© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Η «ρόδα» του Αγίου Δημητρίου

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Στην αρχή του Ψηλώματος, στην οδό Φιλικών, υπήρχε μέχρι τον πολλαπλά καταστροφικό Αύγουστο του 1953 η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου. Ήταν γνωστή με την επωνυμία «του Κόλα», επειδή κάποιο καιρό, το 1643, ανήκε στην οικογένεια αυτή και ξαναχτίστηκε από μέλος της, τον ιερωμένο Ευστάθιο, γιο του Ιακώβου, που ήταν τότε ο κτήτοράς της. Λεγόταν όμως και «του Μελισσηνού», λόγω της γειτνίασης με το σπίτι της ιστορικής αυτής οικογένειας.
   Στα πρώτα μετασεισμικά χρόνια στην θέση της υπήρχε ένα μικρό προσκυνητάρι με την εικόνα του έφιππου Μεγαλομάρτυρα, που το καντήλι του ήταν σχεδόν πάντα αναμμένο, τάμα των ανθρώπων της γειτονιάς, που την είχαν προλάβει και είχαν λειτουργηθεί την ημέρα της γιορτής της, κυρίως, σ’ αυτήν. Αργότερα το οικόπεδο πουλήθηκε, υψώθηκε εκεί πολυκατοικία και η θύμηση της ιερής αυτής στέγης παρέμεινε σε μια γωνία της, όπου ξαναχτίστηκε, ευτυχώς, μία «κολώνα».
   Το τέμπλο του ναού δεν κάηκε και σήμερα στολίζει την κάτω αίθουσα του μετασεισμικού μας Μουσείου, μαζί μ’ αυτό του αλλοτινού Παντοκράτορα. Χαρακτηριστικό του είναι πως οι τρεις θύρες του ιερού κοσμούνται με τις μορφές των προσχισματικών Παπών Κλήμη, Σίλβεστρου και Λέοντα, τιμωμένων ως Αγίων και από τα δύο δόγματα, στην θέση που οι περισσότερες εκκλησίες του νησιού έχουν τους κατεξοχήν ορθόδοξους Ιεράρχες Χρυσόστομο, Βασίλειο και Γρηγόριο. Επίσης στην καθέδρα με την εφέστια εικόνα του Μυροβλύτη, καθώς και στην παγκάδα των επιτρόπων, που φυλάσσονται και αυτά στον ίδιο χώρο, εικονίζεται ανάγλυφος στο ξύλο ο θεός Ερμής, με  πτερωτό πίλο και κηρύκειο, μαζί μ’ ελάφια και σκύλους. Συνυπάρξεις παράδοξες γι’ αλλού, αλλά όχι και για τη Ζάκυνθο.
   Η εκκλησία, όπως ήταν φυσικό, γιόρταζε κάθε χρόνο την μνήμη του Αγίου της, στις 26 του Οκτώβρη. Το πανηγύρι της, όπως πολλά άλλα της πόλης, είχε το δικό του χαρακτηριστικό. Αυτό ήταν «η ρόδα του Αγίου Δημητρίου», που την ύπαρξή της μας την διασώζει ο γνωστός λαογράφος του νησιού Ανδρέας Γαήτας, σε σχετική συλλογή του, την οποία πρωτοδημοσίευσε ο Ντίνος Κονόμος στον στερνό –και μεταθανάτιο– τόμο «Λαογραφικά» της πολύτιμης σειράς του «Ζάκυνθος, πεντακόσια χρόνια (1478-1978)».
   Σύμφωνα, λοιπόν, με την καταγραφή του Γαήτα, στην παραπάνω εκκλησία υπήρχε φούρνος, μέσα στον οποίο είχε βρεθεί η εικόνα του Μεγαλομάρτυρα. Τον φούρνο αυτό τον είχαν διατηρήσει και τον είχαν σκεπασμένο όλο το χρόνο με πολύτιμα υφάσματα. Μόνο την παραμονή της γιορτής του Αγίου ο εφημέριος της εκκλησίας τον αποκάλυπτε, για να προσκυνείται από τους πιστούς. Πάνω από αυτόν τοποθετούσε τροχό, ρόδα δηλαδή, κατά την τοπική εκδοχή, γύρω από τον οποίο ήταν τοποθετημένα εικονίδια με το μαρτύριο και τα θαύματα του τιμώμενου Αγίου. Το βράδυ τοποθετούσε μέσα στον τροχό αναμμένο λυχνάρι, για να φωτίζει τα εικονίδια και κούρδιζε την «ρόδα». Αυτή γύριζε με τέχνη σιγά – σιγά και οι πιστοί έβλεπαν τον βίο και την πολιτεία του τιμώμενου Αγίου.
   Πολλοί ήταν αυτοί, οι οποίοι συνέρεαν στο ναό για ν’ απολαύσουν το πρωτότυπο αυτό θέαμα. Πίστευαν, μάλιστα, αρκετοί, πως η ρόδα γύριζε με την θαυματουργική επέμβαση του Αγίου και έτσι το θέαμα είχε συνδυασθεί και με λατρευτική μορφή.
   Άσχετα, όμως, με το τι πίστευαν οι θρησκόληπτοι για την «ρόδα», η παρουσία της στην εκκλησία και το πανηγύρι του Αγίου Δημητρίου μας κάνει να υποθέσουμε πολλά. Πρώτα απ’ όλα την θεατρικότητα της ζακυνθινής λατρείας. Την εποχή του Ανδρέα Γαήτα (πέθανε το 1905, σε ηλικία 73 ετών) δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν θρησκευτικά δράματα στους ναούς του νησιού, είχε κάνει, όμως, την εμφάνισή του ένας αυτοσχέδιος κινηματογράφος. Οι πιστοί του καιρού εκείνου, αγράμματοι στην πλειοψηφία τους, δεν μπορούσαν να ερμηνεύσουν τα κηρύγματα και την εκκλησιαστική υμνολογία, κατανοώντας, έτσι την αξία του μαρτυρίου του προστάτη Άγιου της Θεσσαλονίκης, αλλά και της σκοντράδας του Κόλα. Ήθελαν κάτι το πιο απτό και το πιο οικείο. Είχαν μάθει με τις «Ομιλίες» στους δρόμους και τις πλατείες να περνούν τα μηνύματά τους και να εκφράζουν τους προβληματισμούς τους. Μ’ αυτές γιόρταζαν και διασκέδαζαν. Μ’ αυτές εκφράζονταν και δημιουργούσαν. Μ’ άλλα λόγια γνώριζαν καλά από θέατρο.
   Για το λόγο αυτό ο εφημέριος του ναού θέλησε να διδάξει τους ενορίτες του, αλλά και όλους τους κατοίκους της πόλης του, μέσω της εικόνας. Όχι μάλιστα της στατικής, που υπήρχε στις καθέδρες, τις προσπετίβες και τα ταπέτσα των τοίχων του ναού, όσο και αν ξέφευγαν από την βυζαντινή αυστηρότητα και πλησίαζαν το ανθρώπινο. Αυτές μπορεί να ήταν «τα βιβλία των αγραμμάτων», κατά την σοφή πατερική έκφραση του Ιωάννη του Δαμασκηνού, του οποίου η μορφή, ζωγραφισμένη μαζί με την συνεορτάζουσά του Αγία Βαρβάρα, πρώτο έργο του Νικ. Κουτούζη, υπήρχε στο ναό, αλλά οι Τζαντιώτες ήθελαν κάτι περισσότερο. Έτσι εφευρέθηκε η διαδοχικά περιφερόμενη εικόνα και μάλιστα αποτέλεσε και αντικείμενο πίστης, σαν οικεία έκφραση.

   Είναι η προσαρμογή της λατρείας στην νοοτροπία των πιστών. Μακάρι ν’ αποτελέσει παράδειγμα και στις μέρες μας.

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [ΠΡΟΣ ΝΕΟΥΣ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ]

Ο Μ Ι Λ Ι Α
ΤΗΣ Α. Θ. ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ 
κ. κ. Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Υ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΙΝ ΝΕΟΤΗΤΟΣ "ΜΟΝΗ ΛΑΖΑΡΙΣΤΩΝ"
(21 Ὀκτωβρίου 2013)

Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Νεαπόλεως καὶ Σταυρουπόλεως κύριε Βαρνάβα, φίλτατε Ποιμενάρχα καὶ προστάτα αὐτῆς καὶ τοῦ εὐλογημὲνου λαοῦ της,
Ἱερώτατοι ἅγιοι ἀδελφοί,
Ἐντιμότατοι ἐκπρόσωποι τῶν τοπικῶν ἀρχῶν,
Εὐλογημένοι καὶ ἀγαπημένοι μας νέοι,
«Τοῦτο γὰρ μάλιστά ἐστιν ἐλευθερία, ὅταν καὶ ἐν δουλείᾳ διαλάμπῃ. Τοιοῦτον ὁ Χριστιανισμός˙ ἐν δουλείᾳ ἐλευθερίαν χαρίζεται» (Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, Εἰς Α΄Κορ.  ΙΘ’, P.G. 61,157). 

