© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟ ΑΛΛΟ (ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ ΠΙΑ) ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ ΤΟ ΚΛΗΜΑ


Στὸν Παναγιώτη τὸ Γιατρό, ἐγκάρδιος χαιρετισμὸς γιὰ τὰ ὀνομαστήριά του.
Τὸν Αὔγουστο, ὅπως εἶναι γνωστό, τὸν σημαδεύει, καὶ μὲ ἱεροπρέπεια κι ἄφατη συγκίνηση τὸν περιβάλλει, ἡ μεγάλη καὶ κορυφάια γιορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας μας, ποὺ σταλάζει, στοὺς ὅσους πιστούς, δροσοσταλίδες κατανύξεως καὶ εὐλογίας.
Ὡστόσο, μὴ λησμονοῦμε πὼς ὁ Αὔγουστος ἦταν γιὰ τὸ παλιό μας τὸ χωριό, τὸ Κλμα, ὁ μήνας συνάξεως τῶν καρπῶν, ἰδίως δὲ τοῦ εὐαίσθητου καὶ ὑπέροχου δαμάσκηνου, τὸ ὁποῖο ἔπρεπε νὰ συναχθεῖ καὶ νὰ δοθεῖ γιὰ ἐπεξεργασία, χωρὶς χρονοτριβή, ἀμέλεια καὶ ἀκαματοσύνη. Γιατὶ χάνονταν τότε οἱ κόποι ἑνὸς ὀλάκερου χρόνου. Κι ὁ λόγος εἶναι γιὰ «τοὺ κουρόμλου ἀζάν», ὅπως τό λέγανε, τὸ ὁποῖο συνἀζονταν τὶς πρῶτες μέρες τοῦ Αὐγούστου, ἁπλώνονταν στὸν ἥλιο κι ὕστερα ψήνονταν σὲ εἰδικοὺς κλιβάνους. Ὡστόσο τὸ μάζεμα ἔπρεπε νὰ γίνει ἔγκαιρα καὶ μὲ προσοχή, ὥστε νὰ μὴ «σπάσει»ὁ καρπός καὶ λιώσει.
Αὐτὲς τὶς μέρες, λοιπόν, ὅλο σχεδὸν τὸ χωριὸ ἦταν στὸ πόδι καὶ πρωΐ-πρωΐ, πρὶν φέξει καὶ «χτυπήσει» ὁ λιος, ξεκινοῦσε γιὰ «τσ’κουρουμλιῶνις», μὲ τὰ ζά του φορωμένα «τ᾿ ἀgειά», δηλαδή, «τς᾿ κουφίνις ἤ τὰ καφάσα».
Ἀντιλαλοῦσαν τότε οἱ πλαγιὲς ἀπὸ τὶς φωνὲς τῶν συλλεκτῶν, ἀλλὰ καὶ οἱ δρόμοι, τὰ μονοπάτια δηλαδή, ὅπου τὰ μουλαρια καὶ τὰ γαϊδουράκια κάνανε τὴ μέρα ἀτέλειωτες στράτες. Κι ἔτρεχε ποτάμι ὁ ἰδρῶτας, γιατὶ Αὔγουστος ἦταν στὸ ἔμπα του, κι ἄς ἔκανε καὶ μελτέμια.
Τὰ δαμάσκηνα τὰ πηγαίνανε ἔγω ἀπὸ τοὺς φούρνους καὶ τὰ ἁπλώνανε-παλιοτερα σὲ σπαρτίνες καὶ μετὰ σὲ τελάρα. Ἀπὸ μακρυὰ δὲ φαίνονταν ἁπλωμένα σὲ μικρὲς γαλάζιες λιμνες καταμεσὺ τοῦ χρυσοπράσινου τοπίου.
Στὸ χωριό μας εἴχαμε τότε δυὸ φούρνους, γύρω ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἁπλώνονταν τὰ κορόμηλα γιὰ νὰ λιαστοῦν. Ὁ ἕνας ἦταν στὸ Ρέμα κι ὁ ἄλλος σχεδὸν μέσα στὸ χωριό. Εὐωδίαζε ὁ τοπος τότε ἀπὸ κείνη τὴ μοσχοβολιά, ποὺ ἁπλώνονταν σ᾿ ὅλο τὸ χωριό κι ἀνακατεύονταν, ἰδίως τὴ νύχτα, μὲ τὶς ἄλλες εὐωδιές: τοῦ βασιλικοῦ, τῆς μαντζουράνας, τοῦ καμμένου ξύλου, τοῦ πεύκου καὶ τῆς ἁρμύρας.
Κι ὅταν ἔφτανε τῆς Παναγιᾶς σταματοῦσαν γιὰ λίγο τὰ ἔργα τους οἱ χωρικοί-μέρα ποὺ ἦταν καὶ τὰ ζὰ ποὺ κουβαλοῦσαν τοὺς καρπούς, τώρα τὰ σαμάρια τους ἦταν στολισμένα μὲ κιλίμια καὶ καθαρὲς κουρελοῦδες, γιὰ νὰ καθίσουν μὲ τὰ καλά τους οἱ νοικοκυραῖοι νὰ πᾶνε στὸ διπλανὸ τὰ χωριό, στὴν Πλατάνα ποὺ εἶχε τὸ πανηγύρι της. Τὸ Πανηγυρι τῆς Παναγιᾶς. Γιὰ νἄχουν γειά καὶ εὐλογία καὶ νὰ χαίρονται κάθε χρόνο τὸ ἄλλο τους πανηγύρι, ἐκεῖνο τοῦ κορόμηλου, ποὺ ζωντάνευε, μαζὶ μὲ τὸ ἀμύγδαλο καὶ τὴν ἐλιά, τὴν βιοτή τους. Μέχρι ποὺ ἦρθε ἔνας καιρός ὅπου ἔφυγαν οἱ παλιότεροι, ξεράθηκαν οἱ δαμακηνιές, τὰ χτήματα ρήμαξαν, τὰ ζῶα χάθηκαν καὶ τὸ μόνο ποὺ ἀπόμεινε στὸ νοῦ καὶ στὴν ψυχὴ εἶναι τὸ πανηγύρι τοῦ κορόμηλου, συνταιριασμένιο μὲ κεῖνο τῆς Παναγιᾶς, μὲ τὶς ἀθανατες τὶς εὐωδιές τους.
Δεκαπενταύγουστος 2016
π. κ. ν. κ

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΣΤΗΝ ΠΑΝΣΕΠΤΟ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΗ, ΑΤΕΧΝΟΝ ΕΓΚΩΜΙΟΝ


«Α γενεαί πᾶσαι μακαρίζομέν σε τήν μόνην Θεοτόκον...»

Ἀλήθεια, τί ἄλλο θά μπορούσαμε νά ποῦμε, νὰ καταθέσουμε στή Χάρη Σου, Παναγία μας, ἀφοῦ τὸ ξέρουμε πιά, ὅτι Ἐσὺ μοναχὰ μᾶς συμπονᾶς καί μᾶς σκέφτεσαι. Μᾶς συλλογᾶσαι ὡς Μάνα κι ὡς Παν- ἁγία. Γιατὶ μέσα στὸ δικό μας, τὸ ἀνθρώπινο τὸ γένος ἔχει βλαστήσει καί εἶσαι μεγαλωμένη, ἔχοντας ὅλους τούς καημούς καί τά βάσανα τῶν ἁπλῶν, φτωχῶν κι ἀσήμαντων συν-ανθρώπων Σου στήν ποδιά Σου -προίκα, λὲς πολύτιμη-, ποὺ θὰ Τήν παραδώσεις ἀκέραιη στά Χέρια τοῦ Κυρίου Σου: Ἐκείνου δηλαδή, πού Σέ ἀξίωσε «ἐν κοιλίᾳ θεοπρεπῶς» νὰ Τὸν δεχτεῖς. Ἐκείνου ποὺ μᾶς ἀξίωσε «θείας κοινωνοὶ φύσεως» (πρβλ. Β΄ Πέτρ. 1, 4) νὰ καταστοῦμε: Ποιοί, ἐμεῖς οἱ ἀχρεῖοι καὶ συνάμα ἄφρονες. Οἱ εὐεργετηθέντες ἀχὰριστοι, ποὺ ἀναμασᾶμε καθημερινὰ τὴν ἀγνωμοσύνη μας ἐπιμένοντας πάντα στὸ θέλημά μας καὶ στὴν ἐκζήτηση εὐκαιριῶν γιὰ αὐτοπροβολή, αὐτοδικαίωση, αὐτονομία.

