© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

Μαρία Κάλλας, σαράντα χρόνια μετά (1977-2017)

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ


Στις 16 Σεπτεμβρίου του 1977, η Μαρία Άννα Σοφία Σεσιλία Καλογεροπούλου ή, αλλιώς, η κορυφαία Ελληνίδα υψίφωνος Μαρία Κάλλας, η πλέον γνωστή παγκοσμίως ντίβα της Όπερας, η Κάλλας που ταυτίστηκε με την Όπερα, αποχαιρέτησε το παρελθόν· είπε το Adio del passato, είπε το Αντίο στη ζωή.
Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, ήρθε στην Ελλάδα, τραγούδησε στην Επίδαυρο, ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, πέθανε στο Παρίσι. Η στάχτη από το πολύτιμο σαρκίο, που το κατοίκησε η θεϊκή φωνή της, ταξιδεύει με τα ανεπίδεκτα φθοράς κύματα του Αιγαίου. Το χειροκρότημα που συνόδευε τις παραστάσεις της δεν το απόλαυσε καμία άλλη ομότεχνή της, σε ένταση και θερμοκρασία, όπως και καμία δεν υπάρχει που θα μπορούσε να ακούγεται χωρίς να συγκρίνεται το ταλέντο της με τη φωνή Εκείνης. Τραγούδησε όλες τις μεγάλες ηρωίδες του είδους. Τραβιάτα, Τόσκα, Νόρμα, Κάρμεν, Τουραντό, Μαντάμα Μπατερφλάι, Λουτσία, Ροζίνα, Τζίλντα, Μήδεια…
Τραγούδησε τα πάθη εκείνων και τα βίωσε η ίδια, ζώντας μια πλούσια ζωή γεμάτη συγκινήσεις, δόξες, τιμές και πίκρες. Έγινε μύθος εν ζωή: «είναι πολύ παράξενο συναίσθημα να είμαι ζωντανός μύθος, ενώ βρίσκομαι ακόμη στη γη» είχε πει. «Ίσως θα ήταν καλύτερο αν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που θαυμάζουν τη φωνή μου, αποφάσιζαν να με θεωρούν αθάνατη μετά το θάνατό μου». Μα δεν αποφασίζουν οι άνθρωποι ποιος είναι ή θα γίνει αθάνατος. Και η Μαρία είναι αθάνατη. «Αν γινόταν αυτό», συνεχίζει, «θα καθόμουν πάνω σε κάποιο σύννεφο, θα κοίταζα κάτω και θα απολάμβανα το θέαμα αντί να κάθομαι και να ανησυχώ αν θα καταφέρω να βγάλω τις ψηλές μου νότες». Σίγουρα, τώρα δεν ανησυχεί, και οι ψηλές νότες της καταγραμμένες στους δίσκους της θα είναι πάντα εκεί για να τις ακούν οι γενιές που έρχονται.
Η Κάλλας, πέρα από τη μοναδική φωνή, εξέλιξε την Όπερα, προσέθεσε την υποκριτική στο είδος, έδωσε κίνηση, συμπλήρωσε με δράση το τραγούδι της, μετενσαρκώνοντας εαυτήν σε κάθε ρόλο που υποδύθηκε. Η φωνή της ερχόταν από μακριά, από «ένα κενό στο σύμπαν», όπως έλεγε η ίδια και όπως επανελάμβανε ο θαυμαστής της και σπουδαίος Ιταλός σκηνοθέτης Πιερ Πάολο Παζολίνι που την κινηματογράφησε στη δική του εκδοχή της Μήδειας. Αλλά και ο άλλος, επίσης, σπουδαίος Ιταλός σκηνοθέτης, ο Φράνκο Τζεφιρέλι, είπε πως ήταν η μόνη μέσα στον εικοστό αιώνα που έπιασε την κορυφή και την κρατά ακόμα, η πριμαντόνα που έκανε τις μάζες να παραληρούν στο άκουσμα της φωνής της και να συρρέουν στα θέατρα για να ακούσουν κάθε φωνή που την θυμίζει. Και ο μέγας Φεντερίκο Φελίνι, βλέπετε η Όπερα είναι εθνικό προϊόν των Ιταλών, το 1983 σκηνοθέτησε την ταινία E la nave va- Και το πλοίο φεύγει, όπου μια ομάδα καλλιτεχνών της Όπερας επιβιβάζεται σε ένα πλοίο με σκοπό να σκορπίσουν τη στάχτη μιας σπουδαίας πριμαντόνας, της Εντμέα Τέτουα, στη θάλασσα. Λένε πως η ταινία έγινε για να τιμήσει την Κάλλας και την Όπερα.
Στις 16 Σεπτεμβρίου, σαράντα χρόνια μετά, η αθάνατη Κάλλας, ακούστηκε, για λίγο, στον ιερό Ναό του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου στο Κολωνάκι. Μας αποχαιρέτησε και πάλι με την άρια από την Τραβιάτα της, εκεί στο σεμνό μνημόσυνο που έγινε, με την παρουσία μικρού εκκλησιάσματος. Ανάμεσα στους παριστάμενους και η Κική Μορφονιού που είχε τραγουδήσει πλάι της τον ρόλο της ιέρειας Ανταλτζίζα στη Νόρμα του Μπελίνι.
Με ελάχιστες εξαιρέσεις, από τους εκλεκτούς που παραβρέθηκαν στο μνημόσυνο, δυστυχώς, απουσίασαν όλοι εκείνοι που τραγουδούν στην Εθνική Λυρική Σκηνή, άλλοι που ενδιαφέρονται για το «Σπίτι» που έζησε και για το «Μουσείο» της, «συνάδελφοί» της που ευεργετήθηκαν από τον φορέα υποτροφιών, που εκείνη ίδρυσε, όταν πρόσφερε τα έσοδα από τις παραστάσεις της στην Επίδαυρο, για να βοηθήσει τους νέους καλλιτέχνες. Και ακόμα, απουσίασαν οι κριτικοί, οι δημοσιογράφοι, οι κάμερες. Ίσως, επειδή θεωρούν ότι η Κάλλας ποτέ δεν πέθανε, αλλά κατοικεί στους ουρανούς, όπου μόνο πια με τους αγγέλους συνομιλεί. Ίσως, και καλύτερα, έτσι σεμνά, σαν σε ιδιωτική συνάντηση, σε λίγους μόνο, επανέλαβε με τη φωνή του 1953 το «Αντίο» της.
Όμως, ήταν και Αυτή άνθρωπος που πόνεσε βαθιά, σε έναν ταραχώδη ιδιωτικό βίο. Παρόλα αυτά, έχει με το μέρος της την αιωνιότητα, αφού με τη φωνή της έχει κερδίσει το αιέν, που συντήρησε με το σύντομό της νυν. Και ήταν η φωνή της «γλυκιά σαν μέλι αλλά πικράθηκαν τα σωθικά» της, καθώς θα έλεγε ο ποιητής του Άξιον Εστί. Τα τετριμμένα της καθημερινής ζωής ξεχνιούνται· η τέχνη, όχι. Και αυτή είναι η παρηγοριά για το φθαρτό που χάνεται, αφού, έτσι και αλλιώς, θέλουμε δε θέλουμε, συμμετέχουμε σε μια ανατροφοδότηση του άφθαρτου με το φθαρτό μέρος του εαυτού μας. Και επειδή η φωνή δεν έχει ύλη, για να φθαρεί, της προσδίδει τα προνόμια μιας αθανασίας.
«Γιατί σ’ είχε ανάγκη κάποτε τα χείλη σου χρύσωσε ο Θεός»,
είπε ο Οδυσσέας Ελύτης για τον Διονύσιο Σολωμό. Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε κι εμείς σήμερα για την Κάστα Ντίβα της Όπερας. 

Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017

Φάνης Κωστόπουλος: ΖΑΚΥΝΘΟΣ, Αύγουστος 2017


Καίγεται το ωραίο νησί, η ποιητομάνα Ζάκυνθος ! Και εμείς -συνηθισμένοι σε τέτοιο θέαμα- κοιτάμε, όπως πάντα, στους δέκτες μας απαθείς… Ο εμπρηστής Αύγουστος την είχε μεταξύ των πρώτων μέσα στη λίστα του αυτό το καλοκαίρι. Τρεις νύχτες τώρα και ο ουρανός της φωτεινός σαν το ηλιοβασίλεμα. Θυσία κι αυτός ο τόπος, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι, στον βωμό του Μαμμωνά, που εξουσιάζει τα πάντα σήμερα.
Μαθητής στο σχολείο διάβαζα και μάθαινα, με υπερηφάνεια, στο Οδοιπορικό του Σατωβριάνδου για την αγάπη και τον θαυμασμό που έτρεφε αυτός ο συγγραφέας για το ωραίο αυτό νησί του Ιονίου πελάγους. «Προσυπογράφω αυτά τα ονόματα» λέει, μεταξύ άλλων «Χρυσή Νήσος, Λουλούδι της Ανατολής. Αυτό το όνομα του λουλουδιού μού θυμίζει ότι ο υάκινθος προερχόταν απ’ αυτό το νησί της Ζακύνθου, και ότι αυτό το νησί πήρε το όνομά του απ΄αυτό το φυτό που φύτρωνε εκεί». (Je souscris ses noms d’ Isola d’ Oro, de Fior di Levante. Ce nom de fleur me rappelle que l’ hycinthe était originaire di l’ ile de Zante, et que cette ile reçu son nom de la plante qu’ elle avait portée).
Αναρωτιέμαι τώρα τι θα έλεγα, αν είχα μπροστά μου τον ποιητή των Ωδών, που έζησε και πέθανε μακριά από το αγαπημένο του νησί και που είχε την πρωτάκουστη τη γνώμη ότι είναι
…………..γλυκύς ο θάνατος
μόνον όταν κοιμώμεθα
εις την πατρίδα.
Τι θα έλεγα, επαναλαμβάνω, σ’ αυτόν τον μεγάλο Ζακυνθινό τώρα, που τραγούδησε τις φυσικές ομορφιές της πατρίδας του, με αγάπη και ασυνήθιστη λυρική διάθεση, στην πρώτη ωδή της Λύρας :
Της Ζακύνθου τα δάση,
και τα βουνά σκιώδη,
ήκουον ποτέ σημαίνοντα
τα θεία της Αρτέμιδος
αργυρά τόξα.

Και σήμερον τα δένδρα
και τας πηγάς σεβάζονται
δροσεράς οι ποιμένες
αυτού πλανώνται ακόμα
οι Νηρηίδες.
Σήμερα, μεγάλε βάρδε, οι συμπατριώτες σου τίποτα απ’ αυτά που λες δεν «σεβάζονται». Και το λέω αυτό γιατί, όπως πολύ σωστά λέει ο Αλμπέρ Καμύ, όταν η πατρίδα είναι σε κίνδυνο, όλοι, καλοί και κακοί, είναι συνυπεύθυνοι. Πάντως είναι μεγάλο ευτύχημα ότι δεν είσαι τώρα παρών να δεις τη «φιλτάτη πατρίδα» σου πώς την καταντήσαμε… Ακόμη και ο Τούρκος, όπως λέει ο Βίκτωρ Ουγκώ, να πέρναγε απ’ το νησί σου, τέτοια μαυρίλα δεν θα το σκέπαζε… Κι όμως εσύ --- παρά τους δύσκολους εκείνους καιρούς --- μακάριζες την ωραία σου πατρίδα και έλεγες :
Είσαι ευτυχής και πλέον
σε λέγω ευτυχεστέραν,
ότι συ δεν εγνώρισας
ποτέ την σκληράν μάστιγα
εχθρών, τυράννων.
Δυστυχώς, και σήμερα ακόμη, με τη δική μας ευλογία βέβαια, και τύραννος εξ Ευρώπης υπάρχει και αλωνίζει στη χώρα μας, και εμπρηστής για τα δάση μας, «ο πάντοτε αφανής δικός μας Ιούδας», όπως λέει πολύ εύστοχα ο νομπελίστας συνάδελφός σου.
Δεν θα σου πω άλλα δυσάρεστα. Θα σταματήσω εδώ, γιατί σε βλέπω έτοιμο να εκραγείς και να ξεστομίσεις τον λεκτικό κεραυνό σου…
Καλύτερα, καλύτερα
διασκορπισμένοι οι Έλληνες
να τρέχωσι τον κόσμον,
με εξαπλωμένην την χείρα
ψωμοζητούντες∙
Παρά προστάτας ’νάχωμεν.
Ωστόσο, έχω τη γνώμη πως είναι τόσο μεγάλη η αγάπη σου για το νησί σου, ώστε ακόμη και έτσι, ένα κομμάτι κάρβουνο μες στο Ιόνιο πέλαγος, τα χείλη σου και η καρδιά σου τα ίδια λόγια θα λέγανε :
ωραία και μόνη η Ζάκυνθος
με κυριεύει.

Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

Νατάσα Αβούρη: ΤΟ ΩΡΑΙΟΤΕΡΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (ΜΟΥ)






