© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΕΠΙΛΟΓΟΣ...


  ταν σέ καιρούς μίζερους καί χαλεπούς, πως εναι κα ξελίσσονται ο δικοί μας,  ποχαιρετς κάποιο πρόσωπο τρισόλβιο, πολυαγαπημένο, πρόσωπο δικό σου, πολύ οἰκεο καί κορυφαο μέσα στήν ψυχή σου, τό πρόσωπο τς Μητέρας, τότε καταλαβαίνεις πολύ καλά τι τό κενό πού σο φήνει εναι νομοτελειακό, σκληρό καί συνάμα πολύ διδαχτικό. Διδαχτικὸ, γιατ σο ὑπενθυμίζει ν πιτομῇ τ πρότερον το βίου σου, κι στερα σ εσάγει στν παγερή κα τολμηρ πραγματικότητα τς πλατώνειας / σωκρατικς ρμηνείας της. «Φιλοσοφία = Μνήμη θανάτου». Διδαχὴ, πο μέσα στν κκλησιαστικ πραγματικότητα λαβε τς διαστάσεις πο τς πρεπαν κα κυρίως μβιώθηκε μ εροπρεπ κα πεύθυνο τρόπο πό τος φίλους τος Θεο, τος γίους Του. Κι ατή τή διδαχή σπεύσανε νά μο κομίσουν, ς λλη ναψυχή, φίλοι ελικρινες καί ντιμοι, πού ψώνουν μαζί μου τίς προσευχές τους στόν Κύριό μας, λλά καί φιλεύουν πό τά βάθη τς ψυχς τους τήν καλωσύνη πού τούς προίκισε κενος...

Τος εγνωμον κα τος χαρίζω τν γάπη κα τν σεβασμό μου, γιατ τς ρες ατές, ρες πικρς κα χραντες, στω κα νοερ μο παραστέκουν ς λλοι γγελοι πό τν Οράνιο Θρόνο Του. δαφιαίως μετανίζω κα τος κετεύω ν εχονται γι τ Μητέρα μου στ ταξίδι της, τ δίχως πιστροφή. Ελογημένο ξάπαντος, θεοφιλς πανίερο κα μ τς προσευχές μας φροντισμένο ταξιδι στ πέλαγο τς Μ. Σαρακοστς. 

