© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: "ΟΙ ΙΜΒΡΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΜΕ ΠΟΤΕ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ"

ΟΜΙΛΙΑ
ΤΗΣ Α. Θ. ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ
κ. κ. Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Υ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΨΙΝ ΑΥΤΟΥ
ΕΙΣ ΤΗΝ ΙΜΒΡΙΑΚΗΝ ΕΝΩΣΙΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ
(26 Ὀκτωβρίου 2013)


Ἱερώτατε καὶ φίλτατε ἐν Χριστῷ ἀδελφὲ Μητροπολῖτα Θεσσαλονίκης κύριε Ἄνθιμε καὶ λοιποί ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,
Ἐξοχώτατοι,
Ἐντιμότατε κύριε Πρόεδρε τῆς Ἰμβριακῆς νώσεως Μακεδονίας - Θρᾴκης,
Φίλτατοι συμπατριῶται Ἴμβριοι,
Ἀδελφοί, Πατέρες καὶ Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Μὲ ἀνεκλάλητον χαρὰν εὑρισκόμεθα κατὰ τὴν ἑόρτιον καὶ εὐφρόσυνον αὐτὴν ἡμέραν ἐν τῷ μέσῳ ὑμῶν τῶν μελῶν τῆς Ἰμβριακῆς Ἑνώσεως Μακεδονίας καὶ Θρᾴκης καὶ πολὺ ἀγαπητῶν συμπατριωτῶν μας. Τὴν χαράν μας ἐπαυξάνει τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ συνάντησίς μας πραγματοποιεῖται εἰς τὸ Πνευματικὸν Κέντρον τῆς Ἰμβριακῆς Ἑνώσεως Θεσσαλονίκης, τὸν θεμέλιον λίθον τοῦ ὁποίου εἴχαμε καταθέσει κατὰ τὴν πρὸ ἐτῶν ἐπίσκεψίν μας ἐδῶ καὶ τὸ ὁποῖον ἤδη ἀπὸ ἐτῶν λειτουργεῖ ὡς ἑστία πατρικὴ καὶ οἰκογενειακή, κάτω ἀπὸ τὴν σκέπην τῆς ὁποίας φυλάσσονται κειμήλια καὶ ἀναμνήσεις, πόθοι καὶ ἐλπίδες, καὶ μεταδίδονται εἰς τοὺς νεωτέρους ἤθη καὶ ἔθιμα τοῦ τόπου μας, τῆς Ἴμβρου μας, τὴν ὁποίαν τόσον πολὺ ἀγαποῦμε καὶ λατρεύουμε ὅλοι οἱ Ἴμβριοι, ὁπουδήποτε καὶ ἐὰν ζοῦμε, ὁπουδήποτε τῆς γῆς καὶ ἄν εὑρισκώμεθα.
Σᾶς συγχαίρομεν ἐκ βάθους καρδίας διότι διατηρεῖτε αὐτὸν τὸν ἰσχυρὸν σύνδεσμον τῆς ἀγάπης πρὸς τὴν γενέθλιον γῆν, τὴν ὡραίαν νῆσον μας, εἰς τὴν καρδίαν σας καὶ συντηρεῖτε τὴν νοσταλγίαν διὰ τὴν πατρίδα, νοσταλγίαν ἡ ὁποία εὑρίσκει διέξοδον εἰς τὰς ἐπισκέψεις σας εἰς τὴν Ἴμβρον μὲ κάθε εὐκαιρίαν. Χαίρομεν διότι αἱ ἐπισκέψεις σας γίνονται ὁλοὲν καὶ συχνότεραι καὶ ὁλοὲν καὶ περισσότεροι συμπατριῶται μας ὄχι μόνον ἐξ Ἑλλάδος ἀλλὰ καὶ ἐξ Εὐρώπης καὶ Ἀμερικῆς καὶ Αὐστραλίας ἐπισκέπτονται τὴν Ἴμβρον, μερικοὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἐπιστρέφουν εἰς αὐτὴν ὁριστικῶς ὅπως ὁ Ὀδυσσεὺς εἰς τὴν Ἰθάκην.
Τὸ γεγονὸς τοῦτο, παρὰ τὰς δυσχερεῖς συνθήκας αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτησαν καὶ ἐπικρατοῦν κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετίας καὶ τὰς ὁποίας ὅλοι γνωρίζομεν, μᾶς χαροποιεῖ ὅλως ἰδιαιτέρως διότι δίδει νέαν ζωὴν καὶ ἐλπίδα διὰ τὸ μέλλον τῆς Ἴμβρου μας. Τὴν ἐλπίδα αὐτὴν ἀναπτερώνει καὶ ἡ ἀνακαίνισις καὶ λειτουργία πολλῶν ἐκ τῶν ἐν Ἴμβρῳ ἱερῶν ναῶν καὶ παρεκκλησίων μὲ τὴν συνδρομὴν καὶ χορηγίαν Ἰμβρίων καὶ φίλων τῆς Ἴμβρου καὶ μὲ τὴν διαρκῆ μέριμναν τοῦ Ἱερωτάτου ἀδελφοῦ Ἁγίου Ἴμβρου καὶ Τενέδου, ὁ ὁποῖος νύκτα καὶ ἡμέραν ἀγωνίζεται, ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τῶν Ἰμβριακῶν Ἑνώσεων καὶ τῶν ἁρμοδίων φορέων, διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν χρονιζόντων αἰτημάτων τῶν Ἰμβρίων, συγχρόνως δὲ καὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν ἐν Ἴμβρῳ καὶ Τενέδῳ διαβιούντων συμπατριωτῶν μας.
Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἴχαμε καὶ ἡμεῖς πολλάκις τὴν χαρὰν νὰ συναντῶμεν ἀρκετοὺς ἀπὸ σᾶς εἰς τὴν προσφιλῆ καὶ πολύπαθη Ἴμβρον μας καὶ νὰ συνεορτάζωμεν μαζὶ τὴν ἑορτὴν τῆς ἀποδόσεως τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου εἰς τὸν ναὸν τῆς Παναγίας εἰς τοὺς Ἁγίους Θεοδώρους, νὰ ἐπισκεπτώμεθα ἱεροὺς ναοὺς καὶ ἐξωκκλήσια, νὰ ἀπολαμβάνωμεν τὴν ἀγαλλίασιν τὴν ὁποίαν προσφέρουν αἱ ἀναμνήσεις τοῦ παρελθόντος καὶ τῶν προσώπων, ἐπανερχόμεναι ζωηραί, ὅταν εὑρίσκεται κανεὶς εἰς τὸν τόπον τῶν παιδικῶν καὶ νεανικῶν αὐτοῦ χρόνων, εἰς τὸν τόπον ἐκ τοῦ ὁποίου ἤρχισε τὴν πορείαν του καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου διὰ ποικίλους ὁ καθεὶς λόγους ἀπεμακρύνθη, καὶ αἰσθάνεται καὶ πάλιν τὴν θέρμην τῆς παρουσίας προσώπων οἰκείων καὶ ἠγαπημένων.
Καὶ ἡμεῖς τὴν ᾐσθάνθημεν πολλάκις, ἀξιωθέντες νὰ ἑορτάσωμεν τὴν συμπλήρωσιν πεντηκονταετίας ἀπὸ τῆς εἰσόδου μας εἰς τὸν ἱερὸν κλῆρον, ὑποδεχθέντες κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τὸν ἀδελφὸν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κύριον Ἱερώνυμον, ὅλως ἰδιαιτέρως ὅμως τελέσαντες ἐφέτος κατανυκτικῶς τὰς ἀκολουθίας τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Ἑβδομάδος καὶ ἑορτάσαντες πανηγυρικῶς τὴν λαμπροφόρον Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου διὰ πρώτην φορὰν μετὰ πολλὰ ἔτη εἰς τὴν Ἴμβρον. Ἡ χαρὰ δὲ καὶ ἡ συγκίνησίς μας ἐγένετο μεγαλυτέρα διὰ τῆς παρουσίας πολυαρίθμων συμπατριωτῶν μας, οἱ ὁποῖοι ἔσπευσαν εἰς τὴν Ἴμβρον διὰ νὰ συνεορτάσωμεν «τὴν κλητὴν καὶ ἁγίαν ἡμέραν» τοῦ Πάσχα καὶ νὰ ψάλωμεν «καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι» τῆς πατρίδος κειμένοις καὶ προσδοκῶσιν ἀνάστασιν νεκρῶν τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη».
Ἰδιαιτέραν συγκίνησιν ἐζήσαμεν ὅμως καὶ κατὰ τὴν πρόσφατον ἐπίσκεψίν μας τελέσαντες τὸν ἁγιασμὸν ἐπὶ τῇ ἐπαναλειτουργίᾳ τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου τῶν Ἁγίων Θεοδώρων, τὸ ὁποῖον μετὰ διακοπὴν ἀρκετῶν δεκαετιῶν λειτουργεῖ καὶ πάλιν μὲ ὀλίγους μαθητάς, ἡ παρουσία τῶν ὁποίων προοιωνίζεται καλὴν συνέχειαν καὶ μᾶς γεμίζει ὅλους μὲ χρηστὰς ἐλπίδας καὶ προσδοκίας ὅτι ἡ ζωὴ τῆς Ἴμβρου μας θὰ συνεχισθῇ καὶ ὁ πολιτισμός μας καὶ οἱ ἀξίες μας καὶ τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμά μας καὶ οἱ παραδόσεις μας θὰ ἔχουν καὶ ἐκεῖ συνέχεια, ὅπως ἔχουν καὶ ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ παντοῦ ὅπου γῆς εὑρίσκονται Ἴμβριοι. Διότι οἱ Ἴμβριοι δὲν ξεχνοῦμε ποτὲ τὴν πατρίδα μας καὶ τὰς παραδόσεις μας. Τὶς ζοῦμε καὶ ζοῦμε μὲ αὐτὰς καὶ τὰς μεταλαμπαδεύομεν καὶ εἰς τὰς νεωτέρας γενεάς. Καὶ ὅ,τι ζῇ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σβύσῃ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ προοδεύσῃ. Αὐτὸ ἐλπίζομεν καὶ πιστεύομεν ἡμεῖς καὶ διὰ τοῦτο ἀγωνιζόμεθα μὲ ὅλας μας τὰς δυνάμεις, ὅπως καὶ σεῖς ἐδῶ εἰς τὴν Ἰμβριακὴν Ἕνωσιν Μακεδονίας καὶ Θρᾴκης καὶ οἱ Ἴμβριοι ἁπανταχοῦ τῆς γῆς.
Δι᾿ αὐτὸ καὶ συγχαίρομεν πατρικῶς τὸν Πρόεδρον καὶ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Ἰμβριακῆς Ἑνώσεως Μακεδονίας καὶ Θρᾴκης καὶ πάντας τοὺς ἐργαζομένους εἰς τὸ Πολιτιστικὸν Κέντρον τῆς Ἑνώσεως, ἀλλὰ καὶ ὅλους τοὺς ἐργαζομένους εἰς τοὺς κατὰ τόπους Συλλόγους Ἰμβρίων καὶ Τενεδίων διὰ τὸ σπουδαιότατον καὶ ὠφελιμώτατον ἔργον τὸ ὁποῖον ἐπιτελεῖτε καὶ τοῦ ὁποίου τοὺς γλυκεῖς καρποὺς ἤδη γευόμεθα βλέποντες τοὺς νέους μας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν γεννηθῆ μακρὰν τῆς γλυκείας νήσου τῆς Ἴμβρου νὰ τὴν ἀγαποῦν καὶ νὰ τὴν ἐπισκέπτωνται μετὰ πόθου καὶ νόστου, ὡρισμένοι δὲ ἐξ αὐτῶν νὰ σκέπτωνται καὶ τὴν μόνιμον ἐγκατάστασίν των ἐν τῇ νήσῳ, γεγονὸς τὸ ὁποῖον θὰ βελτιώσῃ τὴν ἐπικρατοῦσαν ἐκεῖ κατάστασιν.
