© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΟ ΧΡΟΝΟ ΜΑΣ

ἤ, Ὅταν ἡ ἐξομολόγηση μετατραπεῖ σὲ μονολόγου περιπέτεια


Δὲν εἶναι ἀλήθεια λίγες οἱ φορὲς ποὺ ὁ πνευματικὸς ἔρχεται σὲ δυσκολία νὰ μπορέσει νὰ σταματήσει τὴν ἀκατάσχετη φλυαρία κάποιων -κυρίως γυναικῶν- ποὺ θεωροῦν ὅτι στὴν ἐξομολόγηση μποροῦν νὰ μιλᾶνε συνεχῶς, δίχως ν᾿ ἀφήνουν κάποιο περιθώριο στὸν ἀκροατή τους νὰ ἔχει γνὠμη ἐπὶ τῶν λεγομένων. Δηλαδή, νὰ μπορεῖ νὰ ρωτήσει κάτι ποὺ δὲν τὸ πολυκατάλαβε ἤ τὸ εἶδε ὅτι εἶναι πολὺ μπερδεμένο. Ἔτσι, ἡ ἐξομολόγηση γίνεται -δίχως νὰ τὸ ἐπιδιώνει ὁ πνευματικὸς αὐτό- μιὰ ἀνούσια περιπέτεια, στὴν ὁποία ὁ ἐξομολόγος εἰσέρχεται ἀγανακτισμένος κάποτε. Γιατί; Μὰ ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει τὸ κριτήριο τῆς διακρίσεως ἀπὸ μέρους τοῦ ἐξομολογουμένου, ποὺ νομίζει ὅτι μόνον αὐτὸς μπορεῖ νὰ ὁμιλεῖ καὶ νὰ ἀποφαίνεται, γιατὶ ὁ σκοπός του εἶναι ἀσφαλῶς καθορισμένος ἐκ τῶν προτέρων: Τὸ νὰ αὐτοδικαιωθεῖ,  δηλαδή, ρίχνοντας ὅλους τοὺς λίθους τῶν ἀναθεμάτων στοὺς ἄλλους, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Γιὰ τὸν ὁποῖο ὅμως μπορεῖ νὰ πεῖ, μετ᾿ ἐμφάσεως μάλιστα, ὅτι στὸ ἐξομολογητήριο εἰσῆλθε, ὄχι γιὰ τὴν ἄφεση τῶν δικῶν της ἁμαρτιῶν, ἀλλὰ γιατὶ φορτώνεται τὶς ἁμαρτίες ποὺ οἱ ἄλλοι τοῦ προσθέτουν, τὸν ἀναγκάζουν νὰ κάνει ἤ νὰ δεχτεῖ.  «Δὲν τὸ ἤθελα νὰ τὸ πῶ αὐτό ( π. χ. νὰ κατηγορήσω, νὰ βάλω λόγια κ.λ.π.), μὲ ἀνάγκασαν». Φράσεις στερεότυπες, ὡστόσο αὐτοαπαλλακτικές. Ἔτσι, μὲ κριτήριο ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀμυνθεῖ, γιὰ νὰ σώσει τὴν ὑπόληψή του, καταφεύγει σ᾿ αὐτὲς τὶς πρακτικές. Κι ὅλ᾿ αὐτά, σημειωθήτω, ἀναφέρονται στὸν πνευματικὸ μὲ μιὰ ἄνεση καὶ πολυλογία, μὲ σκοπὸ νὰ κατορθώσει νὰ ἐπιβληθεῖ στὸν ἐξομολόγο μὲ τὴν συνεχῆ καὶ ἐντυπωσιακὴ πολυλογία
   
Εἶναι, τὸ ξέρω, ἄπειρες αὐτὲς οἱ περιπτώσεις ποὺ συναντᾶμε. Κι εἶναι ἀσφαλῶς περιπτώσεις ποὺ πραγματικὰ μᾶς ταλαιπωροῦν, ὅταν μάλιστα ἔχουμε ἔξω κι ἄλλες ψυχὲς,  ποὺ περιμένουν τὴ σειρά τους νὰ προσέλθουν στὸ Μυστήριο αὐτό. Κι ὁ χρόνος ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ πιέζει...

Ἀλήθεια, πόσοι ἀπὸ μᾶς κάτι τέτοιες στιγμὲς δὲν κοιτάζουμε νὰ ὑψώσουμε κάποιο ἀνάχωμα, ὥστε νὰ σταματήσει κάπου αὐτὴ ἡ ἀνούσια πολυλογία. Ποὺ τὴ θεωροῦμε ἀσφαλῶς ἀπώλεια πολύτιμου ποιμαντικοῦ χρόνου, ἀφοῦ πουθενὰ δὲν βγάζει; Κι ἀγανακτοῦμε, μάλιστα, γι᾿ αὐτό, ἀγχωνόμαστε καὶ στεναχωριόμαστε  πολύ.

Κι ὅμως στὴν ἄλλη της ὄψη αὐτὴ ἡ περιπέτεια κάτι ἔχει νὰ δείξει, κυρίως σὲ μᾶς τοὺς πνευματικούς. Τὸ τὶ εἶναι αὐτὸ θὰ φανεῖ, ὄχι ἐκείνη τὴ στιγμή, ἐκεῖνες τὶς ὧρες ποὺ ἀσφαλῶς εἶναι πασπαλισμένες ὑπερένταση καὶ κάποιο ἄγχος. Καὶ δικαίως μάλιστα, ἀφοῦ ἡ κάθε ψυχὴ ποὺ θὰ παρουσιαστεῖ ἔχει τοὺς δικούς της κώδικες καὶ κανόνες, κι αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ σέβεται ὁ διακριτικὸς πνευματικός, ἀλλιῶς οἱ ψυχὲς αὐτὲς θὰ κλειδώσουν μιὰ γιὰ πάντα καὶ ἔτσι θὰ παραμείνουν. Κι ὑπεύθυνοι θὰ εἴμαστε ἐμεῖς γι᾿ αὐτό. Βλέπεις, δὲν εἰπώθηκε τυχαῖα ὅτι ἡ πνευματικὴ πατρότητα εἶναι «τέχνη τεχνῶν». 

Γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ τραγικές (κάποτε πολὺ τραγικές, ὄντως) αὐτὲς περιπτώσεις,  πρέπει νὰ φροντίζουμε νὰ τὶς προσέχουμε, ὅσο βαρετὲς καὶ ἀνούσιες κι ἄν εἶναι. Γιατὶ μέσα βαθιά, στὸν πυρήνα τους, κρύβουν τὸ ζητούμενο: τὴν εἰρήνευση τῆς ψυχῆς καὶ τὸ δέσιμο τοῦ σχοινιοῦ τῆς ἐπικοινωνίας μὲ τὸ Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ μοναδική ἀναζήτηση, πού, δυστυχῶς, χάνεται σὲ μονοπάτια μάταιου φαρισαϊσμοῦ, ἀθεμελίωτης αὐτοδικαίωσης καί ἄκαρπης προσπάθειας γιὰ ἐντυπωσιασμό. 

Καὶ τὸ κυριώτερο, κανένας ποιμαντικὸς χρόνος δὲν πάει χαμένος, γιατὶ ἁπλούστατα, ὅταν αὐτὸς συντελεῖται καὶ ἀναλώνεται μέσα στὰ πλαίσια τῆς ἱεραποστολικῆς μας μαρτυρίας καὶ διακονίας, τότε εἶναι χρόνος προσευχῆς, λατρείας καὶ διδαχῆς - ἔστω καὶ μὲ τὶς μετ᾿ ἐμποδίων παρουσίες κάποιων, ποὺ, ὅμως,  γιὰ νὰ προσέλθουν στὸ ἐξομολογητήριο κάτι γυρεύουν... Τό δικό τους χαμένο κέντρο ἤ μήπως τὴ δικιά μας ὑπομονή, ἀντοχὴ καὶ φιλία, ποὺ ἀσφαλῶς ὁ κόσμος δὲν τοὺς ἔδωσε...

Ἄλλωστε δὲν μᾶς δόθηκε ἔτσι ἁπλᾶ ἡ ἐντολὴ «ἐρευνᾶτε τὰς γραφάς». Γιατὶ κάτω ἀπὸ τὴν ἔρευνα τῶν γραφῶν ὁ κάθε ποιμένας καλεῖται νὰ ἐρευνήσει καὶ τὶς ψυχὲς τῶν ὅσων ποιμαίνει. Μὲ διάκριση, ὑπομονή, ἀγωνία, φιλανθρωπία καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα μὲ ἀγάπη. Ἤ μήπως δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἀποστολή μας.

Ἄς τὸ ψάξουμε, λοιπόν...

π. κ. ν. κ. 

