© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Μαρίας Κοτοπούλη: ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΟ ΛΟΥΒΡΟ (νέο διήγημα)


 [ειδικά γραμμένο για την ψηφιακή βιβλιοθήκη παραθέματα λόγου
Μπροστά της το Ανάκτορο Μουσείου του Λούβρου απλωνόταν στον καταπράσινο Κεραμικό και άγγιζε τις παρυφές της πλατείας Ομονοίας. Διέσχισε την Αυτοκρατορική Αψίδα Θριάμβου του Καρουζέλ, πέρασε τη μεγάλη αυλή του Ναπολέοντα και έφτασε στην κεντρική είσοδο.

Εδώ θα περάσει τη μέρα  των Χριστουγέννων, κοντά στις ξενιτεμένες Θεές και  Κόρες, ξενιτεμένη και η ίδια. Οι φίλοι της είχαν επιστρέψει στην Ελλάδα και η Henriette θα έφευγε σε λίγες ώρες. Την κάλεσε να την φιλοξενήσει στο πατρικό της. Δεν ήθελε να πάει πουθενά, αν κι επιθυμούσε να γνωρίσει τη χώρα των Βάσκων, που τόσα είχε ακούσει, να δει τον τοπικό χορό monchco να τον χορεύουν οι γυναίκες φορώντας την περίφημη λευκή μαντήλα τους, estalchi. Το χωριό τής Henriette, με τ’ όνομα Irissarry, της θύμιζε κάποιο ελληνικό χωριό που της διέφευγε εκείνη τη στιγμή το όνομά του  και το πού βρισκόταν.

Άθελά της ήρθαν στη μνήμη της τα λόγια του Αριστοφάνη, «Πατρίδα να ξέρεις, είναι παντού, όπου κανένας ευτυχεί» κι εκείνα του Ρούμπενς: «Θεωρώ πατρίδα μου ολόκληρο τον κόσμο». 

Ο άνθρωπος έχει στα χέρια του το πιο ειρηνικό όπλο και δεν το χρησιμοποιεί, σκέφτηκε: τη διεθνή γλώσσα της Τέχνης, που σαν τον Φλαμανδό ζωγράφο, έχει πατρίδα της ολόκληρο τον κόσμο! Και ξαφνικά, σαν κάποιος να ήθελε να επιβεβαιώσει τη σκέψη της, ακούστηκαν από την τετράγωνη αυλή οι Σολίστες του Λούβρου να παίζουν την Χριστουγεννιάτικη Καντάτα του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Ο χώρος τής ήταν οικείος και εύκολα μπορούσε να φτάσει κοντά τους και να τους απολαύσει, όμως καρφώθηκε στη θέση της αναζητώντας, θαρρείς, τις απαρχές του Μεγάλου Κάντορα και μεσ’ από τα σύμβολα SDG, που σημείωνε στο τέλος κάθε καντάτας του, αναγνώρισε το «Soli Deo Gloria», κι αυτό την οδήγησε στο «Συν Θεώ» που έγραφε πριν από κάθε ιατρική συνταγή του ο Εκλεκτός τής καρδιάς της κ’ ήταν αυτό ένα μικρό σημάδι για ν’ αρχίσει  ν’ ανακαλύπτει αργά-αργά το μεγαλείο της ψυχής του!

 Ο κόσμος λιγοστός, δεν είχαν εισβάλει ακόμα τα πλήθη των τουριστών και η γυάλινη πυραμίδα δεν είχε ακόμα χτιστεί. Ήξερε τι θ’ αντικρύσει, αν έστριβε αριστερά, αλλά η μυσταγωγία τής καντάτας τη συγκρατούσε. Και ξαφνικά φωνές θαυμασμού την έκαναν να στρέψει το βλέμμα της. Σα να την έβλεπε για πρώτη φορά στην κορυφή της σκάλας! Ηρωική, επιβλητική, με ζωτική ενέργεια! Ανέβηκε δυο-δυο τα σκαλοπάτια, στάθηκε μπροστά της κι έπεσε στα γόνατα να προσκυνήσει την ομορφιά της, την ιστορία της, την ιερότητά της. Αυτής και των άλλων φυλακισμένων, που εκπροσωπούσαν τον Ελληνισμό, «Αυτόν τον κόσμο το μικρό το μέγα». Άγγιξε το βάθρο της να πάρει κάτι από τη θαλασσινή αύρα της, από το πνεύμα τής ελευθερίας της.

Η φτερωτή Νίκη, φτιαγμένη από τη βασίλισσα του μαρμάρου, την «Παρία λίθο», είχε ανοίξει τα φτερά της και ο σφοδρός άνεμος δεν κατάφερε ν’ ανακόψει το πέταγμά της. Μπόρεσε, όμως, παρασύροντας τον αφρό των κυμάτων, να υγράνει τον αραχνοΰφαντο χιτώνα της, που κόλλησε πάνω στο καλλίγραμμο κορμί της, αποκαλύπτοντας τη νεανική σάρκα της κοιλιακής χώρας, τη δεξιά κνήμη που πρόβαλε εμπρός και την ανάλαφρη συστροφή του σώματος με την ανεπαίσθητη κάμψη να υπογραμμίζει τη χάρη της και ν’ αφήνει άφωνους τους θαυμαστές της! Πριν αποχωρήσει από τη Νίκη τής ψιθύρισε: «είμαι σίγουρη ότι θα σπάσεις τα δεσμά σου και θα πετάξεις στους ουρανούς».

Αναζήτησε στην Αίθουσα του Παρθενώνα τις «Εργαστίνες», τις Κόρες που είχαν υφάνει το ολομέταξο πέπλο της Θεάς Αθηνάς κι έρχονταν για να της το προσφέρουν. Περπατούσαν καθ’ όλη τη διάρκεια της  Πομπής των Παναθηναίων, υπερήφανες για την τέλεια εργασία τους, με ιερατική επισημότητα, λουσμένες στο αττικό φως, ενώ  μια αόρατη μουσική, που λες και άκουγαν μόνον εκείνες, υπαγόρευε το βηματισμό τους, συνοδεύοντας τις αέρινες, αρμονικές κινήσεις τους,  τις τονισμένες ακόμα περισσότερο από τις φειδιακές πτυχώσεις των ιματίων.

