© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Ηλία Κεφάλα: ΜΕΤΑΣΤΟΙΧΕΙΩΣΗ (ποίημα)


Ἡ νύχτα ἦταν γεμάτη μυστικὰ περάσματα
Δέντρα φωσφόριζαν στὸν κάμπο
Νερὰ βογκοῦσαν στὰ βουνά
Οἱ ἀνάσες τῆς πικρῆς δροσιᾶς
Φυγάδευαν τὰ πράγματα σὲ ἄλλες διαστάσεις
Καὶ στὴν ἀπελπισία ποὺ ἔφερνε
Ὁ ἄνεμος τῶν μακρινῶν κραυγῶν
Ὁ κόσμος ράγιζε
Ἡ στάθμη ἀνέβαινε ὅλο καὶ πιὸ ψηλά
Τότε ἦταν ποὺ τὸ χλωμὸ φεγγάρι
Ψιθύρισε στ’ ἀρχέγονα φυτά:
«Εἶναι κανεὶς ἐδῶ; Εἶναι κανεὶς ἐδῶ;»
Μονάχος σήκωσα τὸ βάρος τῆς ἀπάντησης
Σκληρὸς μέσα στὰ φάσματα τῶν ἄστρων:
«Δὲν εἶναι πιὰ κανεὶς ἐδῶ
Δὲν εἶναι πιά – Κανείς – Ἐδῶ»

[Από την ποιητική συλλογή: ΤΑ ΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ, 1986.
Στη φωτογραφία τοπίο από την Βούναινα Καρδίτσης]

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΡΩΣΙΑΣ | ΝΑΤΑΛΙΑ ΓΕΡΑΚΗ ΦΛΑΟΥΤΟ, ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΛΗΟΣ ΠΙΑΝΟ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ 




Ήταν πράγματι ένα «Απόσταγμα Ρωσίας», μουσικής πανδαισίας, θα προσθέταμε, αυτό που παρακολουθήσαμε στον εξαιρετικό Κύκλο, Πανόραμα Μουσικής Δωματίου, «Από τη Ρωσία με…. αγάπη», στο Μ.Μ.Α, στις 7-11-2016.
Δύο λαμπερά, διεθνή αστέρια της μουσικής, η Ναταλία Γεράκη στο Φλάουτο και ο Απόστολος Παληός στο πιάνο, άνοιξαν τον κύκλο με ένα πρόγραμμα αξιώσεων και με υψηλού επιπέδου ερμηνείες, σε εξαιρετικές μεταγραφές έργων Ρώσων συνθετών, με εξαίρεση τη Σονάτα Αρ. 2 του Προκόφιεφ που ακούστηκε στην πρωτότυπη γραφή της.
Με τη Σουίτα σε παλιό ύφος, έργο 80, Φλάουτο και Πιάνο, μύησαν τους ακροατές στην φαινομενικά απλή γραφή, του Ρώσου συνθέτη Άλφρεντ Σνίτκε (1934-1998), που κρύβει τόση πολυπλοκότητα. Πώς να αποδώσει κανείς τη χάρη, την ευγένεια στο πλάσιμο του ήχου, την ασύλληπτη δεξιοτεχνία των δυο χαρισματικών νέων, που ανέδειξαν το νεοκλασικό στυλ και τη μαγεία μιας Σουίτας με περίκλειστο, παλαιό ύφος!
