© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Χ. Ν. Τσιρώνη: ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΙ ΔΕΣΜΟΙ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ


i. Εισαγωγή
Τα ηλεκτρονικά κοινωνικά δίκτυα (Facebook, Twitter, Google+, LinkedIn, Wordpress, Blogspot, Tumblr, YouTube κ.α.) και ο ρόλος τους στην καθημερινή ζωή και επικοινωνία του σύγχρονου ανθρώπου θέλγουν ολοένα και περισσότερο το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης αλλά και ποικίλων επιστημονικών κλάδων, όπως της δημοσιογραφίας, της φιλοσοφίας, της θεολογίας, της οικονομίας, της πολιτικής επιστήμης και φυσικά όλων των κοινωνικών επιστημών. Τα ηλεκτρονικά κοινωνικά δίκτυα ως κάτι το καινοφανές προκαλούν αμφίσημες αντιδράσεις. Ο ενθουσιασμός από τη μια μεριά και η εντατική ενασχόληση με αυτά αποτελούν για κάποιους απτή απόδειξη προσωπικού και κοινωνικού εκσυγχρονισμού ενώ από την άλλη η επίδραση που έχει η εικονική υπόστασή τους στην εμπειρική πραγματικότητα περιγράφεται με όρους εφιαλτικής εισβολής στον πυρήνα της ανθρώπινης εμπειρίας. Ειδικότερα για το θέμα της επίδρασης που ασκεί η ανάπτυξη των μέσων αυτών στο λόγο και στη ζωή της Εκκλησίας οι αντιθέσεις είναι ακόμη πιο ισχυρές. Ας σημειωθεί προκαταβολικά ένα γενικευτικό –όχι όμως χωρίς βάση στα γεγονότα-παράδοξο: στη φαρέτρα των επιχειρημάτων όσων χρησιμοποιούν εκτεταμένα τα μέσα αυτά είναι η προβολή της αυθεντικότητας της Ορθοδοξίας και της κοινοτικής της εμπειρίας. Όσοι αντιτίθενται στις εξελίξεις στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών συχνά κοινωνούν τις απόψεις τους με εντατική χρήση των μέσων αυτών. Μια απλή έρευνα σε μια ηλεκτρονική σελίδα αναζήτησης αναδεικνύει το πλήθος των σχετικών σελίδων: συντηρητικές και λιγότερο συντηρητικές φωνές στο εσωτερικό των θρησκευτικών ομάδων, λάτρεις και μαχητές της νεότερης τεχνολογίας επικοινωνιών, εκσυγχρονιστές και παραδοσιαρχικοί χρησιμοποιούν τα μέσα αυτά για να εκθέσουν τις απόψεις τους σε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους.  Τα social media χρησιμοποιούν πλέον ο πάπας της Ρώμης, αλλά και η Εκκλησία της Ελλάδος, τοπικές μητροπόλεις, ενορίες και χριστιανικές κινήσεις. Παράλληλα, η blogo-σφαιρα βρίθει της παρουσίας θεσμικών και μη θεσμικών πρωτοβουλιών, προσωπικών κατά βάση ιστοσελίδων που συχνά όμως συνοδεύονται από τον τίτλο του κατόχου της ιστοσελίδας (π.χ. καθηγητής θεολόγος, αρχιμανδρίτης, νομικός κ.α.), γεγονός που από μόνο του επικαλείται πολύ περισσότερα από την απλή έκφραση προσωπικής γνώμης.

ii. Κοινωνικά Δίκτυα και Σύγχρονη Κοινωνική Θεωρία
            Παρόλο που τα Ηλ.Κοι.Δι. βασίζονται προφανώς σε πολύ σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις, η ανάλυση του ρόλου που έχουν τα δίκτυα στην οργάνωση της κοινωνίας και ο χαρακτήρας της κοινωνικής αλληλεπίδρασης στις κοινότητες των ανθρώπων αποτέλεσαν κεντρικά αναλυτικά σχήματα στις κοινωνικές επιστήμες.  Ενώ λοιπόν τα «δίκτυα» είναι παλιές αναλυτικές κατηγορίες στην ανάλυση των κοινωνικών οργανισμών και συστημάτων, τα ηλεκτρονικά κοινωνικά δίκτυα ως κόμβοι άμεσης και συνεχούς επικοινωνίας, που εδράζονται στην εικονική –ηλεκτρονική πραγματικότητα και βασίζονται στην τεχνολογία των υπολογιστικών συστημάτων είναι μια ολοκαίνουργια πρόκληση.
Τις τελευταίες δεκαετίες η προσοχή στρέφεται στην άνοδο της Κοινωνίας των Δικτύων κατά τον γνωστό όρο του M. Castells. Ο Castells επισημαίνει ότι διαμορφώνονται πλέον σε παγκόσμιο επίπεδο σχέσεις και αλληλεπιδράσεις σε ένα δίκτυο οικονομικών ροών, όπου η πληροφορία και η γνώση είναι ό,τι πολυτιμότερο, ότι η ύπαρξη του παρόντος τεχνοοικονομικού συστήματος βασίζεται στη λειτουργία των δικτύων και αναπαράγει χαρακτηριστικά και δομές που εξυπηρετούν την απρόσκοπτη συνέχεια στο χώρο και στο χρόνο των ηλεκτρονικών λειτουργιών τους.
Τα δίκτυα είναι λοιπόν ένα σύνολο κόμβων επικοινωνίας σε διασχεσιακό, εικονικό, και δια-τοπικό επίπεδο. Σε αυτά εμπεριέχονται διάφορες πτυχές επικοινωνίας, και αλληλεπίδρασης, υπάρχει σε κάποιο βαθμό μια ορισμένη αλληλεξάρτηση, εκφράζονται αξιακές αναφορές και πραγματοποιούνται ανταλλαγές δεδομένων και συναλλαγές. Η συνάρμοση όλων αυτών μοιάζει ή παρουσιάζεται ως να συγκροτεί ένα τέχνημα παγκόσμιας αναφοράς, μια ευθεία πρόκληση για την κοινωνική κατανόηση των τοπικών και χρονικών διαστάσεων στην ανθρώπινη εμπειρία, κάτι που ορισμένοι δεν θα δίσταζαν να περιγράψουν ως ένα universum technicus.
Ιδιαιτέρως το ζήτημα της νοηματοδότησης της κοινωνικής συμμετοχής στα δίκτυα απασχολεί τον κοινωνιολόγο Z. Bauman. Ο Bauman επισημαίνει τις ποικίλες αλλαγές στο χώρο των Ηλ.Κοι.Δικ. αποδίδοντάς τους κυρίως αρνητικό χαρακτήρα,  καθώς κατά την ανάλυσή του η αποκλειστική σχεδόν εστίαση σε ευέλικτα δίκτυα τείνει να υπερβεί την έννοια της κοινωνίας. Για αυτόν οι επιλογές της διαδικτυακής επικοινωνίας και της ηλεκτρονικής κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν μια αντανάκλαση των προτύπων της Καταναλωτικής Κοινωνίας στον εικονικό κόσμο, καθώς «οι άνθρωποι προβάρουν, αλλάζουν, διορθώνουν εικονικούς εαυτούς ή εικόνες της προσωπικής τους ταυτότητας με απόλυτο σκοπό να δειγματίσουν θετικά στον εικονικό κόσμο τον εαυτό τους με τη μορφή ενός ευπώλητου αγαθού» (Τσιρώνης 2013a : 115).
Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την Ορθόδοξη Εκκλησία η πρωταρχική πρόκληση είναι να προσδιοριστούν αρχές αποτίμησης του ρόλου των Ηλ.Κοι.Δι. στη ζωή, την αλληλεπίδραση και την επικοινωνία των πιστών τόσο ατομικά όσο και συλλογικά. Να γίνουν με άλλα λόγια κατανοητά τα χαρακτηριστικά των κοινοτικών δεσμών στην Κοινωνία των Δικτύων και να διευκρινιστούν οι έννοιες κοινότητα και (επι)κοινωνία σε αυτό το πλαίσιο.

