© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΣΑΡΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ, ΛΟΙΠΟΝ...


Τὸ σπίτι ἦταν τότε βολεμένο, στολισμένο καὶ ὄμορφο. Τὰ πρόσωπα ὅλα νέα καὶ φωτεινά, χαμογελοῦσαν κι ἄφηναν τὴ χαρά τους νὰ ταυτιστεῖ μὲ τῆς γιορτῆς τὴ μέρα. Ναί, ξημέρωνε τῶν Ταξιαρχῶν. Ἐδῶ καὶ σαράντα χρόνια. Σαράντα χρόνια... Ἀλήθεια, πότε πέρασαν καὶ πόση στάχτη ἄφησαν στὴν ψυχή καὶ γύρω τους. 

Θυμᾶσαι... Μέσα στὸ παγωμένο ἀπόβραδο τοῦ Νοεμβρίου τὴ γιορτὴ νὰ ἀνοίγεται μὲ εὐχές, μὲ ἐπισκέψεις,  μὲ παρουσία ἀνθρώπων. Ποὺ σήμερα ἔφυγαν κι ἄφησαν μονάχα τὸν ἴσκιο τους νὰ στέκει στὸ ἴδιο σκοτεινὸ τὸ δωμάτιο, ποὺ τότε ἦταν φωτισμένο, περιποιημένο, χαμογελαστό.  

Ἀλήθεια, πόσες μνῆμες εἶναι ἀπό τότε μαγεμένες, στιμωγμένες λές, στὸ νοῦ στὴν ψυχή, γύρω σου. Μνῆμες τότε λαμπερές καὶ σήμερα ἀχνοφωτισμένες μαζὺ μὲ τὰ πρόσωπα ποὺ πέρασαν, μαζὶ μὲ τὰ λόγια ποὺ ἄφησαν, μαζὶ μὲ τὰ βήματα,  ποὺ ἀκόμα λές κι ἀκούγονται στὰ σκαλοπάτια, στὸ ἄδειο σαλόνι, στὸ μισοφωτισμένο σπίτι, ποὺ ἑτοιμάζεται νὰ γιορτάσει καὶ πάλι. Νὰ γιορτάσει, συντροφιὰ μὲ θύμησες, συντοφιὰ μὲ τὴ συγκίνηση, ποὺ ἀνεβαίνει στὰ μάτια σὰν ψιχάλα βροχῆς...

π.κ.ν.κ.

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2018

Γιά τό βιβλίο: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΠ. ΤΣΙΩΛΗΣ, “ΟΛΑ ΤΑ ΕΝ ΚΑΡΠΕΝΗΣΙΩ ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΗ”

Τὸ ταξίδι τοῦ Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη στὸ Καρπενήσι (1901), ἔκδ. Εὐρωπαικοῦ Κέντρου Εὐρυτανικῶν Σπουδῶν καὶ Ἐρευνῶν, Ἀθήνα 2018, σ. σ. 106.

ΓΡΑΦΕΙ Ο π. ΚΩΝ. Ν. ΚΑΛΛΙΑΝΟΣ

Στὰ χρόνια μας, ὅπου ὁ ἄλλος κορυφαῖος Σκιαθίτης λόγιος, ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης τείνει νὰ λησμονηθεῖ, ἀφοῦ ἀκόμα καὶ στὴν πατρίδα του, τὴ Σκιάθο, δεσπόζει μονάχα ὁ ἕτερος Ἀλέξανδρος, ὁ Παπαδιαμάντης, ἕνας λόγιος Γιατρός,  χρόνια τώρα, ἐρευνώντας παλιὲς ἐφημερίδες κι ἄλλες πηγές τίμησε δεόντως τὴ Μορφὴ  τοῦ ἑτέρου Ἁγίου τῶν Γραμμάτων μας, τοῦ Μωραϊτίδη. Καὶ τὴν τίμησε εὐπρεπῶς, καὶ μὲ τὴν εὐλάβεια ποὺ τὸν διακρίνει ἀπέναντι σὲ αὐτὰ τὰ ἀθάνατα Πρόσωπα τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ. Ἔτσι,  μᾶς πρόσφερε τὸ ὡς ἄνω ἐξαίρετο βιβλίο του, στὸ ὁποῖο θησαυρίζεται τὸ ταξίδι τοῦ Μωραϊτίδη στὸ Καρπενήσι. Ἕνα ταξίδι ποὺ πραγματοποιήθηκε τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1901 (σ. 18), ἀλλὰ πρωτοδημοσιεύτηκε στὴν ἐφ. «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» στὶς 15 Ἰανουαρίου τοῦ 1902 (σελ. 47, ὑποσημείωση). 

«Σ᾿ αὐτὸ τὸ ταξιδιωτικὸ τοῦ Καρπενησίου, μᾶς λέει ὁ σ., ἔγινε προσπάθεια μέσω ἔρευνας νὰ φωτιστοῦν καὶ νὰ σχολιαστοῦν ἀναλόγως κάποιες ὄψεις καὶ κάποιες ἰδιαίτερες στιγμὲς  αὐτοῦ τοῦ ὄχι εὐρέως γνωστοῦ ταξιδιοῦ [τοῦ Μωραϊτίδη] στὴν περιοχή» (σ. 13) Καὶ πράγματι ὁ  σ. μὲ ὑπομονὴ ἔψαξε ὅλες τὶς διαθέσιμες πηγές καὶ  κοίταξε νὰ μᾶς παραδώσει ἕνα ἄρτιο βιβλίο. Βιβλίο, ποὺ ἔχει γραφεῖ μὲ μεγάλο μεράκι (καὶ τὴ γνωστὴ τελειομανία ποὺ εἶναι τιμητικὸ ἰδίωμα τοῦ φίλου γιατροῦ), γιατὶ ὁ σ. προσπάθησε νὰ μᾶς ἐξηγήσει τὰ πάντα, ὅσα δηλαδή ἀναφέρει ὁ Μωραϊτίδης στὸ ταξιδιωτικό κείμενό του. Ἔτσι μᾶς δίνει τὶς πληροφορίες ποὺ χρειαζόμαστε π. χ. γιὰ  τὸ πλοῖο μὲ τὸ ὁποῖο ταξίδεψε ὁ Σκιαθίτης λογογράφος (σελ. 18-20 καὶ σημ. 9), τὸ ξενοδοχεῖο ποὺ ἔμεινε στὴ Λαμία, (σελ. 31, σημ. 33), τὸ χάνι ὅπου κατέλυσε στὸ χωριὸ Κάψη (σελ. 33, σημ. 42)  καὶ τέλος, γιὰ τὶς μεγαλοπρεπεῖς χιονισμένες πλαγιὲς τοῦ Καρπενησίου (σελ. 37). 

Τέλος, πρέπει νὰ ὑπογραμμίσουμε ὅτι ὁ σ. δὲν ἀγνόησε καὶ τὴν ἀναδημοσίευση τοῦ ταξιδιωτικοῦ αὐτοῦ στὴ σειρὰ «Μὲ τοῦ βορηὰ τὰ κύματα»,  (βλ. τ. Ε΄ σελ. 77-93) ὅπου παρουσιάζεται τὸ σύνολο σχεδὸν τῶν ταξιδιωτικῶν τοῦ Μωραϊτίδη. Ὁ σ. προσέχει τὶς διαφορὲς   καὶ τὶς σημειώνει, ἔτσι ὥστε τὸ ὅλο του ἔργο νὰ εἶναι -ὅπως καὶ πράγματι εἶναι- ἀπό κάθε ἄποψη τέλειο. 

Τὸν εὐχαριστοῦμε καὶ περιμένουμε τὰ ἄλλα του Μωραϊτίδεια ποὺ πρωτοείδαμε δημοσιευμένα στὴν ἐφημερίδα «Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας». 

π. κ. ν. κ.
   

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2018

Γιώργου Λέκκα: ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ (νέο ποίημα)


Γεννηθήκαμε μ’ έναν πανίσχυρο
φωτογραφικό φακό στα μάτια
που και η τελευταίας τεχνολογίας Canon
του γιαπωνέζου τώρα στο μετρό μαζί μου
αποτελεί μια απλώς φτηνή απομίμησή του.
Κάθε τόσο η φωτογραφική μας κάννη
σημαδεύει στο ψαχνό τον χρόνο
μα τα μόνα λάφυρα, οι μνήμες μας – 
ταπεινές αποδείξεις της ζωής μας.

Φωτογραφίζουμε διαρκώς ο ένας τον άλλον –
ο γιαπωνέζος το κορίτσι του
εγώ στα κρυφά και τους δυο
αυτές εδώ οι γραμμές και τους τρεις μας –
μέχρις ότου ο καθένας μας παραδώσει
το σύνολο των φωτογραφικών του αποτυπώσεων
για να κριθεί οριστικά
με αποκλειστικό κριτήριο
την πρόθεση του φωτογράφου.