          Πρὶν ἀπὸ σαράντα χρόνια, ἡ Ἱερὰ Μητρόπολίς σας αὐτή, Ἐπαρχία τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου, ἦταν τμῆμα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Ἡ περιοχὴ εἰς τὴν ὁποίαν ἐκτείνεται ἡ δικαιοδοσία της ἦταν τότε ὑποβαθμισμένη μὲ περιωρισμένο ἀριθμὸ κατοίκων, ἁπλᾶς «προσφυγικάς» κυρίως μονοκατοικίας καὶ ἀνοικοδομήτους χώρους. 
Σήμερα ὅλα εἶναι διαφορετικά. Μαζὶ μὲ τὸν ἐντυπωσιακὸ οἰκοδομικὸ ὀργασμὸ καὶ τὴν μεγάλη αὔξησι τοῦ πληθυσμοῦ, ποὺ προέρχεται κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπὸ πρόσφυγες ἐκ τῶν ἀλησμονήτων πατρίδων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τοῦ Πόντου, τῆς Καππαδοκίας, τῆς Ἰωνίας, τῆς «καθ᾿ ἡμᾶς ἐν γένει Ἀνατολῆς», καὶ ἀπὸ ἐσωτερικοὺς μετανάστας, ἕνα σπουδαῖο πνευματικὸ καὶ κοινωνικὸ κεφάλαιο ἐδημιουργήθη στὸν τόπο αὐτὸ καὶ προσφέρεται διὰ νὰ στηρίξῃ καὶ νὰ συντηρήσῃ τοὺς κατοίκους του στὴν αὐχμηρὴ ἐποχή μας, ποὺ ἰδιαίτερα θλίβει καὶ προβληματίζει σᾶς τοὺς ἕλληνας νέους καὶ τὶς ἑλληνίδες νέες μας. Καὶ ὁ ἄξων γύρω ἀπὸ τὸν ὁποῖον περιεστράφη ἡ πνευματικὴ ὅπως καὶ ἡ κοινωνικὴ ζωὴ τῆς περιοχῆς εἶναι ἡ Ἱερὰ Μητρόπολις Νεαπόλεως καὶ Σταυρουπόλεως, ἡ ὁποία ἑορτάζει ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν τὴν τεσσαρακοστὴ ἐπέτειο ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς της.
Ἡ Ἱερὰ αὐτὴ Μητρόπολις διεκρίνετο ἐξ ἀρχῆς διὰ τὴν δυναμικὴ καὶ πρωτοπορειακὴ δραστηριότητα τῶν νέων της. Ἤδη ἐντὸς τῶν πλαισίων τῆς ἀδιαιρέτου Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, στὴν ὁποίαν ἦταν ἐντεταγμένη καὶ ἡ περιοχὴ τῆς νέας ταύτης ἐκκλησιαστικῆς Ἐπαρχίας, αἱ ἐπὶ μέρους Ἐνορίαι διέθετον ἀξιολόγους νεανικὰς κινήσεις. Τὸ ἰδιαίτερον ὅμως ἐνδιαφέρον καὶ ἡ στοργικὴ ἀγάπη τοῦ πρώτου Ποιμενάρχου της μακαριστοῦ Διονυσίου ἀλλὰ καὶ ἐν συνεχείᾳ τοῦ νέου κατὰ τὴν ἡλικία καὶ τὴν καρδιὰ Ἱερωτάτου ἀδελφοῦ κυρίου Βαρνάβα μὲ τοὺς ἀξίους καὶ ἐπιλέκτους κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς συνεργάτας του, συνετέλεσαν ὥστε ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν νὰ διατηρήσουν αἱ νεανικαὶ κινήσεις αὐτῆς τὴν σφριγηλότητά των, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ νὰ δημιουργηθοῦν νέαι.
Ἰδιαιτέρως μάλιστα ἐπισημαίνομεν καὶ ὑπογραμμίζομεν τὴν συνεργασίαν τῶν κινήσεων αὐτῶν μὲ ἄλλας Ὀρθοδόξους Νεανικὰς Κινήσεις καὶ τὴν δραστηριοποίησίν των ἐντὸς τῆς συγχρόνου παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας. Ἐντὸς τῆς κοινωνίας αὐτῆς, ὅπου τὰ πάντα ἀμφισβητοῦνται ἀλλὰ καὶ τὰ πάντα θεωροῦνται χρήσιμα, ὅταν συμβαίνῃ νὰ ἱκανοποιοῦν ἀτομικὰς ἀνάγκας ἢ ὑπαρξιακὰς ἀναζητήσεις, ἡ δυναμικὴ παρουσία καὶ μαρτυρία τῶν Ὀρθοδόξων νέων εἶναι ἄκρως σημαντική.
Ἐπιλέξαμε, ἀγαπητά μας παιδιά, ἀπόψε νὰ μὴ σᾶς μιλήσουμε διὰ τὴν ἐπέτειο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς σας καὶ διὰ τὸ γνωστὸ ἔργο ποὺ ἐπετελέσθη ἀπὸ αὐτὴν κατὰ τὰ σαράντα αὐτὰ χρόνια. Θὰ σᾶς μιλήσουμε γιὰ ἕνα ἄλλο θέμα: γιὰ τὴν  ἐλευθερία,  μὲ ἀφορμὴ καὶ τὴν εὐκαιρία τῆς συμπληρώσεως 1700 ἐτῶν ἀπὸ τῆς θεσπίσεως ὑπὸ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου διὰ τοῦ Διατάγματος τῶν Μεδιολάνων τῆς ἐλευθέρας ἀσκήσεως τῆς θρησκείας καὶ τῶν λεγομένων ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἑωρτάσαμε στὴν Κωνσταντινούπολι, στὴν ἕδρα μας, στὸ Μιλᾶνο καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν στὴ Ναϊσσὸ τῆς Σερβίας.
Ὁ Πατριάρχης σας, λοιπόν, ἀπόψε θὰ σᾶς ὁμιλήσῃ διὰ τὴν ἐλευθερία, ἀπὸ τὴν ἰδική σας πλευρὰ καὶ θεώρησι, ἀπὸ τὴν σκοπιὰ ὅτι «ἐλευθερία (εἶναι) τὸ ἄτυφον, τὸ ἀκόμπαστον», ὅπως λέγει καὶ πάλιν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (Εἰς Ἑβραίους ΚΗ΄ P.G. 63,200).  
Ὅλοι γνωρίζομεν βιωματικὰ ὅτι οἱ νέοι ἀπετέλουν καὶ ἀποτελοῦν τὸ μέλλον τῆς κοινωνίας. Ὅσοι ἔχουν τοὺς νέους μὲ τὸ μέρος τους ἔχουν εἰς τὰς χεῖρας τους τὸ μέλλον. Δι᾿ αὐτὸ καὶ ὅλοι ὅσοι ἀσχολοῦνται μὲ τὴ κοινωνία καὶ θέλουν νὰ ἐπηρεάσουν τὸ μέλλον της προσπαθοῦν νὰ προσεταιρισθοῦν τοὺς νέους καὶ νὰ τοὺς κατευθύνουν πρὸς τοὺς σκοποὺς καὶ τὰ συμφέροντά τους. Κάθε ὅμως προσπάθεια τοιούτων «στόχων» ἔχει ἰδιοτελῆ χαρακτῆρα καὶ περιορίζει τὴν ἐλευθερία τῶν νέων. Εἶναι προσπάθεια ὑπαγωγῆς τους σὲ σχήματα καὶ στόχους ποὺ φαλκιδεύουν τὴν ἐλευθερίαν τους. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως, καὶ ἰδιαίτερα ὁ νέος, ποθεῖ τὴν ἐλευθερία του καὶ δικαίως τὴν ταυτίζει μὲ τὴν ἴδια τὴν ἀνθρωπιά του καὶ τὴν ἀξιοπρέπειά του. Καὶ ὅταν ὁ νέος χάνῃ τὴν ἐλευθερία του χάνει τὴν ἀνθρωπιὰ καὶ τὴν λεβεντιά του.
Ἡ ἐλευθερία, ἀγαπητοί μου νέοι, κατέχει πρωταρχικὴ θέσι ἐντὸς τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς. Οὐδεὶς ποτὲ ἐσεβάσθη καὶ ὑπηρησπίσθη τὴν ἐλευθερία τόσον ὅσον ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία Του. Ὁλόκληρον τὸ ἔργον τῆς Οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν σωτηρία καὶ τὴν ἀνακαίνισι τοῦ κόσμου παραμένει ἀκατανόητο καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ δικαιολογηθῇ χωρὶς τὸν ἀπόλυτο σεβασμὸ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἐν τῇ πραγματικότητι μία πρόσκλησις πρὸς τὴν ἐλευθερία: «ὑμεῖς γὰρ ἐπ᾿ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε, ἀδελφοί», γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πρὸς τοὺς Γαλάτας (ε΄, 13), καὶ δι᾿ αὐτῶν ἀπευθύνεται πρὸς ὅλους τοὺς χριστιανοὺς ὅλων τῶν αἰώνων καὶ ὅλων τῶν γενεῶν, πρὸς ὅσους καταπιέζονται, πονοῦν, ὑποφέρουν, ἀδικοῦνται, καταδιώκονται.
          Ἡ ἀποστολικὴ ὅμως κλῆσις αὐτὴ καρποφορεῖ μὲ τὴν ἀνταπόκρισι τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία ἀνταπόκρισις συνεπάγεται τὴν ἀπόφασί του νὰ βαδίσῃ αὐτεξουσίως τὴν πνευματικὴ καὶ ὄχι τὴν σαρκικὴ ζωή. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπισημαίνει καὶ ὁ Ἀπόστολος ἐν συνεχείᾳ: «μόνον μὴ τὴν ἐλευθερίαν εἰς ἀφορμὴν τῇ σαρκί, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀγάπης δουλεύετε ἀλλήλοις». Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι μόνον σαρκικὸς ἀλλὰ καὶ πνευματικός. Αὐτὸ τὸν ξεχωρίζει ἀπὸ τὰ ἄλλα δημιουργήματα καὶ τὸν καθιστᾷ κορωνίδα ὁλοκλήρου τῆς δημιουργίας. Καὶ ἐκεῖνο ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο πραγματικὰ εὐτυχισμένο δὲν εἶναι ἡ ἱκανοποίησις τοῦ σαρκικοῦ φρονήματός του, ποὺ εἶναι πάντοτε ἐγωκεντρική, πρόσκαιρος καὶ ἀποσπασματική, ἀλλὰ ἡ ἱκανοποίησις τοῦ πνεύματός του, ποὺ διαπνέεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία εἶναι διαρκὴς καὶ ἀπεριόριστος. Ἡ ἀγάπη τοῦ τραγικοῦ Σοφοκλέους: «Δὲν  γεννήθηκα διὰ νὰ μισῶ, γεννήθηκα διὰ νὰ ἀγαπῶ» (Ἀντιγόνη) καὶ τῶν ἀρχαίων σοφῶν καὶ φιλοσόφων, τό «ὑπὲρ πᾶν αἴσθημα» τῶν ἀνθρώπων, πρέπει νὰ διακατέχῃ τὰς μεταξύ τους σχέσεις.
          Ἡ ἀγάπη ἡ φυσικὴ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἡ ὁποία κορυφοῦται στὴν ἀγάπη τοῦ σαρκωθέντος ἐν χρόνῳ Θεοῦ, «ὃς τὸν κόσμον οὕτως ἠγάπησεν, ὥστε τὸν Υἱόν Του τὸν μονογενῆ δοῦναι, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾿ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Εὐχὴ ἐπινικίου ὕμνου Θείας Λειτουργίας Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου), εἶναι ἡ ἰδία ἀγάπη, ἡ ὁποία «μακροθυμεῖ, χρηστεύεται,... οὐ ζηλοῖ,... οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ» καὶ ἡ ὁποία «πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει» καὶ ἡ ὁποία «οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α΄Κορ. ιγ΄, 4-8). 
Ἡ θεία αὐτὴ ἀγάπη, καθώς «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν», ἐλευθερώνει τὸν ἄνθρωπο. Τὸν βγάζει ἀπὸ τὴν φυλακὴ τοῦ ἐγωϊσμοῦ. Διανοίγει τοὺς πνευματικοὺς του ὁρίζοντας. Εὐρύνει τὸ εἶναί του καὶ τὸν καθιστᾷ τελικά οἰκουμενικό, παγκόσμιο, καὶ ὄχι παγκοσμιοποιημένο ἄνθρωπο. Διότι, ἡ ἀπατηλὴ παγκοσμιοποίησις ποὺ ζοῦμε σήμερα, ὄχι μόνον δὲν μᾶς καθιστᾷ οἰκουμενικοὺς καὶ παγκοσμίους ἀλλ᾿ ἀντιθέτως μᾶς συμπιέζει στὸν ἀτομισμό μας, μᾶς ἀπομονώνει, μᾶς ἐξουθενώνει, μᾶς ἀριθμοποιεῖ. Τελικά, μᾶς ἀπονεκρώνει ὡς πρόσωπα, μᾶς καθηλώνει στὸν ὑλικὸ κόσμο καὶ συμβάλλει στὸ νὰ λησμονοῦμε τὴν αἰωνιότητα καὶ τὸν τελικό, αἰώνιο, προορισμό μας.
Ἤδη, πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευσι τοῦ Χριστοῦ, ὁ μέγας φιλόσοφος Ἀριστοτέλης, βλέποντας τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου διεχώριζεν ἕνα ἀθάνατο στοιχεῖο στὴν ὕπαρξι, στὸν νοῦ του καὶ ἔλεγε: Δὲν πρέπει νὰ παρασύρεται κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει, ὡς θνητός, νὰ ἔχῃ θνητὰς σκέψεις, ἀλλὰ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεκτείνεται πρὸς τὴν ἀθανασίαν καὶ νὰ κάνῃ τὸ κάθε τι, ὥστε νὰ ζῇ συμφώνως πρὸς τὸ πολυτιμότερον στοιχεῖον ποὺ περικλείει ἐντὸς του (μέσα του) (Ἀριστοτέλους, Ἠθικά Νικομάχεια X,7,1177b). Ἔτσι μόνον προσεγγίζει τὴν εὐδαιμονία του.