π.κ.,  26-2-2012

Το Κράτος είμαι Εγώ κι Εσύ κι Αυτός κι Εκείνος


 Γράφει η Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου

Το Κράτος είμαι Εγώ (L’État, c’est moi), είπε ο Λουδοβίκος ο ΙΔ΄ αυταρχικά. Και τώρα, στην εποχή της Δημοκρατίας, που όλοι την επικαλούμεθα για ό,τι λέμε και κάνουμε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο καθένας με τον τρόπο του είναι ένας Λουδοβίκος 14ος, που επαναλαμβάνει τη ρήση εκείνου. 
Γιατί σήμερα τη Δημοκρατία, τη δημοκρατική σκέψη μας, τη δημοκρατική γλώσσα μας, τη δημοκρατική συμπεριφορά μας την κάναμε σαν το «φούρνο του Χότζα».  
Ο Χότζας λοιπόν έχτιζε κάποτε ένα φούρνο. Περνάει ένας γείτονάς του και του λέει: 
- Έκανες λάθος, Χότζα μου, ο φούρνος πρέπει να βλέπει προς τη Δύση. 
Χαλάει ο Χότζας το φούρνο και τον ξαναχτίζει προς τη Δύση. Περνάει τότε ένας άλλος γείτονας και του λέει:
- Μα, Χότζα μου, τι κάνεις; Ο φούρνος πρέπει να κοιτάει στην Ανατολή. 
Τον ξαναχαλάει ο Χότζας και τον χτίζει πάλι απ’ την αρχή έτσι ώστε να βλέπει προς την Ανατολή.  Σε λίγο νά σου ένας περαστικός. Βλέπει το Χότζα που έχτιζε το φούρνο και γυρίζει και του λέει: 
- Να με συμπαθάς, Χότζα μου, ο φούρνος πρέπει να είναι στραμμένος προς το Νότο. 
Θυμώνει τότε ο Χότζας, γκρεμίζει το φούρνο, πάει αγοράζει ένα κάρο που είχε βέβαια τέσσερις ρόδες και μια και δυο χτίζει τον φούρνο επάνω στο κάρο. Έτσι μπορούσε να γυρνάει το κάρο σε κάθε κατεύθυνση σύμφωνα με τη γνώμη και την επιθυμία όλων.
Έτσι κάναμε και μεις όλοι τη Δημοκρατία μας, την ψυχή μας, τις ενέργειές μας. Τις κάναμε αυτόνομες.  Και τις αλήθειες μας και τα ψεύδη μας και την ηθική μας. Και προσπαθούμε να επιβάλουμε τις δικές μας αλήθειες ως αντικειμενικές. Δεν αφήνουμε χώρο στην υποκειμενική άποψη ενός γεγονότος ή άλλου. Αυθαιρετούμε θεωρώντας ότι δεν μπορεί κάτι να είναι εν μέρει αληθινό, ότι μπορεί να έχουμε περιπέσει σε πλάνη από άγνοια όλων των γεγονότων ή από αδυναμία ή σκοπίμως στο βάθος της ψυχής μας, αν και στην τελευταία περίπτωση, έχουμε ήδη προχωρήσει στο πεδίο του ψεύδους. Και όλοι μας έχουμε τα επιχειρήματά μας και αγωνιζόμαστε  να τα υποστηρίξουμε. Και έτσι καταργούμε τους νόμους της ηθικής. Αυτοί κι αν δεν έχουν γίνει σαν το φούρνο του Χότζα»! Οι βασικές έννοιες της ηθικής, «καλό» ή «κακό», έχουν χάσει τον προσδιορισμό τους. 
Και δεν αναφέρομαι στους οπαδούς κάποιου κινήματος ή ιδεολογίας ή αιρετικής πίστης,  όπως, για παράδειγμα, ηδονισμός, Καντική ηθική που ήταν αυστηρά καθηκοντολογική, Αριστοτελική, που ήταν ηθική του μέτρου, του Μαξ Σέλλερ που ήταν καθαρά συναισθηματική, του Νίτσε που πρεσβεύει τον ηθικό μηδενισμό, και άλλων «φιλοσόφων» ή μη που παραπαίουν ανάμεσα στις έννοιες καλό – κακό, αλήθεια – ψέμα, και που δεν προσφέρουν πολλά ή και τίποτα ούτε στη δική τους ψυχή ούτε στη δική μας. 
Μιλάω για μας τους απλούς ανθρώπους, τους γονείς, φίλους, συνεργάτες, δασκάλους, αυτούς που έχουν εξουσία ή παραεξουσία, τους σημαντικούς και ασήμαντους, για μας που έχουμε ο καθένας κτίσει ένα φούρνο – πύργο δημοκρατίας πάνω στο κάρο – ψυχή μας. Και από κει εκφράζουμε τις απόψεις μας, τις σκέψεις μας. 
Στο κάτω κάτω λέω ό,τι θέλω, κάνω ό,τι θέλω, επειδή πιστεύω ότι αυτό είναι δημοκρατικό. Βρίζω από το βήμα των Μ.Μ.Ε. όποιον θέλω, επειδή πιστεύω ότι υπηρετώ τη Δημοκρατία. Γράφω ό,τι θέλω επειδή είμαι δημοκράτης. Αγωνίζομαι για κάτι που θεωρώ ότι με εκφράζει επειδή αυτό είναι δημοκρατικό. 
Εν ονόματι της Δημοκρατίας, θέλουμε όλοι να επιβάλλουμε τις απόψεις μας, να λειτουργούμε και να επιβαλλόμαστε λουδοβικικά. Ο κάθε ένας μας έγινε και ένας μικρός ή μεγάλος Λουδοβίκος που μέσα του πιστεύει στο «Το Κράτος είμαι Εγώ».
Γέμισαν Λουδοβίκους οι ζωές μας!
Πιστεύω ότι μετά την εποχή του Σόλωνα και του Κλεισθένη η Δημοκρατία άρχισε να παλεύει ανάμεσα στα κύματα της ανωριμότητας της Πολιτείας και της ανωριμότητας των πολιτών, του αγώνα για επιβίωση, επικράτηση, επιβολή και του αγώνα του ανώριμου Εγώ μας. 
Λησμονούμε ότι η Δημοκρατία είναι πανανθρώπινος πολιτισμός, είναι πολιτισμός της ποιότητας της ζωής μας, είναι ελευθερία, αυτοσεβασμός και σεβασμός προς τους συνανθρώπους μας. 
Η Δημοκρατία είναι εξουσία της ψυχής μας και δεν έχει υπηκόους ούτε σκλάβους.  Υπηρετεί ελεύθερους ανθρώπους.