Ὡς Πατριάρχης ἀλλὰ καὶ ὡς συμπατριώτης σας εὐχαριστοῦμεν θερμότατα ὅλους διὰ τὴν προσφοράν σας καὶ σᾶς συγχαίρομεν καὶ πάλιν καὶ πολλάκις, εὐχόμενοι ὅπως ὁ Κύριος ἐπευλογῇ τὸ ἔργον σας καὶ σᾶς ἐνισχύῃ πρὸς εὐόδωσιν αὐτοῦ, ἀπονέμομεν δὲ μὲ πολλὴν στοργὴν καὶ ἀγάπην εἰς ὅλους σας, προσφιλεῖς συμπατριῶται, τὴν πατρικὴν καὶ Πατριαχικήν μας εὐλογίαν.

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: "ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥΤΟ ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΕΙ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΩΣ ΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΝ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑΝ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ"

ΠΡΟΠΟΣΙΣ
ΤΗΣ Α. Θ. ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ
κ. κ. Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Υ
ΚΑΤΑ ΤΟ ΥΠΟ ΤΟΥ Γ΄ ΣΩΜΑΤΟΣ ΣΤΡΑΤΟΥ
ΠΑΡΑΤΕΘΕΝ ΕΠΙΣΗΜΟΝ ΓΕΥΜΑ
ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΕΣΧΗΝ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
(26 Ὀκτωβρίου 2013)


Ἐξοχώτατε κύριε Πρόεδρε τῆς Δημοκρατίας,
Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Θεσσαλονίκης κύριε Ἄνθιμε,
Ἐντιμότατε Ἀντιστράτηγε κ. Νικόλαε Δεβετζῆ, Διοικητὰ τοῦ Γ΄ Σώματος Στρατοῦ,
Ἐκλεκτοὶ συνδαιτυμόνες,

       Εἶναι μεγάλη ἀσφαλῶς ἡ χαρὰ καὶ ἀγαλλίασις ὅλων μας, τῆς Πολιτειακῆς, τῆς Πολιτικῆς, τῆς Στρατιωτικῆς καὶ τῆς Πνευματικῆς ἡγεσίας τοῦ τόπου, ὅπως καὶ ὅλου τοῦ γενναίου καὶ καρτερικοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, τοῦ εὐσεβοῦς Γένους μας, καὶ τῆς ἡμετέρας Μετριότητος ὡς Πατριάρχου αὐτοῦ τοῦ Γένους, καθὼς πανηγυρίζομεν ταύτην τὴν ἡμέραν, ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος: τὴν ἐθνικὴν ἐπέτειον τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Θεσσαλονίκης ὑπὸ τοῦ ἐνδόξου στρατοῦ καὶ τοῦ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτοῦ στρατηλάτου, ἀλλὰ κυρίως τὴν μνήμην τοῦ δωρήσαντος τὴν χάριν τῆς ἐλευθερίας διὰ κραυγαλέου θαύματός του, πολιούχου καὶ προστάτου τῶν Θεσσαλονικέων Ἁγίου Δημητρίου, πρὸ 101 ἐτῶν, ὡς σήμερον ἀκριβῶς, 26 Ὀκτωβρίου 1912.
       Ἡμέρα, λοιπόν, ἁγία, πανσεβάσμιος, λαμπρὰ διὰ τὴν Θεσσαλονίκην, ὡς μᾶς τὴν παρέδωκαν αἱ θυσίαι καὶ τὸ φρόνημα τόσων μαρτύρων καὶ ἁγίων καὶ ἡρώων τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ τοῦ Γένους. Πρῶτον ἡ θυσία τοῦ Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου καὶ τῶν σὺν αὐτῷ Νέστορος καὶ Λούπου, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν μέχρις αἵματος ἀντίστασίν των εἰς τὴν προσπάθειαν ἐπιβολῆς ἀλλοτρίου τῆς πρὸς Χριστὸν πίστεως καὶ μὲ διατήρησιν τῆς ἐν Αὐτῷ ἐλευθερίας, συνετέλεσαν καθοριστικῶς, ὥστε ἡ πόλις αὕτη νὰ καταστῇ καὶ νὰ παραμένῃ Ὀρθόδοξος Βυζαντινὴ Χριστιανικὴ πόλις. Καὶ τονίζομεν καὶ τὸ Ὀρθόδοξος, καὶ τὸ Βυζαντινή, δηλαδὴ Ρωμαίηκη, ἤτοι Ἑλληνική, καὶ Χριστιανικὴ καὶ Πόλις.
       Μὴ δυνάμενοι ἀσφαλῶς νὰ μνημονεύσωμεν τό «νέφος» πάντων τῶν Θεσσαλονικέων Ἁγίων καὶ Μαρτύρων κατὰ τὴν πολυτάραχον ἱστορικὴν πορείαν της, ἀναφερόμεθα ἐνδεικτικῶς εἰς τοὺς ἥρωας καὶ μάρτυρας τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνος καὶ εἰς τοὺς ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος εὐκλεῶς πεσόντας εἰς τοὺς ἀκολουθήσαντας αἱματηροὺς Βαλκανικοὺς Πολέμους, τῶν ὁποίων συνέπεια ὑπῆρξεν ἡ ἀπελευθέρωσις καὶ τῆς συμπρωτευούσης καὶ τῆς Μακεδονίας.
       Ὁ Μακεδονικὸς Ἀγὼν ἀποτελεῖ συνέχειαν τῶν συνεχῶν ἀγώνων τοῦ Γένους μας. Εἰς τὰς δέλτους τῶν καρδιῶν μας καὶ τῆς ἱστορίας ἔχει χαραχθῆ χρυσοῖς γράμμασιν. Ὁ ρόλος τῆς Μητρὸς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦτον, ὅπως καὶ εἰς ὅλους, ὑπῆρξεν ἐθναρχικός, ἡγετικός, συντονιστικός, συνετός, θυσιαστικὸς καὶ δὴ μαρτυρικός, λαμβανομένου ὑπ᾿ ὄψιν ὅτι πολλοὶ Ἱεράρχαι καὶ κληρικοὶ ἀπώλεσαν τὴν ζωήν των, μὲ προε-ξάρχοντα τὸν Γρεβενῶν Αἰμιλιανόν.
