© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Από την επαναφορά στην παρουσία και παρρησία

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Η Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία “Giostra di Zante” από το 2005, όπου ξεκίνησε δειλά, επαναφέροντας στην σημερινή τους διάσταση τους περίφημους και πολυσυζητημένους ιππικούς αγώνες της Ζακύνθου, ως σήμερα, πολλά έχει προσφέρει και η παρέμβασή της στα πολιτιστικά δρώμενα του νησιού μας και συχνή είναι και ποιοτική.

Θέλοντας να στηρίξει και επιστημονικά την επαναφορά των αγώνων στην καθημερινότητά μας, όχι μόνο εκδίδει κάθε χρόνο, παράλληλα με τις εκδηλώσεις, ειδικό και καλαίσθητο φυλλάδιο με κείμενα των πιο σπουδαίων πνευματικών ανθρώπων του τόπου μας, τα οποία θέτουν σε άλλη βάση την υπόθεση της Γκιόστρας, αλλά ήδη έχει διοργανώσει με επιτυχία και δύο ημερίδες, σχετικές με το θέμα, στα πλαίσια των τριήμερων εκδηλώσεων της «Γκιόστρας του Αι – Γιωργιού», ενώ ετοιμάζει για τον επόμενο Νοέμβρη διεθνές, επιστημονικό συνέδριο, το οποίο θα εξετάσει την ιστορία της Γκιόστρας, στον δικό μας, τον Επτανησιακό χώρο.

Παράλληλα, επιμένοντας στην τζαντιώτικη και καθαρά ιόνια ταυτότητα του θέματός της, στηρίζει και διατηρεί πανάρχαιες συνήθειες του νησιού μας, όπως αυτήν του κοψίματος της χριστουγεννιάτικης «Κουλούρας», οικογενειακή εκδήλωση, που πραγματοποιεί κάθε χρόνο με όλο το πατροπαράδοτο τυπικό αμέσως μετά την μεγάλη γιορτή και προσέχοντας ευλαβικά να μην της δώσει μορφή ξενόφερτης βασιλόπιτας, μεταφέροντάς την σε ταβέρνες και λίγο πριν τα καρναβάλια!

Πλούσια ήταν η δράση του Σωματείου και το καλοκαίρι που πέρασε, δίνοντας ένα αντίβαρο στην κακοδαιμονία μας και διαφημίζοντας εκτός ορίων το νησί μας, όταν η δυσφήμηση κινδύνευε να γίνει επαναλαμβανόμενο σήριαλ.

Πρώτα απ’ όλα όλο τον Αύγουστο, σε συνεργασία με το πάντα δραστήριο και δημιουργικό Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, διοργάνωσε εικαστική έκθεση, στις αίθουσες του τελευταίου, με τα πρωτότυπα έργα των ζωγράφων, όπου χρησιμοποιήθηκαν στις εκδηλώσεις της ως τώρα. Την έκθεση αυτή την επισκέφθηκαν χιλιάδες συμπατριωτών μας και επισκεπτών της Ζακύνθου, γνωρίζοντας την Γκιόστρα μας κι ένα σημαντικό κομμάτι του πολιτισμού μας.

Οι επισκέπτες της είδαν το πώς ο κάθε καλλιτέχνης, κοιτάζοντας το ιστορικό δρώμενο από την δική του, ξεχωριστή οπτική γωνία, απεικόνισε το από αιώνες παραδομένο σε μας ιππικό αγώνισμα και μέσα από την εικαστική δημιουργία γνώρισαν την έφιππη αναμέτρηση, που από τον μακρινό Αρίγκο, κατέβηκε στην τότε πολύβουη Πλατεία Ρούγα και σήμερα αναβιώνει, θέλοντας να τονίσει μιαν ιδιαιτερότητα και να στηρίξει μία ταυτότητα.

Η δεύτερη σημαντική στιγμή του Σωματείου, την παραπάνω χρονική περίοδο, ήταν η εκπροσώπηση της χώρας μας τις αρχές Αυγούστου στην Ευρωπαϊκή Γκιόστρα της ιταλικής πόλης Sulmona. Εκεί στην πανευρωπαϊκή αυτή εκδήλωση, στην οποία φέτος συμμετείχαν εννέα χώρες της «Γηραιάς Ηπείρου», η Ζάκυνθος έδωσε έντονη την παρουσία της, υποστηρίζοντας το νησί μας και κάνοντάς το γνωστό, όχι μόνο για τις ομορφιές του, αλλά και για τον σημαντικό πολιτισμό του.

Με τον τρόπο αυτό σε χιλιάδες παρευρισκομένων δόθηκε μια πιο σημαντική εικόνα για την Ζάκυνθο, πέραν από αυτήν του πολυφορεμένου «Ναυαγίου» και το νησί του Φώσκολου, του αγαπημένου για όλους τους Ιταλούς ποιητή, έγινε αγαπητό για την ιστορία του και την παράδοσή του, δύο του πτυχές, δηλαδή, οι οποίες μπορούν να γίνουν πόλος έλξης ποιοτικού τουρισμού και να φωτίσουν το ήδη υπάρχον σκοτεινό μας σημείο.

Τρίτη και τελευταία εκδήλωση της Εταιρείας, γι’ αυτό το Καλοκαίρι, το μεγάλο πάρτι, που διοργάνωσε, το Σάββατο 27 Αυγούστου, δίπλα από τα γραφεία της και στον χώρο της Πλαζ του Ε.Ο.Τ., στην Αγία Τριάδα. Μ’ αυτό αποχαιρέτησε την πιο ξέγνοιαστη εποχή του χρόνου και ταυτόχρονα ξεκίνησε τις επίσημες διαδικασίες για την Γκιόστρα του 2012, η οποία από την επόμενη χρονιά θα γίνεται το εορταστικό τριήμερο του Αγίου Πνεύματος.

Στην φιλική αυτή συγκέντρωση, στην οποία παρευρέθηκαν πάρα πολλοί φίλοι και υποστηρικτές της Γκιόστρας – κυρίως άνθρωποι των γραμμάτων, της τέχνης και του πολιτισμού – δόθηκε ένα καθαρά τοπικό χρώμα, με καντάδες, πατροπαράδοτους χορούς, επιδείξεις των σμπαντιερατόρων και πυροτεχνήματα, επιμένοντας, έτσι το Σωματείο να κρατήσει το δικό μας, επτανησιακό χρώμα και να αρνηθεί και εμποδίσει όλα αυτά τα επιζήμια για την ιδιοσυγκρασία μας, που τελευταία έχουν επικρατήσει, αλλοιώνοντας τον χαρακτήρα μας και ισοπεδώνοντας παράδοση και συνειδήσεις.

Ήταν μια πραγματική «ξεφάντωση των φίλων», όχι πάνω στα τραπέζια, αλλά δίπλα σ’ αυτά και στη θάλασσα, όπου οι χαρτοπετσέτες χρησιμοποιήθηκαν μόνα μετά το φαγητό ή έστω κατά την διάρκειά του και όχι σαν χαρτοπόλεμος και οι ήχοι ήταν ευλογία της μουσικής και όχι γαύγισμα και «φωνή κορμάρα». Γιατί και ο τρόπος που διασκεδάζεις αποτελεί και αυτός δείγμα του πολιτισμού σου και είναι σημάδι της παιδείας σου.

Η παρουσία, λοιπόν, της Γκιόστρας ήταν έντονη και αυτό το Καλοκαίρι. Πλούσια θα είναι και το επόμενο Φθινόπωρο, αλλά και όλο το Χειμώνα που ακολουθεί, με το διεθνές επιστημονικό συνέδριο, που ετοιμάζει, τις ουσιαστικές της παρεμβάσεις και τις διάφορες προτάσεις της.

Μα για όλα αυτά θα επανέλθουμε. Η Γκιόστρα επιστρέφει στη ζωή του Ζακυνθινού. Ας την κρατήσουμε.

[Στη φωτό, χαρακτικό του Νίκου Δεσεκόπουλου]

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Έξι Ιαπωνικά Χάϊ Κάϊ, Μετάφραση από τ' Αγγλικά π. Παναγιώτη Καποδίστρια


Ι Α Π Ω Ν Ι Κ Α
Χ Α Ϊ Κ Α Ϊ

Matsuo Bashõ (1644-1694)

Λιμνούλα παλιά˙
ο βάτραχος στον ήχο
πηδά του νερού.


(σκηνή της άνοιξης)


Yosa Buson (1716-1783)

Ανοιξιάτικη
θάλασσα˙ ολημερίς
κύμα το κύμα.

(σκηνή της άνοιξης)


Kobayashi Issa (1763-1827)

Έλα κοντά μου
μαζί μ’ εμένα παίξε
σπουργίτι ορφανό.

(σκηνή της άνοιξης)


Chiyo-ni (1703-1775)

Θήρα του δράκου
που πετά. Μακρύτερα
σήμερα πήγε.

(σκηνή του φθινοπώρου)


Masaoka Shiki (1867-1902)

Σκυλίσιο κορμί
πετάχτηκε χειμώνα
μες στο ποτάμι.

(σκηνή τoυ χειμώνα)


Takahama Kyoshi (1874-1959)

Το φίδι γλιστρά
μα τα μάτια με φθονούν
στα χόρτα κάτω.