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Η πιστή φωτογραφία μιας γνήσιας ταυτότητας

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Το Καρναβάλι πέρασε κι ήδη μπήκαμε στην προπαρασκευαστική περίοδο της Σαρακοστής, περιμένοντας το Πάσχα, το οποίο παραμένει αναλλοίωτα ζακυνθινό κι η Μεγάλη του Βδομάδα, κυρίως, με τα μοναδικά της έθιμα και τις ξεχωριστές της συνήθειες, εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την ιδιοσυγκρασία μας και να τονίζει την ουσία του ιόνιου πολιτισμού μας.

Λένε πως η περίοδος ετούτη, που απ’ αυτήν την εβδομάδα άρχισε, είναι αιτία περισυλλογής και αυτοκριτικής και πως τώρα, με την αρχή της Άνοιξης, μας δίνεται μια σημαντική ευκαιρία γι’ αυτοσυγκέντρωση και προβληματισμό. Κι αυτό είναι αλήθεια. 


Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, θα κινηθώ κι εγώ σήμερα κι επειδή η κάθε έννοια είναι πολυδιάστατη κι έχει πολλές προεκτάσεις, ο προβληματισμός μου θ’ αφορά τον χώρο, που από την αρχή της υπηρετεί η στήλη μας και δεν είναι άλλος από εκείνον του πολιτισμού και της αναζήτησης της δικής μας, της τζαντιώτικης ταυτότητας.

Στρέφομαι, ως εκ τούτου, πίσω, στην πρόσφατη, αποκριάτικη περίοδο και θυμάμαι δύο στιγμές της και δύο εκφράσεις της σημερινής μορφής του νησιού μας.

Η πρώτη είναι μια πρόσκληση, που είχα, εκεί λίγο πριν την Τσικνοπέμπτη, από τον πρόεδρο κάποιου πολιτιστικού συλλόγου, για μια μπαγόρδα, που θα γινόταν την πρώτη αυτή, ουσιαστικά, γιορτή της από αρχαιοτάτων χρόνων διασκεδαστικής και χαλαρωτικής περιόδου. Επειδή, μάλιστα, το πρόσωπο που με καλούσε σήκωνε κουβέντα και διάλογο, λόγω κυρίως της παιδείας του και της εν γένει, ως τώρα, ζωής του, αλλά κι επειδή ανήκει στον φιλικό μου κύκλο κι έχει προβληματισμούς κι αναζητήσεις, του έκανα, σε οικεία συζήτηση, την πιο απλή ερώτηση, που μου ήρθε στο νου.

«Γιατί», το ρώτησα, «να υπάρχει ένας σύλλογος, ο οποίος έχει σαν μόνο του σκοπό την κοπή μιας, ξένης με την παράδοσή μας, βασιλόπιτας στα τέλη του Γενάρη ή στα μέσα του Φλεβάρη και να διοργανώνει τσιμπούσια κάθε Πέμπτη της Αποκριάς, αντιγράφοντας και μη δημιουργώντας;».

«Μην είσαι παράξενος», μου απάντησε, «άσε τον πιεσμένο κόσμο να χαρεί και να ξεχάσει τις στερήσεις και τα προβλήματά του».

Σκέφτηκα πως ίσως ο συνομιλητής μου είχε δίκιο και πως εγώ, κλεισμένος στο γραφείο μου και στην αναζήτηση του ιστορικού παρελθόντος του τόπου μου, έχω χάσει την συνέχεια και πως δεν μπορώ να επικοινωνήσω με το σήμερα. Αληθινά προβληματίσθηκα.

Η έξοδος κι η διαφύλαξη ήρθε, όμως, μόνη της και την επόμενη μέρα μου δόθηκε η λύση κι η ποιότητα της ταυτότητας της παράδοσής μου.