Το πιάνο του Απόστολου Παληού, "προδοτικό", αποκάλυψε το πανέμορφο τραγούδι του κορυδαλλού, που ο Μίλι Μπαλακίρεφ (1837-1910) είχε ξεχωρίσει από τον Κύκλο Δώδεκα τραγουδιών με τίτλο Αποχαιρετισμός στην Αγία Πετρούπολη του Μιχαήλ Γκλίνκα (1804-1857) και το διασκεύασε για πιάνο το 1864. Να όμως που ο Κορυδαλλός, ζωντάνεψε κάτω από το δεξιοτεχνικό άγγιγμα των πλήκτρων και "τραγούδησε" έξοχα το Θρήνο του χωρισμού, ύμνησε την ελεγεία της αγάπης και "ζωγράφισε" την εικόνα του αποχαιρετισμού! Στο επόμενο σόλο του, Ελεγεία αρ.1, από τα κομμάτια φαντασίες, του Σεργκέι Ραχμάνινοφ (1873-1943), ο Απόστολος Παληός, ανέδειξε την πορεία της Ελεγείας μέσα στο χρόνο, το ερωτικό πάθος και το θρήνο της πληγωμένης αγάπης, τον μεθυστικό λυρισμό της. Η ρομαντική μελαγχολία, διάχυτη στο έργο του συνθέτη, γίνεται ποίηση από τον Απόστολο Παληό και μας παραπέμπει στο θαυμάσιο CD του, Great Romandics, που πρόσφατα κυκλοφόρησε από την Εταιρεία Subways Music.
Μέσα από το αριστουργηματικό απόσπασμα της όπερας του Ιγκόρ Στραβίνσκι (1882-1971), Le Rossignol, βασισμένο στο εξωτικό παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, Το Αηδόνι του αυτοκράτορα, η Ναταλία Γεράκη, με το περίφημο ασημένιο της Φλάουτο, Muramatsu, Φλάουτο-αηδόνι, έκαμε να διαχυθεί παντού η μαγεία του παραμυθιού και με την απαράμιλλη δεξιοτεχνία της, μετουσίωσε τον ήχο σε ουράνιο πνεύμα, μεταμόρφωσε το ψάρι σε πουλί, το δάκρυ σε αστέρι του ουρανού και αιχμαλώτισε τον ακροατή.
Στη συνέχεια οι μεταγραφές από έργα του Αράμ Χατσατουριάν (1903-1978), (το Βαλς, από τη σκηνική μουσική Μασκαράτα, το Andante του Σπάρτακου και της Φρυγίας από το μπαλέτο Σπάρτακος, το χορό των Σπαθιών από το μπαλέτο Γκαϊνέ), έδωσαν την ευκαιρία στους δύο σολίστ να αναδείξουν το χρώμα της Ανατολής μέσα από την πλούσια λαϊκή, παράδοση της Αρμενίας.
Η Άρια του Λιένσκι από την όπερα Ευγένιος Ονιέγκιν, του Πιοτρ Ιλιτς Τσαϊκόφκι (1840-1893), από τις ωραιότερες που έχουν γραφεί, ερμηνεύτηκε με αυθεντικό ρώσικο πάθος και λυρισμό από τους δύο καλλιτέχνες, οι οποίοι με την δεξιοτεχνία τους, έκαμαν ώστε να αποκτήσει αισθητική αυτοτέλεια η μουσική και παρά την απουσία του λόγου, να βιώσει ο ακροατής την τραγικότητα της σκηνής, κατά την οποία ο άτυχος, νεαρός Λιένσκι, θρηνεί λίγο πριν πεθάνει, καθώς φέρνει στο νου του τις χρυσές ημέρες της Άνοιξής του που χάθηκαν για πάντα.
Η Ναταλία Γεράκη και ο Απόστολος Παληός ολοκλήρωσαν το πρόγραμμά τους εξαίσια, με την αριστουργηματικής γραφής Σονάτα αρ.2 για φλάουτο και πιάνο, του Σεργκέι Προκόφιεφ (1891-1853), που την συνέθεσε παράλληλα με την μουσική της θρυλικής ταινίας, Ιβαν ο τρομερός, του Άιζενσταϊν. Μέσα από εσωτερικές, πνευματικές διεργασίες, αποκάλυψαν τα βαθιά νοήματα των έργων και, "εν αρμονία", με λεπτούς δεξιοτεχνικούς ελιγμούς, τη μελωδικότητα και τους βελούδινους ήχους του Πιάνου και του Φλάουτου!
Απόλαυση η ακρόαση, αλλά και η συγκίνηση από την διαπίστωση ότι υπάρχουν νέοι που, παρά την δίνη των καιρών μας, υπηρετούν με βαθιά γνώση, αγάπη και συνέπεια την τέχνη τους και, αιρόμενοι στα ύψη τους αίρουν και το κοινό μαζί τους.