Κι ὅμως Ἐσὺ δὲν τὰ ὑπολογίζεις ὅλ᾿ αὐτά. Γιατὶ εἶσαι Μάνα. Καὶ μιὰ Μάνα τὸ παιδί της τὸ ἀγκαλιάζει καὶ προσπαθεῖ νὰ τὸ συνεφέρει, ὅσα σφάλματα καὶ νὰ κάμει. Γιατὶ μπορεῖ νὰ μὴ μᾶς γέννησες, μᾶς ἀναγέννησες ὅμως κι αὐτὸ εἶναι ὕψιστο εὐργέτημα, ποὺ ὀφείλουμε νὰ μὴν τὸ ξεχνᾶμε, γιατὶ τότε δὲν θὰ εἴμαστε μοναχα ἀχαριστοι, ἀλλὰ κάτι πολὺ περισσότερο: θὰ μεταποιηθοῦμε ἀπὸ ἄνθρωποι σὲ κτήνη. Μὲ βάναυση συμπεριφορά, ἠθικὴ πώρωση καὶ ἁγριότητα ποὺ ὑπερβαίνει καὶ τοὺς νόμους τῆς ζούγκλας. Ἐσὺ ὅμως μᾶς θέλεις μὲ τὴ σφραγίδα τῆς ἁγιότητας, ὡς Παν-Αγία ποὺ εἶσαι. Γιὰ νὰ ἀνατρέψουμε τὰ σχέδια τοῦ μισοκάλου, ὅπως Ἐσὺ κάποτε μὲ τὴν ἐνάρετο βιοτὴ θεοπειθῶς ἔπραξες, ὅταν «Τῷ ἕκτῳ μηνὶ ἀπεστάλη Ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίσαθαί Σε..». «Γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου...», εἶπες. Ὅπως, δηλαδή, οἱ παλιοὶ λέγανε: «Τοῦ Θεοῦ νὰ γένει..» Κι ἔγινε τοῦ Θεοῦ τὸ θέλημα: νά ξανανοίξει ὁ Παράδεισος ποὺ γιὰ τὸν Ἄνθρωπο ἔφτιαξε, κι Ἐσὺ τὰ κλειδιά του τὰ κρατᾶς καὶ μᾶς τὰ φιλεύεις νὰ εἰσοδεύσουμε... Καλή μας Παναγία, γλυκυτάτη Μάνα!!!

Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴ Σοῦ ποῦμε μὲ λαχτάρα, συγκίνηση καὶ παιδικὴ εἰλικρίνεια τὰ παρακάτω, ποὺ ἀσφαλῶς συνοψίζουν ἕνα πράγμα: ὅτι εἶσαι μιὰ μεγαλη τρυφερὴ ἀγκαλιὰ ποὺ μέσα της ἀπαγκιάζουμε.

«Πρὸς τίνα καταφύγω ἄλλην Ἁγνὴ; ποῦ προσδράμω λοιπὸν καὶ σωθήσομαι; ποῦ πορευθῶ; ποίαν δὲ ἐφεύρω καταφυγήν; ποίαν θερμὴν ἀντίληψιν; ποῖον ἐν ταῖς θλίψεσι βοηθόν; Εἰς σὲ μόνην ἐλπίζω, εἰς σὲ μόνην καυχῶμαι, καὶ ἐπὶ σὲ θαρρῶν κατέφυγον».

Μιὰ ἀγκαλιὰ ποὺ τὴ νοιώθουμε καὶ τώρα, καθὼς ἑτοιμαζόμαστε γιὰ τὴν θεία Σου Κηδεία. Ἐπειδὴ εἴμαστε σίγουροι πῶς, «ἐν τῆ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατάλιπες, Θεοτόκε..» Κι ἔτσι εἶναι.