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2018

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΜΙΑ ΜΝΗΜΕΙΑΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΓΙΑ ΤΗ ΣΚΟΠΕΛΙΤΙΚΗ ΝΑΥΠΗΓΙΚΗ

ἤ, ξανακοιτώντας τὸ βιβλίο, Γιῶργος Τζαβάρας-Γιῶργος Χρυσούλης, Διερεύνηση τῆς ἐμπειρικῆς μεθόδου τῆς ξυλοναυπηγικῆς μέσα ἀπὸ τὴν παρακολούθηση τῆς κατασκευῆς ἑνὸς τρεχαντηριοῦ στὴ Σκόπελο [ἐπιβλέπων Καθηγητής Βασιλᾶτος Παναγιώτης, τοῦ Ε. Μ. Π.],  Ἰούλιος 2013, σ. σ. 121




Μία ἀπὸ τὶς κορυφαῖες μορφὲς γνήσιου πολιτισμοῦ καὶ ἔντιμης διακονίας τῆς Ἑλληνικῆς παράδοσης,  ὑπῆρξε ἀναμφίβολα καὶ ἡ  φωτεινὴ ἀκτινοβολία τῆς ναυπηγικῆς τέχνης, αὐτῆς δηλ. τῆς τέχνης, ποὺ οἱ παλιότεροι Σκοπελίτες προσπάθησαν, μὲ ὅλες τους τὶς δυνάμεις, νὰ τὴν καταστήσουν καὶ  φανερώσουν παντοῦ, ὡς τέχνη ὀνομαστή, περήφανη καὶ μοναδική. Γι᾿ αὐτὸ καὶ δικαίως τὸ νησὶ αὐτὸ ὑπῆρξε καί, κατέστη μάλιστα,  «ναυτικὴ νῆσος». 

Ὅμως μὲ τὰ χρόνια καὶ τὴν ἀδιαφορία ποὺ προστίθεται στὸν ψυχισμό μας, ὡς ἄλλη νόσος, αὐτὴ ἡ τέχνη ἄρχισε νὰ φθίνει. Νὰ λησμονιέται ἤ καὶ νὰ περιφρονεῖται, ὅπως τόσα καὶ τόσα ἄλλα,  ποὺ ἀνάπτυξαν τὸν γνήσιο καὶ ἀθανατο πολιτισμό μας, τὸν ἀθάνατο Σκοπελίτικο πολιτισμό. Ἀλήθεια, ἄν κοιτάξουμε γύρω μας ποῦ θὰ τὸν ἀντικρίσουμε ἀυτὸν τὸν πολιτισμό; Τὸ  ἐρώτημα δὲν εἶναι μονάχα ρητορικό, ἀλλὰ καὶ ἀληθινό. Γιατὶ κοιτάξτε, λοιπόν, καὶ ἀναρωτηθεῖτε: ποῦ εἶναι στ᾿ ἀλήθεια, ὁ παλιὸς ὁ ταρσανᾶς, ὁ ἀπὸ αἰώνων ἑδρεύων στὴν κατὰ τὴν Ἄμμον τῆς Χώρας περιοχή. Ποῦ εἶναι οἱ παλιὲς οἱ καλιάγριες (έλαιοτριβεῖα), ποῦ εἶναι τὰ παλιὰ πατητήρια (κσροῦτες), καὶ τόσα ἄλλα. Ὅλα θεωρήθηκαν περιττὰ ἤ ἄχρηστα καὶ παραμερίστηκαν, γιὰ ἔρθουν στὴ θέση τους ἀνούσιες πρακτικές, ποὺ ὑποβιβάζουν τὴν ἀληθινὴ καὶ γνήσια παραδοση,  τὴν ὁποία μὲ θυσίες πολλὲς καὶ σιωπηλὸ ἀγώνα ἔστησε αὐτὸ τὸ νησὶ καὶ παρέδωσε στὶς ἑπόμενες γενιές: τεκμήριο ἀλάθητο τῆς μεγαθυμίας του καὶ τοῦ εὐπρεποῦς σεβασμοῦ πρὸς τοὺς προγόνους του. 

Πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια, λοιπόν, καὶ συγκεκριμένα τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2013, σὲ καιροὺς πραγματικὰ ἀφεγγεῖς καὶ δύσκολους δύο νέοι ἄνθρωποι, ποὺ ἀγαποῦν μὲ πάθος τὸ νησί μας, προσπάθησαν, μὲ κόπους πολλοὺς καὶ μὲ μηδαμινὴ συνδρομὴ καὶ οίκονομικὴ παροχή, νὰ ξαναζωντανέψουν τὸ ἀμύθητο σὲ ἀξία, κλέος τῶν παλιῶν ναυπηγῶν τῆς Σκοπέλου. Ὁ ἕνας εἶναι ὁ ναυπηγός (σημειωθήτω: αύτοδίδακτος καὶ τὰ μέγιστα ἔμπειρος) Κωνσταντῖνος Ἰω. Κοσύφης κι ὁ ἄλλος ὁ Ρηγῖνος Ἰω. Καθηνιώτης, ναυτικός. Ἔτσι ἔστησαν τὸν ταρσανᾶ τους, δυστυχῶς ὄχι ἐκεῖ ποὺ γεννήθηκε, ἀντρώθηκε καὶ τελικῶς ἀποσύρθηκε, στὴν ἀρχαία “κατὰ τὴν Ἄμμον” θέση του, ἀλλὰ σὲ κάποιο χτήμα στὸν Ἅγιο Ἀρτέμιο, στὸ Κεραμωτό ( λὲς καὶ ἦταν κεραμοποιεῖο!!!).

Μὲ ἀγώνα μεγάλο, λοιπόν, καὶ μὲ μεράκι ἀκόμα μεγαλύτερο πάσχισαν νὰ ἀναβιώσουν τὴν τέχνη τῶν πατέρων τους, αὐτῶν δηλαδή, ποὺ χάρισαν στὴ Σκόπελο σκαριὰ ὀνομαστά, περιούσια καὶ θαυμαστά. 

Πῆρε, λοιπόν, ὁ Κώστας ὁ Κοσύφης τὰ ἐργαλεῖα τοῦ παπποῦ του, τοῦ μαστρο Μιχάλη Κ. Τσουκαλᾶ (παλιοῦ ναυπηγοῦ καὶ γόνου ἀρχαίας ναυπηγικῆς οἰκογένειας) καὶ μὲ τὴν εὐχή του ἄρχισε νὰ «φαμπρικάρει» τὸ τρεχαντήρι τοῦ Ρήγα τοῦ Καθηνιώτη. Μὲ δυσκολίες πολλές, μὲ τὶς καθημερινὲς σειρίνες νὰ τοῦ λένε,  «τί εἶναι αὐτὰ καημένε.!!!»., ἀλλὰ καὶ κόπο ἀβάσταχτο, κατάφερε ὁ Κ. Κοσύφης νὰ κατασκευάσει ἕνα σκάφος ὑπέροχο, καλοτάξιδο καὶ καλογραμμένο. Ποὺ «ἔπεσε» στὴ σκοπελίτικη τὴ θάλασσα, ὅπου μύρια ὅσα πλεούμενα «ἔπεσαν», ἀφοῦ ναυπηγήθηκαν ἐκεῖ στὸ διάβα τῶν αἰώνων.  Κι «ἔπεσε», λοιπόν, στὴν ἴδια τὴ θάλασσα μετὰ ἀπὸ δεκαετίες πολλές. Κι εἶναι ἡ θάλασσα αὐτή, ἐκείνη  ποὺ ἀγάπησαν οἱ πατέρες μας καὶ τώρα τὴν κοιτάζουν περήφανοι ἀπὸ ψηλά, συγκινημένοι καὶ βέβαιοι ὅτι τὰ σκοπελίτικα καράβια θὰ συνεχίζουν νὰ τὴν ταξιδεύουν. Ὅπως ἔγινε τώρα,  κομίζοντας πάνω στὴ γαλάζια της ἐπιφάνεια τὴ δόξα τοῦ σκοπελίτικου πεύκου καὶ τὴν ἀξιοσύνη τοῦ σκοπελίτη ναυπηγοῦ Κων. Ιω. Κοσύφη, ἀλλὰ καὶ τὶς εὐχὲς ὅλων ὅσων εἶδαν αὐτὴ τὴν προσπάθεια ὡς ἕνα ἀκόμα τεκμήριο τοῦ ἔνδοξου παρελθόντος μας, ποὺ τὸ πιστοποιεῖ ἐναρέτως καὶ πολλαπλῶς ὁ λόγος τοῦ ποιητῆ  «Εἴμαστε ἀπὸ καλὴ γενιά». Γιατὶ πράγματι, εἴμαστε ἀπὸ καλὴ καὶ περήφανη γενιά.  

Ὅλη αὐτὴ τὴ δουλειά, λοιπόν, εἶδε ἀπὸ κοντὰ ὁ Γιῶργος ὁ Τζαβαρας, διπλωματοῦχος ναυπηγός τοῦ Ε. Μ. Πολυτεχνείου, καταγράφοντας βῆμα-βῆμα τὴν ὅλη προσπάθεια τοῦ μαστρο-Κώστα νὰ «σενιάρει»τὸ ὑλικὸ ποὺ εἶχε μπροστά του -κορμοὺς πέυκων ἀκατέργστους, στραβόξυλα κ.λ.π.- τὰ ὁποῖα στὴ συνέχεια μεταποιοῦνταν σὲ ναυπηγίσιμη ὕλη, γιὰ νὰ ἔχουν ἕνα καὶ μοναδικὸ ἀποτέλεσμα: τὸ σκαρωμα τοῦ τρεχαντηριοῦ αὐτοῦ. 

