© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

Γιώργου Λέκκα: ΚΡΥΦΑ (νέο ποίημα)


Κρυφά από μένα μ’ αγαπάς
και μ’ εκπαιδεύει η αγάπη σου
να σ’ αγαπήσω μυστικά
πριν την περιφρονήσω.
Κρυφά από μένα σ’ αγαπώ
κι αυτό που τρέμω πιο πολύ
την ακριβή αγάπη σου
να μην την αδικήσω.
Σκύψε και φίλησέ με να σωπάσω.

14.8.2017

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Α. Λέκκας ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες.]


Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΟΝΤΩΣ, Ω, ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΟΞΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ... (ΕΓΚΩΜΙΟ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΣΕΠΤΗ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ)

Ἐν κυμβάλοις ἠχήσωμεν, ἐν ᾠδαῖς ἀλαλάξωμεν, Ἑορτὴν ἐξόδιον προεξάρχοντες, καὶ ἐπιτύμβια ᾄσματα, φαιδρῶς ἐκβοήσωμεν· ἡ γὰρ Μήτηρ τοῦ Θεοῦ, κιβωτός τε ἡ πάγχρυσος, ἑτοιμάζεται, νῦν ἐκ γῆς πρὸς τὰ ἄνω μεταβῆναι, πρὸς παλίνζωον καὶ θείαν, μεθισταμένη λαμπρότητα.
Λυγίζει ἡ μέρα κι ἡ στερνὴ Παράκληση πρὸς τὴν Παναγιά μας, μαζί της ἀποχαιρετᾶ τὸν κύκλο τῶν ἡμερῶν ποὺ Τῆς ἀφιερώθηκαν. Μὲ ὅλη μας τὴν καρδιά, τὴ διάθεση, τὴν εὐγνωμοσύνη, ἀφοῦ κάθε ἀπόβραδο, μέσα στὸν καύσωνα τῶν ἡμερῶν, Ἐκείνη μᾶς δρόσιζε μὲ τὸν ζωοποιὸ ποταμὸ τοῦ ἐλέους Της. Μᾶς δρόσιζε καὶ συνάμα μᾶς χάριζε τὴν παραμυθία ποὺ χρειαζόμαστε τόσο...
Κι ἦλθε πιὰ ἡ πλέον συγκινητικὴ καὶ ντυμένη τὴν εὐαισθησία μεγάλη ἡμέρα τῆς Ἐνδόξου Κοιμήσεως. Ποὺ ἀπὸ χθὲς πανηγυρίζουμε-τί παράδοξο, στ’ ἀλήθεια γεγονὸς κι αὐτό! Νὰ πανηγυρίζεις, δηλαδή, νὰ γιορτάζεις, νὰ εὐφραίνεσαι, νὰ χαίρεσαι μὲ λίγα λόγια, ἕνα θάνατο, μιὰ ἀποχώρηση ἑνὸς ἀγαπημένου προσώπου ἀπὸ τὰ ἐπίγεια καὶ πρόσκαιρα! Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὅλ’ αὐτὰ μοιάζουν μὲ κάτι τὸ ἀπίστευτο, τὸ περίεργο, τὸ ἀνυποψίαστο γιὰ τὶς περιορισμένες δυνατότητες τοῦ ἄνθρώπινου νού. Γι᾿ αὐτὸ πολὺ καλὰ ὑμνωδὸς μᾶς εἰσάγει στὴ γιορτὴ μὲ τὴ φράση, τὴν ἱεροπρεπῆ, θεοφώτιστο καὶ πέρα γιὰ πέρα ἑρμηνευτικὴ τοῦ θείου γεγονότος: «Ὤ, τοῦ παραδόξου θαύματος...». Γιατὶ παράδοξο εἶναι τὸ θαῦμα ποὺ ἐπιτελεῖται, ὅταν ἡ Πηγὴ τῆς Ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται, ὅπως κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Ὡστόσο παράλληλα μὲ αὐτὴ τὴν καταθεση στὸ μνημεῖο ἐμφανίζεται καὶ ἡ ἄλλη ὄψη τοῦ παραδόξου θαύματος, ὅταν αὐτὸς ὁ τάφος κλῖμαξ γίνεται. Κλίμακα ποὺ ἔγινε, γιὰ νὰ τὴν ἀνεβοῦμε κι ἐμεῖς, ἀφοῦ «κοινωνοὶ θείας χάριτος» (Β΄ Πετρ 1,4), ἄν τὸ ἐπιθυμοῦμε, μποροῦμε νὰ γίνουμε. Γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο «αἱ γενεαὶ αἱ πᾶσαι μακαρίζομέν σε τὴν μόνην Θεοτόκον». Αἱ γενεαὶ πᾶσαι... Ἀλήθεια, σκέφτηκε ποτὲ κανένας, τὸ πόσοι σήμερα, αὐτὴ τὴν κορυφαία ἡμέρα καὶ τόσο σημαδιακὴ καὶ φορτισμένη μὲ μνῆμες, ἀπὸ τοὺς ἴσκιους τῶν δικῶν μας ἀνθρώπων ποὺ ταξίδεψαν πιὰ γιὰ τὸν κόσμο τὸν ἀληθινό, μᾶς συντροφεύουν καὶ μὲ πόση συγκίνηση καὶ μὲ γρὰ τὰ μάτια συμψάλλουν μὲ τοὺς γύρω ἁγίους, αὐτὸν τὸν μακάριο καὶ πέρα γιὰ πέρα ἀληθινὸ ὕμνο: «Αἱ γενεαὶ αἱ πᾶσαι μακαρίζομέν σοι τὴν μόνην Θεοτόκον»; Μυριάδες εἶναι αὐτοὶ ποὺ μᾶς παραστέκουν αὐτὴ τὴ χρονιάρα ἡμέρα καὶ συνεορτάζουν μαζί μας μυστικὰ καὶ ἀθόρυβα, κομίζοντας τὴν εὐλογία τοῦ Οὐρανοῦ καὶ συνάμα δεόμενοι:
«Δέσποινα ἀγαθή, τὰς ἁγίας σου χεῖρας, πρὸς τὸν Υἱόν σου ἆρον, τὸν φιλόψυχον πλάστην, οἰκτειρῆσαι τοὺς δούλους σου». Ἀμήν.