Τὸ φάσμα τοῦ φυσικοῦ θανάτου ὑψωνόταν πάντοτε ὡς ἀδιαπέραστο τεῖχος, ποὺ φαλκίδευε τὴν εὐδαιμονία τοῦ ἀνθρώπου καὶ περιόριζε τὴν ἐλευθερία του. Μὲ τὴν Ἀνάστασι ὅμως τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν νίκην ἐναντίον τοῦ θανάτου, λυτρώθηκε ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος καὶ ἐκλήθη εἰς τελεία εὐδαιμονία, ποὺ ἀνεζήτησε μὲν ἀλλὰ δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ εὕρῃ ὁ Ἀριστοτέλης καὶ οἱ ἄλλοι σοφοὶ τῆς ἀρχαιότητος μέχρι καὶ τῶν ἡμερῶν μας. Εἰς αὐτήν, λοιπόν, τὴν εὐδαιμονία, ποὺ φανερώνεται μέσα εἰς τὸ κλῖμα τῆς ἀληθινῆς ἐλευθερίας, καλεῖται ὁ Χριστιανός. Ὅποιος φοβεῖται τὸν θάνατο, λέγει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, εἶναι δοῦλος, καὶ ὑφίσταται τὰ πάντα «ὑπὲρ τοῦ μὴ ἀποθανεῖν» (Ὁμιλία εἰς τὴν πρὸς Ἑβραίους 4, P.G. 63,41).
Ὁλόκληρος ἡ ζωὴ καὶ ἡ σκέψις τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἀγνοεῖ τὸν Χριστό, ὁ πολιτισμὸς καὶ ἡ ἐπιστήμη του, εὑρίσκονται οὐσιαστικῶς ὑπὸ τὴν σκιὰν τοῦ θανάτου καὶ ἐκδιπλώνονται ὡς ἕνας ἀπεγνωσμένος καὶ πολυεπίπεδος ἀγὼν ἐναντίον του. Ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστιανισμοῦ συνοψίζεται στὴ νίκη ἐναντίον τοῦ θανάτου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἔσχατος ἐχθρὸς τοῦ ἀνθρώπου (πρβλ. Α΄Κορ. 15,26). Ἡ νίκη αὐτὴ ρίπτει τὸ ἀληθινὸ φῶς στὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀνοίγει ἐμπρός του ἀπεράντους ὁρίζοντας ἐλευθερίας.
Ἡ κλῆσις πρὸς τὴν ἐλευθερίαν ἀσφαλῶς δὲν δύναται νὰ εἶναι ἀόριστος. Ὀφείλει νὰ ἔχῃ κάποια κατεύθυνσι. Ὅταν ἡ ἐλευθερία δὲν ἔχῃ κατεύθυνσι, ὁδηγεῖ στὴν ἀσυναρτησία καὶ στὸ χάος. Αὐτὸ ἀκριβῶς διαπιστώνουμε στὴ σύγχρονο «μετανεωτερική» λεγομένη κοινωνία. Ὅλαι αἱ ἀνθρώπιναι ἀξίαι, καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ κορυφαία ἀξία τῆς ἐλευθερίας, ἀντιμετωπίζονται ὡς καταναλωτικὰ ἀγαθά. Ὁ καθεὶς «καταναλώνει» τὴν ἐλευθερία του μὲ μοναδικὸ κίνητρο τὰς ἐνστικτώδεις ἐπιθυμίας του. Ποῦ ὁδηγεῖται ὅμως ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν τρόπο αὐτό; Εἰς τί διαφέρει τὸ ἔλ-λογον ἀπὸ τὸ ἄ-λογον;
Ἡ κατεύθυνσις τὴν ὁποία ὑποδεικνύει ὁ Χριστιανισμὸς στὸν ἄνθρωπο δὲν περιορίζει ἀλλὰ προωθεῖ τὴν ἐλευθερία του. Δὲν εἶναι περιοριστικὸς μονόδρομος, ἀλλὰ ἀπειροδιάστατος ὁρίζων ἐντὸς τοῦ ὁποίου δύναται ὁ καθεὶς μὲ τὸν προσωπικό του τρόπο νὰ καταξιώσῃ τὴν ὕπαρξί του. Δὲν προβάλλεται μὲ αὐτὴν ὁ τρόπος τῆς πορείας, ἀλλὰ ἡ προϋπόθεσις τῆς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία εἶναι ἐν τελικῇ ἀναλύσει ἡ ὑπέρβασις τοῦ φόβου τοῦ θανάτου. Ἄνευ τῆς ὑπερβάσεως αὐτῆς, ὁ ἄνθρωπος ἀδυνατεῖ νὰ ἀποκτήσῃ ἀληθινὴ ἐλευθερία.
Ἡ πορεία πρὸς τὴν ἐλευθερία εἶναι καὶ πορεία πρὸς τὴν τελείωσι καὶ καταξίωσι τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι πορεία θεώσεως. Τολμηρὸς εἶναι ἴσως ὁ λόγος, ἀλλὰ καθόλου ὑπερβολικός. Ὁ Θεός, ἀγαπητοὶ φίλοι, ἔπλασε ἐξ ἀρχῆς τὸν ἄνθρωπο «κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσίν» Του. Τὸν ἔπλασε δηλαδὴ διὰ νὰ γίνῃ ὅμοιός Του. Διὰ νὰ γίνῃ ἕνας μικρὸς θεός, θεὸς κατὰ χάριν. Καὶ διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ αὐτὸ ἔπρεπε ὁ ἄνθρωπος νὰ εἶναι ἐλεύθερος. Ἔπρεπε ἐλεύθερα νὰ δεχθῇ καὶ αὐτεξούσια νὰ οἰκειωθῇ τὴν μεγάλη δυνατότητα ποὺ τοῦ προσέφερεν ὁ ἴδιος ὁ Δημιουργός του. Τὸ φαντασθήκατε ποτὲ αὐτό; Ὅτι δηλαδὴ οἱ ἄνθρωποι εἴμεθα «μικροὶ θεοί», μὲ τὴν ἐλευθέρα ὅμως ἐπιλογὴ τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ ἀγαθοῦ. Γιατὶ ὅταν ἐπιλέγῃ τό «κακό» ὁ ἄνθρωπος διακατέχεται ἀπὸ τήν «λεγεῶνα τῶν δαιμόνων» τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς. Καὶ τότε ἀναμένει ἡ ἀνθρωπότης μόνον τὸ θαῦμα τοῦ Κυρίου, διὰ νὰ εἰσέλθουν οἱ δαίμονες «εἰς τοὺς χοίρους» καὶ ἐν τέλει «νὰ κρημνισθοῦν» εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ εἰρήνη, ἡ γαλήνη, ἡ ἠρεμία, ἡ πορεία, δηλαδή, πρὸς τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν». 
Ἡ πορεία αὐτὴ πρὸς τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν», ποὺ εἶναι πορεία πρὸς τὴν ἀληθινὴ ἐλευθερία, δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ, παρὰ μόνον ὡς πορεία πρὸς τὸν Χριστό, τὴν τοῦ Θεοῦ Σοφία. Ἄλλωστε, «κόσμος νεανίαις σοφία» (Παροιμ. κ΄, 29). Ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀναζήτησις τῆς ἐλευθερίας φαλκιδεύεται ὑπὸ τοῦ φόβου τοῦ θανάτου καὶ διαψεύδεται μὲ τὴν ἔλευσίν του. Μόνον ἡ πορεία πρὸς τὸν Χριστὸν εἶναι πορεία πρὸς τὴν ἀληθινὴ ἐλευθερία, διότι ὁ Κύριος Ἰησοῦς ὡς νικητὴς τοῦ θανάτου εἶναι ταὐτοχρόνως ὁ ἐλευθερωτὴς τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν δουλεία καὶ ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν ἐλευθερίαν. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἐλευθερωτής, ὁ χορηγός τῆς αἰωνίου ζωῆς καὶ τῆς ἀκαταλύτου ἐλευθερίας.
Δυστυχῶς, ὁ ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς μας ἔχει ἀδρανοποιήσει τὰ πνευματικά του αἰσθητήρια. Ὁ νοῦς του παραμένει ὑποταγμένος εἰς τὰς σωματικὰς αἰσθήσεις καὶ ἀδυνατεῖ νὰ στραφῇ πρὸς τὸν χῶρον τοῦ Πνεύματος, πρὸς τὴν δημιουργήσασαν καὶ συνέχουσαν τὸν κόσμον Σοφίαν (βλ. τροπάριον ἀκολουθίας Μεσοπεντηκοστῆς), ὅπου εὑρίσκεται ἡ πραγματικὴ ἐλευθερία διὰ τὸν ἄνθρωπον. Ὅταν βασιλεύῃ ἡ ὑλοφροσύνη, ὅταν τὰ πάντα ἀξιολογοῦνται μὲ τὸ χρῆμα καὶ τὴν χρηστικήν των ἀξίαν, ὅταν ἡ ποιότης τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς ἐκτιμᾶται μὲ τὸ κατὰ κεφαλὴν εἰσόδημα, εἶναι ἑπόμενον ὄχι μόνον νὰ παραθεωροῦνται ἀλλὰ καὶ νὰ κακοποιοῦνται αἱ πνευματικαὶ ἀλλὰ καὶ αἱ φυσικαὶ ἀκόμη ἀξίαι, γεγονὸς τὸ ὁποῖον διαπιστώνομεν οἱ πάντες σήμερον.
Ἐντὸς τῆς προοπτικῆς αὐτῆς, ἡ πορεία πρὸς τὸ μέλλον, ἡ πορεία τὴν ὁποίαν ἔχετε νὰ ἀκολουθήσετε εἰδικώτερον σεῖς οἱ νέοι εἰς τὴν ζωήν σας, δὲν εἶναι, φρονοῦμεν, ὀρθῶς προσανατολισμένη. Ἡ ἀπερχομένη γενεά, ἡ ἰδική μας τῶν μεγάλων γενεά, ἠκολούθησεν ἀλόγιστον πορείαν. Ἐδαπάνησεν ἀσώτως ὄχι μόνον τὴν πατρική της περιουσία, τὴν πνευματική, τὴν ἠθική, τὴν πατρογονική, τὴν ὑλική, ὅπως ὁ ἄσωτος τῆς γνωστῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ἀλλὰ ἐν πολλοῖς καὶ τὴν περιουσία τῶν τέκνων της, ἀφήνουσα ὡς κληρονομίαν ζημίας καὶ χρέη.
Ζημίας στὴ φύσι ἡ ὁποία ἐκακοποιήθη, ζημίας στὴν ἀτμόσφαιραν καὶ στὶς θάλασσες, αἱ ὁποῖαι ἐμολύνθησαν, ζημίας στὴν χλωρίδα καὶ στὴν πανίδα αἱ ὁποῖαι κατεστράφησαν, ζημίας στὸ ἦθος καὶ στὸ φρόνημα τοῦ Γένους μας, ζημίας στὸν τόπο καὶ στὸν χῶρον, ζημίας στὰ ἱερώτερα τοῦ ἀνθρώπου, καὶ μάλιστα τοῦ νέου, ζημίας, τέλος, μὲ μία λέξι, στὴ ζωή. Ὑποθήκευσε ἡ γενεά μας ποὺ ἀπέρχεται τὴν δική σας γενεὰ μέσα σὲ ἕνα «ἀσφυκτικὸ κλοιό» καὶ σᾶς παραδίδουμε, παρὰ τὴν ἐπιθυμία μας, ἀπὸ λάθος ὑπολογισμούς, ἂν εἴχαμε δηλαδὴ προγραμματισμούς, «ἁλυσοδεμένους» εἰς ἕνα ἀδιέξοδο. Παραλαμβάνετε ἀπὸ μᾶς χρέη καὶ ἀνεξόφλητα «γραμμάτια» διὰ τὶς σπατάλες ποὺ ἔγιναν, χρέη διὰ τὰ ἀπερίσκεπτα δάνεια ποὺ συνήφθηκαν, χρέη διὰ τὰς ἀξίας ποὺ περιεφρονήθησαν ἢ καί «ποδοπατήθηκαν», χρέη, τέλος, διὰ τὴν ἀπάνθρωπον ἀνεργίαν ποὺ ἐδημιουργήθη.
Ὅλα αὐτά, ἐπαναλαμβάνομεν, βαρύνουν τὸν κόσμο ποὺ μᾶς περιβάλλει καὶ δημιουργοῦν τὴν αἴσθησι τοῦ ἀδιεξόδου. Καὶ θὰ ὑπάρξῃ πράγματι ἀδιέξοδον, ἂν συνεχίσωμεν τὴν πορείαν τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμε. Δι᾿ αὐτὸν ὅμως ποὺ πιστεύει, καὶ ἰδίως διὰ τὸν νέον ποὺ πιστεύει στὸν Χριστό, δὲν ὑπάρχει ἀδιέξοδο. Ὑπάρχει ἡ διέξοδος, δηλαδὴ ἡ μετάνοια διὰ τὴν λανθασμένη πορεία καὶ ἡ ἀλλαγὴ πλεύσεως. Πρῶτον, ἔστω καὶ μὲ μεγάλη καθυστέρησι, διὰ τὴν ἰδικήν μας γενεάν, ἡ ὁποία ἐδημιούργησε τὴν κατάστασι καὶ τὸ πρόβλημα, τὸ κοινωνικὸ καὶ τὸ ἠθικό, καὶ ἐν συνεχείᾳ δι᾿ ἐσᾶς ποὺ ἀκολουθεῖτε καὶ βλέπετε καθημερινὰ τοὺς πικροὺς καρπούς της.
Ἡ ὁδὸς τῆς μετανοίας εἶναι ἡ ὁδὸς τῆς θεραπείας κάθε κακοῦ. Καὶ ὅπως κάθε θεραπεία, καὶ αὐτὴ τοῦ χρέους τῆς ἐξόδου ἀπὸ τὰ ἀδιέξοδα, τοῦ ἰδικοῦ μας χρέους καὶ τῆς ἰδικῆς σας εὐθύνης, ἔχει τοὺς πόνους καὶ τὰς δυσκολίας της. Χρειάζεται ἐντιμότης καὶ θάρρος διὰ νὰ ἀναληφθοῦν αἱ εὐθύναι, νὰ ἀναγνωρισθοῦν τὰ λάθη καὶ νὰ γίνῃ ἡ διόρθωσίς των. Οἱ ἥρωες καὶ οἱ Ἅγιοι τολμοῦν νὰ ἀναλάβουν τὰς εὐθύνας καὶ νὰ ἐπωμισθοῦν ἀκόμη καὶ τὰ λάθη ἄλλων καὶ διὰ λογαριασμὸν τῶν ἄλλων. Καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ φιλοτιμῇ βαθειὰ καὶ νὰ κινητοποιῇ τὸν νέο καὶ τὴν νέα, ἐσᾶς ὅλους σὰν μονάδες καὶ σὰν σύνολο, ἐσᾶς ποὺ πιστεύετε καὶ ἐλπίζετε στὸν Χριστό.
Ἡ πορεία πρὸς τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν τελείωσι δὲν εἶναι ἀσφαλῶς ἄκοπος καὶ ἀνέμελος ἀλλὰ ἀπαιτεῖ ἄσκησι καὶ ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονή. Τίποτε δὲν ἐλευθερώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰς διαφόρους μορφὰς τῆς δουλείας καὶ δὲν τὸν καταξιώνει ὡς πρόσωπο, ὅσον ἡ ὑπομονητικὴ ἄσκησις. Καὶ ἂν ἡ ἄσκησις τοῦ σώματος, ὅπως γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «πρὸς ὀλίγον ὠφέλιμος», ἡ ἄσκησις τῆς ψυχῆς εἰς τὴν εὐσέβειαν εἶναι «πρὸς πάντα ὠφέλιμος» καὶ προσφέρει στὸν ἄνθρωπον τὴν εὐτυχίαν διὰ τὴν παροῦσα καὶ διὰ τὴν μέλλουσα ζωή (Α΄Τιμ. δ΄, 8).