       Ὁ ἐν Πατριάρχαις Ἰωακεὶμ ὁ Γ΄, διατελέσας καὶ Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, ἐπρωταγωνίστησεν ὡς πρόμαχος τῆς ἐθναρχικῆς παραδόσεως τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας, συνειργάσθη μὲ Μακεδονομάχους κατὰ τὴν μακρὰν παραμονήν του ἐν Ἁγίῳ Ὄρει Ἄθω καὶ ἡ συμβολή του εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ ἀκανθώδους ζητήματος τῆς Μακεδονίας ὑπῆρξε καθοριστική, καθὼς ἀπέστειλεν ἀργότερον εἰς τὰς Μητροπόλεις αὐτῆς μορφὰς ὡς τὸν προμνημονευθέντα Αἰμιλιανόν, τὸν Μητροπολίτην Γερμανὸν Καραβαγγέλην καὶ ἄλλους ἐπιφανεῖς Ἱεράρχας.
       Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, τοῦ ὁποίου ἐκκλησιαστικὴν καὶ πνευματικὴν κληρουχίαν ἀποτελεῖ τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Θέμα τῶν προσαρτηθεισῶν εἰς τὴν εὐλογημένην Ἑλλάδα τὸ 1912 «Νέων» λεγομένων «Χωρῶν», δικαιωματικῶς καυχᾶται διὰ τὴν πρώτην ἐξ αὐτῶν Μητρόπολιν καὶ Πόλιν τῆς Θεσσαλονίκης, οἱ κάτοικοι τῆς ὁποίας συγκαταλέγονται μεταξὺ τῶν ἐκ τῶν πρώτων δεχθέντων τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν, ὁ οὕτως εὐδοκήσας» καὶ οἰκονομήσας τὰ καθ᾿ ἡμᾶς μέχρι σήμερον.
       Εἰς τὴν Θεσσαλονίκην κυριαρχοῦν δύο στοιχεῖα: τὸ φῶς καὶ ἡ θάλασσα. Ὁ ἥλιος τῆς Βεργίνης ὁ καὶ αὐτὸς καταυγασθεὶς καὶ δημιουργηθεὶς ὑπὸ τοῦ νοητοῦ Ἡλίου τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ Κυρίου, παρέχει ἀφειδωλεύτως τὸ φῶς του. Τὸ φῶς τοῦτο σηματοδοτεῖ καὶ αἰσθητῶς τὴν οἰκουμενικὴν ἀκτινοβολίαν τῆς Θεσσαλονίκης, τῆς πόλεως τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, τοῦ Ἀριστοτέλους, τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Χάριτος, καὶ ἁλυσίδος ὁλοκλήρου προγόνων, πατέρων καὶ προπατόρων, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν πολιτισμόν, κατέλιπον ἔργα, σοφίαν, πεῖραν, ἀλήθειαν, καὶ ἀποτελοῦν ὁδοδείκτας δι᾿ ἡμᾶς τοὺς ἐπιγόνους των σήμερον.
       Ἡ δὲ θάλασσα, συνήθως γαληνιώδης καὶ ἀκύμαντος, δεικνύει χαρακτηριστικῶς τὴν αἰωνόβιον προσπάθειαν καὶ τὸν ἀγῶνα τῶν Θεσσαλονικέων καὶ τῶν Μακεδόνων νὰ μείνουν ἡνωμένοι, εἰρηνικοί, ἐλεύθεροι, παρὰ τὰς ἐνίοτε τρικυμίας καὶ τὰ ἐγειρόμενα σφοδρὰ κύματα τῶν καιρικῶν περιστάσεων «ζητοῦντα τινα καταπίωσιν». Τὰ ριπιδίσματα τοῦ ἀέρος καὶ ἡ αὔρα ζωογονοῦν καὶ μᾶς καλοῦν νὰ ἀτενίσωμεν μὲ αἰσιοδοξίαν τὸ μέλλον καὶ τὴν αὔριον.
Φῶς, λοιπόν, καὶ Θάλασσα, τὰ δύο στοιχεῖα τῆς ἐλευθερίας. Τά χαρακτηριστικά τῆς ὡραίας Θεσσαλονίκης, ποὺ δὲν εἶναι μόνον ἐξωτερικὴ ἐλευθερία, ἀλλὰ κυρίως ἐσωτερική, καὶ πηγάζει ἀπὸ τὸν ἀρχηγόν της καὶ ἀληθῶς ἐλευθερωτὴν Κύριον, «τὸν ποιήσαντα τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς».
Ὅθεν, μνημονεύσαντες πάντων τῶν Ἁγίων κατὰ τὴν Θείαν Λειτουργίαν καὶ ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Κυρίῳ τῷ Θεῷ παραθέμενοι, εὐγνωμόνως ἀναφέρομεν τὴν στιγμὴν ταύτην πάντας τοὺς ἐπωνύμους καὶ ἀνωνύμους πεσόντας ἐν τοῖς τῆς πίστεως καὶ τοῦ Γένους ἀγῶσι, τοῖς πρὸ ἑκατονταετίας καὶ πλέον, ἐγείρομεν τὸ κύπελλον τοῦτο τῆς εὐφροσύνης ὑπὲρ τῆς ὑγείας, εὐημερίας καὶ ἐνισχύσεως εἰς τὸν ἀγῶνα τῶν ἀξιῶν τῆς ἐλευθερίας, τῆς Ὑμετέρας Ἐξοχότητος, Κύριε Πρόεδρε τῆς Δημοκρατίας, τῆς ὑπὸ τὸν Ἐξοχώτατον Πρωθυπουργὸν κύριον Ἀντώνιον Σαμαρᾶν ἐντίμου Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τῶν ὑμετέρων Ἱεροτήτων, ἀδελφοί Ἱεράρχαι, καὶ πασῶν τῶν ἀρχῶν τῆς πόλεως, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Ἱερώτατον Μητροπολίτην Θεσσαλονίκης καὶ Διοικητὴν τοῦ Γ΄ Σώματος Στρατοῦ Στρατηγόν Νικόλαον Δεβετζῆν, ἀμφιτρύονας τῆς τραπέζης ταύτης, συγχαίρομεν πάντας καὶ ἐπευχόμεθα: «Δεῦρο, Μάρτυς Χριστοῦ Δημήτριε, πρὸς ἡμᾶς» πάντας, τὴν σὴν κληρουχίαν, «σοῦ δεομένους συμπαθοῦς ἐπισκέψεως, καὶ ρῦσαι κεκακωμένους τυραννικαῖς ἀπειλαῖς» νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Γένοιτο. 