Δεκαπενταύγουστος 2017 π. κ. ν. κ.

Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΗΣ ΜΗΤΡΙΚΗΣ ΣΤΟΡΓΗΣ ΤΗΣ ΤΟ ΘΑΥΜΑ

Στὴ Μνήμη τῆς Μητέρας μου 


« Ὅμως ἐμεῖς τό μόνο πού προσέχαμε ἦταν ἐκεῖνες οἱ φωνές μέσα στά σκοτεινά, πού ἀνέβαιναν, καυτές ἀκόμη πό τήν πίσσα τοῦ βυθοῦ τό θειάφι. Ὅι, ὅι, μάνα μου, ὅι, ὅι, μάνα μου» ( Ὀδ. Ἐλύτης, Ἄξιόν Ἐστι)
«Στήν ἀγκαλιά σου τή γλυκειά, μανούλα μου, ν   ἀράξω μές στό βαθύ τὸ πέλαγο αὐτό πριχοῦ βουλιάξω»  (Ἀλ. Παπαδιαμάντης)

Μέρες τρυφερές, μητρικῆς φροντίδας καὶ στοργῆς ἅγιες μέρες ἀνοίχτηκαν μπροστά μας, ἴσαμε, μὲ τῶν ποστόλων τὸν δῆμον συνοδοιπόρον, νὰ τιμήσουμε, ἑορτάσουμε, πανηγυρίσουμε «τὸ τελευταῖον ἐν αὐτῇ Μυστήριον». Τὴν Πάνσεπτόν Της Κοίμηση,  Τῆς Μητέρας μας τῆς Παναγιᾶς τὴν Κοίμηση.

Εὐωδιαστὲς, ὄντως, ἀφήνονται οἱ μέρες αὐτὲς νὰ μᾶς ταξιδέψουν σ᾿ ἕνα καιρὸ ξεχασμένο, δυστυχῶς, που ἄλλη  μητρικὴ στοργή, τῆς μάνας ποὺ μᾶς γέννησε, δαψιλῶς συμπληρώνονταν π τὴ Χάρη Της. Γιατὶ καὶ στὴ μία καὶ στὴν ἄλλη ἀκουμπούσαμε «τῶν λυπηρῶν τὰς παγωγάς», ποὺ ράμφιζαν τὴν ψυχή μας. Κι ἀναζητούσαμε, καὶ στὴ μιὰ καὶ στὴν ἄλλη τὴν παραμυθία, ἀνασαίναμε σιμά τους, αἰσιοδοξίας καὶ πλησμονῆς ἐλέους, εὐωδίες μοναδικές. Μέχρι νἄρθουν ἄλλα «νέφη τῶν λυπηρῶν» νὰ σταθοῦν πειλητικά, πως οἱ πιθετικὲς καταιγίδες πάνω μας. Γιὰ νὰ τὶς ξεπεράσουμε κι αὐτές «τῇ μεσιτείᾳ Της» στηριγμένοι ἐξάπαντος στὴν εὐχή τῆς μάνας μας.  