Ἀγαπητοί μας νέοι, τέκνα καὶ θυγατέρες καὶ φίλοι μας,

Ἡμεῖς, ὁ Πατριάρχης καὶ πνευματικὸς Πατέρας σας, σᾶς ὀνομάζομεν φίλους, ὅπως ὁ Χριστὸς τοὺς Μαθητάς, καὶ σᾶς ἐκθέτομεν τὰς ἐσωτερικάς μας σκέψεις καὶ τὰ βιώματα καὶ τὰς ἐμπειρικὰς προτροπάς μας, ὡς προσωπικοὺς φίλους καὶ φίλες μας, παρ᾿ ὅλον ὅτι γνωρίζομεν μετὰ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ὅτι «βέβαια οἱ γέροντες δὲν θὰ πείσουμε τοὺς νέους ποὺ εὑρίσκονται σὲ ἔξαρση». Ἄλλωστε, ὅλους «πάντα μᾶς σέρνει πίσω της ἡ κούφια δόξα» (πρβλ. Ἔπη εἰς ἑαυτόν, Ποίημα ΙΑ΄, Περὶ τὸν ἑαυτοῦ βίον, P.G. 37,1142).
Εὑρίσκεσθε στὴν κατ᾿ ἐξοχὴν δημιουργικὴ περίοδο τῆς ζωῆς σας. Στὴν περίοδον κατὰ τὴν ὁποίαν σχεδιάζετε καὶ προετοιμάζετε τὸ μέλλον σας, τὸ μέλλον τοῦ Γένους μας, τῆς Ἑλλάδος, διατὶ ὄχι καὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα τῆς Ὀρθοδοξίας. Μέλλον μὲ περισσότερα ἀπὸ τὰ συνηθισμένα προβλήματα. Μέλλον μὲ δυσκολίας ποὺ δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν καὶ δὲν θὰ ὑπῆρχαν, ἂν ἡ γενεὰ τὴν ὁποίαν διαδέχεσθε ἐπολιτεύετο συνετώτερα. Ἀλλὰ θαρσεῖτε. Μὴ κάμπτεσθε ἐμπρὸς εἰς τὰς δυσκολίας. Ἀγωνισθεῖτε μὲ θάρρος καὶ ἐλπίδα σὲ Ἐκεῖνον, ὁ Ὁποῖος ἐπολεμήθη ὅσον οὐδεὶς ἄλλος, ἀλλὰ πού «ἐξῆλθε νικῶν καὶ ἵνα νικήσῃ» (Ἀποκ. Ἰωάν. 6,2). Θαρσεῖτε, λοιπόν, Ἐκεῖνος «νενίκηκε τὸν κόσμον». 
          Μὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς μετανοίας καὶ τῆς ἀσκήσεως, τοῦ θάρρους καὶ τῆς ἀγωνιστικότητος, ἀγαπητά μας παιδιά, μὲ αὐτὴ τὴ διάθεσι, μὲ αὐτὸν τὸ προσανατολισμό, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἀδιέξοδο στὴν ζωή σας. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ κάτι ποὺ θὰ ἐμποδίσῃ τὴν πορεία σας πρὸς τὴν πραγματικὴ ἐλευθερία καὶ εὐτυχία, τὴν πορεία σας πρὸς τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν. Μὲ τὸ πνεῦμα αὐτὸ θὰ νικήσετε κάθε δυσκολία καὶ κάθε ἐμπόδιο. Θὰ εἶσθε πάντοτε οἱ νικηταί τῆς ζωῆς. Ἀμήν.

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [ΠΕΡΙ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΗΣ]

ΟΜΙΛΙΑ
ΤΗΣ Α. Θ. ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ
κ. κ. Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Υ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΨΙΝ ΑΥΤΟΥ 
ΕΙΣ ΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΝ "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ"
(21 Ὀκτωβρίου 2013)


Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Νεαπόλεως καὶ Σταυρουπόλεως κύριε Βαρνάβα,
Ἱερώτατοι ἅγιοι ἀδελφοί,
Ἐξοχώτατοι ἐν ἰατροῖς καὶ νοσηλευτικὸν προσωπικὸν τοῦ ἱεροῦ τούτου ἀσύλου τῆς ἀνακουφίσεως τῆς ἀνθρωπίνης ἀσθενείας καὶ τοῦ πὸνου,
Ἐντιμότατοι ἱδρυταὶ τοῦ Νοσοκομείου τούτου κύριοι Λεωνίδα καὶ Νικόλαε Παπαγεωργίου μετὰ τῶν οἰκογενῶν σας,
          «Κανένας πλοῦτος δὲν εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ τὴν ὑγεία γιὰ ὅσους πονοῦν, καὶ εἶναι σοφὴ ἡ φύσις τῶν θνητῶν ποὺ τὴν ἐπιθυμεῖ», γράφει ὁ μέγας Πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (πρβλ. Ἔπη Θεολογικά, Ποίημα ΛΒ΄, Γνωμικὰ Δίστιχα, P.G. 37, 923).
Μὲ πολλὴν χαρὰν ἐπισκεπτόμεθα τὸ ἐξαίρετον τοῦτο Νοσοκομεῖον, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν ἡ εὐγενὴς καὶ φιλάνθρωπος σπουδὴ καὶ καρδία τῶν ἱδρυτῶν του καὶ συνιδρυτῶν καὶ ἄλλων ἐκκλησιαστικῶν ἱδρυμάτων ἀδελφῶν Λεωνίδου καὶ Νικολάου Παπαγεωργίου. Αἰσθανόμεθα ὄντως εὐτυχεῖς, ἰδίως κατὰ τὰς ἡμέρας μας, ὅταν βλέπωμεν πιστοὺς ἀνθρώπους νὰ συνεχίζουν τὴν παράδοσιν τῶν μεγάλων εὐεργετῶν τοῦ Γένους μας καὶ νὰ προΐστανται «καλῶν ἔργων» (Τίτ. γ΄, 8) κατὰ τὴν προτροπὴν τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου καὶ ἱδρυτοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῶν Θεσσαλονικέων Παύλου.
Ἡ εὐδαιμονιστικὴ κοινωνία μας, ἡ ὁποία ἤδη δρέπει καὶ τοὺς πικροὺς καρποὺς τῆς ὑλόφρονος πορείας της, ἐλησμόνησε τὴν ψυχήν της καὶ ὑπεδούλωσε τὸ σῶμα της. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ὅμως ἠσθένησε ψυχικῶς καὶ φροντίζει μὲ ἀγωνίαν διὰ τὴν σωματικὴν μόνον ὑγείαν, ὡσὰν νὰ ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ ὑγιαίνῃ πραγματικῶς ὁ ἄνθρωπος μεριμνῶν μόνον διὰ τὸ σῶμα καὶ ἀδιαφορῶν διὰ τὴν ψυχήν του.
Ὁ δισύνθετος ἐκ ψυχῆς καὶ σώματος ἄνθρωπος ἔχει δισύνθετον καὶ τὴν ὑγείαν: ὑγείαν ψυχικὴν καὶ ὑγείαν σωματικήν. Ἐπειδὴ πάλιν ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα συνθέτουν τὸν ἕνα καὶ ἀδιαίρετον ἄνθρωπον, τὸ ἀνθρώπινον πρόσωπον, ἡ ψυχικὴ ὑγεία καὶ ἡ σωματικὴ ὅπως, ἄλλωστε, καὶ ἡ ψυχικὴ καὶ ἡ σωματικὴ ἀσθένεια, δὲν εἶναι καταστάσεις αὐτόνομοι, ἀλλὰ συνδέονται μεταξύ των καὶ συνυφαίνονται. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ φροντὶς διὰ τὴν ὑγείαν δὲν πρέπει νὰ περιορίζηται μόνον εἰς τὸ σῶμα ἀλλὰ νὰ συμπεριλαμβάνῃ καὶ τὴν ψυχήν. Ἡμεῖς οἱ κληρικοί, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν ὡς κύριον ἔργον τὴν προστασίαν καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ὑγείας τῆς ψυχῆς, δὲν ἀδιαφοροῦμεν, ἀλλ᾿ ἀντιθέτως σεβόμεθα καὶ τιμῶμεν τὸ λειτούργημα τῶν ἰατρῶν τῶν σωμάτων.
Ἤδη κατὰ τὴν Παλαιὰν Διαθήκην ὀφείλει ὁ πιστὸς νὰ τιμᾷ τὸν ἰατρὸν καὶ τὴν ἐπιστήμην του: «τίμα ἰατρόν... καὶ γὰρ αὐτὸν ἔκτισε Κύριος... Ἐπιστήμη ἰατροῦ ἀνυψώσει κεφαλὴν αὐτοῦ, καὶ ἔναντι μεγιστάνων θαυμασθήσεται» (Σοφ. Σειρὰχ λη΄, 1-3). Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν μας οἱ ἰατροὶ καὶ ἡ Ἰατρικὴ ἐπιστήμη τιμῶνται δεόντως. Εἶναι γνωστόν, ὅτι εἷς ἐκ τῶν τεσσάρων Εὐαγγελιστῶν, ὁ Λουκᾶς, ἦτο ἰατρὸς καὶ ἠκολούθησε τὸν Ἀπόστολον Παῦλον εἰς τὰς περισσοτέρας ἱεραποστολικὰς περιοδείας του. Ἀλλὰ καὶ σπουδαῖοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὁ Μέγας Βασίλειος, εἶχον σπουδάσει μὲ ἐπιμέλειαν τὴν ἰατρικὴν ἐπιστήμην τῆς ἐποχῆς των καὶ εἶχον ἱδρύσει θεραπευτήρια διὰ τὴν ὑγείαν τοῦ λαοῦ.
Πολλοὶ νομίζουν ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς περιφρονεῖ τὸ σῶμα καὶ ἐνδιαφέρεται μὸνον διὰ τὴν ψυχήν. Ἡ ἀντίληψις αὕτη δὲν εἶναι μόνον ἀρνητικὴ διὰ τὴν Ἐκκλησίαν ἀλλὰ καὶ αἱρετική. Ἀρνητικὴν ἀντίληψιν διὰ τὸ ἀνθρώπινον σῶμα εἶχον οἱ «Γνωστικοί» τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων, ὅπως καὶ ἄλλοι αἱρετικοί, οὐδέποτε ὅμως ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία δὲν περιφρονεῖ τὸ σῶμα, ἀλλὰ τὸ τιμᾷ καὶ τὸ σέβεται, ὅπως δογματίζει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὡς «ναὸν τοῦ ἐν ἡμῖν Ἁγίου Πνεύματος» (πρβλ. Α΄Κορ. ς΄, 19).