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: "ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ ΣΥΝΕΠΟΡΕΥΘΗΣΑΝ ΕΠΙ ΑΙΩΝΑΣ ΗΝΩΜΕΝΑΙ ΔΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ"

ΟΜΙΛΙΑ
ΤΗΣ Α. Θ. ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ
κ. κ. Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Υ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΗΝ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΝ
ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
(26 Ὀκτωβρίου 2013)


Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Θεσσαλονίκης κύριε Ἄνθιμε,
Ἱερώτατοι καὶ Θεοφιλέστατοι ἅγιοι ἀδελφοί,
Ἐντιμότατε κύριε Δήμαρχε,
Ἐντιμότατοι κύριοι Πρόεδρε καὶ μέλη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου,
Τέκνα ἡμῶν ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Βαθέως συγκεκινημένοι ἐδέχθημεν τὴν προσγενομένην εἰς τὴν ἡμετέραν Μετριότητα διπλῆν τιμήν, αὐτὴν τῆς ἀνακηρύξεως εἰς ἐπίτιμον δημότην τῆς μεγαλωνύμου πόλεως τῆς Θεσσαλονίκης ἅμα δὲ καὶ τὴν τιμὴν τῆς ἀπονομῆς τοῦ χρυσοῦ μεταλλίου αὐτῆς. Τὴν συγκίνησιν ἡμῶν καθιστᾷ ἔτι μεγαλυτέραν ἡ λαμπρὰ καὶ ἐπίσημος διὰ τὴν πόλιν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ πολιούχου καὶ προστάτου αὐτῆς, τοῦ μυροχεύμονος καὶ τοῖς μύροις αὐτοῦ πληροῦντος πᾶσαν τὴν οἰκουμένην ἁγίου ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, καὶ τῆς συμπιπτούσης ἑορτῆς τῆς ἀπελευθερώσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία ἐπελέγη διὰ τὴν ἀπόδοσιν τῆς τοιαύτης τιμῆς εἰς ἡμᾶς.
Τὸ ἀπονεμηθὲν χρυσοῦν κλειδίον τῆς πόλεως κατὰ τὴν πρώτην ἐπίσκεψιν, τὸ ἔτος 1997, τῆς ἡμετέρας Μετριότητος ὡς Πατριάρχου εἰς τὴν περίδοξον πόλιν τῆς Θεσσαλονίκης, εἶχεν ἤδη συνδέσει ἡμᾶς μετὰ τῆς ἁγιοτόκου καὶ ἁγιοφρουρήτου πόλεώς σας, τὸν ὑφιστάμε-νον ὅμως αὐτὸν σύνδεσμον ὁλοκληροῖ ἡ ἀποδιδομένη σήμερον εἰς ἡμᾶς ὑψίστη τιμή. Ἀπὸ τῆς σήμερον εἴμεθα ὡς ἐπίτιμος δημότης τῆς Θεσσαλονίκης εἷς ἐξ ὑμῶν καὶ χαίρομεν διὰ τοῦτο μεγάλως καὶ ὑπερηφανευόμεθα καὶ εὐχαριστοῦμεν θερμῶς.
Ἀντιλαμβανόμεθα βεβαίως τὴν τοιαύτην τιμὴν οὐχὶ μόνον ὡς προσωπικὴν ἀλλ᾽ ὡς ἀντανακλῶσαν εἰς τὸν ἱερώτατον θεσμὸν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἐκπροσωποῦμεν καὶ μετὰ τοῦ ὁποίου ἡ Θεσσαλονίκη ἀρρήκτως συνδέεται παλαιόθεν οὐχὶ μόνον κανονικῶς ἀλλὰ καὶ ἱστορικῶς καὶ οὐσιαστικῶς διὰ τῆς κοινῆς ἱστορικῆς πορείας πολλῶν αἰώνων καὶ διὰ τοῦ ἔργου καὶ τῆς προσφορᾶς πλείστων ὅσων σημαντικῶν προσωπικοτήτων κοινῶν καὶ διὰ τὰς δύο πόλεις, αὐτὴν καὶ τὴν Κωνσταντινούπολιν.
Ἤδη ἀπὸ τοῦ τετάρτου αἰῶνος λαμπρύνει τὸν θρόνον τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἷς Θεσσαλονικεύς, ὁ ἅγιος Παῦλος ὁ ὁμολογητής, ὁ συναγωνιστὴς καὶ συνόμιλος τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου. Καὶ ἡ Κωνσταντινούπολις ὅμως δὲν ὑστερεῖ. Προσφέρει εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, κλυδωνιζομένην καὶ αὐτὴν ὑπὸ τῆς Εἰκονομαχίας, ἕτερον ὁμολογητήν, τὸν ἅγιον ἀρχιεπίσκοπον αὐτῆς Ἰωσὴφ τὸν Στουδίτην, ἀδελφὸν τοῦ περιφήμου ἡγουμένου τῆς Μονῆς τοῦ Στουδίου. Θὰ ἀκολουθήσουν οἱ Θεσσαλονικεῖς αὐτάδελφοι ἅγιοι Κύριλλος καὶ Μεθόδιος, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιλεγοῦν ὑπὸ τοῦ μεγάλου Πατριάρχου Φωτίου διὰ νὰ φωτίσουν τοὺς Σλαβικοὺς λαούς καὶ νὰ μεταλαμπαδεύσουν εἰς αὐτοὺς τὸν βυζαντινὸν πολιτισμὸν μετ᾽ ἀπολύτου σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἰδιοπροσωπίαν αὐτῶν.