Μῆνες παρακολουθοῦσε ὁ Γ. Τζαβάρας τὸ σκάρωμα καὶ τὸ «πέτσωμα» τοῦ σκαριοῦ,  κἀτι ποὺ ἀσφαλῶς ἐλάχιστοι ἔχουν τὴν τύχη νὰ τὸ ζήσουν ἀπό κοντά, γι᾿ αὐτὸ καὶ μᾶς παρέδωσε τὴ λαμπρὴ μελετη του, ἡ ὁποία στὴν πρώτη της μορφὴ ἀποτέλεσε τὸ ὑλικὸ μιᾶς διάλεξης ποὺ δόθηκε στὴ Σχολὴ Ἀρχιτεκτόνων Μηχανικῶν τοῦ Ε. Μ. Πολυτεχνείου τὸν Ἰούλιο τοῦ 2013 ἀπὸ τὸν ἴδιο καὶ τὸν συσπουδαστή του Γιῶργο Χρυσούλη μὲ τὴν ἐπίβλεψη τοῦ καθηγητῆ τους Παναγιώτη Βασιλάτου. 

Αὐτὸς ποὺ γράφει τοῦτες τὶς γραμμές, χαιρετᾶ μὲ ἄφατη συγκίνηση αὐτὴ τὴν τέλεια ἀπὸ κάθε ἄποψη μελέτη τῶν δύο νέων ἐπιστημόνων, γιατὶ γνωρίζει πολὺ καλά, πώς αὐτὴ ἡ διατριβὴ θὰ ἐνσωματωθεῖ στὴ διεθνῆ βιβλιογραφία, ἐπειδὴ εἶναι καὶ πρωτότυπη, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἀκριβὴς καὶ τὰ μέγιστα παραστατική, ἀφοῦ στολίζεται μὲ πλῆθος φωτογραφιῶν:παλαιῶν καὶ νέων. 

Καθὼς κλείνω αὐτὴν τὴν παρουσίαση διερωτῶμαι καὶ λέω. Μά, καλά, κανένας φορέας δὲ βρέθηκε νὰ παρουσιάσει εὑρύτερα στὸ νησί μας αὐτὸ τὸ βιβλίο καὶ κατ᾿ ἐπέκταση αὐτὴ τὴν φωτεινὴ προσπάθεια τῆς ἀναβίωσης τῆς παλιᾶς ξυλοναυπηγικῆς τέχνης; Ἀλήθεια, γιατὶ ἔχουμε σταθεῖ μονάχα στὰ «χορευτικά», στὶς «γιορτές δαμάσκηνου», τραχανᾶ, τυρόπιττας, κ.λ.π; Καὶ γιατὶ ἐκθειάζουμε μονάχα τὴν παλιὰ  σκοπελίτικη γυναικεία στολή; Μόνο ἐκεῖ, ἤ μᾶλλον μέχρι ἐκεῖ φτάνει ὁ πολιτισμός μας;  Ἄν ἔτσι πιστεύουμε,  νομίζω ὅτι  θὰ πρέπει νὰ ξαναδοῦμε τὰ πράγματα καλύτερα, δηλαδή, κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Ἱστορίας καὶ τῆς Παράδοσης ποὺ γέννησε αὐτὸ τό νησί. Ἀλλιῶς «στραβοαρμενίζουμε» κι οἱ ξέρες εἶναι σιμά μας...

π. κ. ν. κ.   

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2018

Ο χώρος και ο χρόνος της ζωγράφου Μαρίας Ρουσέα

Του ΔΙΟΝΥΣΗ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΥ

Τον κάθε καλλιτέχνη πρέπει να τον δεις μέσα στο χώρο και το χρόνο του. Διαφορετικά ματαιοπονείς και κινδυνεύεις να κάνεις λάθος.
   Ο χώρος της Μαρίας Ρουσέα είναι αδιαμφισβήτητα η Ζάκυνθος. Όχι βέβαια αυτός της φολκλόρ, σημερινής, για τουριστική κατανάλωση, προβολής της, αλλά εκείνος ο μακραίωνος και γνήσιος, ο οποίος της έδωσε την ζωτική της ιδιαιτερότητα. Κάτι, δηλαδή, σαν το σολωμικό φως του Άδη, που δεν θα μπορούσες εύκολα να το χαρακτηρίσεις σταυροαναστάσιμο, μια και δεν ενώνει τα διεστώτα, αλλά δίνει προτεραιότητα στη ζωή ή εκείνο το σωτήριο κιαροσκούρο του Κουτούζη, το οποίο, μαχόμενο το υπερφυσικό, παρέχει στον άνθρωπο την γήινη  δυνατότητα της θέωσης.
   Με λίγα λόγια ο τόπος της ζωγράφου είναι μια ξεκάθαρη, ιόνια ελληνικότητα, κοιταγμένη και φωτισμένη, μια και πάντα μιλάμε εδώ για φως, μέσα από μια Δυτική παιδεία και νοοτροπία, η οποία, παραδόξως (και εδώ βρίσκεται η αξία της) κρατά πιο πιστά την οικεία παρακαταθήκη από εκείνους που πιστεύουν πως την διατηρούν και την συνεχίζουν.
   Είναι το μέρος που έζησε τον Διαφωτισμό, που βίωσε την Αναγέννηση και στην αυλή του διαδραματίστηκε μια σκηνή (η κορυφαία ίσως) της Γαλλικής Επανάστασης. Το μέρος που κάποτε κατείχε μια παγκόσμια γνώση, χωρίς στεγανά και δογματισμούς. Μια μάντρα, η οποία κατόρθωσε να κλείσει πολύ περισσότερα απ’ ότι μια τυφλή παράδοση, εθελοτυφλώντας, απαιτούσε.
   Στο χώρο της Μαρίας Ρουσέα παίχτηκε και παίζεται ο «Χάσης» του Δημητρίου Γουζέλη, για «ξεφάντωσιν των φίλων», ο Γεράσιμος Πανάς ξεκινά από το ένα άκρη της Χώρας, καταλήγοντας στο άλλο, για να μας γνωρίσει τον «Κρίνο» να ερωτεύεται και να διεκδικεί την Ανθία, ο άγνωστος κανταδόρος τραγουδά για το άνοιγμα ενός παράθυρου, η μπάντα «κάνει πλατεία» με τις οικείες νότες του Verdi και τέλος, για να μην πολυλογούμε, το Σιγουρόπουλο αγιάζει, λέγοντας το πιο σωτήριο ψέμα του.


Αυτή είναι εντελώς περιληπτικά η πατρίδα της ζωγράφου, ο γενέθλιος τόπος της και η ιδιαίτερη και τοπικά προεκτεινόμενη πατρίδα της. Και αυτό την κάνει, όπως ακριβώς και τον Ανδρέα Κάλβο, φιλόπατρι ή κοσμικό σπουργίτη, κατά τον εύστοχο χαρακτηρισμό του Ιωάννη Τσακασιάνου.
   Όσο για το σπίτι της, αυτό που είδε και καλλιέργησε το φως, ήταν μια καλλιτεχνική γωνιά του τόπου της, από τις τελευταίες ίσως, μια και ευτύχησε να είναι κόρη (τίποτα δεν είναι τυχαίο) του κυρίως ζωγράφου, αλλά στην ουσία ποικιλόμορφα πολυπράγμονος και εσχάτως αναγεννησιακού Χρήστου Ρουσέα, ο οποίος αφήνοντας τον χρωστήρα, ασχολιόταν με την μουσική και το θέατρο, αλλά και πολλά άλλα, διδάσκοντας όλα αυτά και στους νεότερους, έτσι για να υπάρχει συνέχεια.
   Γι’ αυτό η Μαρία δεν εξοικειώθηκε μόνο με τα χρώματα, αλλά εξ απαλών ονύχων βίωσε εκείνο που θα μπορούσε άφοβα να χαρακτηρισθεί η ταυτότητα και η ψυχή της Ζακύνθου. Γι’ αυτό και ο χώρος της είχε αιτία ύπαρξης  και ως εκ τούτου η δημιουργία της πνοή πρωτοβουλίας.
   Στο χώρο αυτό πήρε πνοή το άψυχο και το ανέκφραστο έγινε έκφραση, για να μπορέσει, με έναν ακόμα κρίκο, να έχει συνοχή και αντοχή η αλυσίδα της ιστορίας.
   Ας πάμε τώρα στον (επίσης σημαντικό) χρόνο της. Αυτός είναι τρισυπόστατος ή πιο σωστά ομόκεντρα τριπλός.
   
