© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Η Γουρουνοκυριακή

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Ροντέν Ωγκύστ; Ο άσωτος υιός, π. 1884; 
Το Καρναβάλι στο νησί μας έχει χάσει πια τον παλιό, ξεχωριστό του χαρακτήρα και μπορεί κάποιος να το πει ζακυνθινό, μόνο από τον τόπο διεξαγωγής του και όχι από τον τρόπο του. Οι αιτίες γι’ αυτήν την μεταλλαγή είναι πολλές και ποικίλες. Η τηλεοπτική ισοπέδωση, από τη μια, η τάση προς μίμηση, απ’ την άλλη και τέλος η άγνοια της ιστορίας μας κι ο μιμητισμός υπευθύνων και λαού, έδωσαν στην εορταστική αυτή περίοδο της Αποκριάς εικόνα ξενόφερτης φωτοτυπίας και μια νοοτροπία κι ιδιοσυγκρασία αιώνων θυσιάστηκε στο βωμό της προκρούστιας λογικής κι υποχώρησης. Δεν ξέρω αν αυτό είναι καλό ή κακό, αλλά σίγουρα ήταν επόμενο με τις επικρατούσες συνθήκες. Αυτό που μας λείπει σήμερα είναι η καλλιέργεια της ιδιαιτερότητας κι αυτό που μας χαρακτηρίζει είναι η ευκολία της αντιγραφής. Έτσι νομίζουμε πως γινόμαστε πολίτες του κόσμου, ενώ στην ουσία, απεμπολώντας την ταυτότητά μας, υπερτονίζουμε την κοντόφθαλμη αντίληψή μας, αρνούμενοι συγχρόνως και την καταγωγή μας.
Από την περασμένη Κυριακή έχουμε μπει στο Τριώδιο. Μια ακόμα Αποκριά έχει πατήσει ήδη το κεφαλόσκαλό μας κι εμείς, θέλοντας να είμαστε επίκαιροι και καθαρόαιμοι, έστω και στα κείμενά μας, θα προσπαθήσουμε σήμερα να δώσουμε την ντόπια ταυτότητα της ερχόμενης Κυριακής, η οποία είναι η δεύτερη της χαρούμενης και γιορταστικής περιόδου και κάποτε αποτελούσε για το νησί μας την απαρχή της καθημερινής διασκέδασης και της – κατά κάποιο τρόπο – απόλυτης ελευθερίας, με την αντιστροφή των τάξεων και των ρόλων και την πλέον δίκαιη δημοκρατία της μωρέτας.
Από εκκλησιαστική πλευρά η Κυριακή αυτή ονομάζεται «του Ασώτου», από την σχετική, προπαρασκευαστική ευαγγελική περικοπή, που διαβάζεται στους ναούς και μας την έχει διασώσει ο περιγραφικός Λουκάς. Στη Ζάκυνθο, όμως, την ονομάζουμε «Γουρουνοκυριακή».
Η ονομασία αυτή προέρχεται από το σημείο εκείνο του παραπάνω ευαγγελικού κειμένου, που μας διηγείται πως ο Άσωτος Υιός της πολυδιάστατης αλληγορίας, αφού ζήτησε το μερίδιό του από την πατρική περιουσία, «απεδήμησεν εις χώραν μακράν και εκεί διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού ζων ασώτως». Τα πράγματα, όμως, δεν πήγαν καλά. «Δαπανήσαντος δε αυτού πάντα», όπως διηγείται ο Ευαγγελιστής, «εγένετο λιμός ισχυρός κατά την χώραν εκείνην και αυτός ήρξατο υστερείσθαι». Για να επιβιώσει αναγκάστηκε να μπει στη δούλεψη ενός κατοίκου της περιοχής εκείνης, ο οποίος «έπεμψεν αυτόν εις τους αγρούς βόσκειν χοίρους». Μα και τότε τα προβλήματα δεν λύθηκαν. Πεινασμένος και κατατρεγμένος «επεθύμει γεμίσαι την κοιλίαν αυτού από των κερατίων ων ήσθιον οι χοίροι και ουδείς εδίδου αυτώ».
Από το όνομα των ζώων, λοιπόν, που έβοσκε ο άμυαλος, ο μικρότερος και πλέον χαϊδεμένος γιός της χριστιανικής διδασκαλίας πήρε στη Ζάκυνθο το όνομά της η Κυριακή της ανάγνωσης της περικοπής του και για το λόγο αυτό χαρακτηριστικά ονομάζεται «Γουρουνοκυριακή».
Όπως είναι επόμενο το απαραίτητο φαγητό της ημέρας είναι το χοιρινό κι αυτό το έδεσμα ήταν κι εν μέρει είναι απαραίτητο για το εορταστικό γεύμα της. Οι παλιοί Τζαντιώτες, δε, που σχεδόν πάντα είχαν συνδυάσει τις μεγάλες γιορτές με τις σχετικές γεύσεις και μυρωδιές, το θεωρούσαν αναγκαίο κι αυτήν την ημέρα δεν έμπαζαν άλλο κρέας ή έδεσμα στο σπίτι τους.
Η τιμητική, όμως, του ευτραφούς αυτού ζώου, το οποίο πολλές θρησκείες απαγορεύουν, λόγω της ακαθαρσίας του, δεν περιοριζόταν μονάχα στην μεσημεριανή ευωχία των κατοίκων του ιόνιου νησιού. Επειδή θύμιζε τους υπέρβαρους και τους έχοντες κάπως περισσότερα κιλά από τα συνηθισμένα, τους γιόρταζε κι αυτούς, όχι για την ονομαστική τους γιορτή ή την επέτειο της γέννησής τους, αλλά λόγω της … επιβλητικής τους ιδιαιτερότητας.
Ήταν κι αυτό μια μάντζια από τις πολλές που γίνονταν κι ένα δείγμα της ντόπιας ιδιοσυγκρασίας, η οποία συχνά δημιουργούσε προβλήματα κι είχε έντονα τα στοιχεία του ρατσισμού.
Αν το πείραγμα γινόταν κρυφά, όπως συνέβαινε συνήθως, τότε, με άκρατη επιείκεια, θα μπορούσαμε να το δούμε σαν μια έκφραση σπιρτάδας και διατύπωσης χιούμορ και διάθεσης σάτιρας. Μα αν διατυπωνόταν κατάμουτρα και δημόσια αποτελούσε πρόβλημα κι αναμφίβολα έθιγε όλους εκείνους, που απλά δεν είχαν το προνόμιο να είναι … κομψοί. Μα το Καρναβάλι όλα τα επιτρέπει κι η Αποκριά εκτονώνει κακίες και βγάζει απωθημένα. Έτσι μονάχα μπορούμε να ερμηνεύσουμε το ρατσιστικό αυτό έθιμο ενός κομψού και πολιτισμένου λαού, ο οποίος αγάπησε την σάτιρα, αλλά ποτέ δεν εκφράστηκε με χυδαιότητα κι απωθημένα.
Δεν ξέρω σήμερα πόσοι ακολουθούνε την παράδοση και στο τραπέζι τους εξακολουθούν να τρώνε χοιρινό το μεσημέρι της Κυριακής του Ασώτου. Φοβάμαι πως, όπως χάθηκε το εύγεστο και κοσμαγάπητο αυγολέμονο της ζακυνθινής Λαμπρής, αντικαθιστάμενο με τον οβελία, έτσι και πολλοί αγνοούν και δεν εφαρμόζουν το παλιό μας έθιμο, ακολουθώντας τις τόσες συνταγές, που τηλεοπτικά και σε χιλιάδες, κυριολεκτικά, βιβλία μας επιβάλλονται, κατά την έσχατη μόδα.
Μα οι γεύσεις είναι πολιτισμός κι ο πολιτισμός εισιτήριο επιβίωσης.
Αλίμονό μας, αν τις ξεχάσουμε. Τότε δεν θα έχουμε μνήμες!