iii. Εκκλησία και κοινωνικά μέσα δικτύωσης
Η ανάλυση της θεματικής Εκκλησία και Ηλ.Κοι.Δι. προϋποθέτει την αναγνώριση μιας σχεδόν παράδοξης συνθήκης: Η Ορθόδοξη Εκκλησία όχι μόνο έχει σημαντικές θεσμικές, κανονιστικές, δομικές και λειτουργικές αναφορές στο προμοντέρνο αλλά και σε πολλά θέματα αντιμετωπίζει το λιγότερο με καχυποψία, αν όχι με αντιπαλότητα, ποικίλες εξελίξεις της νεωτερικότητας. Ταυτόχρονα όμως φαίνεται ότι μετά από κάποια χρονική καθυστέρηση έχει ενταχθεί σε σημαντικό βαθμό στον κόσμο των διαδικτυακών κοινωνικών μέσων.
Οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες λοιπόν διαθέτουν επίσημες ιστοσελίδες, κάνουν χρήση του twitter και του Facebook είτε με επίσημες αναρτήσεις είτε μέσα από κάποιες υπηρεσίες τους, ενώ παρά πολλοί ορθόδοξοι χριστιανοί χρησιμοποιούν αυτόν το χώρο για να αναρτήσουν υλικό που αποσκοπεί -κατά δήλωσή τους- στην ηλεκτρονική μαρτυρία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τα πρόσωπα αυτά  μπορεί να είναι ιεράρχες, θεολόγοι, ανησυχούντες χριστιανοί, πιστοί με ενδιαφέροντα επικοινωνίας κ.α. Τα ερευνητικά ερωτήματα που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον από κοινωνιολογική σκοπιά είναι με ποιες προϋποθέσεις γίνεται η χρήση των Ηλ.Κοι.Δι. από διαφορετικές κατηγορίες πιστών-χρηστών, ποια η σκοπιμότητα και ποια τα αποτελέσματα της χρήσης τους στην κοινωνική πραγματικότητα.
Η αναλυτική προσέγγιση των ζητημάτων αυτών μπορεί να γίνει μέσα από το πρίσμα δύο βασικών προκλήσεων, να ερευνηθεί δηλαδή α) ποια είναι η στάση της Εκκλησίας έναντι κακόβουλων θέσεων και επιθέσεων και β) ποια είναι η στάση της Εκκλησίας έναντι των μελών της που κάνοντας χρήση των δικτύων και διεκδικώντας για τον εαυτό τους την αυθεντική ορθόδοξη μαρτυρία, επιτίθενται στο εσωτερικό της κοινότητάς τους ή και έξω από αυτήν εκφράζοντας ακραίες θέσεις, φονταμενταλιστικές προθέσεις ή και διχαστικό λόγο. Σε όλες τις περιπτώσεις αυτό που προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία είναι η άνοδος του εξτρεμισμού (ως πρόθεση ή αντίδραση) σε παγκόσμιο επίπεδο και η συσχέτισή του με τις συνθήκες ανωνυμίας ή ισοπεδωτικής οχλοκρατίας που συχνά επικρατούν στο διαδίκτυο, ακόμη και στο χώρο των θρησκευτικών ιστοσελίδων. Αρκεί μια γρήγορη ματιά στα σχόλια που παρατίθενται κάτω από καταχωρήσεις διαφόρων ιστοσελίδων για να διαπιστώσει κανείς με πόση επιθετικότητα εκφράζονται θέσεις που παραπέμπουν σε λεκτική βία ή ωθούν ακόμη και σε φυσική βία. Πρόκειται για σχόλια που δεν θα γινόταν με τόσο μεγάλη ευκολία σε μια ενοριακή συνάντηση, σε μια εκκλησιαστική σύναξη, σε ένα ακαδημαϊκό περιβάλλον, σε μια τέλος πάντων κατά πρόσωπον συζήτηση. Θα μπορούσε ίσως κανείς να συνταιριάσει σε πρώτη φάση αυτήν την κατάσταση με ευρύτερες εξελίξεις στην Καταναλωτική Κοινωνία: Οι πύρινοι λόγοι βάζουν φωτιά στο δίκτυο, η ανακύκλωση σχολίων μεγιστοποιείται και με αυτόν τον τρόπο ένα ιστολόγιο μπορεί να χαρίζει στον ιδιοκτήτη του την ηδονή της μεγάλης επισκεψιμότητας, των ευάριθμων likes!, και των πολλών ακολούθων (followers) σε μια ιδιότυπη αρένα διαρκούς αναμέτρησης. Οι σελίδες αυτές μπορούν να κατασκευαστούν ως «χειροποίητες» με ελάχιστες τεχνικές γνώσεις και με μηδενικό σχεδόν κόστος, πράγμα που τις καθιστά απείρως ελκυστικά εργαλεία στο παίγνιο της αυτοπροβολής και της εμμονικής κατανάλωσης δεδομένων και εικόνων. Μία προσέγγιση όμως μόνο από την πλευρά της παρουσίασης της προσωπικής ταυτότητας ως ευπώλητο εμπόρευμα στην Καταναλωτική Κοινωνία  δεν είναι αρκετή.
Αυτή η κατάσταση μπορεί να επηρεάζει σε κάποιο βαθμό και τις λειτουργικές σχέσεις και τη θεσμική συγκρότηση των θρησκευτικών κοινοτήτων όχι μόνο στην εικονική πραγματικότητα αλλά και στον off line κόσμο. Δεν γνωρίζουμε για παράδειγμα πόσο ακριβώς αυτά τα μηνύματα των θρησκευτικά φανατισμένων χρηστών του δικτύου μπορεί να επηρεάζουν αποφασιστικά στην εκδήλωση θρησκευτικής βίας ή την πορεία της θρησκευτικής κοινότητας στον κόσμο δημιουργώντας κλίμα αντιπαράθεσης. Το πρώτο έχει περισσότερο σχέση με τους πολιτικούς νόμους, ενώ το δεύτερο με τις διδαχές και τη ζωή των θρησκευτικών κοινοτήτων.
Η λειτουργία των Ηλ.Κοι.Δι. εδράζεται στις έννοιες της κοινοποίησης, του «κοινού» και του διαμοιρασμού των πληροφοριών και των ηλεκτρονικών δεδομένων. Δημιουργούνται κόμβοι επικοινωνίας και στη συνέχεια «ηλεκτρονικές κοινότητες» που αποσκοπούν στο να μεταδοθούν και να μοιραστούν στα μέλη της κοινότητας τα δεδομένα ως «κοινά» και «ευάρεστα», όπως προδίδει το εμβληματικό ιντερνετικό δίπτυχο «share- like!». Πώς εννοείται λοιπόν αυτού του είδους η κοινότητα, ποια τα κοινά και ευάρεστα και ποιες οι αρχές και προϋποθέσεις της συμμετοχής εκκλησιαστικών και θρησκευτικών φορέων στα Ηλ.Κοι.Δι.;
Καταρχήν προκύπτουν ζητήματα ταυτότητας και αυτοσυνείδησης για την Εκκλησία ως θεσμό και για τους πιστούς ως μέλη του σώματος. Ποια είναι η εικόνα που έχουν οι ίδιοι οι ορθόδοξοι για την Ορθοδοξία στη νέα χιλιετία και πως νοηματοδοτείται αυτή η εικόνα μέσα στις ηλεκτρονικές λεωφόρους του διαδικτύου; Ας φανταστούμε προς χάριν αναλύσεως ότι κάποιος ερευνητής που δεν έχει καμιά εμπειρία ή γνώση για την Ορθοδοξία επισκέπτεται τις ιστοσελίδες, τα ιστολόγια και τα άλλα Ηλ.Κοι.Δι. και διαβάζει τόσο το υλικό τους όσο και τα σχόλια που ακολουθούν. Ειδικά τα σχόλια ως μια μη οργανωμένη, χωρίς παιδαγωγική στοχοθεσία, άμεση απόκριση στα αναρτηθέντα είναι δυνατόν να θεωρήσουμε ότι αναδεικνύουν τον αληθινό παλμό της Ορθοδοξίας και ποιος είναι αυτός; Πόσοι ορθόδοξοι θα μπορούσαν να ταυτιστούν με το περιεχόμενο, το ύφος, το ήθος, την αισθητική και το πνεύμα του διαλόγου σε ιντερνετικές αντιπαραθέσεις που αναρτώνται καθημερινά σε θρησκευτικά και μη θρησκευτικά μέσα;
Παρά το γεγονός όμως ότι και στις πολιτικές εφημερίδες και στα ευρύτερου περιεχομένου μέσα η συζήτηση για τα ηθικο-θρησκευτικά ζητήματα παρουσιάζει ανάλογα χαρακτηριστικά, ας εστιάσουμε σε Ηλ.Κοι.Δι με μεγαλύτερη θρησκευτική εστίαση. Ποια εικόνα λοιπόν θα σχημάτιζε ένας ερευνητής των ιστολογίων; Πρόκειται για την Ορθοδοξία των ανοιχτών οριζόντων, της αυτοθυσίας, της καταλλαγής και του πράου αγαπητικού πνεύματος; Είναι η Ορθοδοξία μια εμπειρία του ταπεινού και άφοβου Ευαγγελικού φρονήματος όπου βιώνεται το «η γαρ δύναμις μου εν ασθενεία τελειούται» (Β΄ Κορ 12:9); Μήπως ο μελετητής θα σχημάτιζε μια εικόνα για μια θριαμβεύουσα Ορθοδοξία ως θρησκεία με δύναμη και κρατικές προεκτάσεις, ανταγωνιστική, διεκδικητική, με θεσμική και εξουσιαστική αντίληψη; Ένα γεγονός κοινωνίας ή μια θρησκειοποιημένη πρόταση που είναι ή οφείλει να είναι κραταιά, απόλυτη, (αντι)μαχόμενη στις παρεμβάσεις της; Η αλήθεια είναι ότι μπορεί κανείς να βρει και τις δύο προοπτικές. Το πρόβλημα είναι πως όπως βρίσκονται όλες αυτές οι αναφορές αταξινόμητες και ανιεράρχητες στη διαδικτυακή θάλασσα των πληροφοριών και αφού όλοι μιλούν εξ ονόματος του πραγματικού πνεύματος της Ορθοδοξίας και με στόχο την προβολή της μίας αληθινής Ορθόδοξης Παράδοσης, ποια είναι τα μέτρα της διάκρισης, ποιοι και πως μπορούν να μιλήσουν στο σώμα για το σώμα εκ μέρους του σώματος των πιστών; Πώς διαχωρίζονται οι απόψεις από τη μαρτυρία της πίστης;
Σε αυτό το επίπεδο το μεγαλύτερο ζήτημα για τους χριστιανούς και την Εκκλησία είναι η σύγχυση μεταξύ του ιδιωτικού και θεσμικού λόγου και η ανάλογη προσπάθεια νομιμοποίησής του, η ισχνή σχέση μεταξύ κοινωνικής δικτύωσης και κοινωνικότητας και η θολή /αδιάκριτη αλληλεπίδραση μεταξύ του εικονικού-online  και εμπειρικού –offline κόσμου.  Υπό το φως αυτών των ερωτημάτων η χρήση των κοινωνικών μέσων από τα μέλη της Εκκλησίας μπορεί να λαμβάνει εκκλησιολογικές διαστάσεις στο θεολογικό κόσμο.
Ειδικά για το ζήτημα της διάκρισης μεταξύ των προσωπικών θέσεων/αναρτήσεων και του λόγου της Ορθόδοξης Εκκλησίας χρειάζεται μια πιο ειδική έρευνα στο πεδίο της Κοινωνιολογίας του Χριστιανισμού. Ο λόγος της Εκκλησίας στην Ορθόδοξη Παράδοση είναι αποτέλεσμα μιας λεπτής και σύνθετης διαδικασίας που προκύπτει από την ιστορική ζύμωση της Παράδοσης, της εμπειρίας της κοινότητας στο παρόν και της εσχατολογικής της προοπτικής. Ενώ από τη μια μεριά στον κόσμο του Διαδικτύου και των Ηλ.Κοι.Δι ο χρόνος παίρνει νέες διαστάσεις, από την άλλη μεριά στο άμεσο, στιγμιαίο, άυλο, εικονικό παρόν κάθε σχολίου, κάθε ιστοσελίδας κάποιος χρήστης μπορεί να εμφανίζεται ότι παρουσιάζει την αναλλοίωτη, αληθινή, ανόθευτη και αιώνια αλήθεια της Ορθοδοξίας στο σύνολό της, να αντιπαραθέτει τη θέση του αυτή έναντι άλλων που «προδίδουν» ή «αλλοιώνουν» τα χαρακτηριστικά της Ορθοδοξίας και να διεκδικεί την απόλυτη νομιμοποίηση ως φωνή του σώματος των πιστών στο παρελθόν και στο σήμερα. Εάν στο παρελθόν η Εκκλησία ως Σώμα καλούνταν να κρίνει και να διακρίνει μεταξύ θέσεων και αντιθέσεων μέσα από χρονοβόρους ελέγχους, διάλογο και συναποφάσεις με στόχο την ομοφωνία, σημερινά δημοσιεύματα διεκδικούν το αυταπόδεικτο μέσα από την αυτο-αναφορικότητά τους.  Αυτό που θα είχε ενδιαφέρον να απαντηθεί είναι αν εκκλησιολογικώς θα μπορούσε μια δυναμική πρόταση –ακόμη και αν είναι  εμβριθής, έξυπνη, λόγια- να υποκαταστήσει τη συνείδηση του σώματος των πιστών ως ζώσα έκφραση της κοινότητας καθώς και τους τρόπους έκφρασής της ως θεσμική λειτουργία ενός οργανισμού όπως η Εκκλησία που η συγκρότησή του βασίζεται σε οργανωμένους και καταγεγραμμένους κανόνες. Σε ό,τι αφορά το βίωμα, την αλληλεπίδραση και την ευθύνη της κοινότητας να κρίνει, να επιλέγει, να ζει, όλα αυτά μαζί συναρμόζουν ένα τόσο πυκνό δίκτυο σχέσεων και νοηματοδοτήσεων, που και μόνο η αυτοανακήρυξη κάποιου ως ολιστικής, υπερχρονικής και υπερ-κοινοτικής έκφρασης του όλου στις συγχρονικές και διαχρονικές διαστάσεις αποτελεί μόνη της μια αναλυτική πρόκληση κατανόησης.
            Ας γίνει και μια ιδιαίτερη αναφορά στις περιπτώσεις εκείνες όπου παρατηρούνται προβλήματα νομικής φύσεως, όπως για παράδειγμα περιπτώσεις συκοφαντίας, διασποράς ψευδών ειδήσεων, έκφρασης μισάνθρωπου ή και αντικοινωνικού λόγου. Βασική μου θέση αποτελεί ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν γενικές απαγορεύσεις ούτε και να διώκεται γενικώς και αορίστως η έκφραση γνώμης και η μετάδοση ειδήσεων. Η ελευθερία του λόγου είναι μια από τις πιο πολύτιμες κατακτήσεις του σύγχρονου κόσμου για να επιτραπεί να γίνει επίδικο εξτρεμιστών κάθε φύσεως. Αυτό βέβαια δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι κατάλληλες νομικές ρυθμίσεις θα πρέπει πάντοτε να προστατεύουν την αξιοπρέπεια και τη ζωή κάθε πολίτη. Θα μπορούσε πάντως να υπάρξει μια ευρεία συζήτηση και ως αποτέλεσμα αυτής μια σειρά από πρωτοβουλίες διαφάνειας και ρύθμισης του εκκλησιαστικού λόγου στα Ηλ.Κοι.Δι. Αυτού του είδους οι πρωτοβουλίες βέβαια δεν είναι πρωτοφανείς. Στο πλαίσιο διεθνών οργανισμών υπάρχουν ανάλογοι προβληματισμοί που ξεκινούν από παρόμοια ή ανάλογα προβλήματα, όπως για παράδειγμα ποιος έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το λογότυπο της UNESCO, να μιλά στο όνομα ενός διεθνούς οργανισμού ή να διεκδικεί τη νομιμοποίηση του προσωπικού λόγου με βάση το ηθικό βάρος που έχει ο οργανισμός. Μια διακήρυξη ηθικών αρχών και κανόνων για τη χρήση του χριστιανικού ή και θρησκευτικού λόγου στο διαδίκτυο θα ήταν ένα βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση. Η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των μελών της Εκκλησίας για τα ανάλογα θέματα και βεβαίως η σταθερή και προσεκτική παρατήρηση των εξελίξεων σε αυτόν τον τομέα από ειδικούς διαμορφώνουν μια δέσμη πρώτων ενεργειών.

iv. Καταληκτικές παρατηρήσεις
Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η χρήση των νέων μέσων είναι αναγκαία στο πλαίσιο της σύγχρονης επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης. Αυτό που χρειάζεται είναι τα Ηλ.Κοι.Δι να αποτελούν αληθινούς διαύλους επικοινωνίας και διαλόγου, ώστε να μεταφέρονται νέα, ενημερώσεις, προτάσεις, διδασκαλίες, παρατηρήσεις και να δημιουργείται προς όλους τους μετέχοντες ένα αμοιβαίο αίσθημα ευθύνης.  Στον εκκλησιαστικό χώρο αποφασιστικά μέτρα προς αυτήν την κατεύθυνση είναι α) μια ξεκάθαρη πολιτική ταυτότητας  (ποιος γράφει, τι/ποιους εκπροσωπεί η θέση που αναρτά κ.λπ) και β) μια σχετική φειδωλότητα στη χρήση –ταιριαστή άλλωστε στο ασκητικό πνεύμα της Ορθοδοξίας- και εθελούσια βραδυπορία στην αντίδραση. Εάν μιλά κανείς στο όνομα της Ορθόδοξης Κληρονομίας και των ορθόδοξων κοινοτήτων ανά την  Οικουμένη δεν χρειάζεται να μιλά συνέχεια, να λέγει πολλά και για τα πάντα και κυρίως είναι αναγκαίο να μην σπεύδει να αντιδράσει χωρίς να ζυγίσει τα γραφόμενα στη σοφία του χρόνου και στην αλήθεια της πράξης.


Αναστασίου Νεράντζη: [ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΠΕΡΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ - ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ MEDIA ΤΗΣ ΔΙΑΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ]