Το καλοκαίρι δεν είναι εποχή για δύσκολες σκέψεις.
Το καλοκαίρι δεν είναι εποχή για δύσκολες μνήμες.
Το καλοκαίρι δεν είναι εποχή για δύσκολες αποφάσεις.
Έτσι κι εγώ, με πρόσχημα την επιτακτική, μα κι αναγκαία απ’ τις συνθήκες και την παρέα ανεμελιά, με άρμα ένα παραφορτωμένο με μπαγκάζια, επιβάτες, γέλια και παιδικά τραγούδια Ι.Χ. και με σκοπό για έναν μήνα τουλάχιστον την καθόλα (αν και καθόλου) ηρωική μου έξοδο από τις γκρίζες του μυαλού και τις ψυχής σκοτούρες, πήρα το δρόμο τον καλό, τον ίσιο, τον κατηφορικό για το νησί μου.
Περνώντας από το Ρίο και την καλατράβεια εκδοχή της ακόρεστης μεσογειακής δίψας για ένωση των αντικρινών στεριών, από τον πληθωρικό περιφερειακό της αχαϊκής πρωτεύουσας που τη διατρέχει πανοραμικά χωρίς όμως να προσφέρει την ανάλογη θέα, από την επαρχία του Πύργου κι από έναν μακρύ κατάλογο παλαιών φατριών, που ονοματοδέθηκαν, μοιραία ή θελημένα, με τα χωριά και τους συνοικισμούς τους και καταλήγοντας στην ενατένιση, σχεδόν διαισθητικά, της αναιτίως μα και ευσχήμως ομιχλώδους Γλαρέντζας- εις το επιστημονικότερον, του Ενετικού Κάστρου της Κυλλήνης- αναρωτιόμουν πόσο είχε αλλάξει το ταξίδι, χωροταξικά και χρονικά, από τότε που ήμουν παιδί. Μα, όπως είπα κι επιμένω, το καλοκαίρι δεν είναι εποχή για δύσκολες μνήμες. Και αυτό που μου έμεινε ως σκέψη μόνη, όχι ορφανή, σκέψη σωστή πέρα για πέρα, σκέψη αντικειμενική, δίκαιη και αδιαμφισβήτητη είναι τούτη: Η Ζάκυνθος είναι το ομορφότερο νησί του κόσμου.
Κόσμος συνωστισμένος στα εισιτήρια, κόσμος συνωστισμένος στην αποβάθρα, κόσμος συνωστισμένος και στο φέρι μποτ. Το άρωμα των διακοπών έχει πολλές εκφάνσεις. Βρίσκω, όσο μεγαλώνω, ότι μ’ αρέσουν όλες. Δίπλα μου συζητούν χαμηλόφωνα δυο νεαροί κατάξανθοι, Ολλανδοί ή Φινλανδοί, αδύνατον να καταλάβω. Πιο πέρα όρθιοι, μια παρέα Ρώσων με φαρδιές πουκαμίσες, κοκκινωπά μάγουλα και τη βαριά προφορά τολστοϊκών ηρώων προσπαθούν ανόρεκτα να εντοπίσουν κενές θέσεις. Τρία εγγλεζάκια χαχανίζοντας και στιχομυθώντας ακατάπαυστα στη δική τους, παιδιάστικη διάλεκτο, διατρέχουν το κατάστρωμα με τα παγωτά χωνάκι ξεχασμένα ανά χείρας να στάζουνε στο πάτωμα, σπονδές καλοκαιρινές στον Ποσειδώνα. Τώρα τελευταία η παρέα του ανθρώπινου σιναφιού για το νησί έχει διανθιστεί με κίτρα της Ανατολής· διερευνητικοί Κορεάτες, πορσελάνινοι Ιάπωνες, φεγγαροπρόσωποι Κινέζοι και ενθουσιώδεις Φιλιππινέζοι, συμπληρώνουν εύστοχα και ηδονικά την φιλαυτία της χρωματικής παλέτας του γένους μας.
Φτάνουμε. Αριστερά ο Σκοπός με την σισίφεια Τούρλα του ακόμη υψωμένη κρατάει καλά το σκήπτρο του πιο ψηλού- παρ’ ολίγον- βουνού της νήσου· δεξιά το Κρυονέρι, το Ακρωτήρι, πιο πέρα το Τσιλιβί. Στο μέσον η Χώρα, χιλιολουσμένη από ήλιους και βροχές, από αρμύρα κι ιστορία. Πάνω της περάσαν διάφοροι, κατακτητές, ελευθερωτές, δικοί και ξένοι, που με το ρόπτρο ή το ρόπαλο τη σμίλευσαν αναλόγως. Η φύση όμως έθεσε την τελική σφραγίδα: η σεισμική «Πράσινη Γραμμή» του 19531 πήρε κι άφησε όσα δεν μπόρεσαν οι άνθρωποι εκατονταετίες. Γύρω απ’ τη Χώρα, σε σημεία που βλέπουν οι πολλοί και σ’ άλλα που αναγνωρίζω εγώ κι όσοι την ξέρουν, ξεπηδούν διάσπαρτες μέσα σε πευκόφυτες πλαγιές και ισιάδες, δίπλα από τα παλιά Ρεπάρα2, πάνω από τις αμμουδερές ακτές, μικρές και μεγάλες ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις, σαν παρασιτικά φυτεύματα του χρήματος, από τις πιο γνωστές και αγαπημένες «καλλιέργειες» των κατοίκων. Όχι ότι μου κάνει εντύπωση πια. Είναι γνωστό τοις πάσι, θεμιτό και αναμενόμενο ότι ο τουρισμός κάνει καλό σε ένα μέρος. Φέρνει ανάπτυξη. Ενισχύει την οικονομία. Ενδυναμώνει τις τοπικές κοινότητες. Τονώνει τον πολιτισμό. Αναπτύσσει την αίσθηση της πολυπολιτισμικότητας.
Αναρωτιέμαι, αλήθεια, πώς τόσες και τόσες γενιές ανίδεων από τουριστικό πολιτισμό Ζακυνθίων ξόμειναν στον τόπο τούτο χωρίς να πεινάσουν…
Μα δεν είναι ώρα για άλλη σκέψη. Το πλοίο δένει στο μπαστούνι του Αγίου, ο κυβερνήτης καλεί προς αποβίβαση, οι γύρω μου γκρινιάζουν και βαριούνται. Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν. Τώρα λοιπόν, καιρός του παραθερίζειν!
Ημέρα πέμπτη. Η Ζάκυνθος είναι το ωραιότερο νησί του κόσμου. Τσάμπα την ύμνησαν ποιητές και πεζογράφοι; Άδικα την ονομάτισαν «το φιόρο του Λεβάντε3»; Ψέματα κι οι αναφορές του Ομήρου; Οι τουριστικοί οδηγοί, οι ξεναγοί, οι ξενοδόχοι δεν μπορεί να υπερβάλλουν. Και μια διαφήμιση επίμονη θυμάμαι στην τηλεόραση πριν το Πάσχα τα ίδια διαλαλούσε. Το Πάσχα όμως εφέτος ήρθε αργά για το νησί. Τέλος Μαΐου ίσως. Μέχρι τότε και για εννιά περίπου μήνες η Ζάκυνθος, «γκαστρωμένη» λύματα, ξερνούσε εκτρώματα οσμών και μολυσμάτων. Αυτό ίσως το ξέχασαν οι τουριστικοί οδηγοί, οι ξεναγοί, οι ξενοδόχοι κι οι διαφημιστές να το αναφέρουν. Ίσως και να μην το θεώρησαν σπουδαίο. Μα βέβαια, δίπλα στους Σολωμούς, στους Κάλβους, και στους Ξενόπουλους πόσο παράταιρα αντηχούν οι λέξεις «σκουπίδια», «βρώμα», «σαπίλα»;
