© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ


Οἰκίας περιβάλλον, κέντρων, συνοικίας
ποὺ βλέπω κι ὅπου περπατῶ· χρόνια καὶ χρόνια.

Σὲ δημιούργησα μὲς σὲ χαρὰ καὶ μὲς σὲ λύπες:
μὲ τόσα περιστατικά, μὲ τόσα πράγματα.
Κ. Π. Καβάφης
Ἀναγκαία ἡ ἐπίσκεψη... Γιατὶ πάντα κάτι ξεχνιέται, κάτι χρειάζεται νὰ συμπληρώσει τὰ ὅσα πράγματα πάρθηκαν ἀπὸ τὸ παλιὸ τὸ σπίτι, νὰ γίνει ἡ ἀφορμὴ μιᾶς ἐπίσκεψης... Ὄχι ἐπιστροφῆς μὰ ἐπίσκεψης, ποὺ καθίσταται μὲν ἀναγκαία, ὅμως... Ὅμως δὲν παύει νὰ εἶναι πληγή, νὰ εἶναι ἀφορμὴ γιὰ νὰ βουρκώσουν τὰ μάτια, νὰ κινήσει ἡ καρδιὰ τὸ ταξίδι τὸ μυστικὸ τῆς νοσταλγίας. Γιατὶ ἡ πρώτη ἐκείνη ἐπίσκεψη, μετὰ τὴν ἀναχώρηση καὶ ἐγκατἀσταση πιὰ στὴ νέα κατοικία, εἶναι ἀναμφίβολα μιὰ ὁδυνηρὴ ἐμπειρία, ἡ ὁποία καὶ φανερώνει τὸ βαθμὸ τῆς εὐαισθησίας καὶ τοῦ λεπτοῦ ψυχισμοῦ τοῦ ἐπισκέπτη. Ἔτσι, μὲ σφιγμένη τὴν καρδιὰ, σιμώνεις τὸ κλειστὸ κι ἄδειο σπίτι, ἀνοίγεις τὴ θύρα καὶ ξανταμώνεις μὲ τὸ χθές. Τὸ χθὲς ποὺ σφράγισες στοὺς τοίχους τοὺς ὑγροὺς καὶ μισοσκότεινους τοῦ σπίτιοῦ, ξαναοσμίζεσαι τὶς γνώριμες τὶς μυρωδιές, τὶς παλιὲς καὶ κλεισμένες ἀνασες, τοὺς ἤχους τοὺς μυστικοὺς τοῦ σπιτιοῦ καὶ πασχίζεις νὰ βάλεις σὲ μιὰ τάξη τὸ νοῦ καὶ τὴν ψυχή, ποὺ τούτη τὴν ὥρα μοιάζουν σὰν μιὰ ταραγμένη, θολὴ στέρνα, ὅπου θόλωσε μὲ τὴ ρίψη μιᾶς πέτρας στὰ ἡσυχα νερά της. Κι ἡ πρώτη αὐτὴ ἐπίσκεψη, μιὰ πέτρα εἶναι ποὺ ταράζει τὸ βυθὸ τῆς ψυχῆς καὶ ἀνεβαζει στὴν ἐπιφάνεια μνῆμες καὶ πρόσωπα: περασμένα πιά, ποτὲ ὅμως λησμονημένα.
Παράλληλα, ἡ πρώτη αὐτὴ ἐπίσκεψη εἶναι καὶ τὸ ἄνοιγμα μιᾶς νέας πληγῆς, ποὺ μονάχα ὁ χρόνος γιατρεύει. Μὲ μόνη διαφορὰ πὼς τὸ σημάδι ἀπομένει...Γιὰ νὰ θυμίζει ἐκείνη τὴν τραγικὴ ὥρα, τὴν ὥρα τῆς ἐπίσκεψης κι ὄχι τῆς ἐπιστροφῆς, ποὺ ἀναμφίβολα εἶναι Ὥρα ὁδυνηρῆς ἐμβίωσης τοῦ κενοῦ ποὺ γεννᾶ ἡ ἀπουσία. Ἡ ἀπουσία τοῦ γνώριμου, οἰκείου χώρου, τοῦ μαθημένου χώρου, τὸν ὁποῖο δὲ συνατησε στὴ νέα κατοικία καὶ γειτονιά. Παρ᾿ ὅλο ποὺ οἱ νέοι του γείτονες εἶναι γνώριμοι, ὄχι ὅμως οἱ οἰκεῖοι, οἱ καθημερινές του συναντήσεις, οἱ νέες του συνήθειες εἶναι σὰν ξένες. Ἀνούσιες, πληγωμένες ἀπὸ τὴ νοσταλγία, ἄδειες ἀπὸ πρόσωπα μαθημένα καὶ οἰκεῖα...
Ἀναγκαία ἡ πρώτη ἐπίσκεψη, λοιπόν, ὅπως εἶναι περίπου ἡ πρώτη ἐπίσκεψη στὸ Κοιμητήριο, μετὰ τὴν ταφὴ προσφιλοῦς προσώπου... Γιατὶ κι ἐδῶ ἕνας περίεργος θάνατος ἁπλώνεται γύρω, καθὼς ἡ σιωπὴ καὶ ἡ κλειστὴ τοῦ σπιτιοῦ ἀτμόσφαιρα πιστοποιοῦν τὴν ἀπουσία. Ἀπουσία ποὺ φυτεύτηκε πιὰ καὶ σ᾿ αὐτὸ τὸ σπίτι, στὴ γειτονιὰ καἲ στὸ παλιὸ τὸ χωριό, ὅπως τὸ κάθε δέντρο. Ποὺ γιὰ νὰ μεγαλώσει καὶ νὰ τρανωθεῖ θέλει τὴ φροντίδα καί τὸ πότισμά του. Μόνο ποὺ ἡ ἐδῶ ἀπουσία γιὰ νὰ τρανωθεῖ, ἐπιθυμεῖ τῶν δακρύων τὶς ροὲς νὰ τὴν ποτίσουν. Κι ἐννοῶ πάντα τὶς πλέον εὐαίσθητες. Ὅσες, δηλαδή, ὑπάρχουν καὶ κινοῦνται γύρω μας...
π. κ.ν.κ.

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Για το βιβλίο του Παύλου Παπανότη, “Ηπειρώτικα τραγούδια με ιστορία”, εκδ. Το ανώνυμο βιβλίο 2016

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ 


Το βιβλίο του Ηπειρώτη, Πωγωνήσιου συγκεκριμένα, Παύλου Παπανότη, Ηπειρώτικα τραγούδια με ιστορία, είναι μια συλλογή, την οποία ο εξαιρετικός συνάδελφος ολοκλήρωσε μετά από μακρόχρονη προσπάθεια και επί τόπου έρευνα. Συγκέντρωσε λοιπόν τα τραγούδια της πατρίδας του και συγκεκριμένα εκείνα που έχουν ιστορικό υπόβαθρο.

Τα τραγούδια της πατρίδας είναι υπόθεση η οποία έχει απασχολήσει κατά καιρούς πολλούς επιφανείς του είδους και παραπέμπω πρόχειρα σε δύο διαφορετικά αλλά και παρόμοια είδη. Πρόκειται για τον κύκλο τραγουδιών «Η πατρίδα μου» του Τσέχου συνθέτη Μπέντριχ Σμέτανα, ο οποίος δημιούργησε τραγούδια πατώντας στην παράδοση της πατρίδας του, όπως μαρτυρεί και ο τίτλος του. Και ακόμη πρόκειται για τον τίτλο της ποιητικής συλλογής του Κωστή Παλαμά, Τα τραγούδια της πατρίδας μου, που επίσης αφορμήθηκε από την πατρίδα του. Φυσικά δεν είναι οι μόνοι που αντλούν από την πατρίδα τους την έμπνευση. Θα πρόσθετα, ότι κάθε μεγάλος συνθέτης από την τροφό πατρίδα αντλεί σε παγκόσμιο επίπεδο (ο Νίκος Σκαλκώτας τους 36 ελληνικούς χορούς του, ο Τσέχος Αντονίν Ντβόρζακ την 9η συμφωνία του, τη Συμφωνία του Νέου Κόσμου και όχι μόνο, ο Βραζιλιάνος Έικτορ Βίλα Λόμπος τις βραζιλιάνικες σουίτες του, επίσης, και όχι μόνο, καθώς και πολλοί άλλοι).

Η πατρίδα και τα βάσανά της, η ιστορική περιπέτεια που της επιβλήθηκε σαν μοίρα και ο καημός εκφράστηκαν σε στίχο και έγιναν τραγούδι. Ο Παπαδιαμάντης είπε για την Φραγκογιαννού πως «έκανε τα πάθη της τραγούδια» και η γριά Λούκαινα μοιρολογούσε ξεπλένοντας την αβασταγήν της στο Γλυφονέρι. Οι συνθήκες ζωής, λοιπόν, και τα βάσανα ενός λαού αποτυπώνονται μέσα στο τραγούδι του, και αυτό συμβαίνει από αρχαιοτάτων χρόνων.

Ο Παπανότης έσκυψε με μεγάλη προσοχή πάνω στην Ιστορία. Βρήκε τη γενεσιουργό αιτία του κάθε τραγουδιού. Την κοινωνική περίσταση, την ανάγκη, την πληγή που γέννησε το φως. Ταξίδεψε από χωριό σε χωριό, συγκέντρωσε το υλικό, αντέγραψε από χειρόγραφα, άκουσε από το στόμα των αυθεντικών φορέων το τραγούδι –τραγουδισμένο, απαγγελμένο- και έκανε την απαραίτητη φιλολογική δουλειά: επεξήγηση των ιδιωματικών λέξεων και εκφράσεων και ετυμολογική ανάλυση, όπου υπήρξε ανάγκη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο κατάφερε να κάνει κατανοητό το περιεχόμενο των τραγουδιών στους νεότερους, κυρίως όμως την ιστορία του Πωγωνίου, και παρέθεσε και τις παραλλαγές των τραγουδιών από άλλες γεωγραφικές περιοχές της Ελλάδας. Λεπτομερή περιγραφή του τρόπου που εργάστηκε καταθέτει στο Προλογικό σημείωμά του. Και επειδή «δει χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν εστί γενέσθαι των δεόντων» κατέγραψε μόνο τριάντα έξι τραγούδια (ευτυχής σύμπτωση, όσοι και οι χοροί του Σκαλκώτα) και παρέλειψε την καταγραφή του πλούσιου λαογραφικού υλικού που έχει στην κατοχή του από την μακρόχρονη έρευνά του, καθώς και τις αναλογίες των πωγωνήσιων τραγουδιών με τα μοτίβα της αρχαίας ελληνικής ποίησης, επικής και λυρικής, αλλά και με τραγούδια των ομόρων βαλκανικών χωρών.

Κοιτάζοντας την αφιέρωση του βιβλίου, στους γονείς: Γιώργο και Αγαθή, έπειτα στη σύζυγο: Ανατολή και τέλος στα παιδιά: Αγαθή και Γιώργο, σκέφτομαι το χιαστό σχήμα αυτής της αφιέρωσης, η οποία με τον τρόπο της συνιστά μια ακόμα προέκταση των τραγουδιών που μεταβιβάζεται από τους παλιότερους στους νεότερους, από τους παππούδες στα εγγόνια.

Τα Μέρη του βιβλίου, εκτός του Προλογικού Σημειώματος και του Βιβλιογραφικού Πίνακα, είναι πέντε: Ιστορικά τραγούδια, Κλέφτικα –Ληστρικά τραγούδια, Τραγούδια του γάμου και της αγάπης, Μοιρολόγια, Κοινωνικά τραγούδια.

Αφού παρατεθεί το ποιητικό σώμα ακολουθεί το ιστορικό πλαίσιο. Για την περίσταση, από την πρώτη ενότητα, παίρνω την «Άλωση της Κωνσταντινούπολης» και το «Παιδομάζωμα». Στο πρώτο, γίνεται αναφορά στο θρύλο για τα μισοτηγανισμένα ψάρια, τα οποία πετάχτηκαν έξω από το τηγάνι μόλις «ο αμιράς εισέβηκεν με τ’ άλογο καβάλα». Από το τραγούδι λείπει η αρχή, αλλά το τέλος που αφήνει σε εκκρεμότητα το τηγάνισμα, αφήνει και την ελπίδα για ανατροπή της κατάστασης. Η απόσταση της Ηπείρου από την Κωνσταντινούπολη είναι μεγάλη αλλά η πληροφορία που μας δίνει στο χειρόγραφο βιβλίο του ο «Τσαραπλανίτης μουχτάρης Θανάσης Τσάβαλος στηριζόμενος σε παλαιότερες πηγές» είναι διευκρινιστική: «σαν επάρθηκε και η Πόλη η βασιλεύουσα εις τους χρόνους 1453, τότες αγρίεψαν οι Τούρκοι κατεπάνω των Χριστιανών και έστειλαν ορισμούς και εχαλούσαν τις εκκλησιές και τα κάστρα και έγιναν μεγάλες ταραχές και κλαθμός ανεκδιήγητος επί δύο χρόνια».

Το «Παιδομάζωμα» ή «γιανιτζαρομάζωμα», που είναι η αφαίμαξη του Ελληνισμού, εφαρμόστηκε τον 15ο αιώνα επί σουλτάνου Μουράτ Β΄, αρχικά κάθε πέντε χρόνια και αργότερα κάθε χρόνο. Ο τελευταίο στίχος του τραγουδιού με τον οποίο μια μάνα θρηνεί και καταριέται είναι χαρακτηριστικός: «πέρσι πήραν τον γιόκα μου φέτος τον αδελφό μου».