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

ΑΓΓΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΑΫΛΟ / ΚΥΚΛΟΣ «ΜΟΤΣΑΡΤ +1» / ΚΡΑΤΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΑΘΗΝΩΝ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

«Πόσο γενναιόδωρος και αγαθός είναι μερικές φορές ο Θεός, εναποθέτοντας, ή καλύτερα συσσωρεύοντας, σ’ ένα μόνο άτομο τα αμύθητα πλούτη και τους θησαυρούς της μεγάλης Του χάρης». Με αυτά τα λόγια αρχίζει ο Τζόρτζιο Βαζάρι το 1568 τη βιογραφία του Ραφαήλ. Με αυτή τη φράση θα θέλαμε να αρχίσουμε κι εμείς μιλώντας για τον Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, τον αγαπημένο των Θεών, των Μουσών και των ανθρώπων που γεννήθηκε στο Ζάλτσμπουργκ της Αυστρίας στις 27 Ιανουαρίου του 1756. Διακόσια πενήντα έξι χρόνια αργότερα, στις 27 Ιανουαρίου του 2012, ημέρα των γενεθλίων του, παρακολουθήσαμε τη συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, «Αγγίζοντας το Άυλο. Κύκλος «Μότσαρτ +1», στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, υπό την διεύθυνση του αρχιμουσικού Βασίλη Χριστόπουλου.

Και οι τρεις συνθέσεις του Μότσαρτ που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα έχουν κοινό χαρακτηριστικό την ομορφιά, τον πλούτο των ιδεών και των ηχοχρωμάτων, στοιχεία αξεπέραστα στην ιστορία της Μουσικής. Την εντυπωσιακή μικρή Εισαγωγή στο Ορατόριο, «Η Απελευθέρωση της Βαιτυλούα» Κ.118 (74C), που ακούσαμε για πρώτη φορά, συνέθεσε ο Μότσαρτ στα δεκαπέντε του χρόνια σε λιμπρέτο του Ιταλού ποιητή Πιέτρο Μεταστάζιο. Τα Ορατόριο, ήταν παραγγελία του Ισπανού πρίγκιπα της Αραγονίας, Δον Τζουζέπε Χιμένεθ και όπως μαθαίνουμε από το καλαίσθητο και ιδιαίτερα επιμελημένο πρόγραμμα της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών το έργο αυτό δεν παρουσιάστηκε στο κοινό όσο ζούσε ο Συνθέτης.

Η δεύτερη Σύνθεση του προγράμματος ήταν το «Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 16 σε ρε μείζονα Κ.451», το οποίο ολοκλήρωσε ο νεαρός συνθέτης στις 22 Μαρτίου του 1784 και εννέα ημέρες αργότερα, στις 31 Μαρτίου, το ερμήνευσε ο ίδιος στο πιάνο. Στη συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών ο πολυβραβευμένος πιανίστας Χέρμπερτ Σουχ, «εν αρμονία» με την Ορχήστρα, ξεχώρισε για τη δεξιοτεχνία και την ευφάνταστη ερμηνεία των σολιστικών μερών. Τα κοντσέρτα για πιάνο του Μότσαρτ είναι 27. Το πρώτο το έγραψε στα έντεκα χρόνια του, το τελευταίο το ολοκλήρωσε το Γενάρη του 1791. Και, τι αδικία, λίγο πριν το τέλος του χρόνου, στις 5 Δεκεμβρίου, φεύγει ο ίδιος για πάντα από τη ζωή.

Επειδή ο παράλογος χαμός του σκηνοθέτη Θεόδωρου Αγγελόπουλου δεν άφησε ασυγκίνητο το Διευθυντή της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, αφιέρωσε στη μνήμη του το έργο του Ούγγρου συνθέτη Γκιόργκι Λίγκετι [1923-2006] «Ατμόσφαιρες». Ο συμβολισμός του απέραντου φωτός και της ομίχλης του αδικοχαμένου σκηνοθέτη πόσο ταίριασε με την ανάδυση προς τον ανοιχτό ορίζοντα του απείρου της μουσικής γραφής του Λίγκετι! Εύστοχη αφιέρωση, εξαιρετική ερμηνεία από την Ορχήστρα αλλά και εκπληκτικό το «πέρασμα» του αρχιμουσικού στον Μότσαρτ!

Το 1788 σε μια κορυφαία στιγμή έμπνευσης, ο Μότσαρτ, συμπληρώνει τις συνθέσεις Μουσικής Δωματίου και μέσα σε λιγότερο από σαράντα ημέρες ολοκληρώνει την αριστουργηματική, Συμφωνική «Αγία Τριάδα» του, «Αρ. 39, KV 543», «Αρ. 40, KV 550» και «Αρ. 41, KV 551, του Διός». Σ’ αυτό το διάστημα χάνει την κόρη του Θηρεσία και δίδεται η πρεμιέρα της Όπεράς του, «Ντον Τζοβάνι». Τη χρονιά αυτή πεθαίνει ο Κ. Φ. Ε. Μπαχ και ο Γιόζεφ Χάυντν συνθέτει τη « Συμφωνία της Οξφόρδης». Ο Γκαίτε γράφει τον «Έγκμοντ» και ο Καντ την «Κριτική του Πρακτικού Λόγου». Είναι εντυπωσιακή η αποφασιστικότητα και η ειλικρίνεια της επίπονης εργασίας του Μότσαρτ καθώς προσπαθεί να αποδώσει την ομορφιά και το ήθος του Δημιουργού.