20.10.2018.

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Ζει, εργάζεται και διακονεί ιερατικά στις Βρυξέλλες.]  

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2018

Φωνή και Φως από τα Εσώτερα (Με αφορμή "Τα ελεγεία της Οξώπετρας" του Οδυσσέα Ελύτη)

Γράφει ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας

Ξαναδιαβάζω αὐτές τίς μέρες "Τά Ἐλεγεῖα τῆς Ὀξώπετρας" τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη, πού κυκλοφόρησαν τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1991 ἀπό τίς Ἐκδόσεις Ἴκαρος, μέ ἐξώφυλλο τῆς Ἰουλίτας Ἡλιοπούλου καί μέ προμετωπίδα τοῦ Κώστα Πανιάρα. Τά περίμενα δέκα ὁλόκληρα χρόνια. Ἀπό τήν ἐποχή δηλαδή, πού ὁ ἴδιος ὁ Ποιητής εἶχε μιλήσει γι' αὐτά στό νέο τότε Περιοδικό ἡ λέξη, ὅπου δήλωνε χαρακτηριστικά: 

"Καί εἶναι τά Ἐλεγεῖα τῆς Ὀξώπετρας μιά σειρά ἀπό ποιήματα πού ἔχω στή μέση καί πού παρακαλῶ νά μοῦ δοθεῖ ἡ δύναμη νά τά ὁλοκληρώσω. Ὀξώπετρα εἶναι, γεωγραφικά μιλώντας, ἕνα ἀκρωτήριο στό νησί τῆς Ἀστυπαλαίας. Γιά μένα εἶναι τό πιό προχωρημένο σημεῖο τῆς ἐποχῆς μας μέσα σέ μιάν ἄλλη ἐποχή, καί τό πιό προχωρημένο σημεῖο τῆς ζωῆς μου μέσα στόν θάνατο. Ἴδωμεν" (1). 

Αὐτά τήν Ἄνοιξη τοῦ 1981. Ἀρχές Δεκεμβρίου τοῦ 1991 ἔφτασε στά χέρια μου, σταλμένο ἀπό τόν ἴδιο τόν Ποιητή καί μέ ἰδιόχειρη μάλιστα ἀφιέρωσή του. Ἡ ἀτμόσφαιρά τους 
"Μυρίζει εὐγένεια ξύλου παλαιοῦ 
Ἤ ζώου ταπεινωμένου" (2). 

Οἱ στίχοι ἀπό "Τά Ἐλεγεῖα τῆς Ὀξώπετρας" ἔρχονται νά μετακινήσουν καθοριστικά καί ἀναστάσιμα τή Μέσα μας Πέτρα-Ταφόπετρα, ἀφήνοντας μοιραῖα ἐκτεθειμένη τήν ἀνεπάρκεια τῶν αἰσθημάτων μας καί τή συχνότατα στενόκαρδη βιοτή μας. Ὁ Ἐλύτης, προερχόμενος ἀπό τά Ἐρχόμενα περισσότερο ἔμπειρος τώρα παρά ποτέ, ἀναδεικνύεται στό ἑξῆς Προφήτης ἀπ' τούς Μείζονες (μέ τήν ἔννοια πάντοτε, ὄχι τοῦ μάντι, ἀλλά τοῦ διαγγελέα), ἀποφαινόμενος τελεσίδικα πιά γιά "ὑπόθεσες ψυχικές", πού θἄλεγε κι ὀ Σολωμός, ὁ ἄλλος ἐκεῖνος Μείζων. Τόν ὁραματίζομαι Πρωθιερέα τῆς Ἀλήθειας, ἡ ὁποία, κατ' αὐτόν, "μόνον ἔναντι θανάτου δίδεται" (3), νά προπορεύεται ἀσκεπής κατά τή Μεγάλη Εἴσοδο, κι ἐμεῖς οἱ ἐναπομείναντες πιστοί, διαιωνίζοντας τήν "ὅλο εὐσέβεια" (4), "συντριβή καί δέος" (5), πράξη τῆς αἱμορροούσας γυναίκας, νά ψαύουμε "τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ" (6), ἐνῶ ἀπό τά Ἐσώτερα, πίσω ἀπό τό βελούδινο βυζαντινό παραπέτασμα τοῦ Ἀβάτου, φθάνει βιωματικά ὥς ἐμᾶς ὁ ἀπόηχος ἀπό τήν ἀναπόφευκτη ἔκρηξη τῶν Ὅλων, τῶν Πρίν καί τῶν Μελλόντων, μεταποιούμενων ὁλοένα σέ 
"Ὄμικρον ἄλφα κι ἔψιλον ἀπ' τά Παντοτινά" (7). 

Ὁ Ποιητής Ἐλύτης μέ τοῦτο ἰδιαίτερα τό ξέσπασμα τῆς ποιητικῆς του ὁρμῆς μᾶς μυεῖ στά φιλοσοφικά ἰδιώματα τῆς Γλώσσας, ἀλλά καί στίς γλωσσικές ταυτόχρονα ὑποστάσεις τοῦ Φιλοσοφεῖν. Μᾶς ἐκπαιδεύει πῶς κι ἀπό ποῦ θά μποροῦν νά δραπετεύουν στό ἑξῆς οἱ ἀντιφρονοῦντες τῆς ζωῆς, δίχως νά τούς ἀγγίζει ὁ Θάνατος. Χρησιμοποιεῖ γλώσσα μέλλουσα, τόσο μά τόσο δύσκολα εὔκολη, μά δική του. 
"Αὐτά στή γλώσσα τή δική μου. Κι ἄλλοι ἄλλα σ' ἄλλες" (8), 

λέει. Μεταχειρίζεται ἤχους ἀπό τόν πλάγιο τοῦ πρώτου ἕως καί βαρύ, ἀχώρητους στήν παρτιτούρα πιά. Τό "Φωτόδεντρο" θά φύεται στό ἑξῆς στή νέα "Κομμαγηνή" καί ὁ "ἀθέατος Ἀπρίλιος" παράγει τώρα λόγο, πού "ἰουλίζει". Ὁ "Ἥλιος ὁ Πρῶτος" φανερώνει σήμερα τόν "Ἥλιο τόν Κρυπτό", καί τό "Λακωνικόν" ἤ τό "Σηματολόγιον" τιτλοφορεῖται τώρα "Ρῆμα τό Σκοτεινόν", δίχως πιά τύψεις, 
"Ἐνῶ τοῦ ἥλιου ἡ λόγχη πάνω στό σφουγγαρισμένο πάτωμα ὅπου σφάδαζα μ' ἀποτελείωνε" (9). 

Θά μποροῦσε τελικά νά ἰσχυρισθεῖ ἀνενδοίαστα κανείς, ὅτι τά "Ἐλεγεῖα", κοιταγμένα ἀπό μιάν ἰδιαίτερη ἄποψη, ἀποτελοῦν τήν κωδικοποίηση τοῦ θεσμικοῦ πλαισίου καί τῆς (μέ εὐρεία ἔννοια) πολιτικῆς δεοντολογίας καί τακτικῆς γιά μιά νέα "ἐπικράτεια"
"τήν Ἑλλάδα τή δεύτερη τοῦ ἐπάνω κόσμου" (10), 

τήν ὁποίαν εἶχε ἀνασύρει παλαιότερα στήν ἐπιφάνεια ὁ Ἐλύτης μές ἀπό τόν "Μικρό Ναυτίλο". 


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 

1. Ὀ δ υ σ σ έ α Ἐ λ ύ τ η, "Σέ β' πρόσωπο" (συνέντευξη), Περιοδικό Ἡ λέξη 3 (1981) 24. 
2. Τ ο ῦ Ἴ δ ι ο υ, Τά Ἐλεγεῖα τῆς Ὀξώπετρας, Ἐκδ. Ἴκαρος, (Ἀθήνα 1991), σ. 9. 
3. ὅ. π. , σ. 37. 
4. ὅ. π. , σ. 9. 
5. ὅ. π. , σ. 16. 
6. Λ κ 8, 44. 
7. Ὀ δ υ σ σ έ α Ἐ λ ύ τ η, ὅ. π., σ. 23. 
8. ὅ. π. , σ. 37. 
9. ὅ. π. , σ. 17. 
10. Τ ο ῦ Ἴ δ ι ο υ, Ὁ Μικρός Ναυτίλος, Ἐκδ. Ἴκαρος, (Ἀθήνα 1985), σ. 27.


Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΜΑΘΗΤΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΙΕΡΩΣΥΝΗ ΜΕ ΣΧΟΛΑΡΧΗ ΤΟΝ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟ ΠΑΠΑ-ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟ

Φοιτητικὲς κι ἄλλες ἀναμνήσεις

Στὸν π. Ἰωάννη καὶ τὴν ἁγιοφόρο Συνοδεία του, ταπεινὸ ἀντίδωρο φιλαδελφίας 


Τὸ σχολικὸ ἔτος 1973-74 ἦταν καθοριστικὸ γιὰ τὶς ἱερατικές μου σπουδές, γιατὶ ἀναχωρώντας ἀπὸ τὴν Ἀνωτέρα τῆς Ριζαρείου, συνέχισα στὴν ὄντως πρωτοπόρα Ἀνωτέρα Ἱερατικὴ Σχολὴ τῆς Θεσσαλονίκης, ποὺ στεγάζονταν τότε στὸ μεγαλο οἴκημα,  δίπλα στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Θεοδώρας.

 Σχολάρχης ἐκεῖ ἦταν τότε ὁ πολὺς παπα-Συμεὼν Κραγιόπουλος, ἕνας ἁπλὸς, γλυκομίλητος καὶ σοβαρὸς κληρικός, ποὺ δὲν εἶχε καμμία ἔπαρση καὶ δασκαλίστικο ἤ ἀρχομανὲς πνεῦμα. Γιατὶ δὲν τοῦ χρειάζονταν, ἄλλωστε. Κι αὐτό, ἐπειδὴ ἦταν ἀπὸ τότε ὣριμος καὶ κατασταλαγμένος. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὅταν τὸν ἔβλεπες, νόμιζες πὼς ἦταν ἡλικιωμένος, ἐνῶ στὴν πραγματικὸτητα ἦταν ἀρκετὰ νεότερος, καὶ τὸν σεβόσουν. Σὲ κέρδιζε δηλαδή, ἡ μορφή του. 

Ὁ ἕνας χρόνος, λοιπόν, ποὺ σπούδασα ἐκεῖ, μὲ Σχολάρχη τὸν π. Συμεὼν ἦταν πολὺ σημαντικός, διδακτικός, ἀλλὰ καὶ ταμιευμένος μὲ ἐμπειρίες φιλάγιες, ὑπεύθυνες καὶ ἀταλάντευτες,  ἀφοῦ ἔλαβα τόσα, ὅσα χρειαζόμουν πιά. Γιατὶ ἐκεῖ ἔζησα τὶς πρῶτες ἀγρυπνίες στὴν τότε κατανυκτικότατη Ἁγία Θεοδώρα, μὲ πλῆθος πιστῶν νὰ προσέρχονται-ἀλήθεια, πῶς νὰ λησμονήσεις τὸν σεμνὸ καὶ ταπεινὸ καθηγητὴ τῆς Λειτουργικῆς, τὸν ἀείμνηστο Ίω, Φουντούλη (Φοντούλη τὸν ἔλεγε ὁ Γέροντας Συμεών), ποὺ κοινωνοῦσε πάντα καὶ δὲν ἔλειψε ποτέ του!

Κι ὕστερα ἐκεῖνοι οἱ λόγοι τοῦ π. Συμεὼν  στὸ χαμηλόφωτο καθολικό, ποὺ εἶχαν πάντα κάτι νὰ προσφέρουν, ὥστε νὰ τὸ πάρεις μαζί σου καὶ νὰ τὸ ἐπεξεργαστεῖς ἥρεμα καὶ μὲ  προσευχὴ καὶ προσοχή. Ἀλησμόνητος π. χ. θὰ μείνει ὁ λόγος του στὸν Ἅγιο Νικόλαο, ποὺ εἶχε ὡς κεντρικὸ θέμα του τὸ πῶς ὁ κάθε  ἄνθρωπος θὰ κατορθώσει νὰ γίνει ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ πιστὸς θεράπων, ὅπως ὁ Ἅγιος Νικόλαος. Μὲ λίγα λόγια, τόνισε ὅτι, ὅπως ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ σώσει τὸ κόσμο, ἔστι κι ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ καταφύγει σιμὰ στὸ Θεό, γιὰ νὰ βρεῖ τὴ σωτηρία του. 

Στὰ μαθήματα ποὺ μᾶς ἔκανε ἦταν πάντα εὐχάριστος καὶ διόλου κουραστικός ἤ αὐστηρός. Γιατὶ σεβόμασταν πάντα αὐτὰ ποὺ μᾶς ἔλεγε μὲ ἁπλότητα καὶ ἡρεμία, λὲς καὶ κήρυττε ἤ κατηχοῦσε. Θυμᾶμαι,  μάλιστα, ὅτι στὴν Ἐξομολογητική, εἶχε σταθεῖ στὸ ἐνταλτήριο Γράμμα ποὺ δίδει ὁ πνευματικὸς στὸν μέλλοντα κληρικό. Καὶ θυμᾶμαι  πὼς τὸ εἶχε τότε δείξει καὶ στὸν ἐπίσης ἀείμνηστο καθηγητή μας τὸν Ἰω. Κορναράκη, ποὺ μᾶς ἔκανε Ποιμαντική κι ἐκεῖνος τὸ εἶδε μὲ μεγάλο ἐνδιαφέρον. Δὲν ἔμαθα ποτὲ ἄν ὁ δεύτερος ἔγραψε κάτι πάνω σὲ αὐτό, ὅσο κι ἄν τὸ ἔψαξα...

Ἀλησμόνητα ἐπίσης θὰ μείνουν στὴν ψυχὴ ἐκεῖνα τὰ μυρωμένα ἀπογεύματα τῆς Μ. Σαρακοστῆς ποὺ ἀνεβαίναμε στὸ μοναστήρι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, στὸ Πανόραμα, ὅπου ὁ Γέροντας θὰ τελοῦσε τὴν τόσο εὐκατάνυκτη Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία... Πάντα χαμηλόφωνα, ταπεινά, ἥσυχα, χωρὶς περιττὲς κινήσεις καὶ αὐτοπροβολή. Ὅλα τους εἶχαν, δηλαδή, μιὰν ἱεροπρέπεια, ποὺ ζύμωνε τὶς ψυχές μας, ὥστε ν᾿ ἀκολουθήσουμε αὐτὸν τὸ δρόμο, ποὺ παραδειγματικὰ μᾶς ἔδειχνε: Τὸ δρόμο τῆς μέλλουσας   ἱερατικῆς μας πορείας.

Ὅμως δὲν μποροῦν νὰ λησμονηθοῦν καὶ οἱ τόσο φωτεινές του ὁμιλίες στὴν αἴθουσα τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, ποὺ ἦταν ὄντως κατάμεστες ἀπὸ κόσμο. Κι ἐδῶ θυμᾶμαι μέ συγκίνηση τὸ πόσο χαροποιοῦσε τὸν Γέροντα νὰ ἀναφέρεται σὲ ἀσκητὲς καὶ ἁγιασμένες μορφές, τονίζοντας πάντα τὴν εὐλογία τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς προσευχῆς.  «Κι ἕνα πουλάκι, ἔλεγε, νὰ λαλήσει, ἀμέσως χάνεται ἡ ἡσυχία τοῦ προσευχομένου ἀσκητῆ». 

Εἶχα τὴν εὐλογία, χρόνια μετὰ τὴν ἀποφοίτησή μου -κληρικὸς πιά- νὰ τὸν ἐπισκεφτῶ στὸ εὐλογημένο μοναστηράκι ποὺ τότε τὸ ἔφτιαχναν. Θυμᾶμαι, ὅτι ἦταν καλοκαίρι, Ἰούλιος μήνας καὶ καθίσαμε στὰ σκαλιὰ τοῦ ἀμφιθέατρου, ποὺ ἑτοίμαζαν καὶ βρίσκονταν σὲ δροσερὸ μέρος. Ἦταν γιὰ μένα μιὰ ἐμπειρία ποὺ ἀκόμα τὴν κρατῶ, ὅπως κρατῶ τὴ Μορφή του, ποὺ στερνὴ φορὰ συνάντησα στὸ βιβλιοπωλεῖο «Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας». Τὶς κρατῶ, λοιπόν, αὐτὲς τὶς συναντήσεις ὡς μοναδικές, εὐγνωμονώντας τὸν Κύριο ποὺ μοῦ τὶς χαρισε. 

Ὁ παπα-Συμεὼν ἐκοιμήθη, ὅμως οἰ διδαχές του, ἡ παρουσία καὶ ἡ προσφορά του ἀπομένουν τεμκήρια ἱκανὰ ἑνὸς ἁγασμένου ὄντως λειτουργοῦ τοῦ Ὑψίστου. Τὴν εὐχή του νὰ ἔχουμε.