π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟ ΑΛΛΟ ΜΑΣ ΧΡΕΟΣ. ΤΟΥ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ ΟΙ ΑΧΡΑΝΤΕΣ, ΑΘΑΝΑΤΕΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΥΣΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

Μνημόσυνο εὐλαβικὸ τοῦ παπποῦ καὶ τοῦ πατέρα




«Τώρα ὅλοι αὐτοὶ εἶναι συχωρεμένοι, διάβηκαν σὰ νὰ μὴν εἴτανε, ἔσβυσε ὀ ἴσκιος τους πάνω ἀπὸ τὴ γής. Μόνο ὁ Παρασκευὰς ἀπόμεινε, νὰ ζεῖ καὶ νὰ ἀναθιβάλει μὲς στὸ νού του ἕνα πρὸς ἔνα, τούτη τὴ νύχτα τοῦ Δωδεκάμερου. Κι ὅσο ζεῖ αὐτὸς θἄρχουνται νὰ τόνε βρίσκουν ὅλες οἱ ἀγαπημένες θύμησες ἀπὸ τὰ ξέμακρα τῶν καιρῶν καὶ τόπων., ὅπως γυρίζει στὸ κούφιο κυβέρτι τὸ σμάρι τῶν μελισσιῶν καὶ τὸ γεμίζει βουὴ καὶ σάλαγο.
Κάποια μέρα θἄρθει βέβαια καὶ ἡ δική του ἡ ὥρα νὰ φύγει, καὶ τότες πλιὰ θὰ πεθάνουν μαζί του ὅλ᾿ αὐτά. Πρόσωπα, θυμητικά, χρώματα καὶ φωνές». (Στρ. Μυριβήλης, Τὰ Παγανά, Ἑστία, Ἀθ. σελ. )

Σωστὰ τὰ ἔγραψε, λοιπόν, πρὶν ἀπὸ πενηνταπέντε χρόνια ὁ πολὺς Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, ὅτι δηλαδή, «οἱ μεγάλες γιορτὲς εἶναι οἱ μέρες τῆς μνήμης καὶ τῆς νοσταλγίας». Γιατὶ ἔτσι εἶναι. Ἐπειδὴ τὶς μέρες αὐτὲς πυκνώνουν οἱ ἐπισκέψεις ἀπὸ παλιὲς θύμησες καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὲς καὶ τῶν προσώπων ποὺ τὶς στελεχώνουν, ἀλλὰ καὶ τῶν χώρων μέσα στοὺς ὁποίους βρέθηκαν. Γιατὶ μονάχα μὲ τὰ παραπάνω μπορεῖ νὰ συντηρηθεῖ ἡ γνήσια εἰκόνα μέσα μας, ἡ ταμιευμένη εἰκόνα ἀπὸ ἄλλους καιροὺς καὶ χρόνους: μὲ τὰ πρόσωπα νὰ κρατοῦν τὴν κεντρικὴ τὴ θέση μέσα σὲ χώρους καὶ χρόνους συγκεκριμένους καὶ περισσῶς ἁγιασμένους. Χωρὶς νὰ ὑπάρχει τὸ παραμικρὸ στοιχεῖο τῆς ἔπαρσης, ἤ ἔστω ἡ ἐλάχιστη προσπάθεια αὐτοπροβολῆς. Καὶ τοῦτο, ἐπειδὴ ἐκεῖνοι οἱ ταπεινοὶ καὶ σιωπηλοὶ ἄνθρωποι βίωναν καθημερινὰ τὸ μεγάλο Μυστήριο τοῦ πόνου, ὅπως τὸ βίωσαν κι οἱ ἅγιοι. Δὲν εἶναι ὑπερβολὴ αὐτὸ ποὺ γράφεται. Εἶναι μαρτυρία, ποὺ ἔχει διαπιστωθεῖ ἀπὸ ἀφηγήσεις αὐθεντικὲς