Επηρεασμένη ίσως από την Άγια Μέρα έφερε μπροστά της τους Μάγους με τα δώρα να «οδοιπορούσι μετά αστέρος». Και δεν είχε σημασία που ο Ιησούς ήταν βρέφος. Ήταν Υιός Θεού, όπως και η Αθηνά, η παρθένος θυγατέρα του Διός.  Θεότητα μιας άλλης όμως εποχής, που δέχονταν τα δώρα των θνητών. Θέλησε να περπατήσει μαζί τους, να της προσφέρει και τα δικά της δώρα, αλλά ο ένας Επιμελητής τη σταμάτησε και ο άλλος την απομάκρυνε ευγενικά. Εκείνη όμως είχε προλάβει να χαιρετίσει μία-μία τις κόρες.

Πέρασε στην Αίθουσα  των Αρχαϊκών, για να καμαρώσει μαζί με τους Κούρους και τις Κόρες, το αριστούργημα της αρχαϊκής τέχνης, την κεφαλή του Ιππέα «Rampin» με το αινιγματικό μειδίαμα και την εκπληκτική κόμη, που θα τη ζήλευαν θεοί και άνθρωποι. Ξέρει ότι το υπόλοιπο άγαλμα θα το θαυμάσει μόνον όταν επιστρέψει στην Ελλάδα! 

Ο κόσμος είχε αρχίσει να φεύγει. Ο φύλακας πέρασε βιαστικά κι εκείνη μαρμαρωμένη σαν άγαλμα τον ξεγέλασε. Έφτασε στην αίθουσα της Αφροδίτης και κάθισε απέναντι της. Πώς αντέχεται, Θεέ μου, τόση ομορφιά! «Η τέχνη ίσως ποτέ δεν έφτιαξε κάτι ωραιότερο», είχε διαβάσει και κάθε φορά που την έβλεπε συμφωνούσε μ’ αυτή την παρατήρηση και ήταν σίγουρη ότι η Θάμαρ δε θα μπορούσε να παραβγεί σε ομορφιά μπροστά  της. Η λεπτότητα της μορφής της, η ευγένεια του εξαίσιου σώματός της μαρτυρούσαν  το υψηλό ιδανικό του δημιουργού της.

 Η Θεά γυμνή, εκθαμβωτική, διάφανη, με το ιμάτιό της να έχει γλιστρήσει στους γοφούς και μεσ’ από τον κυματισμό των πτυχώσεών του, η ανάδυσή της  να πραγματώνεται ακόμα μια φορά  από τον αφρό της θαλάσσης. Η πλαστικότητα του θεϊκού κορμού της, το αισθησιακό σπάσιμο της μέσης  τονίζουν την αιώνια θηλυκότητά της -αυτή την πηγή της ζωής- που κρατά στα χέρια της τον πόθο των θεών και των ανθρώπων. Αναστατώνει το πνεύμα, την καρδιά και τις αισθήσεις. Η κόμη της, απαραίτητο συμπλήρωμα της γυναικείας χάρης  από τότε που ο Όμηρος μάς ιστορεί ότι  κλινόταν στο δωμάτιό της για να κάμει την τουαλέτα της και αφιέρωνε αρκετό χρόνο στην κόμμωσή της. Άραγε, πόσο χρόνο να είχε τώρα αφιερώσει, αναρωτήθηκε  και πρόσεξε ότι έλειπε το διάδημα που στόλιζε τα μαλλιά της.

Και ενώ έψαχνε να το βρει για να της το φορέσει, ο φύλακας επέστρεψε για τον καθιερωμένο έλεγχο και άθελά της ανακάλεσε στη μνήμη της τα λόγια του Ποιητή: «Οι φύλακες στα σύνορα παίζουν ζάρια». Γιατί, γιατί και τούτος να μην παίζει;

 «Το Μουσείο έκλεισε. Πώς και είστε ακόμα εδώ;», της φώναξε έκπληκτος και αγριεμένος.

«Ψάχνω για το διάδημα της Θεάς», του είπε σαν πρώτη  δικαιολογία  κι έκανε μια ύστατη προσπάθεια να τον πείσει να την αφήσει να μείνει λίγο ακόμα. Ήταν ανένδοτος και τη συνόδευσε στην έξοδο με γαλατική ευγένεια. Πριν όμως αποχαιρετίσει τη Θεά τής έδωσε ένα φιλί, εκπληρώνοντας την επιθυμία του Αγαπημένου της που της έλεγε, «Να μου φιλήσεις την Αφροδίτη», κάθε φορά που του έγραφε ότι θα πήγαινε στο Λούβρο.

Βγαίνοντας από το Μουσείο βρέθηκε στη Λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων. Ολόφωτη με το χριστουγεννιάτικο διάκοσμό της να τονίζει την ομορφιά και τη μαγεία της Πόλης του Φωτός! Η επιθυμία της ν’ ακούσει τους ψαλμούς των Χριστουγέννων, έντονη. Συνειδητοποίησε  ότι τόσο καιρό στο Παρίσι δεν είχε αναζητήσει την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία. Κάθε φορά που ένιωθε την ανάγκη να προσευχηθεί έμπαινε σε όποιο Ναό εύρισκε μπροστά της. Ήξερε ότι ο Θεός είναι «πανταχού παρών», είναι ένας, μόνο τ’ όνομά του αλλάζει και ο τόπος λατρείας του. Ποιον να ρωτήσει τούτη την ώρα; Χάρτη  δεν είχε μαζί της να τον συμβουλευτεί, τον είχε παρατήσει πάνω στα γραπτά της, καθώς έφυγε βιαστικά από το σπίτι της. Κάποιον αστυνομικό θα συναντήσει, παρηγορήθηκε και πράγματι λίγο πιο πάνω δυο νέοι έκαναν νυχτερινή περιπολία. Τίποτα δε θύμιζε, βέβαια, εκείνη τη μεγαλειώδη«Περιπολία»του Ρέμπραντ, αλλά δεν μπόρεσε ν’ αποφύγει το συνειρμό. Πλησίασε και ρώτησε.

«Θα ψάχνετε τη Saint Etienne, Saint Stefan για τους Ορθοδόξους», της είπαν, «δεν είναι μακριά» και της έδειξαν την κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσει. «Προχωρώντας στην οδό George Bizet θα βρεθείτε στον Καθεδρικό Ναό σας».

Ακολούθησε τις οδηγίες τους, ενώ το ντουέτο, «Στο βάθος του ιερού ναού»,από τους «Αλιείς Μαργαριταριών» τη γέμισε προσμονή και την έκανε να επιταχύνει το βήμα της, σκεπτόμενη την ευτυχή συγκυρία της  συγκατοίκησης του Αγίου με το Γάλλο Συνθέτη. 
      