Καλεσμένος, όπως έγραφα και στο προηγούμενο κείμενό μου, από τον πολιτιστικό σύλλογο «Μαρτελάος» του χωριού Αγκερυκός, για να παρακολουθήσω τις πρόβες της «Ομιλίας»: «Η Οβρεοπούλα» του αλησμόνητου Νιόνιου Αρβανιτάκη, έκανα βίωμά μου αυτό που επιγραμματικά και σοφά έχει περικλείσει ο μεγάλος μας Δημήτριος Γουζέλης σε μια μόνο, πυκνά ποιητική και, ως εκ τούτου, περιεκτική του φράση, την «ξεφάντωσι των φίλων».

Ναι! Στ’ αλήθεια αυτό που τις δυο – τρεις φορές, που πήγα στην προπαρασκευή της «Ομιλίας» του αλλιώς ονομαζόμενου χωριού Άγιος Κήρυκος γνώρισα, ήταν μια ποιοτική διασκέδαση και μια συνέχεια της ιδιοσυγκρασίας μου.

Όλο το χωριό ήταν εκεί κι –όπως μου είπαν, αλλά κι ο ίδιος διαπίστωσα– διασκέδαζε, συνεχίζοντας την μακραίωνη αυτή παράδοση του χωριού και του νησιού του. «Δεν βλέπουμε την ώρα», μου είπαν αρκετοί, «να φτάσει η στιγμή της πρόβας και να έρθουμε εδώ, για να περάσουμε καλά». Κι αυτό είναι, νομίζω, η πιο καλή μεταφορά στο σήμερα της παροιμιώδους φράσης του συγγραφέα του «Χάση» και μια ομόκεντρη μεταφορά του στις αρχές του 21ου αιώνα, που με τα καλά και κακά του, βιώνουμε.

«Να, τι στ’ αλήθεια είναι η Ζάκυνθος», σκέφθηκα και κάνοντας σύγκριση με την προηγούμενη εμπειρία μου, προβληματίσθηκα και χάρηκα που δεν έχει επέλθει παντού η αλλοίωση, αλλά υπάρχει κρυμμένη στη στάχτη η σπίθα, που μπορεί και πάλι να μας ζεστάνει με την φωτιά, την οποία θ’ ανάψει, δίχως τον κίνδυνο να μας κάψει.

Ζώντας μετά την πρόβα και το όλο κλίμα της αποκριάτικης περιόδου στο χωριό και συγκεκριμένα σ’ ένα του καφενείο, μαζί με τους αυτοσχέδιους θεατρίνους, όχι τυχαία βράδυ Τσικνοπέμπτης, είδα την συνέχεια και την αληθινή διασκέδαση. Όλοι οι συνδαιτυμόνες κουβέντιαζαν μεταξύ τους, χρησιμοποιώντας αποσπάσματα από τον δεκαπεντασύλλαβο της «Οβρεοπούλας» κι αποδείκνυαν έμπρακτα κι όχι λόγια πως στον τόπο τους τίποτα δεν έχει αλλάξει και πως οι παντός τύπου θεομηνίες δεν έχουν αγγίξει το χωριό τους, αλλά και το γνήσιο ζακυνθινό στοιχείο. Είναι στ’ αλήθεια παρήγορο να διασκεδάζεις και να ξεχνάς τα προβλήματά σου με τέχνη κι όχι τσικνίζοντας!

Στη μνήμη μου θα μείνουν ένας παλιός θεατρίνος, που λόγω κορέττου –δεν μεταφράζω την λέξη, βρείτε μόνοι σας την ερμηνεία της, όσοι την έχετε απεμπολήσει– δεν μπορούσε να παίξει, αλλά ερχόταν στις πρόβες και συμμετείχε κι αυτός με τον τρόπο του, θυμίζοντας και διδάσκοντας τον τραγουδιστό ρυθμό εκφοράς του λόγου της «Ομιλίας» και τα νέα παιδιά, που ήταν μια θαυμάσια εικόνα, καθώς τους έκανε πρόβα στα κοστούμια τους η Μαρία η Πουλιέζου και φορούσαν την παράδοση στο κάτω μέρος και στο επάνω την μπλούζα της τοπικής τους ομάδας, όπου συμμετείχαν!

Όλα τ’ άλλα σχόλια περιττεύουν!