Δεκαπενταύγουστος 2016
π. κ. ν. κ

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016

Η Ελληνική Γλώσσα και ο Πολιτισμός στην Κάλυμνο

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Το Σωματείο Διεθνών Σχέσεων και Πολιτιστικών Ανταλλαγών γιόρτασε τα είκοσι τρία χρόνια του στα νερά της Καλύμνου. Και το όμορφο νησί φιλοξένησε και πάλι τους εραστές της Ελληνικής Γλώσσας και του Πολιτισμού στα γαλανά νερά του. Όπως λέει και το παραδοσιακό τραγούδι που όλοι, Έλληνες και Φιλέλληνες, τραγουδήσαμε
Μες στα πετρωτά μια χρυσοπέρδικα πετά
Ήταν η ελληνική γλώσσα η χρυσοπέρδικα και ήταν οι εραστές της, από χώρες, μακρινές και κοντινές, οι χρυσαετοί που κατέφθασαν άλλοι για το Πρόγραμμα καθεαυτό και οι παλαιότεροι για την Ελληνική Φιλία (Διεθνή Ένωση Νεοελληνιστών) που έγινε και αυτή θεσμός. Θεσμός και το Πρόγραμμα. Αεροπλάνα και βαπόρια διασχίζουν ουρανό και θάλασσα για να κατεβάσουν τα φρέσκα, τα νεανικά πρόσωπα, στην Κάλυμνο με ελληνικά βιβλία στις αποσκευές τους και αγάπη για την Ελλάδα στις ψυχές τους. Όμορφα παιδιά που ήρθαν να μάθουν Ελληνικά, να συμπληρώσουν τις γνώσεις τους, να διορθώσουν την προφορά τους, να τραγουδήσουν δωδεκανησιακά τραγούδια και να χορέψουν, να ακούσουν Ελληνικά και να μιλήσουν μεταξύ τους Ελληνικά. Η διεθνής των ημερών, η γλώσσα η Ελληνική σε δεκάδες αποχρώσεις. Κάθε εκπρόσωπος και η δική του συμβολή στην εκφορά του ελληνικού λόγου και όλοι μαζί απόστολοι που θα μεταφέρουν την ελληνική λαλιά όχι μόνο μέχρι τη Βακτριανή που λέει ο Καβάφης αλλά και στην Ιταλία και Ισπανία και Τυνησία και Χιλή και Ουκρανία και Ρωσία και Σερβία και Γερμανία και Γεωργία και στην Αλεξάνδρεια, στην Παλαιστίνη και παντού.
Τα παιδιά της Ελληνικής Φιλίας είναι πλέον άντρες και γυναίκες, έχουν κάνει οικογένειες και συχνά στα ταξίδια φέρνουν όλη την οικογένεια μαζί τους. Έρχονται συγκινημένα να μας πουν τι κάνουν στη χώρα τους και πώς προωθούν την ελληνική γλώσσα. Άλλα έχουν γίνει καθηγητές Ελληνικών σε πανεπιστήμια της χώρας τους, άλλα εργάζονται σε πρεσβείες και προξενεία, άλλα μεταφράζουν και άλλα εκπονούν ακόμα το διδακτορικό τους, συχνά και δεύτερο, άλλα δουλεύουν στην τηλεόραση, άλλα γράφουν μελέτες. Και για του λόγου το ασφαλές: Ο πρόεδρός τους, Ρομπέρτο Σότο, από τη Χιλή, ελληνοποιήθηκε, ζει στην Κατερίνη, και στις αποσκευές του έχει τίτλους Ιστορίας από τα πανεπιστήμια της Γρανάδας, της Χιλής και της Θεσσαλονίκης.
Η Μήδεια Αμπουλασβίλι, επίτιμη δημότης του νησιού, είναι καθηγήτρια Ελληνικών στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Τυφλίδας, εργάζεται και στην τηλεόραση, όπου κάνει εκπομπές για παιδιά στα Ελληνικά, γράφει σενάρια, σκηνοθετεί και ετοιμάζει την επόμενη γενιά, ανάμεσά τους και την μικρούλα Μαρίτα, την πεντάχρονη κόρη της, που μιλάει ήδη Ελληνικά και ενθουσιάζεται και ευφημεί στα Ελληνικά. Φέτος, δεν μας ήρθε ο Μανουέλ ντε Βιάλ από τη Χιλή, επίσης. Ο Μανουέλ είναι λέκτορας στο πανεπιστήμιο της Τζιρόνας στην Ισπανία. Έρχεται όμως στα συνέδρια που οργανώνουν μαζί με τον Ρομπέρτο και δεν χάνει επαφή με την «Φιλία». Ήρθε και ο Σερίφ Ελζαΐ, με σπουδές στην αρχαιολογία και στα ελληνορωμαϊκά, διδάσκει Ελληνικά και Αραβικά στην Κοινότητα της Αλεξάνδρειας και στο Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού. Έχει μεταφράσει στα Αραβικά ελληνικές ταινίες. Είναι σεμνός και διακριτικός, όπως όλα τα «παιδιά» μας.
Από τη νεότερη γενιά, ο Φραντσέσκο Σκαλόρα, από το Παλέρμο, με μεταδιδακτορικό τίτλο, εργάζεται στο Πανεπιστήμιο, και στο Παλέρμο και στην Ελλάδα, έχει καθηγήτρια τη μεγάλη ελληνίστρια Ρενάτα Λαβανίνι για την οποία μιλάει με μεγάλο θαυμασμό. Στο Παλέρμο πρόσφατα έγινε συνέδριο, όπου συμμετείχαν οι γνωστοί νεοελληνιστές Μάριο Βίττι, Βιντσέντσο Ρότολο, η Ρενάτα Λαβανίνι, φυσικά, η Πάολα Μαρία Μινούτσι και από του Έλληνες οι καθηγητές Παναγιώτης Μαστροδημήτρης, ο Ερατοσθένης Καψωμένος, και ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος. Ο Βιτέντζο Ρόττολο διάβασε με συγκίνηση μήνυμα συμπαράστασης προς την Ελλάδα, το οποίο επίσης με συγκίνηση μας μετέφερε ο Φραντσέσκο στην Κάλυμνο.
Ο Καρμέλο Φαλέα, ακόμα νεότερο μέλος, έχει τελειώσει τις σπουδές του και τώρα έρχεται στην Κάλυμνο και συλλέγει υλικό γιατί εκπονεί διδακτορική διατριβή με θέμα τα καλύμνικα τραγούδια των σφουγγαράδων. Ο Καρμέλο άφησε μούσι και έτσι μελαχρινός που είναι μοιάζει με τον Ουμπέρτο Εκο, τραγουδάει σαν Έλληνας και είναι ωραίος σαν Έλληνας. Οι πανέμορφες Τζούλια και η Κατερίνα από την Ιταλία και η Ξένια από το Χάρκοβο με την τραγουδιστή φωνή τους και ο επίσης πανέμορφος Βλαντ από τη Μαριούπολη, την πόλη της Παναγίας δηλαδή, πρόσθεσαν τη δική τους απόχρωση στην ελληνική λαλιά. Ήταν επίσης η Χάνα από τη Γερμανία, τα κορίτσια από τη Σερβία, τα παιδιά από την Ουκρανία, κι άλλα κορίτσια και αγόρια από την Ιταλία και τη Γεωργία, ο επιμελέστατος Ακάκιος γεμάτος χιούμορ. Ο Γίγα ντυμένος Έλληνας ψαράς που χόρεψε πρώτος τον καλύμνικο και η Βαλέρια, η οποία, πέραν των άλλων της προσόντων, διαθέτει και φωνή τραγουδίστριας και μας καταγοήτευσε και συγκίνησε, τραγουδώντας τον ύμνο των Ελλήνων στης Μαριούπολης, «Εμπρός πατριώτες, Εμπρός» και η ψυχούλα της έτρεμε και πετάριζαν τα όμορφα μάτια της. Κι εκείνες οι δυο μικρές που, έχοντας κατακτήσει η μία πρώτη και η άλλη δεύτερη θέση στις εξετάσεις Ελληνικών για να λάβουν μέρος στην προσεχή Ολυμπιάδα, ήρθαν από την πατρίδα τους με όλη της χάρη της ηλικίας τους, τη φρεσκάδα τους, με τα λαμπερά τους βλέμματα, γεμάτα από την επιθυμία να μάθουν καλά Ελληνικά. Τα δυο κορίτσια από την Αλεξάνδρεια που έγραψαν έναν χαριτωμένο διάλογο με τη μία στο ρόλο της Κλεοπάτρας και την άλλη στο ρόλο της Αλεξάνδρας, ενός κοριτσιού σημερινού. Η Κλεοπάτρα έμοιαζε στην αρχαία βασίλισσα και η Αλεξάνδρα έμοιαζε στην Αῒντα του Βέρντι, έτσι μου φάνηκε. Γενικώς όλα τα παιδιά παρουσίασαν ένα καλλιτεχνικό πρόγραμμα, διάλογο, σκετς, χορό, τραγούδι από την πατρίδα τους αντίχαρη σε ό,τι τους προσφέρει η Κάλυμνος.