Προχώρησε δειλά μέσα στον Ιερό Ναό, μόλις είχε μάθει το  όνομά του,  ένοιωθε ένοχη, το βλέμμα των αγίων επέτεινε την ενοχή της, κάποιο της θύμισε εκείνο της Σίβυλλας από την Καπέλα Σιξτίνα και προσπάθησε να το αποφύγει. «Η αλήθεια είναι η ψυχή του Θεού, το φως είναι το σώμα του».

Οι Βυζαντινοί ύμνοι, με τη θεϊκή ανάταση, ήρθαν να γαληνέψουν την ψυχή της και οι Άγγελοι πετούσαν γύρω της χωρίς να μετρούν τις ενοχές της. Την αγκάλιαζαν κι ένας τής ψιθύρισε:

 «Σήμερα είναι ημέρα αγάπης και χαράς, γιατί είσαι λυπημένη;»

«Λύπη με κυριεύει και θολώνει το μυαλό μου», θέλησε να δικαιολογηθεί, αλλά ο άγγελος την αντέκοψε.

«Το ήξερα ότι θα έρθεις». Η φωνή του τόσο οικεία, στο άκουσμά της  λύγισαν τα γόνατά της, γύρισε κι εκείνος είχε πάρει τη μορφή τής Μητέρας της. Έπεσε στην αγκαλιά της κι έκλαιγε από ευτυχία.

«Ήρθες από τόσο μακριά για να είσαι κοντά μου;», της είπε, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά της, γιατί ήξερε ότι δεν ήθελε να κλαίνε τα παιδιά της. «Πόσο με  ξεγέλασες στο τηλέφωνο με τις συμβουλές και τις νουθεσίες σου! Μη φύγεις, μη μ’ αφήσεις μόνη μου ξανά». Αφέθηκε στην τρυφερή αγκαλιά της και μαζί έψαλαν τα τροπάρια «Η γέννησίς σου Χριστέ ο Θεός ημών» και «Η παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει».

Πόσο πρέπει να είχε περάσει η ώρα… δεν είχε καταλάβει ότι η Ακολουθία των Χριστουγέννων είχε τελειώσει. Ο κόσμος την έσπρωχνε κι άξαφνα ησυχία.  Περπάτησε μέσα στο ναό, τα βήματά της διατάρασσαν τη θεϊκή γαλήνη και άρχισε να ακροπατεί. Στάθηκε στο κέντρο κοιτάζοντας τον Παντοκράτορα.  Προσπάθησε να Τον ρωτήσει τι είναι ο άνθρωπος και τι δεν είναι, αλλά δεν μπορούσε ν’ αρθρώσει λόγο. Αναζήτησε στα πρόσωπα των Αγίων την ευλογία της πραότητας, της καρτερίας, όλες τις κρυμμένες πνευματικές αλήθειες, αρετές που  ένοιωθε ότι υπάρχουν, αλλά αδυνατούσε να τις προσεγγίσει, ίσως δεν ήταν άξια και –αλίμονο- αγνοούσε αν θα μπορούσε ποτέ να γίνει. Πλησίασε με δέος τη στολισμένη με ολόφρεσκα λουλούδια εικόνα της γέννησης του Ιησού. Ακούμπησε το πρόσωπό της στο τζάμι κι έκλαψε πικρά για όλα εκείνα τα αγωνιώδη ερωτήματα που δεν εύρισκε απαντήσεις και μεγέθυναν  τις αμφιβολίες της. Προσευχήθηκε σιωπηλά, όσο πιο δυνατά μπορούσε, να της δοθεί η δωρεά της αγάπης και της γνώσης. Πήρε ένα λευκό τριαντάφυλλο από τη γιρλάντα που στόλιζε το μικρό Ιησού και για αντάλλαγμα τού πρόσφερε τα δώρα της καρδιάς της. Φυλάει ακόμα αυτό το λευκό τριαντάφυλλο και κάθε χρόνο τούτη τη μέρα το παίρνει μαζί της, πολύτιμη συντροφιά στη μοναξιά της.

Βγήκε από την εκκλησία κι άρχισε να τρέχει στη Λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων. Έφτασε στους Μουσικούς τού Δρόμου και μπλέχτηκε μέσα στο πλήθος που τους είχε περιτριγυρίσει  και τους άκουγε με θρησκευτική κατάνυξη. Ήταν ο αληθινός μουσικός λόγος ενός σημαντικού έργου τού παρελθόντος που πρόβαλε μεσ’ από το συναρπαστικό παίξιμο των μουσικών της μικρής αυτής ορχήστρας  και παρέσυρε το ανώνυμο πλήθος των περαστικών στη μυστηριακή,  υπαρξιακή διαδρομή αιώνων! Το σόλο του βιολοντσέλου την απέσπασε από την περισυλλογή κι έκανε τη μνήμη της να επανέρχεται ορμητική στα ιερά θησαυροφυλάκιά της και να ξαναζεί εικόνες ονειρικές. Οι δυο τους, κρατημένοι σφιχτά από το χέρι, να  προχωρούν σιωπηλοί. Μόλις είχαν βγει από το Ναό του Επικουρείου Απόλλωνος στις Βάσσες της Αρχαίας Φιγαλίας και σκέφτονταν ότι οι ΛΕΗΛΑΤΕΣ έφτασαν ώς εδώ και η περίφημη  Ζωφόρος του Ιερού Ναού βρισκόταν -πού αλλού;- στο «αθώο» Βρετανικό Μουσείο. Ένας κόμπος, ένας λυγμός τούς έκανε ν’ αγκαλιαστούν. Μπήκαν γοργά στο  αυτοκίνητο και άρχισαν να τρέχουν ξέφρενα.  Είχαν χαθεί ανάμεσα στα πανύψηλα βουνά της Αρκαδίας  και  άκουγαν το ίδιο θεϊκό adagio του Γιόζεφ Χάιντν, που τώρα αντιλαλούσε στη Λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων, βρίσκοντας  διέξοδο στη θλίψη, νικώντας  το φόβο και το πυκνό σκοτάδι. Έτσι κατάφεραν να φτάσουν σ’ ένα πανέμορφο ορεινό χωριό, το Ίσαρη, και να περάσουν τη νύχτα. Τι θύμησες, Θεέ μου, είναι αυτές! Χαμογέλασε κι  αναρωτήθηκε αν θα ήταν τόσο όμορφο και το χωριό της Henriette, που είχε αρνηθεί την  πρόσκλησή της. Όμως έπρεπε να βιαστεί, ήταν αργά και είχε μπροστά της πολύ δρόμο μέχρι να φτάσει στο σπίτι της, στη  Rue de lAbbé de lEpée. Έτρεχε, έτρεχε, προσπέρασε το Λούβρο κι έφτασε στην Notre-Dame, τον φημισμένο Καθεδρικό Ναό στην καρδιά του Παρισιού. Ήθελε να  δει το γοτθικό ρυθμό του στεφανωμένο με το χριστουγεννιάτικο φως των αστεριών.