σοβαρῶν καὶ ἔντιμων ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ ἔχει βιωθεῖ ἀπὸ προσωπικὴ ἐμπειρία. Γιατὶ τὰ ὅσα ἄκουσα καὶ ἔζησα γιὰ τοὺς προγόνους μου εἶναι ἐκεῖνα ποὺ μὲ κάνουν τοῦτες τὶς ἄχραντες ὧρες νὰ γονατίζω μὲ τὴ συναίσθηση τοῦ χρεόυς ἀπέναντί τους. Τοῦ χρέους νὰ τοὺς θυμᾶμαι καὶ μνημονεύω ἴσαμε νὰ σφαλίσω τὰ μάτια μου κι ὕστερα νὰ πορευτῶ τὸ δρόμο τῆς ἀνταμώσής τους. Ὡστόσο μέχρι τότε ἔχω τὴν εὐκαιρία νὰ τοὺς θυμᾶμαι, νὰ τοὺς κρατῶ ζωντανοὺς μέσα στὴν ψυχή μου, νὰ τοὺς ἀφήνω νὰ μὲ συντροφεύουν οἱ πολύτιμοι ἴσκιοι τους. Γι᾿ αὐτὸ καὶ μέσα στὸ πάντερπνο, τρυφερὸ καὶ θεοτίμητο χρόνο τοῦ ἱ. Δωδεκαήμέρου, ποὺ χωνεύει στὰ χειμωνιάτικα καὶ σταχτερὰ ἀπόβραδα, τοὺς προσκαλῶ ὅλους μὲ τὴ σάλπιγκα τῆς Μνήμης καὶ τῆς Νοσταλγίας.
Καὶ πρῶτο-πρῶτο τὸν προππάπο μου ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς Μητέρας μου, τὸν μαστροΓιώργη Τσουκαλᾶ, τὸν ἐργατικό, φιλότιμο καὶ φημισμένο γιὰ τὴν ἐποχή του πρωτομάστορα, κτηματία καὶ κάτοχο μιᾶς παλιᾶς καλιάγριας στὸ «Ρέμα».
Δὲν τὸν γνώρισα, γιατὶ ἔφυγε χρόνια ἀρκετὰ πρὶν νὰ γεννηθῶ. Ὡστόσο ἄκουσα πολλὰ γιὰ τὴν ἐργατικότητά του, τὴ φιλοθεῒα του, τὴν ἐξυπνάδα του καὶ τὴν καπατσοσύνη του.
Δούλεψε πολύ, ὡς μάστορας κι ἔφτιαξε πολλὰ σπίτια ἀπὸ θεμελιοῦ ἴσαμε τὴν «κουκούλα». Ὅταν δὲν εἶχε αὐτὴ τὴ δουλιὰ πήγαινε στὰ χτήματα καὶ στ᾿ ἀμπέλια του, τὰ ὁποῖα καλλιεργοῦσε μὲ ἱερότητα καὶ προσοχή. Μοῦ διηγιόταν ἡ γιαγιά μου ἡ Σοφία, ἡ κόρη του, πὼς τὴ Μ. Σαρακοστὴ ποὺ ἔσκαβε καὶ βόλευε τ᾿ ἀμπέλια ἔτρωγε ἐλιές, ψωμί, ρίγανη φρέσκια καὶ ἔπινε ἕνα κολοκύθι κρασί-γύρω στὴ μισὴ ὀκᾶ περίπου.
Τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς γιορτὲς πήγαινε πάντα στὴν ἐκκλησία, ἀφοῦ ἦταν ἐπίτροπος κι ὕστερα, μὲ τὴν ἀπόλυση ἐργαζόταν κατασκευάζοντας πόρτες, παράθυρα κ. ἄ κουφώματα γιὰ τὰ σπίτια. Κι ἦταν ὅλα ὅσα κατασκέυαζε πολὺ γερὰ καὶ προσεγμένα. Μέχρι σήμερα σώζονται κάποι᾿ ἀπ᾿ αὐτά, ποὺ φτιάχτηκαν ἐδῶ κι ἕναν αἰῶνα ἤ καὶ περισσότερο.