Έχω μια πάγια άποψη, την οποία συνεχώς διατυπώνω, αλλά δεν είμαι μόνον εγώ που την πρεσβεύω.
          Θεωρώ απαράδεκτο, αν μη και αποκρουστικό, τον όρο «μαζικό», που προέρχεται από τον ωμό εξελληνισμό του “mass media”. Η έκφραση, όπως χρησιμοποιείται, αποπνέει περιφρόνηση προς το λαό, θέλει τους ανθρώπους αντικείμενα βιομηχανικής συνειδησιακής επεξεργασίας, από την οποία παρασκευάζεται αγέλη, έτοιμη ν’ απορροφήσει το μήνυμα και ν’ αντιδράσει αυτόματα και ομοιόμορφα. Ο Le Bon χαρακτηρίζει την μάζα, ως λαό δίχως κρίση, ενώ ο Nietsche ως όργανο των μεγάλων. Σήμερα, ο όρος «μέσα μαζικής επικοινωνίας» έχει χάσει ολωσδιόλου την αρχική του σημασία, δηλαδή «μέσα επικοινωνίας με τις μάζες, που προσφέρουν δηλαδή μέγιστο αριθμό γνώσεων σε μεγάλο αριθμό πολιτών». Κατήντησε τελικώς να σημαίνει «μέσα που μεταμορφώνουν τον πολίτη σε μάζα, τον μετατρέπουν σε πολτό».
          Το κοινό μυστικό γι’ αυτή την πολτοποίηση είναι η διαστροφή της βασικής λειτουργίας των «μέσων», δηλαδή της πληροφόρησης. Ενώ η αρχική έννοια του ρήματος «πληροφορώ» ήταν, όχι μόνον «παρέχω ειδήσεις», αλλά και «ικανοποιώ πλήρως τον ακροατή-αναγνώστη κλπ (γι’ αυτό και «πληρο-φορώ»)», σήμερα η πληροφόρηση συρρικνώνεται συνήθως στην «ικανοποίηση του εαυτού μου, παραποιώντας, λίγο ή πολύ, τα γεγονότα και παραπλανώντας τους άλλους».
          Υπό τα δεδομένα αυτά, που συχνά από πολλούς, Έλληνες και ξένους, έχουν επισημανθεί, θα ήταν επιτέλους, όχι απλώς προτιμότερο, αλλά και φρονιμότερο να μιλάμε για «μέσα συλλογικής επικοινωνίας», μια που, όπως παρατηρεί ο Georges Bernanos, «πολιτισμός υπάρχει ακριβώς, για να μη μπορεί να υπάρχουν μάζες, αλλά άνθρωποι, αρκετά άγρυπνοι για να μην αποτελούν ποτέ μάζες».
          Και κάτι τελευταίο επί του σημείου τούτου: είναι αλήθεια ότι έχει σημειωθεί πρόοδος, έχει αλλάξει ποσοτικά η λειτουργία των Μέσων Επικοινωνίας, όχι όμως και ποιοτικά. Δεν έχει συνειδητοποιηθεί πλήρως ότι ο πολίτης και οι απόψεις του είναι το «υποκείμενο» των μέσων και όχι το «αντικείμενο», στηρίζονται απ’ αυτόν και προορίζονται γι’ αυτόν.
          Και τώρα ο άλλος πόλος που στηρίζει το αντικείμενο της προσέγγισης που επιχειρώ ενώπιόν σας, δηλαδή «Χριστιανισμός – Ορθοδοξία».
          Πολλοί από μας ζούμε την Ορθοδοξία συνθηματικά, ωσάν να πρόκειται για πολιτική παράταξη, με ό,τι τούτο συνεπάγεται. Βέβαια, κάθε εκκλησία είναι και ένας ιστορικά περιγεγραμμένος κοινωνικός οργανισμός, ζωντανός και δραστήριος. Τούτο είναι οπωσδήποτε μοιραίο, αλλά και αναγκαίο. Είναι βέβαιο ότι η εκκλησία εργάζεται μέσα στο χρόνο, απ’ αυτόν όμως συγχρόνως κινδυνεύει να καταβροχθισθεί. Τούτο συντρέχουν περισσότερες πιθανότητες να συμβεί, όταν τα κηρύγματά της περί αιωνιότητας εκπέσουν σε συνθήματα. Κοντά στους άλλους διακηρυγμένους και προτεταγμένους κινδύνους της εκκλησίας μας (αιρέσεις, προσηλυτισμοί, μασονία, αθεΐα, καταστροφικές λατρείες κλπ), ελλοχεύει ένας άλλος, πιο ύπουλος και πιο δραστικός. Είναι ο κίνδυνος να περιπέσει η ίδια σε λησμονιά και να μη βιώνει το μήνυμα που κομίζει. Θα πηγαίνει και πάλι ο κόσμος στις εκκλησίες, θα διαβάζονται τα ευαγγέλια, θα σημαίνουν οι καμπάνες, αλλ’ αν όλα αυτά είναι απλώς λειτουργίες και όχι μεθέξεις αιωνιότητας, είναι μάταια. Από σωτηριολογική άποψη ένα είναι βέβαιο, πως μόνον η πίστη σώζει «στιν δ πίστις λπιζομένων πόστασις, πραγμάτων λεγχος ο βλεπομένων.», όπως διατυπώνεται στον ανθεκτικό ορισμό του Αποστόλου Παύλου, που καταφάσκει μια εσωτερική συνάφεια, μεταξύ φόβου και ελπίδας, αφού οι δυο αυτές ισχυρές διαθέσεις συνυπάρχουν στο θρησκευτικό βίωμα. Πίστις δεν είναι η απλή συμμόρφωση με τα παραδεδομένα.
          Έναντι λοιπόν όλων των κινδύνων που διατρέχει η Ορθοδοξία, κατ’ εξοχήν δε του τελευταίου,  αποτελεσματική περιτείχιση αποτελεί μόνο η επιστροφή στην γνησιότητα, την αυθεντικότητα, την πνευματικότητα. Δεν αρκεί να δηλώνουμε χριστιανοί (τώρα τα νέα δελτία της ταυτότητάς μας δεν μνημονεύουν το θρήσκευμά μας). Το μόνο που δικαιούμεθα να ισχυριζόμαστε είναι ότι αγωνιζόμαστε σκληρά, να γίνουμε χριστιανοί και λυπούμεθα βαθύτατα που δεν μπορέσαμε ακόμη. Ίσως αυτή η συντριβή να προκαλέσει τη Χάρη.
          Απαιτείται λοιπόν συναγερμός όλων των πνευματικών δυνάμεων (εκκλησιαστικών και κοσμικών) για ανάκτηση ή πρόσκτηση της πνευματικής γνησιότητας, για αυτοσυνειδησία, για το τί είναι ψεύτικο και τί αληθινό, για το ποιό στοιχείο έχει σωστική αποστολή και ποιό καταβαραθρώνει. Για το τί, τέλος, είναι μια απλή (σχεδόν μηχανιστική) κοινωνική λειτουργία και το τί είναι γνήσια πνευματική στάση.
          Πιστεύω, ότι αυτές οι σκέψεις, των οποίων δεν έχω την αποκλειστική πατρότητα, ούτε είναι οι μόνες επί του αντικειμένου, μπορούν να βρουν πεδίο εφαρμογής επί του θέματός μας.
          Τα Μέσα Συλλογικής Ενημέρωσης ενός χριστιανικού κράτους, με τις παραδόσεις και τα βιώματα της Ελλάδας δεν μπορεί παρά να στοχεύουν στο να υπηρετήσουν και να εξυπηρετήσουν, διακριτικά και απέριττα, την ανάκτηση της Ορθόδοξης πνευματικής γνησιότητας. Απαιτείται να σταθούν στην οντολογία και να προσπεράσουν επιτέλους την άκρατη φαινομενολογία.
          Τα Μέσα Συλλογικής Ενημέρωσης και ο Χριστιανισμός απευθύνονται στο μεγάλο κοινό και προσπαθούν, με τον λόγο, να το πείσουν για κάτι ή και για κάποιους.
          Σ’ αυτήν την εποχή της παντοκρατορίας των Μέσων, αυτά δεν αποτελούν μόνο διδακτήριο για τους πολίτες, αλλά και δεσμωτήριο της κοινωνίας. Η ισότητα, η δικαιοσύνη, η προσήλωση στην αλήθεια, η ακρίβεια, η καταλλαγή, η αποφυγή της βίας, ο εξοστρακισμός της εξάρσεως των παθών, συνιστούν αρχές οι οποίες κυριαρχικά διατηρούν τον κορμό, τόσο του Χριστιανισμού όσο και των Μέσων, τα οποία μπορεί και πρέπει να συνεργάζονται αρμονικά.
          Πουθενά, είναι αλήθεια δεν ισχύουν απολύτως και μάλιστα όλες μαζί αυτές οι αρχές. Το διακύβευμα πάντως είναι να περιορίσουμε και εδώ, την ένταση και την έκτασή τους, υπηρετώντας έτσι και την ενημέρωση και τον Χριστιανισμό.

Κώστα Μυγδάλη: [ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ - ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ MEDIA ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΔΙΑΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ]

 Θεσσαλονίκη, μεσημέρι 13ης Μαΐου 2014 


Η σύναξη των προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών , η οποία συνήλθε στο Φανάρι της Κων/πολης από 6 έως 9 Μαρτίου του 2014, αποφάσισε την Σύγκλιση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας για το έτος 2016. Στο μήνυμα των προκαθημένων στην έκτη παράγραφο αναφέρεται:

6. Ἡ Σύναξις αὕτη τῶν Προκαθημένων συνιστᾷ δι᾿ ἡμᾶς μίαν εὐλογημένην εὐκαιρίαν, ἵνα ἐπαναβεβαιώσωμεν τήν ἑνότητα ἡμῶν διά τῆς κοινωνίας καί τῆς συνεργασίας. Ἐπιβεβαιοῦμεν τήν ἀφοσίωσιν ἡμῶν εἰς τήν ἔννοιαν τῆς συνοδικότητος, ἥτις τυγχάνει ὑψίστης σημασίας διά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐνωτιζόμεθα τήν ρῆσιν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, ὅτι "τό τῆς Ἐκκλησίας ὄνομα, οὐ χωρισμοῦ ἀλλ᾿ ἑνώσεως καί συμφωνίας ὄνομα". Ἡ καρδία ἡμῶν στρέφεται πρός τήν ἀπό μακροῦ ἀναμενομένην Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, διά νά μαρτυρήσωμεν τήν ἑνότητα αὐτῆς, ὡς καί τήν εὐθύνην καί τήν στοργήν της πρός τόν σύγχρονον κόσμον.

Ἡ Σύναξις συνεφώνησεν ὅτι ἡ προπαρασκευαστική τῆς Συνόδου ἐργασία πρέπει νά ἐντατικοποιηθῇ. Εἰδική Διορθόδοξος Ἐπιτροπή θά ἀρχίσῃ τό ἔργον αὐτῆς ἀπό τοῦ Σεπτεμβρίου 2014 καί θά ὁλοκληρώσῃ αὐτό μέχρι τοῦ Ἁγίου Πάσχα τοῦ ἔτους 2015. Θά ἀκολουθήσῃ Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις κατά τό πρῶτον ἥμισυ τοῦ ἔτους 2015. Ἅπασαι αἱ ἀπόφασεις, τόσον κατά τάς ἐργασίας τῆς Συνόδου, ὅσον καί κατά τά προπαρασκευαστικά στάδια αὐτῆς, θά λαμβάνωνται καθ᾿ ὁμοφωνίαν. Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας θά συγκληθῇ ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐν ἔτει 2016, ἐκτός ἀπροόπτου. Ἡ Σύνοδος θά προεδρεύηται ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Οἱ ἀδελφοί Αὐτοῦ Προκαθήμενοι τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν θά κάθηνται ἐκ δεξιῶν καί ἐξ εὐωνύμων Αὐτοῦ.

Η ανακοίνωση του σπουδαίου αυτού γεγονότος, της ευλογημένης αυτής απόφασης, έγινε με την συνήθη και αρμόζουσα για την περίσταση ευπρέπεια, χωρίς τυμπανοκρουσίες και  συνεντεύξεις. Η Εκκλησία μετά από πολύ κόπο μετά από μεγάλη προσπάθεια και με απόλυτη υπομονή και συγκατάβαση, υπακούοντας στην θέληση του ιδρυτή της Σωτήρα Χριστού αλλά και στα κελεύσματα των καιρών, η Εκκλησία έκανε το χρέος της . Απέδωσε στην κοινωνία και την ιστορία αν θα ώφειλε, επιβεβαιώνοντας έτσι την ενότητά της. Η κοινωνία , τώρα με την σειρά της καλείται να προσλάβει και να κατανοήσει την σπουδαιότητα της απόφασης, να την αναδείξει και να την διαφυλάξει. Να χτίσει το μέλλον της μέσα από την  ενότητά της. Η απόφαση δεν ήταν καθόλου εύκολη και πήρε πολύ χρόνο. Πενήντα χρόνια  δύσκολων και επίπονων ετοιμασιών και ενδοορθόδοξων διαλόγων. Είχα την μεγάλη τύχη να γνωρίσω και να με τιμήσει με την φιλία του ο μακαριστός μητροπολίτης Ελβετίας Δαμασκηνός Παπανδρέου και να ακούσω τις δυσκολίες από το στόμα του. Τις δυσκολίες υπέρβασης ανυπέρβλητων προβλημάτων.  Επίσης τον μακαρίτη Εφέσου Χρυσόστομο Κωνσταντινίδη. Ή τον επίσκοπο των Καθολικών τον συχωρεμένο Πέτρο Ντυπρέ. Γνώρισα επίσης των Φιλάρετο του Μινσκ που χειρίσθηκε θέματα συνεργασιών. Κάποιοι άλλοι είχαν την τύχη να γνωρίσουν τον μεγάλο ιεράρχη του Οικουμενικού Πατριαρχείου  Χαλκηδόνος Μελίτωνα Χατζή. Τον Πατριάρχη Αθηναγόρα. Ο θεός να τους αναπαύσει, η Εκκλησία και η κοινωνία σύμπασα τους οφείλει πολλά. Φανταστείτε πως θα ήταν ο κόσμος μας αν κάνανε κάποια λάθη αν δεν διέθεταν την διάκριση, ιδιαίτερα την περίοδο του ψυχρού πολέμου. Γιατί γνωρίζουμε όλη ότι αυτή η προσπάθεια συνεννόησης στην περίοδο του ψυχρού πολέμου ανδρώθηκε. Τότε που η καθολική Εκκλησία καταδίκαζε και κήρυττε το ασυμβίβαστο κομμουνιστή και χριστιανού. Με το decsero που εξαπέλυσε το 1949 η Αγία έδρα, όπου έκρινε ως ασύμβατες τις ιδιότητες κομμουνιστή και χριστιανού και καλούσε τον χριστιανικό κόσμο σε συνεργασία για την αντιμετώπιση του κομμουνισμού.  Αν τότε πέφταμε και εμείς στο ίδιο τρυπάκι που θα ήμασταν σήμερα.

Η ίδρυση πολλών και διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων κατά τους τρεις πρώτους αιώνες εδραίωσης του Χριστιανισμού δημιούργησε την ανάγκη ύπαρξης οργάνων επίλυσης θεμάτων κυρίως δογματικού και διοικητικού χαρακτήρα. Οι Σύνοδοι, που άρχισαν να συγκαλούνται ήδη από τον 1ο αιώνα μ.Χ., είχαν την ευθύνη επεξεργασίας ζητημάτων τόσο τοπικού και περιφερειακού, όσο και οικουμενικού χαρακτήρα. Από το σύνολο των Συνόδων αυτών, εκείνες που αφορούσαν αποφάσεις με θεμελιώδη σημασία για το παγκόσμιο εκκλησιαστικό σώμα ήταν οι Οικουμενικές Σύνοδοι. Η σύγκλισή τους γινόταν μόνο από τον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου, που κήρυττε την έναρξη και τη λήξη των εργασιών της εκάστοτε συνέλευσης. Η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει τις Οικουμενικές Συνόδους ως την ανώτατη αρχή δογματικών, διοικητικών, δικαστικών και νομοθετικών ρυθμίσεων. Πιο συγκεκριμένα, η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά και η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αναγνωρίζουν από κοινού επτά (7) Οικουμενικές Συνόδους, που έλαβαν χώρα μεταξύ των ετών 325 μ.Χ. και 787 μ.Χ. Επιπλέον, η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την Εν Αγία Σοφία Σύνοδο, καθώς και τη Σύνοδο του έτους 1341 μ.Χ. ως Συνόδους με αξία Οικουμενικών.