Διέσχισε την ιστορική γέφυρα Σαιν Μισέλ που ενώνει το νησάκι με το Quartier Latin. Μια συντροφιά νέων  χόρευε και τραγουδούσε μπροστά στη μπαρόκ κρήνη του Αγίου Μιχαήλ, κέντρο συγκεντρώσεων και εξεγέρσεων. Έμεινε για λίγο μαζί τους και κοίταζε τον Άγγελο να πατά ανελέητα τον δαίμονα πριν τον εξοντώσει. Προσπέρασε τη νεανική συντροφιά κι άρχισε να ανεβαίνει το θρυλικό Boulevard Σαιν- Μισέλ. Προχωρούσε αργά. Δεξιά της ο μαγικός κήπος τού Λουξεμβούργου με τα πολλά αγάλματα, την οκταγωνική λίμνη και το επιβλητικό   ομώνυμο Παλάτι, έδρα της Γερουσίας. Αριστερά της η Σορβόννη, πνευματικό σύμβολο του Παρισιού, τόπος ιερός για εκείνη, γιατί εκεί μυήθηκε στα δύσκολα μονοπάτια της ελεύθερης σκέψης και  της γνώσης που διαρκώς αναζητεί. Νόμιζε πως ήταν μόνη, όταν ένα μεγάλο σύννεφο τη σκέπασε και δεν έβλεπε τίποτα. Άκουγε σάλπιγγες Αγγέλλων να ηχούν κι ένοιωθε τα άρματά τους ν’ ανοίγουν δρόμο στους ουρανούς. Το σύννεφο άρχισε σιγά-σιγά να καθαρίζει. Κοίταξε ψηλά. Είδε την Νίκη να πετά στον ουράνιο θόλο και τους Αγγέλους να τη συνοδεύουν.

Τι κι αν είναι καρφωμένο στο Λούβρο το θεσπέσιο κορμί της, εκείνη είναι ελεύθερη να τρέχει στους ουρανούς, σκέφτηκε και πλημμύρισε από ευτυχία. Έφτασε στη φρεσκοβαμμένη πολυκατοικία με τη νεοκλασική πρόσοψη και τη σκάλα από μασίφ ξύλο, που την ανέβαινε πάντα αργά, για να παρατηρεί τη λεπτοδουλειά των μαστόρων. Αυτή τη φορά όμως έτρεχε, σκαρφάλωνε δυο-δυο τα σκαλοπάτια ώς τον έκτο όροφο. Ξεκλείδωσε, όρμησε μέσα στον στενό διάδρομο, τον φορτωμένο παλαιά γαλλικά βιβλία, παρέσυρε τα ποιήματα τού Baudelaire στο πέρασμά της, έσκυψε τα σήκωσε  κι έτρεξε στο παράθυρο, το άνοιξε για να θαυμάσει ακόμα μια φορά το πέταγμα της Νίκης και να πάρει δύναμη ν’ αγωνιστεί για τη δική της   ελευθερία, που είναι και των άλλων η ελευθερία.
[2012]

Η Πατριαρχική Εγκύκλιος για τα Χριστούγεννα 2012 στα αγγλικά, ρωσικά, ιταλικά, γερμανικά, ισπανικά



ΑΓΓΛΙΚΑ
Patriarchal Proclamation of Christmas 2012

Prot. No. 1124
PATRIARCHAL ENCYCLICAL FOR CHRISTMAS

+ BARTHOLOMEW
By the Mercy of God Archbishop of Constantinople-New Rome
And Ecumenical Patriarch
To the Plenitude of the Church
Grace, Mercy and Peace
From the Savior Christ Born in Bethlehem

“Christ is born, glorify Him; Christ is on earth, exalt Him.”

Let us rejoice in gladness for the ineffable condescension of God.The angels precede us singing: “Glory to God in the highest and on earth peace, good will among all people.”

Yet, on earth we behold and experience wars and threats of wars. Still, the joyful announcement is in no way annulled. Peace has truly come to earth through reconciliation between God and people in the person of Jesus Christ. Unfortunately, however, we human beings have not been reconciled, despite God’s sacred will. We retain a hateful disposition for one another. We discriminate against one another by means of fanaticism with regard to religious and political convictions, by means of greed in the acquisition of material goods, and through expansionism in the exercise of political power. These are the reasons why we come into conflict with one another.

With his Decree of Milan issued in 313AD, the enlightened Roman emperor, St. Constantine the Great, instituted freedom in the practice of the Christian faith, alongside freedom in the practice of every other religion. Sadly, with the passing since then of precisely 1700 years, we continue to see religious persecution against Christians and other Christian minorities in various places.

Moreover, economic competition is spreading globally, as is the pursuit of ephemeral profit, which is promoted as a principal target. The gloomy consequences of the overconcentration of wealth in the hands of the few and the financial desolation of the vast human masses are ignored. This disproportion, which is described worldwide as a financial crisis, is essentially the product of a moral crisis. Nevertheless, humankind is regrettably not attributing the proper significance to this moral crisis. In order to justify this indifference, people invoke the notion offree trade. But free trade is not a license for crime. And criminal conduct is far more than what is recorded in penal codes. It includes what cannot be foreseen by the prescription of statutory laws, such as the confiscation of people’s wealth by supposedly legitimate means. Inasmuch, therefore, as the law cannot be formally imposed, the actions of a minority of citizens are often expressed in an unrestrained manner, provoking disruption in social justice and peace.

From the Ecumenical Patriarchate, then, we have been closely following the “signs of the times,” which everywhere echo the “sounds” of “war and turmoil” – with “nation rising against nation, dominion against dominion, great earthquakes, and in various places famines and plagues, alongside dreadful phenomena and heavenly portents.” (Luke 21.10-12) In many ways, we are experiencing what St. Basil wrote about “the two types of love: one is feeling sorrow and concern upon seeing one’s beloved harmed; the other is rejoicing and striving to benefit one’s beloved. Anyone who demonstrates neither of these categories clearly does not love one’s brother or sister. (Basil the Great, Shorter Rules, PG31.1200A) This is why, from this sacred See and Center of Orthodoxy, we proclaim the impending new year as the Year of Global Solidarity.

It is our hope that in this way we may be able to sensitize sufficient hearts among humankind regarding the immense and extensive problem of poverty and the need to assume the necessary measures to comfort the hungry and misfortunate.