Η καλλιτέχνις γεννιέται πριν το σεισμό του 1953, που στάθηκε ορόσημο για τον Ιόνιο χώρο, αναμφίβολα περισσότερο σημαντικό από τους παγκόσμιους πολέμους του υπόλοιπου κόσμου. Πρωτοβλέπει, δηλαδή, το τέλος μιας ιστορίας και ενός πολιτισμού πολλών αιώνων, που παρότι του ζητούσαν να προσαρμοστεί, χάριν επιδερμικής ενότητας, σε μια επίφοβη ομοιομορφία, αυτός μπορούσε να αντισταθεί και να επιβιώσει προπάντων λόγω του έμψυχου σκηνικού που ζούσε και κρατιόταν όρθιο, αν και πληγωμένο ακόμη, αλλά και του αίματος, που δεν μπορούσε να γίνει έτσι εύκολα νερό. 
   Αυτό που ονομάστηκε «Φλωρεντία της Ανατολής» υπήρχε τριγύρω της. Τα ψηλά καμπαναρία, η Πλατεία Ρούγα, το Γιοφύρι, ο Πλατύφορος και ο Στενόφορος, τα ρεπάρα, τα περίτεχνα αρχοντικά, οι ξεχωριστές εκκλησίες, φορτωμένες τέχνη και ακόμα αδελφάτα, το θέατρο «Φώσκολος» με την έμψυχη ζωή του και όχι μόνο ένα επιβλητικό κτίριο και τόσα άλλα, που στέκονταν στην καθημερινότητά της και δεν της μετέφεραν τόσο μνήμες, όσο ευθύνη.
   Η Ρουσέα τότε δεν δημιουργούσε ακόμα, αλλά έπαιρνε ερεθίσματα, αποκτούσε βάσεις και κέρδιζε ταυτότητα. Κάρφωνε, μ’ άλλα λόγια, το πανί στο τελάρο της, κάνοντας την προεργασία των έργων  της. Έμπαινε σε εργαστήρια, για να γνωρίσει τα μυστικά και τα καντούνια της τέχνης.
   Και πριν καλά, καλά το καταλάβει ήρθε η δεύτερη περίοδος του χρόνου της, ο σεισμός. Αύγουστος του 1953 και το ζωοφόρο σκηνικό της σε μια κυριολεκτικά στιγμή σωριάστηκε σε ερείπια. Ακολούθησε η φωτιά και σαν να μην έφτανε και αυτή, έφτασε και η ανελέητη και πιο φρικτή μπουλντόζα, να ισοπεδώσει ό,τι είχε απομείνει.  Έτσι η έμψυχη Χώρα, έγινε άψυχο χωράφι. Η ιστορία πέρασε στο μύθο. Υλικές και πνευματικές περιουσίες και παρουσίες σε λίγα μόλις λεπτά επτώχευσαν και επείνασαν, παραμένοντας μονάχα η ελπίδα των εκζητούντων.
   Η τρίτη χρονική περίοδος της καλλιτέχνιδος  ήταν η μετασεισμική. Ο χώρος της προσπαθούσε να αναστηθεί, το χάσμα του σεισμού να γεμίσει άνθη, έστω και φτωχικά τζεράνια, η πίστη του να βρει χώρους. Αλλά οι τότε ιστορικές συνθήκες δεν το επέτρεπαν. Με την δικαιολογία πως ένα απλό κεραμίδι έπρεπε να μπει πάνω από τα κεφάλια των θυμάτων μιας πολλαπλής θεομηνίας, επικράτησε η προχειρότητα  και η προσαρμογή στις νέες συνθήκες. Αδράχτηκε, τότε, η ευκαιρία το χέρι που είχε κοσμήματα, να κοπεί για χάρη μιας θανατηφόρου ομοιομορφίας.
   Παρ’ όλα αυτά το έμψυχο υλικό αντιστεκόταν και προσπαθούσε να ξαναγεννηθεί από τις στάχτες του. Η ταυτότητα, αν και στραπατσαρισμένη από την πτώση της κατοικίας και νοτισμένη από τις ασταμάτητες  βροχές του πολλαπλού Χειμώνα, που θα ακολουθούσε, επιζητούσε να μην χάσει τα χαρακτηριστικά της και τα χέρια, εκείνα τα χέρια, που ζωγράφισαν ικετευτικά δεόμενα ο Κουτούζης και ο Καντούνης,  επιζητούσαν, δίχως δαχτυλίδια, αλλά με εκφραστικά ακόμα δάχτυλα, να κρατήσουν την έκφρασή τους.
   Τότε ο Χρήστος, ο πατέρας της Μαρίας έκανε τον εικαστικό Τσακασιάνο και αποτύπωσε με το χρωστήρα του αντέτια και καθημερινότητα. Στο τελάρο του αποτύπωσε άριστα το πριν την καταστροφή υπάρχον. Αυτά που θα έπρεπε να περάσουν στους επόμενους, για να μην χαθούν μέσα στην άβολη ομοιομορφία του μύθου, που επιβαλλόταν και κυριαρχούσε.
   Αυτά αναμφίβολα τα ζούσε η Μαρία, που ήδη είχε αρχίσει να δημιουργεί. Και κατάλαβε καλά πως ζούσε σε ένα μεταίχμιο θανάτου και ζωής.
   Η τέχνη της δεν ήταν πίσω στη Ζάκυνθο, αλλά μπροστά με την κάποτε Ζάκυνθο. Όσο αυτό μπορούσε να γίνει.
   Γνώριζε πως έπρεπε να γνωρίζει. Πως για να πας μπροστά, έπρεπε υποχρεωτικά να στραφείς πίσω. Πως το ποτάμι δεν επιστρέφει, αλλά έχει το ίδιο νερό. Παράλληλα γνώριζε πως το δένδρο το κεντρώνεις με το μπόλι που πρέπει και πως αν κεντρώσεις ροδακινιά με τριανταφυλλιά θα βγει ένα τίποτα ή ένα τέρας. Έτσι ξεκίνησε να δημιουργεί τοποθετώντας το δικό της σήμερα, στο επίσης δικό της χθες.


Με το χρωστήρα της οι Άγγελοι του Πάθους από τις παλιές προσπετίβες, άφησαν προσωρινά τα σύμβολα της θεϊκής ταφής στις θύρες του ιερού και άρχισαν να προεικονίζουν πια στους πίνακές της την Ανάσταση ενός τόπου που χάθηκε μέσα στα ερείπια, τις φλόγες και την επίφοβη αδιαφορία. Τα φρούτα της ζακυνθινής γης έγιναν το φωτοστέφανο της ελπίδας της. Οι μορφές κοιτούσαν την συνένωση και τη συνέχεια. Κοπέλες κρινοδάχτυλες σαν αυτές του γενάρχη Σολωμού και συντοπίτισσές της «στη σκιά χεροπιασμένες» έστησαν ικετευτικό χορό.
   Δεν είναι, επίσης, τυχαίο, που η ίδια εικαστικά συνόδευσε όλη σχεδόν την σύγχρονη ποίηση του τόπου της με τα δικά της, πολύτιμα έργα. Τα βιβλία όλων των νεότερων ποιητών, αυτών που βάλθηκαν να γεφυρώσουν το χάσμα και να συνεχίσουν την παράδοση, κοσμήθηκαν με την δική της ματιά.
  Με λίγα λόγια στο έργο της Μαρίας Ρουσέα, «Σάββατον υπέβοσκεν», για να ξαναγίνει η Γκλόρια και να σκορπιστούν πανηγυρικά οι δάφνες του Απόλλωνα, την ώρα του πρώτου φωτός και της προσπάθειας της νίκης του θανάτου.
  Οι πίνακές της είναι αναστάσιμη έξοδος, από το ζακυνθινό πάθος, με το νησί θριαμβεύον πάνω από τον τάφο του, άλλο αν μετά κάποιοι, για θανάσιμη ομοιομορφία, αντικατέστησαν την ντόπια παράδοση αυτής της έγερσης, της νίκης του θανάτου, με μιαν απεικόνιση της εις Άδου Καθόδου.
   Αυτοί πέρασαν κάπου αλλού το νησί, στον ανύπαρκτο για την ζωγράφο χρόνο, στον οποίο η ίδια επέλεξε την σιωπή.


Ένας πολυτελής και καλοτυπωμένος τόμος, με εισαγωγή της Επτανήσιας (και αυτό έχει σημασία) Δώρας Φ. Μαρκάτου, κυκλοφόρησε πριν λίγα χρόνια από τα ΓΑΚ Αρχεία Ν. Ζακύνθου, την Δημόσια Ιστορική Βιβλιοθήκη Ζακύνθου και την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ζακύνθου, για να τιμήσει την ζωγράφο και να κάνει το έργο της γνωστό στο ευρύ κοινό. Αυτός τυπώθηκε μάλιστα, ομολογουμένως αισθητικά άριστα, από τις τοπικές εκδόσεις «Έντυπο», για να επαληθευθεί, έτσι, μια άλλη, εκδοτική παράδοση του νησιού, μια παράδοση, που τότε την ακολουθούσαν και την στήριζαν αναγνώστες, κάτι που χάνεται σήμερα στις μέρες της τουριστικής άλωσης.
   Τον παρουσιάζουμε σήμερα, έστω και με καθυστέρηση, και σαν επιβράβευση της ζωγράφου, αυτής, που, εκτός των άλλων, συντήρησε τόσα έμψυχα ξύλα της δικής μας, Επτανησιακής δημιουργίας, στο Μουσείο, που για χρόνια εργαζόταν και όχι μόνο τα διέσωσε, για να τα έχουμε εμείς στην καθημερινότητά μας, αλλά και από αυτά πήρε αφορμή και έμπνευση, για να δημιουργήσει τα δικά της, που είναι η συνέχεια, η παρακαταθήκη και η υπόσχεση.
   Η Μαρία Ρουσέα είναι, πιστεύω, διαχρονική μέσα στο χρόνο της και παγκόσμια μέσα στην τοπικότητά της.  Αυτό, δηλαδή, που ήταν στην ακμή της και η δική της σωματική πατρίδα, η Ζάκυνθος, αυτή, που τελευταία συνεχώς και χάνεται κάτω από τα πόδια μας.
   Αυτό δίνει και την μεγαλύτερη αξία στο έργο της, στην παρακαταθήκη, που μας άφησε και συγκεντρώθηκε στις σελίδες ενός βιβλίου.
   Ας γίνουμε οι καλύτεροι αναγνώστες του, γιγνώσκοντες ά αναγιγνώσκουμε. Αυτό θα τιμήσει περισσότερο απ’ όλα την δημιουργό!