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Πρόβα «Ομιλίας», πρόβα παράδοσης

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

   Μια παλιά, χαρακτηριστική έκφραση, πιθανόν του λαού μας, την οποία αξιοποιεί ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, λέει πως «μπορεί τα δαχτυλίδια να έπεσαν, αλλά παραμένουν τα δάχτυλα». Σοφή κουβέντα και αληθινά χαίρομαι κάθε φορά όπου την βλέπω να παίρνει σάρκα και οστά. Ιδιαίτερη είναι η ευχαρίστησή μου, όταν αυτό συμβαίνει στον τόπο μου, τη Ζάκυνθο, την οποία θεομηνίες και όχι μόνο την έχουν ισοπεδώσει και είναι πια δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, να βρει τις ρίζες και την ταυτότητά της σ’ ένα περιβάλλον εχθρικό, συχνά, με την ιδιοσυγκρασία της και μια ισοπέδωση, που δεν αφήνει περιθώρια αντίστασης.


Μια τέτοια χαρά, αντίδοτο στα όσα τελευταία γύρω μας συμβαίνουν, μου δόθηκε την προπερασμένη Τρίτη, όταν βρέθηκα στις πρόβες για μια «Ομιλία», την οποία ετοίμαζαν οι πάντα δραστήριοι κάτοικοι του χωριού Αγκερυκός – ακολουθώ την σωστή, κατά τη γνώμη μου, γραφή του Ζώη - για να την παρουσιάσουν, πραγματικά «για την ξεφάντωσι των φίλων», πιστοί στα διδάγματα του μεγάλου Γουζέλη, στην πλατεία τους, το απομεσήμερο της Κυριακής της Αποκριάς, με το φυσικό φως του ήλιου και όχι με προβολείς και τεχνικά μέσα.
   Πρόκειται για την «Οβρεοπούλα» του αξέχαστου και ταλαντούχου συγχωριανού τους Νιόνιου Αρβανιτάκη, στην οποία, με γνώση και ταλέντο, έχουν περάσει αριστοτεχνικά όλα αυτά που συνέβαιναν στο νησί την εποχή της Αγγλοκρατίας. Ιδιαίτερα θίγεται το θέμα της συμβίωσης των χριστιανών και των εβραίων, μέσα από μια αληθινή ιστορία, την οποία διασώζει η παράδοση και ο ταλαντούχος λαϊκός ποιητής έχει μεταφέρει στη σκηνή, για να παραδειγματίσει και να διδάξει. Παρηκμασμένοι Ευγενείς, απλοί άνθρωποι του λαού, στα πρόθυρα μιας κοινωνικής επανάστασης, ο κλήρος, με τα πάθη και τις αρετές του, η διοίκηση της «Προστασίας» και πολλές άλλες σκηνές και μορφές της ιστορίας και του πολιτισμού του τόπου ζωντανεύουν στους καλοδουλεμένους στίχους της «Ομιλίας» του αυτοδίδακτου ποιητή και στιγματίζουν μιαν εποχή και μια νοοτροπία, με την υπογράμμιση των ελαττωμάτων και την διακωμώδηση των λαθών. 
   Ζώντας το κλίμα αυτής της προπαρασκευής ήρθαν στο νου μου τα λόγια ενός παλιού, λαϊκού θεατρίνου, του Γεωργίου Βούτου, όπως μας τα διέσωσε ο Σπύρος Μινώτος σ’ ένα σχετικό κείμενό του. «Ετοιμαζόμαστε», αφηγείται, «από ένα μήνα πριν. Κάθε βράδυ εμαζευόμαστε σ’ ένα σπίτι ευρύχωρο κι εκάναμε δοκιμές, χωρίς να μας δείχνει κανείς, αλλά έτσι όπως το εκαταλαβαίναμε μοναχοί μας».
   Αληθινά χάρηκα εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ του Φλεβάρη όπου όλα αυτά, τα οποία είχα ώς τότε διαβάσει σε πολύτιμα άρθρα και σημαντικές μελέτες, όχι μόνο γίνονταν βίωμά μου, αλλά συνέχιζαν να υπάρχουν, σε πείσμα της υποχώρησης και σαν αντίσταση σε ό,τι απειλεί την ταυτότητά μας.