Σύζυγός του ἦταν ἡ γιαγιὰ ἡ Οὐρανία, ποὺ ἐλάχιστα τὴ θυμᾶμαι. Ζοῦσε τὰ τελευτῖα της χρόνια στὸ μικρό σπιτάκι της στὸ «Ρέμα», λίγο παραπάνω ἀπὸ τὴν καλιάγρια κι ἀπέναντι ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τῶν Ἁγ. Ἀναργύρων ποὺ τὴ συντρόφευαν. Ὅπως τὴ συντρόφευε κι ἡ φωτιὰ στὴν παραστιά της στὰ γκριζόμαυρα χειμωνιάτικα βραδυα. «Τὴ φωτιά μ΄ ἔχω συντροφιά μ᾿», ἔλεγε καὶ τὸ ἐννοῦσε, ἀφοῦ τὰ παιδιά της παντρεύτηκαν κι ἔφυγαν, ἀλλὰ κι ὁ ἄντρας της ἀναχώρησε κι ἐκεῖνος γιὰ τὸν κόσμο τὸν ἀληθινό...
Ἀπὸ τὴ μεριὰ τοῦ παπποῦ προππάπος ἦταν κι ὁ παπποῦς ὁ Γιάννης ἤ Γιαννέρης, ὅπως τὸν λέγανε στὸ χωριό, ποὺ κάθονταν τὸν περισσότερο καιρὸ στὴν Ἁρμενόπετρα καὶ λιγότερο στὸ σπίτι του, στ᾿ Ἁλώνια, στὸ Πάνω Χωριό.
Ὅπως μοῦ λέγανε ἦταν πολὺ γερός, δεινὸς ψαρᾶς καὶ καλὸς καλλιεργητής. Φυσικὰ δὲν εἶχε τὴν περιουσία τοῦ παπποῦ τοῦ Τσουκαλᾶ, ἀλλὰ λάτρευε τὸ ἀμπέλι του στὴν Ἁρμενόπετρα, τὸ τσαρδάκι καὶ τὴ βάρκα του.
Ἡ γιαγιὰ ἡ Μαγδαληνή, ἡ γυναίκα του ζοῦσε πάντα στὸ Κλῆμα, στὸ σπίτι της. Ἄνθρωπος ἁπλὸς καὶ βασανισμένος, ὅπως ὅλοι τότε.
Δὲν τοὺς πρόφτασα κι αὐτούς, γιατὶ φύγανε πρὶν γεννηθῶ.
Ἄλλος ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲ γνώρισα ἦταν ὁ παπποῦς μου ὁ Κωνσταντής, ὁ πατέρας τοῦ πατέρα μου. Ἔφυγε νωρίς, πολὺ νέος καὶ ἀρκετὰ βασανισμένος. Στὴ φωτογραφία ποὺ μᾶς ἀπόμεινε νὰ τὸν θυμόμαστε, εἰκονίζεται μὲ μιὰ σοβαρότητα κι ἕνα ἀσκητικὸ ἦθος ποὺ συγκινεῖ πολύ. Ἔφυγε τὴ Μ. Παρασκευή, στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1930...
Ὁ ἄλλος παπποῦς ὁ Νικολάκης, ὁ πατέρας τῆς μητέρας μου, ὑπῆρξε γιὰ μένα ὁ δεύτερος πατέρας, ἀφοῦ ὁ φυσικός μου γονιὸς ἔφυγε μετανάστης γιὰ τὴν Ἀμερική, ὅπου καὶ ἄφησε τὴν ἔσχατη πνοή του
Μέρες κατανυχτικές, φορτωμένες νοσταλγία καὶ μνῆμες, χωνεμένες στὸ σύθαμπο καὶ στὸ γκρίζο τῆς παλιᾶς φωτογραφίας. Ποὺ ἀπομένουν χλωρὲς ἀκόμα, κι ἄς πέρασαν ἑξηνταεφτὰ χρόνια...