Παρασυρμένοι από τη δημιουργική φαντασία και δεξιότητα του καλλιτεχνικού διευθυντή και Μαέστρου της Ορχήστρας, Βασίλη Χριστόπουλου, αγγίζουμε κι εμείς το «Άυλο» μέσα από τη Συμφωνία Αρ. 40, καθώς ο Αρχιμουσικός με μέθοδο σωκρατική αποσπά τις νότες που με τόση ευαισθησία του προσφέρουν οι Μουσικοί από κάθε οικογένεια οργάνων και γεμίζει το χώρο με την αβρότητα των ήχων του Μότσαρτ και με τα χρώματα τα φορτισμένα με τη βαρύτητα των εννοιών από το πάνθεον του Ραφαήλ [1483-1520] από το Ουρμπίνο. Μέσα από το σκοτάδι η ακτίνα του Φωτός, μέσα από το χάος η Δημιουργία. Τίποτα δεν είναι αδύνατο για τον Μότσαρτ, ούτε για τον Ραφαήλ. Η αρμονία του πνεύματος, η πραότητα, η χάρη, η μελωδική καθαρότητα, η διαύγεια είναι απόλυτες «αξίες» στο έργο τους. Δυο θνητοί Θεοί της Τέχνης. Ο ένας των άυλων ήχων, ο άλλος της μαγικής παλέτας και οι δυο συναντώνται στο χρώμα στην κίνηση! Θεέ μου τι συνταίριασμα! Εκτοξεύουν την τέχνη τους στους ουρανούς και ευλογημένη, την επαναφέρουν στη γη, κληρονομιά για την ανθρωπότητα. Δυο άνδρες αθάνατοι, ταξιδεύουν μέσα από το μεγαλείο της τέχνης τους στην αιωνιότητα. Μόνο που ο ένας έζησε σαν πρίγκιπας το «Χρυσό Αιώνα» της Ζωγραφικής, ενώ ο άλλος αγωνιζόταν ως την τελευταία του πνοή για την επιβίωση, το «Χρυσό Αιώνα» της Μουσικής. Κι ήταν κι οι δυο αγαπημένοι των Θεών! Ο Συνθέτης έσβησε στα 35 του χρόνια, ο Ζωγράφος στα 37, είχε προηγηθεί ο γλυκύς Ιησούς στα 33!

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

Ο προσκοπισμός μέσα στο έργο του Γρηγορίου Ξενόπουλου

(Ομιλία στην Ομάδα Συνεργασίας Παλαιών Οδηγών Ζακύνθου
Αίθουσα της Λέσχης «Ο Ζάκυνθος», Σάββατο 28 Γενάρη 2012)


Της Κατερίνας Δεμέτη

Αγαπητές Κυρίες της Ομάδας Συνεργασίας Παλαιών Οδηγών, φίλες και φίλοι και αγαπητά μας παιδιά,
με ιδιαίτερη χαρά δέχτηκα την πρόσκλησή σας για να μιλήσω στην αποψινή εκδήλωση, για τον προσκοπισμό μέσα στο έργο του μεγάλου λογοτέχνη Γρηγορίου Ξενόπουλου.
Και ο λόγος δεν αφορά καθόλου στην θλιβερή επέτειο του θανάτου του, καθώς ο Ξενόπουλος, πλήρης ημερών, σε ηλικία 84 ετών, έκλεινε τα μάτια του το Γενάρη του 1951 (στις 14).
Ο κυριότερος λόγος είναι, γιατί μέσα από την πρόσκλησή σας, μου δίνετε την ευκαιρία ν’ αποδείξω ακόμα μια φορά ότι το υλικό κάθε Μουσείου είναι δυναμικό, μπορεί να κοιταχτεί από πολλές πλευρές, ν’ αποτελέσει πηγή δημιουργίας και έμπνευσης, αλλά κυρίως μπορεί να σταθεί ικανό για να δώσει απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα που βασανίζουν τον άνθρωπο σήμερα.
Και εύλογα θα με ρωτήσετε: «Σε ποιο Μουσείο αναφέρεσαι, σε ποιο υλικό και τι απαντήσεις μπορούν να δοθούν στα βασανιστικά προβλήματα που ταλανίζουν τον Έλληνα σήμερα, που συνεχώς βομβαρδίζεται από νέα χαράτσια και νέα μνημόνια, στο όνομα της παγκοσμιοποιημένης οικονομικής κρίσης;».
Επειδή δεν θέλω να σας κρατώ σε αγωνία, σπεύδω ν’ απαντήσω αμέσως στο πρώτο σας ερώτημα.
Αναφέρομαι στο ομώνυμο μουσείο για το μεγάλο λογοτέχνη, που ανήκει στο Δήμο Ζακυνθίων, επί της οδού Γαΐτα, στη γειτονιά της Φανερωμένης, στη θέση που προσεισμικά βρισκόταν το σπίτι του με το γνωστό από την Αυτοβιογραφία του περιβόλι.
Το μουσείο αυτό, το μοναδικό δημοτικό μουσείο της πόλης μας, δεκατρία χρόνια μετά την ίδρυσή του κι εξήντα από το θάνατο του Ξενόπουλου, ενώ παρέμενε ερμητικά κλειστό, σε πείσμα των ανθρώπων που μόχθησαν για να φτιαχτεί, επιτέλους ξαναλειτούργησε. Την επαναλειτουργία του σηματοδότησε η ανακοίνωση του Αντιδήμαρχου Άκη Λαδικού τον περσινό Μάρτιο:

Αγαπητοί γονείς και αγαπητά παιδιά,
Στα πλαίσια της λειτουργίας Παιδικής Βιβλιοθήκης στον ισόγειο χώρο του Μουσείου Γρηγορίου Ξενόπουλου και της ανάπτυξης του εθελοντικού πνεύματος, θα θέλαμε να βοηθήσετε τον εμπλουτισμό της Βιβλιοθήκης με βιβλία που ήδη έχετε διαβάσει και να γίνετε έτσι δωρητές της Βιβλιοθήκης.
Με αυτήν την εθελοντική πράξη δίνετε μια «δεύτερη ζωή» στα βιβλία σας και την ευκαιρία να αναπτυχθούν η φιλομάθεια και η βιβλιοφιλία.
Τα προσφερόμενα βιβλία θα τα μαζέψει συνεργείο του Δήμου Ζακυνθίων την Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011.
Πιστεύοντας στην δύναμη της συνεργασίας και της αλληλοβοήθειας.
Ο Αντιδήμαρχος Δ.Ε. Ζακυνθίων