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2018

ΣΕΛΙΔΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ. Τόμος αφιερωμένος στον Δημήτρη Ε.-Γ. Καρύδη [Πλήρης ο τόμος από την Ιόνιο Εταιρεία Ιστορικών Μελετών]





Γιώργου Λέκκα: ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΙΙ (νέο ποίημα)


Για τη βροχούλα που κατεργάζεται πεσμένα φύλλα, ευχαριστώ
και για τα δέντρα που υπομένουν σιωπηλά, σ’  ευχαριστώ.
Για τον γλυκό τον ουρανό που μας σκεπάζει τρυφερά, σ’ ευχαριστώ
και για τα μάτια μιας γυναίκας που τον κοιτάνε  μ’  ευγνωμοσύνη, ευχαριστώ.
Για κάθε πλάσμα που γελά από χαρά, σ’ ευχαριστώ
και για τον ήλιο που καταδέχεται το βλέμμα μας στη δύση, ευχαριστώ
μα και για την όμορφη πλευρά και της χειρότερης ασχήμιας, ευχαριστώ.
Γι’  αυτό το φως που αποκαλύπτει το κάθε τι μοναδικό, σ’  ευχαριστώ
και για τους στίχους που μας χαρίζονται ακόπως,  ευχαριστώ.
Για κάθε πλάσμα σου που φεύγει απ’ τη ζωή προτού προλάβει
 να σου πει «ευχαριστώ», σ’ ευχαριστώ
μα και για ό,τι με πονάει ωσότου μάθω να σου λέω και γι’  αυτό
 «ευχαριστώ», σ’ ευχαριστώ.
Γι’ αυτή τη μέρα που ομορφαίνει καθώς τελειώνει, ευχαριστώ
για όσα γνωρίζω κι όσα αγνοώ, όσα θυμάμαι κι όσα ξεχνώ, ευχαριστώ 
καθώς για ό,τι καλό ή και κακό θα παραλείψω να σου πω  «ευχαριστώ» 
αυτό για να εκδικηθεί, αλίμονο, με υποδουλώνει.

3.9.2018

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας ζει, εργάζεται και διακονεί ιερατικά στις Βρυξέλλες.]

Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΤΙΜΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ ΤΗ ΣΚΟΠΕΛΟ

ἤ, Τριετὲς Μνημόσυνο τοῦ καθηγητῆ Βαγγέλη Κ. Κεχριώτη


Τὸν περασμένο χρόνο, τὸ 2017 δηλαδή, κυκλοφορήθηκε ἀπὸ τὶς πολύτιμες ἐκδόσεις ΙΣΤΟΣ, ποὺ ἑδρεύουν στὴν Κωνσταντινούπολη, μὲ φροντίδα καὶ ἐπιμέλεια μοναδικὴ τοῦ Ἀρχιμ. π. Ἀγαθάγγελου Σίσκου, ὁ τόμος «Σαμουήλ Χαντζερῆς». Στὸν ἐν λόγῳ, λοιπόν, τόμο, περιέχονται μελέτες, οἱ ὁποῖες καὶ εἶναι ἐπεξεργασμένα κείμενα εἰσηγήσεων γιὰ τὸν ἀοίδιμο Πατριάρχη Σαμουήλ τόν ἀπὸ Δέρκων (1763-1768 καί 1773-1774), τὸν ἐπονομαζόμενο Χαντζερή. Ἔτσι, μὲ πρόλογο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, εἰσαγωγικὸ σημέιωμα τοῦ ἐπιμελητοῦ τοῦ τόμου, τοῦ π. Ἀγαθαγγέλου Σίσκου, Βιβλιοφύλακα τῶν Πατριαρχείων καὶ ἱερατικὸ προϊστάμενο τῆς Κοινότητος Νεοχωρίου, ἀλλὰ καὶ τὶς ἀξιόλογες μελέτες τῶν κ. Καθηγητῶν, ἤ τοι τῶν κ. Ἰω. Μπάκα, Ἀθ. Καραθανάση, Πασχάλη Βαλσαμίδη καὶ Σάββα Τσιλένη, ποὺ θησαυρίζονται στὸν ἐν λόγῳ τόμο, πραγματοποιήθηκε αὐτὴ ἡ λαμπρὴ ἔκδοση.  

Ὅμως ἐκεῖνο ποὺ συγκινεῖ τὸν κάθε φιλομαθῆ καὶ γνήσιο Σκοπελίτη εἶναι τὸ ἑξῆς: ὅτι δηλαδή, ὁ τόμος αὐτὸς εἶναι ἀφιερωμένος «Στὸν ἀείμνηστο ἱστορικὸ Βαγγέλη Κεχριώτη, φίλο τοῦ Νεοχωρίου». Ἤ, ὅπως πολὺ ὄμορφα καὶ σωστὰ γράφει ὁ π. Ἀγαθάγγελος, «Ἡ πρόωρη ἐκδημία τοῦ πιστοῦ φίλου καὶ ἐπιστημονικοῦ συνεργάτη τῆς Κοινότητας Νεοχωρίου, διακεκριμένου ἱστορικοῦ καὶ ἀκαδημαϊκοῦ Βαγγέλη Κεχριώτη προκάλεσε ἀνείπωτο πόνο καὶ ἄφησε ἕνα δυσαναπλήρωτο κενό. Ἡ ἀφιέρωση τοῦ παρόντος τόμου στὴ μνήμη του, ποὺ ἀποφασίστηκε τὴν ἡμέρα τῆς ἐκδημίας, ἔρχεται νὰ ἁπαλύνει τὸν πόνο  καὶ νὰ τὸν μεταμορφώσει σὲ χαρὰ δημιουργίας» (σελ. 16). Λόγια τίμια καὶ σωστά. 

Ἀλήθεια, ποιὸς ἦταν ὁ καθηγητὴς Εὐάγγελος Κων. Κεχριώτης; Αὐτὸς ὁ Σκοπελίτης ἱστορικὸς καὶ ἀκαδημαϊκὸ δάσκαλος, ποὺ τίμησε τὴν πατρίδα του (χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζει ποτὲ αὐτή) μὲ τὴν φιλόπονη προσφορά του καὶ τὴν πνευματική του ἀκτινοβολία. 
     Εἶναι ὁ πρωτότοκος γυιὸς τοῦ μακαριστοῦ καπετάνιου Κωνσταντίνου Εὐαγγέλου Κεχριώτη καὶ τῆς Μοσχούλας Σπυρίδωνος Πατσή. Γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1969, σπούδασε στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Ε. Κ. Π καὶ στὴ συνέχεια στὰ Πανεπιστήμια τοῦ Ἔσσεξ τῆς Μ. Βρετανίας καὶ τοῦ Λέιντεν, ὅπου καὶ ὑποστήριξε τὴ διδακτορική διατριβὴ του, μὲ θέμα «Οἱ Ἑλληνορθόδοξοι τῆς Σμύρνης στὸ τέλος τῆς Αὐτοκρατορίας». Στὴ συνέχεια ἐξελέγη Ἀναπληρωτὴς Καθηγητὴς στὸ Τμῆμα τῆς Ἱστορίας τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Βοσπόρου, ὅπου καὶ δίδαξε βαλκανικὴ ἱστορία καὶ ἱστορία τῶν χριστιανικῶν καὶ ἑβραϊκῶν πληθυσμῶν τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Ὑπῆρξε μέλος στὴν Τουρκία τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τοῦ συλλόγου Ἱστορικῶν Tarih Vakfi καὶ τῆς συντακτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ περιοδικοῦ Toplumsal Tarih, ἐνῶ στὴν Ἑλλάδα ἀνῆκες τὴ συντακτικὴ ἐπιτροπὴ τοῦ περιοδικοῦ "Τὰ Ἱστορικά". Συνέγραψε πολλὲς μελέτες γιὰ τὴν ὀθωμανικὴ Σμύρνη, ἐνῶ ἐπιμελήθηκε πολλοὺς τόμους μὲ σπουδαῖες ἱστορικὲς ἀνακοινώσεις. 
     Δυστυχῶς, ἔφυγε νωρίς, τὴν Πέμπτη 27 Αὐγούστου τοῦ 2015, ἀνήμερα τοῦ Ἁγίου Φανουρίου, χωρὶς νὰ περατώσει τὸ πολύπτυχο καὶ σπουδαῖο ἔργο του καί, κυρίως, νὰ ἐπισκεφτεῖ τὸ νησί του, τὴ Σκόπελο, ὅπως ἔκανε κάθε καλοκαίρι...
     Τὴν ἄλλη ἡμέρα, Παρασκευὴ 28 Αὐγούστου 2015, ἀφοῦ προηγήθηκε μιὰ σημαντικὴ τελετὴ τιμῆς καὶ εὐγνωμοσύνης στὸν ἐκλιπόντα Καθηγητὴ Β. Κεχριώτη στὸ Albert Long Hall τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Βοσπόρου, στὴ συνέχεια, καὶ συγκεκριμένα στὶς 1.30, στὴ Ἑλληνορθόδοξη ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Φωκᾶ στὸ Ὀρτάκιοϊ, ἐψάλη ἡ ἐξόδιος Ἀκολουθία καὶ στὴ συνέχεια ἡ ταφή...