   «Ομιλίες» πολλές φορές είχα παρακολουθήσει και μάλιστα στην γνήσια αληθινή μορφή τους, με πρωταγωνιστή τον αξέχαστο Γεράσιμο Πανά, με «τσι κουνουπιδίες», όταν αυτές ακόμα παίζονταν σε δρόμους και πλατείες, όχι φολκλορικά, αλλά από ανάγκη ψυχής. Τις θυμάμαι τότε, με τον μακρόσυρτο, τραγουδιστό τους δεκαπεντασύλλαβο, να ξεκινούν από τον Άγιο Παύλο –εκεί άρχιζε το παιδικό μου βασίλειο– να ξαναπαίζονται στους Αγίους Σαράντες, να επαναλαμβάνονται και σ’ άλλα σημεία της Πλατείας Ρούγας και να καταλήγουν στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, το Φόρο, όπου γινόταν και το φινάλε.
   Αργότερα τις παρακολούθησα με φορτωμένα σκηνικά, γυναικείες ερμηνείες, διδασκαλίες ειδικών, δίχως μάσκες και από τότε άρχισαν να μου γίνονται μάλλον αδιάφορες. Μια σκηνική οικονομία λαϊκής σοφίας και μια λιτότητα αριστοκρατικής και πλούσιας έκφρασης άρχισαν να προδίδονται και μια παράδοση αιώνων προσπαθούσε να προσαρμοστεί στην απρόσωπη και αβασάνιστη πραγματικότητά μας.
   Η εμπειρία μου στην πρόβα της «Ομιλίας» του Αγκερυκού μού έδειξε την συνέχεια και μού απέδειξε πως το ζακυνθινό πνεύμα υπάρχει ακόμα και αν βρεθούν οι κατάλληλες συνθήκες, μπορεί να ξαναγεννηθεί και να ξαναπροσφέρει.
   Αυτό που χάρηκα εκείνο το βράδυ ήταν η μη επιτηδευμένη ερμηνεία των ρόλων, η γνήσια και αυθόρμητη προσέγγισή τους, η ομόνοια και σύμπνοια των χωριανών και θεατρίνων και η επιθυμία για δική τους «ξεφάντωσι», για να θυμηθούμε και πάλι τον ποιητή του «Χάση», η οποία δεν αποσκοπούσε στην τουριστική προβολή του τόπου, αλλά στην καλυτέρευση της ποιότητας της ζωής του.
   Αληθινά, σαν ηθελημένος Ζακυνθινός, χάρηκα που υπάρχουν ακόμα στον τόπο μου άνθρωποι, οι οποίοι δίχως επιτήδευση και σκοπό, συνεχίζουν την ξεχωριστή μας ιδιαιτερότητα. Ένοιωσα ελπίδα και αισιοδοξία, βλέποντας πως γύρω μας υπάρχουν κάποιοι, που κοιτούν μέσα τους, για να συνεχίσουν την ουσία και δεν αντιγράφουν ξενόφερτα και επιδερμικά.
   Μέχρι τότε λιγοψυχούσα, πιστεύοντας πως κάτι, που χαρακτήριζε και στιγμάτιζε το τζαντιώτικο Καρναβάλι, είχε πάψει πια να υπάρχει. Από την πρόβα εκείνη και μετά κατάλαβα πως μπορεί και πάλι τα χέρια μας να φορέσουν τα αρμόζοντα κοσμήματα.
   Φεύγοντας από την αίθουσα της προετοιμασίας του Αγκερυκού ένοιωσα πως εκείνο το βράδυ δεν είχα συναντήσει μόνο τους συμμετέχοντες στην «Ομιλία», να συνεχίζουν επάξια μια έκφραση αιώνων, αλλά και τον Κονίδη Πορφύρη και την Μαριέττα Μινώτου-Γιαννοπούλου, που μαζί μου στάθηκαν ευτυχείς θεατές στην πρόβα, βλέποντας μακάρια πως οι κόποι τους και οι διδασκαλίες τους δεν πήγαν χαμένοι. Τα κείμενά τους είχαν γίνει εικονικό και όχι μόνο βίωμά μου.
   Μακάρι να γίνουν και βίωμα του τόπου μου.

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ (νέο διήγημα)

Kukl sad by Aram Vardazaryan, 2011
Παλεύω να γράψω για μια σταγόνα που ρέει πάνω σε ένα πράσινο φύλλο. Μια κρυστάλλινη νερένια μπάλα που με ρυθμούς σαλιγκαριού φτάνει στα άκρα. Ζυγίζεται μπροστά – πίσω, γεμίζει και υποχωρεί. Μετά από κάμποσες ταλαντεύσεις το αποφασίζει. Κάνει λοιπόν την απόπειρα. Βουτά στο κενό.