(σκηνή του καλοκαιριού)

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Ο ΠΑΛΙΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ... [ΑΠΛΗ ΑΦΗΓΗΣΗ ΜΕ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ]

Στὴ Μνήμη τοῦ παπποῦ Νικολάκη καὶ τῆς γιαγιᾶς Σοφίας

Προσπαθῶ νὰ θυμηθῶ, ὅσο γίνεται πιὸ καθαρά, πιὸ φωτεινὰ καὶ μὲ τὰ χνῶτα τῆς νοσταλγίας νὰ παχνιάζουν ἀκόμα καὶ τὴν ἴδια μου τὴν ψυχή, νοτίζοντάς την μὲ σταλαγμοὺς δακρύων. Κοιτάζω πρὸς τὰ πίσω καὶ ἀνασαίνω τὸν ἀγέρα τοῦ χτές, ποὺ μοσχοβολᾶ καμμένο ξύλο καὶ φρέσκο, εὐωδιαστὸ ψωμί. Φυσικὰ ὑπάρχουν καὶ στιγμὲς ποὺ ὀσμίζομαι κι ἄλλες μυρωδιές, ξεχασμένες σήμερα, ἀποταμιευμένες ὅμως μέσα μου μὲ μνῆμες καὶ πρόσωπα, μὲ γιορτὲς καὶ ἐποχές, μὲ νυσταγμένα ὑγρὰ πρωϊνὰ καὶ σκοτεινὲς νύχτες. Κοιτάζω πρὸς τὰ πίσω καὶ ξαναβλέπω τὴ ζωή μου σ’ ἐκεῖνο τὸ μικρὸ δωμάτιο ποὺ ἦταν πάνω στὸ φοῦρνο τοῦ παπποῦ. Καὶ μαζὶ μ’ αὐτὸ ξαναβλέπω τὴ νεότητά μου, ἀγναντεύω τὰ πρόσωπα τῶν ἀγαπημένων μου, ὅπως ἐπίσης κι ὅλα, ὅσα πρόφτασα, μέσα στὴν ἀδυσώπητη σκόνη τοῦ χρόνου νὰ τὰ μαζέψω καὶ νὰ τὰ κρατήσω στὸ ἀρχεῖο τῆς ψυχῆς. Κληρονομιὰ καὶ παρακαταθήκη• φωτεινὴ παρένθεση στὸ ζοφερὸ μονοπάτι τοῦ βίου• παρουσία Θεοῦ.



Ὁ φοῦρνος τοῦ παπποῦ εἶχε κτιστεῖ ἀπὸ παλιοὺς ἡπειρῶτες μαστόρους στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰ, στὸ ἰσόγειό του παλιοῦ μικροῦ σπιτιοῦ, ποὺ τοῦ εἶχε κληρονομήσει παλιότερα ὁ πεθερός του, ὁ μαστρο Γιώργης ὁ Τσουκαλάς, ὁ ὁποῖος καὶ τὸ ἔκτισε.

Ποιὲς ἦταν οἱ πραγματικὲς διαστάσεις τοῦ φούρνου δὲν τὸ ἔμαθα ποτέ, γιατί ἐμένα, τουλάχιστον, δὲν μ᾿ ἐνδιέφεραν, ἐπειδὴ ὅ, τι ἀγαπῶ, ὅσο ἄβολο κι ἂν εἶναι γιὰ τοὺς ἄλλους, τὸ χαίρομαι καὶ τὸ κρατῶ μέσα μου, ὡς σημάδι ἱκανὸ μιᾶς ἀόρατης πυξίδας, ἡ ὁποία μὲ κατευθύνει καὶ ὁριοθετεῖ τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μου, χωρὶς τὰ μέτρα καὶ τὰ σταθμὰ τοῦ κόσμου νὰ μὲ ἐπηρεάζουν σοβαρά.

Θὰ προσπαθήσω, λοιπόν, μὲ λιτὲς γραμμὲς νὰ περιγράψω αὐτὸ τὸ κτίσμα, ἔστω κι ἂν δὲν πείσω μὲ τὰ ὅσα θὰ πῶ, γιατί πάντα ὁ ἀνθρώπινος λόγος εἶναι λειψός, ἀτελὴς καὶ καχεκτικός. Πειστικὸς γίνεται μονάχα σὲ ὅσους ἀφουγκράζονται τὰ λόγια ἐκεῖνα, ποὺ κυκλοφοροῦν μαζὶ μὲ τὸ αἷμα : Τὴ ζωὴ δηλαδή, ποὺ κι αὐτή, κάποτε, δὲν περιγράφεται...

Τὸ δίπατο σπίτι, ὅπου στεγάζονταν ὁ φοῦρνος, τὸ ζυμωτήριο καὶ ἡ μικρὴ οἰκογένεια ποὺ κατοικοῦσε στὸ ἀνώι, ἀγνάντευε τὸ πέλαγο, κατὰ τὴ μεριὰ τῆς Εὔβοιας καὶ τῆς Σκιάθου. Ἦταν δὲ σιμὰ στὰ "Κάγγελα", στὸ μαγαζὶ τοῦ μπάρμπα Παναγιώτη τοῦ Παλαιολόγου μὲ τὴν ὡραία ταράτσα, ὅπου μαζεύονταν οἱ παλιοὶ Κληματιανοὶ καὶ κοίταζαν τὰ θερινὰ τὰ βράδια τὰ γρὶ-γρί, ἀλλὰ καὶ τὶς ψαρόβαρκες μὲ τὶς λάμπες ποὺ πήγαιναν γιὰ ζαργάνες, ἢ τὶς ἄλλες μέρες, τὰ πλοῖα τῆς γραμμῆς, ποὺ ταξίδευαν ἀπὸ τὰ νησιὰ στὸ Βόλο καὶ ἀντίθετα.

Πάντα θυμᾶμαι τὸ ἀνώι τοῦ φούρνου μὲ τοὺς χλωμούς τους τοίχους, ποὺ τοὺς εἶχαν βαμμένους μὲ ὤχρα• ἕνα χρῶμα δηλαδή, ποὺ μὲ τὸν καιρὸ καὶ τὴν καπνιὰ ἄρχισε νὰ φαίνεται ξεπλυμένο, ἀπροσδιόριστο. Ὅπως δηλαδὴ κάθεται πάνω στὸ χρυσὸ ἡ πατίνα τοῦ χρόνου καὶ τὸ λαμπερὸ τὸ χρῶμα ξεθωριάζει. Στὸν ἐπισκέπτη μπορεῖ νὰ μὴν ἔλεγε καὶ πολλὰ αὐτὸ τὸ δωμάτιο, ἀντίθετα μὲ κείνους ποὺ τὸ κατοικοῦσαν καὶ δὲν ἔδιναν καμμιὰ ἀπολύτως σημασία στὰ χρώματα καὶ στοὺς παραπανίσιους καλλωπισμούς, μιὰ καὶ τὰ βάσανα ἦταν πολλά. Ὕστερα, ἀφοῦ τούτη ἡ λιτὴ κι ἀπέριττη γωνιὰ τοὺς ἀνάπαυε, ποιὸς ὁ λόγος νὰ κάμουν παραπανίσια πράγματα; Ἐκεῖ λοιπὸν καὶ μέσα σὲ πολὺ δύσκολες συνθῆκες, σὲ χρόνια καχεκτικὰ καὶ ἀνήσυχα, μεγάλωσα κι ἐγώ, γιατί τὸ πατρικό μου τὸ σπίτι ἦταν κλειστὸ ἀπὸ τότε ποῦ ἔφυγε ὁ πατέρας γιὰ τὴν ξενιτιὰ. Ἔτσι ἔμαθα τὴν κάθε σπιθαμὴ στὸ ἀνώι ἐκεῖνο, ἀλλὰ κι ἔβλεπα ὅλες τὶς διαδικασίες πού ἀφοροῦσαν τὴν ἑτοιμασία καὶ τὴν παραγωγὴ τοῦ ψωμιοῦ. Τὸ κυριώτερο ὅμως ἦταν πὼς ἐκεῖ, στὸ μικρὸ τὸ φοῦρνο, συνάζονταν ὅλη σχεδὸν ἡ κοινωνία τοῦ χωριοῦ. Ἀποτελοῦσε λοιπόν, καὶ ἐξάπαντος ἦταν, ἐκείνη ἡ λιτὴ οἰκοδομὴ μιὰ ἀφορμὴ γιὰ ἐπικοινωνία, ἔστω στὰ ὅρια τῆς ὅποιας ἔντασης καὶ τῶν καυγάδων ποῦ ἦταν φυσικοὶ νὰ ὑπάρχουν, τὸ ποιὸς δηλαδὴ θὰ φουρνίσει ἢ θὰ πάρει τὸ ψωμὶ τοῦ πρῶτος, ἢ τῆς κουτσομπολίστικης διάθεσης, ποῦ δὲν εἶχε πάντα εὐχάριστη κατάληξη, γιατί κάποια παρεξήγηση θὰ προέκυπτε, κάποιος καυγᾶς θὰ στηνόταν μὲ ὅλα τὰ συνακόλουθα... Μὲ λίγα λόγια ἐκεῖ βίωνε κανεὶς τὰ ὅσα ἔγραψε ὁ γείτονας Σκιαθίτης λόγιος, ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, στὸ διήγημά του, «Βαρδιάνος στὰ σπόρκα», ὅταν ἀναφερόταν στὶς «ἀβγατίστρες», καὶ στὶς «ἀποσῶστρες», ποὺ «ἀβγάτιζαν ὅλας τὰ μικρὰς διαδόσεις καὶ ἀπόσωναν ὅλας τὰς ἀτελεῖς διηγήσεις»