As your spiritual father and church leader, we ask for the support of all persons and governments of good will in order that we may realize the Lord’s peace on earth – the peace announced by the angels and granted by the infant Jesus. If we truly desire this peace, which transcends all understanding, we are obliged to pursue it palpably instead of being indifferent to the spiritual and material vulnerability of our brothers and sisters, for whom Christ was born.

Love and peace are the essential features of the Lord’s disciples and of every Christian. So let us encourage one another during this Year of Global Solidarity to make every conscious effort – as individuals and nations – for the reduction of the inhumane consequences created by the vast inequalities as well as the recognition by all people of the rights of the weakest among us in order that everyone may enjoy the essential goods necessary for human life. Thus, we shall indeed witness – at least to the degree that it is humanly possible – the realization of peace on earth.

Together with all of material and spiritual creation, we venerate the nativity of the Son and Word of God from the Virgin Mary, bowing down before the newborn Jesus – our illumination and salvation, our advocate in life – and wondering like the Psalmist “Whom shall we fear? Of whom shall we be afraid?” (Ps. 26.1) as Christians, since “to us is born today a savior” (Luke 2.11), “the Lord of hosts, the king of glory.” (Ps. 23.10)

We hope earnestly and pray fervently that the dawning 2013 will be for everyone a year of global solidarity, freedom, reconciliation, good will, peace and joy. May the pre-eternal Word of the Father, who was born in a manger, who united angels and human beings into one order, establishing peace on earth, grant to all people patience, hope and strength, while blessing the world with the divine gifts of His love. Amen.

At the Phanar, Christmas 2012
Your fervent supplicant before Gog
+ Bartholomew of Constantinople


ΡΩΣΙΚΑ
Patriarchal Proclamation of Christmas 2012 in Russian

Прот. Но. 1124

ВАРФОЛОМІЙ,
МИЛІСТЮ БОЖОЮ
АРХІЄПИСКОП КОНСТАНТИНОПОЛЯНОВОГО РИМА,
ВСЕЛЕНСЬКИЙ ПАТРІАРХ,
УСІЙ ПОВНОТІ ЦЕРКВИ
БЛАГОДАТЬ, МИЛІСТЬ І МИР ВІД ХРИСТА СПАСИТЕЛЯ,
ЩО НАРОДИВСЯ У ВІФЛЕЄМІ.

Христос народжується, славте, (…) Христос на землі, підносьтеся

Радісно святкуймо невимовне сходження Боже. Ангели нам віщують, співаючи: “Слава в вишніх Богу, і на землі мир, людямблаговоління.”

Однак на землі ми спостерігаємо і переживаємо війни і загрозу воєн. Але це не відміняє радісну звістку. Мир справді прийшов на землю примирити Бога і людей в Ісусі Христі. На жаль, всупереч Його Божественній волі, ми, люди, не примирились між собою. Ми вороже ставимось до інших. Ми виявляємо фанатизм у наших релігійних та політичних переконаннях, жадобу у накопиченні земних благ, експансію, користуючись політичною владою. Відтак, ми перебуваємо у конфлікті з нашими ближніми.

У 313р., коли просвітлений римський імператор Костянтин Великий проголосив міланський едикт, він встановив свободу сповідування християнської віри так само, як і свободу сповідувати інші релігії. З того часу минуло тисячу сімсот років, але, на жаль, подекуди християни все ще зазнають релігійних переслідувань.

Водночас в всьому світі посилюються економічні суперечності, і гонитва за примарною наживою перетворюється на основну мету. Ми робимо вигляд, що не помічаємо сумних наслідків надмірного накопичення багатства у руках небагатьох і страшенну бідність, до якої доведені цілі верстви населення. Ця нерівність, яку в усьому світі називають економічною кризою, в основному походить від кризи моралі. На жаль, людство не приділяє належної уваги цій моральній кризі. Щоб виправдати свою поведінку, воно посилається на свободу торгівлі. Але свобода торгівлі не дає права на злочин. Злочинною є не лише поведінка, прописана в кримінальному кодексі. Нею є й поведінка, яка, хоч і не передбачена законом, але позбавляє неправедним способом власності іншу людину. Оскільки в таких випадках застосування закону не передбачене, дії громадян, що втратили своє, іноді є неконтрольованими, такими, що порушують суспільний мир.

Вселенський патріархат уважно спостерігає зазнаменнями часу”, де повсюдичутно про війни та повстання”, денарод постає проти народу і царство проти царства”, де відбуваютьсявеликі землетруси і деінде чума і голод, що є карою небесною і страшним знаменням”. Нашими мають стати слова св. Василія: “Дві головні заповіді любові полягають у тому, щоб пройматися сумом і біллю від усього, що є шкідливим для того, кого ми любимо, і, навпаки, радіти з усього, що йому на користь, захищаючи це, наскільки зможемо (…) З цього видно, що той, хто цього не дотримується, не любить свого брата”. Тому, з цього святого престолу, що є центром Православ’я, ми проголошуємо новий рік, який настає, роком всесвітньої солідарності.

У такий спосіб ми маємо надію привернути увагу якнайбільшої кількості членів людської спільноти до проблеми загальної бідності та необхідності прийняти належні заходи, щоб допомогти голодним і нещасним

Як релігійний лідер, ми запрошуємо до співпраці людей доброї волі та уряди, щоб утвердити на землі мир Господній. Мир, який ангели сповістили, мир, який приніс Дитя Ісус. Прагнучи цього справжнього миру, який перевищує усяку мудрість, ми маємо спонукати себе досягати його на ділі, не забуваючи про духовну та матеріальну вразливість  нашого ближнього, задля якого Христос зійшов у світ.

Любов і мирриси, притаманні Господнім учням і апостолам, так само, як і кожному християнину. Тому ми зобов’язуємось самі і закликаємо всіх упродовж цього року всесвітньої солідарності, як окремих людей, так і народи, докласти свідомих зусиль, щоб послабити антигуманні наслідки пануючої нерівності і щоб усіма було визнане право найслабших користуватись усім необхідним людині для життя.

Відтак, тією мірою, наскільки це можливо людям, ми побачимо, як мир  встановиться також і на землі.

Шануючи разом з видимим і розумним творінням пришестя на землю Сина і Слова Божого, народженого від Діви, і вклоняючись Дитяті Ісусу, нашому просвітителю і спасителю, втішителю нашого життя, ми дійсно запитуємо себе разом з псалмоспівцем

оскількисьогодні народився нам Спаситель”, “Господь всемогутній, цар слави”, ми, християни, “кого боятимемося і перед ким тремтітимемо”?