Θα σταματήσω για λίγο στην εμβληματική εικόνα της Ίκραμ από την Τυνησία, το Τούνεζι, την Μπαρμπαριά, όπου, όπως λένε κάτι παλιά μας τραγούδια, οι πειρατές μετέφεραν τις όμορφες Ελληνοπούλες που έκλεβαν στα γιουρούσια τους. Η Ίκραμ χόρεψε ένα χορό της πατρίδας της γεμάτη έξαψη και διονυσιακή μέθη. Ήρθε κρατώντας κλαδί γιασεμιού και μας απάγγειλε το ποίημα που έγραψε η ίδια. Απομονώνω τους στίχους: «Ελλάδα μου, ήρθα από τη χώρα του γιασεμιού στη χώρα του Ήλιου… Είσαι ο ήλιος και όλοι οι άλλοι είναι αστέρια που σβήνουν μπροστά σου … Ελλάδα μου». Και το είπε με πάθος και τα τιγρίσια μάτια της και το λεπτό δέρμα της στο χρώμα της χρυσής άμμου που την ψήνει ο ήλιος και κείνα τα ατίθασα σγουρά μαλλιά της πιασμένα κάπως σαν… μου θύμισαν ένα ψηφιδωτό που δείχνει τη Σαπφώ, τη μαυριδερούλα μακρινή εξαδέλφη του Οδυσσέα Ελύτη. Ιδέα μου; Ίσως, αν μάλιστα κράταγε και το μολύβι, όπως εκείνη του γνωστού ψηφιδωτού, θα έλεγα πως πρόκειται για μετενσάρκωση.
Το εικοστό τρίτο Πρόγραμμα έγινε. Ανήκει πια στην ιστορία. Η εμπνεύστρια, η ψυχή του και πρώτη διδάξασα, η κυρία Μαρία Θεοδωρίδου το ξεκίνησε στην αυλή του σπιτιού της, ιδίοις εξόδοις, με εννέα κορίτσια και ανοίγοντας σαν βεντάλια τον παγκόσμιο χάρτη, από αυτή την αυλή πέρασαν παιδιά από τριάντα τέσσερεις χώρες. Την αξιέπαινη προσπάθειά της στηρίζουν και πολλές άλλες κυρίες, επιστήμονες με ποικίλες δραστηριότητες. Η Ελπίς Σκαρδάση, που επί τόσα χρόνια δίδαξε και παραστέκει ακόμα, η Ζωή Σκαρδάση με αρμοδιότητες διεκπεραίωσης πάσης δυσκολίας, η Άννα Κουκούλη το επινοητικό υπουργείο οικονομικών του σωματείου και άλλες κυρίες, προσφέροντας η καθεμιά όσο και ό,τι και με όποιον τρόπο μπορεί. Ακόμα το Πρόγραμμα στήριξαν οι συνάδελφοι φιλόλογοι και δάσκαλοι που δίδαξαν γλώσσα, η Ευδοκία Οικονομίδου που μέσα σε λίγες μέρες κατάφερε να διδάξει τη χάρη της χορευτικής κίνησης και ο Σωτήρης Κυπραίος που, επίσης, μέσα σε λίγες μέρες, κατάφερε να διδάξει τόσα τραγούδια, μεταφέροντας το ρυθμό και το μέλος από την κιθάρα του στην ψυχή, στο στόμα και στο σώμα. Σούστες, συρτά, μπάλος και καλαματιανά τράνταξαν την αυλή του Δημοτικού Σχολείου του Πανόρμου που μας φιλοξενεί κάθε χρόνο.
Ω! ντιρλαντά ντιρλανταντά …
πάνω στο άσπρο της ποδάρι
θα πάω να δέσω παλαμάρι….
Στης Καλύμνου το ποδάρι έχουμε δέσει παλαμάρι, την ελληνική γλώσσα., μίτο μαλαματένιο και ιερή κλωστή που διατηρεί τη συνοχή.
Ο Διευθυντής του σχολείου, κ. Αλαχούζος, μας άνοιξε πρόθυμα και ευγενικά τις πόρτες και ο παλαιότερος, κ. Μιχάλης Κυράνης, που επίσης μας άνοιγε τις πόρτες και βοηθούσε παντοιοτρόπως, εξακολουθεί να μας βοηθάει, να αναρτά στο διαδίκτυο κάθε ενέργεια μας και να μας δίνει και τους μουσικούς γιους του να συνοδέψουν με τα έγχορδά τους -μαζί και ο Σπύρος Κάππας στο λαούτο- τη μουσική μας εκδήλωση και να μεταφέρουν την ελληνική μουσική στο πολύχρωμο μωσαϊκό των εραστών της ελληνικής γλώσσας, των περασμένων και των τωρινών και όλων των κατοίκων του νησιού που παρευρέθηκαν. Κι οι νεαροί μουσικοί, σαν εκείνους του Καραβάτζιο, έσυραν τα δοξάρια τους με χάρη και πήραν ρεύμα οι καρδιές και τα πόδια. Και ο κ. Γαζουλής ο Δήμαρχος που μας δεξιώθηκε και ο κ. Γιαμέος, Πρόεδρος του Πνευματικού Κέντρου «Αι Μύσαι» που μας έκανε την τιμή να μας βραβεύσει και τα ΜΜΕ του νησιού, τους ευχαριστούμε όλους όπως και κάθε έναν χωριστά που συνέβαλε υλικά και ηθικά στην επιτυχία και του φετινού μας Προγράμματος.
Όμως δεν τελειώσαμε. Ευτυχής συγκυρία, η δεκαπεντάχρονη Καλύμνια αθλήτρια της σφαιροβολίας, Μαρία Μαγκούλα, αφού, σπάζοντας το ρεκόρ, πήρε στην Ελλάδα το χρυσό μετάλλιο και στους Βαλκανικούς στη Σερβία το αργυρό, έφτασε στους Πανευρωπαϊκούς της Τυφλίδας και κατάφερε να πάρει την έκτη θέση. Θέση πολύ τιμητική. Την ώρα που η Μαρία αγωνιζότανε, στις κερκίδες η Μήδειά μας, φορώντας την τοπική ενδυμασία της Καλύμνου μαζί με τη μικρή Μαρίτα, τυλιγμένες με την ελληνική σημαία, επευφημούσαν και χειροκροτούσαν και φώναζαν Ελληνικά, ενισχύοντας την ελληνική προσπάθεια.
Το Πρόγραμμα άρχισε στις 6 και τελείωσε στις 25 Ιουλίου 2016 και ήταν πολύ ωραίο και συγκινητικό και ελληνικό. Τα παιδιά ανέβηκαν πάλι στο καράβι που λίκνιζε την πηγαιμό για τις πατρίδες τους, ντυμένα με το ελληνικό αεράκι, ανεμίζοντας την πολύχρωμη παρουσία τους σαν σημαδούρες ελπίδας στο ελληνικό γαλάζιο και ανανεώνοντας το ραντεβού για το επόμενο Πρόγραμμα στην πνευματική τους πατρίδα την Κάλυμνο, την Ελλάδα, την Ελληνική Γλώσσα.
Κι εμείς, ευχαριστούμε την Κάλυμνο για την τιμή, για την πλούσια φιλοξενία, για την ιδέα και πρωτίστως ευγνωμονούμε την τύχη την αγαθή που μιλάμε Ελληνικά. Η γλώσσα και ο πολιτισμός μας είναι η σωτηρία μας, είναι το Αιέν που θα αφομοιώσει το μικρό Νυν μας. Με την ευχή να είμαστε και του χρόνου καλά, προσευχόμαστε στον Ήλιο το νοητό της Δικαιοσύνης και στη μυρσίνη τη δοξαστική να μη λησμονήσει τη χώρα μας και στην Κυρά της θάλασσας :