Ἀπὸ μικρός, πρέπει νὰ πῶ ὅτι παρακολουθοῦσα τὴν κάθε λεπτομέρεια ποὺ ἀφοροῦσε τὴ λειτουργία αὐτοῦ του πρωτόγονου ἀρτοποιείου, γι’ αὐτὸ καὶ ἀργότερα, ὅταν πιὰ μεγάλωσα, κοίταξα ν ἀξιολογήσω ἐκεῖνα τὰ πρῶτα βιώματα, μὲ κάθε τρόπο. Κάπως ἔτσι βγῆκε καὶ ὅ,τι ἔγραψα γιὰ τὸ χωριό μου, τὸν τόπο δηλαδὴ ὅπου ἀπομένουν οἱ ρίζες κι ἡ ψυχή μου Κι ἂν ἐκεῖ ἀστόχησα νὰ καταθέσω τὸ λόγο μου γιὰ μιὰ ἀκόμα πτυχὴ τῆς σύνολης παράδοσης τοῦ χωριοῦ, ἔχω τὸ χρέος νὰ τὸ κάμω σήμερα, ὕστερ᾿ ἀπὸ πολλὰ χρόνια ἀπουσίας ἀπὸ τὸ χῶρο ἐκεῖνο, ὅπου βρίσκονταν τὸ ζυμωτήριο καὶ γίνονταν τὸ πλάσιμο, τὸ κατέβασμα τῶν ταβάδων καὶ τόσες ἄλλες ἐργασίες ποὺ ξεχάστηκαν σήμερα πιά. Γι᾿ αὐτὸ καὶ πασχίζω νὰ συλλαβίσω μὲ προσοχὴ τὸ ἀλφαβητάρι τῆς λειτουργίας ἐκείνου τοῦ ἔσχατου παλιοῦ ἀρτοποιείου, γιὰ νὰ σωθεῖ καὶ κάτι, νὰ μὴ θαφτοῦνε ὅλα στὰ σημερινὰ ἐρείπια τοῦ φούρνου, ποὺ, δυστυχῶς, ἔπαψε νὰ ὑπάρχει... Ἂν δὲ σήμερα γίνεται λόγος γι᾿ αὐτόν, τοῦτο ὀφείλεται στὴν εὐαισθησία τοῦ ὑποφαινόμενου γιὰ ζητήματα παράδοσης καὶ ζωῆς. Ἰδιαίτερα τοῦ ξεχασμένου σήμερα παλιοῦ χωριοῦ μας...

Πρώτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα, λοιπόν, ἔπρεπε ἀποβραδὺς νὰ κοσκινιστεῖ τὸ ἀλεύρι στὴ μεγάλη ξύλινη σκαφίδα μὲ τὴν παλιὰ τὴ σίτα. Αὐτὸ συνήθως τὸ ἔκανε ἡ μάνα, κρατώντας μὲ τὰ δυό της τὰ χέρια τὴ στρογγυλὴ τὴ σίτα καί, ἀφοῦ ἔβαζε τὸ ἀλεύρι μέσα, τὸ κοσκίνιζε μὲ προσοχή, πετώντας ὅ,τι τὸ ἄχρηστο στὴν ἄκρη. Καὶ ἄχρηστα ἦταν τὰ πίτουρα, κομμάτια σκληροῦ ἀλεύρου κ. α.

Στὴ συνέχεια, ἀφοῦ τελείωνε τὸ κοσκίνισμα, ἀκολουθοῦσε τὸ ἀναπιάσμα μὲ τὸ διαλυμμένο κομμάτι ἀπὸ τὸ προζύμι καὶ τὴ λιγοστὴ μαγιά. Τὸ ἀναπιάσμα γινόταν στὴν ἄκρη τῆς σκαφίδας, σὲ μιὰ λακκούβα μέσα στὸ ἀλέυρι. Μὲ τὸ ἀναπιάσμα μάλιστα σφαλίζονταν ἡ σκαφίδα μὲ τὴν "πλάστη", τὸ ἐπίπεδο ξύλινο σκέπασμα δηλαδή, πάνω στὸ ὁποῖο πλάθονταν τὸ ζυμάρι.

Τὴν ἄλλη μέρα, πρωΐ-πρωΐ, πρώτη δουλειὰ ἦταν ν᾿ ἀναφτεῖ ὁ φοῦρνος μὲ "κλάρες"πρῶτα, κι ὕστερα μὲ πεῦκα καὶ ἄγρια ξύλα, ὥστε νὰ καεῖ καλὰ καὶ νὰ ἔχει "στίμ", γιὰ νὰ ψηθεῖ τὸ ψωμί. Αὐτὴ τὴ διαδικασία τὴν εἶχε ἀναλάβει ἡ γιαγιά, ποὺ φορτωνόταν ἀπὸ τὸ κτῆμα ἢ ἀπὸ τὴν καλύβα μὲ τὶς γίδες τὶς "κλάρες" καὶ τὶς ἔβαζε μὲ προσοχὴ στὴ φωτιὰ ἀνοίγοντας τὸ "τάμπερ", τὸ σιδερένιο διάφραγμα μεταξὺ φούρνου καὶ καμινάδας, γιὰ νὰ κυκλοφορεῖ ὁ ἀγέρας, ν᾿ ἀνάψει γρήγορα ἡ φωτιά, ἀλλὰ καὶ νὰ φεύγει ἡ κάπνα.

Παράλληλα μὲ τὸ ἄναμμα τοῦ φούρνου ἄρχιζε καὶ τὸ ζύμωμα, ποὺ ἤθελε τέχνη καὶ προσοχὴ, ὥστε νὰ «πιαστεῖ» σωστὰ τὸ ἀλεύρι καὶ σιγὰ-σιγὰ νὰ λάβει τὴ μορφὴ τοῦ ζυμαριοῦ. Φυσικὰ σ᾿ αὐτὸ συντελοῦσε καὶ τὸ νερό, ζεστὸ τὸ χειμώνα καὶ δροσερὸ τὸ καλοκαίρι, τὸ ὁποῖο ἔριχνε ἡ μάνα μὲ προσοχὴ στὴ διάρκεια τοῦ ζυμώματος, ἀλλὰ καὶ τὸ ἁλάτι.

Τὸ ζύμωμα ἔπρεπε νὰ γίνει μὲ τὶς γροθιές, τὶς ὁποῖες μὲ δύναμη ἔσπρωχναν μέσα στὴ ζύμη γιὰ νὰ γίνει σωστή, ἐνῶ τὸ ζυμάρι γυρίζονταν πάντα μέσα στὴ σκαφίδα, πότε ἀπὸ δῶ, πότε ἀπὸ κεῖ, μέχρι νὰ λάβει τὴν τελική του μορφή. Φυσικὰ αὐτὸ ἤθελε τὸ χρόνο του, τὴν ἀνάλογη τέχνη καὶ τεχνική, καὶ ὁπωσδήποτε τὴν ἐμπειρία, γιατί διαφορετικὰ τὸ ζυμάρι γίνονταν ὅλο "ζγρου-μπόλια", δηλαδὴ κομμάτια μὲ ἀλέυρι ἀζύμωτο, ποὺ ἂν δὲν τὰ προσεχαν, παρα-μεναν μέσα στὸ ζυμάρι καὶ τὸ ψωμὶ δὲ γινόταν καλό καὶ ἀφρωτό.

Ἀφοῦ τελείωνε τὸ ζύμωμα τότε σκεπάζονταν ἡ σκαφίδα γιὰ λίγο, μέχρι νὰ ἑτοιμαστεῖ ἡ ζύμη γιὰ τὸ πλάσιμο. Ἑτοιμασία ποὺ σημαίνει τὸ ὅτι ἔπρεπε νὰ "γίνει", ὥστε νὰ φουσκώσει κάπως τὸ ζυμάρι καὶ νὰ εἶναι πιὸ ἐλαστικὸ στὸ πλά-σιμο.

Ὅταν δὲ ἔφτανε ἡ ὥρα γιὰ τὸ πλάσιμο τότε στρώνονταν ἡ πλάστη, τοποθετοῦνταν ὁ "βεζενὲς" καὶ ἕνας-ἕνας ἔπιανε τὴ θέση του δίπλα στὴ σκαφίδα. Ἔτσι ὁ ἕνας "ἔκοβε"καὶ ζυγίαζε τὸ ζυμάρι, ὁ ἄλλος τὸ ἔπλαθε καὶ ὁ τρίτος ἐφτιαχνε τὶς φρατζόλες καὶ τὶς τοποθετοῦσε μὲ προσοχὴ στοὺς ταβάδες, πάνω στὰ καθαρὰ τὰ πισκίρια..

Ἡ φρατζόλα ἢ τὸ στρογγυλὸ γιὰ νὰ γίνουν χρειάζεται πρῶτα-πρῶτα νὰ πλαστοῦν καλὰ καὶ μὲ ὑπομονή. Γιατί τὸ σκέτο, τὸ κομμένο ζυμάρι, δὲ γίνεται καλὸ ψωμὶ στὸ ψήσιμο ἂν δὲν πλαστεῖ σωστά. Μένει ὠμὸ μέσα, στὴν ψύχα δη-λαδή καὶ μὲ ἐπιφάνεια (κόρα) ὄχι λεία καὶ ἐλκυστική. Γὶ αὐτὸ καὶ ὁ παπποῦς, κι ὕστερα ἡ μάνα, βάζανε ὅλη τους τὴ μαεστρία καὶ τὴν τέχνη, ὥστε νὰ εἶναι καλοπλασμένες οἱ φρατζόλες. Μάλιστα, κάποιες ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς πλάθανε ρίχνοντας καὶ σουσάμι, ὥστε νὰ εἶναι πιὸ εὔγευστες.

Κάποτε-κάποτε, καὶ κυρίως τὰ Σάββατα ἢ τὶς μεγάλες γιορτὲς, ἔπρεπε νὰ ἑτοιμαστοῦν καὶ τὰ πρόσφορα, οἱ λειτουργιὲς δηλαδή. Αὐτὲς τὶς προσεχαν πολύ, τὶς ἔπλαθαν πρῶτες-πρῶτες καὶ γι᾿ ἀρκετὴ ὥρα, κι ὕστερα τὶς ἔβαζαν μέσα σὲ εἰδικὰ ταψάκια ἢ καραβάνες καὶ πάντα σὲ πισκίρια ξεχωριστά. Πάνω δὲ ἀπὸ τὴν πρώτη προσφορὰ τοποθετοῦσαν καὶ τὸ παλιό, ξύλινο σφραγίδι, γιὰ νὰ γνωρίζουν τί εἶναι, ἀλλὰ καὶ γιὰ εὐλογία...