Υπεύθυνος της αποστολής ήταν ο Αγάς των Γενιτσάρων, που αφού έφτανε στο χωριό, καλούσε τους χωριανούς να βγουν με τα παιδιά τους και έλεγχε τα βιβλία της εκκλησίας, όπου καταχωρούνταν οι γεννήσεις. Στη συνέχεια επιλέγονταν τα αγόρια από έξι έως είκοσι ετών, άλλα για το σώμα των γενιτσάρων και άλλα για τις διοικητικές υπηρεσίες. Απαραίτητη ήταν η αρτιμέλεια και η ομορφιά. Δεν έπαιρναν τα μοναχοπαίδια, από τις οικογένειες με πολλά παιδιά έπαιρναν μόνο ένα, αλλά συν τω χρόνω πολλοί αυθαιρετούσαν, παίρνοντας και τα μοναχοπαίδια ή αφήνοντας παιδιά έναντι αδράς αμοιβής. Αυτή ήταν και η αιτία που οι γονείς αρραβώνιαζαν και πάντρευαν τα παιδιά τους από τα 8, 9 και 10 χρόνια τους. Αυτά εξαιρούνταν και έτσι γλίτωναν από το παιδομάζωμα. Στη συνέχεια τα παιδιά παραδίδονταν σε Τούρκους τιμαριούχους, οι οποίοι τα χρησιμοποιούσαν σαν σκλάβους σε σκληρές δουλειές και όταν ήταν έτοιμα για στρατιώτες τα ενέτασσαν στο στράτευμα των γενιτσάρων. Άλλα παιδιά, όμορφα, αρτιμελή και ευφυή, τα εκπαίδευαν για να στελεχώσουν τη διοίκηση και το στρατό. Τα δίδασκαν την τουρκική, αραβική και περσική γλώσσα, τη μωαμεθανική θρησκεία, την ιππασία, τη χρήση του τόξου και της λόγχης. Από αυτά διορίζονταν οι αξιωματούχοι του κράτους, οι μπέηδες, οι πασάδες και οι ακόλουθοι των σουλτάνων. Το παιδομάζωμα καταργήθηκε τον 17ο αιώνα, αν και υπάρχουν πηγές που υποστηρίζουν ότι το φιρμάνι της κατάργησης καταστρατηγήθηκε στη Νάουσα το 1705. Τότε οι Ναουσαίοι, με αρχηγό τον Καραδήμο, σκότωσαν τον Αχμέτ Τσελεμπή και τους ακολούθους του, στη συνέχεια όμως οθωμανικά στρατεύματα μπήκαν στη Νάουσα και σκότωσαν τον Καραδήμο. Παραμένει άγνωστο αν τελικώς έγινε η στρατολόγηση. Μισό εκατομμύριο Ελληνόπουλα σταρτολογήθηκαν κατά τον Hammer, ενώ ο Κ. Παπαρρηγόπουλος μιλά για ένα εκατομμύριο. Οι συνέπειες της τουρκικής σκλαβιάς δεν σταματούν εκεί διότι πολλοί Έλληνες εξισλαμίστησαν για να αποφύγουν το θάνατο και άλλοι έφυγαν. Από την άλλη πλευρά, οι Τούρκοι ωφελήθηκαν με το αξιόλογο δυναμικό που επάνδρωσαν υπηρεσίες και στρατό.

Το γνωστό τραγούδι της Τζαβέλαινας που καταλήγει στην άτακτη φυγή του Αλή πασά, εμπνέει τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη να συνθέσει εκείνο «Τ’ άλογο! τ’ άλογο! Ομέρ Βριόνη», όταν ο πασάς σύμφωνα με ιστορική μαρτυρία «διέρηξε δύο ίππους» για να ξεφύγει. Ας θυμηθούμε εδώ τον σαιξπηρικό Ριχάρδο Γ΄ που εκλιπαρούσε: «το βασίλειό μου για ένα άλογο». Στα ανθολογούμενα τραγούδια θα θυμηθούμε πρόσωπα - η Τζαβέλαινα, η Δέσπω, ο Μπότσαρης- και θα δούμε τόπους, καθώς και άλλους τόπους που προστέθηκαν στα τραγούδια, μετά τους νικηφόρους πολέμους του ’40, άλλη μια απόδειξη της ιστορικότητάς τους.

Ο Παπανότης υποστηρίζει την άποψη ότι οι «Κλέφτες» δεν έκλεβαν μόνο τους Τούρκους και του προσκυνημένους, όπως πιστεύουμε εξιδανικεύοντας τη δράση τους. Αντιθέτως έκλεβαν αδιακρίτως. Την εξιδανίκευση την επέβαλε η άποψη ότι ήταν αυτοί ο πυρήνας του πρώτου επαναστατικού στρατού, όπως τους παρουσιάζει ο ανώνυμος συγγραφέας της Ελληνικής Νομαρχίας, ενώ αντικειμενική κρίση γι’ αυτούς κάνει ο Δελβινακιώτης Γεώργιος Γαζής, γραμματέας του Καραϊσκάκη, οποίος λέει ότι ήταν «κλέπται», «κακούργοι», «άγρια θηρία» που ποτέ δεν είχαν δει πόλη ούτε είχαν μπει σε εκκλησία, ωστόσο, με την Επανάσταση «πολλοί τούτων …ετίμησαν τα ελληνικά όπλα και τους αρχηγούς των».

Για τη Σαμαρίνα, μας λέει ότι ήταν το ψηλότερο χωριό των Βαλκανίων, και για τούτο ήταν καταφύγιο και ορμητήριο κλεφτών. Οι Σαμαρινιώτες όμως πολέμησαν στην Επανάσταση και οι περισσότεροι από αυτούς σκοτώθηκαν στην Έξοδο του Μεσολογγίου. Ωστόσο, το τραγούδι «Εσείς παιδιά κλεφτόπουλα» που αναφέρεται στα παιδιά της Σαμαρίνας, μάλλον εκφράζει γενικότερα το ήθος των κλεφτών και όχι ειδικά των Σαμαρινιωτών. Η αρπαγή της κόρης του Αβέρωφ, «Η Βασιλαρχόντισσα» και η ιστορία με τα λύτρα, τα τραγούδια για τον λήσταρχο Νταβέλη, τα τραγούδια του γάμου και τα μοιρολόγια, ολοκληρώνουν την περιδιάβαση του συγγραφέα, με τις ιστορικές πληροφορίες και τις αναφορές στα ιστορικά γεγονότα.

Στο ερώτημα: τι έχει αυτή η συλλογή δημοτικών τραγουδιών να προσθέσει στις τόσες άλλες του είδους; Η απάντηση είναι: Πρώτον αναφέρεται μόνο σε ηπειρώτικα τραγούδια. Δεύτερον στήνει το ιστορικό υπόβαθρο ως θεμέλιο του τραγουδιού με πολλές ιστορικές πληροφορίες, διασταυρωμένες από όσες υπάρχουν πηγές, αποδεικνύοντας άλλη μια φορά πως τίποτα δεν γεννιέται εν κενώ· η δημιουργία έχει τη ρίζα της στον άνθρωπο και τα παθήματά του, στις ιστορικές περιπέτειες και τα γεγονότα που σημάδεψαν την εποχή του και τον ίδιο, ότι μέσα από τα τραγούδια ο φιλέρευνος ακροατής-αναγνώστης μαθαίνει ιστορία, ότι το άκουσμα-ανάγνωση χωρίς τη γνώση καταντά κούφιο γράμμα. Ακόμα η συλλογή αυτή διαλύει μύθους, αποκαθιστά την αλήθεια, εμπλουτίζει το κειμενικό πλαίσιο του τραγουδιού και, χωρίς αυτή να είναι η πρόθεση, για τη συγκεκριμένη περίπτωση τουλάχιστον, μας δείχνει πού οφείλεται το βαρύ και αργόσυρτο των ηπειρώτικων τραγουδιών. Το πένθος είναι πηγή της έμπνευσης. Γι’ αυτό και ο Κωστής Παλαμάς στη δική του συμπερίληψη των λυπητερών τραγουδιών βάζει πρώτα τα «Γιαννιώτικα»: «Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα / μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα / λυπητερά. Πώς η ψυχή μου σέρνεται μαζί σας! / Είναι χυμένη από τη μουσική σας / και πάει με τα δικά σας τα φτερά».

Η δουλειά του Παύλου Παπανότη είναι σημαντική στο είδος της και τον τιμά ως δημιουργό της που τιμά την πατρίδα του, διασώζοντας τον πολιτισμικό της πλούτο. 

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ (12 λαϊκά παραμύθια από διάφορα μέρη της Ελλάδας και Κύπρου)


Το 2011 η ελεύθερη ψηφιακή βιβλιοθήκη eBooks4Greeks.gr διοργάνωσε διαγωνισμό παραδοσιακού παραμυθιού. Ο διαγωνισμός ήταν ένα κάλεσμα με σκοπό να αναδειχτούν παραδοσιακά (λαϊκά) παραμύθια του τόπου μας που αποτελούν σημαντικό μέρος της πολιτισμικής μας κληρονομιάς. Τα 12 παραμύθια της έκδοσης επιλέχθηκαν μέσα από 39 παραμύθια που έλαβαν συμμετοχή στον διαγωνισμό. Η επιλογή αυτή έγινε από τους τρεις «παραμυθάδες»: Αγγελική Σχοινά, Γιώργο Παλιάτσιο, Χάρις Μέγα και η εικονογράφηση από τη ζωγράφο Μαρία Βιλλιώτη.

Συγγραφείς: Γεωργία Καρκάνη, Άντρη Αντωνίου, Αδαμαντία Ξηρίδου, Χαρά Τσοντάκη, Σωτηρούλα Βασιλίου, Παρασκευή Αποστολοπούλου, Χρυσάνθη Πρωτοψάλτου, Ευδοκία Ποιμενίδου-Χατζηδημητρίου, Σοφία Τσουρλάκη, Γεώργιος Παλιάτσιος, Αθηνά Κυριακού-Σαρακενίδου, Ειρήνη Πόλια
Εικονογράφηση: Μαρία Βιλλιώτη 
Έκδοση: eBooks4Greeks, 2017
Μέγεθος: σελ. 135 / 15 Mb
Μορφή: Pdf Online



Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΜΙΑ ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ. ΤΙΜΗ ΣΤΟΝ ΚΑΙΣΑΡΙΟ ΔΑΠΟΝΤΕ ΚΑΙ ΤΗ ΣΚΟΠΕΛΟ

Στὸ διαδίκτυο καί μάλιστα στὴν προσεγμένη σελίδα «ΕΛΛΗΝΟΜΟΥΣΕΙΟΝ ΑΓΡΑΦΩΝ», τὴν ὁποία ἐπιμελεῖται ὁ λόγιος ἰατρὸς κ. Κων. Σπ. Τσιώλης, ἔνθερμος φίλος τῆς Σκοπέλου, παρουσιάστηκε μιά σπουδαία μελέτη, γραμμένη ἀπὸ τὸν κ. Χαρ. Καρανάσιο, Διευθυντὴ ΚΕΜΕ τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν. (Βλ. σχετικῶς, http://ellinomouseionagrafon.blogspot.gr/2017/03/k.html ).
Ἡ μελέτη αὐτή φέρει τὸν τίτλο, «Τὸ ἄγνωστο ἔργο τοῦ Καισαρίου Δαπόντε Βρύσις λογική (1778): Ἐπιστολαὶ ἐκ τῆς φυλακῆς καὶ κατὰ τῶν Κολυβάδων» καὶ δημοσιεύτηκε στὸ περ. Μεσαιωνικὰ καὶ Νέα Ἑλληνικά, τοῦ Κέντρο Ἐρεύνης τοῦ Μεσαιωνικοῦ καὶ Νέου Ἑλληνισμοῦ, τ. 12 (2016).
Γιὰ ἕνα συνειδητὸ Σκοπελίτη ἡ ἔκδοση ἄγνωστων ἤ καὶ ἀθησαύριστων ἔργων τοῦ συντοπίτη του λογίου μοναχοῦ Καισαρίου Δαπόντε, εἶναι ἀπὸ τὴ μιὰ κολακευτική κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὰ μέγιστα συγκινητική. Γιατὶ πάντα, μέσα στὸ ἔργο τοῦ Δαπόντε μνημονεύεται καὶ προβάλλεται ἡ Σκόπελος, ἡ «χρυσὴ πατρίδα», ὅπως τὴν ἀναφέρει ἀλλοῦ ( Κῆπος Χαρίτων).
Ἀναφέρω δύο ἀποσπάσματα, γιὰ νὰ γίνει πιὸ σαφὴς ὁ λόγος μου:
Καὶ βλέπω εἰς τὸν ὕπνον μου, πὼς εἰς τῆς Παναγίας
τὸ μοναστήρι βρέθηκα τῆς Εὐαγγελιστρίας,
Τὸ πατρικόν μου κτήριον, κἔστεκα, προσκυνοῦσα
μὲ πόθον τὴν εἰκόνα της, ὁποῦ τὴν ἐδιψοῦσα·
Χρόνους πεντὲξ ἀπὸ αὐτὴν ὤντας ὑστερημένος,
καθὸ ἀπτὸν πατέρα μου μικρὸς ξενιτεμένος (Βρύσις Λογική)
2.
Ἔχασα πρῶτα τὴν χρυσῆν αὐτὴν ἐλευθερίαν,
δεύτερον δὲ τὴν Σκόπελον, πατρίδα τὴν γλυκεῖαν.
Εἴκοσι χρόνους ἀπ’ αὐτὴν ὤντας ἐξορισμένος,
καὶ νὰ γυρίσω εἰς αὐτὴν πλιὸ͜ ἀποφασισμένος.
(Κωστάκῃ Γουλιανῷ, Μ. Ποστέλνικο)
Μὲ τὴν ἔκδοση, λοιπόν, τῶν ἀνέκδοτων αὐτῶν χειρογράφων τοῦ Δαπόντε αὐξάνονται οἱ πληροφορίες γύρω ἀπὸ τή ζωή καὶ τὴ δραστηριότητά του. Γιατί, ὅπως πολὺ σωστὰ ἀναφέρει ὁ κ. Καρανασιος, «Ὁ Δαπόντες παραμένει σήμερα παραγνωρισμένη προσωπικότητα ἀπὸ τὴ σύγχρονη ἔρευνα, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀποτελεῖ ἰδιαίτερη περίπτωση στὰ ἑλληνικὰ γράμματα, ἐνῶ ἐμφανίζει ἔντονη δραστηριότητα στὸν κοινωνικό, πολιτικὸ καὶ ἐκκλησιαστικὸ χῶρο» (σελ. 256).
Τὸ ἐρώτημα, ὡστόσο, ποὺ αἰωρεῖται εἶναι ἕνα: Γιατὶ στὴν πατρίδα του, τὴ Σκόπελο, εἶναι τόσο παραγνωρισμένος καὶ σχεδὸν ἄγνωστος ;
Κλέινοντας τὸ μικρὸ αὐτὸ σημείωμα συγχαίρω τὸν κ. Χ. Καρανασιο γιὰ τὴν θαυμάσια μελέτη του καὶ εὐχαριστῶ πολὺ τὸν ἀγαπητὸ φίλο καὶ λόγιο κ. Κων. Σπ. Τσιώλη γιὰ τὴν τιμητικὴ ἀνάρτηση.