Δωσ’ της, Παναγιά μου, χρόνια /σαν της λεμονιάς τα κλώνια. 

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: «Καλή Σαρακουστίτσα, Τς' Παναϊάς μί υγεία...»

Καθὼς ἀνοίχτηκαν μπροστά μας οἱ πανίερες ἡμέρες τοῦ Δεκαπενταυγούστου, τοῦ Πάσχα τοῦ Καλοκαιριοῦ, μιὰ νεόκοπη φράση ἦρθε δειλά-δειλὰ νὰ εἰσβάλει στὸ λεξιλόγιό μας τὸ τοπικό: «Καλὴ Παναγιά»!!!

Δὲν ξέρω ποῦ ἀκούγεται καὶ πῶς προῆλθε αὐτὴ ἡ φράση, ὅμως στὸν τόπο μας συνηθίζαμε νὰ λέμε κάποια ἄλλα εὐχετήρια λόγια, ποὺ ἀσφαλῶς καὶ περιέχομενο εἶχαν καὶ βαθειὰ στὴν Παράδοση ἦταν ριζωμένα. Χώρια ποὺ τὰ βίωναν οἱ ἄνθρωποι μὲ κατάνυξη καὶ ἄμετρη συγκίνηση, γιατὶ ζοῦσαν τὴ Σαρακοστή, ἀφοῦ ἄλλωστε νήστευαν καί, μάλιστα, μὲ ἱεροπρέπεια καὶ σεβασμό. Καὶ δὲν τοὺς ἔνοιαζε ἄν φᾶνε ψωμὶ μὲ ντομάτα ἤ καὶ ντοματόριζο ἀλάδωτο. Ἄν «σαόξου», στὴν ἐξοχὴ δηλαδή,-μὴ ξεχνᾶμε πὼς οἱ μέρες αὐτὲς ἦταν πολὺ κοπιαστικὲς, ἀφοῦ ἔπρεπε νὰ μαζευτεῖ τὸ δαμασκηνο- χόρταιναν μὲ κορόμηλο, ψωμὶ καὶ νερό... Ξέρανε, πὼς ἐπιτελοῦσαν ἕνα ἱερὸ χρέος, κάνοντας τὸν κανόνα τους «τοὺ gάνουνα», εἰς τιμὴν καὶ μνήμην Ἐκείνης, τὴν Ὁποία «αἱ γενεαὶ πᾶσαι» τὴν μακάρισαν, ὡς μόνην Θεοτόκον. Πῶς νὰ λέιψουν ἐκεῖνοι, λοιπόν, ἀπὸ τὶς Παραδόσεις τῶν Πατέρων τους;

Ἔτσι, μόλις εἰσόδευε ὁ Δεκαπενταύγουστος, ἡ εὐχὴ ποὺ ἄκουγες ἦταν: «Καλὴ Σαρακουστίτσα», ἀφοῦ λίγες ἦταν οἱ μέρες κι ὄχι σαράντα. Κι ὅταν περνοῦσαν οἱ πρῶτε μέρες πάλι εὔχονταν « Ἄdι, τς᾿ Παναϊᾶς μὶ ὑγεία».

Μὲ τὰ χρόνια καὶ μὲ τὴν παρουσία τοῦ τουρισμοῦ ποὺ ὀριζοντίωσε πολλὲς κι εὐλογημένες συνήθειες, ἀτόνισαν καὶ τὰ παραπάνω. Βλέπεις ἀκόμα καὶ ἡ μέρα τῆς Παναγίας, τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως, εἶναι ἐργασιμη μέρα, ὅπως ὅλες οἱ προηγούμενες καὶ τὸ μόνο ποὺ τὴ θυμίζει πιὰ εἶναι οἱ πανηγυρικές, εὐχαριστιακὲς συνάξεις τῶν ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες καὶ συνεχίζουν -σὲ πεῖσμα ἐκείνων ποὺ έπιθυμοῦν(;), ἡ ἀναγκη τοὺς κάνει(;), νὰ εἶναι ἐπιλήσμονες- νὰ θυμίζουν ὅτι «ἡ τῆς ζωῆς Μητέρα πρὸς τὴν ζωὴν μετέστη...».

π. κ. ν. κ

Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

Γιώργου Λέκκα: ΑΝΘΡΩΠΟΣ (ποίημα)


Μνήμη Γιώργου Σαραντάρη

Παντού η ίδια αγκαλιά.
Μεταξωτό γαλάζιο φως ο ουρανός
που ακουμπά τριγύρω μαλακά
στεριές κι ορίζοντες.
Κάτω η θάλασσα στρωτή
και πάνω της γονατιστός
στο βάθος δυσδιάκριτος ο άνθρωπος
να επαναλαμβάνει
ρυθμικά κι ηδονικά
«Κύριε δόξα Σοι».


Αντίπαρος, 28.7.2016

Ο π. Γεώργιος Α. Λέκκας είναι άμισθος πρωτοπρεσβύτερος της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Πτυχιούχος της Νομικής Σχολής (1987), της Φιλοσοφικής Σχολής (1994) και της Θεολογικής Σχολής (2015) του Πανεπιστημίου Αθηνών. Διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Σορβόννης (Παρίσι 4) και μεταδιδακτορικός συνεργάτης του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών Γαλλίας (2000-2005). Δίδαξε ελληνική φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου (Τμήμα Φιλολογίας, 2007-2012), ενώ διδάσκει επίσης Ελληνική Φιλοσοφία και Επιστήμη στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο από το 2005 έως σήμερα. Υπηρετεί ως Νομικός του Υπουργείου Παιδείας υπεύθυνος Θρησκευμάτων στην Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία Βρυξελλών σε στενή συνεργασία με το Γραφείο της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην ΕΕ.