παπα-κων. ν. καλλιανός 

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2018

Κρατική Ορχήστρα Αθηνών 19-10-18, Πόλεμος και Ειρήνη ΙΙ - Μωρίς Ραβέλ, Σεργκέι Προκόφιεφ, Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ 


Μωρίς Ραβέλ (1875-1937), Ο Τάφος του Κουπρέν  (Prélude, ForianeMenouetRigaudon)

Ο τίτλος, Ο Τάφος του Κουπρέν,  στεγάζει τέσσερα πιανιστικά κομμάτια,  τα οποία συνέθεσε ο Μωρίς Ραβέλ το 1917 και ενορχήστρωσε το 1920. Τα έργα αυτά συντέθηκαν μέσα στη βαριά σκιά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, που άφησε την  Ευρώπη καταχρεωμένη, κατερειπωμένη, με έντεκα εκατομμύρια νεκρούς στα πεδία των μαχών, εκατομμύρια τραυματίες, ακρωτηριασμένους, παραμορφωμένους, ανεξακρίβωτο αριθμό αμάχων σκοτωμένων από οβίδες, πείνα, επιδημίες, ανεπανόρθωτες ψυχικές βλάβες. Σ’ αυτόν τον φριχτό πόλεμο, ο Μωρίς Ραβέλ, μικρόσωμος και ασθενικός, υπηρέτησε ως οδηγός ασθενοφόρου και εκεί μπούκωσαν από τη φρίκη η όραση κι όσφρησή του. Μια οξεία δυσεντερία όμως τον απάλλαξε από το μαρτύριο και το έστειλε πίσω στο σπίτι του. Το 1917, κι ενώ ο πόλεμος ήταν ακόμα στην ακμή του, πέθανε η μητέρα του. Στα όσα τραύματα κουβαλούσε ήδη προστέθηκε και το βαρύ πένθος που τον οδήγησε σε βαριά κατάθλιψη. Κι επειδή ο θάνατος μόνο με την τέχνη νικιέται, συνθέτει έξι πιανιστικά έργα, αφιερωμένα σε φίλους που έπεσαν στη μάχη, συγχρόνως όμως και  τιμή στον Φρανσουά Κουπρέν  (1668-1773), μεγάλο συνθέτη του γαλλικού μπαρόκ, στη μουσική του οποίου βρήκε ψυχικό καταφύγιο.

Το 1919 ενορχήστρωσε λιτά τα τέσσερα κομμάτια, αφήνοντας την Τοκκάτα και τη Φούγκα και αλλάζοντας τη σειρά. Η πρεμιέρα δόθηκε τον Φεβρουάριο του 1920. Το όμποε και τα ξύλινα ανέδειξαν την κρυστάλλινη μορφή του κάθε κομματιού, κάτι που παραπέμπει στον Κουπρέν. Το πρελούδιο και το μενουέτο είναι όροι συχνά χρησιμοποιούμενοι, ενώ το Foriane  και το  Rigaudon είναι χοροί, παλιός βενετσιάνικος ο ένας και γρήγορος προβηγκιανός ο άλλος.

Το δεύτερο έργο που παίχτηκε από τη ΚΟΑ ήταν το Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 2, σε σολ ελάσσονα, έργο 16 του Σεργκέι Προκόφιεφ (1891-1953). Ένας προικισμένος καλλιτέχνης που βρέθηκε στη δίνη των πολιτικών εξεγέρσεων της πατρίδας του. Έχοντας ήδη μελετήσει έργα απαιτητικά -Μπετόβεν, Ραχμάνινοφ, Τσαϊκόσφσκι, Σοπέν και Λιστ- έφτασε στην ολοκλήρωση του δεύτερου κοντσέρτου του, τον Αύγουστο του 1913, σολίστ ο ίδιος στην πόλη Παβλόσκ, κοντά στην Αγία Πετρούπολη. Οι μοντερνιστικοί τρόποι του κοντσέρτου όμως δεν άρεσαν στο κοινό. Όπως του είπε και  ο λαϊκός κομισάριος Ανατόλι Λουνατσάρσκι «Εσύ είσαι επαναστάτης στη μουσική, εμείς στη ζωή. Οφείλουμε να δουλέψουμε μαζί». Ωστόσο, το 1918 προτίμησε να φύγει στη Δύση, αφήνοντας την παρτιτούρα στο διαμέρισμά του. Η παρτιτούρα χάθηκε, μετά από μια  διάρρηξη, αλλά η μητέρα του κρατούσε αντίγραφο και αφού το ξαναδούλεψε και επέφερε μικρές αλλαγές, το παρουσίασε στο Παρίσι τον Μάιο του 1924. Ενώ εν τω μεταξύ το Τρίτο Κοντσέρτο του είχε ήδη μεγάλη επιτυχία στις αίθουσες.

Στο δεύτερο κοντσέρτο, λοιπόν, το αρχικό andantino μας προετοιμάζει για κάτι αισθησιακό αλλά και σκοτεινό, ακολουθεί ένας γοργός ρυθμός gavotte, που άρεσε πολύ στον Προκόφιεφ, μια μεγάλη καντέντσα,  μετά, αναπτύσσει το andantino, ίσως η δυσκολότερη καντέντσα στο πιανιστικό ρεπερτόριο, που αφού φτάσει στην κορύφωση, η ορχήστρα θα κάνει  μια καταιγιστική εμφάνιση. Στο δεύτερο μέρος ένα γρήγορο σκέρτσο,  ο καταιγισμός του πιάνου με δέκατα έκτα χωρίς παύση (επίδραση από τη Δεύτερη Σονάτα του Σοπέν), μετά το intermezzo, που για την περιγραφή του έχουν χρησιμοποιηθεί επίθετα όπως «τρομακτικό», «σκωπτικό», «τερατώδες», «γκροτέσκο». Τη σύνθεση ολοκληρώνουν  οι σαν ακροβατικές χειρονομίες του φινάλε και η εκρηκτική μελωδία του τέλους.

Ο Προκόφιεφ πέθανε στις 5 Μαρτίου του 1953, την ίδια μέρα που πέθανε και ο Στάλιν. Όλοι οι μουσικοί και όλα τα ανθοπωλεία επιστρατεύτηκαν για την κηδεία. Έτσι, ο Προκόφιεφ, δυο βήματα από την Κόκκινη Πλατεία, περίμενε τρεις μέρες για να μπορέσει να μεταφερθεί στα γραφεία της Ένωσης των Σοβιετικών Συνθετών. Τελικά η κηδεία έγινε με χάρτινα λουλούδια και μαγνητοφωνημένο το πένθιμο εμβατήριο από το μπαλέτο Ρωμαίος και Ιουλιέτα.

Τρίτο έργο της βραδιάς, η  Συμφωνία αρ. 7 σε λα μείζονα, έργο 92,  του Λούντβιχ Βαν Μπετόβε .  Η Συμφωνία αναπτύσσεται σε τέσσερα μέρη: Poco sostenuto- Vivace, Allegretto, Presto-Assai meno presto, Allegro con brio.

Εκατό χρόνια,  σχεδόν, μετά τον Ραβέλ και τον Προκόφιεφ, ο τιτάνας της μουσικής Μπετόβεν (1770-1827) κάνει τα πρώτα σχέδια της 7ης Συμφωνίας του, συγκεκριμένα το φθινόπωρο του 1811,  όταν ήταν στο Τέπλιτσε, μια πόλη κοντά στην Πράγα. Επιστρέφοντας  στη Βιέννη ολοκλήρωσε το έργο και η επιτυχημένη του πρώτη δόθηκε τον Δεκέμβριο του 1813, για την στήριξη των θυμάτων της πόλης Χάναου.

Για την ιστορία, το Χάναου ήταν μια πλούσια πόλη κοντά στην Φραγκφούρτη που υπέστη μεγάλη καταστροφή κατά τους ναπολεόντειους πολέμους, γκρεμίστηκαν τα τείχη της και θρήνησε πολλά θύματα. Για την στήριξη των κατοίκων της πόλης ο Μπετόβεν έγραψε τη Συμφωνία του. Το 1989,  ο Μορίς Μπεζάρ, συμμετέχοντας στις επετειακές εκδηλώσεις για τα 200 χρόνια από τη Γαλλική Επανάσταση χρησιμοποίησε το πένθιμο εμβατήριο στο μπαλέτο του, αφιέρωμα στα θύματα του γαλλικού εμφύλιου σπαραγμού.