Οἱ ὅσοι φίλοι του καὶ συγγενεῖς στὴ Σκόπελο κρατᾶμε στὴ μνήμη μας τὴ φιλίκή του παρουσία, ποὺ τὴ στόλιζε τὸ ἦθος, ἡ εἰλικρίνεια, ἡ ἁπλότητά του καὶ ἡ φιλοτιμία: στοιχεῖα ποὺ δόμησαν στέρεα τὸν εὐγενικὸ ψυχισμὸ τοῦ Βαγγέλη καὶ ἐντυπωσιάζουν ἴσαμε σήμερα. Σήμερα, τρία χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμησή του... Σήμερα ποὺ ἀνάβουμε κερὶ στὴ Μνήμη του καὶ τὸν θυμόμαστε μὲ εὐγνωμοσύνη, τιμὴ κι εὐγενικὴ ἀγάπη. Ὅπως αὐτὴ ποὺ Ἐκεῖνος μᾶς πρόσφερνε κάθε καλοκαίρι καὶ ὄχι μόνο. Ἀναπαμένος νὰ εἶσαι Βαγγέλη μας, σιμὰ στὸ Θεὸ καὶ τοῦ Ἁγίους Του, σιμὰ στὸ καλό Σου Πατέρα καὶ στοὺς ἄλλους δικούς Σου προγόνους. Αὐτὴ εἶναι ἡ εὐχή καὶ ἡ προσευχή μας. 

     π .κ. ν. κ  27/28 Αὐγ. 2018

     * Θερμὲς εὐχαριστίες στὸν ἐκλεκτὸ φίλο καὶ ἐρευνητὴ κ. Γ. Κουζακιώτη, τοῦ Ε. Ι. Ε/Κ. Β. Μ.

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2018

Γιώργου Λέκκα: ΑΙΩΝΙΑ ΑΓΑΠΗ (νέο ποίημα)


Μόλις ένα σφύριγμα του μετρό
ανοιγοκλείνουν οι πόρτες
κι η σύνθεση της παρέας που αγάπησες
αλλάζει για πάντα.
Ευτυχώς οι ψυχές
μπορεί να μένουν σφιχταγκαλιασμένες αιωνίως
γιατί τα σώματα
γυρνάνε αμέσως πλευρό και κοιμούνται.

18.8.18

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες.]

Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΑΠΟΚΟΜΜΑΤΑ ΜΝΗΜΗΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΗΣ


Μνήμη ἱερὴ Παναγιώτου καὶ Εὐανθίας Παλαιολόγου

Ναί, συγυρίζει ὁ Χρόνος τὰ βιώματά μας καὶ πειραρχημένα τὰ ἀρχειοθετεῖ. Τοὺς παρέχει, δηλαδή, τὸ μέγιστο προνόμιο τῆς ἀ-ληθείας, τῆς δυνατότητας νὰ τὰ ἀνασύρεις, ὅποτε μπορεῖς καὶ νὰ τὰ ξαναζεῖς - σὲ ἄλλη, φυσικά, διάσταση Χρόνου καὶ Τόπου, ὡστόσο τόσο νοσταλγικά, ὑπέροχα καὶ μὲ τὸ συμβολισμό τους σφραγίδα ἀνεξίτηλη στὸ ὑπόλοιπο τοῦ βίου σου. 

Κάποιες εἰκόνες, λοιπόν, σκέφτηκα νὰ φανερώσω -μέρα ποὺ εἶναι, τοῦ πανίερου Δεκαπενταύγουστου, μὲ τῆς Παναγιᾶς μας τὴν τόσο συγκινητικὴ θεία Κοίμηση ποὺ ἑορτάζουμε- καὶ νὰ παραδώσω στὶς γενιὲς ποὺ ἔρχονται: τεκμήριο ἀδιάψευστο τῆς λειτουργίας μιᾶς μικρῆς Κοινότητας ἀνθρώπων, ποὺ πάσχιζαν γιὰ ν᾿ ἀναθρέψουν Πολιτισμό, Ἀνθρωπιὰ καὶ Κάλλος. 

Ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ Χρόνου ἔρχονται εἰκόνες φορτισμένες μὲ τὸ μεγαλεῖο τῆς ἁπλότητας. Εἰκόνες φορτωμένες βιώματα ἀθάνατα καὶ ἀρυτίδωτα. Ὅπως τὸ νὰ ξεκινᾶς πρωΐ, μὲ τῆς μέρας τοὺς πρώτους της βηματισμούς, ἀνήμερα τῆς Παναγιᾶς γιὰ τὸ ἀντικρυνὸ τὸ χωριὸ ποὺ πανηγυρίζει, καβάλα στὸ μουλάρι. Στὸ σαμάρι ἔχει στρωθεῖ τὸ παλιὸ ὑφαντὸ κιλίμι, κι ὕστερα ν᾿ ἀκούγεται ὁ ἦχος ὁ μονότονος, μὰ τόσο εὐγενικός, τῆς περπατησιᾶς τοῦ πεταλωμένου ζώου πάνω στὰ καλντερίμια τοῦ χωριοῦ... Καὶ τὸ φρέσκο μελτέμι ν᾿ ἀνεμίζει τὶς κορδέλες καὶ τὴ μαντήλα τῆς νοικοκυρᾶς ποὺ ἀκολουθεῖ τὸν ἑορτάζοντα σύζυγό της στὸν δρόμο γιὰ τὸ πανηγύρι. 

Πρωϊνὸ τῆς Παναγιᾶς, μὲ τὴ φρεσκοπλυμένη ρούγα νὰ ἀνασαίνει βρεγμένο χῶμα κι ἀπέναντι, στὸ πέλαγο ποὺ ρυτιδώνει ἀπὸ τὸ μελτέμι, νὰ κυματίζουν λευκὰ γιασεμιά, ποὺ σαλεύουν μέσα στὸ γλαυκὸ τῆς θάλασσας καὶ νὰ συντονίζονται μὲ τοὺς τρυφεροὺς τοὺς ἤχους τῆς πανηγυρικῆς καμπάνας. Κι ὕστερα, στὴν ἴδια τὴν αὐλή, ἀπολείτουργα, τὸ κέρασμα, μὲ γλυκὸ βύσσινο καὶ κρύο νερό, τῆς πηγῆς νερό, ποὺ ἀφήνει στὸ στόμα μιὰ γεύση περίεργη, ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ χῶμα ποὺ προέρχεται.

Μεσημέρι, καὶ τὸ χωριὸ μοσχοβολᾶ ἀπὸ τὸ ἑόρτιο γεῦμα, ποὺ τὸ ἀρωματίζει περισσότερο κι ἡ εὐωδιὰ τοῦ βασιλικοῦ ποὺ λικνίζεται στὴν ἀσβεστωμένη τὴν πεζούλα ἤ τῆς ἁρμύρας ποὺ τὴν ἀνεβάζει τὸ πέλαγο-δῶρο δροσιᾶς καὶ πάντιμου ἀρώματος καὶ τόσο ἀκριβοῦ...

Κάπου μακρυά, σὲ χώρους ἱεροὺς τῆς ψυχῆς κρύβονται κι ἄλλες μνῆμες, ποὺ τὶς ἀναζητᾶς, μέρα ποὺ εἶναι σήμερα. Γιατὶ σὲ φερνουν σιμὰ σὲ πρόσωπα καὶ γεγονότα ἀγαπημένα, τρισόλβια, φωτεινά. Κι ἴσως αὐτὰ νὰ εἶναι, ἴσαμε σήμερα, τὸ ἀνάχωμα ἐκεῖνο ποὺ σὲ προφυλάσσει ἀπὸ πολλὰ καὶ δύσκολα, τὰ ὁποῖα στὶς μέρες μας ὁλοένα κι αὐξάνονται. Κι αὐτὸ τὸ τελευταῖο ἄν λέει πολλά...

π. κ. ν. κ. Δεκαπενταύγουστος 2018 

Σάββατο, 4 Αυγούστου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Η ΠΕΝΙΧΡΗ (ΚΑΙ ΓΙΑ ΦΕΤΟΣ) ΔΕΗΣΗ ΜΑΣ. ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ, ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΜΑΣ Ο ΜΗΝΑΣ


Ἔχει μιὰν ἄλλη ὄψη γύρω μας ὁ κόσμος, καθὼς ἀνατέλλει  ὁ Αὔγουστος. Νομίζεις ὅτι ὅλα τριγύρω σου ἠρεμοῦν καὶ βαφτίζονται στὸ καθαρὸ τὸ φῶς τοῦ ἀγέραστου πρωϊνοῦ, ποὺ ἀνοίγεται πιὰ μὲ τῆς χαρμολύπης τὰ χρώματα, μὲ τῆς προσδοκίας τὶς πάντιμες εὐωδιές, μὲ τὸν εὐλαβῆ χαιρετισμό: «Καλὴ Σαρακοστή». Ναί, γιατὶ ξημέρωσε πιὰ ὁ εὐφρόσυνος καὶ ὁ ἱεροκατάνυκτος Δεκαπενταύγουστος.