Ὅλοι, λοιπόν, ὅσοι διακονοῦμεν τὸν ἄνθρωπον, εἴτε εἰς τὸν τομέα τῆς ψυχικῆς του ὑγείας, ὡς ἱερεῖς καὶ πνευματικοὶ πατέρες, εἴτε εἰς τὸν τομέα τῆς σωματικῆς του ὑγείας, ὡς ἰατροὶ καὶ νοσηλευταί, ἐπιτελοῦμεν ἔργον ἱερόν. Διὰ τοῦτο, ἄλλωστε, καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς συνεργασίας τῶν κληρικῶν μετὰ τῶν ἰατρῶν καὶ ὁλοκλήρου τοῦ νοσηλευτικοῦ προσωπικοῦ εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν σφαιρικὴν προσέγγισιν τῆς ὑγείας τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν πληρεστέραν καὶ ἀποτελεσματικωτέραν προστασίαν καὶ ἀποκατάστασίν της.
Ἰδιαιτέρως μάλιστα ἀπευθυνόμεθα πρὸς τοὺς νευρολόγους καὶ τοὺς ψυχιάτρους, οἱ ὁποῖοι κινοῦνται εἰς τὸ μεθόριον τῆς ψυχοσωματικῆς ἑνώσεως τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἐπισημαίνομεν τὴν πρόσθετον ἀναγκαιότητα τῆς συνεργασίας μὲ τοὺς πνευματικοὺς πατέρας τῆς Ἐκκλησίας διὰ τὴν ἐπιτυχεστέραν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἔργου των.
Ἂς μᾶς ἐπιτραπῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς ἓν χαρακτηριστικὸν σχετικὸν βιωματικὸν καὶ πολὺ διδακτικὸν περιστατικόν: «...Μοῦ γράφεις πὼς κάτι σὲ ἀναστατώνει στὸν ὕπνο. Ἕνα παιδὶ ἐμφανίζεται μόλις κλείσεις τὰ μάτια καὶ γελᾷ μαζί σου, σὲ κοροϊδεύει, σὲ ἀπειλεῖ, σὲ τρομάζει... πῆγες εἶπες σὲ ἔξυπνους ἀνθρώπους καὶ ἔψαχνες φάρμακο. Ἐκεῖνοι σοῦ εἶπαν: «δὲν εἶναι τίποτα»! Ἐσὺ τοὺς εἶπες: «Ἀφοῦ δὲν εἶναι τίποτα διῶξτε αὐτὸ τὸ τέρας ἀπὸ μένα! Μά, μπορεῖ νὰ μὴ εἶναι τίποτα ἐκεῖνο ποὺ δὲν μ᾿ ἀφήνει νὰ ἡσυχάσω ἤδη τόσο καιρό;» Καὶ ἐκεῖνοι σοῦ ἀπάντησαν: «Ἄλλαξε ἀέρα, πήγαινε σὲ χαρούμενες παρέες, νὰ τρέφεσαι καλύτερα. Αὐτὸ εἶναι ἁπλῆ ὑποχονδρία... Ξέρω τέτοιους «ἔξυπνους»... Αὐτοὶ ἔπιασαν στὸ στόμα τους ἔτσι μερικὲς λέξεις ὅπως «ὑποχονδρία», «τηλεπάθεια», «αὐθυποβολή», μὲ τὶς ὁποῖες προσπερνοῦν τὴν ἀδιαμφισβήτητη πνευματικὴ πραγματικότητα καὶ σὲ καθημερινὴ βάση μιλοῦν στὸν ἀέρα, μὲ ἐλαφρότητα καὶ ἄγνοια... Διαβάζεις τὴν Ἁγία Γραφή; Ἐκεῖ ἔχουν εἰπωθῆ ὅλα, ὅλα ἔχουν ἐξηγηθῆ, πῶς καὶ γιατὶ οἱ νεκροὶ ἐκδικοῦνται τοὺς ζωντανούς. Διάβασε ἄλλη μιὰ φορὰ γιὰ τὸν Κάϊν, ὁ ὁποῖος λόγῳ τῆς δολοφονίας τοῦ ἀδελφοῦ του πουθενὰ καὶ ποτὲ δὲν εὕρισκε εἰρήνη. Διάβασε πῶς τὸ πνεῦμα τοῦ προσβεβλημένου Σαμουὴλ ἐκδικεῖται τὸν Σαούλ. Καὶ πῶς ὁ καϋμένος ὁ Δαβὶδ  φρικτὰ βασανιζόταν, χρόνια καὶ χρόνια, λόγῳ τῆς δολοφονίας τοῦ Οὐριέ... Καὶ ἀκόμη θὰ βρῇς χιλιάδες καὶ χιλιάδες παρόμοιες περιπτώσεις ἀπὸ τὸν Κάϊν ἕως ἐσένα. Καὶ θὰ καταλάβῃς τὶ σὲ βασανίζει καὶ γιατί...» (Νικολάου Βελιμίροβιτς «Δρόμος χωρὶς Θεὸ δὲν ἀντέχεται», Ἱεραποστολικὲς ἐπιστολὲς Α΄, ἐκδόσεις «ἐν πλῷ»). Τὸ βίωμα αὐτὸ τῆς ἀγνώστου κυρίας ἑρμηνεύει ἀπόλυτα τὴν σχέσιν ψυχῆς καὶ σώματος, ἔργων καὶ συνειδήσεως, ὑγείας καὶ ἀσθενείας σωματικῆς καὶ ψυχικῆς, καὶ πόσον σημαντικὴ εἶναι ἡ «κατ᾿ ἄμφω» ὑγεία διὰ τὸν ἀνθρωπον, ὥστε νά «φύγῃ δρᾶμα πικρόν, βουλῆς Φαραωνίτου», καὶ ἡ ὁποία «κατ᾿ ἄμφω» ὑγεία στηρίζεται εἰς «τὴν οἰκείαν συνείδησιν, ἧς οὐδὲν ἐν κόσμῳ βιαιότερον» (Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης, Μέγας Κανών, ς΄ τροπ. δ΄ ὠδῆς).
Tὴν ἰδίαν ἐμπειρίαν ἔχει καὶ ὁ ἀναφερθεὶς Μέγας Βασίλειος λέγων: «Ἡ δὲ ἀρετὴ λόγον ὑγιείας ἐπέχει. Καλῶς γὰρ ὡρίσαντό τινες ὑγίειαν εἶναι τὴν εὐστάθειαν τῶν κατὰ φύσιν ἐνεργειῶν. Ὃ καὶ ἐπὶ τῆς κατὰ ψυχήν εὐεξίας εἰπών, οὐχ ἁμαρτήσει τοῦ πρέποντος» (Εἰς τὴν Ἑξαήμερον Θ΄, P.G. 29,196C).
Σήμερον ἡ προστασία τῆς κατ᾿ ἄμφω ὑγείας ταύτης τοῦ ἀνθρώπου καθίσταται περισσότερον κάθε ἄλλης ἐποχῆς ἐπείγουσα καὶ ἐπιτακτική. Ὅλοι γνωρίζομεν πόσοι ἄνθρωποι δυσκολεύονται νὰ καλύψουν ἐπαρκῶς τὰς ἀνάγκας διὰ τὴν ψυχικὴν καὶ τὴν σωματικὴν ὑγείαν των. Γνωρίζομεν ἀκόμη πόσοι φθείρουν τὴν ὑγείαν των ἢ καὶ καταστρέφουν ἐντελῶς τὴν ζωήν των ἀπὸ τὰ ἄγχη καὶ τὰ δυσεπίλυτα προβλήματα ποὺ ἐπεσώρρευσε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἐπισωρρεύῃ ἡ ὀξυτάτη οἰκονομική, ἀλλὰ καὶ πρωτίστως ἠθικὴ καὶ πνευματικὴ κρίσις τῆς ἐποχῆς μας. Νέοι μὲ πολύτιμα προσόντα καὶ διπλώματα παραμένουν ἄνεργοι ἢ ἀναγκάζονται νὰ ξενιτευθοῦν διὰ νὰ εὕρουν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀσκήσουν τὸ ἔργον διὰ τὸ ὁποῖον προητοιμάσθησαν ἢ ἀκόμη καὶ οἱοδήτι ἄλλο ἔργον, πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐπιβιώσεως.
Ὁ τόπος αὐτὸς τῆς εὐλογημένης Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος ἀνέδειξε τόσους ἐπιφανεῖς πρωτεργάτας τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης καὶ διαθέτει ἄριστον ἰατρικὸν καὶ νοσηλευτικὸν προσωπικὸν δὲν πρέπει νὰ ἀδικηθῇ. Καὶ ἀδικεῖται ἀσφαλῶς ὅταν οἱ νέοι ἀναγκάζωνται νὰ τὸν ἐγκαταλείψουν ἐπιδιώκοντες νὰ σταδιοδρομήσουν ἀλλαχοῦ. Διὰ τοῦτο καὶ εἶναι ἀπαραίτητον νὰ καταβληθῇ κάθε δυνατὴ προσπάθεια ὑπὸ ὅλων μας καὶ νὰ ἀποφευχθῇ ἡ κοινωνικὴ αὕτη αἱμορραγία, ὥστε καὶ οἱ νέοι μας νὰ μὴ ἀδικῶνται ἀλλὰ νὰ σταδιοδρομοῦν ἐδῶ εἰς τὸν τόπον τῶν πατέρων μας, τὸν ἰδικόν μας τόπον, ὁ ὁποῖος δὲν πρέπει νὰ στερῆται τὴν παρουσίαν των ἀλλὰ νὰ προωθήσῃ τὸ ἐπαινετὸν ἔργον των.
Τὸ ἔργον καὶ ἡ ἀποστολὴ τῶν ἐργατῶν τῆς ὑγείας ἔχει, λοιπόν, ὑψίστην κοινωνικὴν σπουδαιότητα. Δὲν δυνάμεθα νὰ παραμένωμεν ἀδρανεῖς. Δὲν δικαιολογούμεθα νὰ μὴ συμπαριστάμεθα μὲ ἀγάπην καὶ ἀνιδιοτέλειαν εἰς τὸν πόνον καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν συνανθρώπων μας. Ἄλλωστε καὶ σεῖς, καὶ πρῶτοι μεταξύ σας οἱ ἱδρυταὶ τοῦ Νοσοκομείου τούτου, ἔχουν ἐκδηλώσει καὶ ὑλοποιοῦν καθημερινῶς τὰ αἰσθήματα αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶναι τόσον ἀπαραίτητα ἐντὸς τῆς παγκοσμιοποιουμένης καὶ συγχρόνως κατατεμαχισμένης καὶ ἐγωκεντρικῆς κοινωνίας μας.
Ἐργασθῆτε, λοιπόν, σᾶς παρακαλοῦμεν καὶ πατρικῶς προτρεπόμεθα μετὰ ζήλου καὶ αὐταπαρνήσεως εἰς τὸ ἱερὸν ἔργον τῆς διακονίας τῶν πασχόντων συνανθρώπων μας. Γίνετε φύλακες ἄγγελοι τῶν σωμάτων καὶ τῶν ψυχῶν των. Συμπαρασταθῆτε εἰς τὰς ἀσθενείας καὶ εἰς τὰς ταλαιπωρίας των. Χαρῆτε μὲ αὐτοὺς ποὺ χαίρονται διὰ τὴν θεραπείαν των. Πονέσατε μὲ αὐτοὺς ποὺ πονοῦν διὰ τὴν ἀσθένειάν των. Καὶ ὁ Θεὸς ποὺ βλέπει τὴν φιλοτιμίαν καὶ τὴν ἀγάπην καὶ τὴν προσοχήν σας πρὸς τὴν εἰκόνα Του, τὸν συνάνθρωπον, θὰ εὐλογήσῃ πλουσίως τὸ ἔργον καὶ τὴν ζωήν σας.
Ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων Κύριος καὶ Σωτὴρ ἂς σᾶς κατευθύνῃ εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ λειτουργήματός σας, φίλοι ἰατροὶ καὶ νοσηλευταί, διὰ τῆς Χάριτος καὶ τοῦ Ἐλέους Του. Ἀμήν.