Από τον περσινό Μάρτιο έχουν γίνει πάρα πολλά, που αποδεικνύουν ότι δεν χρειάζεται μόνο πολιτική βούληση, αλλά κυρίως χρειάζεται συντονισμένη αγάπη, ανθρώπων και φορέων, που θ’ αφήσουν πίσω τους μικροπολιτικές και θ’ αγκαλιάσουν κάθε ευγενική πρωτοβουλία.
Γιατί φυσικά ο Δήμος Ζακυνθίων δεν θα είχε καταφέρει να έχει μία πετυχημένη παιδοκεντρική εκδήλωση κάθε δεκαπενθήμερο στο χώρο του Μουσείου, ούτε μία ζωντανή δανειστική παιδική βιβλιοθήκη, εάν έλειπαν οι ακούραστες εθελόντριες εκπαιδευτικοί (δασκάλες και νηπιαγωγοί), που ανέλαβαν να καταγράψουν, να αρχειοθετήσουν και να οργανώσουν, τα βιβλία που ο Δήμος μάζεψε μέσα από την ανακοίνωση που σας διάβασα πιο πριν, και κάθε απόγευμα βρίσκονται στο Μουσείο για να υποστηρίξουν τη λειτουργία της.
Έτσι λοιπόν έρχεται αβίαστα η απάντηση και στο δεύτερο ερώτημα που σας έθεσα αρχικά και σχετίζεται με το υλικό.
Αφορά δηλαδή στο υλικό, που σαν προστατευτικό κέλυφος περιτοιχίζει το Μουσείο Ξενόπουλου και προέρχεται κυρίως και πρώτιστα από το αυθεντικό προϋπάρχον υλικό, που καταγεγραμμένο ύστερα από ανάθεση του τότε Δημοτικού Συμβουλίου (1-12-1999), παραδόθηκε τον Αύγουστο του 2000, στο τότε Δήμαρχο Ζακυνθίων κ. Γιάννη Αγαλιανό και σημερινό Πρόεδρο της φιλόξενης και δραστήριας Λέσχης «ο Ζάκυνθος», και στο υλικό που συγκεντρώθηκε από τον Μάρτιο του 2011, μετά την ανακοίνωση που σας διάβασα πιο πριν και επανδρώνει τη σημερινή δανειστική παιδική βιβλιοθήκη του Μουσείου.

Μέσα από αυτό το υλικό με πολύ κέφι και διάθεση εξισορροπητική, τόσο για τους ανθρώπους που μόχθησαν στο παρελθόν όσο και για τους ανθρώπους που σήμερα μοχθούν για ν’ αποκτήσει την αίγλη που του αξίζει το Μουσείο για τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, διάλεξα δύο αντιπροσωπευτικά δείγματα, που έρχονται να δώσουν καταλυτικές απαντήσεις στα προβλήματα της εποχής μας, φωτίζοντας τη σχέση του Ξενόπουλου με τις αξίες που πρεσβεύει ο παγκόσμιος προσκοπισμός.

Το πρώτο είναι η Αθηναϊκή Επιστολή με τίτλο: «Έσο έτοιμος», που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το Σάββατο 24 Οκτωβρίου 1959, στο β΄ τόμο του περιοδικού Η ΔΙΑΠΛΑΣΙΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΩΝ, αριθμ.21, σελ. 567. Για δεύτερη φορά δημοσιεύτηκε στο επετειακό άρθρο μου στην τοπική εφημερίδα ΕΡΜΗΣ στο φύλλο της 28ης/10/1999 με τίτλο: «Τέσσερα Γράμματα από τα Χιονισμένα βουνά της Αλβανίας και μια διαχρονική Αθηναϊκή Επιστολή του Γρηγορίου Ξενόπουλου, από το Αρχείο του Μουσείου Γρηγορίου Ξενοπούλου» και αναδημοσιεύτηκε στην ίδια εφημερίδα στις 27/10/2009.
Σας την διαβάζω:

Αγαπητοί μου,
Όταν ήμουνα μικρός, πολύ μικρός, νομίζω ότι δεν είχα πάει ακόμη στο σχολείο, θαύμαζα τα προσκοπάκια. Με τη στολή τους, με τα κοντάρια τους, με τα σήματά τους, με τα παιχνίδια και τις ασκήσεις τους. Θυμάμαι ακόμη και τώρα, πολύ αμυδρά βέβαια, ένα μεγάλο γήπεδο στην παραλία της Μυτιλήνης, προς το Μακρύ Γιαλό, ξέφραγο χωράφι μπορώ να πω, με δύο ξύλα όρθια για πόρτα, πύλη για την ακρίβεια και μια μεγάλη επιγραφή: «Έσο έτοιμος».
Πρέπει να είχα πάει όμως τότε στο σχολείο, γιατί κατάφερνα και διάβαζα αυτή την επιγραφή με τα μεγάλα μπλε κεφαλαία γράμματα: «ΕΣΟ ΕΤΟΙΜΟΣ». Δεν καταλάβαινα όμως τι σήμαινε. Το έτοιμος βέβαια ήτανε λέξη γνωστή για μένα. Αλλά αυτό το «έσο»; Ο… πλούτος των γνώσεών μου, έφθασε κάποτε ως το σημείο να μάθω ότι «έσο» σημαίνει μέσα. Γράφεται όμως αλλιώτικα. Αλλά πάλι «μέσα έτοιμος» τι θα πη; Έβλεπα, βέβαια, τα προσκοπάκια να κυκλοφορούνε εκεί, αλλά γιατί να γράφει η επιγραφή ότι μόνο οι μέσα ήταν έτοιμοι; Πριν μπούνε μέσα δηλαδή δεν ήτανε έτοιμοι;
Ο εγωισμός μου (όταν πηγαίνει κανείς στην πρώτη δημοτικού, νομίζει πως τα ξέρει όλα), δε μ’ άφηνε να ρωτήσω. Κάναμε συχνούς περιπάτους με τους γονείς μου και τ’ αδέλφια μου, στην παραλία κι’ έβλεπα διαρκώς αυτή τη μυστηριώδη επιγραφή. Κάποτε τέλος πάντων έριξα τον… εγωισμό μου και ρώτησα το μεγάλο μου αδελφό, που ήτανε και διαπλασόπουλο;
-Τι θα πη, «έσο έτοιμος»;
-Να είσαι πάντα έτοιμος.
Πάλι δεν κατάλαβα πολλά πράγματα. Όταν όμως μεγάλωσα, ένιωσα πραγματικά το τι σημαίνει αυτό για τη ζωή μας.
Πάντα πρέπει να είμαστε έτοιμοι για να αντιμετωπίσουμε το κάθε τι που θα μας συμβεί, είτε σαν άτομα, είτε σαν σύνολο. Η ζωή βέβαια, κυλάει ομαλά. Έχει όμως και τις αναποδιές της.
Έτσι πριν από δεκαεννιά χρόνια, η ζωή στη χώρα μας κυλούσε όμορφα και γαλήνια. Είχε εκραγεί ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, αλλά η Ελλάδα ήτανε αμέτοχη σ’ αυτόν. Λίγα χρόνια πριν, κανένας δε φανταζότανε ότι θα γινότανε πόλεμος. Η ζωή σ’ όλον τον κόσμο ήτανε ειρηνική. Γιατί λοιπόν ν’ ανησυχούμε κι εμείς; Ποιος ο λόγος να ετοιμασθούμε για άμυνα, σε μιαν επίθεση που κανένας δε φανταζότανε;
Ήλθε όμως αυτή η άνανδρη επίθεση της 28ης Οκτωβρίου, από ένα καθεστώς, που καταδικάσθηκε στην ίδια τη χώρα που γεννήθηκε, την Ιταλία. Σηκώθηκαν τα «έξι εκατομμύρια λόγχες» και χτυπήσανε την Ελλάδα. Νομίζανε πως μόνο η σκιά τους θα μας φόβιζε. Κάποτε άλλοτε όμως, πριν αιώνες, τα ίδια περίπου άκουσε κι ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες, για τη σκιά των βελών των Περσών. Έδωσε τότε την απάντηση που έπρεπε: «Θα πολεμήσωμεν υπό σκιάν». Στα 1940, την έδωσε πάλι η Ελλάδα την απάντηση.
Περίμεναν ότι θα μας βρούνε απροετοίμαστους. Γελάστηκαν! Οι Έλληνες είναι πάντα έτοιμοι, Σα λαός και σαν άτομα. Κι εκεί που περιμένανε να σαρωθούμε, αντισταθήκαμε. Όλος ο κόσμος, και στα δύο ημισφαίρια, έμεινε με το στόμα ανοιχτό από κατάπληξη και θαυμασμό. Δώσαμε την πρώτη νίκη στη συμμαχική παράταξη εναντίον του φασισμού, στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Εμείς όμως δεν κοιτάζαμε, ούτε την κατάπληξη, ούτε το θαυμασμό. Μας ενδιέφερε η νίκη.
«Έσο έτοιμος»!
Μη ξεχνάτε πάντα στη ζωή σας να είσαστε έτοιμοι για το κάθε τι. Αλίμονο αν νομίζετε ότι όλα θα κυλάνε πάντα ευχάριστα και ομαλά. Η ζωή, ποτέ δεν πρέπει να σας βρίσκει απροετοίμαστους. Είναι μια αρχή που πρέπει να τη βάλετε από τώρα στο μυαλό σας και να την κρατάτε διαρκώς.
Σας ασπάζομαι
ΦΑΙΔΩΝ