π. κ. ν. κ. 6 Δεκ. τοῦ Ἁγίου Νικολάου 2016

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


Μαθημένοι εἴμαστε τὶς μέρες τῶν Χριστουγέννων νὰ ξαναδιαβαζουμε τὴν περίφημη νουβέλα τοῦ Κ. Ντίκενς «Christmas carol» [Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα ἤ Χριστουγεννιάτικη ἱστορία], ποὺ εἶναι ὄντως ἕνα τρυφερὸ καὶ διδακτικὸ ἀναγνωσμα. Ἐπίσης, τέρπει κι ὁ Παπαδιαμάντης μὲ ἐκεῖνο τὸ κορυφαῖο καὶ φορτισμένο μὲ νοσταλγία διήγημά του «Στὸ Χριστό, στὸ Κάστρο» καὶ μὲ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα ποὺ ἔχει γράψει...
Ὡστόσο ὑπάρχουν κι ἄλλα ἀκόμη διηγήματα, τὰ ὁποῖα φανερώνουν μὲ τὸν δικό τους τρόπο τὸ μεγαλεῖο τῆς Γιορτῆς καὶ τὴ σημασία του. Κι να ἀπὸ αὐτά, πολὺ ἀγαπημένο διήγημα ἀπὸ τὰ μαθητικὰ ἀκόμα χρόνια, εἶναι κι αὐτὸ ποὺ στὴ συνέχεια παρουσιάζω κι εἶναι παρμένο ἀπὸ τὸ ὑπέροχο ἐκεῖνο Ἀναγνωστικό, τὸ τόσο φιλόκαλα στολισμένο καὶ φροντισμένο, τῆς Δ΄ Τάξεως τοῦ Δημοτικοῦ τοῦ 1959. Ἐδῶ, δηλ. καὶ ἑξήντα περίπου χρόνια.
Ἀλήθεια, τί ἐντυπωσίασε τὴν παιδικὴ ψυχὴ μετὰ τὴν ἀναγνωση τῆς «Φουρτουνιασμένης θάλασσας» ( βλ. σελ. 75-78);
Ἀρχικὰ πρέπει νὰ εἰπωθεῖ ὅτι ὁ Ἄννινος ἐδῶ προσπαθεῖ νὰ διηγηθεῖ κάποια παλιὰ παράδοση ποὺ ἀσφαλῶς ἄκουσε καὶ τὸν ἐντυπωσίασε ἀσφαλῶς. Συνάμα θέλει νὰ καταθέσει καὶ τὴ δικιά του ἑρμηνεία πάνω στὴ Γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων, ποὺ εἶναι τὸ μεγαλεῖο τῆς θείας Οἰκονομίας. Χώρια ποὺ μέσα στὴν παρακάτω ἱστορία διακρίνεται ἡ διαρκὴς περιφρόνηση -ἄν ὄχι καὶ διωγμὸς τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ κείνη ἀκόμα τὴ σημαδιακὴ βραδυὰ τῆς Βηθλεέμ, ποὺ «τόπος ἦν οὐδεὶς τῷ καταλύματι» γιὰ Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος «δρακὶ πᾶσαν ἔχων τὴν κτίσιν».
Ὁ Χριστόγιωργας ἄν καὶ φέρει τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἐν τούτοις ἦταν πέρα γιὰ πέρα ἄ-χριστος, δίχως ἴχνος μέσα του, δηλαδή, τρυφερότητας καὶ φιλανθρωπίας, ἀφοῦ κέντρο τοῦ κοσμου ἦταν γι᾿ αὐτὸν μόνο ὁ ἑαυτός του: Δηλ. κάτι παράλληλο μὲ τὸν ἄφρονα πλούσιο τοῦ Εὐαγγελίου (πρβλ. Λκ. 12, 13-21).
Ἡ ἐπίσκεψη τοῦ ξένου τὴ νύχτα τῶν Χριστουγέννων δηλοῖ καὶ κάτι ἀκόμη. Ὅτι δηλαδή, ἐκείνη τὴν περιούσια βραδυὰ κάποιος ἦρθε νὰ καταλύσει τὴ μοναξιὰ τοῦ πλούσιου τσέλιγκα, ἀλλὰ καὶ νὰ τοῦ δώσει τὴν εὐκαιρία νὰ συνεορτάσει μὲ λαμπρότητα τὴ γιορτὴ αὐτή. Γιατὶ πολὺ σωστὰ τὸ λέει ὁ Ἀλ. Μωραϊτίδης: « [Τὰ Χριστούγεννα] εἶναι ἡ μόνη πανήγυρις, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ τοὐλάχιστον δύο χριστιανοὺς εἰς πανηγυρισμόν της, κατὰ τὸ «ὅπου εἰσὶ δύο ἤ τρεῖς...» τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ μόνος εἶναι θλιβερὸν θέαμα ἐν τοιαύτῃ ἡμέρᾳ...».