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

Γιώργου Λέκκα: ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ (ποίημα)


Τρυγώντας αποκλειστικά πορτοκαλί λουλούδια
μια μέρα θα γίνει μια εξίσου πορτοκαλί πεταλούδα.


Αντίπαρος, 27.7.2016

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Γιώργου Λέκκα: ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ (ποίημα)


Καλοκαίρι με τα λιόδεντρα στην πανσέληνο
κι εγώ πεθαίνω ένας-ένας μες στην ομορφιά.
Κρίμα τέτοια θάλασσα να μην περπατιέται.


Αντίπαρος, 20.7.2016

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

«Ζ’bυθέρα, κ’bάρι, λ᾿ νέ....». Λέξεις ιερές, αλλά κι έτοιμες να ξεχαστούν

Γράφει ο π. Κων. Ν. Καλλιανός
Στὶς ἀξ. κυρίες Ἀνθούλα Δανιὴλ καὶ Μαρία Κοτοπούλη, εὐχετήριο γιὰ εὐλογημένο καλοκαίρι

Εἶναι γνωστὸ πιά, ὅτι ἡ σύγχρονη ζωή μας ἔχει σφραγιστεῖ πολὺ καλὰ ἀπὸ τὴν ἀπαίτηση τῆς «προόδου» γιὰ ἀποταγὴ τοῦ παραδοσιακοῦ τρόπου βιοτῆς καὶ συμπεριφορᾶς. Γιατὶ μονάχα ἔτσι θὰ μπορέσουμε νὰ καταλάβουμε πὼς εἴμαστε πιὸ προοδευτικοί, σύγχρονοι, <τὸ κοινῶς λεγόμενο in>, μοντέρνοι καί, φυσικά, «πολιτισμένοι».
Συνάμα, μὲ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ τρόπου ζωῆς καὶ τὴν ἀποδοχὴ κάθε συγχρόνου σχήματος ποὺ μᾶς σερβίρεται, ἀπωλέσαμε τὸ μεγαλεῖο τῆς ἁπλότητας καὶ τῆς γνησιότητας, ἀφοῦ παραγεμίσαμε τὰ σπίτια καὶ τὶς ψυχές μας ἀπὸ πολλά. Ὅπως κάθε εἴδους ἠλεκτρικὲς καὶ ἠλεκτρονικὲς συσκευές, ρουχισμό, ἀκριβὰ ἔπιπλα καὶ τεράστια (κι ἄχρηστα ἐν πολλοῖς) δωμάτια σὲ ἐξίσου πολυώροφα καὶ μεγάλα οἰκήματα. Ἀντίθετα μὲ αὐτὸ ποὺ ἔζησαν οἱ πατέρες μας καὶ συμπυκνώνονταν στὴ γνωστὴ παροιμία: «Σπίτι ὅσο νὰ χωρᾶς καὶ χτῆμα ὅσο θωρᾶς». Ποὺ σήμαινε ὅτι τὸ σπίτι εἶναι γιὰ ἀνάπαυση καὶ ἀνασυγκρότηση καὶ τὸ (ὅποιο χτῆμα) γιὰ ἐργασία, ἀπασχόληση, φροντίδα καί βιοπορισμό.
Κι ὕστερα, λοιπόν, ἀφοῦ ἀποχαιρετήσαμε τὸν παλιό, παραδοσιακὸ τρόπο ζωῆς μὲ ὅλα του τὰ γνωστὰ καὶ ἄγνωστα, ἀποφασίσαμε νὰ γίνουμε ἄνθρωποι τοῦ καιροῦ μας. Χωρὶς νὰ κρατήσουμε κάποιες ἀξίες ἀπὸ κεῖνες ποὺ κληρονομήσαμε π. χ. τὸν σεβασμὸ στοὺς ἡλικιωμένους καί, ἀσφαλῶς, πιὸ σοφοὺς ἀπὸ ἐμᾶς.
Ἔτσι μπάσαμε στὸ σπίτι μας συνήθεις ξένες, ὅπως νὰ «τιμοῦμε» τὴ γιορτὴ τῆς γυναίκας, ὄχι ὅπως μᾶς τὴν προβάλλει ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν Ἀναστάσιμη χαρὰ κι εὐλογία τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων, τῶν γυναικῶν, δηλαδή, ἐκείνων ποὺ τόλμησαν νὰ ἐπισκεφτοῦν τὸ Κενὸ Μνημεῖο καὶ νὰ γίνουν Κήρυκες τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ τότε ποὺ θὰ ἐπιτάξει τὸ συστημα. Τὸ ὁποῖο καὶ τυφλοῖς ὄμμασι ἀκολουθοῦμε... Ὅπως ἐπίσης μὲ τὴ γιορτὴ τῆς μητέρας, ποὺ δὲ σεβόμαστε, τὴ μοναδική μας Μητέρα, τὴν Παναγία κι ἔτσι, μήτε τὴ δεύτερη ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων ποὺ τιμᾶται, μήτε τῆς Ὑπαπαντῆς, ὅπου μὲ τρυφερότητα ἡ ἴδια ἡ Παναγία Μητέρα ἐκκλησιάζει, μὲ ὄλη τὴν ἀθωότητα ποὺ Τὴν διακατέχει, Αὐτόν, τὸν «πάλαι συλλαλήσα[ντα] τῷ Μωσῇ»... Οἰκειοποιηθήκαμε, λοιπόν, καὶ τὴν «ἐμπορικὴ» γιορτὴ τῆς μητέρας, τοῦ πατέρα καὶ ξέρω ἐγὼ τὶ ἄλλων, ποὺ δὲν ἔχουν μήτε νόημα, μήτε καὶ θεμέλια. Τοὐλαχιστον στὰ δικά μας τὰ χώματα.
Κι ὕστερα, ἀφοῦ καταλάβαμε πὼς ἀπελευθερωθήκαμε ἀπὸ τὰ στερεότυπα τοῦ παρελθόντος, στραφήκαμε στὴ Γλώσσα μας, τὸ μεγιστο θαῦμα τοῦ Ἕλληνος λογου κι ἀρχίσαμε σιγά-σιγὰ νὰ τὴν ἀκρωτηριάζουμε, περιφρονώντας ἔτσι τὶς ρίζες καὶ τὶς καταβολές μας. Ἀκρωτηριάσαμε, λοιπόν, τὰ Ἀρχαῖα Ἑλληνικά, ἀργότερα τὴ λόγια γλώσσα, γιὰ νὰ φτάσουμε στὴν ἁπλοποίησή της, μὲ τὴν κατάργηση τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας καὶ φυσικὰ τῶν τόνων καὶ τῶν πνευματων: τῶν ἀσκήσεων δηλαδή, ποὺ ἀπὸ τὴ μιὰ στόλιζαν τὶς λέξεις κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ὄξυναν τὸ νοῦ, ὥστε νὰ γραφει σωστὰ καὶ πειθαρχημένα. Ἔτσι οἰκειοποιηθκαμε ἄλλους τρόπους γραφῆς, π. χ. τὰ λεγόμενα greeklish, λησμονήσαμε τὶς Ἑλληνικὲς τὶς λέξεις καὶ τὶς ἀντικαταστήσαμε μὲ ξένες ( π. χ. ἀντὶ παντοπωλεῖον λέμε πιὰ σούπερ μάρκετ ἤ μίνι μάρκετ, ἀντὶ γιὰ ἀναψυκτήριο στὴν ἀκρογιαλιὰ λέμε «μπήτς μπάρ», κ. ἄ. ἀκόμη).
Μαζύ, λοιπόν, μὲ τὰ παραπάνω ἀρχίσαμε σταδιακὰ νὰ λησμονοῦμε ἤ νὰ περιφρονοῦμε καὶ παραδοσιακοὺς τρόπους προσφωνήσεως συγγενικῶν μας προσώπων. Ἔτσι, τὸ κουμπάρος, νονός ( λ᾿ νός), συμπέθερος, ἑξαδελφος ( ἀξαδιρφους), μπάρμπας, θειά, κ. ἄ. πολλά, ὅλο καὶ λησμονοῦνται.
Τώρα πιὰ ὁ ἕνας συμπέθερος καλεῖ τὸν ἄλλο μὲ τὸ μικρό του ὄνομα, τὸ ἴδιο καὶ οἱ συμπεθερες. Ἐπίσης ἡ νυφη δὲν ὀνομάζει τοὺς γονεῖς τοῦ συζύγου της πατέρα καὶ μάνα, ἀλλὰ μὲ τὰ... μικρά τους ὀνόματα, λὲς καὶ πήγαιναν μαζὺ στὸ Σχολεῖο. Φυσικὰ ἡ «κουμπαριὰ» κι αὐτὴ ξεχνιέται, ἐνῶ παλιοτερα κουμπάρο ( g’ bάρου) προσφωνοῦσαν αὐτὸν ποὺ στεφανωνε τὸ ἀνδρόγυνο ἤ βάφτιζε κάποιο παιδί, ὅλο σχεδὸν τὸ σόϊ τοῦ γαμπροῦ καὶ τῆς νύφης.
Φυσικά, θὰ διερωτηθεῖ κάποιος, ὅλ᾿ αὐτὰ μήπως ἦταν ἁπλῶς ὀνομασίες χωρὶς νόημα ἤ καὶ κάποιο εἰδικὸ βάρος; Δηλαδή, μήπως πίσω ἀπὸ τὶς ὅποιες προσφωνήσεις κρύβονταν μιὰ ὑποκρισία καὶ τίποτε περισσότερο; Κι ὅμως, ὄχι. Γιατὶ μπορεῖ νὰ ὑπῆρχαν ἐξαιρέσεις, ὅμως ὁ κανόνας ἦταν ἕνας: νὰ τιμῶνται πάντα αὐτὰ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται πλέον συγγενικά. Καί, μάλιστα, πρέπει νὰ τονιστεῖ πὼς ἦταν καὶ τὰ πρόσωπα ποὺ ἀπάρτιζαν τὸν εὐρύτερο κύκλο τῆς οἰκογένειας. Κάτι ποὺ σήμαινε πολλά, ὅπως π. χ τὴ συνδομὴ στὶς χαρὲς καὶ στὰ ἀνεπαντεχα τοῦ βίου, «γιαρτίμ» σὲ ὧρες καὶ μέρες αἰχμῆς κατὰ τὴ συλλογὴ τοῦ μαξουλιοῦ (βλ. δαμάσκηνο, ἀμύγδαλο, ἐλιές). Ἔτσι ἡ περιζήτητη (κάποτε) φράση «ἀρὴ, ἤρθαμι νὰ σᾶς γιαρτινέψουμι...» ἀποτελοῦσε τὸ κλειδί, ὥστε οἱ σχέσεις τῶν ἀνθρώπων νὰ γίνονται ὅλο καὶ πιὸ οἰκεῖες κι ἀνθρώπινες. Παραλληλα δὲ νὰ ἀναπτύσσεται κι ἡ (χαμένη σήμερα) ἐπικοινωνία.
Γιὰ νὰ γίνει δὲ πιὸ κατανοητὸς ὁ λόγος μου, καταφεύγω στὸν ἀξεπέραστο Παπαδιαμάντη, ὁ ὁποῖος μὲ τὰ ὅσα λέει ἀσφαλῶς καὶ πιστοποιεῖ τὰ προαναφερόμενα, δίνοντας συναμα μάθημα στοὺς Νεοέλληνες νὰ ἐπανευαγγελιστοῦν στὴν ἀξιοπρέπεια καὶ τὸν σεβασμὸ ποὺ περιέχουν οἱ ἐπωνυμίες. Οἱ ὁποῖες, σημειωθήτω, δὲν εὐφευρέθηκαν χωρὶς καμμιὰ σημασία. Τὴ Γλώσσα μας τιμοῦν...
«Γειά μας! καλὴ γειά! διάφορο! καλὴ καρδιά! Παπά μ᾽, νὰ χαίρεσαι τὸ πετραχήλι σ᾽! Παπαδιά, νὰ χαίρεσαι τὸν παπά σ᾽ καὶ τὰ παιδάκια σ᾽! Ξάδερφε Θοδωρή! νὰ ζήσῃς, νὰ τς χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτη! ὅπως ἔτρεξες μὲ τὸ λάδ᾽ νὰ τρέξῃς καὶ μὲ τὸ κλῆμα! Συμπεθέρα Κρατήρα! Νὰ χαίρεσαι, μ᾽ ἕναν καλὸν γαμπρό! Ἀνιψιὲ Γιώργη! Τίμια στέφανα! στὸ γάμο σας νὰ χαροῦμε. Κουμπάρα Κυπαρισσού! μὲ μιὰ καλὴ νύφη, νὰ ζήσῃς, νὰ χαρῇς! ἐβίβα ὅλοι! Τέ-περ-τε*! Πάντα χαρούμενοι! Στὴν ὑγειά σας! Σμπεθέρα Ξαθή! καλὴ λευθεριά! Στὴν ὑγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα μὲ τὸ καλό!» ( Ἀπὸ τὸ διήγημα, «Ἐξοχικὴ λαμπρή)
*************
«―Γεννήσατε;
― Σπαργανίσαμε*, συντέκνισσα*.
Ἦτον γυνὴ ἀπ᾽ τὰ βουνά, σύζυγος ποιμένος, τοῦ Θοδωρῆ τοῦ Τσολοβίκου, ἀπὸ ἐκείνας τὰς ἀρχαϊκάς ― τὶς πρωτινὲς ἢ παλαιινές, καθὼς τὰς ἔλεγαν. Εἶχε ζήσει εἰς τὰ ἥμερα βουνὰ τὰ ἐγγὺς τῆς πολίχνης, ὅπου ὁ παρείσακτος νεωτερισμὸς ἀκόμη δὲν εἶχε ποδάρια διὰ ν᾽ ἀναρριχηθῇ, ὠνόμαζε τὸ πιᾶτο πινάκι, τὴν σουπιέρα λοπάδα, τὸ μπαρμπούνι τριγλί, τὸ τσεκούρι ἀξινάρι, τὴν πουλάδα νοσσίδα, καὶ τὴν κουμπάρα, εἰς τὴν ὁποίαν ὡμίλει, τὴν προσηγόρευε «συντέκνισσα». Πλὴν τούτων, εἶχεν ἄλλας τινὰς ἀφελεῖς λεπτότητας καὶ εὐφημισμοὺς εἰς τὴν γλῶσσαν, καὶ τὸν τοκετὸν τὸν ἀπεκάλει «σπαργάνισμα» . (Ἀπὸ τὸ διήγημα «Ἡ Συντέκνισσα».
Κλείνοντας, θὰ ἤθελα νὰ θυμίσω κάτι ποὺ ἔχω ξαναγράψει ἀλλοῦ, γιατὶ τὸ θεωρῶ ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον κορυφαῖα μαθήματα ποὺ δέχτηκα στὰ μαθητικά μου τὰ χρόνια.
Ἦταν κοντὰ στὸ καλοκαίρι καὶ μέσα στὸ δωμάτιο μιᾶς κλινικῆς στὸ Βόλο, ποὺ νοσηλευόταν ἡ συγχωρεμένη ἡ γιαγιά μου, ἐπίσης νοσηλευόταν μιὰ γιαγιὰ ἀπὸ τὴν Ἁλόννησο, τὰ γνωστὰ Λιαδρόμια.
Ἡ γιαγιά μου ἦταν μικρότερη στὰ χρόνια ἀπὸ τὴ γιαγιὰ τὴ Λιαδρομίτισσα κι ὅμως, ὅταν συζητοῦσαν ἐκείνη ἀποκαλοῦσε τὴ μικρότερή της συνασθενὴ «θειά».
Ἀπόρησε, λοιπόν, ἡ γιαγιά μου καὶ τὴ ρώτησε γιατὶ τὴν προσφωνεῖ ἔτσι, ἀφοῦ εἶναι μεγαλύτερή της; Κι ἐκείνη σοφὰ ἀπάντησε, «Ἀγάπη᾿ μ᾿ d’ γλώσσα μ᾿ τιμάου».
Ἀλήθεια, θέλει καὶ συνέχεια ο λόγος;