Η εκτενέστατη αργή εισαγωγή του έργου μπορεί και να αυτονομηθεί. Στη συνέχεια το φλάουτο εκθέτει το πρώτο θέμα, μετά μπαίνουν άλλα όργανα και το δεύτερο θέμα, το οποίο όμως προέρχεται από το ίδιο υλικό. Το δεύτερο μέρος, σε λα ελάσσονα, κινείται ανάμεσα σε ένα πένθιμο εμβατήριο και ένα μεγαλόπρεπο χορικό με μεγάλη συναισθηματική ένταση. Το τρίτο μέρος αποτελείται από ένα ζωηρό σκέρτσο και ακολουθείται από ένα μεγαλοπρεπές, αλλά πιο αργό τρίο. Με επανάληψη και του σκέρτσου και του τρίο θα καταλήξει σε ένα ξαφνικό τέλος στην τονικότητα της αρχής. Η χορευτική του διάθεση του έργου φτάνει στο απόγειό της, στο τέταρτο μέρος, σε φόρμα σονάτας, σαν αντιστάθμισμα στην αργή εισαγωγή. Και τον επίλογο γράφει με μια μεγάλη coda, ένα  εκστατικό φινάλε, σαν επεξεργασία του θεματικού υλικού. Για το έργο αυτό εκφράστηκε θετικά ο Ρίχαρντ Βάγκνερ, ο οποίος επεσήμανε την ενέργεια της Συμφωνίας,  την καταιγίδα της ψυχής, την ανάγκη για Χορό, με τον χορό ως «υψηλή πράξη  της ανθρώπινης κίνησης». Όπως παρατηρεί ο Τίτος Γουβέλης, «Η χορευτική διάσταση της Έβδομης ανήκει πράγματι σε ένα πνευματικό, υπαρξιακό επίπεδο, όπου ο θρίαμβος της ανθρώπινης ύπαρξης, μια μεταφυσική και οικουμενική κατάφαση της ζωής εκφράζονται και βιώνονται μέσα από τη διαρκή συσσώρευση ρυθμικής ενέργειας».

Στο πιάνο, για το κοντσέρτο του Προκόφιεφ, έκατσε ο εξαιρετικός πιανίστας Τίτος Γουβέλης ενώ στο πόντιουμ ανέβηκε ο διεθνούς φήμης Βέλγος Αρχιμουσικός Μισέλ Τιλκέν.

Οι μεγάλοι δημιουργοί, με διάμεσο την ΚΟΑ μας άνοιξαν τις πόρτες της ψυχής και του μυαλού για να συλλάβουμε πού βρίσκονται οι ρίζες και πώς γεννιούνται τα μεγάλα έργα της Τέχνης. L’ art est une blessure, έλεγε ο Μπρακ.

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2018

Metropolitan Maximos of Sardes: THE ECUMENICAL PATRIARCHATE IN THE ORTHODOX CHURCH. A study in the History and Canons of the Church

Read the interesting study of the late Metropolitan Maximos of Sardes, entitled: The Ecumenical Patriarchate in the Orthodox Church, [publication of the Patriarchal Institute for Patristic Studies (Thessaloniki, 1989)]



Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

Καθ. A. Kartaschoff: "Το της Εκκλήτου δικαίωμα των Οικουμενικών Πατριαρχών εν τη πράξει"


Δημοσιεύουμε σήμερα την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μελέτη του Καθ. A. Κartaschoff, με τίτλο: "Το της Εκκλήτου δικαίωμα των Οικουμενικών Πατριαρχών εν τη πράξει" (περιοδικό ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, Τόμος ΚΓ', 1948)



Αρχιεπισκόπου Αγχιάλου Βασιλείου: «Πραγματεία περί του κύρους της χειροτονίας κληρικών υπό Επισκόπου καθηρημένου και σχισματικού χειροτονηθέντων»


Δημοσιεύεται εδώ μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μελέτη του Αρχιεπισκόπου Αγχιάλου Βασιλείου, μετέπειτα Σμύρνης, με τίτλο: "Πραγματεία περί του κύρους της χειροτονίας κληρικών υπό Επισκόπου καθηρημένου και σχισματικού χειροτονηθέντων" (Σμύρνη, 1887)



Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΝΑΙ, ΚΙ ΑΥΤΑ «ΟΛΟΝ ΣΥΓΚΡΟΤΟΥΝ ΤΟΝ ΘΕΣΜΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»

Σημειώσεις ἀπὸ ἕνα ἀκόμη Ἱερατικό Συνέδριο


Εἶναι ἀλήθεια πιά, ὅτι ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια, ὅσο τὰ σκαλιὰ πρὸς τὸ βάθος τῆς ἐξόδου ἀπὸ τὸν ἐγκόσμιο βίο ἐλαττώνονται, τόσο καὶ συνειδητοποιεῖς, πὼς οἱ μεγάλες εὐκαιρίες, οἱ δωρεὲς τοῦ Θεοῦ, δηλαδή, εἶναι ἁπλᾶ πράγματα μὲ ἀξία ὡστόσο ἀμύθητη. Κι ὅλ᾿ αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα ἀσφαλῶς, ποὺ καταλύουν τὴν ἀπανθρωπία καὶ τὴν μεταποιοῦν σὲ φιλανθρωπία, σὲ ἐπικοινωνία φωτεινή, σὲ διδαχὴ ἀθάνατη. Ἔστω κι ἄν τὸ χρονικὸ διάστημα αὐτῆς τῆς συναντήσεως, τῆς διαπροσωπικῆς σχέσης, εἶναι ἐλάχιστο. Εἶναι ὅμως ἱερὰ στέρεο, θεοφιλές καὶ ἐκκλησιολογικὰ ἀπαιτούμενο. Γιατὶ μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐπικοινωνία ἐμβρυωδῶς λειτουργεῖ τὸ Μέγα Συνοδικόν, ἤ μᾶλλον αὐτὴ ἡ  συνάντηση-ἐπικοινωνία εἶναι τὸ κλειδὶ ποὺ ἀνοίγει τὴ θύρα τοῦ Συνοδικοῦ Θεσμοῦ τῆς Ἐκκλησίας μας. Καί θὰ ἐξηγήσω στὴ συνέχεια αὐτὰ ποὺ θέλω νὰ πῶ.  

Ἕνα Ἱερατικὸ Συνέδριο ἴσως νὰ φαίνεται μιὰ ἁπλῆ, καθιερωμένη καὶ γιὰ κάποιους ἀνιαρὴ συνάθροιση, ὅμως στὴν πραγματικὸτητα εἶναι μιὰ προέκταση τοῦ ἱεροῦ μηνύματος τῆς Πεντηκοστῆς, τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ψάλλουμε: «Εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσεν...». Κεκλημένοι, λοιπόν, εἴμαστε ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο σὲ αὐτὴν τὴν σύναξη, ὄχι γιὰ νὰ ἀκροασθοῦμε τὴν α΄ ἤ β΄ εἰσήγηση μονάχα καὶ νὰ συζητήσουμε πάνω σὲ καίρια καὶ ποιμαντικὰ θέματα ποὺ μᾶς ἀφοροῦν, ἀλλὰ πρωτίστως, γιὰ νὰ πιστοποιήσουμε τὸ γεγονὸς τῆς Ἐκκλησίας. Γι᾿ αὐτὸ εἶναι παρόντες, τόσο ὁ Ἐπίσκοπος, ὅσο καὶ ὅλος ὁ κλῆρος, ποὺ διακονοῦν καὶ μὲ ἀνύστακτο ἐνδιαφέρον ποιμαίνουν τὴν τοπικὴ Ἐκκλησία τους. Γιὰ τὴν Ὁποία ἔχουν ὑποχρεώσεις καὶ ἀναφαίρετα δικαιώματα πνευματικῆς πατρότητος καὶ φιλαδέλφου φροντίδος.

Μάλιστα, δὲν θὰ πρέπει νὰ λησμονοῦμε, πὼς ἡ κάθε Ἱερατικὴ σύναξη εἶναι καὶ μιὰ ἀκόμα ἐπιβεβαίωση τοῦ Συνοδικοῦ θεσμοῦ, μὲ τὸν ὁποῖο καὶ λειτουργεῖ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀπὸ τὰ χρόνια τὰ πρῶτα τὰ πρωτοχριστιανικά, μὲ τὴν Ἀποστολικὴ Σύνοδο (βλ. Πρξ.15, 6-11)  νὰ  γίνεται ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος πάνω στὸν ὁποῖο καὶ στηρίχτηκαν ἀργότερα οἱ μεγάλες Σύνοδοι (βλ. Οἰκουμενικές, Τοπικές κ.λ.π.). Λιθάρι, λοιπόν, στὸ οἰκοδόμημά τους εἶναι ἀναμφίβολα καὶ τούτη ἡ Σύναξη. 