Αὔγουστος, λοιπόν... Μὲ τὰ δροσερὰ τὰ πρωϊνὰ νὰ ψυχώνουν τὸ εἶναι, μὲ τὰ φιλότιμα μελτέμια τοῦ ἀπόβραδου, νὰ συντονίζουν πλήρως τοὺς πάντιμους καὶ τρυφεροὺς ἤχους τῶν Παρακλητικῶν Κανόνων, μὲ τὴ νηστεία νὰ καταργεῖ κάθε ὅριο ἔπαρσης καὶ ἀνθρωπαρέσκειας. Γιατὶ κάθε βράδυ αὐτὲς τὶς δεκαπέντε μέρες Τὴν παρακαλοῦμε, ἐγκαρδίως  ἱκετεύοντες: «Τὴν δέησίν μου δέξαι τὴν πενιχράν...». Ὄμορφα λόγια, φωτισμένα μὲ τὸ κερὶ τῆς ἀγρύπνιας καὶ τῆς προσευχῆς, εὐωδιαστὰ λόγια, λὲς κι ἔχουν μέσα τους κλείσει τὸ ἄρωμα τοῦ γιασεμιοῦ καὶ τοῦ βασιλικοῦ, ποὺ δαψιλῶς στολίζουν τὴν Εἰκόνα Της. Δέησις πενιχρά, λοιπόν... Δέηση πάμφτωχη, ὅπως πάμφτωχη εἶναι ἡ ψυχή, ἡ ὕπαρξη. Ποὺ ἀσφαλῶς πλουτίζει μονάχα ὅταν βιωθεῖ, ἐγκατασταθεῖ, θρονιάσει ἡ θεϊκὴ ἡ παρουσία. Ὡστόσο, ὁ λόγος μας εἶναι ἱκέσιος λόγος, καρδιακός, ποὺ μαζεύει τὰ κομμάτια τῆς ψυχῆς καὶ τὰ ἑνώνει. Τὰ συντρίμμια δηλαδή, ποὺ μᾶς δίνει ὁ κόσμος, καθὼς ἐπιθυμεῖ τὴν διαίρεση, τὴ μοναξιὰ τὸν ἀπελπισμό μας. Ἐπειδὴ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ γνωρίζει ὅτι ἀποδυναμώνεται ἡ κοινωνία, ἡ συντροφιά, ἡ σχέση μὲ τὸν ἄλλον. Κι ἐμεῖς προσφεύγουμε στὴ Χάρη Της καὶ Τὴν ἱκετεύουμε νὰ σταθεῖ σιμά μας, παραμυθία καὶ βακτηρία, σ᾿ αὐτούς, μάλιστα, τοὺς καιροὺς τῆς καταιγιστικῆς (παρα)πληροφόρησης καὶ τῆς ἀπάνθρωπης ἀπομόνωσης. Γι’ αὐτὸ καὶ τὰ ἀπόβραδα μαζευόμαστε στὶς ἐκκλησιές. Μήπως, δηλαδή, καὶ ξορκίσουμε αὐτὸ τὸ κακό, αὐτὴ τὴν ἀγωνία νὰ φανοῦμε, νὰ προβληθοῦμε τοῖς ἀνθρώποις μονάχα, κι ὄχι νὰ προσφέρουμε τὴν καθαρή, λαμπένια, ἀφτιασίδωτη καὶ φανερὰ ἐνισχυμένη ἀπὸ τὶς ροὲς τῶν Δακρύων μας: «Τὴν δέησίν μας τὴν πενιχράν...». Ἐπειδή τὸ ξέρουμε, ὅτι κάτι εἶναι κι αὐτὸ γιὰ τὴν πάντιμη Παρουσία καὶ Σκέπη Της. 

Καλό μας Δεκαπενταύγουστο, ἀδελφοὶ καὶ πατέρες . 

π. κ. ν. κ. 
1 Αὐγούστου 2018

«Οι μισούντες με μάτην, βέλεμνα και ξίφη και λάκκον ηυτρέπισαν, και επιζητούσι, το πανάθλιον σώμα σπαράξαι μου, και καταβιβάσαι, προς γην Αγνή επιζητούσιν· αλλ’ εκ τούτων προφθάσασα, σώσόν με».

Αυτοί που με μισούν άδικα, βέλη και ξίφη και λάκκο ετοίμασαν και ζητούν να σπαράξουν το πανάθλιο σώμα μου και να το κατεβάσουν στο χώμα, Αγνή· αλλά προφθάσασα, σώσε με.
    

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΙΕΡΟ ΑΝΑΚΛΗΜΑ ΠΑΝΙΕΡΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΤΟΥ ΘΕΡΟΥΣ

ἤ, φροντίζοντας νὰ μὴ λησμονοῦμε...

Μνήμη σεπτὴ Χρυσοστόμου Ἀρχιερέως, τοὺπίκλην Βέργη, Μητροπολίτου Χαλκίδος γενομένου


Ἀπὸ τὶς ἀθάνατες ἡμέρες ποὺ περιπολοῦν τὸ νοῦ καὶ τὴν ψυχὴ τοῦτες τὶς θερινὲς ἡμέρες τοῦ Ἰουλίου μηνός, εἶναι ἀναμφίβολα κι ἐκεῖνες, ποὺ ξαναφέρνουν στὴ μνήμη τὶς ὅμορφες, κατανυκτικές, χαλαρωτικὲς καὶ ζείδωρες ἡμέρες, τὶς ὁποῖες ζήσαμε στὸ φιλόξενο μοναστήρι τοῦ Ἀγίου Νικολάου, τοῦ ἐπιλεγομένου «Γαλατάκη», μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς ἐν Χαλκηδόνι Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνοδου καί, φυσικά, τῆς ἐτήσιας συνάξεως τῶν Ἀναγνωστῶν, δηλ. τῶν ὑποψηφίων κληρικῶν τῆς Μητροπόλεώς μας. Κι ὅλ᾿ αὐτὰ ἐδῶ καὶ τριάντα-τριανταπέντε χρόνια, σὲ καιρὸ νεότητος, ἐνθουσιασμοῦ καὶ ποικίλων ἀνησυχιῶν. Μὲ Γέροντα καὶ συνάμα συνδαιτημόνο φιλικό, γνήσιο καὶ μαζὶ τόσο ταπεινό, τὸν ἀλήστου μνήμης Μητροπολίτη Χαλκίδος, τὸν Χρυσόστομο τὸν Α΄. Ποὺ μᾶς συγκαλοῦσε σὲ αὐτὴ τὴν πνευματική (καὶ ὄχι μόνο) συνεστίαση, γιὰ νὰ χαροῦμε καὶ μαζὺ νὰ ζήσουμε στιγμὲς ποὺ εὐωδίαζαν (καὶ ἀκόμα εὐωδιάζουν) ἄρωμα μοσχολίβανου, πεύκου καὶ νυχτολούλουδου. 

Ἐκεῖ, στὴν φιλόστοργη ἀγκαλιὰ τοῦ φροντισμένου μοναστηριοῦ, τὸ ὁποῖο ἀγνάντευε τὸ πέλαγο, ποὺ χώνευε μέσα στὴ θερινὴ τὴν ἀντηλιά, ἀλλὰ καὶ κούρνιαζε στὸ ὑπέροχο τοπίο του, τό, ὄντως, ὑπερήφανο, ἀλλὰ καὶ ταπεινό, ὑπέροχο, ἀλλὰ καὶ συνάμα ἀσκητικό. Τοπίο λιτό, φορτισμένο μὲ τὴν ἱερὴ συχνότητα τῆς ἁγιότητας τῶν αἰώνων ποὺ ἐμφανῶς  (κι ἀθορύβως) διακρατοῦσε. Ὅπως οἱ ἄλλες Ἱερές Μονές τῆς Ἐπικράτειας τοῦ εὐσεβοῦς ἡμῶς Γένους. Ὅπου κυριαρχεῖ ἡ σιωπή, ἡ ἄλλη σιωπὴ ὅμως. Ἐκείνη δηλαδή, ποὺ ἀνοίγει μονοπάτια συνάντησης μὲ τὸ Θεό. Γεγονὸς κορυφαῖο, ποὺ ὁ κάθε πιστὸς ἐπιζητεῖ καὶ ἀναμένει. Καὶ ἄς μὴ θεωρηθεῖ ὑπερβολὴ ἄν τονιστεῖ, μετ᾿ ἐμφάσεως, μάλιστα, ὅτι ἐκεῖ, στὸ τρισχαριτωμένο δηλ. μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Νικολάου, μέσα στὴν ἡσυχία τῆς νύχτας ξεδίπλωνε ἡ ψυχή, ἄνοιγε, ἔφεγγε καὶ βίωνε στιγμὲς θείας παρουσίας. 

Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὀνόμασα τὶς μέρες ἐκεῖνες ἀθάνατες, ἐπειδὴ ἐκτύπωσαν στὸ νεανικὸ εἶναι τὴ βεβαιότητα τῆς Παρουσίας Του, χάρισαν ἐμπειρίες μοναδικές, ἀλλὰ καὶ στράγγισαν ἀπὸ τὴν ψυχὴ ποικίλες πίκρες καὶ ἀγωνίες, καθὼς ἔνοιωθες πιὰ ὅτι αὐτὴ ἡ μεγάλη παρέα ἦταν καὶ οἰκογένεια πνευματική, ἀλλὰ καὶ ἡ ἄλλη ὄψη τοῦ «λαοῦ τοῦ ἠξιωμένου». Ἐπειδὴ στὸ χῶρο ἐκεῖνο συναζόμασταν ὄχι μόνο παπάδες, μοναχοί, ἱερόπαιδες κ.λ.π. ἀλλὰ καὶ κάποιοι ἄλλοι, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, γιὰ νὰ συνδράμουν, νὰ σταθοῦν σιμὰ στὸ Δεσπότη τους, νὰ διακονήσουν τὶς μοναχές, νὰ φωτίζουν μὲ τὴν ὀλιγόωρη παρουσία τους τὸν τόπο, ὥστε νὰ γίνει ἐκεῖνες τὶς περίλαμπρες μέρες, ὄχι τὸ φῶς τοῦ Κόσμου (βλ. Μτθ. 5, 14-19), ἀλλὰ τῆς Μητροπόλεως. Κι αὐτὸ τοὺς ἔφτανε, κι αὐτὸ μᾶς δίδασκε τότε, ἀλλὰ καὶ σήμερα μὲ συγκίνηση τὸ ξαναζοῦμε μέσα στὸ σύθαμπο ποὺ ὁ Χρόνος βάζει μπροστά μας: φραγμὸ θὰ τόνε πεῖς, εὐεργέτημα στὴν ἀπουσία σου ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς συνάξεις... Ἀκόμα νὰ τὸ ξεκαθαρίσεις, γιατὶ εἶναι τόση ἡ συγκίνησή σου, ποὺ δυσκολεύεσαι καὶ νὰ τὴν ἑρμηνέψεις σωστά.. 