Τὸ ζυμάρι μετὰ τὸ πλάσιμο ἔπρεπε νὰ "γίνει", νὰ φουσκώσει δηλαδή, κι ὕστερα νὰ φουρνιστεῖ, ἀλλιῶς θὰ γινόταν ἀλειψὸ καὶ διόλου νόστιμο. Φυσικὰ τὸ γρήγορο "γένωμα" τοῦ ζυμαριοῦ ἑξαρτιόταν καὶ ἀπὸ τὴν ἐποχή, γιατί τὸ καλοκαίρι φούσκωνε σχεδὸν ἀμέσως, ἐνῶ τὸ χειμώνα ἔπρεπε νὰ πάρει τὸ δωμάτιο τὴν κατάλληλη θερμοκρασία. Ἔτσι ἀνάβονταν ἡ σόμπα καί σκεπάζονταν οἱ ταβάδες μὲ κουβέρτες.

Ἀφοῦ καιγόταν ὁ φοῦρνος καὶ ἦταν ἕτοιμος, πανίζονταν ἐσωτερικὰ μὲ καθαρὸ νερό, γιὰ φύγει κάθε ἴχνος ἀπὸ στάχτες κ.λ.π. Παράλληλα κλείνονταν καὶ τὸ "τάμπερ"γιὰ νὰ μὴ χαθεῖ ἡ θερμοκρασία καὶ τότε ἄρχιζε καὶ τὸ φούρνισμα.

Τὸ φούρνισμα ἤθελε προσοχή, ὑπομονὴ καὶ περισσότερο ἀντοχή, γιατί ἔπρεπε, ἀφοῦ κατεβάζονταν ἕνας ἕνας οἱ τάβαδες, νὰ τοὺς ξεσκεπάζεις, νὰ πά-ιρνεις ἁπαλὰ μιὰ - μιὰ τὶς φρατζόλες, νὰ τὶς βάζεις πάνω στὸ μεγάλο ξύλινο φτιάρι κι ὕστερα, ἀφοῦ συγυριστεῖ λίγο μὲ τὶς παλάμες, νὰ κοπεῖ στὰ πλάγια μὲ τὴ λεπίδα ἢ τὸ μαχαίρι καὶ στὸ τέλος νὰ φουρνιστεῖ.. Κάποιες φρατζόλες τὶς ἔκοβαν λοξὰ καὶ στὸ ἐπάνω μέρος, στὴν ὄψη τῆς φρατζόλας . ( Κι ἐδῶ θυμᾶμαι τὸν παπποῦ νὰ ἔχει στὰ δόντια του τὴ λεπίδα, ποὺ τὴν ἔκρυβε στὸ τέλος τοῦ φουρνίσματος δίπλα, στὴ "μπουλίτσα", ἡ ὁποία βρίσκονταν ἀριστερά τοῦ φούρνου, κατὰ τὴ μεριὰ τῆς σκάλας. Ἦταν δὲ οἱ λεπίδες αὐτές, κάτι μεγάλες ἀμερικάνικες λεπίδες, ποῦ κόβανε ἀπὸ τὴ μιὰ μόνο πλευρά, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλη εἶχαν μεταλλικὴ λαβὴ γιὰ νὰ τὶς κρατᾶς).

Τὶς φρατζόλες τὶς φούρνιζαν μὲ σειρὰ καὶ σὲ ὅλη σχεδὸν τὴν ἔκταση τοῦ ἐσωτερικοῦ του φούρνου ποῦ εἶχε τὴν ὄψη ἡμικυκλίου. Ψήνονταν δὲ τὸ ζυμάρι κάτω στὴν πλάκα κι ὄχι σὲ φόρμες ἀπό λαμαρίνα, ἐκτὸς κάποιων εἰδικῶν περιπτώσεων ὁπού ἕνας πελάτης ἤθελε τὸ ψωμί του νὰ ψηθεῖ στὸ ταψὶ μὲ λάδι καὶ νὰ γίνει λαδόπιτα.

Τὸ πρῶτο ψωμὶ ἔβγαινε ἀπὸ τὶς φρατζόλες ποὺ εἶχαν φουρνιστεῖ κοντὰ "στοῦ τφὲκ(ι)", δηλαδὴ στὸ κέντρο τοῦ φούρνου ὅπου ὑπῆρχε ἕνα στρογγυλὸ ἄνοιγμα κι ἔβγαινε ἡ μεγαλύτερη "στίμ". Τὶς ξεφούρνιζαν, λοιπόν, καὶ στὴ θέση τοὺς ἔφερναν τὶς ἄλλες, ποὺ ἦταν πιὸ μέσα, γιὰ νὰ ψηθοῦν γρηγορότερα κι αὐτές. Φυσικὰ ἡ διαδικασία αὐτὴ ἤθελε προσοχὴ καὶ σβελτάδα, γιατί πολλὲς φορὲς κάποιες φρατζόλες καίγονταν, ἢ "ἅρπαχναν", δηλαδὴ μισοκαίγονταν καὶ ἦταν ἀδύνατο νὰ τὶς φᾶς γιὰ ψωμί. ἢ νὰ γίνουν παξιμάδια.

Μόλις ξεφουρνίζονταν οἱ πρῶτες φρατζόλες, ἔπρεπε νὰ σκουπιστοῦν στὴ ἐπιφάνειά τους μὲ καθαρὸ δροσερὸ νερὸ γιὰ νὰ πάρουν χρῶμα καὶ νὰ φύγει ἡ πυράδα τους. Ξεχύνονταν τότε μιὰ μοσχοβολιὰ τριγύρω ποὺ πραγματικὰ μαγνήτιζε, καθὼς τὸ φρέσκο τὸ ψωμὶ στοιβάζονταν στὸν διπλανὸ τὸν πάγκο.

Πολλὴ μεγάλη προσοχὴ ἔπρεπε νὰ δείξει ὁ φούρναρης, ὅταν τακτοποιοῦσε τὰ πρόσφορα καὶ τὰ ἑτοίμαζε νὰ τὰ φουρνίσει.

Ἀφοῦ, λοιπόν, τὰ ξεσκέπαζε καὶ τὰ ἔβαζε ἕνα-ἕνα στὸ φτιάρι, ἔκανε τὸ σταυρό του κι ὕστερα τὰ σφράγιζε μὲ προσοχή, πατώντας γερὰ τὸ ζυμάρι μὲ τὸ σφραγίδι, στὴν ἐπιφάνεια τῆς λειτουργιᾶς... Ὅταν σχηματιζόταν ἡ σφραγίδα, στὸ σημεῖο ὅπου εἶναι ὁ Ἀμνὸς (ΙΣ ΧΡ/ΝΙ ΚΑ) μὲ ἕνα καθαρὸ ξυλαράκι ἔκανε μικρὲς τρύπες στὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ τετραγώνου ποὺ σχηματίζει ὁ Ἀμνός, ὥστε νὰ μὴ φουσκώσει καὶ κουφιάνει. Πρὶν τὴ φουρνίσει δὲ, τὴ χάραζε καὶ γύρω-γύρω μὲ τὸ λεπίδι.

Ἐπίσης μὲ προσοχὴ ἔπρεπε σὲ μέρες καλὲς καὶ γιορτινές, ἀλλὰ σὲ καιρὸ ὅπου γίνονταν στὸ χωριὸ παντρειές, νὰ φουρνιστεῖ τὸ τσουρέκι, τὸ ὁποῖο ζυμώνονταν μὲ τὶς συνταγὲς τῆς μάνας ἀλλὰ καὶ τοῦ παπποῦ παλιότερα.

Γιὰ νὰ γίνει λοιπὸν τὸ τσουρέκι "ἀφρωτό", δηλαδὴ νὰ τρώγεται ὅπως τὸ γλύκισμα κι ὄχι τὸ ψωμί, ἔπρεπε νὰ ζυμωθεῖ μὲ τέχνη καί, ἀφοῦ "γένει", νὰ ψηθεῖ μὲ προσοχή, ὥστε νὰ μὴν ἁρπάξει ἢ γίνει ὠμό. Γὶ αὐτὸ τὸ ψήσιμό του γινόταν πάντα μετὰ τὸ ξεφούρνισμα καὶ μὲ τὸ φοῦρνο νὰ σιγοκαίει καὶ μὲ τὴν ἄγρυπνη ἐπίβλεψη τοῦ φουρνάρη, ποὺ τὸ κοιτοῦσε συνεχῶς, ἂν «ρόϊδισε», ἢ ἂν ἄρχισε νὰ «παίρνει», δηλαδὴ ἄν καίγεται, καρφώνωντας κάθε τόσο ἕνα ξυλάκι καὶ ψαύοντάς το. Τὸτε διαπιστωνε, ἂν κολλοῦσε, ὅτι ἤθελε κι ἄλλο ψήσιμο• ἂν ὄχι, τότε κανόνιζε νὰ τὸ φέρει πρὸς τὰ ἔξω, κοντὰ στὸ ἄνοιγμα τοῦ φούρνου, ὅπου ἡ θερ-μοκρασία δὲν ἦταν πολὺ ὑψηλή, ὥστε νὰ ψηθεῖ κανονικά.

Τὸ ἴδιο γινόταν μὲ τὶς κουλοῦρες τοῦ Ἁγίου Βασιλείου καὶ τοῦ Πάσχα, ποὺ ψήνονταν μὲ προσοχή, γιατί ἔπρεπε νὰ νὰ μὴν «ἁρπάξουν». Φρόντιζαν, μάλι-στα, νὰ τὶς σκεπάζουν μὲ λαδόκολλα, ὥστε νὰ παίρνουν ἕνα ρόδινο χρῶμα, τὸ ὁποῖο ἔπρεπε νὰ διατηρηθεῖ μέχρι τὸ τέλος τοῦ ψησίματος.