Ὡστόσο, στὴν ἄλλη της ὄψη αὐτὴ ἡ Ἱερατικὴ συνάντηση παρουσιάζει καὶ μιὰν ἄλλη πτυχή. Ἀνθρώπινη πτυχή, πασπαλισμένη μὲ τῆς χαρμολύπης τὴν ἄχνη καὶ φωτισμένη μὲ τῆς ἀλήθειας τὸ ἄσβηστο τὸ κερί. Γιατὶ πέρα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ποὺ εἰπώθηκαν,  αἰωρεῖται καὶ τὸ ἄλλο, τὸ μέγιστο τὸ ἐρώτημα: Ἀλήθεια, μήπως αὐτὴ ἡ Σύναξη ἦταν ἕνα τραπέζι ἀποχαιρετισμοῦ; Δηλαδή, μήπως κάποιοι ἀπὸ μᾶς θὰ γραφοῦν στὰ Δίπτυχα τῶν ἱερῶς κεκοιμημένων στὸ ἄλλο, τὸ μελλοντικό, μὲ τὴ Χάρη Του, Συνέδριο; Καὶ φυσικὰ θὰ ὑπάρξουν οἱ ἀπόντες, ὅπως ὑπῆρξαν καὶ ἐφέτος μὲ ἐκείνους,  ποὺ τὰ ὀνόματά τους ἀκούστηκαν  στὸ Μνημόσυνο ποὺ τελέστηκε: ὄχι, ἀσφαλῶς,  τυχαῖα, γιατὶ κι αὐτὸ ἦταν καὶ εἶναι τὸ ἀναπόσπαστο κομμάτι μιᾶς τέτοιας Σύναξης καὶ δὴ Ἱερατικῆς. Κι αὐτὸ γιατὶ μαζὶ μὲ τοὺς παρόντες θέση, καὶ μάλιστα περίοπτη, ἔχουν καὶ οἱ ἀποιχόμενοι ἀδελφοὶ καὶ συλλειτουργοὶ ποὺ ἡ Ἐκκλησία δὲν λησμονεῖ καὶ τοὺς μνημονεύει. Λὲς καὶ τοὺς προσκαλεῖ κι αὐτοὺς σὲ τούτη τὴ συντροφιά...

Ὅπως κάποτε θὰ γίνει καὶ μὲ μᾶς. Ἀλήθεια, ἀμφιβάλλει κανείς;

Χαλκίδα 16 –Σκόπελος 19 Ὀκτ. 2018   π. κ. ν. κ .

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

Μητροπολίτου Σάρδεων Μαξίμου: ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ ΕΝ ΤΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Ιστορικοκανονική μελέτη


Δημοσιεύουμε κατωτέρω ολόκληρη την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μελέτη του Μητροπολίτου Σάρδεων Μαξίμου, με τίτλο: Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ - ἔκδοσις τοῦ Πατριαρχικοῦ Ἰδρύματος Πατερικῶν Μελετῶν (Θεσσαλονίκη, 1989).



Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2018

Γιώργου Λέκκα: ΠΙΣΩ ΑΠ’ ΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ (νέο ποίημα)


Στον καθρέφτη του πάνω όλος ο κόσμος
ένα απέραντο νεκροταφείο
που συντηρείται απ’ τις εισπράξεις ατραξιόν
 για την αναψυχή μελλοθανάτων.  

Ζούμε πολύ συντομότερα απ’ όσο νομίσαμε·
φαντάσου να χρειαζόταν
και ν’ αποχαιρετήσουμε οριστικά
όσους συναπαντήσαμε.

Στον καθρέφτη του κόσμου συνήθως
πάθη, κραυγές, πόνος και αίμα
και μόνο κάθε που σπάζει
μπορεί και να δεις παραπίσω μονίμως
αγάπη   χαρά   ειρήνη   σιωπή

Ό,τι ακριβό δεν το γνωρίσεις
έστω και λίγο σ’ αυτήν τη ζωή
δεν θα μπορέσεις να το πάρεις μαζί σου
για πάντα στην άλλη.

19.9.18.

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Ζει, εργάζεται και διακονεί ιερατικά στις Βρυξέλλες.] 

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΟ ΧΡΟΝΟ ΜΑΣ

ἤ, Ὅταν ἡ ἐξομολόγηση μετατραπεῖ σὲ μονολόγου περιπέτεια


Δὲν εἶναι ἀλήθεια λίγες οἱ φορὲς ποὺ ὁ πνευματικὸς ἔρχεται σὲ δυσκολία νὰ μπορέσει νὰ σταματήσει τὴν ἀκατάσχετη φλυαρία κάποιων -κυρίως γυναικῶν- ποὺ θεωροῦν ὅτι στὴν ἐξομολόγηση μποροῦν νὰ μιλᾶνε συνεχῶς, δίχως ν᾿ ἀφήνουν κάποιο περιθώριο στὸν ἀκροατή τους νὰ ἔχει γνὠμη ἐπὶ τῶν λεγομένων. Δηλαδή, νὰ μπορεῖ νὰ ρωτήσει κάτι ποὺ δὲν τὸ πολυκατάλαβε ἤ τὸ εἶδε ὅτι εἶναι πολὺ μπερδεμένο. Ἔτσι, ἡ ἐξομολόγηση γίνεται -δίχως νὰ τὸ ἐπιδιώνει ὁ πνευματικὸς αὐτό- μιὰ ἀνούσια περιπέτεια, στὴν ὁποία ὁ ἐξομολόγος εἰσέρχεται ἀγανακτισμένος κάποτε. Γιατί; Μὰ ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει τὸ κριτήριο τῆς διακρίσεως ἀπὸ μέρους τοῦ ἐξομολογουμένου, ποὺ νομίζει ὅτι μόνον αὐτὸς μπορεῖ νὰ ὁμιλεῖ καὶ νὰ ἀποφαίνεται, γιατὶ ὁ σκοπός του εἶναι ἀσφαλῶς καθορισμένος ἐκ τῶν προτέρων: Τὸ νὰ αὐτοδικαιωθεῖ,  δηλαδή, ρίχνοντας ὅλους τοὺς λίθους τῶν ἀναθεμάτων στοὺς ἄλλους, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Γιὰ τὸν ὁποῖο ὅμως μπορεῖ νὰ πεῖ, μετ᾿ ἐμφάσεως μάλιστα, ὅτι στὸ ἐξομολογητήριο εἰσῆλθε, ὄχι γιὰ τὴν ἄφεση τῶν δικῶν της ἁμαρτιῶν, ἀλλὰ γιατὶ φορτώνεται τὶς ἁμαρτίες ποὺ οἱ ἄλλοι τοῦ προσθέτουν, τὸν ἀναγκάζουν νὰ κάνει ἤ νὰ δεχτεῖ.  «Δὲν τὸ ἤθελα νὰ τὸ πῶ αὐτό ( π. χ. νὰ κατηγορήσω, νὰ βάλω λόγια κ.λ.π.), μὲ ἀνάγκασαν». Φράσεις στερεότυπες, ὡστόσο αὐτοαπαλλακτικές. Ἔτσι, μὲ κριτήριο ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀμυνθεῖ, γιὰ νὰ σώσει τὴν ὑπόληψή του, καταφεύγει σ᾿ αὐτὲς τὶς πρακτικές. Κι ὅλ᾿ αὐτά, σημειωθήτω, ἀναφέρονται στὸν πνευματικὸ μὲ μιὰ ἄνεση καὶ πολυλογία, μὲ σκοπὸ νὰ κατορθώσει νὰ ἐπιβληθεῖ στὸν ἐξομολόγο μὲ τὴν συνεχῆ καὶ ἐντυπωσιακὴ πολυλογία
   
Εἶναι, τὸ ξέρω, ἄπειρες αὐτὲς οἱ περιπτώσεις ποὺ συναντᾶμε. Κι εἶναι ἀσφαλῶς περιπτώσεις ποὺ πραγματικὰ μᾶς ταλαιπωροῦν, ὅταν μάλιστα ἔχουμε ἔξω κι ἄλλες ψυχὲς,  ποὺ περιμένουν τὴ σειρά τους νὰ προσέλθουν στὸ Μυστήριο αὐτό. Κι ὁ χρόνος ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ πιέζει...

Ἀλήθεια, πόσοι ἀπὸ μᾶς κάτι τέτοιες στιγμὲς δὲν κοιτάζουμε νὰ ὑψώσουμε κάποιο ἀνάχωμα, ὥστε νὰ σταματήσει κάπου αὐτὴ ἡ ἀνούσια πολυλογία. Ποὺ τὴ θεωροῦμε ἀσφαλῶς ἀπώλεια πολύτιμου ποιμαντικοῦ χρόνου, ἀφοῦ πουθενὰ δὲν βγάζει; Κι ἀγανακτοῦμε, μάλιστα, γι᾿ αὐτό, ἀγχωνόμαστε καὶ στεναχωριόμαστε  πολύ.