π. κ. ν. καλλιανός

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΕΥΩΔΙΑ ΔΕΝΔΡΟΛΙΒΑΝΟΥ, ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΑΣ ΚΑΙ ΦΡΕΖΑΣ... (ή ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ)


Μέσα στὴν ἀνοιξιάτικη ὁμορφιά, μὲ τὴ γῆ στολισμένη ἀπὸ πλῆθος ἀνθέων, μικρῶν ἤ μεγάλων, προβάλλει ἡ Γιορτὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, γιὰ νὰ συμβάλλει στὸν εὔσχημο τῆς Σαρακοστῆς καλλωπισμό, ἀλλὰ καὶ νὰ τὴν ράνει μὲ εὐωδιαστὰ ἀρώματα. Ἀρώματα δενδρολίβανου, μαντζουράνας, φρέζας, γαρύφαλλου... Ἀρώματα, ποὺ προσφέρονται μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὁ Ὁποῖος, καθὼς τίθεται εἰς προσκύνησιν, μοιράζει, μαζὶ μὲ τὰ ἄνθη, καὶ τοῦτες τὶς θεσπέσιες εὐωδιές. Εὐωδιὲς Παραδείσου, ποὺ τὶς συνοδεύει τὸ μοσχολίβανο, ἡ ἀνάσα τῶν ἀναμμένων κανδηλῶν, ἡ παρουσία τῶν Ἁγίων. Μαζὶ μὲ τὰ τροπάρια, ποὺ συντονίζουν λόγο καὶ βίωμα, κατανυξη καὶ μετάνοια· δάκρυα καὶ χαμόγελα ψυχῆς.
«Ταύτῃ τῇ ἡμέρᾳ, μυρίζει τὰ μύρα, τῆς θείας μυροθήκης, τὸ ζωομύριστον ξύλον, ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ, ὀσφρανθῶμεν τῆς αὐτοῦ θεοπνεύστου ὀσμῆς, αὐτὸν προσκυνοῦντες, πιστῶς εἰς τοὺς αἰῶνας».  ( Κανὼν Ἑορτῆς, Η΄ ὠδή)
Γι᾿ αὐτὸν τὸν λόγο,
«Τὸν Σταυρὸν γῆ σύμπασα προσκυνησάτω, 
Δι' οὗ περ ἔγνωκε σὲ προσκυνεῖν, Λόγε» ( Συναξαριον, Στίχοι).
Πλημμυρισμένες εὐωδιὲς σήμερα οἱ ἐκκλησιὲς προεορτάζουν Χριστοῦ τὴν Ἀναστασιν, ἀφοῦ, «διὰ τοῦ Σταυροῦ χαρὰ ἐν ὁλῳ τῶ κόσμῳ». Κι ὕστερα, ὁ χρόνος ποὺ περνᾶ καὶ μεῖς μαζί του. Ταξίδι πρὸς τὴν αἰωνιότητα, ἀφοῦ μέσιασε πιὰ ἡ Σαρακοστή, ἀνέτειλε τὸ ἔαρ δειλὰ -δειλά κι ἄρχισε ἡ ψυχή μας νὰ εὐφράινεται, καθὼς ἀκοῦμε καὶ τὴν προτροπὴ τοῦ Ἀποστόλου: «Προσερχώμεθα οὗν μετὰ παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καὶ χἀριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν»( Ἐβρ. 4, 16) . Ἀμήν.
π κ.ν.κ Τῆς Σταυροπροσκυνήσεως 2017



Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΨΗΓΜΑΤΑ ΚΛΗΜΑΤΙΑΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ | 2. Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Δὲ γνωρίζω πόσοι ἀπὸ τοὺς παλιότερους Κληματιανοὺς θυμοῦνται μὲ ἱερὸ δέος καὶ βαθειὰ ὀδύνη τὴ μέρα ποὺ σφαλίσανε τὴν πόρτα τοῦ παλιοῦ τους τοῦ σπιτιοῦ καὶ ἀναχώρησαν γιὰ τὸ Ἔλιος, ὅπου τοὺς περίμενε τὸ νέο τους σπιτικό καί, φυσικά, τὸ καινούριο τους τὸ χωριό. Ἀναρωτιέμαι, χρόνια τώρα, πὼς συντελέστηκε αὐτὴ ἡ ἀναχώρηση καί, κυρίως, πὼς λειτούργησε ὁ ψυχισμὸς τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, τὶς στιγμὲς τὶς κορυφαῖες τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ: τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ τῆς παλιᾶς τους κατοικίας, τῆς σιωπηλῆς γειτονιᾶς, τοῦ περιβάλλοντος ποὺ τοὺς ἀναθρεψε. Ἀναρωτιέμαι καὶ προσπαθῶ νὰ σιμώσω μυστικὰ ἐκεῖνες τὶς στερνὲς στιγμὲς ποὺ πέρασαν στὸ παλιό τους τὸ σπίτι, λίγο πρὶν τὴ μικρή, ἔστω, ἀποδημία τους... Γιατὶ ἀποδημία εἶναι τὸ ν᾿ ἀφήνεις τὸν τόπο σου, τὸ σπίτι σου, τὶς παλιές σου συνήθειες καὶ νὰ πηγαίνεις κάπου ἀλλοῦ, σὲ νέα κατοικία, νέα γειτονιά, διαφορετικὸ περιβάλλον. Σκέφτομαι, λοιπόν, τὴ στερνὴ βραδυὰ στὸ παλιὸ τὸ σπίτι, στὸ παλιὸ τὸ χωριό, μὲ τοὺς γνώριμους τοὺς ἤχους στὴ γειτονιά, μὲ τὸ στερνὸ τὸ δεῖπνο σιμὰ στή σβησμένη παραστιά, στὸ λησμονημένο τὸ τραπέζι. Κι ὕστερα τὸν στερνὸ τὸν ὕπνο στὴ κάμαρη ποὺ μυρίζει ναφθαλίνη καὶ ἀνασες τῶν παλιῶν τῶν ξύλων τοῦπετσώματος ἤ τοῦ ταβανιοῦ...
Μέχρι νὰ ξημερώσει...Νὰ δοῦνε τὰ μάτια γιὰ μιὰν ἀκόμη φορὰ τὴ Σκιάθο καὶ τὴν Εὔβοια ἀπέναντι νὰ χωνεύουν μέσα στὴν¨πρωϊνὴ τὴν ὀμίχλη κι ὕστερα ὁ ἦχος ὁ ξερὸς τοῦ κλειδιοῦ στὴ θύρα ποὺ κλείνει. Ποὺ κλείνει μιὰ ζωὴ χρόνων ἰκανῶν, ἀφήνοντας μέσα τὴ σιωπὴ καὶ τὶς μνῆμες, γιὰ νὰ συντροφεύουν τὰ παλιὰ ξεχασμένα κάδρα, τὰ λίγα πράγματα καὶ κυρίως τὶς σκιὲς τῶν ὅσων ἔζησαν σ᾿ ἐκεῖνο τὸ σπίτι...Γενιὲς ὁλοκληρες, ποὺ πέρασαν τὴ ζωή τους σιμὰ σὲ τοῦτο τὸ σβησμένο παραγώνι, μὲ φορτία πολλὰ καὶ μεγάλα ἀπὸ φαρμάκι καὶ ὀδύνη, ποὺ τὰ στόλιζαν, ὅποτε τύχαιναν, κάτι μικροχαρές, κάποιες χαμογελαστὲς ἀνάσες, λιγοστὲς ὠστόσο καὶ σύντομες πολύ. Ἀνάσες ἀπὸ γιορτάδες, ὅπως τὰ Χριστούγεννα, τὸ Πάσχα, τῆς Παναγιᾶς, τῆς Ἀποκριᾶς, ὀνομαστικὲς γιορτές, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ κάποιες παντρειές. Καὶ πίσω ἀπ᾿ ὅλ᾿ αὐτὰ οἰ θλίμένες ὧρες τῶν θανάτων, τῶν ξενιτεμῶν, τῶν ἀγωνιῶν τῆς στυγνῆς καθημερινότητας...
Σὲ λίγο ἡ νέα κατοικία ὑποδέχεται τοὺς ἀναχωρητὲς...
Τώρα πιὰ μιὰ νέα πραγματικότητα δημιουργεῖται, μὲ νέες συνήθειες, νέα γειτονιά, καινούριες μυρωδιές καὶ διαφορετικὴ θέα.
Ἡ θάλασσα, ποὺ πρῶτα τὴν ἀγνάντευαν ἀπὸ ψηλά, εἶναι πιὰ σιμά τους... Νὰ τοὺς ταξιδεύει μαζὶ μὲ τὶς ὅσες ἀναμνήσεις θὰ πασπαλίζουν κάθε βράδυ τὰ ὄνειρά τους ἤ θὰ ἀνεβαίνουν μὲ τὸ σύθαμπο τῶν βουρκωμένων ματιῶν, ὅταν σὲ ὧρες νοσταλγίας θὰ θυμοῦνται τὸ σφραγισμένο τὸ σπίτι, τὴ σιωπηλὴ τὴ γειτονιὰ καὶ τὸ χωριὸ ποῦ σιγὰ-σιγὰ θὰ τὸ κατοικήσουν ἄλλοι ἄνθρωποι, μὲ ἄλλες συνήθειες, μὲ διαφορετικὸ ἐντελῶς ψυχισμὸ ἀπὸ ἐκεῖνο τῶν πατέρων μας. Γιατὶ ἔτσι εἶναι πιά..
(συνεχίζεται..)

π. κ.ν.κ.

Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΨΗΓΜΑΤΑ ΚΛΗΜΑΤΙΑΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ | 1. ΤΟ ΠΑΡΑΧΩΡΗΤΗΡΙΟ