Αὐτὸ ὅμως ποῦ ἀπομένει στὴ μνήμη εἶναι τὰ λεγόμενα ψηστικά, τὰ ὁποῖα φέρνανε οἱ χωρικοί, γιὰ νὰ ψηθοῦν μετὰ τὸ ξεφούρνισμα. Ἦταν δὲ τὰ ψηστικὰ φαγητά, πίττες, ἀκόμα καὶ κυδώνια. Μάλιστα κάθε ἐποχὴ εἶχε καὶ τὰ δικά της ἐδέσματα. Ἔτσι τὶς Ἀπόκριες μοσχομύριζαν σ ὅλο σχεδὸν τὸ χωριὸ οἱ κολοκυθόπιτες μὲ τὰ πασπαλισμένα κανέλλα, ἀμύγδαλο καὶ γαρύφαλλο ζυμωτά, χειροποίητα φύλλα. Ἄφθονες ἦταν τὴν περίοδο ἐκείνη αὐτὲς οἱ πίττες, οἱ καμωμένες μὲ ντόπιο γίδινο γάλα, τραχανά, ρύζι καὶ κανέλλα μαζὶ μὲ μοσκοκαρφια (γαρύφαλλα), μέσα στὰ γανωμένα χάλκινα σινιὰ καὶ φυσικὰ καμωμένες μὲ πέτουρα (φύλλα) ποῦ τὰ ζύμωναν μόνες τους οἱ νοικοκυρὲς καὶ στὴ συνέχεια μὲ ὑπομονὴ καὶ μὲ τὸν «μπλάστ » τὰ ἄνοιγαν, ἀφοῦ σχεδὸν κάθε σπίτι θὰ εἶχε γιὰ τὸ καλὸ κρατημένο τὸ χειμωνιάτικο τὸ κολοκύθι, ἐκεῖνο τὸ κεχριμπαρένιο θερινὸ ἀπομεινάρι ἀπὸ τὶς κολοκυθιὲς τὶς λεγόμενες «χειμωνιάτικες». Ἀρκεῖ νὰ μὴν εἶχε τὸ σπίτι πένθος, γιατί τότε δὲν ὑπῆρχε καμμιὰ περίπτωση νὰ γίνουν ὅλ΄ αὐτά. Τί θάλεγε ὁ κόσμος• χάσανε τὸν ἄνθρωπό τους καὶ ἀποκρεύουνε!

Μέσα στὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ τὶς κολοκυθόπιττες τὶς διαδέχονταν οἱ λαχανόπιτες, τὰ γνωστὰ στριφτάρια, καμωμένα ἀπὸ ζυμωτὸ φύλλο μὲ λάχανα ἀπὸ τοὺς ἀγρούς, ὅπως παπαροῦνες, μάραθα, καυκαλῆθρες, μαζὶ μὲ τὰ σπανάκια τὰ φρέσκα κρεμύδια καὶ τὸν ἄνιθο ποὺ εἶχαν στὰ μικρὰ τὰ κηπάκια τους σπαρμένα οἱ Κληματιανοί... Μοσχοβολοῦσε τότε ὁ τόπος καὶ μέχρι ἔξω ἔφτανε αὐτὴ ἡ εὐωδία, ποὺ ἀπομένει ἀκόμα μέσα μου μαζὶ μὲ τὴ γεύση τῆς κανέλλας καὶ τῆς καυκαλήθρας. Γιατί πάντα φίλευαν τὸ φούρναρη οἱ νοικοκυρὲς ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὶς πίτες ποὺ ἔψηναν, γιὰ τὸ καλό.

Τὸ φθινόπωρο πάλι ὁ φοῦρνος μοσχοβολοῦσε ψημένο κυδώνι ἀπὸ κεῖνα ποῦ φέρνανε οἱ χωρικοὶ νὰ ψηθοῦν καὶ νὰ τὰ φᾶνε σκέτα ἢ μὲ ζάχαρη. Δὲν ἦταν δὰ καὶ λίγες οἱ φορὲς ὅπου αὐτὴ ἡ μοσχοβολιὰ ἀναμιγνύονταν μὲ ἐκείνη τοῦ μούστου, γιατί ἀρκετοὶ φέρνανε καὶ τὰ καζάνια τους μὲ τὸ μοῦστο νὰ βράσει καὶ νὰ γίνει πετιμέζι γιὰ τὸ χειμώνα. Μάλιστα ἀφήνανε ὅλη τὴ νύχτα στὴ «στὶμ» τοῦ φούρνου τὸ μοῦστο νὰ σιγοβράζει καὶ νὰ γίνει τὸ καλό, πορφυρὸ πετιμέζι. Τὸ ὡραῖο δὲ εἶναι, πὼς καθὼς μέσα στὸ φοῦρνο τὸ ἀπόγευμα τοποθετοῦνταν κάποια ἄγρια ξύλα, ὅπως κουμαριές, σχίνα, πουρνάρια καὶ πεῦκα γιὰ νὰ ξεραθοῦν καὶ ν᾿ ἀνάβουν πιὸ εὔκολα τὸ πρωί, αὐτὸ τὸ βουνίσιο ἄρωμα ποὺ ἄφηναν τ᾿ ἀγριόξυλα τὸ τραβοῦσε τὸ πετιμέζι καὶ εἶχε μιὰν εὐωδία μοναδική.

Τέλος πρέπει γραφεῖ κάτι καὶ γιὰ τὰ φαγητά, τὰ γιουβέτσια καὶ τὰ ψητὰ ποῦ ψήνονταν τότε, ποὺ δὲν ὑπῆρχαν οἱ σημερινὲς ἠλεκτρικὲς συσκευές.

Τὰ ψηστικά, λοιπόν, τὰ φέρνανε μετὰ τὸ ξεφούρνισμα, γιὰ νὰ ψηθοῦν σιγὰ-σιγὰ καὶ νὰ σερβιριστοῦν στὸ σπίτι ἀργὰ τὸ μεσημέρι ἢ τὸ βράδυ. Φυσικὰ τὰ φαγητὰ μὲ τὸ κρέας ἦταν σπάνια, γιατί οἱ παλιοὶ οἱ Κληματιανοὶ κρέας τρώγανε στὶς μεγάλες γιορτὲς ἢ καὶ σὲ περιπτώσεις οἰκογενειακῆς χαρᾶς, ὅπως ἦταν οἱ παντρειές, ὁ ἐρχομὸς ξενιτεμένου, ἡ μέρα τῆς ὀνομαστικῆς γιορτῆς, ἡ μέρα τῆς πανηγύρεως τῶν Ἁγ. Ἀναργύρων καὶ φυσικὰ οἱ Κυριακές. Ψάρια, ἐπειδὴ ἦταν ἄφθονα τρώγανε πιὸ συχνά• τὰ κάνανε κυρίως «πλακὶ» στὸ φοῦρνο μὲ τὰ λάχανα. Τὸ κρέας ἢ τὸ ψάρι ἤθελε τὸ χρόνο του νὰ σιγοβράσει μέσα στὸ ζουμί του. Μάλιστα ἂν αὐτὸ σωνόταν ἔπρεπε ὁ φούρναρης νὰ τὸ ἀναπληρώσει ρίχνοντας λίγο νερό. Ἄλλη πάλι δουλειὰ τοῦ φούρναρη ἦταν νὰ ρίξει στὸ κρέας τὴ μανέστρα ἢ τὰ μακαρόνια, μόλις ἄρχιζε τὸ βράσιμο καὶ νὰ τὸ παρακολουθεῖ. Ὅπως ἐπίσης νὰ παρακολουθεῖ καὶ τὸ ψητό, τὸ τυλιγμένο στὸ λαδόχαρτο καὶ νὰ τὸ γυρίζει κάπου-κάπου.

Ἀκόμα θυμᾶμαι τὶς πασχαλινὲς βραδυὲς ὅπου μετὰ τὴν ἐκκλησία ἔρχονταν κάποιοι χωριανοὶ ποὺ εἶχαν τὰ ψητά τους στὸ φοῦρνο καὶ τὰ θέλανε, μετὰ τὴ λειτουργία νὰ εἶναι ζεστά, τ᾿ ἀφήνανε στὴ «στίμη», γιὰ νὰ εἶναι ζεστὰ. Βλέπεις δὲν εἶχε γίνει ἀκόμα μόδα νὰ ψήνουν στὴ σούβλα κατὰ μίμηση τῶν τόπων τῆς στεριᾶς! Τὰ ψητὰ λοιπὸν ἀφοῦ καλοψήνονταν κοντὰ στὸ «τ᾿ φὲκ », γιὰ νὰ παραμείνουν ζεστὰ τὰ ἔφερνε ὁ παπποὺς κοντὰ στὸ ἄνοιγμα τοῦ φούρνου• μάλιστα γιὰ νὰ γνωρίζει ὁ καθένας τὸ δικό του τὸ φαὶ στὸ ταψὶ ἦταν γραμμένα μὲ κιμωλία τ᾿ ἀρχικά του.

Ὅμως ἡ χρησιμότητα τοῦ φούρνου δὲν ἦταν γιὰ νὰ βγάζει ἢ νὰ ψήνει μόνο ψωμὶ καὶ ψηστικά, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ καβουρδίζει τ᾿ ἀμύγδαλα τοῦ χωριοῦ, τὸν καφὲ πάντα μαζὶ μὲ σπυριὰ ἀπὸ καλὸ σιτάρι καὶ στραγάλια κάποτε, καὶ νά… στεγνώνει τὰ βρεγμένα βαρειὰ ροῦχα τῶν τσοπάνηδων ἢ ὅσων δούλευαν στὰ κτήματα καὶ μουσκεύονταν ἀπὸ τὴ βροχή. Γιατί ἐκεῖνα τὰ χρόνια δὲν εἶχαν τὴ δυνατότητα οἱ χωρικοὶ νὰ ἔχουν παραπανίσια ροῦχα. Τόση ἦταν ἡ φτώχεια... Ὁ φοῦρνος λοιπὸν τοὺς ἐξυπηρετοῦσε, γι᾿ αὐτὸ καὶ μέχρι νὰ κλείσει ἡ στερνὴ σελίδα τῆς ἱστορίας αὐτοῦ του χωριοῦ, ἦταν ἕνα ἀπὸ κεντρικότερα σημεῖα του. Γιὰ νὰ χαθεῖ κι αὐτὸ ὅπως τόσα καὸ τόσα πολύτιμα διακρατοῦσε αὐτὸς ὁ τόπος ὡς ταμιευτήριο γιὰ τοὺς ἐπιγόνους του...