Εἰς τὴν πνευματικὴν ταύτην ἅλυσιν τὴν συνδέουσαν τὰς δύο πόλεις ἀναρίθμητοι εἶναι οἱ χρυσοῖ αὐτῆς κρίκοι, ἐν οἷς οἱ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ὁρμώμενοι ἀρχιεπίσκοποι Θεσσαλονίκης Εὐστάθιος, ὁ ἐξέχων φιλόλογος καὶ λόγιος, Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ φιλόσοφος καὶ ὑπέρμαχος τοῦ Ἡσυχασμοῦ, Συμεὼν ὁ μυσταγωγὸς καὶ μέγας ἑρμηνευτὴς τῆς θείας Λειτουργίας καὶ τῶν συμβόλων τῆς θείας Λατρείας, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐν Θεσσαλονίκῃ γεννηθέντες καὶ εἰς τὴν βασιλίδα τῶν Πόλεων διαπρέψαντες Νικόλαος ὁ Καβάσιλας, ὁ ἀστρονόμος καὶ φιλόσοφος, καὶ οἱ Πατριάρχαι Κωνσταντινουπόλεως Ἰσίδωρος καὶ Φιλόθεος ὁ Κόκκινος, οἱ κλεΐσαντες τὸν Οἰκουμενικὸν Θρόνον ὁμοῦ μετὰ πλείστων ἄλλων κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ πολὺς μητροπολίτης Θεσσαλονίκης καὶ ἐν συνεχείᾳ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἰωακείμ ὁ Γ´, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως καταγόμενος ἰδιοφυὴς μαθηματικὸς Κωνσταντῖνος Καραθεοδωρῆς, ἐκ τῶν θεμελιωτῶν τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Θεσσαλονίκης.
Θεσσαλονίκη καὶ Κωνσταντινούπολις συνεπορεύθησαν ἐπὶ αἰῶνας ἡνωμέναι διὰ τῆς κοινῆς ἱστορίας, διὰ τοῦ κοινοῦ πολιτισμοῦ καὶ διὰ τῆς κοινῆς πίστεως, ἡ ὁποία καὶ τὰ μέγιστα συνέβαλεν οὐχὶ μόνον εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ ἐμβάθυνσιν τῶν μεταξὺ τῶν δύο πόλεων σχέσεων ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ὕπαρξιν κοινῶν ὁραματισμῶν. Ἱστορία, πολιτισμὸς καὶ πίστις ἀποτελοῦν τὰς τρεῖς συνιστώσας τοῦ προσώπου καὶ τῆς ταυτότητος τῶν δύο πόλεων, οὐχὶ ὡς ἀπολίθωμα τοῦ παρελθόντος ἀνῆκον εἰς τὰς προθήκας τῶν μουσείων ἀλλ᾽ ὡς ζῶσαν καὶ δρῶσαν πραγματικότητα συνεχίζουσαν καὶ σήμερον, παρὰ τὰς ἐπισυμβάσας ἐξελίξεις, νὰ ἐμπνέῃ καὶ νὰ καθοδηγῇ τοὺς ἀνθρώπους. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἐξαλείψῃ τὴν ἱστορίαν, οὐδεὶς δύναται νὰ παραγνωρίσῃ τὴν πολιτιστικὴν προσφοράν, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀγνοήσῃ τὴν πίστιν, οὐδεὶς ὅμως δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ καὶ τὸν οἰκουμενικὸν προσανατολισμὸν πάντων τούτων ὁ ὁποῖος τὰ χαρακτηρίζει. Ἡ ἱστορία δὲν ἐξαλείφεται, διότι εἶναι ταυτόσημος μὲ τὸ ὄνομά των. Ἡ πολιτιστικὴ προσφορά των δὲν παραγνωρίζεται, διότι «καὶ οἱ λίθοι κεκράξονται» περὶ αὐτῆς. Ἡ πίστις δὲν ἀγνοεῖται, διότι αὕτη ὑπῆρξε καὶ ὑπάρχει ἡ κινητήριος δύναμις τῶν ἀνθρώπων των, ἡ πηγὴ ἐμπνεύσεως τοῦ πολιτισμοῦ των, ἡ ἐνθαρρύνασα καὶ συντηρήσασα αὐτοὺς εἰς τὰς δυσχειμέρους στιγμὰς τῆς ἱστορίας αὐτῶν. Θεομητοροσκέπαστος ἡ Κωνσταντινούπολις, ἁγιοφρούρητος ἡ Θεσσαλονίκη. Ἡ παρουσία τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, διαρκὴς καὶ ἐμφανεστάτη, μαρτυρεῖται ὑπὸ πάντων ἀδιακρίτως καὶ καθορίζει τὴν πορείαν τῆς προσφιλεστάτης αὐτῷ πόλεως εἰς τὰς λεωφόρους τῆς ἱστορίας, χωρὶς ὅμως νὰ στερῇ τῆς προστασίας αὐτοῦ καὶ τὴν οἰκουμένην, ἡ ὁποία προσβλέπει πρὸς αὐτὸν ὡς «ὑπέρμαχον τῆς οἰκουμένης». Ἡ οἰκουμενικὴ αὐτοῦ τιμὴ προσδιορίζει καὶ τὸν οἰκουμενικὸν χαρακτῆρα τῆς πόλεως τοῦ Μυροβλύτου, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ἠλλοιώθη. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ Θεσσαλονίκη δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ ἀποτελῇ πόλον ἕλξεως δι' ἅπαντας καὶ σημεῖον ἀναφορᾶς διὰ πολλούς. Δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ προσελκύῃ διὰ τοῦ πλούτου τῶν πνευματικῶν θησαυρῶν της καὶ τοῦ κάλλους τῆς θέσεως καὶ τῆς φύσεώς της. Δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ ἀναπαύῃ τοὺς πάντας διὰ τῆς φιλοξένου διαθέσεως καὶ εὐγενείας τῶν πολιτῶν αὐτῆς. Δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ προσφέρῃ φιλοφρόνως τὰ γενναιόδωρα αἰσθήματα τῆς καρδίας της εἰς ὅσους τὴν πλησιάζουν καὶ νὰ ἵσταται ἀρωγὸς ὅσων ἔχουν ἀνάγκην.