Οι Οικουμενικές Σύνοδοι ήταν μεγάλες συνελεύσεις των επισκόπων της χριστιανικής οικουμένης, προς κοινή συνδιάσκεψη και απόφανση επί σημαντικών δογματικών, θεολογικών και άλλων εκκλησιαστικών ζητημάτων που αναφέρονταν σε όλη την Εκκλησία, από την οποία αναγνωρίζονταν και γίνονταν δεκτές οι αποφάσεις που λαμβάνονταν σε αυτές. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι έγιναν το όργανο της επίσημης διατύπωσης και διακήρυξης της διδασκαλίας της Εκκλησίας, της κοινής πίστης και παράδοσης που οφείλουν να ακολουθούν όλες οι κατά τόπους εκκλησιαστικές κοινότητες. Αποτελούν την ύψιστη αυθεντία της Εκκλησίας του Χριστού. Κύριος λόγος θέσπισης των Συνόδων αυτών ήταν βασικά δογματικά ζητήματα, που προκαλούσαν θρησκευτικές έριδες των καιρών. Σε αυτές συμμετείχαν Πατριάρχες, Έξαρχοι, Μητροπολίτες και απλοί Επίσκοποι, ενώ χωρίς δικαίωμα ψήφου παρίσταντο στις διαδικασίες και Πρεσβύτεροι, Διάκονοι, Μοναχοί και Λαϊκοί. Η αντιπροσωπευτικότητα στη συμμετοχή και η αποδοχή των αποφάσεων της κάθε Συνόδου είναι παράγοντες, οι οποίοι καθόρισαν και τον οικουμενικό της χαρακτήρα. Ταυτόχρονα οι Οικουμενικές Σύνοδοι καταδίκασαν τις διάφορες αιρέσεις, που παρουσιάστηκαν και απείλησαν την ενότητα της Εκκλησίας. Η κοινωνία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον πάντα παρακολουθούσε τα δρώμενα των οικουμενικών συνόδων χωρίς να διαθέτει την ψηφιακή τεχνολογία. Με άμεση ενημέρωση απο τους συμμετέχοντες οι οποίοι μάλιστα φορές για να υποστηρίξουν τις απόψεις τους επιθετικότερα, είχαν απόλυτη ανάγκη της λαϊκής στήριξης. Φορές πάλι  ο λαϊκός παράγων συμμετείχε δημιουργικά στην επίλυση σπουδαίων θεολογικών προβλημάτων. Υπάρχει μια πολύ χαριτωμένη διήγηση που αφορά την Δ οικουμενική Σύνοδο που συνήλθε στην Χαλκηδόνα το 471 και ασχολήθηκε με το σημαντικό ζήτημα των φύσεων του Χριστού. Κατά την διήγηση λοιπόν σε φούρνο την Πόλης συνοδικός επίσκοπος που πήγε να αγοράσει ψωμί, ρωτήθηκε από τον Φούρναρη πως πάνε τα πράγματα. Και εκείνος απάντησε ότι έχουμε δυσκολία να περιγράψουμε με λίγες λέξεις τις δύο φύσεις του Ιησού και πως η μία συμμετέχει στην άλλη. Και τότε ο λαϊκός αυτό άνθρωπος που όπως φαίνεται γνώριζε σε βάθος την Ελληνική γλώσσα του είπε το καταπληκτικό ότι οι δύο φύσεις του Χριστού υφίστανται  ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως. [неслиянно, неизменно, нераздельно, неразлучно - inconfusedly, unchangeably, indivisibly, inseparably]. Δηλαδή η ανθρώπινη φύσις δεν συγχέεται με την θεία, η ανθρώπινη φύσις δεν μπορεί να μετατραπεί σε θεία ούτε η θεία σε ανθρώπινη και επειδή οι δύο φύσεις είναι ενωμένες στο ένα πρόσωπο του Υιού του θεού, η ένωσις αυτή παραμένει αμετακίνητη, χωρίς ενδεχόμενο διαιρέσεως ή χωρισμού. Και αυτή η αλήθεια, ως επίσημο δόγμα της Εκκλησίας, παραμένει ακλόνητη και σταθερή.

Ζούμε στο 2014 και έχουν  περάσει 700 χρόνια από τότε, ενώ θα έπρεπε να συγκαλείται Οικουμενική  Σύνοδος τουλάχιστον κάθε πεντηκονταετία. Αυτό το έλλειμμα, αυτή η παράλειψη, αυτή η αδυναμία συσσώρευσε προβλήματα πολλά. Ευτυχώς ξεπεράστηκαν. Η απόφαση αυτή καθ αυτή ήδη πλουτίζει την ζωή μας και το πολιτιστικό μας περιβάλλον . Η απόφαση αυτή ελήφθη μέσα σε ένα περιβάλλον ανατροπής. Ζούμε εδώ και δύο δεκαετίες σε ένα περιβάλλον μιας μεγάλης ανατροπής. Της μεγαλύτερης από κτίσεως κόσμου. Δεν ξέρω αν έχουμε συνειδητοποιήσει στα σοβαρά την μεγάλη τύχη της γενιάς μας και αυτό που ζούμε στις μέρες μας. Είμαστε μέτοχοι της μεγάλης τεχνολογικής επανάστασης η οποία ανατρέπει χιλιάδες πράγματα και θα τα ανατρέψει όλα. Ποιος θα μπορούσε να το φανταστεί. Ένα εργαλείο, η τεχνολογία , γίνεται παραγωγός πολιτικής, παράγει πολιτική και ιδεολογία η ίδια. Αν το άκουγε ο Μάρξ θα γελούσε με τις ώρες. Και όμως, νάτο, μπροστά μας. Τα κύρια χαρακτηριστικά του νέου αυτού περιβάλλοντος είναι τα εξής: Η απόλυτη ελευθερία λόγου σκέψης έκφρασης αυτενέργειας αλλά και η απόλυτη δυνατότητα εκφοράς δημόσιου λόγου του οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου πολίτη και μάλιστα με πολύ χαμηλό οικονομικό κόστος. Προκειμένου λοιπόν  ένας πολιτικός , κοινωνικός πνευματικός χώρος να κατανοήσει την λειτουργία αυτής της σχέσης, να την προσλάβει και να εισπράξει τα θετικά της, θα πρέπει να έχει μια καθαρή και υπεύθυνη σχέση με τις έννοιες της ελευθερίας, της ισότητας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στην νέα αυτή κοινωνία των νέων τεχνολογιών θα επανακαθορισθούν, εκ των πραγμάτων, τα πλαίσια δράσης των θεσμών της κοινωνίας και του πολιτεύματος, αλλά και οι ίδιοι οι θεσμοί. Θα επανακαθορισθούν ακόμη τα πλαίσια λειτουργίας και δραστηριότητας των κοινωνικών ομάδων και οι κανόνες που τα ρυθμίζουν. Θα  επανεξεταστούν όλες οι λαθεμένες πολιτικές αφηγήσεις με βάση τις οποίες πορεύεται με τους αργούς οδυνηρούς ρυθμούς ο κόσμος. Σε μας έλαχε ο κλήρος και στην γενιά που ακολουθεί. Σε αμεσότερη δημοκρατία στηριγμένη στις νέες τεχνολογίες, όπου ο λαός θα εκφράζεται πιο συχνά και οργανωμένα, με τεχνολογία αιχμής, με διαδικασίες δημοψηφιστικού χαρακτήρα  για ζητήματα που τον αφορούν. Οι νέες τεχνολογίες αποτελούν μια πραγματικότητα, σωτήρια κατά την γνώμη μου για τον πολύπλοκο κόσμο μας Οι νέες τεχνολογίες θα αναδείξουν βέβαια τις προσωπικές αλήθειες του καθενός μας αλλά θα μας μάθουν να τις βάλουμε να συνεργάζονται. Με τρόπο άμεσο και πέρα από την σωτηριολογική -  θεολογική πρόταση κάθε θρησκείας οι πιστοί θα επικοινωνούν μεταξύ τους άμεσα και θα συνομιλούν για θέματα κοινού ενδιαφέροντος, προκαλώντας και τις ανάλογες εκτροπές, εξασκώντας αντίστοιχες πιέσεις προς του ημιεπίσημους και επίσημους εκφραστές της καθαρότητας του χώρου. Θα αρχίσει έτσι να διεξάγεται   ένας διαθρησκειακός διάλογος που θα μας οδηγήσει πέρα από την ανεκτικότητα, σε μια ειλικρινή από κοινού αναζήτηση της αλήθειας.
Θα πρέπει να καταβάλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να επανασυνθέσουμε, να ενδυναμώσουμε και να αναδείξουμε της συλλογική μας συνείδηση μέσα από την Σύνοδο.

Δεν γνωρίζω την αναγνωσιμότητα την οποία θα έχει αυτή η Σύνοδος, ούτε μπορώ να υποθέσω την στάση που θα τηρήσουν τα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Αν θα την προβάλλουν αν θα την αναδείξουν αντικειμενικά και ελεύθερα διεθνών δεσμεύσεων και πιέσεων. Όμως το συνέδριό μας αυτό, αποτελεί νομίζω μια καλή ευκαιρία για να συνεννοηθούμε μεταξύ μας για το τι πρέπει εν προκειμένω να κάνουν οι δύο χώροι που αποφασιστικά επηρεάζουν την κοινωνική ζωή όπου γης. Ο χώρος την πολιτικής και ο χώρος των ΜΜΕ. Να αναδείξουμε από εδώ, από το συνέδριό μας σε μια πρώτη συμβολική κίνηση,  την σπουδαιότητα της απόφασης που ελήφθη στην Κωνσταντινούπολη από τους προκαθημένους. Αναδεικνύοντάς την, την ισχυροποιούμε και την καθιστούμε μη ανατρέψιμη. Όλοι μας γνωρίζουμε τους κινδύνους που ελλοχεύουν. Στην ιστορία της ανθρωπότητας, υπήρξαν μεγάλες στιγμές,  μεγάλα βήματα προς τα εμπρός, μεγάλες αποφάσεις,  αλλά αυτές εσκοντάψανε, υπονομεύθηκαν και ενίοτε αναιρέθηκαν από συντηρητικές ομάδες ακραιφνών που εμφανίζονται ως η συνείδηση της ιστορίας. Δεν χωρεί καμιά αμφιβολία , ότι οι Ορθόδοξες Εκκλησίες στο διάβα των αιώνων και  ιδιαίτερα στον σύγχρονο κόσμο έλαβαν ή δεν έλαβαν αποφάσεις που αφορά το παρών και το μέλλον της Εκκλησίας, πιεζόμενες από απόψεις ακραιφνείς και υπό την απειλή να θεωρηθούν ότι προδίδουν την ορθή πίστη και την παράδοση. Στους κόλπους κάθε επισκοπής ελλοχεύουν δυνάμεις έτοιμες να διαβρώσουν κάθε απόφαση και πράξη που βάζει σε κίνηση τα πράγματα και μας βγάζει από μια στασιμότητα που θέλουν να την ονομάζουν Παράδοση. Καιροφυλακτούν διάφοροι απίθανοι ψυχικά διαταραγμένοι τύποι, που εμφανιζόμενοι ως Ηρακλειδείς της καθαρότητας και του ανόθευτου της πίστης, είναι έτοιμοι να κατασπαράξουν κάθε σύγχρονη φωνή μέσα στην Εκκλησία. Όλοι αυτοί βέβαια θα συνεχίσουν να ζουν και να κινούνται στο περιθώριο, στην σκιά, στο σκοτάδι της ιστορίας της ανθρωπότητας και να καταγράφονται σαν ιδεολογικά σκουπίδια, αν δεν υπάρχει ο τύπος τα ΜΜΕ για να αναδείξει τις παλαβές απόψεις τους. Και εδώ είναι η ευθύνη μας και η ευθύνη σας. Η απόφαση της Πόλης έχει πολύ δρόμο να διανύσει μέχρι να φτάσουμε στην ευλογημένη στιγμή της Συνόδου. Διάφοροι θα αντιπαρατεθούν, διάφορα συμφέροντα θα την υπονομεύσουν. Φοβούμαι πως πέραν του ότι όσοι ασχοληθούν με το θέμα από τις Εκκλησίες, τα στελέχη των Εκκλησιών δηλαδή, θα κατηγορηθούν για αίρεση, για ενδοτισμό και για ξεπούλημα των πατρώων ιστορικών κληροδοτημάτων της πίστης. Θα τους ελεεινολογήσουν και θα τους διαβρώσουν διάφοροι. Φοβούμαι ακόμη ότι παλαιοί εθνικισμοί, σκελετοί και ψευδεπίγραφα παλαιά διλήμματα, κλεισμένα στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας, θα ξαναεμφανιστούν και θα ζητήσουν μερτικό στην διάβρωση και την υπονόμευση του μεγάλου αυτού γεγονότος. 
 
Η Προσπάθεια διοργάνωσης της Συνόδου, κουβαλάει μαζί της διάφορα μεγάλα ή μικρά συμφέροντα πολιτικά και οικονομικά. Το γνωρίζουμε όλοι μας. Τέτοια ιστορικής σημασίας γεγονότα πέραν όλων των άλλων έχουν τους δικούς τους συμβολισμούς μέσα στην ιστορία του κόσμου. Εάν λοιπόν εσείς, τα μέσα ενημέρωσης, δείτε αυτήν την προσπάθεια με όρους καθημερινότητας, αντιμετωπίσετε την πορεία προς την Σύνοδο με όλους τηλεθέασης ή ακροαματικότητας, αλλά και επιπλέον τείνετε ευήκοον ους σε δήθεν πατριωτικές φωνές που θα εμφανίζονται ως υπερασπιζόμενες τα όσια και τα ιερά των τοπικών εκκλησιαστικών συμφερόντων, αν αυτά συμβούν τότε θα συμβάλετε και εσείς στην αποδυνάμωση και ακύρωση αυτής της προσπάθειας. Πρέπει να έχετε καθαρή την σκέψη σας και συνείδησή σας για τον ρόλο των οποίον καλείστε εν προκειμένω να διαδραματίσετε. Να ουσιαστικοποιήσετε τον ρόλο σας και την λειτουργία σας ως παράγοντες ομαλότητας και σταθερότητας στον σύγχρονο κόσμο. Πρέπει να πληροφορήσετε τον λαό του θεού και όλους τους ανθρώπους καλής θελήσεως , για την σπουδαιότητα αυτής της Συνόδου και να αναδείξετε τα κοσμοσωτήρια στοιχεία της. Να συμβάλετε για μια επιστροφή του κόσμου στην Θεολογία και Εκκλησιολογία με όρους σύγχρονης εποχής. 