Αμέσως γυρίζω κανάλι. Τι σκέψεις κάνω; αναρωτιέμαι. Εδώ η εθνική οικονομία καταρρέει κι εγώ ονειρεύομαι κρυστάλλινες μπάλες; Μάλλον το δελτίο ειδήσεων στο κρατικό κανάλι φταίει, λέω και ησυχάζω. Συγχρονίζομαι αμέσως με ζωντανές αμερόληπτες ιδιωτικές ειδήσεις και ξαναγυρίζω το μυαλό μου στον δείκτη του χρηματιστηρίου αξιών. Κατρακύλα. Με πιάνει κρύος ιδρώτας, μα θυμήθηκα πως μόνο χρωστώ.

H στάλα συνεχίζει να ταξιδεύει κατακόρυφα. Αθόρυβα, απροειδοποίητα και ξαφνικά σημαδεύει ευθεία στη γη. Ο χρόνος παγώνει και ο άνεμος την παίρνει στη ράχη του. Καμπύλη και πάλι ψηλά.

Σηκώνομαι να φτιάξω ρόφημα. Πιάνω το μπρίκι και ανοίγω τη βρύση. Χείμαρρος. Και κείνη η στάλα…

Πάνω από πόλεις, πάνω από χωριά, πάνω από τα δένδρα του δάσους. Στο σύννεφο σμίγει με κάμποσες άλλες. Το φορτίο βαρύ και η νεφέλη το αφήνει να ρεύσει. Αγγίζει ξανά μια πράσινη χούφτα. Ισορροπεί πάνω στο νεύρο και αφήνεται στην έκπληξη. Ο λίβας την βλέπει και οργίζεται. Τινάζει τα φύλλα και παίρνει μαζί του την κόρη του. Την κλίνει στη σκόνη και αυτή ερωτεύεται. Σκόνη και στάλα ποτίζει τη πλάση. Χωρίς ενδοιασμούς προσγειώνεται και μετά από επίπεδη πρόσκρουση γεννάει μικρές εικόνες της. Η κάθε μια αφήνει τη στάμπα της και ύστερα απελευθερωμένες ενώνονται πάλι. Μια σταγόνα που ταλανίζεται στο άκρο του φύλλου.
 
Κάθομαι πάλι. Πέφτω επάνω στο αγαπημένο μου τηλεπαιχνίδι. Ένα παιδί παραδέχεται ότι έκλεβε τη μάνα του. Εκείνη χαίρεται για τη δημοσιότητα του κανακάρη της και αυτός ομολογεί το πάθος του τζόγου. Το ακροατήριο τον επικροτεί και όλα δείχνουν ότι θα πάρει το έπαθλο. Μουσικούλα και μετά ο παρουσιαστής διατυπώνει την πιο κρίσιμη ερώτηση: «Έχεις ποτέ κοιμηθεί με την γυναίκα του καλύτερού σου φίλου»;

Αλλάζω κανάλι και κοιτώ τις φωτιές στην μακρινή ήπειρο. Τα κάψανε όλα. Δένδρα, φυτά κάθε λογής, σπίτια, ανθρώπους, ένα κοάλα πασχίζει να καταλάβει τι έγινε. Προτιμά στο τέλος τη φυλακή παρά το σκηνικό της αποκάλυψης. Οικειοθελώς δέχεται την στοργική αγκαλιά του δεσμοφύλακά του.
Η στάλα έχει τη δική της μαγεία…

Ο πρόσκαιρος ήλιος την κάνει καθρέφτη. Ξαφνιάζεται το πουλί και πετάει απότομα. Την παίρνει στα πούπουλα και την αφήνει να γλιστρήσει στο λουλούδι. Σταγόνες στο κόκκινο. «Για δες!» λέει ο άνθρωπος και κόβει το άνθος. Τινάζει τη δροσιά του απότομα. Η στάλα υψώνεται και ύστερα την υποδέχονται του πεύκου οι κλώνοι. Από κλαδί σε κλαδί και από βελόνα σε βελόνα κοντεύει στο έδαφος. Τώρα πια θα χαθεί.