(ἤ, Ὅταν ἡ ἀναπόληση καὶ ἡ συγκίνηση συναντοῦν τὴν Ἱστορία)
Κλείνοντας τὴ θύρα της ἡ δεκαετία τοῦ 1960 ἄφησε πληγωμένο ἀπὸ τὸ σεισμὸ καὶ τὶς κατολισθήσεις τὸ Ἐπάνω Κλήμα, ἀφοῦ τὸ Κάτω Χωριό, τὸ Κάτω Κλήμα, δηλαδή, εἶχε ἤδη ἀρχίσει τὴν μετοικεσία γιὰ τὸ Λουτράκι, μετὰ τὰ τραγικὰ ρήγματα ποὺ δέχτηκε τὴν Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ τοῦ 1939.
Ἀπὸ τὰ μέσα ἀκόμα τῆς δεκαετίας αὐτῆς, τοῦ 1960, ἄρχισαν οἱ διαδικασίες γιὰ μεταφορὰ τοῦ οἰκισμοῦ τοῦ ἐπάνω χωριοῦ στὸ Ἔλιος μὲ τὶς ὅποιες διαφωνίες. Μέχρι ποὺ φτάσαμε στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1970, ὁπότε ἄρχισε ἡ κατασκευὴ οἰκιῶν καὶ καταστημάτων στὴν περιοχὴ τοῦ Ἔλιους. Φυσικὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε, πὼς ἕνα τέτοιο ἐγχείρημα εἶχε καὶ τὶς ἀναλογες συνέπειες, δηλαδή, τὴν καταστροφὴ ἑνὸς σημαντικοῦ οἰκολογικοῦ πνεύμονα τῆς Σκοπέλου: τοῦ γνωστοῦ σὲ ὅλους μας βάλτου ἤ «τσ’βουρλιές», ὅπως ἦταν γνωστὸς στοὺς ντόπιους.
Ὁ οἰκισμὸς περατώθηκε, καὶ μὲ τὴν εἴσοδο τῆς δεκαετίας τοῦ 1980 δόθηκε στοὺς Κληματιανούς κατόπιν κληρώσεως. Ἀλησμόνητη, μάλιστα, θὰ μείνει στὸ νοῦ τοῦ κάθε συνειδητοῦ Κληματιανοῦ ἡ ἡμέρα ἐκείνη τῆς 29ης Ἀπριλίου 1980 ποὺ ἔγινε ἡ κλήρωση καὶ δόθηκαν τὰ σπίτια, γιατὶ πίσω ἀπὸ τὴν ὅλη γιορταστικὴ ἀτμόσφαιρα, διακρίνονταν ἀμυδρὰ κι ὅλη ἐκείνη ἡ τραγικὴ κατάσταση ποὺ φανερώνεται σ᾿ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις τοῦ ἀποχωρισμοῦ. Γιατὶ ἕνας ἀδυσώπητος ἀποχωρισμὸς πλανιόταν τότε πάνω στὴν περιοχὴ τοῦ παλιοῦ καὶ τοῦ νέου χωριοῦ. Ποὺ δὲ φαινόταν τὶς στιγμὲς ἐκεῖνες, γιατὶ τὸ πασπάλισμα ἀπὸ τὴν αἰσιοδοξία ποὺ γενοῦσαν τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, κάλυπτε κάθε ἴχνος συννεφιᾶς...
Τώρα πιὰ οἱ Κληματιανοὶ εἶχαν τὸ νέο τους σπίτι, ποὺ λίγο ἔμοιαζε μὲ τὸ παλιὸ ποὺ θὰ ἄφηναν στὸ χωριό. Ἀκόμα καὶ τὸ τοπίο τώρα πιὰ ἦταν διαφορετικό... Βλέπεις, ἄλλο ὁ «Πεῦκος», οἱ «Κουκοῦλες», τὰ «Κάγκελα», ἡ «Βελανιά» κι ἐντελῶς διαφορετικὰ τὰ «Ἔλια», ὅπως λέγανε οἱ παλιότεροι τὴν περιοχή. Κι ἄν στὸ παλιὸ τὸ χωριὸ ἡ ὑγρασία ἦταν σχεδὸν μηδαμικὴ ἐκεῖ, «τς᾿ Βουρλιές», στὸν βάλτο τὰ πράγματα ἦταν τώρα πιὰ ἐντελῶς διαφορετικά. Ὅμως αὐτὰ ἦταν τιποτένια μπροστὰ στὴ νέα προοπτικὴ ποὺ ἄνοιγε τώρα πιὰ ἡ θάλάσσα, ποὺ ἁπλώνονταν λίγα μετρα ἀπὸ τὰ νέα σπίτια καὶ δὲν ἦταν μισὴ ὥρα μακρυά, ὅπως στὸ παλιὸ τὸ χωριό. Ἔτσι ἀρχίζει ἡ νέα δραστηριότητα τῶν Κληματιανῶν μὲ τὸν τουρισμό, ποὺ εἶναι προσοδοφόρος καὶ ἀνακουφίζει τὸ βαλαντιο τῶν χωρικῶν. Γιατὶ τὰ χτήματα τώρα πιὰ δὲν ἔδιναν τὰ παλιὰ τὰ μαξούλια, ἀφοῦ οἱ ἀμυγδαλιὲς ξεραίνονταν ἡ μιά μετὰ τὴν ἄλλη, οἱ μαῦρες οἰ ἐλιὲς ἔπαψαν, τὰ «κορόμηλα» λιγόστεψαν καὶ τὸ λάδι ἔβγαινε μοναχα γιὰ τὸ σπίτι, ἄντε καὶ γιὰ κανένα φίλο...Ἡ μετανάστευση καὶ τὸ «μπαρκάρισμα» δὲν ἦταν ὅπως παλιά, γιατὶ τὰ πράγματα στένεψαν κι οἱ δουλιὲς περιορίστηκαν. Ἔτσι ἡ τουριστικὴ ἀναπτυξη τοῦ νέου χωριοῦ ἔγινε πιὰ μονόδρομος, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ οίκοδομοῦνται μικρὲς ἤ μεγάλες μοναδες καταλυμμάτων γιὰ τοὺς τουρίστες. Φυσικὰ ἕνα τέτοιο ἐγχείρημα ἔχει καὶ τὶς ἀρνητικές του διαστάσεις, οἱ ὁποῖες προσδιορίζονται στὸ φαινόμενο κυρίως τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, ποὺ γεννᾶ τὸ συμφέρον-ὄχι πάντα τὸ κοινωνικό, ἀλλὰ τὸ ἀτομικό. Ὅσον ἀφορᾶ δὲ τὰ ἀποτελέσματα, θὰ φανοῦν ἀργότερα, πιστεύω...
Ἐν πάσει περιπτώσει, ἐπειδὴ ὁ λόγος μου εἶναι γιὰ τὴν ἀπόδοση τῶν νέων οἰκιῶν στοὺς μετοικήσαντες κατοίκους τοῦ Κλήματος (καὶ ὄχι μόνο), ἐπιθυμῶ νὰ σταθῶ σὲ δύο σημεῖα:Βασικὰ σημεῖα ποὺ χρειάζεται νὰ τὰ προσέξουμε, ἄν ἐπιθυμοῦμε νὰ διακρατήσουμε τὸν πολιτισμὸ τῶν πατέρων μας καί, κυρίως, νὰ τὸν μεταλαμπαδεύσουμε στὶς ἑπόμενες γενιές.
Μὲ τὸ παραχωρτήριο, λοιπόν, ποὺ πήραμε στὰ χέρια μας, τὴν 1η Ἰουνίου 1983, θεωρήσαμε ὅτι κρατοῦμε στὰ χέρια μας ἔνα διαβατήριο, τὸ ὁποῖο θὰ μᾶς ἔφερνε στὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Μὲ λίγα λόγια νομίσαμε ὅτι τὸ Νέο Κλήμα εἶναι μιὰ διαφορετικὴ πραγματικότητα κι ὄχι μιὰ προέκταση τοῦ παλιοῦ μας τοῦ χωριοῦ. Δηλαδή, δὲν καταλάβαμε πὼς μᾶς παραχωρήθηκε μιὰ νέα (προσωρινὴ κι αὐτή) κατοικία, ποὺ δὲν καταργεῖ τὴν προηγούμενη, τὴν ὁποία διαπιστώσαμε ὅτι ὑπῆρξε προσωρινή. Ἁπλά τὴν βελτιώνει. Ἑπομένως ὁ σύνδεσμος μὲ τὸ παλιό μας τὸ χωριό, τὴ μήτρα δηλαδή ποὺ μᾶς κυοφόρησε καὶ γέννησε, θὰ πρέπει νὰ συνεχιστεῖ καί, μάλιστα, νὰ γνωστοποιηθεῖ καὶ στὶς νέες γενιές, ὥστε νὰ ἀγαπήσουν καὶ νὰ τιμοῦν πάντα τὸν τόπο τῶν πατέρων τους.
Ξέρω ὅτι τὰ ὅσα γράφω θὰ θεωρηθοῦν ἀπὸ κάποιους φαιδρά, ἀνυπόστατα, οὐτοπικά. Κι ὅμως εἶναι ὁ καημὸς ὄλων ὅσων ἀγαπᾶμε, λατρεύουμε καὶ τιμᾶμε τὸ παλιό μας τὸ χωριό. Μὲ τὸ ἀγέρωχο τὸ Σχολεῖο νὰ στέκει σημεῖο ἀντιλεγόμενο σ᾿ ἐκείνους ποὺ ἐπιμένουν νὰ διαγραψουν ἀπὸ τὴ Μνήμη τὴν Ἱστορία. Τὴν παλιά μας τὴν ἐκκλησιά, τὸ χωνευτήρι ἐκεῖνο τῶν κορυφαίων μας βιωματων, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐρείπια...Ἐρείπια σπιτιῶν καὶ καταστημάτων, ποὺ ἀπομένουν ἀδιάψευστοι μάρτυρες τῆς διάβασης κάποιων ἀνθρώπων, ἴσως λησμονημένων σήμερα. Κι ἄν τὰ ἐναπομείναντα κτίσματα συγκινοῦν μὲ τὴν παρουσία τους, τὰ ἐρείπια ἀνεβαζουν στὴν ψυχὴ ἐκεῖνο τὸ ρίγος ποὺ νοιώθεις στὰ Κοιμητήρια, ὅπου ἀναπαύονται οἱ δικοι μας ἄνθρωποι, οἱ πρόγονοί μας. Γιατὶ ἐκεῖνα τὰ ἐγκατελειμμένα κτίσματα, μὲ τὰ ἄχρηστα πλέον ἀντικείμενα παραπεταμένα -ποτήρια, πιάτα, καζάνια, σκαμνάκια, τραπέζια- ὅλ᾿ αὐτὰ μαρτυροῦν τὸ πέρασμα ἀνθρώπων ἀπὸ ἐκεῖ. Καὶ νὰ σκεφτεῖ κανεὶς ὅτι τὰ ἄχρηστα αὐτὰ ἀντικέιμενα λειτούργησαν κάποτε ὡς τὰ συνοδευτικὰ ἐκεῖνα πράγματα τῆς καθημερινότητας, καὶ ὄχι μόνο, τῶν ὅσων κατοίκησαν τὰ σπίτια ἐκεῖνα. Γιατί, γιὰ νὰ ἐπεκταθεῖ ὁ λόγος μας, τὰ πράγματα αὐτὰ συνόδεψαν χαρὲς καὶ λύπες τοῦ κάθε σπιτιοῦ, ὅπως ἀρραβῶνες, γάμους, γιορτάδες, ἀλλὰ καὶ πικρὲς ὧρες ὅπως ξενιτεμοί, ἀρρώστιες, θάνατοι...
Ὅλ᾿ αὐτά, λοιπόν, πῶς νὰ λησμονηθοῦν, νὰ περιφρονηθοῦν, νὰ ριχτοῦν στὸν Καιάδα τῆς ἀχρηστίας; Ἐπίσης, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ριγήσει ὁ κάθε συνειδητὸς θνητός, ὅταν σὲ καιρὸ ἄγριου χειμώνα, μέσα στὴ χαλαλοὴ τοῦ καιροῦ, ἀκούγονται φωνὲς περίεργες, συνομιλίες απόκοσμες, θρήνοι καὶ στεναγμοί, ποὺ μονάχα, ἄν διαθέτει κάποιος τὴν εὐαισθησία τοῦ συνειδητοῦ κι ἁπλοῦ Ἀνθρώπου, μπορεῖ νὰ διακρίνει ; Γιατὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε πὼς ἐκείνα τὰ σπίτια δὲ χτίστηκαν μὲ τὴν εὐκολία τῶν σημερινῶν, ἀλλὰ μὲ πολλοὺς ἱδρῶτες, ἀγωνία, φαρμάκι καὶ σκληρὴ οἰκονομία. «Τὴν πεντάρα λίρα», ὅπως λέγανε τότε... Καὶ τὸ κάνανε πράξη οἱ παλιότεροι, ζώντας μὲ στερήσεις μεγάλες καὶ κοιτώντας νὰ ἐξοικονομήσουν τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὶς προίκες, τὸ μέτρημα, τὴν παντρειά. Μὲ μέρες καὶ νύχτες φορτωμένες ἀγωνία κι ἀγρύπνια, κόπο καὶ δάκρυα πολλά... Ποὺ τὰ σπίτια αὐτὰ ἔζησαν καὶ κράτησαν μυστικὰ ὡς ἄλλη ἐξομολόγηση. Γιατὶ ἕνα πράγμα πρέπει νὰ ξέρουμε: πῶς στὴν παραστιὰ λέγανε οἱ παλιοὶ τὸν καημό τους, μπροστὰ στὴ φωτιά, λὲς καὶ ἤθελαν αὐτὰ τὰ μυστικὰ νὰ καοῦν, νὰ γίνουν στάχτη μαζὶ μὲ τὰ ξύλα.
Τὰ παραχωρητήρια, λοιπόν, τὰ πήρανε οἱ Κληματιανοὶ στὰ χέρια τους καὶ μ᾿ αὐτὰ πήγανε καὶ κατοίκησαν τὰ νέα τους σπίτια. Ὅμως πίσω τους, στὸ παλιὸ τὸ χωριὸ ἀπόμεινε ἀνέπαφη ἡ Μνήμη νὰ σεργιανᾶ μέσα στὰ ἐρείπια καὶ νὰ θυμίζει... Ὅπως οἱ ἀρχαῖες κολῶνες, ὅπως τὰ βυζαντινὰ τὰ κάστρα, τὰ ἐρειπωμένα κελλιὰ τοῦ Ὄρους... Ἀδιάψευστοι μάρτυρες ἀνθρώπινης παρουσίας, φυλακτήρια ἱερῆς καὶ ἀθάνατης θύμησης. Ἕως τῆς συντελείας.
(Εὐχαριστῶ πολὺ τὸν Γιάννη Ἀν. Ὑδραῖο, Πρόεδρο τῆς παλιᾶς Κοινότητας τοῦ χωριοῦ μας, γιὰ τὴν πολύτιμη βοήθειά του.)

π.κ.ν.κ. Μάρτης 2017

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

Για το βιβλίο του Σπύρου Μπρίκου “Ιατρικό παράδοξο”. Επιμέλεια ιατρικών όρων: Ελένη Χρήστου (Εκδ. Μανδραγόρας 2015)

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Βιβλίο παρόμοιο δεν έχουμε διαβάσει. Η σύλληψη είναι μοναδική, πρωτότυπη και εντυπωσιακή. Τα ποικίλα περιστατικά περιμένουν τη γνωμάτευση του ειδικού. Με την ψυχρή επιστημονική, ιατρική συγκεκριμένα ορολογία, όλα φαίνεται ότι βρίσκουν την αιτία τους κι εδώ ακριβώς κρύβεται μια αντινομία. Η αιτία δεν είναι λογική αλλά βαθιά συναισθηματική. Το ιατρικό παράδοξο στην επιφάνεια έχει τη ρίζα του σε τραυματικό ιστορικό γεγονός. Ο συγγραφέας, δηλαδή, αναζητά την αιτία της ασθένειας στην ιστορία, ή, για να το πούμε καλύτερα, κάνει γνωμάτευση. Και είναι, μάλιστα, τόσοι πολλοί οι ιατρικοί όροι στην αφήγηση που ο απρόσεκτος αναγνώστης θα νομίσει πως ο γιατρός γνωματεύει επί σπανίων ιατρικών περιστατικών, όχι ότι λογοτεχνεί. Αλλά και το αντίστροφο θα μπορούσε να συμβαίνει. Να εξετάζει ιατρικά την ιστορία.