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [ΠΕΡΙ ΣΧΟΛΕΙΩΝ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑΣ]

ΟΜΙΛΙΑ
ΤΗΣ Α. Θ. ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ
κ. κ. Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Υ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΤΗΝ ΕΓΚΑΙΝΙΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΜΕΝΕMΕΝΗΣ
(21 Ὀκτωβρίου 2013)


«Ὅτι καλὸν τὸ ἆθλον καὶ ἡ ἐλπὶς μεγάλη» 
(Πλάτωνος «Φαίδων»).
Ἱερώτατε καὶ προσφιλέστατε ἀδελφὲ ἐν Χριστῷ Μητροπολῖτα Νεαπόλεως καὶ Σταυρουπόλεως κύριε Βαρνάβα, Ποιμενάρχα τῆς Θεοσώστου ταύτης Ἐπαρχίας,
Ἱερώτατοι ἅγιοι ἀδελφοί,
Ἐλλογιμώτατοι καὶ ἀγαπητοὶ διδάσκαλοι,
Ἐλπιδοφόροι μαθηταί,

Ἐγκαινιάζομεν σήμερον, Χάριτι Θεοῦ, τὸ ὡραῖον κατὰ τὴν δόμησιν Δημοτικὸν σχολεῖον τοῦτο καὶ συγχαίρομεν καὶ εὐλογοῦμεν τοὺς συντελέσαντας εἰς τὴν ὁλοκλήρωσιν τοῦ θεαρέστου ἔργου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ  λ ί θ ο ν  διὰ τὴν συνέχισιν τοῦ χρέους καὶ τοῦ ὑψηλοῦ καθήκοντος τῆς μεταδόσεως τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, τῆς στηριζομένης ἐπὶ τοῦ ἀκρογωνιαίου Λίθου, τοῦ Χριστοῦ. 
Ἀναμφιβόλως τὴν στιγμὴν ταύτην εὑρίσκεται ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν  Ἐκεῖνος, τοῦ Ὁποίου εἶναι καὶ τὸ γεώργιον καὶ τὸ ἔργον, καὶ τοῦ Ὁποίου ὅλοι εἴμεθα συνεργοί, δηλαδὴ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ὁποῖος ἐδίδαξε τὴν ἀληθῆ παιδείαν, διδάσκων δωδεκαετὴς εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Σολομῶντος, καθ᾿ ὅλην τὴν ἐπίγειον ζωήν Του ἀλλὰ καὶ σήμερον διὰ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του.
Κλῆρος καὶ λαὸς ἐνταῦθα, ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι, κατὰ τὴν περίοδον ταύτην τοῦ νέου σχολικοῦ ἔτους ὀφείλομεν νὰ προβληματισθῶμεν γονίμως καὶ εἰλικρινῶς διερωτώμενοι καὶ ἐρωτῶντες «τί εἶναι ἀλήθεια». 
          Τὸ ἐνδιαφέρον καὶ ἡ φροντὶς τῶν γονέων καὶ τῶν διδασκάλων διὰ τοὺς μαθητὰς πρέπει νὰ τοὺς ἀπασχολῇ κυρίως. Καθηγηταὶ καὶ διδάσκαλοι, γονεῖς καὶ κηδεμόνες, μαθηταὶ καὶ μαθήτριαι πρέπει νὰ εὑρισκώμεθα εἰς συναγερμὸν διὰ τὴν μεγάλην μάχην τῆς μορφώσεως. 
Σχολεῖα καὶ Ἰνστιτοῦτα, φροντιστήρια καὶ ξέναι γλῶσσαι, τέχναι καὶ ἐπαγγέλματα ἀποτελοῦν τὸ ὄνειρον καὶ τὴν φιλοδοξίαν τῶν γονέων, τὸν πόθον καὶ τὴν ἀγωνίαν τῶν παιδιῶν. Πάντα ταῦτα, βεβαίως, εἶναι συγκινητικά, διότι ἀπαιτοῦν μόχθον καὶ θυσίαν καὶ εἶναι ἐπίσης ἀπαραίτητα καὶ βασικὰ διὰ τὴν πρόοδον καὶ τὴν ἐπιστήμην, διὰ τὴν εὐημερίαν τῆς κοινωνίας καὶ τὸν πολιτισμὸν τῆς ἀνθρωπότητος. Πέραν ὅμως καὶ ὑπεράνω τούτων, ἢ μᾶλλον σκοπὸς καὶ τέρμα ὅλων τούτων πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ καλλιέργεια τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἠθικὴ διάπλασις καὶ μόρφωσις τοῦ νέου μαθητοῦ «κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ», δηλαδὴ ἡ ἀνακάλυψις τῆς ἀληθείας, τοῦ Χριστοῦ.
       Ποία ὅμως εἶναι ἡ ὀρθὴ παιδεία; Ποία ἡ ἀληθὴς μόρφωσις; Ἀσφαλῶς εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἔχει ὡς βάσιν ἀμετακίνητον τὴν ψυχοσωματικὴν ἰδιότητα τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὡς σκοπὸν τὴν σύμμετρον καὶ ἁρμονικὴν ἀνάπτυξιν. Ὀρθὴ παιδεία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀντιμετωπίζει καὶ καλλιεργεῖ τὸν ἄνθρωπον ὡς ἑνιαίαν προσωπικότητα καὶ προωθεῖ αὐτὸν εἰς τὸν τελικὸν αὐτοῦ προορισμόν, τὴν εὐημερίαν καὶ προσφορὰν εἰς τὸν κόσμον ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπόλαυσιν τῆς ἀνωτέρας ζωῆς πλησίον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Συνεπῶς, καὶ ἡ εὐθύνη τῶν φορέων τῆς ἀγωγῆς, γονέων καὶ διδασκάλων, εἶναι μεγάλη, διότι εἶσθε Θεοῦ «συνεργοί», τὸ δὲ ἔργον σας ἀποτελεῖ «μυσταγωγίαν» καὶ ἀληθῆ ἱερουργίαν. Δὲν ὑπάρχει ἀνωτέρα «τέχνη» καὶ δυσκολώτερον «ἐπάγγελμα» ἀπὸ τοῦ γονέως καὶ τοῦ διδασκάλου. Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος εἰς εἰδικὴν ὁμιλίαν του περὶ ἀνατροφῆς τῶν τέκνων παρουσιάζει τὸν ἄπλαστον καὶ ἀδιαμόρφωτον κόσμον τοῦ παιδιοῦ μὲ νεοϊδρυθεῖσαν πολιτείαν ἀπὸ τὴν ὁποίαν λείπει ἡ ὀργάνωσις καὶ ἡ νομοθεσία. Πρέπει νὰ θεσπισθοῦν οἱ κατάλληλοι καὶ ἀναγκαῖοι νόμοι οἱ ὁποῖοι νὰ ρυθμίζουν τὴν ζωὴν καὶ τὰς σχέσεις τῶν πολιτῶν καὶ νὰ προστατεύουν αὐτοὺς ἀπὸ ἐσωτερικοὺς καὶ ἐξωτερικοὺς ἐχθρούς, ὥστε νὰ διαβιοῦν μέ τάξιν, εἰρήνην καὶ ἀσφάλειαν. Διαφορετικά, χωρὶς τοὺς νόμους καὶ τοὺς κανονισμούς, ἀπαυγάσματα καὶ καρποὺς τῆς παιδείας, θὰ ἐπικρατῇ ἡ ἀναρχία καὶ ἡ παρανομία. Νομοθέτης καὶ Βασιλεὺς τῆς ψυχικῆς πολιτείας τοῦ παιδιοῦ εἶσθε πρωτίστως οἱ γονεῖς, ὁ πατὴρ καὶ ἡ μήτηρ, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ χαράξητε εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ παιδιοῦ τοὺς αἰωνίους ἠθικοὺς νόμους, βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἀναπτυχθῇ καὶ θὰ ἐξελιχθῇ εἰς τέλειον καὶ ὡλοκληρωμένον ἄνθρωπον. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει τοὺς γονεῖς: «Οἱ πατέρες ἐκτρέφετε τὰ τέκνα ὑμῶν ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου», ἡ δὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου ἀρχίζει ἀπὸ τῆς παιδικῆς ἡλικίας, ὁπότε ἀρχίζει ὁ σωματικὸς καὶ ψυχικὸς μετασχηματισμὸς τοῦ παιδιοῦ. Οἱ γονεῖς πρέπει νὰ ἐγκύψητε ἐπάνω εἰς τὸ παιδί, ὅπως ὁ ἀγαλματοποι-ὸς ἐπάνω εἰς τὸ ἄμορφον μάρμαρον, διὰ νὰ σμιλεύσητε τὸ ἦθος καὶ τὸν χαρακτῆρα του. Ὁ παιδαγωγὸς δέ, σεῖς ἀγαπητοὶ διδάσκαλοι καὶ ἐκπαιδευτικοί, καλεῖσθε νὰ εἰσέλθητε εἰς τὴν μεγάλην αὐτὴν μάχην τῆς μορφώσεως μὲ τὴν ἀρτίαν καὶ ἐπιβλητικὴν πανοπλίαν τῆς προσωπικότητός σας ἡ ὁποία θὰ ἐμπνέῃ εἰς τὸν μαθητὴν τὸ ἱερὸν δέος καὶ τὸν σεβασμόν, τὴν συγκίνησιν καὶ τὴν  ἐμπιστοσύνην. Εἰς τὴν δύσκολον καὶ κρίσιμον αὐτὴν κατάστασιν ἔρχεται βοηθός σας ἡ  Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ μέγα σχολεῖον τῆς πίστεως καὶ τῆς εὐσεβείας, ὅπου διδάσκει ὁ Μέγας Παιδαγωγὸς ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ὁ Κύριος. Εἶναι τὸ θερμοκήπιον ὅλων τῶν ψυχῶν, καὶ ἰδιαιτέρως τῶν παιδικῶν. Ἡ Ἐκκλησία προσφέρει μὲ ὅλα της τὰ μέσα τὴν χριστιανικὴν πίστιν καὶ προσκαλεῖ εἰς τὸ μέγα δεῖπνον τῶν πνευματικῶν της ἀγαθῶν ὅλα τὰ τέκνα της. 
Ἀπαραίτητος, λοιπόν, εἶναι ἡ συνεργασία τῆς σχολικῆς Κοινότητος μετὰ τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ διευκόλυνσις τῆς γνωριμίας καὶ τῆς σχέσεως τῶν μαθητῶν καὶ τῶν μαθητριῶν μὲ τὸν οἰκεῖον Ἐπίσκοπον εἶναι πρᾶξις ἀναγκαία πρὸς ἀπόκτησιν ὡλοκληρωμένης ἀντιλήψεως καὶ γνώσεως περὶ τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ πρῶτον σημαντικὸν κέρδος εἶναι ὅτι τὰ παιδιὰ λαμβάνουν τὴν χάριν καὶ τὴν εὐλογίαν, μυοῦνται εἰς τὰ μυστήρια τῆς ζωῆς, τῆς πνευματικῆς καὶ τῆς καθημερινῆς. Ἐν συνεχείᾳ ἐπιλύονται παρεξη-γήσεις. Ὁ Ἐπίσκοπος ἀπὸ πρόσωπον δῆθεν ἀπρόσιτον λόγῳ τῆς θέσεώς του φανερώνεται ὡς ὁ ἀγαπῶν ποιμήν, ὁ στοργικὸς πατὴρ ὁ ὁποῖος μεριμνᾷ, φροντίζει, δέχεται, συμμερίζεται. Οἱ μαθηταὶ μετὰ ἀπὸ μίαν τοιαύτην ἐπικοινωνίαν προβληματίζονται θετικῶς, ἐνθουσιάζονται. Τὴν χρησιμότητα τῆς παιδείας ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ διὰ τῆς Ἐκκλησίας ἅπαντες τὴν γνωρίζομεν καὶ τὴν ἀναγνωρίζει ἡ κοινωνία. Διὰ τοῦτο εἰς καιροὺς κρισίμους, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ γενικὴ χαλάρωσις, τὰ ναρκωτικά, τὸ ἀλκοόλ, τὸ ἔγκλημα, αἱ αἱρέσεις καὶ τὰ λοιπὰ βλαβερὰ μέσα ἀποδυναμώνουν ἢ διαφθείρουν τὰς παιδικάς, ἐφηβικὰς καὶ νεανικὰς ὑπάρξεις, ἡ προσπάθεια τῆς Ἐκκλησίας ἐν συνδυασμῷ πρὸς ἐκείνην τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας πρέπει καὶ ὀφείλει νὰ λειτουργήσῃ ἀποτελεσματικῶς καὶ μὲ ταχύτητα. Ἡ πρόληψις εἶναι ἀσυγκρίτως καλλιτέρα τῆς θεραπείας.
Ἡ ἱκανοποίησις τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, θὰ εἶναι μεγάλη ὅταν ὅλοι συμβάλλουν πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην καὶ ἐκκινήσῃ μία προσπάθεια προσηρμοσμένη εἰς τὰ δεδομένα τῆς συγχρόνου ἐποχῆς μὲ στόχον τὴν πνευματικὴν ἀναγέννησιν τοῦ λαοῦ.
Ἐν κατακλεῖδι, ἂς ἐπικαλεσθῶμεν τὴν εὐλογίαν καὶ τὴν βοήθειαν τῆς μεγαλυτέρας ποιμαντικῆς φυσιογνωμίας τῆς συγχρόνου Ἑλλάδος, τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, γράφοντος: «Ἡ ἐλπὶς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἔθνους εἶναι οἱ νέοι». Οἱ νέοι μας ὅμως ἔχουν αἰσθανθῆ ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἐλπίς, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἐλπίδα, ὅτι ἡ Ἐκκλησία φέρνει τὴν ἐλπίδα; Πῶς ἕνας νέος θὰ μάθῃ τὴν ἐλπίδα; Εἰς τὸ ἐναγώνιον αὐτὸ ἐρώτημα τῶν νέων ἂς ἐπιστρα-τεύσωμεν ὅλας μας τὰς δυνάμεις, ὥστε νὰ δώσωμεν ἐλπίδα εἰς τὴν νέαν γενεὰν καὶ διὰ τοῦ ἐγκαινιασθέντος σχολείου τούτου, τὸ ὁποῖον εἴθε νὰ ἀποτελέσῃ «καταγώγιον ἀρετῆς». Καὶ τότε ἡ ἀντίδοσις θὰ εἶναι μεγάλη δι᾿ ὅλους, διότι «καλὸν τὸ ἆθλον, καὶ ἡ ἐλπίς (ὅλων μας) μεγάλη»!
Ἡ Χάρις τοῦ Πατρὸς τῶν Φώτων ἂς εἶναι μαζὶ μὲ τοὺς μαθητὰς καὶ τὰς μαθητρίας πού «μαθαίνουν τὰ γράμματα» καὶ τοῦ Θεοῦ τά πράγματα. 

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: "ΟΙ ΡΟΜΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙΤΕ ΜΙΑΝ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΙΝ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΟΝΕΙΡΟΥ"

Ο Μ Ι Λ Ι Α
ΤΗΣ Α. Θ. ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ
κ. κ. Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Υ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΝ ΑΥΤΟΥ 
ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΩΝ ΤΩΝ ΡΟΜΑ
(21 Ὀκτωβρίου 2013)

Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Νεαπόλεως καὶ Σταυρουπόλεως κύριε Βαρνάβα,
Ἱερώτατοι ἅγιοι ἀδελφοί,
Εὐλογημένοι ἀπὸ Θεοῦ καὶ ἀγαπητοί μας καταγόμενοι ἐκ τῆς ἱστορικῆς φυλῆς τῶν Ρομά,