Ми молимось і бажаємо від усього серця, щоб новий 2013-ий рік був для нас усіх роком всесвітньої солідарності, свободи, примирення, благовоління, миру та радості, і щоб предвічне Слово Отця, народжене в печері, яке поєднало ангелів і людей в одному чині, яке встановило мир на землі, подало всім терпіння, надію та силу й благословило світ божественними дарами Своєї любові. Амінь.

Фанар, Різдво Христове 2012 р.
+Варфоломій Константинопольський,
Щирий молитвеник перед Богом за всіх Вас.


ΙΤΑΛΙΚΑ
Patriarchal Proclamation of Christmas 2012 in Italian

No de protocole 1124

Message Patriarcal
diffusé à l’occasion de Noël

† BARTHOLOMAIOS
PAR LA GRÂCE DE DIEU ARCHEVÊQUE DE CONSTANTINOPLE,
NOUVELLE ROME, ET PATRIARCHE ŒCUMÉNIQUE,
À TOUT LE PLÉRÔME DE L’ÉGLISE
GRÂCE, MISÉRICORDE ET PAIX DU CHRIST SAUVEUR NÉ À BETHLÉEM

« Le Christ vient au monde, glorifiez-le (…) sur terre voici le Christ, exaltez-le. »
Fêtons joyeusement l’ineffable condescendance de Dieu. Les anges nous précèdent en chantant : « Gloire à Dieu au plus haut des cieux et paix sur la terre aux hommes de bonne volonté. »

Toutefois, sur terre nous voyons et vivons des guerres et des menaces de guerres. Et pourtant l’annonce joyeuse n’est pas pour autant invalidée. La paix est vraiment venue sur terre en réconciliant Dieu et les hommes dans la personne de Jésus Christ. Malheureusement, contrairement à Sa divine volonté, les hommes nous ne nous sommes pas réconciliés entre nous. Nous nous comportons avec hostilité les uns envers les autres. Nous faisons preuve de fanatisme dans nos convictions religieuses et politiques ; de cupidité dans l’acquisition de biens ; d’expansionnisme dans l’exercice du pouvoir politique. De la sorte, nous sommes en conflit avec nos semblables. 

En promulguant l’édit de Milan en 313, Constantin le Grand, empereur Romain éclairé, a décrété la liberté de pratiquer la foi chrétienne, parallèlement à la pratique libre de toute autre religion. 

Depuis, mille sept cents ans se sont écoulés, mais malheureusement des chrétiens sont encore par endroits la cible de persécutions religieuses.

Parallèlement, les antagonismes économiques s’intensifient mondialement et l’appât du gain éphémère est promu en but capital. On fait mine d’ignorer les conséquences affligeantes de l’accumulation à outrance de la richesse dans les mains de quelques-uns et le grand dénuement auquel des populations entières sont réduites. Cette inégalité, qualifiée mondialement de crise économique, provient essentiellement de la crise éthique. Malheureusement, l’humanité n’attache pas d’importance, comme elle aurait dû, à cette crise morale. Pour excuser son attitude, elle invoque la liberté des transactions. Néanmoins, la liberté des transactions n’autorise pas le crime. Le comportement criminel n’est pas uniquement celui décrit dans les codes pénaux. C’est aussi celui qui, sans être stipulé dans la loi pénale, soutire la richesse d’autrui par d’habiles procédés. Tant que la loi n’est pas appliquée, les réactions des citoyens ainsi lésés se manifestent parfois de manière incontrôlée, perturbant la paix sociale.

Or, depuis notre Patriarcat œcuménique nous suivons attentivement les « signes des temps » où, de toute part, on « entend parler de guerres et de soulèvements », où « nation est dressée contre nation et royaume contre royaume », où surviennent « de grands tremblements de terre et en divers endroits des pestes et des famines, des faits terrifiants venant du ciel et de grands signes ». Nous faisons nôtres les paroles de saint Basile : « Les deux principaux commandements de la charité consistent à être pénétré d’affliction et de douleur pour les choses qui sont nuisibles à la personne que nous aimons, et au contraire à nous réjouir de ses avantages en les procurant autant que nous le pouvons (…) Et il est visible que quiconque n’est point de cette disposition n’aime nullement son frère ». En conséquence, depuis ce saint siège du Centre de l’Orthodoxie, nous proclamons la nouvelle année toute proche en tant qu’Année de Solidarité Universelle.

Nous espérons ainsi sensibiliser le plus grand nombre possible des membres de la communauté humaine au problème du paupérisme généralisé et à la nécessité de prendre des mesures pour soulager les affamés et les malheureux. 

En tant que chef religieux, nous demandons la coopération des personnes de bonne volonté et des Gouvernements pour réaliser sur terre la paix du Seigneur. La paix que les Anges ont annoncée, la paix que l’enfant Jésus apportait. Aspirant à cette vraie paix, qui surpasse toute intelligence, nous devons nous efforcer d’y parvenir en pratique, sans nous désintéresser des faiblesses, spirituelles et matérielles, de notre semblable pour qui le Christ est descendu dans le monde.

L’amour et la paix sont les qualités propres aux disciples et aux apôtres du Seigneur, ainsi qu’à tout chrétien. Dès lors, nous nous engageons et nous exhortons les uns les autres pour qu’au cours de cette Année de Solidarité Universelle, nous fournissons, en tant qu’individus et en tant que peuples, des efforts conscients pour atténuer les conséquences inhumaines des grandes inégalités et pour faire reconnaître de tous le droit des plus faibles à jouir des biens indispensables à la vie humaine. Ainsi, dans la mesure de ce qui est humainement possible, nous verrons la paix se réaliser aussi sur terre.

Vénérant avec toute la création sensible et intelligible la venue sur terre du Fils et Verbe de Dieu, né de la Vierge, et nous prosternant devant l’enfant Jésus, notre illuminateur et sauveur, le défenseur de notre vie, nous nous demandons vraiment avec le psalmiste : Puisqu’« il nous est né aujourd’hui un Sauveur » , « le Seigneur, le tout-puissant, le roi de gloire » , nous les chrétiens « de qui aurions-nous peur ou devant qui tremblerions-nous »?

Nous prions et souhaitons de tout cœur que la nouvelle année 2013 soit pour tous une année de solidarité universelle, de liberté, de réconciliation, de bienveillance, de paix et de joie, et que le Verbe éternel du Père né dans la Grotte, lui qui unit les anges et les hommes dans un même ordre, et qui fit la paix sur terre, dispense à tous patience, espoir et force et qu’il bénisse le monde par les dons divins de Son amour. Amen. 