Ο συγγραφέας Σπύρος Μπρίκος στο βιβλίο του με τον τίτλο Ιατρικό παράδοξο, κατ’ αναλογίαν αλλά και κατ’ αντιδιαστολή μας προσφέρει Histoires Exraordinaires σαν του Edgar Alan Poe και μετά του Baudelaire, προσαρμοσμένες στην ελληνική πραγματικότητα. Και από την ανάγνωση αυτού του βιβλίου, προκύπτει ξανά κάτι που είναι ήδη γνωστό· τίποτα δεν υπάρχει παράδοξο όσο η ζωή η ίδια.

Το βιβλίο περιέχει τις ενότητες: «Κεφαλή», «Σώμα», «Άκρα», «Ιατρόλεξο», «Ιστορική αναδρομή». Στο «Ιατρόλεξο» μας δίνει την ερμηνεία των ιατρικών όρων. Στην «Ιστορική αναδρομή» μας δίνει τις ιστορικές συντεταγμένες -τόπο, χρόνο, γεγονός- που είναι η πραγματολογική αφετηρία. Έτσι μαθαίνουμε τι έγινε, πού και ποιοι οι πρωταγωνιστές οι θύτες και τα θύματα, οι αρχηγοί ομάδων και η δράση τους, το Σύστημα Υγείας στο βουνό, το Σανατόριο των εξορίστων στην Ικαρία και άλλα σημαντικά τα οποία φωτίζουν την τραμπαλιζόμενη ανάμεσα στην ιστορία και λογοτεχνία ατμόσφαιρα. Μετά είναι οι συνέπειες. Οι άνθρωποι που επέζησαν του πολέμου, των Γερμανών, των εκτελέσεων. Και άλλοι που έρχονται από μακριά, μετανάστες, ταλαιπωρημένοι, κακοζωισμένοι, κακοδεχούμενοι, ανεπιθύμητοι. Κι άλλοι που περιμένουν στη σειρά για μεταμόσχευση, όπως ο νεαρός που χάνει το μόσχευμα από το «ζόμπι», τον «εκατοντάχρονο μεγαλοτραπεζίτη» που έχει και πληρώνει και εξαγοράζει συνειδήσεις. Κανείς αλώβητος. Και τα ιατρικά περιστατικά πολλά και ποικίλα. Όλα σαν παράθυρα ανοιχτά για να φανούν οι πληγές της κεφαλής, του σώματος, των άκρων. Ζαλάδες, μικρόβια, εξανθήματα ορατά με γυμνό οφθαλμό και άλλα ορατά μόνο με το μικροσκόπιο και άλλα αόρατα γενικώς, παραισθήσεις και παραληρήματα, με φόντο πάντα αντάρτες, Γερμανούς, αντίσταση, σκοτωμούς, Ελευθερία ή Θάνατο.

Πρώτο ιατρικό παράδοξο είναι ο Ίλιγγος περιστροφικού τύπου, ο οποίος βασανίζει έναν οδηγό της διαδρομής Γιάννενα-Πρέβεζα και που μάλλον οφείλεται στο αυχενικό του, επιδεινούμενο από τις στροφές δρόμου. Σε μια παράκαμψη που οδηγεί στο χωριό «Αβγό», λόγω ομίχλης, τα μάτια δεν βλέπουν καλά, ενώ, αντιθέτως, η ακουστική του χώρου είναι εκκωφαντική. Ουρλιαχτά, γερμανικά οχήματα, σκηνές βίας. Η οδήγηση είναι αδύνατη, υποχρεωτικά γυρίζει πίσω. Είναι Σεπτέμβρης και ο μήνας αυτός για τον οδηγό είναι μήνας πικρών αναμνήσεων. Τελικά φτάνει στην Πρέβεζα, όπου το προηγούμενο ακουστικό σκηνικό συνεχίζεται εμπλουτισμένο με εικόνα. Αντάρτες οχυρωμένοι στο κάστρο, η ΕΠΟΝ πάει για εκτέλεση, χειροβομβίδες, οπλοπολυβόλα, ο ρόγχος του ενός, ο τραυματισμός κάποιου άλλου. Επιμύθιο, γραμμένο με άλλη γραμματοσειρά. Στο νοσοκομείο οι γιατροί «με μια επιπόλαιη ματιά» διέγνωσαν: Ίλιγγος περιστροφικού τύπου. Στο διπλανό κρεβάτι ένας παππούς με όνομα αγωνιστού τότε, ενώ το ημερολόγιο δείχνει σήμερα. Σεπτέμβριος 2013!!! Κι ο νοών νοείτω κι έτσι τελειώνει το κείμενο.

Από τι πάσχει ο οδηγός, στην ουσία; Με τη δική μας «επιπόλαιη ματιά», ο άρρωστος από ιστορικό σύνδρομο, έκανε αναδρομή, θα έλεγαν τα μέντιουμ, οι ψυχολόγοι και οι παραψυχολόγοι. Ο καιρός, ο χρόνος, η ομίχλη, ο τόπος ευνόησαν τις συνθήκες για να γίνει η μετάβαση και όλο το δράμα ξαναπαίχτηκε μπροστά του. Συμβαίνει αυτό, είναι δυνατόν; Ναι, είναι. Κάτω από έντονη συναισθηματική φόρτιση. Οι επιστήμονες, οι ορθολογιστές και οι έχοντες μαθηματικό νου, λένε πως ναι· και οι αλαφροΐσκιωτοι, σαν τους ποιητές, συνυπογράφουν. Στους σχολιαστές δεν πέφτει λόγος, αν και αυτοί συμφωνούν.

Κείμενο δεύτερο: στα Δούβιανα (υποτροπή ιλίγγου).

Ο χρόνος οπισθοδρόμησε στον δραματικό Απρίλη του 1944 και κόλλησε στον αριθμό 23. Ο Θωμάς, όταν γλίτωσε από τη σφαγή των Γερμανών, επειδή είχε χάσει τη λαλιά του, έγραψε στο θρανίο του δημοτικού σχολείου το Νο 23. Τόσους εκτέλεσαν εκείνοι την ημέρα. Ο Θωμάς σιγά σιγά ανέκτησε την ομιλία αλλά λίγες λέξεις επιλεκτικά. Πώς αναγράφεται στο ιατρικό δελτίο η περίπτωση; «Λίγες λέξεις. Που αναδύονταν από τα βάθη του κέντρου λόγου στον μετωπιαίο λοβό. Περνούσαν στον υποθάλαμο, στον ιππόκαμπο και μέσω της υπόφυσης διαχέονταν στα στάδια της συνείδησης». Όλο αυτό, που σε φυσιολογικές καταστάσεις γίνεται αυτομάτως, για τον Θωμά είναι διαδικασία πόντο πόντο ελεγχόμενη. Γιατί ο Θωμάς γνώρισε «Γη και Ελευθερία» και ότι οι εκτελεσμένοι «ήταν κομμουνιστές. Τη Μεγάλη Παρασκευή. Και ήταν απ’ τα Δούβιανα (Κρυοπηγή)». Ο Θωμάς, σαν ευαγγελιστής, έκανε μεταγραφή του θείου πάθους σε ανθρώπινο. Ο σωσμένος μοιάζει με αναστημένο, αλλά δεν είναι πλέον του κόσμου τούτου. Μπορεί το σώμα του να παρέμεινε πάνω στη γη, η ψυχή του όμως και το μυαλό του κατέβηκαν στον κάτω κόσμο. Κι όταν ξανανέβηκαν στο μυαλό, την ψυχή και τα μάτια είχε αφήσει αποτύπωμα το ακραίο γεγονός. Και η επίσημη ερμηνεία: υποτροπή ιλίγγου, τόσο απλά!

Στη νόσο του κινητικού νευρώνα ο συγγραφέας θέτει το πολύ σοβαρό πρόβλημα της ευθανασίας, όταν τίποτα δεν λειτουργεί κι όταν η ηρωίδα μάνα, που δεν ευτύχησε να πεθάνει τη μάχη, πάσχει από «παράλυση με ιστορική μνήμη». Τι γίνεται σε μια τέτοια περίπτωση; Ταλαιπωρούμε το ζωντανό πτώμα μέχρι να φύγει τυραννισμένο; Όχι. «Με λίγα μιλιγκράμ δόσης στην ηπαρισμένη φλέβα. Η ανάσα της χάθηκε και οι σφύξεις της έσβησαν». Ακολουθεί το επιμύθιο: «Με μια αποτέφρωση. Η μάνα του ξέμπλεξε από την μεταθανάτια ζωή. Δεν την θέλησε ποτέ της». Έτσι, τηλεγραφικά, πρόταση και τελεία, για να διασωθεί μόνο η ουσία και του λόγου και της πράξης και της πίστης.

Αλλού το ιατρικό δελτίο, όπως στη διαφορική διάγνωση εμπεριέχει δέκα εναλλακτικές διαγνώσεις. Κάθε μία έχει τη λογική και την παρα-λογική της πλευρά. Κάθε εκδοχή εμπεριέχει και μια άλλη. Τίποτε δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται και πολλά που δεν φαίνονται είναι η αιτία των ανθρώπινων δεινών. Τίποτα δεν είναι απόλυτα διευκρινισμένο. Το λέει και ο γιατρός: «μη βιάζεστε να βγάλετε διάγνωση».

Αυτή η πρωτότυπη αντιμετώπιση του θέματος με ιατρικούς όρους έχει, νομίζω, έναν στόχο. Από την μία να προσδιορίσει λογικά επιστημονικά την «ασθένεια» αλλά και να παρεμβάλει την περίπτωση του ά-λογου, του τυχαίου, του απρόσμενου που κυριαρχεί στη ζωή και άλλοι το βαφτίζουν μοίρα, άλλοι θαύμα, άλλοι κατάρα, άλλοι ξαφνικό, άλλοι πεπρωμένο. Το γεγονός είναι πως οι δρόμοι της λογικής δεν επαρκούν για να δώσουν ερμηνεία στα θέματα του μυαλού και της ψυχής. Είναι πάμπολλες οι παράμετροι που παραμένουν αδιευκρίνιστες. Από την άλλη, πρέπει να αποδεχτούμε πως και η ιατρική επιστήμη, όπως και κάθε επιστήμη, έχει την ποίησή της και τις θαυμαστές ποιητικές εικόνες της, όπως το, σαν «μονόπετρο δαχτυλίδι», πλασμώδιο της ελονοσίας, στο μικροσκόπιο.

Τα σχέδια, τα σκίτσα, οι πίνακες, όλα συμβάλλουν στη δημιουργία του κλίματος. Το συγκεκριμένο βιβλίο, πέρα από την υπόθεση της λογοτεχνίας επιδιώκει να συνδέσει το ιατρικό με το ιστορικό παράδοξο, πρώτον, για να δείξει την αρρώστια του κόσμου και δεύτερον, για να αποτίσει φόρο τιμής σ’ αυτούς που αγωνίστηκαν και έπαθαν, στους μαρτυρικούς τόπους, στον γάιδαρο που μετέφερε τα όπλα των ανταρτών, στα αετόπουλα του θεάτρου Γκλόρια, στους μαρμαρωμένους αντάρτες στα υψώματα της Αγίας Τριάδας, στο Τσαβαλοχώρι, στην Κοκκινιά, σ’ αυτούς που τα σπλάχνα τους φύτρωσαν και ενσωματώθηκαν με το φυτοπλαγκτόν. Γιατί «Η αδιαφορία είναι το νεκρό βάρος της ιστορίας. Η αδιαφορία δρα δυνατά πάνω στην ιστορία. Δρα παθητικά, αλλά δρα. Είναι η κτηνώδης ύλη που πνίγει την ευφυΐα» είπε ο Αντόνιο Γκράμσι και βάζει μότο στο βιβλίο του ο Μπρίκος, που δίνει σημασία «στον παράγοντα άνθρωπο» τον «μόνο παράγοντα που δεν κατάφεραν να υπολογίσουν σωστά» οι εξουσίες.


Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΑΝΑΠΟΛΗΣΕΙΣ 1, ΤΟΥ ΤΡΙΩΔΙΟΥ ΤΑ ΒΡΟΧΕΡΑ ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΑ

Στὸν κ. Δημ. Νόλλα, εὐχετήριο
Ὁ δρόμος ἀνηφόριζε ἥσυχος μέσα στὸ ὑγρὸ τ᾿ ἀπόβραδο, ποὺ τὸ κένταγε μιὰ ψιλή, ἀθόρυβη καὶ μονότονη βροχή. Τὰ φωτισμένα παράθυρα τῶν σπιτιῶν ἦταν ἡ παρηγοριά του τοῦτες τὶς χρονιάρες μέρες. Γιατὶ ἦταν μέρες ἀκριβὲς γιὰ κεῖνον, μέρες τῆς Ἀποκριᾶς, ποὺ ἔσταζαν νοσταγλία μέσα του, καθὼς μετὰ τὸ ἀπογευματινὸ τὸ μάθημα ἀνηφόριζε γιὰ τὴ μοναξιά του, γιὰ τὸ ἀπόμερο τὸ δωμάτιο, τὸ καταφύγιό του στὴ μεγαλη τὴν πολιτεία. Κι ἦταν ὄντως καταφύγιο, ἀφοῦ ἐκεῖ ξεκούκιζε τὸ κομποσκοίνι τῶν στεναγμῶν του, ἐκεῖ μετροῦσε, μαζὶ μὲ τὰ λίγα χρήματα καὶ τὸ Χρόνο ποὺ δὲν ἔλεγε νὰ στραγγίξει ἀπὸ μέσα του κὰι ν᾿ ἀφήσει τόπο στὸ Νόστο νὰ σεργιανίσει μαζί του, μέρες ποὺ ἦταν, σὲ περιούσια τοπία, ποὺ εὐωδίαζαν πρώιμη ἄνοιξη κι ἀνάσα καμμένου πεύκου καὶ ἐλιᾶς.
Σαββατόβραδο, λοιπόν. Τς Ἀποκριᾶς τὸ γελαστὸ τὸ Σαββατόβραδο μὲ τὶς μυρωδιὲς ἀπὸ τὰ μαγειρεμένα φαγητὰ νὰ ἁπλώνονται στὴν μεγάλη τὴν πόλη, λὲς κι ὅλοι, ἤ σχεδὸν ὅλοι, ἀπόψε ἕνα μεγαλο τραπέζι θὰ στρώσουν καὶ θὰ εὐφρανθοῦν, θὰ γλεντήσουν.
Ἀπὸ μακρυὰ σὰ νὰ διακρίνονται ἥχοι μουσικῆς. Μουσικῆς φορτωμένης ἐλπίδες γλεντιοῦ καὶ ξεφαντώματος. Μέχρι νὰ χαθοῦν ἀπὸ σιμά του, ὅταν ξεκλειδώνει τὴ θύρα τοῦ δωματίου καὶ νοίωθει τὸν παγωμένο ἀέρα νὰ τὸν ὑποδέχεται μαζὺ μὲ τὸ χλωμὸ τὸ φὼς τοῦ ἠλεκτρικοῦ ποὺ ἁπλώνει γύρω του ὀ σκονισμένος λαμπτήρας. Κι ὕστερα, ἐκείνη ἡ εὐωδιὰ ἀπὸ τὰ «δακράκια», τὰ λουλούδια τοὺ ἀγροῦ, ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὸ χωριὸ μαζὶ μὲ ἐκείνη τὴν πλουμιστὴ κολοκυθόπιττα. Τὸ ἔδεσμα τῶν ἠμερῶν τῆς Ἀποκριᾶς, ποὺ τὸ παρασκεύαζαν στὸ χωριό του μὲ τὀση χάρη καὶ γιορταστικὴ διάθεση. Άπὸ κολοκύθι καλοκαιρινό, ξερό τὸ λέγανε, μὲ τὸ ρύζι, τὸ γίδινο γάλα, τὴν κανέλα καὶ τὴ ζάχαρη βρασμένο, κι ὕστερα πασαλισμένο μὲ τριμμένο ἀμύγδαλο, γιὰ νὰ ψηθεῖ μετὰ μέσα στὸ φοῦρνο, νὰ γίνει τὸ γλύκισμα τῆς Ἀποκριᾶς γιὰ τὸ καλὸ τοῦ χρόνου.
Παγωμένο ἀπὸ τὴ χειμωνιάτικη νύχτα τὸ δωματιο ἄφηνε τὴν ὑγρή του ἄχνα νὰ σταλαζει πάνω στοὺς τοίχους, τὰ ροῦχα καὶ τὰ βιβλία. Τί νὰ σοῦ κάνει, βλέπεις, ἕνα μικρὸ ἠλεκτρικὸ καλοριφέρ, ποὺ μάλιστα τὸ πρόσεχε μὴν καὶ κάψει πολύ, γιατὶ ἐξοικονομοῦσε καὶ τὴ στερνὴ τὴ δεκάρα νὰ περάσει.
Ἔξω, σὰ νὰ τοῦ φάνηκε πὼς ἄρχισε νὰ βρέχει πάλι. Σφάλισε μὲ προσοχὴ τὰ παραθυρα καὶ τὴν πόρτα, καὶ ντυμένος ὅπως ἦταν κάθισε στὸ τραπέζι, ποὺ τὸ εἶχε καὶ γιὰ γραφεῖο, νὰ ξετυλίξει τὰ χαρτιά του ἀπὸ τὸ ἀπογευματινὸ τὸ μάθημα. Πρόσεξε τότε ἕνα σημείωμα ποὺ εἶχε προσθέσει στὰ τόσα ποὺ ἔσερνε μαζύ του. «Νὰ θυμηθῶ νὰ τηλεφωνήσω στὸ χωριό», ἔγραφε.
Ναί, τὸ εἶχε ἀνάγκη αὐτό. Νόμιζε πὼς τὰ δυό, τρία λεφτὰ συνομιλίας μὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς δικούς του παραμέριζαν τὰ βαρειὰ τὰ χνῶτα τῆς μοναξιᾶς κι ἄνοιγαν ἕνα παράθυρο στὸ φῶς, ἀναδύοντας συνάμα καὶ τὴν πολύτιμη τὴ συντροφιά τῆς μνήμης.
Δὲν εἶχε τηλέφωνο στὸ σπίτι κι ἀναγκάστηκε νὰ φορτωθεῖ πάλι τὴ σπιτονοικοκυρά του, ποὺ τὴ σεβόταν καὶ βοηθοῦσε ὅποτε τοῦ ἦταν βολετό, ἀφοῦ τοῦ θύμιζε τὴ μητέρα του.
Μετὰ τὸ τηλεφώνημα σὰ νὰ χάρηκε, ἀφοῦ ἔμαθε πὼς ὄλοι εἶναι γεροί καὶ πὼς κι ἐκεῖ χειμώνας εἶναι, γερὸς μάλιστα...
-Νὰ προσέχεις, μὴν ἀρρωστήσεις. Σέρνεται γρίππη, τοῦ εἶπε ἡ ἀδερφή του ἀπὸ τὸ χωριό, ἐνῶ ὑποσχέθηκε πὼς θὰ τοῦ στείλουν κι ἄλλη κολοκυθόπιττα καὶ μπακαλιάρο μὲ τὸ ρύζι ποὺ τοῦ ἄρεσε, μόλις βροῦν εὐκαιρία.
Καθὼς ἀνέβαινε ἡ νύχτα ἔξω οἱ φωνὲς πληθαιναν ἀπὸ τὸν κόσμο ποὺ πήγαινε νὰ γλεντήσει. Ἀπὸ ἀπέναντι, μάλιστα, ἄκουσε τὰ παιδιά -κορίτσια κι ἀγόρια-, ποὺ ξένοιαστα θορυβοῦσαν. Φαίνεται πὼς εἶχαν κάποιο πάρτυ. Μέρες ποὺ ἦταν ἄλλωστε.
Τοὺς ἤξερε ὅλους... Κι αὐτοὶ τὸν γνώριζαν καὶ κάποιες φορὲς τὸν καλοῦσαν, ὅμως ἐκεῖνος ντρεπόταν... Ἦταν, βλέπεις, μεγάλη ἡ φτώχεια του καὶ κοιταζε νὰ τὰ βολέψει μὲ τὰ λίγα χρἠματα ποὺ διέθεταν οἱ δικοί του, γιὰ νὰ σπουδάσει. Καὶ τώρα τὸν εἶχαν καλέσει, ὅμως προτίμησε νὰ μείνει μέσα, συντροφιὰ μὲ τὰ γραφτά, τὰ βιβλια καὶ τὸ μικρό τὸ ραδιόφωνο, ποὺ τὸν συντρόφευε. Ὅπως τοῦ ἔγινε, καὶ τούτη τὴ βραδυὰ συντροφιὰ περισσή. Γιατὶ κάποια στιγμή, ἀπὸ τὴ μικρή, ἀπέριττη καὶ φτωχικὴ συσκευὴ ἄνοιξε ἔνα παράθυρο στὴν αἰσιοδοξία, ἀλλὰ καὶ στὴ νοσταλγία, ποὺ τὴ χρειαζόμαστε τόσο, γιατὶ μᾶς παραμερίζει τὸ παραπέτασμα καὶ μᾶς συνορεύει μὲ κόσμους καὶ ἀνθρώπους ἀγαπημένους. Κι ἡ μουσικὴ ποὺ ἀπόψε ἄκουσε, μουσικὴ ἀπὸ τὸν τόπο του γιορταστικὴ μουσικὴ γιὰ τὶς μέρες αὐτές, τοῦ ἔδωσε τὴν εὐκαιρία νὰ ρεμβάσει γιὰ λίγο, νὰ θυμηθεῖ πὼς ἐκεῖ, στὸ μικρὸ καὶ φτωχικό του τὸ χωριὸ οἱ ἄνθρωποι αὐτὲς τὶς μέρες τὶς χαίρονται ξεχωριστά. Ἀνταμώνουν, γλεντοῦν, τραγουδάνε, χορεύουν, γεύονται τοὺς καρποὺς τῶν ἔργων τους, τὰ εὐωδιαστὰ ρυζόγαλα, τὶς τραγανὲς καὶ μυρωμένες κολοκυθόππιτες, τὸν καπαμᾶ, τὰ στριφταρια μὲ τὸ τυρί, τὰ μακαρόνια μὲ τὴ μυζήθρα καὶ τόσα ἄλλα, ποὺ τὰ ποτίζει τὸ κεχριμπαρένιο τὸ κρασί...
Κι ὕστερα ὀ χορός, μὲ τὸ τραγούδι νὰ τὸν συνοδευει, σὰν κι αὐτὸ ποὺ ἄκουσε ἀπόψε στὴν ἐκπομπὴ «Ἀποκριὰ στὴν Ἑλλάδα»... Τραγούδι παλιό, τοῦ τόπυ του τραγούδι, φορτισμένο μὲ μνῆμες, νόστο, συγκίνηση καὶ πολιτισμό. Καὶ τότε θυμήθηκε κάτι ποὺ ἀπὸ τὰ παιδικά του τὰ χρόνια κράτησε ἱερὸ κειμήλιο στὴν ψυχή του, ὅταν ἄκουσε ἔνα ἀρχαῖο χορὸ ἀνδρῶν νὰ χορεύουν στὴν πλατεία μὲ κορυφαῖο τοῦ χοροῦ ἕναν παπποῦ-μακαρίτη σήμερα, τὸν μπάρμπα-Σταμάτη, νὰ λέει ἕνα ξεχωριστὸ τραγούδι, ποὺ στὴ συνέχεια ἐπαναλάμβαναν ὅλοι οἱ ἄλλοι ἄντρες τοῦ χοροῦ. Ἤταν μιὰ κορυφαία τοῦ βίου του στιγμή, γιατὶ τοῦ φάνηκε τότε, καὶ μέχρι σήμερα τὸ κρατεῖ άνόθευτο, πὼς αὐτὲς οἱ φωνές, ποὺ σκορπίζονταν μέσα στὸ συννεφιασμένο ἀπόβραδο, ἔρχονταν ἀπὸ πολὺ μακρυά. Ἀπὸ τὰ πλέον μακρυνὰ κι ἄγνωστα τοπια τῆς Παράδοσης καὶ τῆς Βιοτῆς ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων, ποὺ τὰ σεβάστηκαν, τὰ κράτησαν μέσα τους καὶ κάθε χρόνο, τετοιες μέρες, τὰ ξαναφέρνουν σιμά μας, Ὅπως οἱ νοικοκυρὲς σηκώνουν ἀπὸ τὰ σεντούκια τους ὅ,τι τὸ ὡραῖο, «πτίδιο» καὶ πολύτιμο, γιὰ νὰ στολίσουν τὸ σπίτι τους στὶς γιορτάδες ἤ στὶς σημαδιακὲς τὶς μέρες.
Ἔξω ἀκούγονταν φωνὲς καὶ θόρυβοι ἀπὸ αὐτοκίνητα, μηχανὲς καὶ ἀκατανόητες μουσικές. Ἡ βροχὴ δυνάμωσε καὶ ράντιζε μὲ δύναμη τὰ κλειστὰ παράθυρα. Εὐτυχῶς τὸν συντρόφευε κι ἀπόψε. Γιατὶ πάντα αὐτὸς ὁ καιρός, ὁ μουντὸς καὶ βροχερὸς καιρός, τοῦ χάριζε εὐκαιρίες στοχασμοῦ καὶ ἀναπόλησης. Καὶ δὲν εἶχε ἄδικο... Τοῦ παραγέμιζαν τὰ μοναχικὰ του Σαββατόβραδα, αὐτὲς οἱ γιορτινὲς τοῦ χωριοῦ του οἱ μνῆμες καὶ τῶν συγχωριανῶν του οἱ πηγαῖες κι ἄφθορες συνήθειες. Καὶ τὸν συντρόφευαν... Ὅπως κι ἀπόψε. Κι αὐτὸ τοῦ ἔφτανε. Μέχρι νἄρθει κι ὁ ζωοδότης ὕπνος νὰ συνεχιστεῖ τὸ ὄνειρο καὶ τὸ ταξιδι...

π. κ.ν. κ Τσικνοπέμπτη 2017

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Η ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ ΑΝΕΤΕΙΛΕ ΛΟΙΠΟΝ...