"Οὔτε σπίτια, οὔτε καλύβια δὲν σοῦ πόδισαν ποτέ, δὲν σοῦ κάρφωσαν τὸν δρόμο τὸν παντοτινό, τὸν ἀνεμπόδιστο... ἀταίριαστε λαέ...", μᾶς διδάσκει ὁ μέγας ποιητής μας Κωστῆς Παλαμᾶς.
Ἐκ τῆς ἱστορίας γνωρίζομεν, ἡμεῖς, ὁ Ποιμενάρχης τῆς εὐλογημένης αὐτῆς Ἐπαρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Ἱερώτατος ἀδελφὸς Μητροπολίτης Νεαπόλεως καὶ Σταυρουπόλεως κύριος Βαρνάβας, οἱ κληρικοὶ καὶ ὅλοι μας τὰ κατορθώματα καὶ τὰς κατακτήσεις βασιλέων καὶ ἡγεμόνων τῆς γῆς, τὰς ὠφελείας καὶ τὰς καταστροφὰς τὰς ὁποίας προεκάλεσαν, τὴν μετατόπισιν τῶν συνόρων παγκοσμίως, ἀποτέλεσμα τῆς "κακίας" τῶν πολέμων τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἢ τῆς "διγλωσσίας" τῶν ἀνθρώπων εἰς τὰς πρὸς ἀλλήλους σχέσεις των.
Λαοὶ καὶ ἔθνη, ἐντασσόμενα εἰς νομοθετικὰ καὶ κοινωνικὰ πλαίσια διέρχονται τὴν ἐπὶ τῆς γῆς πορείαν τοῦ βίου των. Ὑπάρχουν ὅμως ἀνὰ τὸν κόσμον καί "ἀταίριαστοι" λαοί, κατὰ τὴν ρῆσιν τοῦ ποιητοῦ. 
Μία φυλή "ἀταίριαστος", ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ζῶν καὶ  ἀδάμαστον σύμβολον, εἶσθε σεῖς, ἡ φυλὴ καὶ τὰ τέκνα τῶν Ρομά. Μία φυλὴ ἐλευθέρας πλανητικῆς καὶ πρωτογενοῦς νομαδικῆς ζωῆς, φυλὴ ἀκατάβλητος ἀπὸ τὸν χρόνον καὶ τὸν λεγόμενον πολιτισμόν, ἐντὸς τοῦ ὁποίου πολιτισμοῦ ὁ Ρομὰ διέρχεται ὡς "λιτανεία ὀνείρου", τέκνον ἀνόθευτον τῆς μεγάλης φύσεως, ὑπεράνω δεσμῶν καὶ συνθηκῶν καὶ ἑστιῶν καὶ βωμῶν καὶ πατρίδων, κύριος, τρόπον τινά, τῆς φύσεως τῆς ὑπὸ τὸν ἥλιον  καὶ τὰ ἄστρα. 
Οἱ Ρομὰ ἀποτελεῖτε μίαν περιπλάνησιν ἱστορίας καὶ ὀνείρου, μίαν ἐνσάρκωσιν ἐλευθερίας, δρόμου, ὁρμῆς, "ἀνταρσίας", φυσιολατρείας, δημιουργίας ἐντὸς μιᾶς παναρμονίου μουσικῆς: «Σάρκα ἡ μουσικὴ θὰ γίνῃ». Ἡ φυλή σας, ἀγαπητοί μας Ρομά, ζῇ τὰ ἰδικά της ὁράματα, κόσμους ἱστορικοὺς καὶ ἐνίοτε φανταστικούς, τοπία πραγματικὰ καὶ ἀνύπαρκτα, καταστάσεις ψυχῆς καὶ συνειδήσεως, κόσμους ἀσυνδέτους πολλάκις, συνδεομένους ὅμως μὲ τὰ ἀόρατα νήματα τῆς λυρικῆς σκέψεως, κόσμους ἐκ τῶν ὁποίων διέρχεται ἡ μεγαλουργὸς Ἑλλάς, ὡς ἰδέα καὶ ὡς πραγματικότης, καὶ διαβαίνει ἡ ἀδάμαστος Ἑλληνικὴ ψυχή, διατρέχουσα ὡς φωτεινὴ λαμπυρὶς μίαν «εἱμαρμένην» τροχιάν, φῶς λεπτὸν καὶ εὐγενικόν, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε τὸ ζωογονεῖ μία ἐλαφρόπνους αὔρα, ἐνίοτε τρεμοσβύνει ὡς ἀγρία πνοὴ πόνου, κάποτε τὸ πνίγει σκοτεινὴ ἀναθυμίασις θανάτου, ὅμως πάντοτε προχωρεῖ μὲ τὸ ἀνάλαφρον "πέρασμά" του εἰς τὴν ἀπαρασάλευτον τροχιάν του ἀπὸ τοῦ Βυζαντίου εἰς τὴν Ἀναγέννησιν μέχρι καὶ τῶν ἡμερῶν μας.
Μὴ λησμονεῖτε, φίλοι Ρομά, ὅτι εὑρίσκεσθε ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δηλαδὴ τῆς παγκοσμίου κυριότητος τῆς ἀγάπης τοῦ Σωτῆρος. Καὶ ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας εἴμεθα οἱ πάντες βέβαιοι ὅτι εὑρισκόμεθα ἐντὸς κοινωνίας ἀδελφωσύνης καὶ ἑνότητος. Ὁ Ἐπίσκοπος καὶ οἱ κληρικοί μας καθοδηγοῦν εἰς τὴν κοινότητα τῆς Ἐκκλησίας διὰ τοῦ Βαπτίσματος καὶ τῆς ἱερᾶς κατηχήσεως, καὶ δι᾿ αὐτῶν εἰς τὸν χριστιανικὸν βίον μὲ κατάληξιν τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, πρὸς κατάκτησιν τῆς ὁποίας ἐπιβάλλεται διὰ πάντας ὁ εἰρηνικὸς καὶ ὁ ἔννομος βίος ὡς ὅρος καὶ κανὼν τῆς ἐπιγείου ζωῆς τῶν ἀνθρώπων. Καὶ οἱ ἄνθρωποι, ἀσχέτως καταγωγῆς καὶ φυλῆς, εἴμεθα τέκνα τοῦ Θεοῦ. Τὸ ὅραμα τῶν πρὸ Χριστοῦ Προφητῶν, ἡ συμφιλίωσις δηλαδὴ τῶν ἀνθρώπων, ἔγινε πραγματικότης ὡς "ἀπαρχή" καὶ νέον ἐκκίνημα εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ σαρκωθέντος Χριστοῦ, τοῦ ταυτισθέντος πρὸς τοὺς Μαθητάς Του καὶ ἐξακολουθοῦντος νὰ ταυτίζηται πρὸς τούς "φίλους" Του, ὅλους  μας, εἰς κάθε ἐποχήν "εἰς τὸ εἶναι αὐτὸν πρωτότοκον ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς" (Ρωμ. η΄, 29-30).
Ὅσοι, λοιπόν, πιστεύομεν εἰς τὸν Κύριον Ἰησοῦν, ἀποκτῶμεν μίαν νέαν ἀντίληψιν ἀδελφωσύνης, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ρίζας τὴν φυσικὴν καταγωγήν, ἀλλὰ τὴν σχέσιν πρὸς τὸν Θεὸν Πατέρα μέσῳ τοῦ Υἱοῦ. Πρόκειται, δηλαδή, διὰ μίαν χαρισματικὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἀναβλύζει ἐκ τῆς νέας γεννήσεώς μας ἐντὸς τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας, τῆς ἀναγεννήσεώς μας δηλαδή, ὅπως τοῦ εὐσχήμονος βουλευτοῦ Νικοδήμου, "ἐξ ὕδατος καὶ πνεύματος", καὶ ἡ ὁποία ἀναγέννησις μεταβάλλει τὸ πλέγμα τῶν σχέσεών μας πρὸς τοὺς ἄλλους. Εἶναι ἡ ἀδελφωσύνη, "ἡ ἐν τῷ κόσμῳ ἀδελφότης" (πρβλ. Α΄ Πέτρ. ε΄, 9) τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀδελφῶν τοῦ Ἰησοῦ, ἡ ἐκκινοῦσα ἐκ τοῦ Βαπτίσματος εἰς τὸ Ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ θεμελιουμένη ἐπὶ τῆς μιᾶς Πίστεως, τοῦ κοινοῦ Ποτηρίου τῆς Εὐχαριστίας, τοῦ κοινωνικοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας. 

Ἀγαπητοί μας Ρομά, 
          Αἱ ἱστορικαί σας καταβολαί, ἡ μεγαλουργὸς σύνδεσίς σας μετὰ τοῦ Ἱεροῦ Χώρου τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἁγιωτάτου Μυστηρίου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τὸ παρελθόν, τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον σας ἀποτελοῦν μίαν ἀτελεύτητον πορείαν μὲ εὐοιώνους προοπτικὰς ἀγάπης, ἀδελφωσύνης καὶ ἑνότητος, τὴν ὁποίαν εὐλογοῦμεν, τὴν ὁποίαν καμαρώνομεν, διὰ τὴν ὁποίαν χαιρόμεθα καὶ εὐχόμεθα νὰ εἶναι μία πορεία πρὸς ὅσα καλά, ὅσα ἀληθῆ, ὅσα δίκαια, ὅσα σεμνά, διὰ νὰ εἶναι πραγματικὴ πορεία ζωῆς. Ἀμήν.   

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [ΟΜΙΛΙΑ ΣΕ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΙΑΤΡΕΙΟ]

ΟΜΙΛΙΑ
ΤΗΣ Α. Θ. ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ
κ. κ. Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Υ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΤΗΝ ΕΓΚΑΙΝΙΩΝ 
ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΙΑΤΡΕΙΟΥ
(21 Ὀκτωβρίου 2013)


Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Νεαπόλεως καὶ Σταυρουπόλεως κύριε Βαρνάβα,
Τέκνα ἡμῶν ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

          Ἐπισκεφθέντες ἤδη πλεῖστα ὅσα ἔργα εὐποιΐας καὶ ἀγάπης, δημιουργηθέντα μὲ τὴν ἔμπνευσιν καὶ πρωτοβουλίαν καὶ στοργὴν τοῦ Ἱερωτάτου Mητροπολίτου Νεαπόλεως καὶ Σταυρουπόλεως καὶ λειτουργοῦντα ὑπὸ τὴν πρόνοιαν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως ταύτης, δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ἐκφράσωμεν τὴν ἱκανοποίησιν ἡμῶν καὶ διὰ τὸ ἄρτι ἐγκαινιασθὲν ἔργον τοῦ κοινωνικοῦ ἰατρείου, ἔργον τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει τὴν εὐαισθησίαν τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας οὐχὶ μόνον διὰ τὰς πνευματικὰς ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς σωματικὰς χρείας τῶν ἀνθρώπων, ἰδίᾳ δὲ ὅσων στεροῦνται ἰατρικῆς περιθάλψεως καὶ τῶν νεαρῶν βλαστῶν αὐτῆς.
          Ἡ χριστομίμητος αὕτη μέριμνα ὑπὲρ τῶν ἀσθενούντων ἀποτελεῖ ἔθος παλαιὸν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀνέκαθεν προσέφερε δωρεὰν ἰατρικὴν φροντίδα εἰς τοὺς ἀσθενοῦντας ἀνεξαρτήτως θρησκείας καὶ γένους, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν βίων πολλῶν ἁγίων ἰατρῶν αὐτῆς, γνωριζομένων διὰ τοῦτο καὶ διὰ τοῦ κοινοῦ ὀνόματος τῶν Ἀναργύρων, καθ᾽ ὅσον ἔθετον τὴν ἐπιστήμην αὐτῶν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν πασχόντων, μὴ ἀποβλέποντες εἰς ὑλικὸν ὄφελος ἢ κέρδος, κινούμενοι δὲ ἐκ μόνης τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν συνάνθρωπον.
          Τὸ παράδειγμα τούτων οὐδέποτε ἐξέλιπεν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἡ ὁποία ὡς καλὸς Σαμαρείτης προσφέρει ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνατοτήτων αὐτῆς τὴν ἀπαιτουμένην ἰατρικὴν περίθαλψιν πρὸς ἀνακούφισιν τῶν σωματικῶν ἀσθενειῶν καὶ ἐκ παραλλήλου προσεύχεται διὰ τὴν ἴασιν τῶν ἐν ἀσθενείαις κατακειμένων καὶ ἐμπιστεύεται αὐτοὺς εἰς τὴν πανσθενουργὸν δύναμιν τοῦ Κυρίου, τοῦ ποιοῦντος «θαυμάσια μεγάλα μόνου», τὴν δύναμίν Του τὴν ποικιλοτρόπως ἐνεργουμένην διὰ τῶν τιμίων καὶ θαυματουργῶν λειψάνων καὶ τῶν ἱερῶν εἰκόνων τῶν ἁγίων της.
          Τὴν ἀγαθὴν ταύτην παράδοσιν συνεχίζει ἐν προκειμένῳ καὶ ἡ Ἱερὰ Μητρόπολις Νεαπόλεως καὶ Σταυρουπόλεως διὰ τῆς συστάσεως τοῦ παρόντος κοινωνικοῦ ἰατρείου ὁμοῦ μετὰ τῶν λοιπῶν δράσεων τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνει πρὸς ἐξυπηρέτησιν εὐπαθῶν ὁμάδων τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Δυτικῆς Θεσσαλονίκης. Εἶναι δὲ ἄξιοι ἐπαίνου οἱ ἀποδεχθέντες τὴν πρόσκλησιν τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας ἰατροὶ καὶ νοσηλευταὶ οἱ ὁποῖοι προθύμως ἔσπευσαν νὰ συνδράμουν τὴν Τοπικὴν Ἐκκλησίαν καὶ νὰ ἐργασθοῦν ἐθελοντικῶς καὶ εἰς τὸ κοινωνικὸν ἰατρεῖον ὡς καὶ εἰς τὰ ἄλλα ἔργα αὐτῆς. Ἡ προσφορὰ αὐτῶν, προσφορὰ ἀνιδιοτελὴς οὐχὶ μόνον τῶν γνώσεων ἀλλὰ καὶ τοῦ χρόνου αὐτῶν, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ διὰ τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον τὸ πολυτιμότερον ἀγαθόν, δίδει μίαν εὔλαλον ἀπάντησιν εἰς ὅσους ἀμφισβητοῦν τὸ ἔργον τῆς Ἐκκλησίας ἀλλὰ καὶ εἰς ὅσους νομίζουν ὅτι τὸ πᾶν εἰς τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τὸ προσωπικὸν ὄφελος καὶ συμφέρον. 
          Δι᾽ ἡμᾶς τοὺς εἰς Χριστὸν πιστεύοντας ἰσχύει τὸ τοῦ ἀποστόλου Παύλου «μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος» (Α΄ Κορ. ι΄, 24-25), διότι οὕτως ἀντιμετωπίζονται ἑκάστοτε αἱ ἀναφυόμεναι δυσκολίαι, οὕτως ἁπαλύνεται ὁ πόνος, οὕτως ὁ εἷς συνδέεται μετὰ τοῦ ἑτέρου εἰς κοινωνίαν Χριστοῦ, ἀπομακρύνων τὸν κίνδυνον τῆς μετατροπῆς τῆς ἀνθρωπίνης κοινωνίας εἰς ζούγκλαν ἐξ αἰτίας τῶν κοινωνικῶν ἀντιπαρα-θέσεων τὰς ὁποίας δύναται νὰ προκαλέσῃ ἡ σοβοῦσα οἰκονομικὴ κρίσις.
          Συγχαίροντες λοιπὸν ὁλοκαρδίως τὸν ἰθύνοντα νοῦν καὶ αὐτῆς τῆς προσπαθείας, Ἱερώτατον ἀδελφὸν ἅγιον Νεαπόλεως καὶ Σταυρουπόλεως κύριον Βαρνάβαν, ἅμα δὲ καὶ τοὺς παντοιοτρόπως συνεισφέροντας εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ παρόντος κοινωνικοῦ ἰατρείου, εὐχόμεθα ὅπως Κύριος ὁ Θεὸς εὐλογῇ τὸν κόπον σας πρὸς εὐόδωσιν τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ, καὶ ἐπικαλούμεθα τὴν πανσθενουργὸν αὐτοῦ Χάριν ἐπὶ τοὺς κοπιῶντας ἐν αὐτῷ καὶ τοὺς πάσχοντας ἀδελφούς μας οἱ ὁποῖοι θὰ προσέρχωνται εἰς αὐτὸ διὰ τὴν ἴασιν καὶ τὴν θεραπείαν των. 