Κι ὕστερα ἦρθε καιρὸς ποὺ μιὰ π τὶς δύο, κατὰ σάρκα μάνα μας δηλαδή, σταύρωσε τὰ χέρια της, σφράγισε τὸ στόμα της, ἔκλεισε τὰ μάτια κι ποκοιμήθηκε. Γιὰ πάντα. Αὐτήν, λοιπόν, τὴν πουσία ἐκείνης  συμπληρώνει Χάρη Της, καθὼς ποπνέει κάθε ἐμπιστοσύνη Μορφή Της καὶ περισσότερο, ἀφοῦ ἄγρυπνο «προστάτιν τῆς ζωῆς» μας Τὴν καταλαβαίνουμε καὶ φρουρὰ ἀσφαλεστάτην τὴ νοιώθουμε σὲ τοῦτα τὰ μονοπάτια τοῦ βίου τὰ δύσβατα καὶ ἀκανθώδη. πως καταλαβαίναμε τὴ μάνα μας σὲ ὧρες πυρετοῦ, ἀδιαθεσίας καὶ ὀδυνηρῶν περιστάσεων ποὺ μᾶς κύκλωναν. Κι ἀφοῦ πλήρωσε τὸ κοινὸν χρέος μιά, συμπορευόμαστε μὲ τὴν Ἄλλη, ἀφήνοντας πίσω μας κάθε τί τὸ δυσχερὲς  καὶ προσβλητικὸ σχμα τοῦ κόσμου καὶ προστρέχουμε στὴ σκέπη Της.

Δὲ νοιώθουμε καμιὰν ὀρφάνια, γιατὶ παραμυθούμεθα π τὴν ἔγνοια Της, μᾶς νανουρίζει ἀγρύπνια Της καὶ  φωτίζει τὰ σκοτάδια μας στοργή Της. Κι ἔτσι πορευόμαστε μέσα στὸ Χρόνο, μοναχικοὶ καὶ ποσυνάγωγοι π τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ γεμᾶτοι παρουσίες π τὴν δικιά Της συμπαράσταση. «Καὶ ποῦ, λοιπόν, ἄλλην εὑρήσω ἀντίληψιν, ποῦ δὲ καὶ σωθήσομαι;...». Οἱ ἄνθρωποι ξεχνοῦν γρήγορα, ξιπάζονται ἀναζητοῦν τὴ δόξα-πάντα τὴν ἐφήμερη, φυσικά, γιατὶ ἄλλη δὲν εἶναι προϊὸν δημοσίων σχέσεων καὶ αὐτοπροβολῆς ἀλλ᾿ εἶναι βραβεῖο, παινος, πληρωμὴ τοῦ Θεοῦ.

Δεκαπενταύγουστο. Εὔχυμος χρόνος προσευχῆς καί δεήσεων. Μέσα στὸ ἑλληνικὸ τὸ καλοκαίρι, εὐτυχῶς, γιὰ νὰ καταννοουμε τὶς δωρεές Του, πάντα τῇ μεσιτείᾳ Της. Ἀφθονία καρπῶν, μέρες περιούσιες,θεϊκὲς λές, εὐκαιρίες γιὰ δοξολογία καὶ παρακληση-αἴτηση. Ὅλα δοσμένα μὲ μέτρο. Μέτρο ποὺ πολογιζει καὶ τὴν παραμικρὴ λεπτομέρεια. Γιατὶ μονάχα ἔτσι καταλαβαίνει Θεὸς τὰ τῶν ἀνθρώπων, ὅταν πέδωσε τὸν Κόσμο ὁλόκληρο στοὺς πρωτόπλαστους δημιουργημένο «καλὰ λίαν» (Γεν. 1, 31).

Δεκαπενταύγουστο, λοιπόν, μὲ χαρμολύπη στολισμένο καὶ μὲ κέντρο τῆς Γιορτῆς μιὰ κηδεία. Ὅμως, «ζῇ ἀεὶ Θεομήτωρ, κἂν δεκάτῃ θάνε πέμπτῃ». πως ξέρουμε πιά, ὅτι σιμά Της ζεῖ κι μάνα μας καὶ μᾶς ἀφουγκράζεται κάθε φορὰ ποὺ στεναγμός μας, σὲ ὧρες πνιγηρὲς, ἀνεβαίνει π τὸν πυθμένα τοῦ εἶναι μας: «Ἄχ, μάνα μου... Παναγιά μου, Ἐσύ!», πως συνειδητὰ Τῆς ψάλλουμε, «Οἱ μισοῦντες μάτην βέλεμνα καὶ ξίφη καὶ λάκκον ηὐπρέπισαν, καὶ πιζητοῦσι τὸ πανάθλιον σῶμα σπαράξαι μου, καὶ καταβιβάσαι, πρὸς γῆν Ἁγνὴ πιζητοῦσιν· ἀλλ᾿ ἐκ τούτων προφθάσασα σῶσον με». Γιατὶ οἱ ὁρατὲς κι ἀόρατες ρομφαῖες δὲ λείπουν ποτέ... 

π. κ.ν.κΔεκαπενταύγουστο 2017

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email