Μνήμη ιερὴ Γονέων, συγγενῶν, «μισούντων καὶ ἀγαπώντων»

Μὲ σταθεροὺς βηματισμοὺς σιμώνει κι ἡ ἑβδομαδα τῆς Ἀποκριᾶς, γιὰ νὰ μᾶς κομίσει δυὸ μέρες πολὺ σημαντικές, κορυφαῖες θὰ τὶς ἔλεγα, τῆς Τσικνοπέμπτης καὶ τοῦ Ψυχοσάββατου. Μέρες, ποὺ ἄν τὶς δεῖ κάποιος ἔτσι απλᾶ καὶ σύντομα, μήτε ποὺ θὰ προσέξει τὸ περιεχόμενό τους, τὸ ὁποῖο ψυχωφελεῖ τὰ μέγιστα τὸν κάθε πιστό. Γιατὶ γνωρίζει πολὺ σωστὰ ἡ Ἐκκλησία, ὅτι ὀφείλει νὰ συνδράμει τὸν κάθε δικό Της ἄνθωπο μὲ χίλιους τρόπους, ὥστε νὰ ζεῖ τὴ χαρὰ καὶ τὴν εὐφροσύνη τῶν ἠμερῶν αὐτῶν, σὲ συδυασμὸ μὲ τὸ χαροποιὸν πένθος καὶ τὸν ὅποιο βαθὺ προβληματισμὸ ἀποπνέουν. Ἔτσι ἡ Τσικνοπέμπτη προβάλλεται ὡς μιὰ μέρα ποὺ ὁ κάθε νοικοκύρης τὴ χαίρεται καὶ τὴν ἀξιοποιεῖ, γιατὶ εἶναι μέρα γιορτῆς καὶ ἀπόλαυσης τῶν ὅσων τοῦ προσφέρει ἠ Χάρις Του. Γιὰ νὰ τὴ διαδεχτεῖ στὴ συνέχεια ἡ σημαδιακὴ τοῦ Ψυχοσάββατου ἡμέρα, μὲ τὸ ἀθάνατο Πανηγύρι τῶν κεκοιμημένων, ὥστε νὰ κατανυγεῖ ἡ ψυχὴ καὶ νὰ σκεφτεῖ μὲ ἱερὸ στοχασμό, τὸ ἄλλο μέγιστον μάθημα ποὺ τῆς δίδεται μὲ νόημα βαθύ. Ὅτι δηλαδή, μετὰ τὸ εὐφρόσυνο γιορτινὸ τραπέζι, τώρα πιὰ στρώνεται ἡ ἄλλη τράπεζα, ἐκείνη γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, τράπεζα ἱερή, πάντιμος καὶ τὰ μέγιστα συγκινητική, τὴν ὁποία καλεῖται νὰ ἀξιοποιήσει ἡ κάθε φιλόθεη ψυχή, γιατὶ γνωρίζει πολὺ καλά, πὼς μετὰ ἀπὸ κάποια χρόνια κι αὐτὴ θὰ εἶναι ἕνα ὄνομα γραμμένο γιὰ μνημόνευση τὴν ὥρα τοῦ Νεκρωσίμου Τρισαγίου, ἕνα σπυρὶ σιτάρι στὸ πιλάτο μὲ τὰ κόλυβα καὶ μιὰ μερίδα στὴ θέση τῆς μνημόνευσης τῶν κεκοιμημένων στὸ ἱερὸ Δισκαριο κατὰ τὴν Προσκομιδή.
Ἑβδομάδα τῶν Ἀπόκρεω, λοιπόν, ἀνατέλλει. Μὲ εὐαγγελικὲς περικοπὲς ποὺ ἀνακαλοῦν στὴ μνήμη μας τὸ Πάθος τοῦ Κυρίου μας. (Ἀνακαλοῦν, ἄραγε, ἤ μᾶς προετοιμαζουν;). Μὲ μηνύματα ποικίλα, ποὺ ὀφείλουμε νὰ τὰ δοῦμε κάτω ἀπὸ μιὰ προοπτική: Αὐτὴ τῆς μετανοίας ἤ πιὸ ἁπλᾶ τῆς ἀποκάλυψης τοῦ πραγματικοῦ μας προσώπου μὲ τὴν ἀπόρριψη τοῦ κάθε προσωπείου, τῆς κάθε μασκας, τῆς κάθε ὑποκριτικῆς. Γιὰ νὰ σταθοῦμε ἔτσι γνήσιοι στὸ φοβερό Του βήμα. Ἀλλιῶς ποιὸ νόημα ἔχει νὰ μιλᾶμε γιὰ τὸ Τριώδιο, γιὰ τὴν Ἀποκριά, ἀκόμα καὶ γιὰ τὴν Τσικνοπέμπτη;
π. κ. ν. κ.

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΑΜΕΙΟΝ ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΘΗΣΑΥΡΟΥ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΣΚΟΠΕΛΟΥ

Μιὰ ἀπόπειρα ἀνάγνωσης τοῦ νέου βιβλίου τῆς Μαρίας Δελήτσικου-Παπαχρίστου, Σκοπέλου «λάλον ὕδωρ», ἐκδ. ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ Ἀθήνα 2016, σ. σ. 576
Κάθε νέα μελέτη γιὰ τὸν τόπο μου, «τὴ Σκόπελό μου, τὴν ἀγαθὴν πατρίδα», ὅπως τὴν ὀνόμαζε ὁ μεγάλος μας λόγιος, ὁ Καισάριος Δαπόντες, ἀναμφίβολα εἶναι μιὰ φωτεινὴ γραμμὴ μέσα στὰ σκοτάδια τῶν καιρῶν μας, ποὺ σοῦ χαρίζει τὴ δυνατότητα νὰ συνεχίσεις τὸ δρόμο σου. Γιατὶ αὐτοὶ οἱ φάροι οἱ στημένοι μέσα στὸ πέλαγος τῆς ζωῆς, μποροῦν νὰ σὲ ὁδηγησουν σὲ λιμάνια σωτήρια, ἕνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι κι ἡ γλώσσα μας. Ὁ ἀθάνατος Ἕλλην Λόγος. Ἄν δὲ τώρα αὐτὸς ὁ λόγος εἶναι ὁ λόγος, ἡ λαλιὰ τῶν προγόνων σου, τοῦ τόπου δηλ. ποὺ σὲ ἀναστησε, τότε γίνεται ἀκόμα πιὸ ἱερός, θεῖος, ἐξάπαντος πασπαλισμένος μὲ συγκίνηση, κατάνυξη καὶ εὐλογία. Γιατὶ εἶναι ἡ μιλιὰ τῶν δικῶν σου ἀνθρώπων, ποὺ σὲ συντροφεψε, παραμύθισε, καὶ σ᾿ ἀγκαλιασε μὲ στοργὴ περίσσια. Καὶ γιὰ νὰ μὴ μακρηγορῶ καὶ κουράζω, λέω τὰ παραπάνω, ἐπειδὴ θέλω νὰ εὐχαριστήσω πρωτίστως τὴν ὡς ἄνω συγγραφέα, γιὰ τὴν ἀποστολὴ τοῦ νέου της βιβλιου μὲ θέμα αὐτὴ τὴ φορὰ τὴ σκοπελίτικη διάλεκτο. Διάλεκτο, ποὺ ἀφομοίωσε ἕνα πλῆθος λέξεων καὶ τὶς ἐπεξεργάστηκε στὸ καμίνι τῆς καθημενινότητας καὶ ἐπικοινωνίας μὲ ἀποτέλεσμα νὰ σκύβουν οἱ ἐνδιαφερόμενοι καὶ νὰ ἐξετάσουν μὲ προσοχὴ αὐτὸν τὸν πολύτιμο, ὄντως, γλωσσικὸ θησαυρὸ τοῦ νησιού μας. Κι ἐδῶ εἶναι ποὺ στεκόμαστε μὲ μεγαλο θαυμασμὸ.
Στὸ ἐν λόγῳ πόνημα τῆς κ. Μαρίας, λοιπόν, ταμιεύεται ὁ μέγιστος ἀριθμὸς ἀπὸ τὶς λέξεις καὶ τὶς παροιμιώδεις ἐκφράσεις τῆς νήσου Σκοπέλου, γιατὶ ὑπάρχουν καὶ λέξεις ποὺ ἔχουν ἐντελῶς λησμονηθεῖ , ὅπως π. χ. ἡ λ. « φαμπρικάρω», ποὺ ἦταν τῆς ἴδιας σημασίας μὲ τὴ λ. «ναυπηγῶ». Ὅταν δὲ γίνεται λόγος γιὰ τὴ Σκόπελο, θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε στὸ νοῦ μας ὅτι τὸ νησὶ αὐτό, μὲ τὴ Χώρα καὶ τὰ δύο μεγαλα χωριὰ Γλώσσα καὶ Κλήμα, ἔχει μεγαλο ἐνδιαφέρον ὅσον ἀφορᾶ τὸν λαϊκό του πολιτισμό, ποὺ ἔχει δεχτεῖ ἐπιδράσεις ἀπὸ τοὺς κατὰ καιροὺς παροικοῦντες, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀποδήμους κατοίκους του, οἱ ὁποῖοι ἐρχόμενοι στὸν τόπο τους κόμισαν καὶ νέα πράγματα.
Αὐτὰ ὅλα, λοιπόν, ἀναλύονται διεξιοδικὰ στὸ πρῶτο μέρος, στὴν Εἰσαγωγή (σ. 19-42). Γιὰ νὰ φτάσουμε στὴ φωνητικὴ καὶ τὴ φωνολογία (σ. 25-38) καὶ στὴν ἀναλύτικὴ Γραμματικὴ τῆς σκοπελίτικης διαλέκτου (σ. 83-186). Στὴ συνέχεια παρατίθεται τὸ λεξιλόγιο (σ. 191-506) μέ τὴν ἑτυμολογία τῆς κάθε λέξεως, κάτι ποὺ γίνεται γιὰ πρώτη φορὰ ἀπ᾿ ὅσα γνωρίζω. Σημαντικὴ προσφορὰ στὸν ἀναγνώστη εἶναι καὶ ἡ χρήση τῶν λατινικῶν χαρακτήρων στὴ γραφὴ ὁρισμένων λέξεων, ὅπως ἐπίσης καὶ τῶν ἀπαραίτητων συμβόλων, γιὰ τὴν ὅσο τὸ δυνατὸν καλύτερη προφορά, ποὺ θὰ προσεγγίζει κατὰ τὸ δυνατὸ τὸ πρωτογενὲς γλωσσικὸ ἰδίωμα.
Τέλος, στὶς σελ. 511-565 ταμιεύονται παροιμιώδεις ἐκφράσεις, δίστιχα σκωπτικὰ κ. ἄ, ἐνῶ τὸ βιβλιο κλείνει μὲ τὴν ἀναλυτικὴ βιβλιογραφία (σ. 567-571).
Οἱ λέξεις αὐτές, λοιπόν, ποὺ ὑπῆρξαν οἱ κώδικες ἐπικοινωνίας καὶ συναλλαγῆς μεταξὺ τῶν προγόνων μας, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀπαραίτητα ὀχήματα ἐννοιῶν γιὰ τὶς διαπροσωπικές τους σχέσεις, ἔχουν τὶς ρίζες τους στὸ βαθὺ ἱστορικοκοινωνικὸ παρελθὸν τοῦ νησιοῦ αὐτοῦ. Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρω τὴ λ. «κνώδαλου», [τοὺ] ( σ. 296), ποὺ μᾶς ἔρχεται ἀπὸ τὸν 18ο αἰ. μὲ τὸν Καισάριο Δαποντε χαριτωμένα νὰ μᾶς θυμίζει, «Ὅμως ἐγὼ τὸ κνώδαλο γιὰ νὰ μὲ ζωγραφίσουν / Σ᾿ ἕνα πανὶ ἐπλήρωσα, ἄξιος νὰ μὲ φτύσουν» (Κῆπος Χαρίτων, κεφ. 16, στ. 289-90).
Ἡ λ. λοιπόν αὐτή, «κνώδαλου» βλέπουμε νὰ διατηρεῖται μέχρι σήμερα, ἀντίθετα μὲ τὴ λ. «μποτάμι», ποὺ ἔχει τὴν ἴδια ἔννοια μὲ τὴ λ. «στοίβα» (σ. 452), τὴ σχετικὴ μὲ τὴν ἀποθήκευση τῶν κρασοβάρελων. Καὶ νὰ φανταστεῖ κανεὶς πὼς ἡ λ. αὐτὴ γράφεται στὰ συμφωνητικὰ κατασκευῆς βαρελιῶν ἀπὸ τὸ 1830, 31 κ.λ.π. ἴσως καὶ λίγο πιὸ πρίν, ἐνῶ ἡ ἄλλη ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 18ου αἰ, ἴσως καὶ παλιότερα.
Ὅπως ἐπίσης τὸ τοπωνύμιο «Δρακοντοσχίσμα», ποὺ πάλι τὸ ἀναφέρει ὁ Δαπόντες καὶ σώζεται μέχρι σήμερα,ἀπὸ τὸν 4ο αί, ἐνῶ τὸ ἄλλο τοπωνύμιο, «τοῦ Δοκιμου», ποὺ ἀφορᾶ τὴ Μονή τοῦ Προδρόμου, σήμερα ἔχει λησμονηθεῖ. κ. ἄ πολλά τέτοια. Πάντως ἡ σ. πολὺ σωστὰ γράφει τὶς ὀνομασίες τῶν τοπωνυμίων σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ πῶς λέγονται π. χ. ἀκούγεται σήμερα «Τς᾿ Πρασᾶς τοὺ ρέμα», ἐνῶ εἶναι τὸ σωστὸ «στοῦ Πρασᾶ» -ἔτσι μᾶς τὸ παραδίδει, ἄλλωστε, κι ὁ Δαπόντες.
Θέλω, λοιπόν, νὰ πῶ μὲ τὰ δύο αὐτὰ παραδείγματα, πὼς ἡ ταμίευση καὶ ἡ καταγραφὴ τῶν λ. τῆς διαλέκτου τοῦ νησιοῦ μας εἶναι μιὰ ἱερὴ ὑπόθεση, στὴν ὁποία καλούμεθα νὰ σταθοῦμε μὲ σεβασμό. Γιὰ νὰ μὴ λησμονηθοῦν, δηλ. ἄλλες λέξεις, νὰ μὴ χαθοῦν μαζὶ μὲ τὰ πρόσωπα τῶν παλιῶν ποὺ τὶς γνωριζαν, τὶς ἔλεγαν καὶ ἦταν κομματια τῆς ψυχής τους.Γι᾿ αὐτὸ ἐπαινεῖται αὐτὴ ἡ προσφορὰ τῆς σ. , ἡ ὁποία μὲ μεγαλο κόπο κατόρθωσε νὰ κλείσει μιὰ προσπάθεια ποὺ ἄρχισε ὁ πολὺς Νικόλαος Γεωργάρας στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰ μὲ τὶς πολύτιμες «Αἱ ἐν Σκοπέλῳ προθέσεις», συνέχισε ὁ Ἀδ. Σάμψων μὲ τὸ «Γλωσσικὸ ἰδίωμα» (1972) , ὁ Χρ. Ἀντωνίου (λιγότερο) μὲ τὸ γλωσσάριο στὸ βιβλίο του «Γλώσσα Σκοπέλου» (2000) καὶ σφράγισε μὲ τὴ λαμπρὴ αὐτὴ μελέτη καί, ἀσφαλῶς, τὴν πλέον κορυφαία, ἡ κ. Μαρία Δελήτσικου-Παπαχρίστου. Τῆς σφίγγουμε μὲ συγκίνηση καὶ εὐγνωμοσύνη τὸ χέρι καὶ εὐχόμαστε, εὐλογημένη συνέχεια...
π. κ. ν. κ  