Φυσικὰ ἀπὸ τὰ παραπάνω ἦταν παντελῶς ξένος ὁ Χριστόγιωργας, γιατὶ δὲν εἶχε βιώσει τὸ Μέγα Μυστήριο τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος τὸν γιό Του τὸν μονογενῆ ἔστειλε στὸν κόσμο γιὰ τὴ σωτηρία του (βλ. Ἰω. 3, 16). Μόνο ποὺ ὁ κόσμος δὲν Τὸν κατάλαβε, ὅπως δὲν κατάλαβε ὁ πλούσιος καὶ σκληρόκαρδος μεγαλοτσέλιγκας Χριστόγιωργας ποιὸς τοῦ χτύπησε τὴν πόρτα. Καὶ νὰ σκεφτεῖ κανένας πὼς κάποιοι ἄλλοι συνάδελφοί του, οἱ φτωχοὶ κι ἁπλοὶ βοσκοὶ τῆς Βηθλεέμ, ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ πρωτογεύτηκαν τὴν ἀνείπωτη χαρὰ «ὅτι ἐτέχθη Σωτὴρ».
Ὁ διαχρονικὸς λόγος τοῦ Χριστοῦ «ἰδοὺ ἔστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω» (Ἀποκ. 3, 20), εἶναι ὁ θεμέλιος λίθος ποὺ στηρίζεται αὐτὸ τὸ διήγημα, τὸ ὁποῖο, ὡστόσο, κάνει λόγο γιὰ μιὰ ἄλλη θύρα, ποὺ τὴ χτύπησε ὁ Χριστὸς καὶ δὲν ἄνοιξε ποτὲ ἀπὸ τὸν νοικοκύρη της. Κι ὁ νοῶν νοείτω...

«ΦΟΥΡΤΟΥΝΙΑΣΜΕΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ»
ση γαλνη κα ν κν, ση καλοκαιρα κα ν
πάρχ, πντα στς δδεκα τ μεσνυκτα κθε παραμονς
Χριστουγννων θ δτε δ τ θλασσα ν φουσκν, ν
φρζ χωρς βο κα ντρα κα ν γεμζ σπρα κματα,
λτε κα εναι κοπδια πρβατα, πο βσκουν σ λιβδι. Κα
πλι σιγ - σιγ τ κματα σβνουν κα χνονται στ βθη
το πελγου...
τσι μς λεγεν μπρμπα λας Σερεμτης, στρβοντας
μ τ ροζιρικα, χονδροπετσιασμνα χρια του σιγρο. Κα
ξακολοθησε:
Κα μ θαρρετε πς εναι τ πεκα τότε, που βουζουν
δ... Εναι βοσκς, πο σαλαγει τ πρβατα πνω κτω
στ περιγιλι... μες τ ξερουμε πππου πρς πππου κα
τ εδαμε μ τ μτια μας...
πθωσε τ σιγρο στ πλασιο το παραγωνιο, που
σπιθοβολοσαν τ λικλαρα, κα σταυροκοπθηκε μ’
ελβεια. Τ πρσωπ του, πο τ εχαν ψσει λμη, τ
λιοπρι κα τ ξηροβρια, νυψθηκε μ μιν νατνισι
κποιας πτασας. Κα τ μτια του, πο τ σκαζαν
πυκν, κατστατα φρδια, πραν μιν μερτητα κα μιν
γαλλασι, σν ν βλεπαν στ Θεοφνεια λνοικτο τν
ορανό...