Αγαπητές φίλες και φίλοι,
Νομίζω ότι τα σχόλια περιττεύουν γιατί ο λόγος του Ξενόπουλου είναι τόσο άμεσος και η σκέψη του τόσο ξεκάθαρη, που δεν χρειάζεται κανέναν διαμεσολαβητή.
Μπορούμε ωστόσο να κάνουμε μία σπουδαία παρατήρηση που σχετίζεται με τη δοκιμασία που περνάμε σήμερα σαν χώρα: Πρέπει να ξαναβρούμε την χαμένη μας αυτοπεποίθηση, να πιστέψουμε στην αξία μας και να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να μεγαλουργήσει, αφού οι Έλληνες, όπως με παραδείγματα και με λόγο απλό, αλλά όχι απλοϊκό, ο Ξενόπουλος μας απέδειξε, είναι πάντα έτοιμοι.

Το δεύτερο δείγμα προέρχεται από την δανειστική βιβλιοθήκη του Μουσείου και αφορά περισσότερο τους μικρούς συνδαιτυμόνες της αποψινής παρέας. Πρόκειται για μία ιστορία από τους Θησαυρούς της ΔΙΑΠΛΑΣΗΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΩΝ, από την εξαίρετη επανέκδοση με την εκπληκτική εικονογράφηση των Εκδόσεων Βλάσση του 1999, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό σε συνέχειες το 1930 και το υπόγραψε ο Ξενόπουλος με το ψευδώνυμο Η Κυρα-Μάρθα. Η ιστορία έχει τίτλο: «Τα αρκουδάκια πρόσκοποι» και σ’ αυτήν τα παιδιά μαθαίνουν τις συναρπαστικές περιπέτειες των αρκουδοπροσκόπων, που δεν υστερούν σε τίποτα από τους μικρούς αληθινούς προσκόπους.
Όλοι, δραστήριοι και δυναμικοί με σπουδαίες ιδέες και παράξενα καμώματα, ζουν αστείες και πρωτόγνωρες καταστάσεις με φοβερούς «κινδύνους».
Οι αρκουδοπρόσκοποι όμως... βγαίνουν πάντα νικητές.
Πρωταγωνιστές ο κ. Αρκουδάκης, ο αρχηγός της ενωμοτίας «Μέλισσες», ο κ. Προβοσκίδας, ο αρχηγός της ενωμοτίας «Μπανάνες», οι αρκουδοπρόσκοποι Αρκουδοπουλάκης, Αστρονόμος, Κατεργαράκος, Κοκκινέλης, Χοντρούλης, ο βασιλιάς Λέοντας ο Χιλιοστός Πρώτος, ο Δήμαρχος κ. Ιπποπό με την κόρη του τη δεσποινίδα Ποταμία, το ωραιότερο κορίτσι της Ζωούπολης και πολλοί άλλοι, έτοιμοι για περιπέτεια!