π. κ. ν. κ. 
Κυριακή, 15 Ἰουλίου 2018, Τῶν Ἁγίων Πατέρων, τῶν ἐν τῇ Δ΄ Οἰκουμενικῇ Συνόδῳ ἐν Χαλκηδόνι συνελθόντων 

Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΕΓΚΩΜΙΟ ΣΤΟ 40ΝΘΗΜΕΡΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΡΓΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΓΑΛΑΝΗ


Ναί, Σεβασμιώτατε: «Μαζέψαμε τὰ δάκρυά μας καὶ τὰ μοιράσαμε σὰ σημάδια τῆς ἀγάπης μας, .......σὰν ἀναμνηστικὰ τῆς μακάριας ψυχῆς [Σας]».

(Πενιχρό, ἀφτιασίδωτο καὶ λιτὸ ἐγκώμιο ἑνὸς ἐπαρχιώτη παπᾶ, ὡς ἄλλη παρουσία στὸ τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο τοῦ πολυσεβάστου  Γέροντος Μητροπολίτου Πέργης κυροῦ Εὐαγγέλου Γαλάνη)

Σήμερα, ποὺ στὸν πάντιμο Πατριαρχικὸ Nαὸ τελεῖται τὸ Μνημόσυνο τοῦ σεπτοῦ καὶ φιλοτίμου περὶ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὴ Ρωμιοσύνη, τοῦ Ἁγίου Πέργης κυροῦ Εὐαγγέλου Γαλάνη, τοῦ ποιητοῦ τῆς Κωνσταντίνου Πόλεως, τοῦ «ὀξυπετοῦς καλάμου» (Οἰκ. Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος), τοῦ λεπτουργοῦ τῶν λέξεων, ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τὴν ἱερὰ Μνήμη τῆς δυάδος τῶν Ἀναργύρων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ, τῶν ἐν Ρώμῃ τελειωθέντων. Κι εἶναι στ᾿ ἀλήθεια, γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀφήνει στὸ λευκὸ τὸ χαρτὶ τὶς λίγες λέξεις τιμῆς καὶ ἀδιαπτώτου φιλίας νὰ διαβοῦν τὸ χέρι καὶ νὰ σταθοῦν πάνω σὲ αὐτό, ἡ ἡμέρα ἐτούτη,  μεγίστη, ἐπειδὴ εἶναι  φορτωμένη μὲ μνῆμες καὶ ἱερὲς συγκινήσεις ἀθάνατες. Γιατὶ ἡ γιορτὴ αὐτή, τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων δηλαδή, ἀνοίγει στὴν ψυχὴ πάμφωτες διαδρομὲς μὲ ἰσόπλοοες διαδρομὲς γεγονότων ἀθανάτων καὶ ἱεροπρεπῶς  φωτισμένων ἀπὸ τὸ μελίχρυσο τὸ φῶς τῶν κανδηλῶν καὶ τῶν κεριῶν. 

Μὲσα στὸ θέρος, λοιπόν, ποὺ καταυγάζει τὰ πάντα, ἔλαχε καὶ ἡ ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ πολιοῦ Ἱεράρχου. Ἡ τεσσαρακοστὴ ἡμέρα ἀπὸ τῆς ἀναχωρήσεώς του ἀπὸ τὰ «πρόσκαιρα εἰς οὐρανίους θαλαμους»  καί μὲ τὴν ἱερὴ σύναξη τῶν ὅσων πορεύτηκαν μέχρι τὸ Φανάρι καὶ συμπροσευχήθηκαν «ὑπὲρ μακαρίας μνήμης καὶ αἰωνίου ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ κεκοιμημένου δούλου τοῦ Θεοῦ Εὐαγγέλου Ἀρχιέρέως». Κ’ εἶναι ἡ ἡμέρα αὐτή «ἀφιερωμένη ἀπὸ τὴν ψυχή μας στὴν ψυχή του. Ἀπὸ τὴν καρδιά μας στὴ μνήμη τῆς Μορφῆς [του]». Γι᾿ αὐτὸ καὶ δεηθήκαμε νὰ τὸν ἔχει σιμά Του ὁ Κύριος, ὥστε νὰ Τοῦ ἐξιστορεῖ τὰ «Ἐκ Φαναρίου...», νὰ Τοῦ ψελλίζει τό, «Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ ὀνειδισμοῦ τῶν δούλων Σου». Γιατὶ ὅλη του ἡ σκέψη, ὅλη του ἡ ζωή, ὅλη του ἡ διακονία τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Ἱεράρχου ἦταν ἡ Ρωμιοσύνη ἀγκαλιὰ πάντα μὲ τὴν Ὀρθοδοξία: Ποτέ μοναχές τους, γιατὶ ἡ δυὰς αὐτὴ δὲ χωρίζεται, δὲν  ξεχωρίζεται, δὲν τέμνεται. Εἶναι ἀρραγής, ὅπως ἡ δυὰς τῶν Ἀναργύρων ποὺ τιμᾶμε σήμερα. «Ἡ Λειτουργία συνεχίζεται... κι ἡ Ρωμηοσύνη πάντα στὴ σκέψη μου», μᾶς ἔλεγε καὶ συνεχίζει νὰ μᾶς τὸ ἐπαναλαμβάνει. Γιὰ νὰ τὸ ἐμπεδώσουμε. Ἐπειδὴ μονάχα μὲ αὐτοὺς τοῦ ἄξονες μπορεῖ νὰ σταθεῖ ὄρθια ἡ Πίστη μας. Ἰδίως στὶς μέρες μας...

Κοίταζα τὸ τραπέζι μὲ τὰ δικηροτρίκηρα καὶ τὸ δισκάκι μὲ τὸ κόλυβο ποὺ ἔφερε τὴν ἐπιγραφή: Π Ε Γ. Κι ἦταν ὅλα ἁπλᾶ καὶ συνάμα τὸσο ἀρχοντικά. Πασπαλισμένα μὲ κατάνυξη καὶ ἱερὸ δέος, ποὺ ἀφήνει στὴν ψυχὴ σταλαγμοὺς ἁγιοπνευματικῆς δρόσου καὶ στὰ μάτια τὸ εὐεργετικὸ ἐκεῖνο σύθαμπο, μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο μπορεῖς νὰ διακρίνεις τὴν ἀφειδώλευτη προσφορά του στὴν Πόλη καὶ τὸ Φανάρι, πάντα πρὸς δόξαν Θεοῦ καὶ εἰς τιμὴν καὶ μνήμην τῆς Μητρὸς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, Τὴν ὁποία καὶ ὑπεραγάπησε, διακόνησε καὶ στάθηκε σιμά Της ἀνύστακτος προσμονάριος «ἕως τέλους». 

Εὐαγγέλου, τοῦ ἀοιδίμου Ἀρχιερέως, τῆς Θεοσώστου Μητροπόλεως Πέργης,  ἔστω ἡ Μνήμη αἰωνία. Ἀμήν! 

Κυριακή, 1 Ἰουλίου 2018, Σκόπελος π. κ. ν. κ. 


Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2018

Γιώργου Λέκκα: ΑΓΙΟΙ ΤΟΠΟΙ (νέο ποίημα)



Στον Γιώργο Μποροβίλο, ευγνωμόνως.

Το σύμπαν όλο ένας ναός
και η γη το επουράνιο θυσιαστήριό του
ώστε και η παραμικρή ανάρμοστη σκέψη
να εγείρει αμέσως υποψίες ιεροσυλίας.

Δια βίου διδάσκεται ιεροπρέπεια
στο σταθερό βηματισμό αλόγου
πώς πίνουν νερό τα πουλιά
και στέκουν τα δέντρα
αναμμένες λαμπάδες στο φως.

Ιεροπρεπώς, όπως φιλιούνται
δυο πρωτάκια του Δημοτικού
και πάνε χέρι-χέρι οι ερωτευμένοι
ή όπως όταν διαβάζεις αγαπημένο βιβλίο
και μετά ησυχάζεις στον ύπνο σου.

Ή πάλι με την ιεροπρέπεια μανούλας
που φτιάχνει με τα χέρια τόπο
για βρέφος που μόλις έμαθε να στέκει
ή αυτή αμάθητης γυναίκας
που γδύνεται τώρα να μπει στο νυφικό κρεβάτι.

Τελικά, μπορεί να μην είναι η γη
το κέντρο του σύμπαντος
αναμφίβολα όμως είναι αυτή
ο ιερότερος τόπος του.

17.6.2018

[Ο πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες.]

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email