τσι εναι, επε, ξαναπαρνοντας τ σιγάρο κα
τραβντας βαθεις ρουφηξις... Μο τ λεγεν κυρολα
μου... καθμουνα δπλα της κα ρχιζε τν στορία:
Τ βλπεις κενο κε τ χλασμα στν πρα ρχι, πνω
π τς Μπγλαινας τ λιοστσι; κε ταν ττε στνη
το Χριστγιωργα μ τ νομα, το πρτου ρχιτσέλιγκα το
τπου... Γιατ ττε δν ταν τποτε δ· μηδ λιοστσια, μηδ
χωρι... ρχοντα, βλπεις, ο «φοστες» μ λγερνους κα
σκτωναν τ παλληκρια κα τα παιρναν π τ σπτια ,τι
ερισκαν... Γι’ ατ κα τ χωρι το ψηλ στν παλιοχρα
κα εχε βγλες, πο φλαγαν κα διναν εδησι.
Κα ταν φανονταν ο φοστες στ γιαλ, ο ξωμερτες
που φύγ, φύγ... κουες θρνο τ παιδι κα χρχαλο τ
πργματα. Κα τρεχαν ν κρυφθον στ φρούριο... ς εναι...
Πο λς, σ’ κενο τ χλασμα πνω στν πρα ρχι
το στνη το Χριστγιωργα. «Εχε χιλιδες πρβατα κα
μυριδες γδια», πο λγει τ τραγοδι... Μ ταν νθρωπος
σκληρς κα πνετος κα δν καμνε καλ σ’ νθρωπο.
Μι βραδι, πο λς, μι παραμον το Χριστο, κποιος
πγε κα κτπησε τν θρα του. Ο σκύλοι, πο σκιζαν
νθρωπο, οτε σκουξαν οτε γρεψαν. Μνο πγαν κα
συμμαζεθηκαν στ πδια το Χριστγιωργα.
Ποις εναι ατο; ξεφνησεν κενος γριεμνος. Ποιός
εσαι; Τ γυρεεις ττοια ρα;
ν εσαι χριστιανς, νοιξε, ποκρθηκε μι φων. Μ
πιασε νύκτα κα τ κρύο κα δν ξερω πο ν πω.
χινιζε κι λας, ξχασα ν σο τ επ.
Τρβα τ δρμο σου κα δ δν εναι χνι, ξεφνησε
Χριστγιωργας κα χούγιαξε τ σκυλλι.
Μ κενα δν κουνθηκαν!
Γι τν γπη το Χριστο, πο γεννιται τρα, επε
παρακαλεστ φων, νοιξε, δν βαστ πι...
Μ κενος πο ν’ νοξ!
Σρε στ δρμο σου, ξαναεπε γριεμένα.
78
Γι τν γπη το Χριστο, νοιξε, επε πλιν φων.
Μ πο κενος!...
Κι ξαφνα κουσε τ ποδοβολητ τν ρνιν, σν
ν βγαιναν π τ μανδρ. Κι θρα νοιξε μνη της κι
βγκαν ξω τ σκυλι. Στν κατηφορι, σν φεγγερ
σκιά, κατβαινε ξνος. Κα πσω του κολουθοσαν τ
πρβατα.. Μπροστ ξνος κα πσω ατ κα παραπσω
Χριστγιωργας φωνζοντας.
ταν ξνος φθασε στν θλασσα, ρχισε ν περπατ
στ κματα. πσω του ρχονταν να - να τ πρβατα. Κα
γμισεν θλασσα π πρβατα, πο λονα ξεμκρυναν,
κολουθντας τν φωτερ σκι, σπου χθηκαν στ βάθη
το πελγου.
Κι χθηκε κι Χριστγιωργας. Κι ρμαξε στνη
του. Κα μνον κθε χρονι τν παραμον το Χριστο,
στ μεσνυκτα, πηγαινοέρχεται στν γιαλ κα σαλαγ τ
πρβατα, πο κολουθον τν Χριστ. Γιατ Χριστς ταν
πο εχεν λθει γι ν τν σσ ν τν τιμωρσ.
Κα μπρμπα λας σταυροκοπθηκε πλι.

Περιοδικν «Ναυτικ λλς» Γερσιμος ννινος
Ἀπὸ τὸ ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ τῆς Δ΄ Δημοτικοῦ (1959)

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email