Ο Ξενόπουλος όμως δεν έγραψε την ιστορία χωρίς να έχει στο νου του και κάποια άλλα πράγματα.
Στο κεφάλαιο Ανδραγαθήματα, της σ. 32 για παράδειγμα δεν χάνει ευκαιρία μέσα από την διασκεδαστική ιστορία να δώσει στοιχεία για την ιπποσύνη, αλλά και να κάνει υπόμνηση στην ουσιαστική προσφορά των πραγματικών προσκόπων που σε δύσκολες στιγμές με αυταπάρνηση προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, αφού πρωτοστατούν στην προστασία του περιβάλλοντος, στις απογραφές πληθυσμού, στην προσφορά τροφίμων και ρούχων σε πλημμυροπαθείς, στο στήσιμο σκηνών σε σεισμόπληκτους, όπως, στους σεισμούς της Κορινθίας, του Αιγίου, της Φλώρινας, της Αττικής και των Γρεβενών, στην ανοικοδόμηση σπιτιών στο Καρπενήσι, στη διοργάνωση εράνων υπέρ φτωχών οικογενειών και σε πολλές αιμοδοσίες.
Στο ίδιο κεφάλαιο πάλι βλέπουμε ότι μία από τις συνήθεις δραστηριότητες των προσκόπων είναι να υπηρετούν σαν αγγελιοφόροι σε διάφορες στρατιωτικές υπηρεσίες.
Σας διαβάζω το σχετικό απόσπασμα από τη σελ. 42:
«Ένα από τα παιχνίδια που τράβηξε πολλούς θεατές και προκάλεσε πολλούς επαίνους ήταν το “Ταχύ Ταχυδρομείο”.
Το Ταχυδρομείο, αν και λέγεται έτσι, δεν είναι πάντα ταχύ και γρήγορο. Ρίχνεις ένα γράμμα στο κιβώτιο για να πάει στη γειτονική πόλη, που δεν απέχει μία ώρα με το σιδηρόδρομο, και κάνει να πάει δυο μέρες. Αλλά στον πόλεμο, τα μηνύματα, τα γράμματα, οι διαταγές πρέπει να φτάνουν όσο το δυνατό γρηγορότερα, γιατί μια μικρή αργοπορία μπορεί να φέρει μεγάλη καταστροφή. Και οι πρόσκοποι, που σε ώρα πολέμου είναι σπουδαίοι βοηθοί του στρατού, εξασκήθηκαν παίζοντας το “Ταχύ Ταχυδρομείο”.
Τους έδιναν ένα γράμμα και τους έλεγαν πως σε μία ώρα, το πολύ, έπρεπε να πάει στη γειτονική πόλη.
Το έπαιρνε ένας πρόσκοπος και τρέχοντας, είτε με τα πόδια είτε με το ποδήλατο, το παρέδινε σ’ έναν άλλο πρόσκοπο που περίμενε στον πρώτο σταθμό. Αυτός το έπαιρνε και με τον ίδιο τρόπο το μετέφερε στο δεύτερο σταθμό, όπου περίμενε άλλος πρόσκοπος. Το έπαιρνε τότες αυτός και το πήγαινε στον τρίτο, αυτός στον τέταρτο και πάει λέγοντας. Έτσι σε μια ώρα, το γράμμα έφτανε στην πόλη. Και χωρίς να κουραστεί κανένας».

Αλλά αγαπητές φίλες και φίλοι,
Πριν σας κουράσω δεν θα πρέπει να λησμονήσω ν’ αναφερθώ στο ότι πολλοί αναγνώστες της Διάπλασης, οι χειρόγραφες συνεργασίες των οποίων φυλάσσονται στο Μουσείο Ξενόπουλου, όπως το «Μαύρο Βέλος», ο «Γελαστός Λογοτέχνης», το «Εντελβάις», το «Κορινθιακό Ακρογιάλι», το «Πειρακτήριον», το «Μπουμπουκάκι», το «Τρεχαντήρι», το «Τρελλό Ναυτάκι», ο «Σερ Νικ», το «Αγριολούλουδο», υπήρξαν μικρά προσκοπάκια, που αργότερα έπαιξαν σπουδαίο ρόλο μέσα στην ελληνική κοινωνία. Και ο Ξενόπουλος, πότε υπογράφοντας ως «Ανανίας», πότε ως «Φαίδωνας», «κυρα-Μάρθα», «Μπέμπης», «Ερευνητής», ή «Ριρής και Φιφή», τους άνοιξε το δρόμο για να ξεκινήσουν μια ζωή γεμάτη ιδανικά και εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους.
Είναι η ίδια εμπιστοσύνη που πρέπει ν’ αποκτήσουμε κι εμείς για να κάνουμε την επανεκκίνηση που χρειάζεται η πατρίδα μας.
Σας ευχαριστώ.

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Όταν το τρίτο «α» γίνεται ευφωνικό «ε»

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Τον τελευταίο καιρό, παρακολουθώντας με προσοχή και αγάπη τα όσα γίνονται τριγύρω μας, όλο και πιο πολύ διαπιστώνω μια τάση των νεοζακυνθινών ν’ απεμπολούν την ιδιάζουσα ιόνια ταυτότητά τους και να ξεχνούν όλα αυτά, που για αιώνες τούς έκαναν να ξεχωρίζουν και να υπάρχουν μέσα από την δική τους ιδιαιτερότητα.

Και στο νησί μας υιοθετήθηκε η ξενόφερτη βασιλόπιτα, μάθαμε να γιορτάζουμε τη Λαμπρή με τον ρουμελιώτικο οβελία και -για να μην πολυλογώ και μακρηγορώ– ξεχάσαμε την τσουκνίδα της Πέμπτης της Αποκριάς, με τα κατακκόκινα, εκείνη την ημέρα, μπούτια και χέρια μας και αντί για το αυγοκοφτό σγατζέτο, ψήνουμε κι εμείς και μάλιστα επιδεικτικά στην αυλή μας, για να το δει ο γείτονας, αλλά και ο κάθε περαστικός.

Είναι προσαρμογή σε μια νέα κατάσταση ή άγνοια της ιστορίας μας; Αλήθεια, δεν ξέρω. Πάντως αυτή η στροφή αποτελεί, για μένα τουλάχιστον –κι ας είμαι μια από τις εξαιρέσεις– μια αιτία ανησυχίας και μου προκαλεί έναν κόμπο στο λαιμό, βλέποντας πως ό,τι αιώνες στάθηκε καθημερινότητά μας, σήμερα προδίδεται και πως αβίαστα κι αβασάνιστα δεν έχουμε πια μνήμες κι αναμνήσεις, αλλά προσπαθούμε ν’ αποκτήσουμε καινούργιες.

Χάθηκε ή πιο σωστά ξεχάστηκε η ονομασία της «Πλατείας Ρούγας», με την οποία μεγαλώσαμε, η «Στράτα Μαρίνα» έγινε «Κωνσταντίνου Λομβάρδου», στην καλύτερη περίπτωση και στην χειρότερη «Παραλιακή», ενώ το «Κούκιεσι» μετονομάσθηκε αβασάνιστα σε «Καλλιθέα» και το «Μπελούσι», σε «Κυψέλη», λες κι είναι τρόλεϊ της Αθήνας, ενώ οι παλιές, σωστές ονομασίες τους έχουν τη δική τους ιστορία και κουβαλούν μια μεγάλη παράδοση. Όσο για τη θεοσέβεια του Φαγιά, το οποίο μετονομάστηκε σε «Αγία Μαρίνα», ας μην γίνει λόγος. Εδώ επενέβη η Χούντα κι η επαναφορά της παλιάς ονομασίας είναι διπλή υποχρέωση.

Μ’ αυτές, όμως, τις περιπτώσεις, λίγο πολύ είχαμε ασχοληθεί σε παλιότερα κείμενά μας και τότε είχαμε θίξει τις ανάλογες θέσεις μας. Σήμερα θα μας απασχολήσει μια άλλη, γνωστή κάποτε ονομασία, η οποία κι αυτή μεταλλάχτηκε, παρότι σε κεντρικό σημείο της Χώρας και κάποτε όριο και σύνορο κοινωνιών και τάξεων.

