto, 2. allegro ma non troppo e grazioso, 3.Adagio και 4. Allegro giocoso, ma non troppo presto. Δίκαια ανήκει στα αγαπημένα συναυλιακά έργα, έστω και αν δεν μπορεί να φτάσει την ανάλογη του Μότσαρτ.
Τέλος, το έντυπο του Πογράμματος, απλό, λιτό, αρκούντως ενημερωτικό με το αστραφτερό όμποε ντ’ αμόρε να κυριαρχεί σε πρώτο πλάνο. Με όλα αυτά η βραδιά αποδείχτηκε μια ωραία στιγμή, μια ρωγμή για να κοιτάξουμε το κρυμμένο παράδεισο…


Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email