Ἡ στερνή του φορὰ ποὺ ἄναψε ὁ φοῦρνος αὐτὸς καὶ χύθηκε στὸ χωριὸ ἡ περίεργη ἐκείνη μυρωδιὰ ἀπὸ καμμένο ρετσίνι καὶ ἐλιόφυλλα, ἦταν στὶς 17-18 τοῦ Ἰουλίου τοῦ 2001. Ἀπὸ τότε σίγησε γιὰ πάντα. Γιατί πουλήθηκε, ὅπως τὰ σπίτια τοῦ χωριοῦ ποὺ ἄλλαξαν ἱστορία καὶ οἰκητορες κι άπόμεινε μονάχα ἠ Μνήμη, ἡ Νοσταλγία κι ὀ Καημὸς νὰ τὰ σεργιανοῦν καὶ νὰ τὰ συντροφεύουν...




Καλοκαίρι 2006 
Τὸ Κλῆμα (φωτ. 1970)

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΥΚΛΑΔΩΝ / BEETHOVEN [1770-1827] - SCHUMANN [1810-1856], ΜΕ ΤΟΥΣ “PIANO VIRTUOSI”

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

«Οι σύγχρονοι κατακτητές μπορούν να σκοτώνουν αλλά όχι να δημιουργούν»
Ο επαναστατημένος Άνθρωπος, Albert Camus

Το Διεθνές Φεστιβάλ Κυκλάδων έχει καθιερωθεί στη συνείδηση των ακροατών για την υψηλή αισθητική και ποιότητα των προγραμμάτων του. Παρά τις αντιξοότητες και τις μεγάλες δυσκολίες άνοιξε για έβδομη χρονιά τις πύλες του για να μας αποκαλύψει τη μαγεία και την ομορφιά των ήχων.

Σ’ ένα θέατρο κομψοτέχνημα του 1846, σχεδιασμένο από τον P. Sampo με πρότυπο το διασημότερο θέατρο της εποχής το «Theatro alla Scala» του Μιλάνου που χτίστηκε το 1777 από τον αρχιτέκτονα Πιερμαρίνι, και κάτω από το βλέμμα του «Απόλλωνα εφήβου», ζωγραφισμένο με την μονοκοντυλιά του Αλέκου Φασιανού, συμβαίνουν «πράματα και θάματα» όπως λένε στα παραμύθια.

Μόνο «θάματα» θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει τα «πράματα» που κατάφερε αυτά τα χρόνια η νεανική συντροφιά των τεσσάρων ανδρών. Ερασιτέχνες διοργανωτές αυτοπροσδιορίζονται, αλλά φαίνεται ότι σ’ αυτό τον τόπο οι «ερασιτέχνες» δουλεύουν σαν επαγγελματίες και οι επαγγελματίες σαν ερασιτέχνες.



Ας γνωρίσουμε λοιπόν τους οραματιστές του πολιτισμού: Φώτης Καραγιαννόπουλος δικηγόρος, πρόεδρος του Διεθνούς Φεστιβάλ Κυκλάδων, Κώστας Φωτόπουλος οικονομολόγος, Γενικός διευθυντής, Γιώργος Φουφόπουλος Νομικός Σύμβουλος και Γιάννος Μαργαζιώτης Βιολονίστας, καλλιτεχνικός διευθυντής, με πλούσιο βιογραφικό, από το οποίο αναφέρουμε ότι είναι εξάρχων της Ορχήστρας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και καθηγητής στο Ωδείο Αθηνών.

Ας γνωρίσουμε λίγο και τη Σύρο, τη Συρήι του Ομήρου, που στριφογυρίζει θαρρείς στο κέντρο των Κυκλάδων και τ’ όνομά της προέρχεται πιθανότατα από το φοινικικό σουρ, που σημαίνει βράχος, η από το ουσύρ και το ουσούρα που σημαίνουν αντίστοιχα εύπορος και ευτυχισμένος. Είναι η πατρίδα του φιλοσόφου Φερεκύδη, που έζησε κατά το ΣΤ.΄ π. Χ αιώνα και ήταν μαθητής ενός από τους επτά σοφούς της Αρχαίας Ελλάδας, του Πιττακού του Μυτιληναίου αλλά και δάσκαλος του Πυθαγόρα.

Με πλούσια προϊστορία- ίχνη Πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού [3200-2000 π.Χ.] αποκαλύφθηκαν στο νησί- και ιστορία, την οποία θα ανακαλύψει ο επισκέπτης στο μικρό αλλά θαυμαστό αρχαιολογικό μουσείο και περιδιαβαίνοντας την πόλη. Στο δε περίλαμπρο ναό των Ψαριανών ή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, υπάρχει ένα έργο τέχνης με την υπογραφή «Δομίνικος Θεοτοκόπουλος ο δείξας». Το εκπληκτικό είναι ότι την εικόνα του Θεοτοκόπουλου οι πιστοί την προσκυνούν με ευλάβεια.


Ας επιστρέψουμε όμως στο θέατρο Απόλλων, για να ακούσουμε έναν από τους μεγαλύτερους συνθέτες του κόσμο, τον Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν, που επηρέασε βαθιά τη μουσική σκηνή και άφησε τα αναλλοίωτα πνευματικά του δώρα στην ανθρωπότητα και στην αιωνιότητα.

Η μέση περίοδος της ζωής του Μπετόβεν ξεκινά με ένα μεγάλο έργο, την 3η συμφωνία του, την πασίγνωστη «Ηρωική», που παίχτηκε στις 7 Απριλίου του 1805. Ήταν κάτι καινούργιο, ένα μουσικό ξάφνιασμα, που ο Richard Wagner το χαρακτήρισε «προγραμματική ποιητική», όταν το άκουσε για πρώτη φορά. Ίσως όμως να εξέφραζε μια βαθύτερη αίσθηση, ο άρχοντας του Bayreuth, αφού μέσα από το επικό και λυρικό στοιχείο της συμφωνίας αναδυόταν ο απόλυτος «Ποιητής των Ήχων». Την ίδια χρονιά συνθέτει τρία κοντσέρτα εγχόρδων, την 4η Συμφωνία του, το κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα σε ρε μείζονα, έργο 61 και αρχίζει να γράφει την μοναδική του όπερα «Φιντέλιο», [Ελεονόρε, ο αρχικός της τίτλος], που την ολοκλήρωσε το 1914.

Το Piano concerto No 4 in G major, op. 58. γράφτηκε μεταξύ 1805-1806 και παίχτηκε για πρώτη φορά στη Βιέννη, στις 22 Δεκεμβρίου του 1808 με σολίστ τον ίδιο τον Μπετόβεν. Διαπνέεται, όπως και τα προηγούμενα έργα του από τα ιδεώδη της Γαλλικής επανάστασης καθώς και από τις ιδέες των Γερμανών λογοτεχνών και φιλοσόφων όπως ο Σίλερ, ο Γκαίτε και ο Καντ, αλλά κυρίως από το βαθύ στοχασμό της ανεξάρτητης και μοναδικής προσωπικότητας του Μπετόβεν. Έχει κανείς την αίσθηση ότι σ’ αυτό το κοντσέρτο αιωρείται η αυτοπροσωπογραφία του Συνθέτη.

Ο λυρικός και ειδυλλιακός χαρακτήρας του κοντσέρτου αποδόθηκε άριστα στη μεταγραφή σε κουιντέτο για πιάνο και έγχορδα από τον σημαντικό Γερμανό συνθέτη και μαέστρο Vinzenz Lachner [1811-1893].

Η εξαίσια, αλλά δύσκολη σολιστική γραφή τού κάθε οργάνου μέσα στη σύνθεση, ερμηνεύτηκε με σπάνια διαύγεια και τελειότητα από τους “Piano virtuosi”, με προεξάρχουσα τη διεθνούς φήμης Γιαπωνέζα πιανίστα Ai Motohashi, τον έξοχο Ρώσο βιολονίστα Anton Martynov, ιδρυτή του «Rive Gauche Musique Chamber Concerts» του Παρισιού, την Αμερικανίδα βιολονίστα Ellen Jewett, με πλούσια δράση σε Ευρώπη, Αμερική, Ιαπωνία, τον τσελίστας Leo Winland, γεννημένο στη Μόσχα, άξιο μαθητή του Rostropovich και της Jaquelin du Pré και των δύο, με την εξαιρετική παρουσία Ελλήνων, της Αγγελικής Γιαννάκη με τη γλυκόλαλη βιόλα της και του κορυφαίου του κόντρα μπάσο, Βασίλη Παπαβασιλείου. Και οι δύο Έλληνες σολίστ εμπλουτίζουν με τα σπάνια χαρίσματά τους το δυναμικό της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στην οποία και ανήκουν. Το εκπληκτικό αυτό σύνολο αιχμαλώτισε ολόκληρο το θέατρο με ένα έργο δύσκολο αλλά μαγικό, διαλέγοντας ο κάθε ένας τον ανθό από τις νότες για να τον μεταλλάξει, με την ξεχωριστή χροιά του, σε διάφανο, λυρικό λόγο με λαμπερό ηχόχρωμα και να αποδώσει τον συγκλονιστικό, πυκνό κόσμο των ιδεών και το ουμανιστικό ήθος που διαπνέει τη σύνθεση του Τιτάνα της μουσικής.