Ας είναι. Φέρνω μια βόλτα τη Χώρα. Οι τουρίστες ξυπνούν σιγά σιγά, ασυνήθιστοι στα ξενύχτια και στις υγρές βραδιές, φορούν τα καπελάκια και την εκδρομική τους περιβολή και ξεχύνονται στα μουσεία, στα αξιοθέατα, στους αρχαιολογικούς χώρους. Αναρωτιέμαι πώς θα σκάρωνε ο Βυζάντιος τον γλωσσικό αχταρμά της νέας αυτής Βαβυλωνίας. Στο κέντρο η πλατεία του Σολωμού, η χιλιομπαλωμένη, πλαισιώνεται από το Αρχαιολογικό Μουσείο, το Πνευματικό Κέντρο, τον θρυλικό Κόκκινο Βράχο. Κτίσματα σχεδόν νεοκλασικά, σχεδόν λειτουργικά, σχεδόν διατηρημένα. Δίπλα η εκκλησία του Αγ. Νικολάου του Μώλου· πιο πίσω η πλατεία του Αγίου Μάρκου με την ομώνυμη καθολική εκκλησία και το Μουσείο Επιφανών Ζακυνθίων- Μαυσωλείο Σολωμού και Κάλβου οριοθετεί το σταυροδρόμι χιλιετιών ιστορίας, παράδοσης, θρησκείας, πολιτισμών. Οι καφετέριες πάλλονται από μουσική κι από κόσμο. Δίπλα στον κύριο που πίνει εσπρέσσο- Έλληνας θα ’ναι, συζητά με τη συνήθη φιλική βωμολοχία με έναν νεότερό του- μια μαρμάρινη πλάκα με μικροσκοπικά και κεφαλαία γράμματα ψιθυρίζει ονόματα «Ηρώων πεσόντων εν τη Κατοχή». Από εδώ ξεκινά η Πλατεία Ρούγα4 ή, επισήμως, η οδός Αλεξάνδρου Ρώμα με τα ταχυφαγεία, τα αναμνηστικά, τις διάφορες μπουτίκ. Η περαντζάδα από τη Στήλη μέχρι τον Άγιο, η παραλιακή λεωφόρος δηλαδή, είναι ιδανική για απογευματινές βόλτες. Το ίδιο και το Ψήλωμα από την άλλη τη μεριά μέχρι το σολωμικό λόφο του Στράνη. Οι ισκιωτές κλιτύες της Μπόχαλης από πάνω θωπεύουν νωχελικά τη Χώρα, αφήνοντας ν’ αντηχούν κάπου- κάπου οι καμπάνες της Φανερωμένης. Το δύσβατό τους μονοπάτι ακολουθούν πολλοί τουρίστες μες στο κατακαλόκαιρο, μες στο καταμεσήμερο, μες στον ιδρώτα και στο ηλιοκαμένο τους δέρμα. Οι Ζακυνθινοί τους κογιονάρουν5. «Τέτοιες σερπιάδες6, μάτια μου; Όρσε γαμπρέ κουφέτα7!» Παράξενο τώρα που το σκέφτομαι: μήτε τα πρωινά μα μήτε τ’ απογεύματα έχω δει ντόπιους ν’ ανεβαίνουν.
Ημέρα όγδοη. Η Ζάκυνθος είναι το ωραιότερο νησί του κόσμου. Μες στις καυτές επάλξεις του αυγουστιάτικου μεσημεριού και στην ακύμαντη ιόνια γαλήνη, λουσμένη καθώς είμαι όχι στον ποταμό Γουαδαλκιβίρ8, αλλά στην παραλία του Αλικανά, φαίνεται πια σίγουρη η αντικειμενικότητα των λόγων μου. Ανοίγω τα μάτια. Από τη διπλανή μου κυρία, βέρα Ζακυνθινή σωματοτυπικά, γλωσσολογικά και στιλιστικά, δεν ακούω πια το γνωστό σύρσιμο της ντοπιολαλιάς με τους γηλοφώδεις παρατονισμούς, να ψάλλει στο αγγόνι της το χιλιοειπωμένο τροπάριο: «Νιόνιο μου, τζογούλα9 μου, κάμε παιδάκι να ‘ρθεις εδωπα ε, μη φεύγεις απ’ τη νόνα10!». Η παύση αυτή η απρόσμενη μόνο ένα μπορεί να σηματοδοτεί. Κοιτάω δεξιά. Όπως κάθε μέρα, εδώ και μέρες, στο απέναντι βουνό ανάβουνε φωτιές. Μετράω τις εστίες: μία, δύο, τρεις… οκτώ. Οι ποιητές δε θυμάμαι να μίλησαν ποτέ για φωτιές. Μόνο για «αμπελόφυτους του Βάκχου κάμπους»11, «σταφυλοφόρους ρίζας», «χρυσά κήτρα»12 κι «άνθινες (από υακίνθους) ακρογιαλιές»13. Ίσως να μην τις παρατήρησαν. Ίσως πάλι το ανείπωτο, μακάβριο τούτο γαϊτανάκι του καταμεσήμερου να μην προσιδίαζε, όπως τώρα, στο πνεύμα της εποχής τους. Οι περισσότεροι λουόμενοι δείχνουν προς στιγμήν να ενοχλούνται. Κάποιοι κουνούν το κεφάλι απαξιωτικά, κάποιοι θρηνητικά. Προς στιγμήν. «Αλλά η μέρα είναι ζεστή και ποιητική, ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό»14 κι οι διακοπές, το είπαμε ξανά, δε θέλουν δύσκολες σκέψεις. Ξανακλείνω κι εγώ τα μάτια. Η μύτη μόνο παραμένει ασφάλιστη στην κάφτρα. Δεν είναι τόσο το πεύκο, ο σκίνος ή το θυμάρι που φλέγεται τούτην την ώρα. Κάτι άλλο καίγεται· μαζί και το βουνό, μαζί και οι λουόμενοι, μαζί και οι σκέψεις μου.
Ημέρα δέκατη ένατη. Παραμονή της Παναγίας. Η Ζάκυνθος είναι το ωραιότερο νησί του κόσμου. Κλείνω πεισματικά τον υπολογιστή εν μέσω των μελωδικά εκκωφαντικών σημάντρων της Πικριδιώτισσας15. Όλο οι ίδιες και οι ίδιες ειδήσεις. Δεν είναι βέβαια και λίγο ένα τόσο μικρό μέρος να γίνεται καθημερινά πρωτοσέλιδο. Χτες ήταν πάλι οι φωτιές, σήμερα κάποια επεισόδια στο Λαγανά16. Ξυλοδαρμοί, ναρκωτικά, προσβολή της δημοσίας αιδούς, δολοφονίες… Δεν κάθισα να δω περισσότερα. Κλείνω και την τηλεόραση· επιβάλλω μάλλον στους άλλους να την κλείσουν, παραμονή της Παναγίας, τι κάθεστε, λέω, πάμε όλοι μαζί στη Λειτουργία. Στο δρόμο οι γείτονες μας χαιρετούν, μας εύχονται, σχολιάζουν τα τεκταινόμενα. Στέκομαι παράμερα δυο βήματα, μετά άλλα τόσα. Ο βόμβος των ψαλμωδιών σκεπάζει κάτι λίγο απ’ την ψυχή μου. «Έτσι δε γίνεται παντού; Αυτή δεν είναι η εποχή μας;» Τέτοιες σκέψεις, απλές και αβίαστες, καθώς ταιριάζουνε στην ώρα, στη διάθεση και στο έθιμο με πείθουν για την προσωρινή τους, έστω, αλήθεια. Διώχνω τις εκνευριστικές τολύπες θύμησης μιας Ζακύνθου παλιάς, εκείνης που έζησα ως παιδί κι εκείνης που εγκολπώθηκα απ’ τους προγόνους μου με λόγια ξωτικά και εικόνες σπηλαιώδεις, μιας και δεν έχω πια «σουσάμι» να τις ανοίξει. Μου φτάνει που είμαι εδώ και που είμαι τώρα. Κι ας μη χορταίνω πια, όπως ο Ποιητής, με το «πράσινο μεθύσι και την χαροκοπιά»17 του Κάμπου της· αρκεί και έτσι να μετρώ ανάμεσα στα ενοικιαζόμενα, στα μίνι μάρκετ και στις βίλες τους κόμπους της χαράς μου. Κι ας μη μετράω πια τόσ’ άστρα της «στον τρίσβαθο αιθέρα»· «πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου»18 τ’ ανακαλύπτουνε ξανά πίσω από τις σιδερένιες σκαλωσιές, κάτω από τα μισοτελειωμένα τσιμεντόκτιστα οικοδομήματα, μέσα στα παραμύθια των παλιών, στα λόγια των γονιών μου.
Ημέρα εικοστή ένατη. Ανήμερα του Αγίου19. Σημαιοστολισμένη από νωρίς η Χώρα παραδίδεται στη θερινή της επιφοίτηση.
Η ομήγυρη απαιτεί βόλτα στο πανηγύρι. Ακολουθώ, με έξι και μια τύψεις20 για τα Βάγια21 και για τον Ποιητή22.
Καλά τα νέα επειδή δεν υπάρχουν.
Πρέπει να φτιάξω τις βαλίτσες. Τελευταία μέρα των διακοπών.
Τουριστικά η περίοδος θαυμασία, δηλώνει ο Δήμαρχος. Οι ντόπιοι διαφωνούν, μεγάλη η προσέλευση, λίγα τα έσοδα, λένε.
Στην παραλία του Τσιλιβή μαζεύω αποτσίγαρα. Και μπουκάλια μαζεύω, μέχρι που κόβομαι λίγο στο δάχτυλο· τ’ αφήνω σε άλλους καλοθελητάδες.
Κόσμος πολύς, επίσημοι, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κι ο Πατριάρχης για τον Άγιο. Δόξες μεγάλες το νησί.
«Επικαλέω τοι την θεόν». Σεφέρης23. Πώς πάει άραγε; «Λάδι στα μέλη… λάδι στην κόμη… λάδι στον ήλιο». Δεν έχω χρόνο να σκεφτώ. Φοράω τα καλά μου, βγαίνω.
Η λιτανεία καλά κρατεί, όμορφα και με τέμπο από το 170024. Μπροστά οι μπάντες και τα λάβαρα του Αγίου, τα σχολεία, οι πρόσκοποι, οι ψαλτάδες.
Χτενίσανε καλά τον δρόμο. Μήτε ένα σκουπιδάκι χαλά τη στιλπνή του φαλάκρα.