Κι ὅμως στὴν ἄλλη της ὄψη αὐτὴ ἡ περιπέτεια κάτι ἔχει νὰ δείξει, κυρίως σὲ μᾶς τοὺς πνευματικούς. Τὸ τὶ εἶναι αὐτὸ θὰ φανεῖ, ὄχι ἐκείνη τὴ στιγμή, ἐκεῖνες τὶς ὧρες ποὺ ἀσφαλῶς εἶναι πασπαλισμένες ὑπερένταση καὶ κάποιο ἄγχος. Καὶ δικαίως μάλιστα, ἀφοῦ ἡ κάθε ψυχὴ ποὺ θὰ παρουσιαστεῖ ἔχει τοὺς δικούς της κώδικες καὶ κανόνες, κι αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ σέβεται ὁ διακριτικὸς πνευματικός, ἀλλιῶς οἱ ψυχὲς αὐτὲς θὰ κλειδώσουν μιὰ γιὰ πάντα καὶ ἔτσι θὰ παραμείνουν. Κι ὑπεύθυνοι θὰ εἴμαστε ἐμεῖς γι᾿ αὐτό. Βλέπεις, δὲν εἰπώθηκε τυχαῖα ὅτι ἡ πνευματικὴ πατρότητα εἶναι «τέχνη τεχνῶν». 

Γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ τραγικές (κάποτε πολὺ τραγικές, ὄντως) αὐτὲς περιπτώσεις,  πρέπει νὰ φροντίζουμε νὰ τὶς προσέχουμε, ὅσο βαρετὲς καὶ ἀνούσιες κι ἄν εἶναι. Γιατὶ μέσα βαθιά, στὸν πυρήνα τους, κρύβουν τὸ ζητούμενο: τὴν εἰρήνευση τῆς ψυχῆς καὶ τὸ δέσιμο τοῦ σχοινιοῦ τῆς ἐπικοινωνίας μὲ τὸ Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ μοναδική ἀναζήτηση, πού, δυστυχῶς, χάνεται σὲ μονοπάτια μάταιου φαρισαϊσμοῦ, ἀθεμελίωτης αὐτοδικαίωσης καί ἄκαρπης προσπάθειας γιὰ ἐντυπωσιασμό. 

Καὶ τὸ κυριώτερο, κανένας ποιμαντικὸς χρόνος δὲν πάει χαμένος, γιατὶ ἁπλούστατα, ὅταν αὐτὸς συντελεῖται καὶ ἀναλώνεται μέσα στὰ πλαίσια τῆς ἱεραποστολικῆς μας μαρτυρίας καὶ διακονίας, τότε εἶναι χρόνος προσευχῆς, λατρείας καὶ διδαχῆς - ἔστω καὶ μὲ τὶς μετ᾿ ἐμποδίων παρουσίες κάποιων, ποὺ, ὅμως,  γιὰ νὰ προσέλθουν στὸ ἐξομολογητήριο κάτι γυρεύουν... Τό δικό τους χαμένο κέντρο ἤ μήπως τὴ δικιά μας ὑπομονή, ἀντοχὴ καὶ φιλία, ποὺ ἀσφαλῶς ὁ κόσμος δὲν τοὺς ἔδωσε...

Ἄλλωστε δὲν μᾶς δόθηκε ἔτσι ἁπλᾶ ἡ ἐντολὴ «ἐρευνᾶτε τὰς γραφάς». Γιατὶ κάτω ἀπὸ τὴν ἔρευνα τῶν γραφῶν ὁ κάθε ποιμένας καλεῖται νὰ ἐρευνήσει καὶ τὶς ψυχὲς τῶν ὅσων ποιμαίνει. Μὲ διάκριση, ὑπομονή, ἀγωνία, φιλανθρωπία καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα μὲ ἀγάπη. Ἤ μήπως δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἀποστολή μας.

Ἄς τὸ ψάξουμε, λοιπόν...

π. κ. ν. κ. 

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2018

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΜΙΑ ΜΝΗΜΕΙΑΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΓΙΑ ΤΗ ΣΚΟΠΕΛΙΤΙΚΗ ΝΑΥΠΗΓΙΚΗ

ἤ, ξανακοιτώντας τὸ βιβλίο, Γιῶργος Τζαβάρας-Γιῶργος Χρυσούλης, Διερεύνηση τῆς ἐμπειρικῆς μεθόδου τῆς ξυλοναυπηγικῆς μέσα ἀπὸ τὴν παρακολούθηση τῆς κατασκευῆς ἑνὸς τρεχαντηριοῦ στὴ Σκόπελο [ἐπιβλέπων Καθηγητής Βασιλᾶτος Παναγιώτης, τοῦ Ε. Μ. Π.],  Ἰούλιος 2013, σ. σ. 121




Μία ἀπὸ τὶς κορυφαῖες μορφὲς γνήσιου πολιτισμοῦ καὶ ἔντιμης διακονίας τῆς Ἑλληνικῆς παράδοσης,  ὑπῆρξε ἀναμφίβολα καὶ ἡ  φωτεινὴ ἀκτινοβολία τῆς ναυπηγικῆς τέχνης, αὐτῆς δηλ. τῆς τέχνης, ποὺ οἱ παλιότεροι Σκοπελίτες προσπάθησαν, μὲ ὅλες τους τὶς δυνάμεις, νὰ τὴν καταστήσουν καὶ  φανερώσουν παντοῦ, ὡς τέχνη ὀνομαστή, περήφανη καὶ μοναδική. Γι᾿ αὐτὸ καὶ δικαίως τὸ νησὶ αὐτὸ ὑπῆρξε καί, κατέστη μάλιστα,  «ναυτικὴ νῆσος». 

Ὅμως μὲ τὰ χρόνια καὶ τὴν ἀδιαφορία ποὺ προστίθεται στὸν ψυχισμό μας, ὡς ἄλλη νόσος, αὐτὴ ἡ τέχνη ἄρχισε νὰ φθίνει. Νὰ λησμονιέται ἤ καὶ νὰ περιφρονεῖται, ὅπως τόσα καὶ τόσα ἄλλα,  ποὺ ἀνάπτυξαν τὸν γνήσιο καὶ ἀθανατο πολιτισμό μας, τὸν ἀθάνατο Σκοπελίτικο πολιτισμό. Ἀλήθεια, ἄν κοιτάξουμε γύρω μας ποῦ θὰ τὸν ἀντικρίσουμε ἀυτὸν τὸν πολιτισμό; Τὸ  ἐρώτημα δὲν εἶναι μονάχα ρητορικό, ἀλλὰ καὶ ἀληθινό. Γιατὶ κοιτάξτε, λοιπόν, καὶ ἀναρωτηθεῖτε: ποῦ εἶναι στ᾿ ἀλήθεια, ὁ παλιὸς ὁ ταρσανᾶς, ὁ ἀπὸ αἰώνων ἑδρεύων στὴν κατὰ τὴν Ἄμμον τῆς Χώρας περιοχή. Ποῦ εἶναι οἱ παλιὲς οἱ καλιάγριες (έλαιοτριβεῖα), ποῦ εἶναι τὰ παλιὰ πατητήρια (κσροῦτες), καὶ τόσα ἄλλα. Ὅλα θεωρήθηκαν περιττὰ ἤ ἄχρηστα καὶ παραμερίστηκαν, γιὰ ἔρθουν στὴ θέση τους ἀνούσιες πρακτικές, ποὺ ὑποβιβάζουν τὴν ἀληθινὴ καὶ γνήσια παραδοση,  τὴν ὁποία μὲ θυσίες πολλὲς καὶ σιωπηλὸ ἀγώνα ἔστησε αὐτὸ τὸ νησὶ καὶ παρέδωσε στὶς ἑπόμενες γενιές: τεκμήριο ἀλάθητο τῆς μεγαθυμίας του καὶ τοῦ εὐπρεποῦς σεβασμοῦ πρὸς τοὺς προγόνους του. 

Πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια, λοιπόν, καὶ συγκεκριμένα τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2013, σὲ καιροὺς πραγματικὰ ἀφεγγεῖς καὶ δύσκολους δύο νέοι ἄνθρωποι, ποὺ ἀγαποῦν μὲ πάθος τὸ νησί μας, προσπάθησαν, μὲ κόπους πολλοὺς καὶ μὲ μηδαμινὴ συνδρομὴ καὶ οίκονομικὴ παροχή, νὰ ξαναζωντανέψουν τὸ ἀμύθητο σὲ ἀξία, κλέος τῶν παλιῶν ναυπηγῶν τῆς Σκοπέλου. Ὁ ἕνας εἶναι ὁ ναυπηγός (σημειωθήτω: αύτοδίδακτος καὶ τὰ μέγιστα ἔμπειρος) Κωνσταντῖνος Ἰω. Κοσύφης κι ὁ ἄλλος ὁ Ρηγῖνος Ἰω. Καθηνιώτης, ναυτικός. Ἔτσι ἔστησαν τὸν ταρσανᾶ τους, δυστυχῶς ὄχι ἐκεῖ ποὺ γεννήθηκε, ἀντρώθηκε καὶ τελικῶς ἀποσύρθηκε, στὴν ἀρχαία “κατὰ τὴν Ἄμμον” θέση του, ἀλλὰ σὲ κάποιο χτήμα στὸν Ἅγιο Ἀρτέμιο, στὸ Κεραμωτό ( λὲς καὶ ἦταν κεραμοποιεῖο!!!).

Μὲ ἀγώνα μεγάλο, λοιπόν, καὶ μὲ μεράκι ἀκόμα μεγαλύτερο πάσχισαν νὰ ἀναβιώσουν τὴν τέχνη τῶν πατέρων τους, αὐτῶν δηλαδή, ποὺ χάρισαν στὴ Σκόπελο σκαριὰ ὀνομαστά, περιούσια καὶ θαυμαστά. 

Πῆρε, λοιπόν, ὁ Κώστας ὁ Κοσύφης τὰ ἐργαλεῖα τοῦ παπποῦ του, τοῦ μαστρο Μιχάλη Κ. Τσουκαλᾶ (παλιοῦ ναυπηγοῦ καὶ γόνου ἀρχαίας ναυπηγικῆς οἰκογένειας) καὶ μὲ τὴν εὐχή του ἄρχισε νὰ «φαμπρικάρει» τὸ τρεχαντήρι τοῦ Ρήγα τοῦ Καθηνιώτη. Μὲ δυσκολίες πολλές, μὲ τὶς καθημερινὲς σειρίνες νὰ τοῦ λένε,  «τί εἶναι αὐτὰ καημένε.!!!»., ἀλλὰ καὶ κόπο ἀβάσταχτο, κατάφερε ὁ Κ. Κοσύφης νὰ κατασκευάσει ἕνα σκάφος ὑπέροχο, καλοτάξιδο καὶ καλογραμμένο. Ποὺ «ἔπεσε» στὴ σκοπελίτικη τὴ θάλασσα, ὅπου μύρια ὅσα πλεούμενα «ἔπεσαν», ἀφοῦ ναυπηγήθηκαν ἐκεῖ στὸ διάβα τῶν αἰώνων.  Κι «ἔπεσε», λοιπόν, στὴν ἴδια τὴ θάλασσα μετὰ ἀπὸ δεκαετίες πολλές. Κι εἶναι ἡ θάλασσα αὐτή, ἐκείνη  ποὺ ἀγάπησαν οἱ πατέρες μας καὶ τώρα τὴν κοιτάζουν περήφανοι ἀπὸ ψηλά, συγκινημένοι καὶ βέβαιοι ὅτι τὰ σκοπελίτικα καράβια θὰ συνεχίζουν νὰ τὴν ταξιδεύουν. Ὅπως ἔγινε τώρα,  κομίζοντας πάνω στὴ γαλάζια της ἐπιφάνεια τὴ δόξα τοῦ σκοπελίτικου πεύκου καὶ τὴν ἀξιοσύνη τοῦ σκοπελίτη ναυπηγοῦ Κων. Ιω. Κοσύφη, ἀλλὰ καὶ τὶς εὐχὲς ὅλων ὅσων εἶδαν αὐτὴ τὴν προσπάθεια ὡς ἕνα ἀκόμα τεκμήριο τοῦ ἔνδοξου παρελθόντος μας, ποὺ τὸ πιστοποιεῖ ἐναρέτως καὶ πολλαπλῶς ὁ λόγος τοῦ ποιητῆ  «Εἴμαστε ἀπὸ καλὴ γενιά». Γιατὶ πράγματι, εἴμαστε ἀπὸ καλὴ καὶ περήφανη γενιά.  

Ὅλη αὐτὴ τὴ δουλειά, λοιπόν, εἶδε ἀπὸ κοντὰ ὁ Γιῶργος ὁ Τζαβαρας, διπλωματοῦχος ναυπηγός τοῦ Ε. Μ. Πολυτεχνείου, καταγράφοντας βῆμα-βῆμα τὴν ὅλη προσπάθεια τοῦ μαστρο-Κώστα νὰ «σενιάρει»τὸ ὑλικὸ ποὺ εἶχε μπροστά του -κορμοὺς πέυκων ἀκατέργστους, στραβόξυλα κ.λ.π.- τὰ ὁποῖα στὴ συνέχεια μεταποιοῦνταν σὲ ναυπηγίσιμη ὕλη, γιὰ νὰ ἔχουν ἕνα καὶ μοναδικὸ ἀποτέλεσμα: τὸ σκαρωμα τοῦ τρεχαντηριοῦ αὐτοῦ. 

Μῆνες παρακολουθοῦσε ὁ Γ. Τζαβάρας τὸ σκάρωμα καὶ τὸ «πέτσωμα» τοῦ σκαριοῦ,  κἀτι ποὺ ἀσφαλῶς ἐλάχιστοι ἔχουν τὴν τύχη νὰ τὸ ζήσουν ἀπό κοντά, γι᾿ αὐτὸ καὶ μᾶς παρέδωσε τὴ λαμπρὴ μελετη του, ἡ ὁποία στὴν πρώτη της μορφὴ ἀποτέλεσε τὸ ὑλικὸ μιᾶς διάλεξης ποὺ δόθηκε στὴ Σχολὴ Ἀρχιτεκτόνων Μηχανικῶν τοῦ Ε. Μ. Πολυτεχνείου τὸν Ἰούλιο τοῦ 2013 ἀπὸ τὸν ἴδιο καὶ τὸν συσπουδαστή του Γιῶργο Χρυσούλη μὲ τὴν ἐπίβλεψη τοῦ καθηγητῆ τους Παναγιώτη Βασιλάτου. 

Αὐτὸς ποὺ γράφει τοῦτες τὶς γραμμές, χαιρετᾶ μὲ ἄφατη συγκίνηση αὐτὴ τὴν τέλεια ἀπὸ κάθε ἄποψη μελέτη τῶν δύο νέων ἐπιστημόνων, γιατὶ γνωρίζει πολὺ καλά, πώς αὐτὴ ἡ διατριβὴ θὰ ἐνσωματωθεῖ στὴ διεθνῆ βιβλιογραφία, ἐπειδὴ εἶναι καὶ πρωτότυπη, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἀκριβὴς καὶ τὰ μέγιστα παραστατική, ἀφοῦ στολίζεται μὲ πλῆθος φωτογραφιῶν:παλαιῶν καὶ νέων. 

Καθὼς κλείνω αὐτὴν τὴν παρουσίαση διερωτῶμαι καὶ λέω. Μά, καλά, κανένας φορέας δὲ βρέθηκε νὰ παρουσιάσει εὑρύτερα στὸ νησί μας αὐτὸ τὸ βιβλίο καὶ κατ᾿ ἐπέκταση αὐτὴ τὴν φωτεινὴ προσπάθεια τῆς ἀναβίωσης τῆς παλιᾶς ξυλοναυπηγικῆς τέχνης; Ἀλήθεια, γιατὶ ἔχουμε σταθεῖ μονάχα στὰ «χορευτικά», στὶς «γιορτές δαμάσκηνου», τραχανᾶ, τυρόπιττας, κ.λ.π; Καὶ γιατὶ ἐκθειάζουμε μονάχα τὴν παλιὰ  σκοπελίτικη γυναικεία στολή; Μόνο ἐκεῖ, ἤ μᾶλλον μέχρι ἐκεῖ φτάνει ὁ πολιτισμός μας;  Ἄν ἔτσι πιστεύουμε,  νομίζω ὅτι  θὰ πρέπει νὰ ξαναδοῦμε τὰ πράγματα καλύτερα, δηλαδή, κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Ἱστορίας καὶ τῆς Παράδοσης ποὺ γέννησε αὐτὸ τό νησί. Ἀλλιῶς «στραβοαρμενίζουμε» κι οἱ ξέρες εἶναι σιμά μας...

π. κ. ν. κ.   
Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email