Ευσταθίου Λιανού Λιάντη: ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΟΥ VOX POPULI ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ

φων κραυγς κ πόλεως, φων κ ναο, φων Κυρίου
Ησ. 66, 6

1. Εισαγωγικά

Το Vox Populi είναι η έκφραση της συνείδησης του λαϊκού στοιχείου στο σώμα της Εκκλησίας, μη θεσμοποιημένη αλλά ικανή να καθορίζει την εγκυρότητα συνόδων, τη δογματική αρτιότητα κρατικών αποφάσεων και την αναγνώριση της αγιότητας των προσώπων. Εάν επιθυμούσαμε να βρούμε το αντίστοιχο του Vox Populi στην κοσμική κοινωνία, αυτό θα ήταν η κοινή γνώμη, με δύο, όμως, βασικές διαφορές: η κοινή γνώμη α) διαμορφώνεται βραχυπρόθεσμα και β) μεταβάλλεται εύκολα, ενώ το Vox Populi έχει το ιδίωμα να αναπτύσσεται σε βάθος χρόνου, ακόμα και σε διάστημα πολλών γενεών, πραγματώνοντας αυτό που οι Ιταλοί λένε Pensiamo in secoli (σκεφτόμαστε με την προοπτική των αιώνων) και, αφού παγιωθεί, να εμμένει αμετάβλητο σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες.
Η καθοδήγηση του πληρώματος της Εκκλησίας, του αγίου έθνους, στάθηκε διαχρονικά το ζητούμενο από τρεις παράγοντες· τη θεσμική εκκλησιαστική έκφραση, την κρατική εξουσία και τη «χαρισματική εκκλησία», η οποία εκφραζόταν από ισχυρές και θεολογικά σημαίνουσες προσωπικότητες. Και οι τρεις προσπαθούσαν τη διαμόρφωση τάσεων άλλοτε ορθοδόξων και άλλοτε αιρετικών. Η λαϊκή συνείδηση είχε την ισχύ να περιθωριοποιεί την επίσημη εκκλησιαστική ή κρατική θεολογία και να επιβάλει ως κυρίαρχη τη «χαρισματική». Η έκπτωση του Αρειανισμού παρά την αυτοκρατορική εύνοια όπως και η επικράτηση του Μονοφυσιτισμού στις ανατολικές βυζαντινές επαρχίες παρά την κρατική καταστολή είναι δύο παραδείγματα επιβολής της λαϊκής βούλησης στον χριστιανικό κόσμο. Ο λαός ζητούσε κατανόηση και διασάφηση των θεολογικών εννοιών και στήριζε αυτόν που του τις προσέφερε.
Στην παρούσα εισήγηση θα εξετάσουμε τους τρόπους και τους παράγοντες διαμόρφωσης του Vox Populi στην Ανατολή από την εδραίωση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας έως και την εφεύρεση των σύγχρονων τρόπων μαζικής πληροφόρησης. Στην ανάλυσή θα μας βοηθήσουν ιστορικά παραδείγματα κινημάτων και προσώπων και κειμενικές αναφορές της χριστιανικής γραμματείας.

2. Αρειανισμός: Από τη βασιλική στην Πατερική μετριοπάθεια

Η αρειανική έριδα ήταν η «παιδική ασθένεια» της νομιμοποιημένης βυζαντινής εκκλησίας. Εξαιτίας της διαμορφώθηκαν ο τύπος της Οικουμενικής Συνόδου και η σχέση της εκκλησίας με την αυτοκρατορική εξουσία, ενώ, στη διάρκειά της δοκιμάσθηκε το μέτρο επηρεασμού της εκκλησιαστικής συνείδησης του λαού από τους προαναφερθέντες τρεις παράγοντες, που τον επιζητούσαν.
Η πρώτη πολιτική προσπάθεια αντιμετώπισης της διχοστασίας στο εκκλησιαστικό σώμα ήταν η σύγκλιση από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο της Συνόδου της Νικαίας, μίας εκκλησιαστικής συγκλήτου, που καλούνταν να επιλύσει τη δογματική διαφορά μεταξύ τριαδικών μονοθεϊστών και αυστηρών μονοθεϊστών (Αρειανών). Η βούληση της αυτοκρατορικής Αυλής, που είχε ισχυρές αρειανικές επιρροές, ήταν η εξεύρεση συμβιβαστικής πολιτικής λύσης, η οποία θα ικανοποιούσε και τις δύο μερίδες. Ήδη στην επιστολή του προς τον Αλέξανδρο Αλεξανδρείας και τον Άρειο ο Μ. Κωνσταντίνος τους καλούσε να ομονοήσουν γιατί: « δ γιώτατος λας ες μφοτέρους σχισθες, κ τς το κοινο σώματος ρμονίας χωρίσθη». Έτσι, η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, παρότι κατοχύρωσε την ομοουσιότητα της Αγίας Τριάδος δεν καταδίκασε προσωπικά τον Άρειο. Οι ακόλουθες διώξεις των Αρειανών επισκόπων οφείλονταν στην απείθεια προς τις αποφάσεις της Συνόδου λόγω, όμως, της αυτοκρατορικής τους κατοχύρωσης.
Σε αυτό το πρώτο στάδιο η φιλο-αρειανική Αυλή φαίνεται να λαμβάνει υπόψιν τη λαϊκή βούληση, που, κατά τις ιστορικές μαρτυρίες, έκλινε προς τον Τριαδισμό. Ο Θεοδώρητος γράφει ότι: «ο κλήρος είχε πολλούς που μετείχαν στον αιρετικό ρύπο (λυμή) αλλά το μεγαλύτερο μέρος του λαού υπεράσπιζε τα ορθά δόγματα». Όμως, οι υποστηρικτές του Αρειανισμού, έχοντας ισχυρή πολιτική και εκκλησιαστική στήριξη και παρουσία, κατάφεραν να αδρανοποιήσουν τις αποφάσεις της Συνόδου, επιβάλλοντας τη θεολογία τους ως την επίσημη ανακτορική θεολογία σχεδόν σε όλην τη διάρκεια της δυναστικής παρουσίας των Νεο-Φλαβίων και των Βαλεντινιανών.
Για μισόν και πλέον αιώνα ο ανώτατος κλήρος των δύο παρατάξεων συγκρουόταν, μέχρι τη στιγμή που η αυτοκρατορική εκλογή του Θεοδοσίου αφαίρεσε την κρατική κάλυψη από τους Αρειανούς. Ήταν η εποχή, που ο κατευναστικός Μέγας Βασίλειος προσπάθησε, χρησιμοποιώντας έναν τύπο πολιτικής θεολογίας, να συμβιβάσει τους μετριοπαθείς των δύο πλευρών. Η εκκλησιαστική συνείδηση του λαού αποδέχθηκε τη θεολογική πρόταση του Βασιλείου απομονώνοντας διττά τους ακραίους, όπως φαίνεται και από την επισκοπική καταλλαγή στην Αντιόχεια: «Οτω δοθέντων τν ρκων, λας εχεν μόνοιαν κα οκέτι πρς λλήλους διεκρίνοντο». Ενώ η εντυπωσιακή αλλαγή του Vox Populi στην Κωνσταντινούπολη από τον Γρηγόριο τον Θεολόγο απέδειξε τη σημασία της ποιμαντικής παρέμβασης ενός «χαρισματικού» επισκόπου, ο οποίος επεξήγησε λογικά αυτό που φαινόταν ακατανόητο.
Ο Αρειανισμός εξαλείφθηκε σταδιακά από την Ανατολή, αποδεικνύοντας ότι δεν κατάφερε να ριζώσει στη λαϊκή βάση του πρώιμου Βυζαντίου, μεταφερόμενος, όμως, και καθορίζοντας το Vox Populi της γοτθικής Δύσεως. Το ενδιαφέρον του λαού για τη λογική κατανόηση της Θεολογίας της εποχής φαίνεται και από τη σκωπτική παρατήρηση του Γρηγορίου Νύσσης στον Λόγο περί θεότητος Υιού και Αγίου Πνεύματος: «Εάν ρωτήσεις για κέρματα ο άλλος θα φιλοσοφήσει για το γεννητό και το αγέννητο. Εάν ρωτήσεις για την τιμή του ψωμιού, ‘Μείζων ο Πατήρ’ σου αποκρίνεται ‘και ο Υιός υποχείριος’. Εάν ρωτήσεις αν το λουτρό είναι έτοιμο θα σου απαντήσει ότι ο Υιός δημιουργήθηκε εξ ουκ όντων».  

3. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος και η προσπάθεια διαμόρφωσης της δημόσιας ηθικής

Στον απόηχο των μεγάλων δογματικών συγκρούσεων έλαμψε η προσωπικότητα του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ενός εξαίρετου εκκλησιαστικού ρήτορα, που επικέντρωσε τη διδασκαλία του στη διαμόρφωση της δημόσιας ηθικής, και αντιτάχθηκε στην αίρεση με κοινωνικά κριτήρια. 
Ήδη το ξεκίνημα του Χρυσοστόμου στην Αντιόχεια προϊδέαζε για την κατοπινή κοινωνική του δραστηριότητα. Στην εξέγερση των ανδριάντων θέλησε να πατρονάρει κατευναστικά την αντίδραση εναντίον του Αυτοκράτορα επιρρίπτοντας την ευθύνη σε αλλοεθνείς ταραχοποιούς και καλώντας τον δήμο των Αντιοχέων να μετανοήσει. Η εξέγερση για τον Χρυσόστομο ήταν βλασφημία αμφισβήτησης του βασιλέως, που διοικούσε με θεία επίνευση. Βέβαια, στην Κωνσταντινούπολη τα πράγματα μεταβλήθηκαν όταν ο ίδιος βρέθηκε αντιμέτωπος με την αυτοκρατορική εξουσία χωρίς, όμως,  και τότε να πολιτικοποιήσει τη διαμάχη.
Ο Χρυσόστομος αντιμετωπίσθηκε από τους πολίτες της Κωνσταντινούπολης ως ένα απόκοσμο φαινόμενο. Τον περιέβαλλαν με δέος και θαυμασμό δίχως, μολοντούτο, να πείθονται στις προτροπές του. Ο ίδιος πολύ συχνά στους λόγους του μέμφεται τους ακροατές του για αυτήν ακριβώς τη στάση τους. Ήταν ένας άγιος ερημίτης στο μέσον της πόλεως. Οι άνθρωποι συνωστίζονταν για να τον ακούσουν να κηρύττει εναντίον των θεαμάτων αλλά έπειτα επέστρεφαν στον ιππόδρομο.
Στους λόγους του χρησιμοποιούσε αισθητική ορολογία για να δείξει την αγάπη των πιστών για το κήρυγμά του, λέγοντας: «μου δείξατε τον ακόρεστο έρωτά σας», «η καρδιά σας θερμαινόταν και ο πόθος αύξανε», «η πλησμονή (του λαού) γινόταν ηδονή». Αλλ’ ανικανοποίητος για τη βιωτή τους, τους μεμφόταν για τη χλιαρή πίστη τους και τη σπάνια παρουσία τους στους ναούς, όπως στην περίπτωση ενός λόγου του την ημέρα των Θεοφανείων, όπου έλεγε: «Εσείς από όλα αυτά δεν μπορείτε να δείτε ούτε ένα μέρος, έρχεσθε εδώ μία φορά και αυτήν ως πάρεργο κι από τη συνήθεια της γιορτής και όχι από ψυχική ευλάβεια…».
Οι ιστορικοί και βιογράφοι του Χρυσοστόμου σημείωσαν σε, τουλάχιστον, δύο περιπτώσεις την αποτυχία των αντιπάλων του να στρέψουν τον δήμο εναντίον του χρησιμοποιώντας τη συκοφαντία. Ο λαός αντιλαμβανόταν την ηθική του ακεραιότητα και δεν πειθόταν από αυτού του είδους την πολεμική· χωρίς, όμως, να πείθεται να αλλάξει τον αστικό τρόπο διαβίωσης με τον ασκητισμό του άστεως, τον οποίον επαγγελόταν ο Επίσκοπος της Κωνσταντινούπολης. Η ρωμαϊκή πόλη απέδιδε σεβασμό στην έρημο αλλά δεν δεχόταν να γίνει η ίδια έρημος.
Ο ιερός Χρυσόστομος δύο φορές εξορίσθηκε από την Κωνσταντινούπολη και δύο φορές η λαϊκή βούληση ανάγκασε την ανάκλησή του, έστω και αν τη δεύτερη το πλήρωμα της Εκκλησίας τον υποδέχθηκε νεκρό με τιμές Αγίου. Στην περίπτωση του Χρυσοστόμου η εκκλησιαστική συνείδηση του λαού στήριξε τον χαρισματικό ποιμένα και αναγνώρισε την αγιότητα του χωρίς να αφομοιώσει την ασκητική του διδαχή.