Στο δεύτερο μέρος, ο συνθέτης και συγγραφέας, Ρόμπερτ Σούμαν, κυρίαρχος του Γερμανικού ρομαντισμού, σήκωσε από το πεντάγραμμο το σπασμένο νήμα για να ενώσει το χαμένο μουσικό χρόνο που ο Luigi Boccherini [1743-1805] είχε αφήσει από τα μέσα του 18ου αιώνα, έχοντας συνθέσει κουαρτέτα και κουιντέτα για πιάνο και έγχορδα. Ο Σούμαν δύο χρόνια μετά το γάμο του με την Κλάρα Βικ, το 1842 όχι μόνο γεφύρωσε το χάσμα αλλά και εμπλούτισε τον κόσμο της σύνθεσης με την ρομαντική πεμπτουσία της μουσικής δωματίου, εδραιώνοντας παράλληλα τη σημαίνουσα θέση της.

Το κουιντέτο του Σούμαν γνώρισε αμέσως μεγάλη επιτυχία και βρήκε πολλούς άξιους μιμητές όπως ο επιστήθιος φίλος του Brahms, στο εξαίσιο Piano Quintet in F minor 1864. Επίσης, o César Franck και ο Antonin Dvorak έδωσαν σπουδαία έργα για πιάνο και έγχορδα. Για να συνεχιστεί η παράδοση στον 20ο αιώνα με τους Gabriel Faurè, William Elgar και Dmitry Shostakovich οι οποίοι ακολούθησαν τη γραμμή του Σούμαν και συνέθεσαν κι εκείνοι σημαντικά έργα για πιάνο και έγχορδα.

Στο κουιντέτο του Σούμαν οι δυνάμεις του πιάνου και των εγχόρδων άλλοτε συγκρούονται, άλλοτε ανταμώνουν στο πέρασμα από το μερικό στο όλον, άλλοτε συνομιλούν, προσπαθώντας ν’ αγγίξουν και να εκφράσουν το άπιαστο. Επίτευγμα ακατόρθωτο, όχι όμως για τους συγκεκριμένους σολίστ.

Με προεξάρχοντα τον διεθνούς φήμης και αγαπημένο των Ελλήνων πιανίστα, Γιάννη Βακαρέλη, οι “Piano virtuosi”: Ellen Jewett, που συγκλόνισε με την εσωτερικότητα και τη δεξιοτεχνία της, ο Σουηδός αριστοτέχνης της βιόλας Sune Ranmo, ο βιολονίστας Anton Martynov που θαυμάσαμε και στο πρώτο μέρος μαζί με τον τσελίστα Leo Winland, με ήχο ακριβή και νευρώδη, γοργό και παλλόμενο από συναίσθημα, με συγκλονιστικές εξάρσεις, άκουγαν ο ένας τον άλλον και διαμόρφωναν ήχους λαμπερούς, σε μια υψηλού επιπέδου ερμηνεία που καθήλωσε το ακροατήριο τη βραδιά της 27ης Αυγούστου του 2011 και το έκανε να τους παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα, δικαιώνοντας τον τίτλο τους και θα προσθέταμε στο βιρτουόζοι αν μπορούσανε, «Ηχοπλάστες» της Τελειότητας!

Και καθώς η μουσική του Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν και του Ρόμπερτ Σούμαν μας ανασύρει από το βαθύ σκότος προς το φως, «το της γνώσεως», ευχόμαστε και προσβλέπουμε στη συνέχεια του Διεθνούς Φεστιβάλ Κυκλάδων γιατί ο πολιτισμός είναι το παρελθόν που μας κράτησε ζωντανούς αιώνες τώρα ενώ άλλοι σπουδαίοι λαοί με μεγάλο πολιτισμό αφανίστηκαν. Αλίμονο, αν δεν είναι και το μέλλον μας.

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

Τα «Μπασίματα» του Αγίου μας και ο Χειμώνας

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Μέρα της απόδοσης της καλοκαιρινής γιορτής του Αγίου μας σήμερα, τα γνωστά «Μπασίματα». Μετά τον τριήμερο πανηγυρισμό, με αποκορύφωμα την μεγαλόπρεπη λιτανεία, το σεπτό του λείψανο θα περιφερθεί και πάλι, όπως την παραμονή, τρεις φορές μέσα στο ναό του και θα εναποτεθεί στην καλλιτεχνική ακόμα, παρά τις όποιες επεμβάσεις, λάρνακά του, για να περιμένει ολοχρονίς την φιλική επίσκεψη των συμπατριωτών του και την εξομολόγηση όλων των ελπίδων τους, των πόνων τους και των καημών τους.

Από το γυναιτίκι θα ξανασυνοδεύσει την συγκινητική και απαραίτητα δακρύβρεχτη τελετή η μπάντα του Δήμου μας, αποδίδοντας την σε νότες, όπως αρμόζει την σε επτανήσιους και για Επτανήσιο, προσευχή των συνδημοτών του και οι απαραίτητες για κάθε μεγάλη στιγμή κανονιές θα αναγγείλουν το γεγονός σ’ όλο το Τζάντε, συνοδευόμενες από τον πανηγυρικό ήχο των καμπαναριών, που είτε μηχανοκίνητα, είτε χειροκίνητα, θα τονίσουν την ιερότητα της στιγμής και θα της δώσουν τον πανηγυρικό της τόνο.

Απαραίτητο στην ιερότατη αυτή ώρα του χρόνου το λιβάνι, που απλόχερα ευωδιάζει μπροστά στα εικονίσματα, το σταυροκόπημα όλων των κατοίκων αυτού του νησιού, άσχετα με το τι πιστεύουν κι εκείνη η ποιητικότατη και καθαρά δική μας, τζαντιώτικη επίκληση «Άγιο μου Κορμάκι», η οποία δηλώνει μεστά την μετά τον σεβασμό και την λατρεία απαραίτητη οικειότητα.

Είναι που ο προστάτης του νησιού μας, ο περιεκτικά καλούμενος απλά «ο Άγιός μας», ενσώματος και με παρρησία προς Θεό και ανθρώπους στέκει αιώνες τώρα ανάμεσά μας και σ’ αυτόν δεν προστρέχουμε μόνο, για να μεσιτεύσει για κάθε καλό ή κακό, αλλά του εμπιστευόμαστε όλα τα μυστικά μας και του αποκαλύπτουμε τις σκέψεις μας, μια και τον αισθανόμαστε γείτονα και συμπολίτη, κοντινό και οικείο. Είναι μάλιστα ο μοναδικός Άγιος, νομίζω, της χριστιανοσύνης ολόκληρης, ο οποίος έχει και επώνυμο! «Άγιε μου Σιγούρο», λέμε συχνά και την διάκριση αυτή της ιστορικής του φαμίλιας την δίνουμε συχνά στα παιδιά μας, σαν βαπτιστικό όνομα και τα γιορτάζουμε την μέρα της προς την αιωνιότητα μετάστασής του.

Τα «Μπασίματα» του Αγίου μας, λοιπόν, σήμερα και συγχρόνως και το τέλος του Καλοκαιριού και της ξεγνοιασιάς. Δεν ξέρω γιατί, αλλά στην μνήμη μου έχει μείνει, μετά το φως της γιορτής και την αποκορύφωση της τουριστικής κίνησης, την ημέρα αυτή, στις 26 του Αυγούστου, να υπάρχει η πρώτη συννεφιά στον ουρανό της πατρίδας μου και της ψυχής μου και μάλιστα συχνά την ευδάκριτη αυτή κατ’ έτος επαναλαμβανόμενη, αλλά ποτέ βαρετή, τελετή να την συνοδεύουν οι πρώτες εξ’ ουρανού σταγόνες, που δεν θα σταματούσαν μόνο τις διακοπές και την σχόλη, αλλά θα με οδηγούσαν και πάλι στα θρανία και θα έβαζαν σε ανεπιθύμητη τάξη τη ζωή μου.

Μετά την μεσουράνηση της θερινής κοσμοσυρροής και την τριήμερη εμποροπανήγυρη, την τόσο αρνητικά πολυσυζητημένη, το βράδυ της σημερινής μέρας είχε ανέκαθεν μιαν απέραντη μοναξιά και μετά την πολυκοσμία επιστρέφαμε όλοι μας στην κουραστική καθημερινότητα.

Καλοκαίρι η μέρα της γιορτής του Αγίου μας, Φθινόπωρο τα «Μπασίματά» του. Είναι κι αυτό μια μετάβαση, όχι ηθελημένη, αλλά ευλογημένα από την φύση τυχαία, όπως και η άλλη του γιορτή, η χειμωνιάτικη, στις 17 του Δεκέμβρη, η οποία ανοίγει τον Χριστουγεννιάτικο εορταστικό κύκλο και είναι η απαρχή μιας αναγκαίας, στην καρδιά του Χειμώνα, ζεστασιάς.

Η λιτανεία της καλοκαιριάτικης γιορτής καθιερώθηκε στις απαρχές μόλις του προηγούμενου αιώνα, για λόγους περισσότερο τουριστικούς και για να περιφέρεται ο Άγιος στην πόλη του και να την ευλογεί, μια και τον χειμώνα συχνά βρέχει και η τελετή αναβάλλεται. Έγινε, όμως, θεσμός και απαραίτητο κομμάτι της ζωής μας, για μας τους νεώτερους. Έτσι με την λαμπρότητά της βάζει τέλος στον ποιητικότερο μήνα του χρόνου και μας επαναφέρει στα ίδια.

Τα λαμπρά πυροτεχνήματα που την συνοδεύουν δίνουν τις τελευταίες γιορταστικές λάμψεις στον ξεκάθαρο ουρανό, ο οποίος αμέσως μετά θα μουντύνει και θα φωτίζεται μόνο από αστραπές και αναγγελίες νεροποντών.

Τα «χρόνια πολλά» τα διαδέχονται οι ευχές για «καλό Χειμώνα» και οι δικοί μας φεύγουν, για να μας ξαναδούν και να τους ξαναδούμε το επόμενο Καλοκαίρι. Η ζωή από την Στράτα Μαρίνα αρχίζει να κυλά και πάλι στην Πλατεία Ρούγα και από την κάτω πλατεία ανηφορίζουμε για την επάνω, την τριγωνική του Αγίου Μάρκου.