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

ΑΜΥΝΤΑΣ - ΠΟΙΜΕΝΙΚΗ ΚΩΜΩΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΟΡΜΟΡΗ | ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΣΠΥΡΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΣ | ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ
Την ποιμενική κωμωδία (Commedia pastorale), Αμύντας (Amintas), που τυπώθηκε ανώνυμα στη Βενετία το 1745, σε δεκαπεντασύλλαβο στίχο και είναι μετάφραση-παράφραση στα ελληνικά του ομώνυμου έργου του μεγάλου Ιταλού ποιητή Torquato Tasso (1544-1595), παρακολουθήσαμε στο Θέατρο Ηρώδου του Αττικού, στις 8-7-2016, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, σε μια εξαιρετική, πρώτη πανελλήνια παράσταση του Σπύρου Ευαγγελάτου, ο οποίος αναγνώρισε τον ανώνυμο συγγραφέα του Αμύντα, Γεώργιο Μόρμορη (1720-1790), ιατροφιλόσοφο ποιητή από την Φορτσέτα των Κυθήρων, από ένα αντίτυπο που βρέθηκε στη βιβλιοθήκη της πόλης Bergamo της Ιταλίας και μας τον παρέδωσε.
Το ποιμενικό δράμα, δημιούργημα της Αναγέννησης, έλκει την καταγωγή του από την Βουκολική ποίηση του Θεόκριτου, ενός από τους σημαντικότερους ποιητές της Ελληνιστικής εποχής και του Βιργιλίου, Λατίνου ποιητή της εποχής του Οκταβιανού. Ο Torquato Tasso, Ιταλός ποιητής του 16ου αιώνα, εμπνέεται και δανείζεται τους ήρωές του από τα Ειδύλλια του Θεόκριτου, όπως τον Αμύντα, με το Μακεδονικό όνομα, που παίχτηκε στη Φεράρα το 1573. Από τα γνωστότερα έργα του Tasso είναι το επικό του ποίημα "Απελευθερωμένη Ιερουσαλήμ".
Ο αέρας που πνέει από τα Ποιμενικά Δράματα επηρεάζει την Ευρώπη με φωτεινότερο παράδειγμα την Τρικυμία του Σαίξπηρ και τα λιμπρέτα για όπερες του Metastasio, που βασίζονται σε βουκολικά θέματα. Φτάνει όμως και ώς την Κρήτη με την Πανώρια του Γεωργίου Χορτάτση (16ος-17ος αι.).
Ο Σπύρος Ευαγγελάτος θεωρεί πρωτότυπη την ανάπλαση του έργου από τον Γεώργιο Μόρμορη, ο οποίος, διατηρώντας την αρχική δομή, αλλάζει την αισθητική και τη μορφή του έργου, προσθέτοντας ένα δεύτερο πρόλογο και το πρόσωπο της Κυθέρειας Αφροδίτης. Από τις πλούσιες πληροφορίες που μας δίδει μαθαίνουμε ότι το έργο κατέχει σημαντική θέση στη ιστορία της νεοελληνικής δραματουργίας του 18ου αιώνα και ιδιαίτερα της κρητοεπτανησιακής θεατρικής παράδοσης. Ο Μόρμορης, όπως επισημαίνει ο μελετητής, συμπληρώνει το σύνολο των δραματογράφων και μεταφραστών που αντιμετώπιζαν με μεγάλη ελευθερία τα πρωτότυπά τους και αναφέρει ανάμεσα σε άλλους τους, Πέτρο Κατσαΐτη, Σαβόγια Ρούσμελη, Δημ. Γουζέλη και Γεώργιο Ζαμπέλιο. Επτανησιακά και λόγια στοιχεία αναμεμιγμένα με την καθομιλουμένη της εποχής, συνθέτουν ένα ποίημα 3.862 στίχων, σε ομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους και λίγους οκτασύλλαβους, ενώ το πρωτότυπο αποτελείται από 1.690 στίχους. Ο Ευαγγελάτος, εκτός από τη σπουδαία μελέτη, τη δραματουργική προσαρμογή και το πλούσιο γλωσσάρι, κάνει και τη σκηνοθεσία και μας προσφέρει μια λαμπερή παράσταση όλο φρεσκάδα και ομορφιά.
Ο Αμύντας, ανεψιός του Πάνα, ερωτεύεται τη Σύλβια, ανεψιά της θεάς του κυνηγιού. Η Σύλβια, που ενδιαφέρεται μόνο για το κυνήγι, δεν ανταποκρίνεται στον έρωτά του, γιατί μισεί τους άνδρες και δεν έχει ένα καλό λόγο για τον Αμύντα και όταν ακόμα τη σώζει από ένα σάτυρο που την έχει αρπάξει και την έχει δέσει με τα μαλλιά της, γυμνή, σε ένα δένδρο. Συνεχίζοντας αμέριμνα το κυνήγι, μαθαίνει ότι ο Αμύντας, απελπισμένος από την αδιαφορία της, αυτοκτόνησε πέφτοντας από έναν γκρεμό. Τότε λυγίζει και θέλει και η ίδια να πεθάνει. Ο Αμύντας όμως σώζεται από ένα κλαδί που εμποδίζει την πτώση του και έτσι το τέλος είναι αίσιο για το ζευγάρι.
Πρόσωπα υπαρκτά, φανταστικά, μυθικά, πνεύματα της φύσης, ζώα παράξενα, δένουν αρμονικά στο έργο και πάνω στη σκηνή του Ηρωδείου, με ποίηση και μουσική, με λόγο καθαρό, με καταστάσεις σπαρταριστές και συναρπαστικές, σε ένα παιχνίδι ερώτων, γεμάτο εφηβική δροσιά. Μέσα στο καλαίσθητο σκηνικό του Γιώργου Πάτσα, ο οποίος υπογράφει και τα κοστούμια, χαρακτηριστικά του ύφους και του στυλ της κάθε εποχής, ο Ευγγελάτος, θυμίζοντας τον καλό, εμπνευσμένο εαυτό του, ανέδειξε με ευφυή διδασκαλία και σκηνοθετικά μέσα τις αρετές και την ποιητική ατμόσφαιρα του έργου. Ο Σκηνοθέτης, ξεκινώντας από τα βάθη του χρόνου, με τη βοήθεια της ωραίας μουσικής σύνθεσης του Γιάννη Αναστασόπουλου, θαυμάσια ερμηνευμένης από τον Μάριο Σαραντίδη και το εκλεκτό τρίο, Άκη Στρατουδάκη βιολί, Στέφανο Χατζηαναγνώστου φλάουτο, Έλενα Παπανικολάου πιάνο, που έπαιζαν ζωντανά επί σκηνής, μύησε το κοινό του στην εποχή του μπαρόκ, έφερε μνήμες από ροκοκό, το βύθισε στον ρομαντισμό και το προσγείωσε στους ρυθμούς του 21ου αιώνα. Πολύτιμοι συνδημιουργοί οι ηθοποιοί: Οδυσσέας Παπασπηλιώπουλος, Αμύντας. Φαίη Ξυλά, Σύλβια. Βίκυ Βολιώτη, Δάφνη. Θανάσης Κουρλαμπάς, Τίρσης. Θανάσης Δήμου, Σάτυρος. Χριστιάννα Ματζουράνη, Νερίνη. Θωμάς Γκάγκας, Εργάστος. Γεράσιμος Σκαφιδάς, Ελπίνο. Άπαντες συνέβαλαν τα μέγιστα στο πνευματικό παιχνίδι που έπλασε ο σκηνοθέτης και έπαιξαν, αιωρούμενοι στο χρόνο, με χάρη, ευελιξία, χιούμορ και πλούσιο συναίσθημα. Σκηνές ονειρικές για τους ερωτευμένους, κάποτε "εφιαλτικές", εξ αιτίας των παρεξηγήσεων, που προκαλούνταν από την πάλη και τις διεκδικήσεις των εραστών, θύμιζαν commedia dell arte και αναδείκνυαν το υψηλό δεξιοτεχνικό επίπεδο ερμηνείας των ηθοποιών μας, που έλαμψαν στο παιχνίδι της χαράς, της λύπης, του έρωτα και της μοναξιάς.
Με ποίηση και φαντασία, βοσκοί και βοσκοπούλες, Σάτυροι, Φαύνοι, Νύμφες και Χορός, άνοιξαν τις πύλες του χτες για να εισχωρήσουν στο σήμερα και να μας δείξουν ότι η ιστορία, η μυθολογία, η παράδοση, αντανακλώνται στο παρόν, προσφέροντας την ευεργεσία των δώρων τους στο σύγχρονο κοινό, που όρθιο, μέσα στο θέατρο, χειροκροτούσε, παλλόμενο από χαρά και πνευματική ευωχία.