4. Εικονομαχία. Τα δύο Voces Populi

Από όλες τις θεολογικές διαμάχες που αναπτύχθηκαν στη Χριστιανική Αυτοκρατορία της Ανατολής ως πολυπλοκότερη και πλέον διχαστική εμφανίζεται αυτή της Εικονομαχίας. Για τους ιστορικούς υπήρξε ένας δισεπίλυτος γρίφος κυρίως όσον αφορούσε τα αίτια της απαρχής της αλλά και το ανώδυνο τέλος της, ενώ η διοικητική ικανότητα και η εξ αυτής λαοφιλία των εικονομάχων ηγεμόνων δυσχέρανε τα συμπεράσματα των κατοπινών θεολόγων.
Στην περίπτωση της εικονομαχίας παρατηρούμε ότι αναπτύχθηκαν δύο Voces Populi, δύο εκκλησιαστικές εκφράσεις του πληρώματος. Από τη μία ήταν η εικονόφιλη και φιλομόναχη συνείδηση του ελλαδικού χώρου και της Μικράς Ασίας και απέναντί της η εικονοκλαστική, «μεταρρυθμιστική» βούληση των ανατολικών επαρχιών και μεγάλου μέρους του αυτοκρατορικού στρατού.
Ο εισηγητής της εικονομαχίας, Αυτοκράτορας Λέων Γ΄, επιθυμώντας να μετρήσει την αντίδραση του δήμου στην εκκλησιαστική μεταρρύθμιση που ετοίμαζε επέλεξε μία πρώιμη μορφή «δημοσκόπησης» με την αποστολή του σπαθάριου Ιουλιανού να κατεβάσει την εικόνα του Χριστού από την Ιερά Χαλκή Πύλη. Το πλήθος βλέποντας αυτήν την ενέργεια αντέδρασε βίαια φονεύοντας τον Ιουλιανό και λιθοβολώντας τον εικονομάχο Πατριάρχη Αναστάσιο. Έτσι, ο Λέων αντιλήφθηκε ότι η άμεση επιβολή του σχεδίου του ήταν αδύνατη και επέλεξε τη σταδιακή εφαρμογή του. Εν τέλει, η πολιτική του ικανότητα ήταν αυτή που κατάφερε να εισφέρει στην εικονομαχική παράταξη ικανή μερίδα του στρατού και των δημόσιων λειτουργών καθώς και σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της Αυτοκρατορίας.
Ο υιός και διάδοχος του Λέοντος, Κωνσταντίνος Ε΄, ο επονομασθείς Κοπρώνυμος, ακολούθησε επιθετικότερη  πολιτική από αυτήν του πατέρα του αλλά το γεγονός της θριαμβευτικής υποδοχής στην πρωτεύουσα του σφετεριστή του θρόνου στρατηγού Αρτάβασδου το 743 κατέδειξε ότι, τουλάχιστον στην Κωνσταντινούπολη, η λαϊκή πλειοψηφία εξακολουθούσε να παραμένει εικονόφιλη. Το κλίμα αυτό φαίνεται να είχε μεταβληθεί έντεκα χρόνια αργότερα, όταν το πλήθος των Κωνσταντινουπολιτών διέσυρε και φόνευσε τον Ηγούμενο της εικονόφιλης Μονής Αγίου Αυξεντίου, Στέφανο.
Το τέλος της πρώτης φάσης της εικονομαχίας είχε και πάλι τη λαϊκή επιβεβαίωση, μιας και η Αυγούστα Ειρήνη, επέλεξε να επανεισάγει την τιμή των εικόνων με την εκλογή ενός εικονολάτρη Πατριάρχη, παρουσία του λαού. Έτσι, στο ανάκτορο της Μαγναύρας κλήθηκαν οι αξιωματούχοι και ο λαός, που επεφήμησε την εκλογή του Ταρασίου στην επισκοπική καθέδρα. Εδώ, αξίζει να σημειωθεί ότι από την εποχή του Κωνσταντίνου Ε΄, σημαντικοί εικονόφιλοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, με εξέχοντα τον Ιωάννη Δαμασκηνό, συνέθεσαν έργα προς υπεράσπιση της τιμής των εικόνων, μέσω των οποίων ο λαός κατανόησε τη θεολογία της απεικόνισης των ιερών προσώπων.
Η δεύτερη περίοδος της εικονομαχίας ήταν μία προσπάθεια επανάληψης της πολιτικής των Ισαύρων, κατεύθυνση προς την οποία πίεζαν οι στρατιωτικοί, έπειτα από την αποτυχία των εικονόφιλων αυτοκρατόρων να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τους εξωτερικούς εχθρούς της Αυτοκρατορίας. Σε αυτή την ιστορική φάση υφίστατο, πλέον, παγιωμένη η εικονόφιλη εκκλησιαστική συνείδηση στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, γεγονός που αποδείχθηκε από την αναίμακτη και απόλυτη παύση της εικονομαχικής έριδας με την οριστική αναστήλωση των εικόνων το 843 υπό την ηγεμονική καθοδήγηση της Αυγούστας Θεοδώρας.
Κλείνοντας αυτή την ενότητα συμπεραίνουμε ότι η εικονομαχία ήταν η θεολογική πρόταση ενός Αυτοκράτορα και των εκκλησιαστικών του συμβούλων, η οποία βρήκε ανταπόκριση σε μερίδα του λαού, που, έστω, ενδόμυχα είχε συγγενείς προβληματισμούς. Όταν αυτή η θεολογική πρόταση αντιμετωπίσθηκε και απαντήθηκε με πειστικό τρόπο από τους εικονόφιλους Πατέρες και Ομολογητές, έχασε το λαϊκό της έρεισμα, το οποίο μετατοπίσθηκε στη λογική ερμηνεία της πατερικής θεολογίας.

5. Θεσμοποιημένη και «λαϊκή» αγιότητα

Στο τελευταίο μέρος της εισήγησης θα αναφερθούμε συνοπτικά σε ένα φαινόμενο, που συνδέει το βυζαντινό παρελθόν της Ανατολικής Ορθοδοξίας με το σύγχρονο παρόν της· και αυτό είναι η αναγνώριση της αγιότητας των κεκοιμημένων προσώπων και ο θεσμοποιημένος ή λαϊκός χαρακτήρας της.
Ήδη ο πολύς Μανουήλ Γεδεών στο έργο του για τις Αγιοποιήσεις διαχώρισε τη λαϊκή ευσέβεια προς τις ιερές προσωπικότητες από την αναγνώριση ή απόδοση αγιότητας από θεσμικούς παράγοντες. Η άποψη αυτή συγγενεύει επιστημονικά με τη βεμπεριανή κοινωνιολογική διαδρομή από το χάρισμα στην κανονικοποίηση. Στην πράξη αποδεικνύεται ότι το χάρισμα, η απόδοση από τον λαό αγιολογικής τιμής, πάντοτε οδηγούσε στην αγιοκατάταξη· αντίθετα η αγιοκατάταξη προσώπων από τη θεσμική εκκλησία δεν οδηγούσε πάντα στην αποδοχή τους από τον λαό.
Στην πρώτη κατηγορία απαντώνται άγιοι όπως ο Κοσμάς ο Αιτωλός και ο Νεκτάριος Πενταπόλεως αλλά η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή του Μάρτυρος Φανουρίου. Για τον Άγιο Φανούριο δεν υπήρχε καμία αναφορά στα βυζαντινά συναξάρια και τις αγιολογικές συλλογές· εμφανίσθηκε ξαφνικά «όπως η Αφροδίτη από τη θάλασσα» έγραψε ο Louis Petit, όταν στα τυχαίως ανευρεθέντα ερείπια εκκλησίας της Ρόδου το 1350, ο Επίσκοπος Νείλος διάβασε σε μία τοιχογραφία αγίου το όνομα Φανούριος. Η επανακαθιέρωση του ναού από τον Νείλο στο όνομα του Αγίου Φανουρίου και η αποδιδόμενη σε αυτόν θαυματουργική απελευθέρωση τριών Κρητών ιερέων από τα δεσμά των πειρατών, εισήγαγε τη λατρεία ενός αβιογράφητου Αγίου. «Ούτος γαρ εν αδήλοις αθλήσας καιροίς άδηλος ην ναός τε και τουνομα αυτού πάσιν…» σημείωνε ένας παλαιός μελετητής. Ο λαός συνδύασε το όνομά του με τη φανέρωση προσώπων και πραγμάτων και τον ανήγαγε σε λαοφιλή Άγιο.
Παρά τη δημοφιλία του η ελλαδική εκκλησία στα τέλη του 19ου αιώνα απαγόρευσε τον εγκαινιασμό ναών στο όνομά του, θεωρώντας τον ανύπαρκτο, κάτι που επανέλαβε τη δεκαετία του 1920 ο Μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος Μεταξάκης. Όμως, ο λαός συνέχιζε να τον τιμά, με συνέπεια το 1947 να ανοίξει ένας θεολογικο-ιστορικός διάλογος μεταξύ του Μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος Ιεζεκιήλ, του Θεοδότου Χουδαβέρδογλου και του Γρηγορίου Παπαμιχαήλ, που ως αποτέλεσμα έφερε την αναγνώριση από την Εκκλησία της Ελλάδος της ύπαρξης του Αγίου Φανουρίου και την απόδοση αγιολογικής τιμής προς αυτόν.
Μείζονα παραδείγματα στην κατηγορία των αγιοκατατάξεων χωρίς τη συνηγορία του Vox Populi υφίστανται εκείνα της συναρίθμησης στις αγιολογικές δέλτους βυζαντινών αυτοκρατόρων, των οποίων η βιωτή δεν μπορεί να δικαιολογήσει αυτήν την ενέργεια. Μεταξύ αυτών ο Θεοδόσιος Β΄ ο Μικρός, ο Κωνσταντίνος Γ΄ και ο Ιουστινιανός Β΄ ο Ρινότμητος. Πιθανή ρωμαϊκή/παγανιστική επιβίωση της «θεοποίησης» των νεκρών αυτοκρατόρων η τακτική αυτή φαίνεται να ασκείτο μέχρι και τον 10ο αιώνα. Παρά τη βούληση της εκκλησίας ο λαός δεν τίμησε τους πολλούς αγιοποιηθέντες αυτοκράτορες, των οποίων η μνήμη σταδιακά εξαφανίσθηκε από την υμνολογία και τη λατρευτική ζωή.   
Η Σύνοδος των Επισκόπων της κάθε τοπικής Εκκλησίας είναι αυτή που, αφουγκραζόμενη τη λαϊκή ευσέβεια, το Vox Populi, επικυρώνει επίσημα την αγιολογική τιμή ενός προσώπου, ή, ακόμα, -κατά την άποψη του μακαριστού, λόγιου Μητροπολίτη Πατρών Νικοδήμου Βαλληνδρά- αυτή που μπορεί να προτείνει την αγιότητα προσώπων προς το πλήρωμα των πιστών. Ακόμη, όμως, και στη δεύτερη περίπτωση πάλι ο λαός είναι αυτός που με την πάροδο του χρόνου θα αποδεχθεί ή θα απορρίψει την αγιότητά τους.

6. Επίλογος. Η μαζική ενημέρωση ως νέος παράγοντας επηρεασμού του Vox Populi

Σε όσα είπαμε παραπάνω αναφερθήκαμε στους τρεις παραδοσιακούς παράγοντες διαμόρφωσης του Vox Populi: τη θεσμική διοίκηση της Εκκλησίας, την πολιτική εξουσία και τη «χαρισματική» εκκλησιαστική έκφραση. Σε αυτούς τους τρεις παράγοντες προστέθηκαν ήδη από τον 19ο αιώνα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, που με την απεμπλοκή τους από τον κρατικό έλεγχο άσκησαν και ασκούν έναν νέο, αυτόνομο τύπο εξουσίας.
Η αλληλεπίδραση μεταξύ Χριστιανισμού και ΜΜΕ απεικονίζεται στην αντίληψη του κοινού για την τεχνολογία, την κοινωνία και την κοινωνική πρόοδο και το μέτρο της αφομοίωσης αυτών των εννοιών από την Εκκλησία. Η χριστιανική ρητορική διαμόρφωσε τον τρόπο, που τα σύγχρονα ορθόδοξα έθνη κωδικοποίησαν τους τρόπους μαζικής επικοινωνίας και ενημέρωσης και τον τρόπο που καθιέρωσαν την επικοινωνιακή τεχνολογία στη δημόσια και ιδιωτική σφαίρα.   

Όπως οι τρείς παραδοσιακοί παράγοντες στην ιστορική πορεία του Ανατολικού Χριστιανισμού συμπλέκονταν και δανείζονταν στοιχεία, πρόσωπα και πρακτικές, έτσι, σήμερα, και τα ΜΜΕ συν-επιδρούν και συγκαθορίζουν τη συνείδηση του εκκλησιαστικού πληρώματος. Παρά το γεγονός ότι η Εκκλησία και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και ενημέρωσης εμφανίζονται συχνά σε αντίθεση, δανείζονται πολιτικές και ρητορικές φόρμες και στρατηγικές πληροφόρησης, αλληλοπεριχωρώντας το ιερατικό με το κοσμικό στοιχείο και τροφοδοτώντας τη σύγχρονη εκκλησιαστική και πολιτισμική παραγωγή. 