Το ιερό Σκήνωμα ακολουθεί σε γυάλινη προθήκη, κάτω από ένα βελούδινο κιβώριο προστατευμένο, προφυλαγμένο απ’ τον καιρό, από τη σκόνη κι απ’ τους ανθρώπους.

Ένας σερβιτόρος με σπρώχνει ελαφρά να περάσει. Φίσκα τα τραπέζια σήμερα, καλά πάει το πράγμα.

Μπροστά και πίσω οι ιερείς τ’ αστραφτερά τους άμφια ζωσμένοι, τις ράβδους και τις μίτρες προσεκτικά βαλμένες, ταπεινά.


Λάδι στον ήλιο·
τρόμαξαν τα φύλλα
στου ξένου το σταμάτημα
και βάρυνε η σιγή
ανάμεσα στα γόνατα.
Έπεσαν τα νομίσματα·
«Επικαλέω τοι την θεόν…».


Η εξουσία διακόπτεται με άλλην εξουσία. Ο Δήμαρχος, ο Υπουργός, οι συμβουλάτορές τους. Να κι ο λαός που ακολουθεί κοπάδιν- ομάδιν ήθελα να πω- ως ουραγός ιδανικός της όλης κουστωδίας.
Λάδι στους ώμους
και στη μέση που λύγισε
γρίβα σφυρά στη χλόη,
κι αυτή η πληγή στον ήλιο
καθώς σημαίναν τον εσπερινό
καθώς μιλούσα στον αυλόγυρο
μ’ ένα σακάτη.

Ναι, έτσι πάει, έτσι ταιριάζει δηλαδή. Νομίσματα μιας νέας εποχής για νέας εποχής ιεροδουλία.

Βράδυ. Σιγά σιγά η λιτανεία νετάρει25. Ο Άγιος, εν μέσω μιας ολάνθιστης, πολύβουης φαντασμαγορίας πυροτεχνημάτων, κανονιοβολισμών και αυτοσχέδιων αγγελτήριων οργάνων κυκλώνει τη Χώρα με την οσία του μορφή και την αμέριστη ευχή του.

Την ίδια ώρα ψηλά, σε μια πλαγιά του Σκοπού, το παλίμψηστο της θερινής μου ουτοπίας ολοκληρώνεται κι αυτό μάλλον δραματικά, σχεδόν εικαστικά, οπωσδήποτε ειρωνικά: μικρά φωτοφεγγήματα αρχικά, σαν άστρα λες απ’ το χρωστήρα του Βαν Γκογκ26, γίνονται στιγμιαία φλογερός χορός, σφίγγοντας μέσα στις πύρινες γλώσσες τους δέντρα και βρύα. Οι κάτοικοι, οι ξένοι, οι τουρίστες, οι ιερείς, οι επίσημοι κι εγώ μαζί, απρόσκλητοι κι απρόθυμοι θεατές της αδαμιαίας μας αδιαφορίας, μένουμε να κοιτάμε συνεπαρμένοι, μουδιασμένοι, σακάτηδες ψυχή τε σώματι τους τόνους τους ψυχρούς απ’ το βροχερό Τολέδο του Γκρέκο27 να μεταλαμπαδεύονται φλογοβόλοι στο ύστατο, αυγουστιάτικο, ζακυνθινό μας «πανηγύρι».

Ημέρα τριακοστή. Αθήνα.

Μπρος στα σκαλιά της Ιεράς Εξέτασης του χρόνου του αδυσώπητου, σε πείσμα αυτής της πόρνης εποχής αναφωνώ:

«Η Ζάκυνθος είναι το ωραιότερο νησί του κόσμου!».

-------------------------------------------------
1 Πρόκειται για τον καταστροφικό σεισμό της 12ης Αυγούστου του 1953, κλίμακος περ. 7,1 ρίχτερ.
2 Ρεπάρο: εξοχικά σπίτια πλουσίων, αριστοκρατικών οικογενειών της Ζακύνθου, που πριν το σεισμό του ’53 βρίσκονταν ακριβώς πάνω στο κύμα (η μεταφορά γινότανε με βάρκες κατά μίμηση της Βενετίας).
3 Άνθος της Ανατολής για τους Βενετσιάνους (Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας)
4 Ρούγα: οδός, δρόμος
5 Κογιονάρω: κοροϊδεύω, ειρωνεύομαι.
6 Σερπιάδες: βλακείες, ανοησίες
7 Όρσε γαμπρέ κουφέτα: λαϊκή έκφραση αγανάκτησης ή απαξίωσης γεγονότος και κυρίως ανθρώπου εν είδει φασκελώματος (όρσε= πάρε).
8 Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Λούζεται η αγάπη μου στο Γκουανταλκιβίρ, μελοποίηση Λ. Παπαδόπουλος
9 Τζόγια/ τζογούλα: χαρά μου, μάτια μου
10 Νόνα και νόνος: γιαγιά και παππούς στη ζακυνθινή διάλεκτο, από τις ιταλικές αντίστοιχες λέξεις nonna, nonno
11 Ούγκο Φόσκολο, Ύμνος στην Ζάκυνθο, μτφ. Μαρίνος Σιγούρος.
12 Ανδ. Κάλβος, Ωδαί, Ο Φιλόπατρις (Ωδή Πρώτη,στρ. ιη’, ιθ’)
13 Έντγκαρ Άλαν Πόε, To Zante, μτφ. Νίκου Σημηριώτη
14 Κωνσταντίνος Καβάφης, Αλεξανδρινοί Βασιλείς, Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984
15 Παναγία η Πικριδιώτισσα: ομώνυμη εκκλησία και περιοχή της Χώρας.
16 Κόλπος του Λαγανά/ οικισμός του Λαγανά: από τις τουριστικότερες περιοχές της Ζακύνθου, μέρος ωοτοκίας της Καρέτα- Καρέτα.
17 Κωστής Παλαμάς, Ζάκυνθος (συλλογή: Περάσματα και χαιρετισμοί, 1930)
18 Διονύσιος Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, σχεδίασμα Β’, XLV & XXXVI
19 Ως «Άγιο» οι Ζακύνθιοι αναφέρουν τον προστάτη της Χώρας και του νησιού, τον Άγιο Διονύσιο (τον Νέο). Εορτάζεται στις 24 Αυγούστου (επέτειος μετακομιδής των Λειψάνων του) και στις 17 Δεκεμβρίου (επέτειος Κοιμήσεως)
20 Οδυσσέας Ελύτης, συλλογή Έξι και Μία Τύψεις για τον Ουρανό, 1960.
21 Βάγια: με βάγια στρώνουν την εκκλησία του Αγίου και το δρόμο για την λιτανεία. Εδώ γίνεται έμμεση αναφορά στην Κυριακή των Βαΐων και το περιστατικό της εκδίωξης των εμπόρων στο ναό της Ιερουσαλήμ από τον Ιησού (Ἄρατε ταῦτα ἐντεῦθεν· μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου οἶκον ἐμπορίου…», Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον).
22 Εδώ κυρίως αναφέρομαι στον Τάσσο Λειβαδίτη (Αιώνας εμπορίου) και στον Νίκο Καρούζο (Λέξεις και φράσεις που δεν έγιναν ποίημα)
23 Γιώργος Σεφέρης, Επικαλέω τοι την θεόν, συλλογή Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ’.
24 Οι λιτανείες του Αγίου Διονυσίου, ακολουθούν συγκεκριμένο τυπικό εδώ και αιώνες, όπως ακριβώς απεικονίζεται στο ομώνυμο, πολυπρόσωπο ζωγραφικό έργο του Νικολάου Κουτούζη (1766, Μουσείο Μονής Στροφάδων).
25 Νετάρω: τελειώνω.
26 Βίνσεντ Βαν Γκογκ, Αστερόεσσα, αλλιώς: Έναστρη Νύχτα (διάφορες εκδοχές), λάδι σε καμβά, 1889, Μουσείο Καλών Τεχνών Χιούστον, ΗΠΑ.
27 Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, Το Τολέδο στην Καταιγίδα, λάδι σε μουσαμά, 1604- 1614, Μητροπολιτικό Μουσείο Ν. Υόρκης.   