Χάθηκε η πόλη ολόκληρη από τις βόμβες. Παιδιά που τρέχουν κλαίγοντας. Μάνες που αλαλάζουν, κάποιοι άντρες που ορκίζονται εκδίκηση, φωνές, ουρλιαχτά και αλλόφρονες φαντάροι με συσκευές φλογοβόλων στην πλάτη τους. Ένα καράβι βουλιάζει αναφανδόν και μια κοπέλα εκλιπαρεί τον σύζυγό της να γυρίσει στο σπίτι για να την δέρνει και μετά να της κάνει έρωτα. Αναζητείται ένα παιδί. Χάθηκε νύχτα από το χέρι της μάνας του.

Αγρότες κλείνουν τα σύνορα. Στα Τέμπη γίνεται επανάσταση. Τουλάχιστον μέχρι την Πέμπτη. Μετά θα συνεδριάσουν οι εκπρόσωποι και θα δουν. Να βάλω ξυπνητήρι για το πρωί. Τελικά μάλλον ονειρεύομαι μπροστά σε μια προσφορά της τηλεαγοράς.

Ονειρεύομαι να περιγράψω μια σταγόνα που χάνεται πάνω στην άνυνδρη γη. Που τρυπώνει στις ρυτίδες της και κλείνεται στα μυστικά του κάτω κόσμου. Που ακολουθεί τα μονοπάτια των σκιών και δροσίζει πληγωμένους αφανείς. Γλιστρά στα ξεραμένα χείλη τους και δίνει αυτό που επιθυμούν οι κολασμένοι. Εκεί που η ζωή μοιάζει με σταγόνα στο χρόνο και οι ανάσες ξερνούν φωτιά και χολή. Στον στερεμένο ποταμό είναι ενθύμηση και στα βουβά πρόσωπα ήχος. «Ακούς πώς κυλά;» Από στιγμή σε στιγμή και από αγωνία σε αγωνία. Γίνεται ιδρώτας πάνω σε πτώματα. Γίνεται δάκρυ και αναβλύζει στα μάτια μου.

Ξυπνώ και ξέρω ότι ονειρεύτηκα. Ντρέπομαι λίγο. Να κοιμάμαι μπροστά στο δέκτη; Τόσο πολύ μεγάλωσα; Θα έχει κάποια ταινία. Αρχίζω να ψάχνω. Μετά τα μεσάνυχτα πάντοτε βρίσκεις κάτι ενδιαφέρον.

Αφιερώνω τη ματιά μου στο έργο. Όμορφα πλάνα. Σε ένα ήσυχο δάσος κυλά το ποτάμι. Κάποιος ψαρεύει πέστροφες. Πετά το καλάμι και περιμένει. Κάτι τσιμπά. Το τραβά και ένας εξωγήινος εμφανίζεται και του παίρνει τη ζωή. Τρομοκρατήθηκα και πρόλαβα να κλείσω το κουτί.

«Τι σκατά», λέω.

Το δάκρυ τρέχει στο πρόσωπο. Το κλείνω στην χούφτα μου και κείνο κυλά προς τα δάχτυλα. Στις άκρες γυρνά πάλι πίσω, επάνω στη γραμμή της ζωής. 
----------------------------------------------
Ο Δ. Γ. Μαγριπλής είναι διδάκτορας της Κοινωνιολογίας και πρωτοεμφανίστηκε στην λογοτεχνία με το ψευδώνυμο Φώτης Αδάμης και τα «Μαθήματα Κηπουρικής και άλλα διηγήματα», από τις εκδόσεις Σοκόλη, το 2007. Το 2010 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική του συλλογή: «Στα τέταρτα του χρόνου» στο «Χρώμα και λόγος», Επί- γνωση / Αν. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη, σε συνεργασία με την εικαστικό Α. Κοκονάκη. Το 2011 κυκλοφόρησε η δεύτερη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο: «Κρυφές Ενοχές», στην σειρά Επί- γνωση, του εκδοτικού οίκου Αν. Σταμούλη, στην Θεσσαλονίκη. Το 2012 αναμένεται να κυκλοφορήσει η νέα συλλογή διηγημάτων του, με τίτλο: «Η μετάλλαξη της γυναίκας μου», από εκδοτικό οίκο της Αθήνας. Τα βιβλία του κυκλοφορούν διαδικτυακά, σε όλα τα βιβλιοπωλεία της χώρας.
Related Posts with Thumbnails