Πρόκειται για τους «Αγίους Σαράντες», οι οποίοι κι αυτοί δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν από την αφομοίωση και την ισοπέδωση και προσαρμοσμένοι στην σημερινή πραγματικότητα –δεν εννοώ τίποτα περισσότερο από αυτό που γράφω– ονομάστηκαν «Αγίοι Σαράντα».

Η ονομασία υπάρχει σήμερα σαν ανάμνηση, για να μας θυμίζει την ιστορική εκκλησία των ομώνυμων μαρτύρων, που τιμώνται στις 9 του Μάρτη, σε συνδυασμό με τον ερχομό της Άνοιξης και με μια γιορτή πλούσια σε λαογραφία. Χτίστηκε σε ανάμνηση της απαλλαγής των κατοίκων του νησιού από μια– απ’ τις πολλές –επιδημία πανούκλας και ως τον καταστροφικό σεισμό στεκόταν στο τέλος της Πλατείας Ρούγας και στην αρχή των Τσαρουχαρέικων σαν… τελωνείο, περίπου, μια και από τη μια μεριά της εκκλησίας βρισκόταν η «Μέσα Μερία», με τους Ευγενείς και τους Αστούς και από την άλλη η «Όξω Μερία», με τους λαϊκότερους οικιστές.

Στην εκκλησία αυτή είχαν μεταφέρει πολλά από τα έργα τέχνης του νησιού τους οι Κρήτες πρόσφυγες κι ανάμεσά τους και το τεμάχιο του λειψάνου του προστάτη του Ηρακλείου Αγίου Μηνά, όπου εκεί κάθε χρόνο μαζεύονταν την ημέρα της μνήμης του και τιμούσαν την επέτειό του.

Βέβαια όλα αυτά έγιναν ανάμνηση και παρελθόν με την θεομηνία του 1953 κι οι Μάρτυρες της λίμνης της Σεβάστειας μετακόμισαν και φιλοξενούνται στο ναό της Ανάληψης, ο οποίος τιμάται και στ’ όνομά τους, έχοντας μια δεύτερη αγία τράπεζα, αφιερωμένη στη μνήμη τους.

Έμεινε, όμως, η θύμησή τους στον τόπο που δικαιωματικά τους ανήκει και μάλιστα, όπως ήδη σημειώσαμε, κρατούσε, μέχρι πρόσφατα, την ντόπια ποιητική ονομασία: «οι Αγίοι Σαράντες».

Ξέρω πως αυτή, η καθαρά ζακυνθινή προσφώνηση, η λαϊκή αν θέλετε, είναι λαθεμένη και πως αυτή τη στιγμή αγωνίζομαι για την επικράτηση και επικρότηση μιας «αγραμματοσύνης». Ποιος, όμως, μπορεί να βάλει τους κανόνες και ποιος μπορεί αβίαστα να κρίνει;

Σαν σύμμαχους και αρωγούς –εμέ και του τζαντιώτικου λαού– θα επικαλεστώ δύο καθιερωμένα κι αναμφισβήτητα παραδείγματα, τα οποία ενισχύουν και στηρίζουν ακράδαντα την ντόπια ονομασία των με μαγικό αριθμό Αγίων μας. Το πρώτο είναι εκείνο το ερωτικότατο –μια και πρόκειται για καθαρά ερωτική ποίηση– «επέστρεφε» του μοναδικού και κορυφαίου Κωνσταντίνου Καβάφη. Αλήθεια σκεφτείτε πόσο ανέραστο θα ήταν το σωστό! Κάτι, περισσότερο από εμάς γνώριζε ο ποιητής. Το άλλο είναι εκείνο το «ελαχιστοτέρων» του βυζαντινού υμνωδού των αποστίχων του όρθρου της μεγάλης Δευτέρας, που μπορεί να τον άφηναν στην ίδια τάξη οι φιλόλογοι -καλά τους τα έψαλε ο Φασμπίντερ- αλλά τον προβίβασε με αριστεία η τέχνη και τον δικαίωσε η ιστορία! Μπορούμε να πούμε αγράμματο τον Κοσμά τον ποιητή;

Τα τρία «α» στη σειρά των «Αγίων Σαράντα» δεν ταίριαζαν σε λαό με μουσικό αυτί, παράδοση στην ποίηση και καλαισθησία. Γι’ αυτό το τελευταίο φωνήεν της λέξης το μετέτρεψε σε «ε» ευφωνίας.

Ας σεβαστούμε κι ας συνεχίσουμε την ιδιαιτερότητα και την εύηχη πρόταση. Εξάλλου η «σωστή» ονομασία μας οδηγεί -ποιητικά και γεωγραφικά- αλλού.

Στη Ζάκυνθο, από ετών, έχουμε τους Αγίους Σαράντες. Οι Άγιοι Σαράντα βρίσκονται μακριά.

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

ΦΑΟΥΣΤ ΤΟΥ CHARLES GOUNOD [1818-1893] ΜΕ ΤΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

«Η ευτυχία και η επιτυχία είναι κάτι που κανείς άνθρωπος δεν τη χορταίνει»
[Αισχύλος Αγαμέμνων, στ.1331]

Ο Γκαίτε [1749-1832], προσωπικότητα ολοκληρωμένη, δημιουργός και εκφραστής του ευρωπαϊκού πνεύματος, παλεύει μια ολόκληρη ζωή με τον Φάουστ τον οποίο ολοκληρώνει ένα χρόνο πριν το θάνατό του. Ο μυθικός Φάουστ συναντά το πεπρωμένο του. Συγκρούεται με τις εωσφορικές δυνάμεις, σ’ έναν αγώνα πνευματικό ανάμεσα στον πόθο για τη ζωή, την παντογνωσία, την απόλυτη ελευθερία. Έργο, εικόνα της ψυχής του Γκαίτε, στο οποίο φανερώνεται η τραγικότητα του ανθρώπου, η πάλη των δύο ψυχών του. Η μία θέλει να φτάσει ψηλά και η άλλη να μείνει στη γη.