Ιωάννη Σ. Πέτρου: ΘΡΗΣΚΕΙΑ, ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΧΩΡΟΣ


[Εισήγηση στο περί Χριστιανισμού - Ορθοδοξίας Συνέδριο της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ορθοδοξίας, Θεσσαλονίκη 13 Μαΐου 2014]

             Καταρχάς τι είναι ο δημόσιος χώρος;  Είναι απαραίτητο να τον προσδιορίσουμε για λόγους συνεννόησης. Είναι ο χώρος επικοινωνίας, συνάντησης και δράσης των ανθρώπων. Δεν είναι ο χώρος άσκησης εξουσίας. Ίσως θα μπορούσαμε να αποδώσουμε τη διάσταση αυτή με τον όρο σφαίρα άσκησης της δημόσιας εξουσίας. Επομένως ο δημόσιος χώρος είναι ο χώρος στον οποίο διασφαλίζεται η ελευθερία δράσης, έκφρασης απόψεων και διαλόγου. Με την κλασική του μορφή ο χώρος αυτός προϋπέθετε υλική και άμεση σχέση συνάντησης ή έστω τη χρήση κλασικών επικοινωνιακών μέσων. Τα τελευταία είκοσι χρόνια ο χώρος αυτός διευρύνθηκε μέσω της ανάπτυξης του κυβερνοχώρου και της διαμόρφωσης διαφόρων μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας. 
            Στο δημόσιο όμως αυτό χώρο, όπως περιγράφηκε αμέσως προηγουμένως, οι χριστιανικές Εκκλησίες και γενικά οι γνωστές θρησκείες είναι ελεύθερες να κινηθούν, να εκφράσουν όποιες αντιλήψεις θεωρούν ότι ενδιαφέρονται να προωθήσουν, χρησιμοποιώντας μάλιστα κάθε μέσο παραδοσιακό ή σύγχρονο της ηλεκτρονικής επικοινωνίας, διαφημίσεις για την προβολή του έργου τους, εντυπωσιακές εικόνες και γενικά οτιδήποτε θα μπορούσε κατά τη γνώμη τους να συμβάλει στην προώθηση όσων θα ήθελαν να εκφράσουν όταν απευθύνονται  στους πιστούς τους και την κοινωνία. Το ίδιο ισχύει και για οποιονδήποτε πολίτη θέλει να διατυπώσει αντιλήψεις χρησιμοποιώντας θρησκευτική γλώσσα ή να μεταφέρει ή να προωθήσει ειδήσεις θρησκευτικού περιεχομένου.
            Αυτά όλα δείχνουν ότι δεν υπάρχει καταρχάς κανένα εμπόδιο, (για ορισμένους αναγκαίους, βέβαια, περιορισμούς θα γίνει λόγος παρακάτω), να δραστηριοποιηθεί κανείς είτε θρησκευτικός θεσμός ή συλλογικότητα ή άτομο στο δημόσιο χώρο, με τη διευρυμένη έννοια που αναφέρθηκε παραπάνω, και να εκφραστεί ελεύθερα. Ιδιαίτερα οι εξελίξεις των τελευταίων είκοσι χρόνων έδωσαν τη δυνατότητα να κινούνται οι θρησκείες ελεύθερα σε όλη την Ευρώπη, αλλά και γενικά στον αναπτυγμένο κόσμο. Με βάση το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, αλλά και το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης είναι ελεύθεροι όλοι να εκφράζονται και θρησκευτικά στο δημόσιο χώρο. Πού βρίσκεται λοιπόν το ζήτημα που θέτουν άλλοτε φανερά και άλλοτε καλυμμένα οι θρησκευτικοί θεσμοί και ορισμένοι που εκπροσωπούν τις αντιλήψεις και τις αξιώσεις τους;
            Πριν απαντηθεί το ερώτημα αυτό είναι απαραίτητο να υπομνηστεί με μια σχετικά σύντομη αναφορά τι σημαίνει το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Το νόημα και το περιεχόμενο του θεμελιώδους αυτού δικαιώματος διατυπώνεται με σαφήνεια στο άρθρο 18 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948), που έχει ως εξής: "Κάθε άτομο έχει το δικαίωμα της ελευθερίας της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας. Στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνεται η ελευθερία για την αλλαγή της θρησκείας ή πεποιθήσεων, όπως και η ελευθερία να εκδηλώνει κανείς τη θρησκεία του ή τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, μόνος ή μαζί με άλλους, δημόσια ή ιδιωτικά, με τη διδασκαλία, την άσκηση, τη λατρεία και με την τέλεση θρησκευτικών τελετών".
            Παρόμοια διάταξη περιλαμβάνεται και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (άρθρο 9 παρ. 1). Στην περίπτωση όμως της Σύμβασης συμπληρώνεται με μιαν άλλη διάταξη μέσω της οποίας διευκρινίζεται ότι το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας δεν μπορεί να ασκείται με τρόπο καταχρηστικό. Συγκεκριμένα λέγεται ότι δεν μπορούν να υπάρχουν άλλοι περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος πέραν των μέτρων που προβλέπονται από το νόμο στο πλαίσιο της δημοκρατικής κοινωνίας για τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της δημόσιας τάξης, υγείας και ηθικής και την προάσπιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων (άρθρο 9 παρ.2). Αυτό σημαίνει ότι το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας πρέπει να ασκείται με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να μην παραβιάζονται η δημόσια ασφάλεια, η δημόσια τάξη, υγεία και ηθική και τα δικαιώματα και οι ελευθερίες των άλλων.
Αναγνωρίζοντας οι χώρες - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης τη σπουδαιότητα του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας μαζί με την ελευθερία της σκέψης και της συνείδησης έχουν περιλάβει σχετική διάταξη στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ευρωπαίου Πολίτη που έχει ενσωματωθεί στην ισχύουσα από το 2009 Συνθήκη της Λισσαβόνας[1].
            Η συνταγματική κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας σημαίνει ότι ισχύουν ή πρέπει να ισχύουν τα εξής: Πρώτο, το κράτος δεν έχει επίσημη θρησκεία, πρέπει να αντιμετωπίζει όλες τις θρησκείες και τις θρησκευτικές κοινότητες, μεγάλες ή μικρές, πλειοψηφικές ή μειοψηφικές, ισότιμα και να διασφαλίζει την απόλαυση των ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών ανεξάρτητα από το θρησκευτικό τους πιστεύω. Δεύτερο, κάθε θρησκευτική κοινότητα είναι υποχρεωμένη να αναγνωρίζει και να σέβεται την ύπαρξη των άλλων θρησκευτικών κοινοτήτων. Επίσης, όλες οι θρησκευτικές κοινότητες μπορούν ελεύθερα να εκφράζουν και διαδίδουν τις θρησκευτικές αντιλήψεις τους. Απαγορεύεται μόνο ο λεγόμενος καταχρηστικός προσηλυτισμός, εκείνος, δηλαδή, που πραγματοποιείται με τη χρήση μη θεμιτών μέσων. Τρίτο, η θρησκεία είναι «ιδιωτική» ή προσωπική υπόθεση με την έννοια ότι δεν μπορεί να επιβάλλεται από το κράτος. Έτσι, ο πολίτης είναι ελεύθερος να προσδιορίσει τη θρησκευτική του ταυτότητα και να την αλλάξει κατά βούληση ή και να μην έχει θρησκευτική ταυτότητα.
            Οι πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις των τελευταίων είκοσι ετών μέσω των αλλαγών που επήλθαν μετά το 1989 στην Ανατολική Ευρώπη έδωσαν τη δυνατότητα στις χριστιανικές Εκκλησίες και τις άλλες θρησκείες να δρουν ελεύθερα στο δημόσιο χώρο σε όλες τις χώρες της Ευρώπης.
            Πρόσφατα κάναμε μια έρευνα στα Συντάγματα όλων των χωρών της Ευρώπης (Δυτικής και Ανατολικής). Το Διαδίκτυο μας πρόσφερε αυτή την άνεση για την πραγματοποίηση της έρευνας. Με βάση αυτήν διαπιστώθηκε ότι όλες οι χώρες της Ευρώπης στα ισχύοντα Συντάγματά τους περιλαμβάνουν διατάξεις που διασφαλίζουν την ελευθερία της σκέψης, έκφρασης, θρησκείας και συνείδησης. Στην πραγματικότητα έχουν περιλάβει αυτές τις διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω για τη θρησκευτική ελευθερία και την ελευθερία πεποιθήσεων, όπως αυτές προβλέπονται από την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Επίσης, είτε έμμεσα μέσω της ερμηνείας είτε με ρητή αναφορά[2], δεν επιτρέπεται η χρήση τους κράτους για την επιβολή και προώθηση θρησκευτικών, ιδεολογικών και πολιτικών αντιλήψεων.
            Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει την άποψη ότι η θρησκεία σε όλες τις χώρες της Ευρώπης είναι «ιδιωτική» ή προσωπική υπόθεση των πολιτών, άρα δεν μπορεί να είναι κρατική υπόθεση ή να επιβάλλεται με τη χρήση της κρατικής εξουσίας. Ως προσωπική επιλογή των πολιτών ασκείται ελεύθερα ατομικά και συλλογικά στο δημόσιο χώρο.
            Παρά ταύτα διαβλέποντας οι θρησκείες τη δυσκολία να γίνουν αποδεκτές θέτουν το ζήτημα της λειτουργίας τους στο δημόσιο χώρο. Αυτό όμως σημαίνει ότι προσπαθούν να παραβιάσουν ανοικτές πόρτες. Είναι ελεύθερες να δρουν στο δημόσιο χώρο, αλλά δεν είναι υποχρεωτική η αυθεντία τους. Είναι δεδομένο ότι ιδίως στη δεκαετία του ’80 και του ’90 έγινε πολλή συζήτηση για τη δυνατότητα να εκφράζονται όλες οι απόψεις στο δημόσιο χώρο. Η δυνατότητα όμως αυτή δεν συνοδεύεται από «αυθεντία», αλλά από ελεύθερη εκτίμηση και αποδοχή ή απόρριψη όσων λέγονται και διαδίδονται μέσα στο διευρυμένο δημόσιο χώρο.
            Αυτό επίσης είναι ένα ζήτημα που δεν μπορεί να αναπτυχθεί εδώ αναλυτικά λόγω χρόνου, αλλά έχει συζητηθεί διεξοδικά με τη συμβολή μάλιστα σπουδαίων στοχαστών από το χώρο της πολιτικής φιλοσοφίας. Η κατάληξη αυτής της συζήτησης είναι ότι στο πλαίσιο της σύγχρονης δημοκρατίας και της πλουραλιστικής κοινωνίας υπάρχει δυνατότητα συνεννόησης στη βάση της διασφάλισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της θεώρησής τους ως βάσης διαλόγου και συνάντησης πέρα από τις επιμέρους για διαφόρους λόγους θρησκευτικούς, ιδεολογικούς, πολιτικούς, επιδιώξεων, συμφερόντων κ.ά. διαφοροποιήσεις που υπάρχουν στην κοινωνία. Εξαιτίας του γεγονότος αυτού, αλλά και του υπάρχοντος εκ των πραγμάτων θρησκευτικού και πολιτιστικού πλουραλισμού στις σύγχρονες αναπτυγμένες κοινωνίες, οι θρησκείες είναι ελεύθερες να δρουν στο δημόσιο χώρο, δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν τη βάση ευρύτερης συνεννόησης επί των ζητημάτων της κοινωνίας, ούτε μπορούν να επιβάλλουν τις απόψεις τους με τρόπο υποχρεωτικό στους πολίτες. Μπορούν όμως να συμβάλουν στη θετική λειτουργία της κοινωνίας εάν επιλέξουν να λειτουργούν προς την κατεύθυνση αυτή.    
            Οι χριστιανικές Εκκλησίες και οι θρησκείες γενικά στις χώρες που υπάρχει κατοχυρωμένη η θρησκευτική ελευθερία δεν έχουν «κανονιστική αρμοδιότητα». Δεν μπορούν δηλαδή να επιβάλουν τίποτε στους ανθρώπους. Είναι ελεύθεροι να αποδεχθούν ή όχι αυτά που υποστηρίζονται από αυτές. Επομένως, η βασική διάσταση που αφορά τις θεσμικές τοποθετήσεις και τη διατύπωση θρησκευτικών αντιλήψεων επί διαφόρων θεμάτων είναι ελεύθερη στο δημόσιο χώρο, και μάλιστα το διευρυμένο πλέον μέσω της χρήσης ηλεκτρονικών μέσων. Εφόσον όμως δεν έχουν πια «κανονιστική αρμοδιότητα» δεν μπορούν οι αντιλήψεις αυτές να επιβληθούν, και έχουν μόνο το ρόλο της ηθικής παραίνεσης. Αν γίνονται δεκτές ή όχι και σε ποιο βαθμό θα απαιτούσε μεγάλη ανάλυση που ο χρόνος δεν μας επιτρέπει να εξετάσουμε μέσα από μια λ.χ. τυπολογία της αποδοχής. Καταρχήν θα μπορούσε να πει κανείς ότι η λογική επιχειρηματολογία, η ανανέωση, η σαφήνεια, η συνέπεια λόγων και πράξεων, η προσαρμογή στα δεδομένα της σύγχρονης πραγματικότητας και όχι η προβολή απλώς μιας θρησκευτικής αυθεντίας θα μπορούσαν να διευκολύνουν τη διεύρυνση της αποδοχής. Πάντως το σημαντικό είναι ότι οι θρησκείες δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν το κράτος για να επιβάλουν τις όποιες απόψεις τους. Κάτι τέτοιο θα ερχόταν σε αντίθεση με τη θρησκευτική ελευθερία και θα συνιστούσε επιστροφή σε μια μορφή «θεοκρατίας».
            Προηγουμένως έγινε λόγος για τη διεύρυνση του δημόσιου χώρου με τον  κυβερνοχώρο. Τίθενται λοιπόν κάποια ερωτήματα σε σχέση με αυτόν.  Μπορούν ελεύθερα να εκφραστούν θρησκευτικοί φορείς, θρησκευτικές αντιλήψεις και πρόσωπα χρησιμοποιώντας ποικίλα ηλεκτρονικά μέσα; Πώς αντιμετωπίζει κανείς το ζήτημα της αντικειμενικότητας σε σχέση με την προβολή θρησκευτικών αντιλήψεων, γεγονότων και δράσεων; Τι γίνεται με την αρνητική χρήση των θρησκευτικών αντιλήψεων, όχι μόνο από όσους είναι αντίθετοι προς τη θρησκεία γενικά ή προς συγκεκριμένη/ες  θρησκεία/ες, αλλά και σε σχέση με τη διάδοση φανατικών και πολλές φορές ψευδών θεωριών/μυθοπλασιών που αναφέρονται στη θρησκεία ή τη χρησιμοποιούν ως μέσο για την πραγματοποίηση δικών τους σκοπών; Αυτοί που ενδιαφέρονται για τη διάδοση τέτοιων αντιλήψεων χρησιμοποιούν ιδίως το διαδίκτυο για να τις «πολλαπλασιάσουν».