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Γιώργου Λέκκα: ΑΦ’ ΥΨΗΛΟΥ ΜΑΣ ΚΟΙΤΑΖΟΥΝΕ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ (νέο ποίημα)


Je ne ressens pas de chaleur dans le vide de l’au-delà.
René Magritte

Αφ’ υψηλού μας κοιτάζουνε τα πουλιά
που στερηθήκαμε του ουρανού την απλωσιά·
σε βάρος μας γελάνε και θυμώνουν.
Μα οι νεκροί που τώρα δεν κρυώνουν
βάζουνε πότε-πότε το κεφάλι στην κλειδαριά
και μας κοιτάνε τρυφερά – δεν μας μαλώνουν.

6.9.2017

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Α. Λέκκας ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες.

Ως προς τα εικαστικά σχόλια του ανωτέρω δημοσιεύματος: Το δεύτερο έργο -το πουλί- είναι λεπτομέρεια από το έργο του Rene Magritte, Retour, 1940 και το πρώτο, η κοπέλα (η γυναίκα του), είναι το ιδίου, Georgette, 1937. Και τα δύο βρίσκονται στο Musee Magritte, Βρυξέλλες.]

Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΑΠΩΛΕΙΕΣ


Στὸν πολυσέβαστό μου καθηγητή, τὸν κύριο Ἀλέξανδρο Σταυρόπουλο, εὐγνωμόνως
Στὴ διάρκεια τοῦ ἐπίγειου βίου μας ἕνα εἶναι βέβαιο: πὼς κερίζουμε ἤ χάνουμε πρόσωπα καὶ πράγματα. Ἀκριβὰ πολλὲς φορές. Κι ὅμως ἔρχεται ἡ ὥρα ποὺ τὰ θυσιάζουμε, ἰδίως, τὰ δεύτερα, γιατὶ προκύπτουν πολλαπλὲς ἀνάγκες, ποὺ πραγματικὰ ἀξίζουν μιᾶς τέτοιας θυσίας. Πράγματα, λές, εἶναι... Σὲ ἐφημερία βρισκόμαστε, ἄρα, γιατὶ νὰ ἐξαρτώμεθα ἀπὸ αὐτά; Καὶ μὲ σφιγμένη τὴν καρδιὰ τὰ ἀποχωρίζεσαι. Κι ἄς ἔζησες μαζί τους στιγμὲς κορυφαῖες κι ἀνεπανάληπτες, ὅπως π. χ. ὅταν θυσιάσεις κάποιο ἀκίνητο, σπίτι ἤ οἰκόπεδο, τὰ ποῖα συντρόφευαν τὶς θερινές σου τὶς μέρες σιμὰ στὴ θάλασσα... Ἀποφασίζεις τότε νὰ τὸ κρατήσεις στὴ μνήμη σου καὶ στὴ καρδία σου, σο γίνεται πιὸ ζωντανὸ κι ἀκέραιο αὐτὸ ποὺ ἔχασες ἤ ἔδωσες, κι ὕστερα λὲς ὅτι μέχρις ἐδῶ ἦταν... Πάει πιά. Ἀνήκει ἀλλοῦ, ὅπως συμβαίνει λ.χ. στά ταξίδι μας, ὅταν δηλαδή νοικιάζουμε γιὰ λίγες μέρες -ὅσες χρειαζόμαστε, δηλαδή, ἕνα δωμάτιο- κι ὅταν ἀναχωροῦμε, ἄλλος ἐγκαθίσταται ἐκεῖ.
Ὅμως μὲ τὰ πρόσωπα εἶναι διαφορετικὴ ἡ κατάσταση, γιατὶ παραμερίζει ὁλόκληρος κόσμος, μετατίθενται τὰ διαπροσωπικὰ ὅρια, μικραίνουν, κι ὅλο βλέπεις, βιώνεις καθαρὰ τὸν συμμαζωμὸ στὸ εἶναι σου, τὸν ἐγκλεισμό στὸ κελλί σου, ποὺ εὐτυχῶς, κυρίως τὰ μοναχικὰ τὰ βράδυα, νοιώθεις καὶ κάποιον ἄλλο νὰ σὲ συντροφέυει: τὸ Θεό.
Ναί, δὲ μπορεῖ νὰ λησμονηθεῖ εὔκολα ἡ κάθε ἀπουσία προσώπου, γιατὶ εἶναι καὶ μιὰ δυνηρὴ ἀποβολή. Μιὰ πληγὴ ποὺ ξέρεις τι θὰ σφαλίσει, ἀλλὰ θ’ ἀφήσει τεκμήρια. Τὰ σημάδια δηλαδή, πάνω στὴν ψυχή, τὰ ποῖα, ὡστόσο, μὲ τὸ χρόνο ποὺ σωρεύεται, γίνονται -ἄν τὸ ἐπιθυμεῖς- καὶ τὰ ὑπομνήματα ἐκεῖνα, ποὺ σὲ βοηθᾶνε νὰ μὴν ἐπαναλάβεις τὰ λάθη σου.
Ὡστόσο οἱ ἀπώλειες μέσα στὸ βίο μας, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ θὰ καταλάβουμε τὸν κόσμο ἴσαμε τὴ στιγμὴ ποὺ θ᾿ ἀναχωρήσουμε, εἶναι ἀναπόφευκτες καὶ συνάμα πολὺ διδακτικές. Γιατὶ φανερώνουν, ὅταν τὶς προσέξεις βαθύτερα, ἕνα μεγάλο κι ἀληθινὸ γεγονός: Ὅτι ὑπὸ προθεσμίαν εἴμαστε ὅλοι μας, οἱ μαζεμένοι σ’ αὐτὸ τὸ μεγάλο χωράφι, ποὺ ὀνομάζεται γῆς. Κι ἄν χάσουμε ἐμεῖς κάτι ἤ κάποιον, θὰ ἔρθει ἡ ὥρα ποὺ ἄλλοι θὰ χάσουν κι ἐμᾶς, ὅταν τελειωτικὰ ἀναχωρήσουμε ἀπὸ τὸν κόσμο ἐτοῦτο.
Ἕνα πράγμα σώζει καὶ διακρατεῖ ζωντανὴ τὴν παρουσία τῶν σων χάθηκαν: Ἀνθρώπων καὶ πραγματων. Κι αὐτὸ εἶναι ἡ Μνήμη, ἡ ἀειθαλὴς Μνήμη, ποὺ ταμιεύει στην ψυχὴ τὰ ὄσα πολύτιμα θεωρεῖ ὅτι πρέπει νὰ κρατήσει κι ὕστερα, ὅσα χρόνια τῆς χαριστοῦν νὰ ζήσει, τὰ διατηρεῖ μέσα της ζωντανά, φωτεινὰ κι ἀρυτίδωτα. Ἰδίως τὰ πρόσωπα... Τὰ πρόσωπα ποὺ τὰ λιτανεύει μὲ εροπρέπεια καὶ συγκίνηση καὶ τὰ ὑψώνει στὸ Δημιουργό τους τὰ Ψυχοσάββατα, μὲ προσευχὴ νοτισμένη ἀπὸ τὰ δάκρυα. Τὰ καταθέτει δηλαδή, ἐκεῖ ποὺ πραγματικὰ ἀνήκουν. Καὶ ποὺ ἀνήκουμε κι ἐμεῖς...
π. κ. ν. κ

Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

Γιώργου Λέκκα: ΚΡΥΦΑ (νέο ποίημα)


Κρυφά από μένα μ’ αγαπάς
και μ’ εκπαιδεύει η αγάπη σου
να σ’ αγαπήσω μυστικά
πριν την περιφρονήσω.
Κρυφά από μένα σ’ αγαπώ
κι αυτό που τρέμω πιο πολύ
την ακριβή αγάπη σου
να μην την αδικήσω.
Σκύψε και φίλησέ με να σωπάσω.

14.8.2017

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Α. Λέκκας ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες.]


Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΟΝΤΩΣ, Ω, ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΟΞΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ... (ΕΓΚΩΜΙΟ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΣΕΠΤΗ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ)

Ἐν κυμβάλοις ἠχήσωμεν, ἐν ᾠδαῖς ἀλαλάξωμεν, Ἑορτὴν ἐξόδιον προεξάρχοντες, καὶ ἐπιτύμβια ᾄσματα, φαιδρῶς ἐκβοήσωμεν· ἡ γὰρ Μήτηρ τοῦ Θεοῦ, κιβωτός τε ἡ πάγχρυσος, ἑτοιμάζεται, νῦν ἐκ γῆς πρὸς τὰ ἄνω μεταβῆναι, πρὸς παλίνζωον καὶ θείαν, μεθισταμένη λαμπρότητα.
Λυγίζει ἡ μέρα κι ἡ στερνὴ Παράκληση πρὸς τὴν Παναγιά μας, μαζί της ἀποχαιρετᾶ τὸν κύκλο τῶν ἡμερῶν ποὺ Τῆς ἀφιερώθηκαν. Μὲ ὅλη μας τὴν καρδιά, τὴ διάθεση, τὴν εὐγνωμοσύνη, ἀφοῦ κάθε ἀπόβραδο, μέσα στὸν καύσωνα τῶν ἡμερῶν, Ἐκείνη μᾶς δρόσιζε μὲ τὸν ζωοποιὸ ποταμὸ τοῦ ἐλέους Της. Μᾶς δρόσιζε καὶ συνάμα μᾶς χάριζε τὴν παραμυθία ποὺ χρειαζόμαστε τόσο...
Κι ἦλθε πιὰ ἡ πλέον συγκινητικὴ καὶ ντυμένη τὴν εὐαισθησία μεγάλη ἡμέρα τῆς Ἐνδόξου Κοιμήσεως. Ποὺ ἀπὸ χθὲς πανηγυρίζουμε-τί παράδοξο, στ’ ἀλήθεια γεγονὸς κι αὐτό! Νὰ πανηγυρίζεις, δηλαδή, νὰ γιορτάζεις, νὰ εὐφραίνεσαι, νὰ χαίρεσαι μὲ λίγα λόγια, ἕνα θάνατο, μιὰ ἀποχώρηση ἑνὸς ἀγαπημένου προσώπου ἀπὸ τὰ ἐπίγεια καὶ πρόσκαιρα! Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὅλ’ αὐτὰ μοιάζουν μὲ κάτι τὸ ἀπίστευτο, τὸ περίεργο, τὸ ἀνυποψίαστο γιὰ τὶς περιορισμένες δυνατότητες τοῦ ἄνθρώπινου νού. Γι᾿ αὐτὸ πολὺ καλὰ ὑμνωδὸς μᾶς εἰσάγει στὴ γιορτὴ μὲ τὴ φράση, τὴν ἱεροπρεπῆ, θεοφώτιστο καὶ πέρα γιὰ πέρα ἑρμηνευτικὴ τοῦ θείου γεγονότος: «Ὤ, τοῦ παραδόξου θαύματος...». Γιατὶ παράδοξο εἶναι τὸ θαῦμα ποὺ ἐπιτελεῖται, ὅταν ἡ Πηγὴ τῆς Ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται, ὅπως κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Ὡστόσο παράλληλα μὲ αὐτὴ τὴν καταθεση στὸ μνημεῖο ἐμφανίζεται καὶ ἡ ἄλλη ὄψη τοῦ παραδόξου θαύματος, ὅταν αὐτὸς ὁ τάφος κλῖμαξ γίνεται. Κλίμακα ποὺ ἔγινε, γιὰ νὰ τὴν ἀνεβοῦμε κι ἐμεῖς, ἀφοῦ «κοινωνοὶ θείας χάριτος» (Β΄ Πετρ 1,4), ἄν τὸ ἐπιθυμοῦμε, μποροῦμε νὰ γίνουμε. Γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο «αἱ γενεαὶ αἱ πᾶσαι μακαρίζομέν σε τὴν μόνην Θεοτόκον». Αἱ γενεαὶ πᾶσαι... Ἀλήθεια, σκέφτηκε ποτὲ κανένας, τὸ πόσοι σήμερα, αὐτὴ τὴν κορυφαία ἡμέρα καὶ τόσο σημαδιακὴ καὶ φορτισμένη μὲ μνῆμες, ἀπὸ τοὺς ἴσκιους τῶν δικῶν μας ἀνθρώπων ποὺ ταξίδεψαν πιὰ γιὰ τὸν κόσμο τὸν ἀληθινό, μᾶς συντροφεύουν καὶ μὲ πόση συγκίνηση καὶ μὲ γρὰ τὰ μάτια συμψάλλουν μὲ τοὺς γύρω ἁγίους, αὐτὸν τὸν μακάριο καὶ πέρα γιὰ πέρα ἀληθινὸ ὕμνο: «Αἱ γενεαὶ αἱ πᾶσαι μακαρίζομέν σοι τὴν μόνην Θεοτόκον»; Μυριάδες εἶναι αὐτοὶ ποὺ μᾶς παραστέκουν αὐτὴ τὴ χρονιάρα ἡμέρα καὶ συνεορτάζουν μαζί μας μυστικὰ καὶ ἀθόρυβα, κομίζοντας τὴν εὐλογία τοῦ Οὐρανοῦ καὶ συνάμα δεόμενοι:
«Δέσποινα ἀγαθή, τὰς ἁγίας σου χεῖρας, πρὸς τὸν Υἱόν σου ἆρον, τὸν φιλόψυχον πλάστην, οἰκτειρῆσαι τοὺς δούλους σου». Ἀμήν.

Δεκαπενταύγουστος 2017 π. κ. ν. κ.

Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΗΣ ΜΗΤΡΙΚΗΣ ΣΤΟΡΓΗΣ ΤΗΣ ΤΟ ΘΑΥΜΑ

Στὴ Μνήμη τῆς Μητέρας μου 


« Ὅμως ἐμεῖς τό μόνο πού προσέχαμε ἦταν ἐκεῖνες οἱ φωνές μέσα στά σκοτεινά, πού ἀνέβαιναν, καυτές ἀκόμη πό τήν πίσσα τοῦ βυθοῦ τό θειάφι. Ὅι, ὅι, μάνα μου, ὅι, ὅι, μάνα μου» ( Ὀδ. Ἐλύτης, Ἄξιόν Ἐστι)
«Στήν ἀγκαλιά σου τή γλυκειά, μανούλα μου, ν   ἀράξω μές στό βαθύ τὸ πέλαγο αὐτό πριχοῦ βουλιάξω»  (Ἀλ. Παπαδιαμάντης)

Μέρες τρυφερές, μητρικῆς φροντίδας καὶ στοργῆς ἅγιες μέρες ἀνοίχτηκαν μπροστά μας, ἴσαμε, μὲ τῶν ποστόλων τὸν δῆμον συνοδοιπόρον, νὰ τιμήσουμε, ἑορτάσουμε, πανηγυρίσουμε «τὸ τελευταῖον ἐν αὐτῇ Μυστήριον». Τὴν Πάνσεπτόν Της Κοίμηση,  Τῆς Μητέρας μας τῆς Παναγιᾶς τὴν Κοίμηση.

Εὐωδιαστὲς, ὄντως, ἀφήνονται οἱ μέρες αὐτὲς νὰ μᾶς ταξιδέψουν σ᾿ ἕνα καιρὸ ξεχασμένο, δυστυχῶς, που ἄλλη  μητρικὴ στοργή, τῆς μάνας ποὺ μᾶς γέννησε, δαψιλῶς συμπληρώνονταν π τὴ Χάρη Της. Γιατὶ καὶ στὴ μία καὶ στὴν ἄλλη ἀκουμπούσαμε «τῶν λυπηρῶν τὰς παγωγάς», ποὺ ράμφιζαν τὴν ψυχή μας. Κι ἀναζητούσαμε, καὶ στὴ μιὰ καὶ στὴν ἄλλη τὴν παραμυθία, ἀνασαίναμε σιμά τους, αἰσιοδοξίας καὶ πλησμονῆς ἐλέους, εὐωδίες μοναδικές. Μέχρι νἄρθουν ἄλλα «νέφη τῶν λυπηρῶν» νὰ σταθοῦν πειλητικά, πως οἱ πιθετικὲς καταιγίδες πάνω μας. Γιὰ νὰ τὶς ξεπεράσουμε κι αὐτές «τῇ μεσιτείᾳ Της» στηριγμένοι ἐξάπαντος στὴν εὐχή τῆς μάνας μας.  

Κι ὕστερα ἦρθε καιρὸς ποὺ μιὰ π τὶς δύο, κατὰ σάρκα μάνα μας δηλαδή, σταύρωσε τὰ χέρια της, σφράγισε τὸ στόμα της, ἔκλεισε τὰ μάτια κι ποκοιμήθηκε. Γιὰ πάντα. Αὐτήν, λοιπόν, τὴν πουσία ἐκείνης  συμπληρώνει Χάρη Της, καθὼς ποπνέει κάθε ἐμπιστοσύνη Μορφή Της καὶ περισσότερο, ἀφοῦ ἄγρυπνο «προστάτιν τῆς ζωῆς» μας Τὴν καταλαβαίνουμε καὶ φρουρὰ ἀσφαλεστάτην τὴ νοιώθουμε σὲ τοῦτα τὰ μονοπάτια τοῦ βίου τὰ δύσβατα καὶ ἀκανθώδη. πως καταλαβαίναμε τὴ μάνα μας σὲ ὧρες πυρετοῦ, ἀδιαθεσίας καὶ ὀδυνηρῶν περιστάσεων ποὺ μᾶς κύκλωναν. Κι ἀφοῦ πλήρωσε τὸ κοινὸν χρέος μιά, συμπορευόμαστε μὲ τὴν Ἄλλη, ἀφήνοντας πίσω μας κάθε τί τὸ δυσχερὲς  καὶ προσβλητικὸ σχμα τοῦ κόσμου καὶ προστρέχουμε στὴ σκέπη Της.

Δὲ νοιώθουμε καμιὰν ὀρφάνια, γιατὶ παραμυθούμεθα π τὴν ἔγνοια Της, μᾶς νανουρίζει ἀγρύπνια Της καὶ  φωτίζει τὰ σκοτάδια μας στοργή Της. Κι ἔτσι πορευόμαστε μέσα στὸ Χρόνο, μοναχικοὶ καὶ ποσυνάγωγοι π τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ γεμᾶτοι παρουσίες π τὴν δικιά Της συμπαράσταση. «Καὶ ποῦ, λοιπόν, ἄλλην εὑρήσω ἀντίληψιν, ποῦ δὲ καὶ σωθήσομαι;...». Οἱ ἄνθρωποι ξεχνοῦν γρήγορα, ξιπάζονται ἀναζητοῦν τὴ δόξα-πάντα τὴν ἐφήμερη, φυσικά, γιατὶ ἄλλη δὲν εἶναι προϊὸν δημοσίων σχέσεων καὶ αὐτοπροβολῆς ἀλλ᾿ εἶναι βραβεῖο, παινος, πληρωμὴ τοῦ Θεοῦ.

Δεκαπενταύγουστο. Εὔχυμος χρόνος προσευχῆς καί δεήσεων. Μέσα στὸ ἑλληνικὸ τὸ καλοκαίρι, εὐτυχῶς, γιὰ νὰ καταννοουμε τὶς δωρεές Του, πάντα τῇ μεσιτείᾳ Της. Ἀφθονία καρπῶν, μέρες περιούσιες,θεϊκὲς λές, εὐκαιρίες γιὰ δοξολογία καὶ παρακληση-αἴτηση. Ὅλα δοσμένα μὲ μέτρο. Μέτρο ποὺ πολογιζει καὶ τὴν παραμικρὴ λεπτομέρεια. Γιατὶ μονάχα ἔτσι καταλαβαίνει Θεὸς τὰ τῶν ἀνθρώπων, ὅταν πέδωσε τὸν Κόσμο ὁλόκληρο στοὺς πρωτόπλαστους δημιουργημένο «καλὰ λίαν» (Γεν. 1, 31).

Δεκαπενταύγουστο, λοιπόν, μὲ χαρμολύπη στολισμένο καὶ μὲ κέντρο τῆς Γιορτῆς μιὰ κηδεία. Ὅμως, «ζῇ ἀεὶ Θεομήτωρ, κἂν δεκάτῃ θάνε πέμπτῃ». πως ξέρουμε πιά, ὅτι σιμά Της ζεῖ κι μάνα μας καὶ μᾶς ἀφουγκράζεται κάθε φορὰ ποὺ στεναγμός μας, σὲ ὧρες πνιγηρὲς, ἀνεβαίνει π τὸν πυθμένα τοῦ εἶναι μας: «Ἄχ, μάνα μου... Παναγιά μου, Ἐσύ!», πως συνειδητὰ Τῆς ψάλλουμε, «Οἱ μισοῦντες μάτην βέλεμνα καὶ ξίφη καὶ λάκκον ηὐπρέπισαν, καὶ πιζητοῦσι τὸ πανάθλιον σῶμα σπαράξαι μου, καὶ καταβιβάσαι, πρὸς γῆν Ἁγνὴ πιζητοῦσιν· ἀλλ᾿ ἐκ τούτων προφθάσασα σῶσον με». Γιατὶ οἱ ὁρατὲς κι ἀόρατες ρομφαῖες δὲ λείπουν ποτέ... 

π. κ.ν.κΔεκαπενταύγουστο 2017

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email