Με αυτή την τραγωδία έρχεται αντιμέτωπος ο Γκουνό, ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες της Γαλλίας του ΙΘ΄ αιώνα, ο οποίος εμπλουτίζει τη μουσική και τη φωνητική έκφραση και, με το ιδιαίτερα εκλεπτυσμένο ύφος του, ανοίγει νέους μουσικούς ορίζοντες, αναμορφώνει το λυρικό δραματολόγιο και διευρύνει τις δυνατότητες της ορχήστρας. Μετά το πομπώδες ύφος του Μέγιερμπεερ, ο Γκουνό επαναφέρει το γαλλικό μελόδραμα στα πρότυπα του Λουλλύ και του Γκλουκ. Σπάει τη συνέχεια του τραγικού και παρεμβάλλει σκηνές κωμικές. Γράφει λυρικά έργα και τραγούδια καθώς και άρθρα, όπως αυτό για τον «Ντον Τζοβάνι» του Μότσαρτ. Προοδευτικός για την εποχή του, δεν έχει την επιτυχία των συγχρόνων του. Η «Σαπφώ» είναι το πρώτο έργο του που παίζεται στην Όπερα του Παρισιού. Θα είναι όμως ο διευθυντής του Théâtre Lyrique Lèon Carvalho, εκείνος που θα ανοίξει τις πύλες του θεάτρου για το αριστούργημά του, τον Φάουστ, η πρεμιέρα του οποίου δόθηκε στις 19 Μαρτίου 1859 και ήταν ένας θρίαμβος. Στον Φάουστ κυριαρχεί το λυρικό και το φανταστικό στοιχείο, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ιδιοφυΐας του συνθέτη. Ο Φάουστ είχε μεγάλη απήχηση στο γερμανικό κοινό, γιατί εύρισκαν στοιχεία από τον Μότσαρτ και τον Βέμπερ. Ο Γκουνό αρχίζει να συνθέτει το έργο το 1856, σε λιμπρέτο των Jyle Barbier και Michel Carré, διασκευασμένο από τον Φάουστ του Goethe. Με έναν θεατρικότατο δαίμονα και μια ουράνια ηρωίδα σάρωσε την Ευρώπη και την Αμερική σε μια εποχή του θριάμβου των «τριών» Βέρντι, Rigoletto, Il Trovatore, La Traviata. Απ’ άκρη σε άκρη δεν ακούγεται παρά η λέξη Φάουστ, Φάουστ, Φάουστ.


Έτσι φωνάξαμε κι εμείς για την παράσταση της 20/1/2012 της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, σε συμπαραγωγή με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στην αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη», μια υπερπαραγωγή άξια των ξένων προτύπων! Ο Φάουστ, Grand opéra σε πέντε πράξεις με μπαλέτο, παίχτηκε χωρίς περικοπές. Μόνο επαίνους έχουμε γι' αυτή την παράσταση, αρχίζοντας από το σκηνικό του Αλεσάντρο Κάμερα που δίδει και την πρώτη εντύπωση στο θεατή. Σκηνικό αντάξιο ενός Γκαίτε – Φάουστ, ενός «αναγεννησιακού» ανθρώπου, που υπηρέτησε εξ ίσου καλά τις τέχνες και τις επιστήμες. Δύσκολο να περιγράψουμε τη λεπτοδουλειά του εργαστηρίου του Δρ. Φάουστ, που, με τους δεξιοτεχνικούς φωτισμούς του ο Βινίτσιο Κέλι, επέτεινε τη μυστικιστική ατμόσφαιρα. Μια αίθουσα διδασκαλίας όπου στους μαύρους πίνακες ο σκηνογράφος, αναπτύσσει θεαματικές καλλιτεχνικές ιδέες, μαθηματικές αναζητήσεις, μουσικές προτάσεις και αποδίδει «σαν σε γράφημα εγκεφάλου» με υψηλή αισθητική, τις διεργασίες και την αναζήτηση του νου μιας ιδιοφυΐας όπως ο Φάουστ - Γκαίτε, ενός στοχαστή, εφευρέτη, ερευνητή ονειροπόλου, άπληστου για γνώση και λάγνου. Παράσταση συνόλου θα τη χαρακτηρίζαμε γιατί συνέβαλαν όλοι στο άρτιο αυτό αποτέλεσμα.


Η σκηνοθεσία του Ρενάτο Τζανέλλα ευρηματική, εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο το δυναμικό της Λυρικής Σκηνής. Η Χορωδία άριστα προετοιμασμένη από τον Νίκο Βασιλείου συνετέλεσε στην επιτυχία της παράστασης, το ίδιο και οι χορευτές, που με τις έξυπνες χορογραφίες του Τζανέλλα, «λάμπρυναν» τις Βαλπούργιες νύχτες και όχι μόνο, αφού η παρουσία τους ήταν αισθητή καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης. Η ενδυματολόγος Κάρλα Ρικόττι έντυσε με ιδιαίτερη φινέτσα πρωταγωνιστές, χορωδούς και χορευτές. Ο εκπληκτικός Γεωργιανός Βαθύφωνος Παάτα Μπουρτσουλάντζε, με φωνή σα να έβγαινε από τα έγκατα της γης, ήταν εξαίσιος Μεφιστοφελής. Απέδωσε εκπληκτικά τη βλάσφημη αλληγορία του ρόλου του, την αλαζονεία του κακού! [Η Διεύθυνση της Λυρικής Σκηνής τον ευχαρίστησε δημόσια για την αφιλοκερδή συμμετοχή του. Η ερμηνεία του ήταν μια προσφορά προς το λυρικό μας θέατρο και κατ’ επέκταση προς τον λαό της Ελλάδας. Κι εμείς τον ευχαριστούμε]. Στο ίδιο υψηλό επίπεδο και η ερμηνεία του Φάουστ από τον Αμερικανό τενόρο Έρικ Κάτλερ που με στοιχεία ρομαντικά απέδωσε την ανταρσία του ήρωα στη απόλυτη εξουσία του καλού και στη δοκιμασία των ορίων της ελευθερίας του. Ένα αξέχαστο ζευγάρι αντιθέσεων Μεφιστοφελής-Φάουστ. Ο ένας κυνηγός της ψυχής, ο άλλος κυνηγός της παντογνωσίας δε διστάζει, ικανοποιώντας τον πόθο για ζωή, να γίνει ο τέλειος διαφθορέας και να ρίξει ένα πλάσμα αθώο στη ταπείνωση και τη χλεύη. Η υψίφωνος Αλεξία Βουλγαρίδου, ιδανική Μαργαρίτα, πέρασε από την αθωότητα στην τραγική κατάσταση της ηρωίδας με άνεση θεατρική και χάρη. Η σταθερή αξία της Λυρικής Σκηνής, ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς, συγκίνησε βαθιά και δικαίως αποθεώθηκε, ερμηνεύοντας τον Βαλεντίνο, αδερφό της Μαργαρίτας. Σε υψηλό επίπεδο στάθηκαν και οι ερμηνείες της Ειρήνης Καράγιαννη Ζήμπελ, της Ινές Ζήκου Μάρθα και του Δημήτρη Κασιούμη Βάγκνερ. Και βέβαια η επιτυχία αυτής της παράστασης πολλά οφείλει στην ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και στον Αρχιμουσικό της Μύρωνα Μιχαηλίδη, Καλλιτεχνικό Διευθυντή του Λυρικού μας Θεάτρου, που με σταθερότητα και δυναμισμό ανέδειξε τις αρετές της Ορχήστρας και τη μεγαλοσύνη του έργου.

Τα εύσημα ανήκουν σε όλους!
Related Posts with Thumbnails