Η γιορτή του Αγίου μας δίνει μια μικρή, δεκαήμερη περίπου, παράταση στο Καλοκαίρι, που αλλού τελειώνει μετά τον Δεκαπενταύγουστο.

«Χρόνια πολλά», λοιπόν «και του χρόνου». «Βοήθεια μας ο Άγιος» και τι άλλο; «Καλό μας Χειμώνα».

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2011

Αναστασίου Μαρά: α. ΛΕΝΕ ΟΤΙ..., β) ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ, γ) ΞΑΦΝΙΚΑ [ποιήματα]



Λένε ότι …

Λένε ότι όσο μικραίνει η ζωή μας τόσο πιο μακριά φεύγει της αλλαγής η δίψα,
δεν είν’ όμως τα χρόνια που μας αλλάζουν, αλλά η έξη που γίνεται δεύτερη φύση.

Λένε ότι απ’ όλους συντηρητικότερος είναι ο χρόνος,
δεν είν’ όμως ο χρόνος έτσι, αλλά το πέρασμά του το αιώνιο.

Λένε ότι είν’ ο έρωτας που φεύγει και χάνεται στου χρόνου το πέρασμα,
δεν είν’ όμως του εραστή η φλόγα που σβήνει, αλλά της συμβίωσης η συνήθεια που τον σκοτώνει.

Λένε ότι της γνώσης η πληρότητα είναι η υπέρτατη ηδονή,
δεν είν’ όμως για τους πολλούς αποδεκτή αυτή η ηδύτητα, αλλά της σάρκας.

Λένε ότι η πορεία στην αρετή θέλει τόλμη,
δεν είν’ όμως η αρετή που τελικά κερδίζεται με θράσος, αλλά η ελευθερία.

Λένε, λένε, λένε και τι δεν λένε στης μέρας το πέρασμα,
δεν είν’ όμως πάντα αλήθεια αυτά που λένε κι ας έχουν για έμβλημα τη μάσκα της αλήθειας.

Άνοιξη 2006



Περιμένοντας

Περιμένω μέρες και κοιτώ
το κινητό που δε χτυπά και ριγώ,
η καρδιά μου παράξενα χτυπά
σαν έφηβος που τον έρωτα γνωρίζει ξαφνικά

Περιμένω τη Δευτέρα για να 'ρθώ
να μιλήσουμε, να σε δω, να σε χαρώ,
μες στα μάτια σου θέλω να μπω,
να δω και να σου δείξω πόσο σ’ αγαπώ

Περιμένω το βραδάκι να σε δω
ο χρόνος δύσκολα περνά και πονώ
μα το γλυκό χαμόγελό σου όταν δω
της καρδιάς την παγωνιά θ’ αποχωριστώ

Περιμένω εσένα ώρα εδώ
με την αγωνία τώρα ζω
χωρίς εσένα άλλο δεν μπορώ
ούτε με στίχους πια να εκφραστώ

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010



 Ξαφνικά

Είπες θα φύγεις ξαφνικά
κι όλα σκοτείνιασαν ξανά
που 'ναι τα χάδια, τα φιλιά
τα χαμόγελα, τα λόγια τα γλυκά;

Είπες θα φύγεις ξαφνικά
κι ούτ’ ένα βράδυ δεν περνά
χωρίς τη μορφή σου πλάι μου νοερά,
γιατί είσαι η δική μου η Χαρά.

Είπες θα φύγεις ξαφνικά
για να είμαι εγώ καλά
επειδή δεν έχεις χρόνο πια
μα εγώ δεν μπορώ χωρίς Χαρά.

Είπες θα φύγεις ξαφνικά
μα η καρδιά μου άλλη δε ζητά
μόνο μια γυναίκα την ξυπνά
μια με κόκκινα μαλλιά, κυματιστά.

Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010

[Εικαστικό σχόλιο: Αλέξης Αυλάμης]
 

Σάββατο, 13 Αυγούστου 2011

Αναστασίου Μαρά / Anastasios Maràs: ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (στα ιταλικά και ελληνικά)



La cosa, la rosa et la verità

La stessa cosa
non è sempre noiosa
perchè in ogni cosa
si trova la belleza della rosa.

La bellezza della rosa
non è sempre penosa
perchè in ogni rosa
si trova anche una verità gioiosa.

La verità gioiosa
non é sempre misteriosa
perchè ogni esistenza osa
quando trova una verità spiritosa.

Primavera 2007


Το πράγμα, το ρόδο και η αλήθεια

Το ίδιο πράγμα
δεν είναι πάντοτε βαρετό
γιατί σε κάθε πράγμα
κρύβεται η ομορφιά του ρόδου

Η ομορφιά του ρόδου
δεν είναι πάντοτε επίπονη
γιατί σε κάθε ρόδο
βρίσκεται ακόμα μια χαρούμενη αλήθεια

Η χαρούμενη αλήθεια
δεν είναι πάντοτε μυστηριώδης
γιατί κάθε ύπαρξη τολμά
όταν βρίσκει μια αλήθεια που είναι πνευματώδης.

Άνοιξη 2007


Il tempo

Il tempo vola
come una colomba dal terra decolla,
il tempo passa
come la vita ci sorpassa.

La vita è buona
quando il tempo nostra vita migliora,
la vita è cattiva
quando il tempo nostra vita finisce.

Il corpo fisicamente peggiora
quando il tempo vola,
però l’anima spiritualmente migliora
quando il tempo vola?

Primavera 2008


Ο χρόνος

Ο χρόνος πετά
όπως ένα περιστέρι από τη γη ξεκολλά,
ο χρόνος φεύγει
όπως η ζωή μας προσπερνά.

Η ζωή είναι ωραία
όταν ο χρόνος τη ζωή μας καλυτερεύει,
η ζωή είναι άσχημη
όταν ο χρόνος τη ζωή μας τελεύει.

Το σώμα υλικά χειροτερεύει
όταν ο χρόνος πετά,
αλλ’ όμως η ψυχή πνευματικά καλυτερεύει
όταν ο χρόνος φεύγει;

Άνοιξη 2008


L’egoismo

L’egoismo vivace
batte la donna che mi piace
è un egoismo capace
la obbliga a fare quello che non mi piace.

L’egoismo combatte
l’amore che dalla vita parte
l’egoismo è l’arte
del diavolo chi ci odia in ogni parte.

L’egoismo tace
quando l’uomo trova in se stesso pace
l’egoismo non è capace
eliminare nostra divina trace.

Primavera 2009


Ο εγωισμός

Ο εγωισμός είναι ζωηρός
κυριεύει τη γυναίκα που μου αρέσει
ο εγωισμός είναι ικανός
την υποχρεώνει να κάνει ότι δεν μου αρέσει

Ο εγωισμός χτυπά
τον έρωτα που έτσι ξεψυχά
ο εγωισμός είναι η τέχνη
του διαβόλου που μας κατατρέχει

Ο εγωισμός σιωπά
όταν στον άνθρωπο η ειρήνη ξεκινά
ο εγωισμός δεν υπερνικά
το θεϊκό ίχνος που μας διαπερνά.

Άνοιξη 2009


La notte

La notte arriva
e mi trova sulla riva.
Questa notte non sto bene
perché qualcosa non mi va bene.

La notte che viene
ho un pensiero che non mi conviene.
È la notte del dolore
che passa con brivido e temore.

La notte mi da temore
che forse vivremo con dolore.
È la notte della mente
che aspetta la verità eterna finalmente.
La notte finalmente passa
e col suo pensiero la solitudine sorpassa.
Dopo la notte il giorno arriva
fonte della speranza che da Lui deriva

Inverno 2011


Η νύχτα

Η νύχτα έρχεται
και με βρίσκει στην όχθη.
Αυτή τη νύχτα δεν είμαι καλά
επειδή κάτι δεν μου πάει καλά.

Τη νύχτα που πλησιάζει
ένας λογισμός δεν μου ταιριάζει.
Είναι η νύχτα του πόνου
που περνά μ’ ένα ρίγος φόβου.

Η νύχτα θα με φοβίσει
επειδή ίσως με πόνο θα έχουμε ζήσει.
Είναι η νύχτα του μυαλού αλήθεια
που τελικά δεν ζει την αιώνια αλήθεια.

Τελικά η νύχτα περνά
και με τη σκέψη σου η μοναξιά προσπερνά.
Μετά τη νύχτα η μέρα έρχεται ξανά
πηγή μιας ελπίδας που απ’ Αυτόν ξεπηδά.

Χειμώνας 2011

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2011

Παύλου Φουρνογεράκη: Π Τ Η Σ Η (ποίημα)



Λευκός ο Άδης σε περίπτωση βλάβης

βαμβακερά θερινής προστασίας

το χαλί

Κι οι δαντέλες αντάμα με τις βουνοκορφές

στολίζουν ταξίδια

Τα άνω κάτω καθιστός

τα βλέπω

δεμένος σε ζώνες ασφαλείας

ηλιόλουστος

Φόβοι μ' αρπάζουν το πηδάλιο της πτήσης

οι μνήμες-ακτίνες

λιώνουν τα φτερά μου


Αγγλία, 22-7-2011

[Φωτογραφικό σχόλιο: π. Παναγιώτης Καποδίστριας]

Ανδρέα Γ. Λίτου: ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ (ποίημα)



Παναγία Παντοχαρά για τους αθώους,

όμορφη μητερούλα για τους απλούς,

ανύπαρκτη για τους σκοτισμένους.

Παναγίτσα για τον Τάκη Βαρβιτσιώτη ποιητή,

φιλική ζεστασιά, δροσιά για όλους.

Πάντων Χαρά

ή

Παντοχαρά, του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη.

Αμήν Καλοκαιρινό.


[Στην εικόνα, η Παντοχαρά του Ελύτη στη Σίκινο. Φωτό: Παναγιώτης Ανδριόπουλος]
Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email