Du Phanar, Noël 2012
† Bartholomaios de Constantinople
fervent intercesseur de vous tous en Dieu


ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ
Weihnachtsbotschaft des Ökumenischen Patriarchen 2012

Protokollnummer: 1124

Weihnachtsbotschaft des Ökumenischen Patriarchen

+  B A R T H O L O M A I O S
durch Gottes Erbarmen Erzbischof von Konstantinopel, dem Neuen Rom,
und Ökumenischer Patriarch
allem Volk der Kirche Gnade, Friede und Erbarmen
von Christus, unserem in Bethlehem geborenen Erlöser

„Christus wird geboren, verherrlicht Ihn.
Christus auf Erden, laßt euch erhöhen.“

Lasst uns voller Freude die unsagbare Herabkunft Gottes feiern. Bei dieser Feier gehen uns die Engel voran mit dem Lobpreis: „Ehre sei Gott in den Höhen und Friede auf Erden, bei den Menschen Wohlgefallen.“

Zwar sehen und erleben wir auf der Erde Kriege und Kriegsdrohungen. Doch darum wird die freudige Botschaft nicht etwa aufgehoben. Durch die in Jesus Christus geschehene Versöhnung Gottes mit den Menschen ist in der Tat der Friede auf die Erde gekommen. Jedoch haben wir Menschen uns trotz seines heiligen Willens, unglücklicherweise, nicht miteinander versöhnen lassen. Wir bleiben einander feindlich gesonnen. Hinsichtlich unserer religiösen und politischen Überzeugungen zeichnen wir uns aus durch Fanatismus, hinsichtlich des Erwerbs von Gütern durch Geiz, hinsichtlich der Ausübung politischer Gewalt durch Expansionismus. Und so geraten wir in Konflikte mit unseren Mitmenschen.

Der erleuchtete heilige römische Kaiser Konstantin d. Gr. hat durch sein im Jahr 313 erlassenes Edikt von Mailand verfügt, dass die Christen - ebenso wie die Gläubigen aller anderen Religionen - ihre Religion frei ausüben dürfen. Leider gibt es auch nach den seitdem vergangenen 1700 Jahren weiterhin örtlich begrenzte religiös motivierte Verfolgungen von Christen oder anderen Minderheiten. 

Gleichzeitig erfasst der wirtschaftliche Konkurrenzkampf die ganze Welt und das Streben nach kurzfristigem Gewinn wird zum Hauptzweck. Die traurigen Folgen der Konzentration des Reichtums in den Händen weniger und der wirtschaftlichen Verelendung weiter Teile der Weltbevölkerung werden nicht berücksichtigt. Dieses Ungleichgewicht, weltweit als ökonomische Krise bezeichnet, ist in Wahrheit die Konsequenz einer moralischen Krise. Dieser moralischen Krise schenkt die Menschheit leider nicht die gebührende Aufmerksamkeit. Zur Rechtfertigung dieser Haltung beruft sie sich auf die Freiheit des Handels. Doch diese Freiheit rechtfertigt nicht das Verbrechen. Und Verbrechen ist nicht nur das, was als solches im Strafgesetzbuch bezeichnet wird. Es ist auch jede – wenn auch strafrechtlich nicht relevante – Handlung, die mittels entsprechender Machenschaften andere unbemerkt ihres Reichtums beraubt. Da hier kein Gesetz zur Anwendung kommt, agieren die Betreffenden oft unkontrolliert und erschüttern so den gesellschaftlichen Frieden.

Wir beobachten von unserem Ökumenischen Patriarchat aus „die Zeichen der Zeit“, dass allenthalben „Kriege und Unruhen“ vernommen und erlitten werden, dass sich Volk gegen Volk und Reich gegen Reich erhebt, dass es gewaltige Erdbeben und an vielen Orten Seuchen und Hungersnöte gibt, schreckliche Dinge geschehen und man am Himmel gewaltige Zeichen sieht (vgl. Lk 21,10ff.). Wir erfahren real, was der hl. Basilius von den zwei Formen der Liebe schreibt: „Einerseits empfindet sie Trauer und Betroffenheit, weil sie sieht, dass der Geliebte Schaden erleidet; andererseits freut sie sich und setzt sich ein zu seinem Nutzen … Wer nicht so gesonnen ist, der liebt offensichtlich seinen Bruder nicht.“ (Basilius d. Gr., Kurzgefasste Vorschriften, MPG 31,1200A) Deshalb proklamieren wir von diesem heiligen Sitz und Zentrum der Orthodoxie aus das bevorstehende neue Jahr als Jahr der Solidarität aller Menschen. 

Wir hoffen, auf diese Weise hinreichend viele Herzen für dieses Problem der großen und weit verbreiteten Armut zu erreichen, damit sie die notwendigen Maßnahmen ergreifen, die Not der Hungernden und Benachteiligten zu lindern. 

In unserer Eigenschaft als geistlicher Vater und kirchlicher Führer rufen wir alle Menschen guten Willens und alle Regierungen dazu auf, zusammenzuarbeiten, um den Frieden des Herrn auf Erden zu verwirklichen. Wir meinen den Frieden, den die Engel verkündet haben und den das Kind Jesus uns gebracht hat. Die Sehnsucht nach diesem wahren Frieden, der alles Begreifen übersteigt, verpflichtet uns, ihn durch Taten zu erstreben, indem wir uns der geistlichen und der materiellen Ohnmacht des Mitmenschen, für den Christus in diese Welt herabgekommen ist, annehmen.

Liebe und Frieden sind Kennzeichen der Jünger und Apostel des Herrn und jedes Christen. Darum rufen wir uns selbst und einander dazu auf, uns -persönlich und als Völker - in diesem Jahr der Solidarität aller Menschen bewusst alles zu tun, die unmenschlichen Folgen des großen Ungleichgewichts zu lindern und uns dafür einzusetzen, dass das Recht der Schwächeren auf die ungehinderte Inanspruchnahme der für das menschliche Leben unumgänglich notwendigen Güter von allen anerkannt werde.

Auf diese Weise werden wir sehen, wie der Friede auch auf Erden im Rahmen des dem Menschen Erreichbaren Wirklichkeit wird.

Indem wir mit der ganzen materiellen und geistigen Schöpfung den Hervorgang des Sohnes und Wortes Gottes aus der Jungfrau verehren und vor dem Kind Jesus, unserem Licht und Heil, dem Beschützer unseres Lebens, die Knie beugen, fragen wir uns zugleich mit dem Sänger der Psalmen: Vor wem sollten wir uns fürchten? – oder: Vor wem sollte es uns ängsten? (vgl. Psalm 26,1 LXX); denn als Christen wissen wir, dass uns „heute der Heiland geboren wurde“ (Lk 2,11), „der Herr der Mächte und König der Herrlichkeit“ (Psalm 23,10 LXX).