             Το διαδίκτυο μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (social media) αλλά και άλλων μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας έδωσε τη δυνατότητα σε ανθρώπους που διαφορετικά δεν είχαν πρόσβαση με λόγο στο δημόσιο χώρο να τοποθετούνται βγάζοντας πολλές φορές ένα πρόσωπο αποκρουστικό, με απειλές και καλλιεργώντας φοβίες, εχθρότητες, αποκλεισμούς και αντιπαράθεση με άλλους. Πριν από μερικά χρόνια ήταν  περιορισμένες οι δυνατότητες για κάτι τέτοιο, γιατί μπορούσε να γίνει μέσα σε ιδιαίτερους θρησκευτικούς κύκλους, ή να χρησιμοποιηθούν έντυπα μέσα. Αν μάλιστα στην περίπτωση αυτή δεν υπήρχε "πολλαπλασιασμός" αυτών με τη δημοσίευση αντιλήψεων και γεγονότων από μέρους των κλασικών ΜΜΕ, τότε η διάδοση των αρνητικών αντιλήψεων ήταν σχετικά περιορισμένη. Στα κλασικά ΜΜΕ, η δομή και η λειτουργία τους δεν επέτρεπε να δημοσιοποιηθούν και να προβληθούν απόψεις που ήταν ιδίως φανατικές, μισαλλόδοξες κ.λπ. Αντίθετα τώρα με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τη δυνατότητα καθενός να αναρτήσει οτιδήποτε στο διαδίκτυο εμφανίζονται προβλήματα που δεν υπήρχαν στο παρελθόν. Αυτό σημαίνει ότι αν δει κανείς τις υποθέσεις αυτές από άποψη νομική ή τις προσεγγίσει με τέτοιο τρόπο ώστε να εμφανίσει τα σοβαρά προβλήματα που δημιουργούνται, τότε είναι υποχρεωμένος να επισημάνει ότι είναι πολύ σημαντικό, βέβαια, το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, αλλά υπάρχει και η απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησής του που αναφέρθηκε προηγουμένως στο πλαίσιο της αναφοράς στο άρθρο 9 παρ.2 της ΕΣΔΑ (Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών)[3], ιδίως μάλιστα όταν μπορεί να θίγονται ή δυσφημίζονται πρόσωπα, να στρέφονται εναντίον θεσμών, συλλογικοτήτων ή ιδίως να καλλιεργείται η θρησκευτική μισαλλοδοξία και ο φανατισμός, που σαφώς αποτελούν κίνδυνο για την κοινωνία και τη συνοχή της. 
Οι θρησκευτικοί φορείς έχουν τη δική τους πρόσβαση και τα δικά τους μέσα. Δεν έχουν όμως πλέον τη δυνατότητα να πείσουν όλη την κοινωνία, όπως πιθανώς μπορεί να συνέβαινε πολύ παλιότερα. Γιατί οι απόψεις που εκφράζουν δεν γίνονται δεκτές ασυζητητί. Ούτε όλοι οι άνθρωποι παρακολουθούν τις απόψεις που εκφράζονται από τα εκκλησιαστικά μέσα, ούτε και όσοι τις παρακολουθούν τις αποδέχονται αυτονόητα. Υπάρχει η λεγόμενη a la carte θρησκευτικότητα. Είναι ελεύθεροι οι θρησκευτικοί φορείς να μιλούν στο δημόσιο χώρο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι γίνεται αποδεκτή και η «αυθεντία» τους. Την αιτία αυτής της κατάστασης πρέπει να την αναζητήσουν στον εαυτό τους και στον τρόπο διαμόρφωσης της επικοινωνίας τους, καθώς και στο ότι πρέπει να αναζητήσουν τρόπους πιο ουσιαστικής αναφοράς στη σύγχρονη πραγματικότητα.
Εκείνο όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι δεν αρκεί η απλή επίκληση της θρησκείας για να λειτουργήσει θετικά στην κοινωνία. Αντίθετα, πρέπει να το επιδιώξει κανείς αυτό με συγκεκριμένους και συνεχώς ανανεούμενους τρόπους. Μάλιστα εκφράζοντας και  την αντίθεση προς διάφορους τυχάρπαστους που εμφανίζονται δήθεν να εμφορούνται από θρησκευτικές ιδέες, αλλά χρησιμοποιούν τις δυνατότητες των σύγχρονων μέσων για να εκφράσουν τα απωθημένα τους, το μίσος για άλλους, και την τυχόν έκφραση της επιθυμίας τους να αντιπαρατεθούν με άλλους. Θεωρούν ότι με τον τρόπο αυτό δημιουργούν μια ασφάλεια και συνοχή στις ομάδες τους και εμποδίζουν τις διαρροές. Την αρνητική αυτή διάσταση που πραγματοποιείται σε περιορισμένους κύκλους δεν παρακολουθεί και δεν τη γνωρίζει ο πολύς κόσμος.
Οι θρησκευτικοί φορείς δεν έχουν στην πραγματικότητα πρόβλημα πρόσβασης στο δημόσιο χώρο, αφού και διαφημίσεις χρησιμοποιούν για την προβολή του έργου τους, μάλιστα με υπερβολικό τονισμό της επιτυχίας τους και της αποτελεσματικότητας να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα[4].
Οι φανατικοί όμως «θρησκευόμενοι» που χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λένε διάφορες ανοησίες και ακρότητες, και σχολιάζουν υποτιμητικά πολλούς και πολλά. Αυτό δείχνει ότι υπάρχει πρόσβαση για κάθε πικραμένο μέσω του διαδικτύου. Παριστάνουν τους σπουδαίους και τους γνώστες των πάντων. Φυσικά, ό,τι λένε το πληροφορούνται εκείνοι μόνο που ψάχνουν τις «βλακείες» στο διαδίκτυο. Παρά ταύτα δεν παύουν να δηλητηριάζουν σιγά-σιγά την κοινωνία, καλλιεργώντας φοβίες, αντιπαλότητες και αποκλεισμούς.
Το διαδίκτυο με τα μέσα διευκόλυνσης της διάδοσης και πολλαπλασιασμού αντιλήψεων και άλλων επιδιώξεων καθιστά πιο εύκολη τη διάδοση στην περίπτωση αυτή αντιλήψεων που σχετίζονται με τη θρησκεία ή την αρνητική χρήση θρησκευτικών αντιλήψεων για την επίτευξη μισαλλόδοξων σκοπών. Οι δράσεις αυτές εμπίπτουν στο κυβερνοέγκλημα (cybercrime) ως προς το περιεχόμενο. Αναφέρω τον όρο «περιεχόμενο», γιατί είναι η διάσταση που περιλαμβάνεται στη Σύμβαση της Βουδαπέστης  για το κυβερνοέγκλημα (2001) στην τυπολογία των εγκλημάτων με τη χρήση του διαδικτύου.
Το ζήτημα είναι ότι οι αναφορές στο θέμα της θρησκείας γίνονται κυρίως με διάφορες διακηρύξεις και οδηγίες που αναφέρονται στις διακρίσεις. Αντίθετα δεν υπάρχουν αναφορές στο θέμα της μισαλλόδοξης χρήσης της θρησκείας, της χρήσης της για τη συκοφαντική δυσφήμηση άλλων προσώπων ή ομάδων, για τη διάδοση ψευδών ειδήσεων με τη χρήση θρησκευτικών κατηγοριών και αντιλήψεων με σκοπό την πρόκληση φοβίας. Οι θρησκευτικοί φορείς ενδιαφέρονται κυρίως να διασφαλιστούν από διαφόρων μορφών λεκτικής βίας ή προσβολής σε βάρος τους αλλά δεν είναι εξίσου ευαίσθητοι στο να καταδικάσουν τη χρήση από μέρους οπαδών τους ή ακόμη και στελεχών μισαλλόδοξες εκφράσεις και αντιλήψεις εναντίον άλλων που είτε έχουν σχέση είτε όχι μαζί τους. Ο φανατισμός, η μισαλλοδοξία, η συκοφαντική δυσφήμηση, η διασπορά ψευδών ειδήσεων απευθύνονται συνήθως στην κοινωνία, όταν έχουν θρησκευτικό επίχρισμα και περιεχόμενο, και επιδιώκουν να προωθήσουν την «επικυριαρχία» των θρησκευτικών αντιλήψεων και επιδιώξεων. Για παράδειγμα θα μπορούσαν να αναφερθούν οι προβλεπόμενες από τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα διατάξεις για την προστασία της Θρησκείας (άρθρα 198, 199 και 200), αλλά επειδή είναι παλιότερες διατάξεις δεν αναφέρονται στην υπόθεση της μισαλλόδοξης χρήσης της θρησκείας από μέρους των φονταμενταλιστών και φανατικών θρησκευομένων. Μάλιστα, ο Η/Υ προσφέρει πλέον πολύ εύκολα την επεξεργασία εικόνων που καθιστούν πιο «υποβλητική» την κατασκευή ψευδών ειδήσεων και μυθοπλασιών και τη συκοφαντική δυσφήμηση προσώπων και συλλογικοτήτων.
Το Πρόσθετο Πρωτόκολλο στη Σύμβαση της Βουδαπέστης για το κυβερνοέγκλημα (cybercrime) (2003) αναφέρεται στο ρατσισμό και την ξενοφοβία, αλλά παρότι η θρησκεία χρησιμοποιείται σε διάφορες μορφές εγκληματικής δράσης ή ώθησης σε εγκληματικές πράξεις δεν έχει περιληφθεί. Οι θρησκευτικοί φορείς, επίσης, αδιαφορούν για αυτές τις χρήσεις. Είναι απαραίτητο να περιληφθούν σε σύγχρονες διατάξεις και η παραπλανητική χρήση θρησκευτικών αντιλήψεων, καθώς και η καλλιέργεια μισαλλοδοξίας και φανατισμού με τη χρήση θρησκευτικών αντιλήψεων. Είναι σε πολλές περιπτώσεις το προστάδιο ανάπτυξης «ρατσιστικών» στάσεων. Ή είναι μια μορφή παραβίασης της προσωπικής ελευθερίας και διαβολής άλλων. Αυτό μπορεί να αφορά σε ανήκοντες με την ευρεία έννοια σε θρησκευτική ομάδα ή να μη ανήκουν και να είναι αδιάφοροι θρησκευτικά, αλλά οπωσδήποτε έχει σχέση η διαδικασία αυτή με την προσβολή και δυσφήμηση των προσώπων αυτών στην κοινωνία, στην εργασία, στον περίγυρό τους ή ακόμη και στον ίδιο το θρησκευτικό χώρο. Εξάλλου, δεν πρέπει να λησμονηθεί ότι η διεθνής τρομοκρατία χρησιμοποιεί τη θρησκεία για τους σκοπούς της. Το ίδιο ισχύει και για τις ρατσιστικές κινήσεις.
Οι χριστιανικές Εκκλησίες θα πρέπει να κατανοήσουν ότι οι μεγάλες θεωρίες και οι θεολογίες δεν έχουν άμεσο αντίκρισμα στη σύγχρονη πραγματικότητα , γιατί δεν κατανοείται ποια είναι η σχέση τους με αυτήν και ποιες συνέπειες έχουν στην ανθρώπινη δράση, δεν αποτρέπουν την αρνητική χρήση των αντιλήψεών τους από φανατικούς ή κατά τα άλλα οπαδούς τους. Πρέπει όμως να ξέρουν ότι αυτοί που χρησιμοποιούν με κάποιο δικό τους τρόπο τις αντιλήψεις τους, εύκολα μπορούν να στραφούν εναντίον τους.
Εδώ πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους μας ότι τέτοιου είδους χρήσεις του διαδικτύου δεν μπορούν να καλυφθούν μέσω της ελευθερίας της έκφρασης και της θρησκείας, γιατί περιέχουν προσβολές εναντίον της προσωπικότητας και ελευθερίας άλλων και προωθούν το θρησκευτικό φανατισμό και τη μισαλλοδοξία,  στην οποία οι θρησκείες μέσω της αρνητικής χρήσης τους καθίστανται «πρωταθλητές». Επομένως είναι υποχρεωμένες να παρακολουθούν, να αποτρέπουν και να καταδικάζουν τέτοιες χρήσεις της θρησκείας.
Από την άλλη μεριά είναι απαραίτητο να περιληφθούν μέσα στις απαγορεύσεις λόγω επικίνδυνου, υβριστικού, συκοφαντικού και παραπλανητικού περιεχομένου. Υπάρχουν αρκετές διατάξεις που αναφέρονται στην προστασία των θρησκειών, είναι απαραίτητο και οι κοινωνίες αλλά και οι πολίτες να προφυλαχθούν από εκείνους που χρησιμοποιούν τη θρησκεία για να στιγματίσουν, να συκοφαντήσουν, να προκαλέσουν φοβίες με φανταστικούς κινδύνους, να παραπλανήσουν, να προκαλέσουν μισαλλοδοξίες και να οδηγήσουν σε αποκλεισμούς και αντιπαραθέσεις χωρίς νόημα για την κοινωνία, αφού σέβεται το δικαίωμα τους να εκφράζονται θρησκευτικά. Απλώς δεν μπορούν να χρησιμοποιούν το δικαίωμά τους αυτό "καταχρηστικά" ούτε να  επιβάλουν τις φοβίες και τις μισαλλόδοξες αντιλήψεις τους σε άλλους. Τα κράτη που έχουν υπογράψει τη Σύμβαση της Βουδαπέστης και δεν την έχουν ακόμη κυρώσει με νόμο πρέπει να προβούν στην ψήφιση του σχετικού νόμου περιλαμβάνοντας και όσα προβλέπονται στο πρόσθετο πρωτόκολλο μαζί με την αναφορά στο θέμα της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας. Τέλος, είναι σημαντικό να αντιμετωπίζεται από όλους με μεγαλύτερη σοβαρότητα ο κίνδυνος για την κοινωνία που προέρχεται από τις προκλήσεις αυτές και να μη «πολλαπλασιάζονται» οι μισαλλόδοξες απόψεις και αντιλήψεις που χρησιμοποιούν ως όχημα τη θρησκεία, είτε μέσω των κλασικών ΜΜΕ είτε μέσω των νέων ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας (new media).     




[1] Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι: "Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία της σκέψης, συνείδησης και θρησκείας. Το δικαίωμα αυτό συνεπάγεται την ελευθερία μεταβολής θρησκεύματος ή πεποιθήσεων, καθώς και την ελευθερία εκδήλωσης του θρησκεύματος ή των πεποιθήσεών του, ατομικά ή συλλογικά, δημόσια ή κατ' ιδίαν, με τη λατρεία, την εκπαίδευση, την άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων και τις τελετές".
[2] Ρητή αναφορά που απαγορεύει τη χρήση του κράτους για την προώθηση θρησκευτικών, ιδεολογικών και πολιτικών αντιλήψεων υπάρχει σε αρκετά ισχύοντα σήμερα Συντάγματα χωρών της Ανατολικής Ευρώπης.
[3] Το Ελληνικό Σύνταγμα έχει μια γενική διάταξη που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση όλων των προβλεπόμενων σε αυτό δικαιωμάτων των πολιτών άρθρο 25 παρ. 3.
[4] Βλ. διαφήμιση της «Αποστολής» για την προσφορά της σε αστέγους που αναρτήθηκε στις 19-4-2014 στο in.gr
Related Posts with Thumbnails

Follow by Email