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [Η ΑΞΙΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΣ]

Ο Μ Ι Λ Ι Α
ΤΗΣ Α. Θ. ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ
κ. κ. Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Υ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΨΙΝ ΑΥΤΟΥ 
ΕΙΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΝΑΟΝ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΩΝ
(21 Ὀκτωβρίου 2013)


Ἱερώτατε Ποιμενάρχα τῆς Θεοσώστου ταύτης Ἐπαρχίας Μητροπολῖτα Νεαπόλεως καὶ Σταυρουπόλεως κύριε Βαρνάβα,
Ἱερώτατοι καὶ Θεοφιλέστατοι ἅγιοι ἀδελφοί,
Εὐλογημένοι Ὀρθόδοξοι χριστιανοί, τέκνα τῆς Ἐκκλησίας ἀγαπητά,
          Εὑρισκόμεθα εἰς ἕνα ἐκ τῶν τεσσαράκοντα Ἱερῶν Ναῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνηγέρθησαν ἐξ ὑπαρχῆς κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς πρὸ τεσσαρακονταετίας περίπου ἐν ἔτει 1974ῳ συστάσεως διὰ Πατριαρχικοῦ καὶ Συνοδικοῦ Τόμου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τῆς Ἱερᾶς ταύτης Μητροπόλεως αὐτοῦ, καὶ ἐκφράζομεν τὴν χαρὰν καὶ πατρικὴν εὐφροσύνην ἡμῶν ὡς Πατριάρχου σας, βλέποντος τὰ τέκνα του νὰ προοδεύουν ἐν πίστει, ἐν ἀληθείᾳ, ἐν ἔργοις ἀγαθοῖς.
Ἀσφαλῶς, ἡ ἀνέγερσις ἑνὸς Ναοῦ δὲν ἀποτελεῖ ἔργον ἁπλοῦν καὶ ἀμελητέον. Ἡ ἱστορία καὶ ἡ Ὀρθόδοξος ζωὴ μαρτυροῦν τὴν ἀναγκαιότητα ἀνοικοδομήσεως Ναῶν καὶ Ἱερῶν Θυσιαστηρίων. Ὁ Προφήτης Ἀγγαῖος, ἤδη τὸν ἕκτον πρὸ Χριστοῦ αἰῶνα, δὲν ἀσχολεῖται τόσον, ὡς πολλοὶ τῶν προφητῶν, μὲ δογματικὰς παρεκκλίσεις καὶ ἀφορισμοὺς ὅσον μὲ ἓν πολὺ πρακτικὸν μεσσιανικὸν θέμα, τὴν ἀνοικοδόμησιν Ναοῦ, ἀπαραιτήτου ὄχι μόνον διὰ τὴν κοινωνικὴν εὐεξίαν ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν θρησκευτικὴν ἀκεραιότητα καὶ ταυτότητα τοῦ λαοῦ. 
          Κηρύττει ὁ Προφήτης τὴν ἀναστήλωσιν τοῦ Ναοῦ, ἐργάζεται διὰ νὰ ὑψωθῇ, ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ εὕρῃ καταφύγιον καὶ σκέπην ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ. Συγχρόνως ὅμως ἐργάζεται ὥστε ὁ ὑψωθησόμενος Ναὸς νὰ ἀποτελῇ ἔπαλξιν διὰ τῆς ὁποίας θὰ δώσῃ τὴν μάχην καὶ θὰ κερδίσῃ τὴν νίκην ἡ πίστις τοῦ ζῶντος καὶ ἀληθινοῦ Θεοῦ. 
Τοιουτοτρόπως καταργεῖται εἰς τὴν ἰουδαϊκὴν πίστιν καὶ αὐστηρὰν ἑβραϊκὴν πραγματικότητα τό «φράγμα» τοῦ ἐθνικισμοῦ ἐντὸς τοῦ οἴκου τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος περιβάλλει πάντας τοὺς πιστοὺς μὲ τὴν δόξαν καὶ τὴν εἰρήνην Του.
Μὲ τὴν πάροδον τῶν αἰώνων, ἐντὸς πλέον τῆς χριστιανικῆς πραγματικότητος, προκύπτει ὁ χῶρος τῆς Ἐνορίας μὲ κέντρον  τὸν Ἱερὸν Ναόν. Ἡ ὀργάνωσις τῶν Ὀρθοδόξων ἰδίᾳ χριστιανῶν πέριξ τῆς Ἐνορίας, πάντοτε μέν, ἰδιαιτέρως ὅμως κατὰ τὴν σημερινὴν ἐποχήν, ἀποδεικνύεται ἀναγκαιοτάτη. Ἡ ζωὴ τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ ἀρθρώνεται καὶ πραγματώνεται ἐντὸς τῆς Ἐνορίας. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀκμὴ ἢ ἡ παρακμή (κατ᾿ ἄνθρωπον βεβαίως) τῆς Ἐκκλησίας συνδέεται ἀμέσως μὲ τὴν κατάστασιν καὶ πρόοδον τῆς Ἐνορίας, ὡς τῆς μικροτέρας ἐκκλησιαστικῆς μονάδος, τοῦ κυττάρου, θὰ ἐλέγομεν. Πλέον συγκεκριμένως, ἔχει λόγον μὲ τὴν σχέσιν τῶν πιστῶν πρὸς τὸ ἐνοριακὸν κέντρον, τὸ ἱερὸν Θυσιαστήριον, τὴν καθ᾿ ἡμέραν ζωὴν τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, λαμβανομένου ὑπ᾿ ὄψιν ὅτι κάθε προσπάθεια διὰ τὴν πρόοδον τῆς ἐκκλησιαστικῆς καὶ πνευματικῆς ζωῆς ἀρχίζει ὁπωσδήποτε ἐκ τῆς Ἐνορίας. Ἡ Ἐνορία εἶναι, πέραν τοῦ ἀμιγῶς ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτῆρος αὐτῆς, καὶ ἓν κοινωνικὸν σῶμα πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ποικίλων προβλημάτων τοῦ καθ᾿ ἡμέραν βίου, σῶμα καλῶς ὀργανούμενον πάντοτε καὶ πλαισιούμενον ὑπὸ καταλλήλων συνεργατῶν, οἱ ὁποῖοι συνδράμουν τὸν προϊστάμενον ἱερέα-ἐφημέριον εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐνοριακοῦ ἔργου τῆς κατηχήσεως εἰς τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν, τῆς μερίμνης διὰ τοὺς πάσχοντας, κ.ἄ.
Τοιουτοτρόπως, διὰ τῆς διακονίας τῆς Ἐνορίας καὶ τοῦ λειτουργικοῦ βίου τοῦ κέντρου αὐτῆς, τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, κατευθύνονται οἱ πιστοί «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» ὄχι μόνον ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πίστιν αὐτῶν ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐνσάρκωσιν καὶ ἐφαρμογὴν τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως ἐντὸς τῆς κοινωνίας, πάντοτε βεβαίως διὰ τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.
Ἐντὸς τῆς καλπαζούσης κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἀστικοποιήσεως, ἀναδεικνύεται ἔτι περισσότερον ἡ ἀξία καὶ ἡ σημασία τῆς Ἐνορίας ἡ ὁποία καλεῖται νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ὑπέρβασιν τῆς νομικῶς προσδιοριζομένης ἀπροσώπου μαζικῆς ὑπάρξεως καὶ νὰ ἐπανεύρῃ τὴν πνευματικότητα καὶ κοινωνικὴν πληρότητα αὐτῆς ἐντὸς τῆς "ὄντως ζωῆς", δηλαδὴ διὰ τῆς ἐν Χριστῷ ἀναπτύξεως διαπροσωπικῶν σχέσεων. Ἡ κατὰ τὰ Ἀποστολικὰ καὶ Πατερικὰ πρότυπα ἐπανοργάνωσις τῆς Ἐνορίας προϋποθέτει καὶ σήμερον ἀποστόλους καὶ πατέρας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐνεργοῦν μὲ τὸν ἴδιον Ἁγιοπνευματικὸν φωτισμόν, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἰδίαν ἐκκλησιαστικὴν συνείδησιν. Παραλλήλως, ἀπαιτεῖται καὶ ἡ οὐσιαστικὴ συμβολὴ καὶ λειτουργία τῶν μελῶν τῆς Ἐνορίας, τὰ ὁποῖα οἱ κληρικοὶ ὀφείλουν νὰ συνὰγουν ὡς ἡ «ὄρνις τὰ νοσσία ἑαυτῆς» (Ματθ. κγ΄,37) διὰ νὰ εἶναι ἡ Ἐνορία ζῶν ὀργανισμὸς μὲ κίνησιν καὶ ζωὴν καὶ νὰ δύναται νὰ ἀποτελῇ τὴν ζύμην, ἡ ὁποία θὰ ζυμώσῃ ὅλον  τὸν εὐρύτερον κοινωνικὸν χῶρον.
Χαρᾶς ἀνεκλαλήτου πλημμυρίζει ἡ ἡμετέρα πατρικὴ καρδία καθὼς ἐπισκεπτόμεθα τὸν Ἱερὸν αὐτὸν Ναὸν τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, τὸν ὁποῖον ἡ ἰδική σας εὐλάβεια καὶ ἀγάπη, ἀγαπητά μας παιδιά, ὑπὸ τὴν στοργικὴν μέριμναν τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου σας κυροῦ Διονυσίου καὶ τοῦ διαδόχου αὐτοῦ ἀδελφοῦ Μητροπολίτου κυρίου Βαρνάβα, τοῦ στοργικοῦ ποιμένος καὶ πατρός σας, καὶ τῶν ἐκλεκτῶν κληρικῶν σας, ἀνήγειρε διὰ νὰ ἀποτελῇ ἀληθῶς ἔπαλξιν καὶ κέντρον ζωῆς τῆς Ἐνορίας καὶ ὅλων τῶν χρηζόντων βοηθείας καὶ διακονίας παρὰ τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ καὶ παρὰ τῆς ἀγάπης τοῦ συνανθρώπου.  
Σᾶς συγχαίρομεν, σᾶς εὐλογοῦμεν καὶ εὐχόμεθα ὁ Ναός σας νὰ εἶναι πηγὴ ἰαμάτων διὰ τῶν πρεσβειῶν καὶ τῆς Χάριτος τοῦ Ἀθλοφόρου Παντελεήμονος, καὶ ἡ Ἐνορία σας ἡ εὐλογημένη καρδία καὶ πηγὴ ἀγάπης. Δόξα τῷ Θεῷ διὰ τὴν δωρεάν Του αὐτὴν πρὸς τὸν λαὸν τῆς εὐλογημένης περιοχῆς. 
Σᾶς ἀπονέμομεν ἀπὸ καρδίας τὴν Πατριαρχικὴν καὶ πατρικήν  μας εὐλογίαν, εὐχόμενοι τὰ βέλτιστα κατὰ τὴν ὥραν ταύτην τῆς κρίσεως, ἠθικῆς, οἰκονομικῆς καὶ εὐρυτέρας, καὶ ἐπικαλούμεθα ἐπὶ τὸ εἰς τὸν Ἱερὸν Ναὸν καὶ τὴν εὐλογημένην Ἐνορίαν σας ἐπιτελούμενον ἔργον τὴν Χάριν καὶ τὸ ἄπειρον Ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Related Posts with Thumbnails

Follow by Email