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΚΟΛΟΚΥΘΙ ΒΡΑΣΤΟ ΜΕ ΜΑΡΑΘΟ

(Λησμονημένες θερινὲς γεύσεις καὶ εὐωδιὲς ἀπὸ τὸ Παλιὸ τὸ Κλμα)
Στὴ Μνήμη τῆς Μίνας Μεν. Ραβανοῦ, τῆς ἀγαθῆς ψυχῆς


Ἀπὸ τὶς εὐωδιὲς τὶς θερινὲς ποὺ ἀπομένουν στὴν ψυχὴ νὰ τὴν ἀρωματίζουν μέσα σὲ τοῦτο τὸ ἀτελείωτο συνονθύλευμα ἀπὸ ποικίλες μυρουδιὲς, ποὺ τώρα τὸ θέρος εἶναι σὲ ἔξαρση -μυρουδιὲς ἀπὸ ἀρώματα, ἀντηλιακά, ἐδέσματα, κ. ἄ- εἶναι κι ἐκείνη ἀπὸ βρασμένο κολοκύθι μὲ μάραθα. Κι ἦταν αὐτὴ ἡ εὐωδιὰ τόσο χαρακτηριστικὴ στὸ παλιό μας τὸ χωριό, τώρα τὸ καλοκαίρι, ποὺ πραγματικὰ ἀρωμάτιζε τὸ σπίτι καὶ συνάμα ἔκανε πιὸ εὔγευστο τὸ τρυφερὸ καὶ σταχτοπράσινο κολοκύθι.
Οἱ παλιοὶ Κληματιανοὶ συνήθιζαν τώρα τὸ καλοκαίρι νὰ γεύονται τὸ ἁπλὸ αὐτὸ φαγητό, ποὺ συνοδεύονταν ἀπὸ τυρὶ ντόπιο ἤ ἐλιές, ἤ καὶ ψάρια καὶ φυσικὰ μὲ ζυμωτὸ ψωμί, ποὺ τὸ βουτοῦσαν μάλιστα μέσα στὸ πιάτο μὲ τὸ λαδολέμονο, μὲ τὸ ὁποῖο περιχύνονταν τὸ κολοκύθι μὲ τὰ μάραθα.
Τὸ κολοκύθι τώρα ἦταν καρπὸς τῆς λεγόμενης χειμωνιάτικης κολοκυθιᾶς, τὴν ὁποία φύτευαν στοὺς κήπους κάτω στὸ Ρέμα ἤ τοὺς ἔφερνε ἀπὸ τὸ δροσερό του τὸ μποστάνι ὁ μπάρμπα-Ἀνάργυρος ἀπὸ τοῦ «Κώστα». Ἦταν πολὺ γλυκὰ καὶ νοστιμα τὰ κολοκύθια καὶ τὸ μυστικὸ γιὰ νὰ γίνουν γλυκά κρύβονταν στὴν παλιὰ συνταγή: Νὰ κοπρίζονται οἱ κολοκυθιὲς κάθε τόσο μὲ «κοτσιλιά», ὄχι ριγμένη ἔτσι, ἀλλὰ ἀνακατωμένη μὲ δροσερὸ νερό. Ἡ λίπανση, λοιπόν, αὐτὴ καὶ τὸ φυτὸ στήριζε καὶ καρπὸ εὔγευστο ἔδινε.
Ἀπὸ τὶς μαραθιὲς, λοιπόν, κοίταζαν νὰ μαζέψουν τὶς τρυφερὲς κορφές ἤ τὰ τρυφερὰ τὰ βλαστάρια, ὅταν ἦταν θαμνεμένο τὸ χτμα καὶ μετὰ ἀπὸ κάποια βροχὴ «πετοῦσαν». Τὰ καλὰ καὶ τρυφερὰ μάραθα τὰ μάζευαν κυρίως σὲ μέρη ὑγρά, ὄχι «ρεβένια».
Σήμερα ποὺ πολλὰ ἔχουν λησμονηθεῖ ἀπὸ τὴν παραδοσιακὴ δίαιτα, ἐλάχιστοι γνωρίζουν αὐτὸ τὸ καλὸ καὶ γιεινὸ φαγητὸ τῶν παλιῶν Κληματιανῶν. Γιατὶ μὴ λησμονοῦμε καὶ τὸ ἄλλο, ὅτι δηλαδή μὲ τέτοιυς τρόπους ζωῆς κοίταζαν οἱ παλαιότεροι νὰ κάνουν τὴν πεντάρα λίρα, γιατὶ εἶχαν κορίτσια νὰ παντρέψουν, νὰ κάμουν προικιά, νὰ ζήσουν, μετρώντας πάντα τὰ πράγματα μὲ σύνεση καὶ νοικοκυροσύνη.

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

Ανάγνωση του βιβλίου της Μάρως Βουδούρογλου-Βλαχάκη «Φως δαμασκηνί»

[Σκόπελος 2008, σ.σ. 78]

Γράφει π. Κων. Ν. Καλλιανός

λήθεια, ποιν λλο τίτλο θ διάλεγε ν λόγ  ποιήτρια, κτς π κενον πο ταμιεύει μέσα της βιώματα κα εωδις συνάμα, χρωματισμένα λα μ κενο τ χρμα τν φρέσκων δαμάσκηνων, τν κορόμηλων, πως τ ξέρουμε στν τόπο μας, πο ζωγραφίζουν κάθε Αγουστο τς πλατεες τν φούρνων κα τς γύρω πλαγις το χωριο, πλωμένα πάνω στ τελάρα στς σπαρτίνες. Ζωγραφίζουν μ βαθυγάλαζη μπογι τν τόπο πο πλώνονται ν λιαστον, φήνοντας συνάμα μι εωδι πο λιγώνει τν ψυχή, τέρπει τν σφρηση, χαριτώνει τ εναι...

Ατά, λοιπόν, σκέφτηκα ταν πρα στ χέρια μου τν ποιητικ συλλογ τς κ. Μ(άρως Βουδούρογλου) «Φς δαμασκηνί». Μι συλλογ πο πλώνεται, μέσα π πέντε νότητες σ σαρανταεννι ποιήματα, πο νασαίνουν τν εωδι το δαμάσκηνου κα τ λεπτ τ ρωμα το πεύκου: ατο το δέντρου, μ τ ποο εναι ντυμένη π τ Δημιουργό της Σκόπελος.

Ναί, λοιπόνχαριτώνει τ εναι ατ τ πάντρεμα τν εωδιν πο σκορπνται πλούσια τν Αγουστο στ Σκόπελο, πως τ χαριτώνει κα τ συγκινε ποιητικς λόγος τς κ. Μ., πο κτινοβολε συλλογή της. Συλλογ προικισμένη μ βαθ λυρισμό, βιωματικ καταθεση κα φωτειν κλωνάρια γνήσιου ξομολογητικο κδηλωτισμο:
Δν διάβηκα τς ξεγνοιασις σοκάκια
παρέα νχω νειρα κι λπίδες.
Γέλιο πο φηνε στ μάγουλα λακκακια
σκεπάστηκε π πρόωωρες ρυτίδες». (σ. 59)

μως ατ πο κυριαρχε ς πρωταρχικ στοιχεο -μ τ ποο κα δομονται πολλ ποιήματα- εναι τ νησ τς ποιήτριας, Σκόπελος,
«... βλογημένη γ». (24)

Κι χει δίκιο, γιατ μονάχα μέσα π να τέτοιο ξαίσιο ποίημα πο παρέδωσε Δημιουργς στν Κόσμο, ποίημα ντυμένο
«πράσινο λαδί...». (24)

εναι δυνατ ν πηγάσουν στίχοι πως ατο πο καταθέτει ποιήτρια: μνος φωτεινς στ Σκόπελο
«Κρύβω τ θάλασσα, το
Στ φυλλοκάρδια μου,
στο φεγγαριο τ φς
τ Σκόπελό μου». (61)

Κι κόμα παραπέρα, κρύβει κα κάτι λλο ψυχ τς κ. Μ.: Μι παλι αλή, ραντισμένη π τν εωδι το γιοκλήματος, πο συντροφεύει τ παλι ρχοντικ στ Κλήμα, τς γιαγις τ στοργικ τ σπίτι.
«γιόκλημα κα μρο μου
Τυλίξου γύρω-γύρω μου» (18)
θ πε κα θ συνεχίσει
«σ μι γωνι νταντεντέμενη στ λιόγερμα
σ μι βραγι σκαλισμένη μ νειρα
γ χω ζήσει...» (22)
κι δικο δν χει. Γιατ κείνη γωνι στν Πεκο πο γναντεύει τ πέλαγο τν παγκιάζει μέχρι σήμερα κι βραγι πο κοσμοσε τ σπίτι θ τ στηρίζει πάντα.

Μάρω, μπορε ν μίλησες κα ν γραψες γι τ Σκόπελο, τν ρχαία Πεπάρηθο, μως σοι σ ξέρουμε,  γνωρίζουμε πς τ Κλμα εχες πάντα στ νο σου. Τ Κλῆμα κα τ σπίτι τς γιαγις τς Σεβαστς στν λιώνα. κε πο ναπαύονταν ψυχή σου, δηλαδή. Νσαι καλά κα νχει  συνέχεια  τ ποιητικό Σου τ  ταξίδι!


Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email