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Κ' ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥΣ (2)

Πάλι θὰ θυμηθῶ τὴ μακαρίτισσα τὴ γιαγιά μου τὴ Σοφία, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔχω μάθει πολλὰ καὶ ποικίλα πράγματα. Κι ἄς ἦταν ἐντελῶς ἀγράμματη. Σημασία ἔχει ὅτι αὐτὰ ποὺ ἄφησε ὡς παρακαταθήκη-λόγια καὶ ἔργα-εἶναι ἱερὰ, χρήσιμα καὶ πολὺ συγκινητικά, γιατὶ σιγὰ-σιγά χάνονται...
Θυμήθηκα, λοιπόν, κάποιες λέξεις ποὺ συνήθιζε νὰ λέει κι οἱ ὁποῖες εἶχαν καὶ νόημα καὶ ἱστορία. Ἔχουν δὲ σχέση οἱ λέξεις αὐτὲς μὲ τὴν τροφή, αὐτὴ τὴ λειτουργία δηλαδή, τῆς συντήρησης τοῦ ἀνθρώπινου ὀργανισμοῦ. Τὶς παραθέτω μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι κάτι ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἀφησαν ἐκεῖνοι οἱ παιοί, δὲ χάθηκε.
-Ἀρή, μ᾿ ἔπιασι ἡ πσ΄χήμ [μὲ ἐπιασε ἡ ψυχή μου], αὐτὸ λέγονταν ὅταν πεινοῦσαν. Ἤ, πάλι,
-Ἀρή, μ’ πουνάει ἡ ψ᾿ χή μ. Δὲ λέγανε πεινῶ, δὲ λέγανε τὸ κοινότυπο «gρουgλίζ ’ἡ κ’λοιά μ’, τοὺ στουμαχι μ’»[= γουργουρίζει], ἀλλὰ τό, «μοῦ πονάει ἡ ψυχή μου».!!!
Τώρα, σὲ περιπτώσεις ποὺ κουβέντιαζαν ἄν φάγανε, ἀπαντοῦσαν πολὺ λιτά:
-Νά, ἔβαλα μιὰ πκουσὰ στοὺ στόμα μ᾿»[ ἔβαλα μιὰ μπουκοσά, ἀπὸ τὸ «μπουκιά», στὸ στόμα μου] ἤ, τὸ ἄλλο,
-Ἀρή τὶ θαρρεῖς ὅτι ἔφαγα!! Μιὰ πκουσὰ ψουμί κι δὺὸ ἰλιές ἤ λ᾿ γάκ’τυρί κ.λ.π.
Ἄν δὲ εἶχαν μαγειρέψει, τότε ἐξηγοῦσαν,
-Ἕνα bλόχειρου[ἁπλόχερο, δηλ. μιὰ χούφτα μεγαλη] φασούλια μαγέρειψα, ἤ,
-D᾿ γάν(ι) σα δυὸ ψάρια-ποτὲ δὲ λέγανε παραπάνω ( π. χ μισή ὀκά, κ.λ.π) , γιατὶ θεωροῦνταν ἀσωτία.
Τέλος, ὅταν πίνανε νερὸ ἤ κρασί, τότε χρησιμοποιοῦσαν τὴ φράση,
-Μιὰ καταπχιὰ νιρὸ ἤ κρασὶ ἴπια. [καταπχιά, ἀπὸ τὸ ρ. καταπίνω!!!]
Λιτὲς λέξεις, ἀλλὰ καὶ ξεχασμένες πιά. Τουλαχιστον ἄς τὶς ξαναθυμηθοῦμε....
π. κ. ν. κ

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΘΑΜΠΟΥ

            ή, μιὰ ἐπιτομὴ Χριστουγεννιάτικων ἡμερολογιακῶν σημειώσεων


Αὐτὴ ἡ καταγραφή, ποὺ ἐπιχειρεῖται μὲ πόνο ψυχῆς καὶ μὲ ψιχαλισμένα τὰ ματια, εἶναι μιὰ ἐπιστροφή. Ἔτσι μονάχα θὰ μποροῦσα νὰ τὴν ὀνομάσω, γιατὶ στὸν βαθύτερο πυρήνα της περικλείει αὐτὸ τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖο ἔζησα πάμπολλες φορές. Εἴτε μὲ τὸν γυρισμὸ τῶν δικῶν μας ἀπὸ τὰ ξένα, ὅπου πήγαιναν νὰ ἐραστοῦν, εἴτε μὲ τὸ δικό μου τὸ γυρισμό, τότε ποὺ σπούδαζα, ἀπὸ μικρὸ ἀκόμα παιδί, κι ἐτούτη ἡ ἐπιστροφή, τὶς μέρες τὶς χρονιάρες (Χριστούγεννα, Πάσχα καὶ καλοκαίρι), ἦταν μιὰ ἀναγέννηση.
Μιὰ τέτοια, λοιπόν ἐπιστροφὴ ἐπιχειρῶ καὶ σήμερα, Παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων τοῦ σωτηρίου ἔτους 2016, σὲ ὥρα νυχτερινή, μὲ τὴν ἡσυχία νὰ ἁπλώνεται γύρω μου καὶ νὰ μεριμνᾶ, ἐτούτη τὴν ἱερὴ τὴ Νύχτα,  γιὰ μιὰ ἐπάνοδο σὲ φωτεινὰ πεδία τοῦ βίου μου.  Γιατὶ μονάχα ἔτσι μπορῶ νὰ σταθῶ ὅρθιος στὶς ὅποιες προσβολές  καὶ τὴν πάντιμο ὥρα τοῦ Ὄρθρου νὰ τοὺς θυμηθῶ στὴν Ἁγία Πρόθεση. Κι αὐτό, ἐπειδὴ τὸ ἀξίζουν καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἀτλάντευτο θεμέλιό μου.
Ἀπὸ τὶς χαραμαδες ποὺ ἀνοίγονται τοὺτη τὴ Νύχτα μέσα στὴν ψυχὴ ἀρχίζει νὰ ἀχνοφαίνεται ἕνα σπίτι ποὺ χωνεύει μέσα στὸ χειμωνιάτικο τ᾿ ἀπόβραδο. Ἕνας ὑγρὸς ἀέρας περνοδιαβαίνει μέσα στὶς ἄδειες κάμαρες, ποὺ τὶς φωτίζουν οἱ ψυχὲς ἐκείνων ποὺ τὸ κατοίκησαν. Ψυχὲς ἀγαπημένες καὶ μακρυνές. Καὶ μαζί τους ξεπροβάλλει ἡ φροντίδα τους γιὰ τὴ Γιορτή. Ἐκείνη ἡ  παλιὰ φροντίδα, φορεμένη ὅλη τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν ἀρχοντιά, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε καμμιὰ ὑπερβολή, ἀλλὰ μιὰ πειθαρχημένη τάξη. Γιατὶ ἔπρεπε νὰ διδαχτεῖ καὶ στοὺς νεώτερους ἡ οἰκονομία, ἡ νοικοκυροσύνη, ἡ ἀναζήτηση μόνον ὅσων εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ νὰ περάσει ἕνας ἄνθρωπος, μιὰ οἰκογένεια. Ἄλλωστε μὰ ξεχνᾶμε πὼς τὰ σπίτια ἐκεῖνα ἦταν μικρόχωρα, συμμαζεμένα καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα σχεδιασμένα νὰ ἐξυπηρετοῦν τὶς ἀνάγκες τῶν ὅσων τὰ κατοικοῦσαν. Ἔτσι ἡ Γιορτὴ περνοῦσε μὲ ἕνα γεῦμα, πάντα μετὰ τὴν ἀπόλυση τῆς ἐκκλησιᾶς, στὸ ὁποῖο μαζεύονατν ὅλη ἡ οίκογένεια γιὰ νὰ εύχηθοῦν καὶ συναμα νὰ εύφρανθοῦν, μετὰ ἀπὸ τὴν σαρανταήμερο νηστεία.
Τὸ τραπέζι, ὡστόσο, στρώνονταν καὶ τὸ ἀπόβραδο, ἐπίσημο κι αὐτό. Ὑπῆρχε τὸ ἐνδεχόμενο νὰ συμμετάσχουν σ᾿ αὐτὸ καὶ ἄλλοι συγγενεῖς, ὥστε νὰ δοθεῖ μιὰ λαμπρὴ γιορταστικὴ ἀτμόσφαιρα στὸ σπίτι.
Ἀλήθεια, λησμονᾶται τὸ ψημένο κρέας στὴν παραστιὰ περασμένο στὸν «κλώστη», ποὺ ἐκεῖνο τὸ βράδυ γίνονταν μιὰ ὑποτυπώδης σούβλα; Ἤ, ἀκόμα πάνω στὴ «μασά» κανένα κομμάτι λουκάνικο, νὰ ἀναδίνει ἐκείνη τὴν καπνιὰ τὴ μυρωδάτη, γιὰ νὰ «λιγκρίζει» τοὺς καλικάτζαρους...   
Ἤχοι γνώριμοι ἔχουν κατακαθίσει στὴν ψυχή ἀπὸ τότε... καὶ κάθε χρόνο τούτη τή μέρα ξανανεβαίνουν στὴν ἀκοή… Ἤχοι, ὅπως τὸ  «σάβλισμα»τῆς φωτιᾶς, τὸ τσιτσίρισμα τοῦ ψημένου κρέατος ἤ τοῦ λουκάνικου, τὸ σύρσιμο τοῦ μαχαιριοῦ ἤ τοῦ πιρουνιοῦ στὸ πιατο τὴν ὥρα τῆς μοιρασιᾶς, τὸ κελάρυσμα τοῦ κρασιοῦ ποὺ γεμίζει τὰ ποτήρια, τὸ τσούγκρισμα μετά, τὸ σκαμνὶ ποὺ τρίζει, ὁ σοφρᾶς ποὺ παραμερίζει... Κι ὕστερα μαζὶ μὲ τὶς εὐχὲς ἐκεῖνα τὰ ἀναφιλητά γιὰ τοὺς ξενητεμένους...
Βλέπεις τὸ τραπέζι δὲν ἦταν μονάχα συλλογὴ εἰκόνων, ἀλλὰ καὶ ἤχων συνδυασμένων μὲ γεύσεις διάφορες... Ἀκόμα κι ἐκεῖνες τὶς ἁρμυρὲς τῶν δακρύων...
Ὕστερα  ἦταν κι ἐκείνη ἡ ἡσυχία ποὺ ἀναδύονταν μόλις τέλειωνε τὸ τραπέζι κι ἄδειαζε ὁ τόπος... Μιὰ ἡσυχία ποὺ τὴν τάραζαν μονάχα τὸ κροτάλισμα τῆς φωτιᾶς πάνω στὰ ἄγρια τὰ ξύλα, ἀλλὰ καὶ τό σπρώξιμο τοῦ χειμωνιάτικου ἀγέρα πάνω στὰ πορτοπαράθυρα, λὲς κι ἤθελε νὰ μπεῖ μέσα νὰ νυχτερέψει κι αὐτός μὲ τοὺς νοικοκυραίους.
Ὅταν μετἀ ἀπὸ ὥρα χαμήλωνε τὸ φῶς τῆς λάμπας καὶ τὸ δωμάτιο γίνονταν ὡσάν ἀχνοφωτισμένη ἀπὸ λαδοκάντηλα ἐκκλησιὰ τὴν ὥρα τοῦ βαθέως ὄρθρου, τότε ξεπετάγονται ἀπὸ τὸν κόσμο τους τὰ ὄνειρα καὶ συντροφεύουν τοὺς νοικοκυραίους ποὺ ξαποσταίνουν μὲ τὴν εὐχὴ στὸ στόμα καὶ στὴν ψυχή: «Ἄντε, καὶ τοῦ χρόνου νἄμαστε καλά».
Γιατί τότε τὰ Χριστούγεννα δὲν ἦταν μιὰ ψυχρὴ παρένθεση μέσα στὸν βίο, ἀλλὰ ἕνα γεγονὸς ποὺ χρειαζόταν προετοιμασία, μετοχὴ στὴν ὅλη χαρμολύπη τῆς Γιορτῆς καὶ φυσικά πανηγυρικὴ σύναξη τῆς οικογένειας. Πάντα γύρω ἀπὸ τραπέζι μὲ τὴ συμβολικὴ καὶ «γλυκεῖα» -κατὰ τὸν Ἀλ. Μωραϊτίδη- συντροφιὰ τῆς φωτιᾶς.
Ὅμως ὁ στοχασμὸς θὰ  ἔχει καὶ συνέχεια...

π. κ. ν. κ  

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email