Wir bitten und beten inständig und aus ganzem Herzen, das bevorstehende Jahr sei für alle ein Jahr der Solidarität aller Menschen, der Freiheit, der Versöhnung, des Wohlgefallens, des Friedens und der Freude. Das in der Höhle geborene vorewige Wort des Vaters, das Engel und Menschen miteinander vereint und den Frieden auf die Erde gebracht hat, schenke allen Geduld, Hoffnung und Kraft und segne die Welt durch die göttlichen Gaben seiner Liebe. Amen. 

Phanar, Weihnachten 2012
+ Bartholomaios von Konstantinopel,
euer aller inständiger Fürbitter bei Gott


ΙΣΠΑΝΙΚΑ
Mensaje de Navidad 2012 del Patriarca Ecuménico

Prot. No. 1124

ENCICLICA PATRIARCA
PARA LA NAVIDAD

+ BARTOLOME
por la misericordia de Dios Arzobispo de Constantinpla-Nueva Roma y Patriarca Ecuménico
a la plenitud de la Iglesia
Gracia, Misericordia y Pace
del Salvador Cristo nacido en Belén

“Cristo ha nacido, glorifiquémosle, Cristo está en la tierra, exaltémosle.”

Regocijémonos en alegría por la inefable condescendencia de Dios. Los ángeles nos preceden diciendo: “Gloria a Dios en las alturas y en la tierra paz, y buena voluntad entre los hombres.”

Aún así, en la tierra contemplamos y experimentamos guerras y amenazas de guerra. Sin embargo, el alegre anuncio no es de ninguna manera anulado. La paz ha arribado verdaderamente a la tierra a través de la reconciliación entre Dios y los hombres en la persona de Jesucristo. , Sin embargo y desgraciadamente nosotros los seres humanos no hemos sido reconciliados entre nosotros, a pesar de la divina voluntad de Dios. Mantenemos una odiosa disposición hacia el otro. Nos discriminamos unos a otros por medio del fanatismo en relación a convicciones religiosas y políticas, por medio de la avaricia en la adquisición de bienes materiales, y a través del expansionismo en el ejercicio del poder político. Estas son las razones por las cuales entramos en conflicto unos con los otros. 

Con su decreto de Milán, promulgado en el año 313 d.C, el iluminado emperador romano Constantino el Grande instituyó la libertad en la práctica de la fe cristiana, junto a la libertad en la práctica de cualquier otra religión. Tristemente, habiendo pasado desde entonces 1700 años, continuamos viendo la persecución religiosa contra cristianos y minorías cristianas en diversos lugares.

Aún más, la competición económicase se ha extendido globalmente, principalmente a través de la adquisición de ganancias efímeras, que es promovida como objetivo principal. Las lóbregas consecuencias de sobreconcentración de riqueza en las manos de unos pocos y la desolación financiera de vastas masas humanas son ignoradas. Esta desproporción, que es descrita mundialmente como crisis económica,  es esencialmente producto de una crisis moral. Sin embargo, la humanidad lamentablemente no atribuye una correcta significación a esta crisis moral. A fin de justificar esta indiferencia, la gente invoca la noción del libre comercio. Pero el libre comercio no es una licencia para el crimen. Y una conducta criminal es mucho más de lo que está estipulado en los códigos penales. Ésta incluye aquello que no puede ser previsto por la prescripción de leyes estatutarias, como aquella de la confiscación de las riquezas de la gente por medios supuestamente legítimos.  Aún más, como entonces la ley no puede ser formalmente impuesta, las acciones de una minoría de ciudadanos son muy a menudo expresadas en una manera irrestricta, provocando así disrupción en la paz y justicia social. 

Desde el Patriarcado Ecuménico, pues, hemos seguido desde cerca los “signos de los tiempos”, que en todas partes dan eco de “sonidos” de “guerra y tumulto” – “con nación que se alza contra nación, dominio contra dominio, grandes sismos, y en varios lugares hambrunas y plagas, junto con terribles fenómenos y presagios celestiales” (Lc. 21. 10-12) En muchas maneras, estamos experimentado lo que San Basilio escribió sobre “los dos tipos de amores: uno es sentir pena y preocupación contemplando que nuestro amado sea perjudicado; el otro es regocijarse y luchar para beneficiar al amado. Nadie que no muestre ninguna de estas categorías claramente ama a ningún hermano o hermana” (Basilio el Grande, Pequeñas Reglas, PG 31, 1200A). Es por esto que desde esta Santa Sede y Centro de la Ortodoxía, proclamamos el inminente próximo año como el “Año de la Solidaridad Global”.

Es nuestro deseo que de esta manera seamos capaces de sensibilizar suficientes corazones entre la humanidad con respecto al extenso e inmenso problema de la pobreza y de la necesidad de asumir las medidas necesarias para confortar a los hambrientos y desgraciados. 

Como vuestro padre espiritual y lider espiritual, pedimos sostén de todas las personas y gobiernos de buena voluntad a fin de que podamos por fin realizar la tan ansiada “paz en la tierra” del Señor -la paz anunciada por los ángeles y concedida por el infante Jesús. Si verdaderamente deseamos esta paz que trasciende todo entendimiento, estamos obligados a adquirirla palpablemente en vez de ser indiferentes a la vulnerabilidad espiritual y material de nuestros hermanos y hermanas, por quienes Cristo ha nacido. 

Conjuntamente con toda la creación material y espiritual, veneramos la natividad del Hijo y Verbo de Dios de Maria Virgen, arrodillándonos ante el recién nacido Cristo -nuestra iluminación y salvación, nuestro abogado en la vida- y preguntándonos como el salmista ¿A quién hemos de temer? ¿De quién deberíamos estar asustados? (Sal. 26. 1) como cristianos, ya que “hoy nos ha nacido un Salvador” (Lc. 2,1), “el Señor de las huestes, el Rey de la Gloria.” (Sal. 23. 10)

Deseamos y oramos fervientemente para que el naciente 2013 sea para todos un año de solidaridad global, libertad, reconciliación, buena voluntad, paz y alegría. Que el Logos pre-eterno del Padre, que ha nacido en un pesebre y unió ángeles y humanos en un solo orden, estableciendo paz en la tierra, conceda a todas las gentes paciencia, esperanza y fortaleza, mientras bendice al mundo con los divinos dones de su amor. Amén.

En el Fanar, Navidad de 2012
Vuestro ferviente suplicante ante Dios
+ Bartolomé de Constantinopla

Related Posts with Thumbnails

Follow by Email