Μιᾶς τοιαύτης πόλεως μὲ ἀξιοθαύμαστον παρελθὸν καὶ ἀξιοζήλευτον μέλλον οἱ πάντες θὰ ἐπεδίωκον νὰ εἶναι δημόται· ἡμεῖς ἔχομεν ἀπὸ σήμερον αὐτὴν τὴν μεγίστην τιμήν. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐκφράσωμεν διὰ μίαν εἰσέτι φορὰν τὰς ὁλοκαρδίους εὐχαριστίας ἡμῶν πρὸς τὸν ἐντιμότατον Δήμαρχον τῆς Θεσσαλονίκης κύριον Ἰωάννην Μπουτάρην, τὸν Πρόεδρον καὶ τὸ περὶ αὐτὸν Δημοτικὸν Συμβούλιον. Παρακαλοῦμεν δὲ τὸν κ. Δήμαρχον ὅπως διαβιβάσῃ πρὸς ἅπαντας τοὺς Θεσσαλονικεῖς καὶ ἀπὸ τῆς σήμερον συνδημότας ἡμῶν τὴν εὐχαριστίαν μας διὰ τὴν θερμὴν ὑποδοχὴν τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπεφύλαξαν κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς ἐπισκέψεως καὶ παραμονῆς ἡμῶν εἰς τὴν πόλιν καὶ διὰ τὰς εἰλικρινεῖς καὶ αὐθορμήτους ἐκδηλώσεις σεβασμοῦ καὶ τιμῆς πρὸς ἡμᾶς. Ἀνταποδίδομεν ὁλοψύχως εἰς τὸν σεβασμόν των τὴν ἀγάπην καὶ τὴν στοργὴν τῆς Μητρὸς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ ἐπιδαψιλεύομεν ὑμῖν διὰ τὴν προσγενομένην τιμὴν τὴν πατρικὴν καὶ Πατριαρχικὴν ἡμῶν εὐλογίαν. Εὐχόμεθα δὲ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ νὰ καθοδηγῇ πάντας ὑμᾶς εἰς ἔργα ἀντάξια τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ ὀνόματος τῆς Θεσσαλονίκης, εἰς ἔργα εἰρήνης καὶ προόδου διασφαλίζοντα τὴν ἐλευθερίαν καὶ ἀγαστὴν συνεργασίαν μετὰ πάντων διὰ τὴν εὐημερίαν τῶν ἀνθρώπων.

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: "ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΟ ΚΛΕΟΣ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΑΙ Η ΔΟΞΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ"

Ο Μ Ι Λ Ι Α
ΤΗΣ Α. Θ. ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ
κ. κ. Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Υ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ ΕΝ Τῼ ΙΕΡῼ ΝΑῼ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
(26 Ὀκτωβρίου 2013)


Ἐξοχώτατε κύριε Πρόεδρε τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας,
Ἐξοχώτατοι κύριοι Ὑπουργοί,
Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Θεσσαλονίκης κύριε Ἄνθιμε,
Ἀρχαί, ἐξουσίαι καὶ πάντες οἱ εὐλογημένοι συνεορτασταί,
ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ,

«Ἐνδυναμοῦ ἐν τῇ χάριτι τῇ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Β΄ Τιμ. β΄, 1-2), εὔχεται καὶ προτρέπεται ἡ ἡμετέρα Μετριότης ὁλόκληρον τὸν εὐσεβῆ Ὀρθόδοξον Ἑλληνικὸν Λαόν, κατὰ τὴν ἱερὰν ταύτην λειτουργικὴν στιγμήν, ἐρχομένη ἀπὸ τῆς κλεινῆς βασιλευούσης πόλεως τοῦ Κωνσταντίνου πρὸς ἐσᾶς καὶ τὴν συμπρωτεύουσαν Θεσσαλονίκην.
       Ἐκφράζομεν, λοιπόν, τὴν βαθεῖαν καὶ ὁλοκάρδιον χαράν μας διότι εὑρισκόμεθα εἰς τὸν ἱστορικὸν καὶ πάνσεπτον τοῦτον Ναὸν τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, εἰς συνεορτασμὸν τῆς μνήμης αὐτοῦ μαζί σας καὶ μετὰ τῶν ἐξοχωτάτων Ἀρχόντων τῆς Χώρας καὶ τῆς πόλεως ταύτης.
       Ἐν συγκινήσει ψυχῆς καὶ δοξολογίᾳ καὶ εὐχαριστίᾳ πολλῇ συνευφραινόμεθα καὶ συμψάλλομεν μετὰ Γεωργίου τοῦ Σικελιώτου: «Εὐφραίνου ἐν Κυρίῳ πόλις Θεσσαλονίκη˙ ἀγάλλου καὶ χόρευε, πίστει λαμπροφοροῦσα, Δημήτριον τὸν πανένδοξον ἀθλητὴν καὶ Μάρτυρα τῆς ἀληθείας, ἐν κόλποις κατέχουσα ὡς θησαυρόν˙...» (Στιχηρὸν εἰς τὴν Λιτὴν τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου).
       Ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν νυμφαγωγὸς καὶ τῆς ἐνταῦθα παροικούσης Ἐκκλησίας Παῦλος Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν ἔσπειρε τὸν σπόρον τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, εὐλογημένη αὕτη πόλις, Θεσσαλονίκη, νύμφη τοῦ Θερμαϊκοῦ, προσέφερεν ὡς θυσίαν πανεύοσμον τῷ Νυμφίῳ ἑκατοντάδας γνωστῶν καὶ ἀγνώστων Ἁγίων. Πάντας ὅμως ὑπερέβαλεν μεγαλομάρτυς καὶ μυροβλύτης Δημήτριος φίλος καὶ μέγας φρουρὸς τῆς ΘεσσαλονίκηςΔημήτριος περιβόητος καὶ θαυματουργόςΔημήτριος τὸ κλέος τῶν μαρτύρων καὶ δόξα τῆς Χριστιανικῆς ΜακεδονίαςΔημήτριος, ταχὺς ἀντιλήπτωρ καὶ σύνδρομος τῶν μετὰ πίστεως ἐπικαλουμένων τὴν πρὸς Θεὸν πρεσβείαν τουΔημήτριος, καὶ ἡμᾶς συγκαλέσας εἰς τὴν χαρμόσυνον ταύτην καὶ ἐτήσιον πανήγυριν.
       Σήμερον τὰ πλήθη τῶν χριστωνύμων συνήχθημεν ἵνα κατὰ καθῆκον ἀποδώσωμεν εἰς τὸν Ἅγιον Δημήτριον τὰς εὐχαριστίας μας διὰ τὰς πολλὰς εὐεργεσίας του πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ τὸν εὐλογημένον λαόν μας.
       Ἡ αἴγλη καὶ λαμπρότης τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἱστορία της καὶ σημερινὴ πολιτισμικὴ εἰκών της ἐνθουσιάζουν καὶ προσφέρουν εἰς τοὺς κατοίκους της καὶ εἰς τὸν σύγχρονον ἐπισκέπτην της πᾶν ,τι μία μεγαλόπολις μὲ παράδοσιν δύναται νὰ προσφέρῃ.
       Ἐπὶ χιλιετηρίδας ἀναδεικνύει ἐξόχους προσωπικότητας: Εἰς τὴν ἁγιότητα τοῦ χριστιανικοῦ μαρτυρικοῦ βίου τὸν Ἅγιον Δημήτριονεἰς τὴν ἁγιότητα τῆς πνευματικῆς καλλιεργείας καὶ ἀσκητικῆς ζωῆς τὸν Ἅγιον Γρηγόριον τὸν Παλαμᾶνεἰς τὴν συγγραφικὴν περιγραφὴν τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς τὸν Ἅγιον Νικόλαον Καβάσιλανεἰς τὴν μελέτην τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ Ὁμήρου τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Εὐστάθιονεἰς τὴν ὁσιακὴν ζωὴν τῶν Ὅσιον Δαυΐδ, εἰς τὴν οἰκογενειακὴν ζωήν (καὶ ὁσιακὴν βεβαίως) τὴν Ὁσίαν Θεοδώρανεἰς τὴν ἱεραποστολὴν καὶ τὸν ἐκπολιτισμὸν τῶν γειτονικῶν λαῶν τοὺς αὐταδέλφους Κύριλλον καὶ Μεθόδιονεἰς τὴν ἁγιογραφίαν τὸν Μανουὴλ Πανσέληνονμεταξὺ τῶν Πατριαρχῶν Φιλόθεον τὸν Κόκκινοντοὺς νομοδιδασκάλους καὶ κανονολόγους Κωνσταντῖνον Ἀρμενόπουλον καὶ Ματθαῖον τὸν Βλάσταριν. Καί, βεβαίως, πλὴν τούτων, εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς ἀναριθμήτους πρωτεργάτας τῆς ἐπιστήμης, τῆς τέχνης καὶ ἐν γένει πάσης ἀνθρωπίνης δραστηριότητος.
       Εἶναι βαθεῖα καὶ ὅμαιμος ἡ συγγενικὴ σχέσις καὶ σύνδεσις ἡ συνάπτουσα τὸν χοῦν καὶ τὴν ἱστορίαν τῆς Θεσσαλονίκης μὲ τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν ζωὴν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς πόλεως τῆς καθιερώσεως τοῦ Δόγματος καὶ τῆς Ἀληθείας καὶ τῆς Ἀσκήσεως διὰ τῆς μυριάδος τῶν Πατέρων καὶ Ἁγίων της. Καὶ εἶναι ἡ σύνδεσις ἡ συνάπτουσα τὴν Συμβασιλεύουσαν μετὰ τῆς Βασιλευούσης οἱ κοινοὶ ἡρωϊκοὶ ἀγῶνες διὰ τὴν ἀσυνθηκολόγητον ὑπεράσπισιν καὶ προάσπισιν τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἐλευθερίας, ὡς προϋποθέσεων τῆς σωτηρίας καὶ τῆς κατὰ Θεὸν καὶ κατ᾿ ἄνθρωπον προόδου. Αὐτοὶ οἱ ἀγῶνες ἀποτελοῦν τὴν συγγένειαν καὶ συμπορείαν βασιλίδος καὶ συμβασιλίδος καὶ συνιστοῦν σημεῖον καὶ μαρτυρίαν.
       Καὶ ἰδοὺ σήμερον, Ἐξοχώτατε κύριε Πρόεδρε τῆς Δημοκρατίας, Ἱερώτατε Ποιμενάρχα, ἀδελφοὶ καὶ τέκνα, ἤλθομεν καὶ πάλιν πρὸς σᾶς ὄχι ὑπεροχικῶς ἀλλ᾿ ἐκ τῆς διακονικῆς ἐπάλξεως καὶ τοῦ μαρτυρικοῦ ἱκριώματος τοῦ Φαναρίου διὰ νὰ μαρτυρήσωμεν μαζὶ σας τὴν κοινήν μας παράδοσιν ἐν τῷ σημείῳ τοῦ Σταυροῦ, τῇ ζωῇ τῆς Χάριτος καὶ τῇ μαρτυρίᾳ τῆς Ἀξίας. Προβάλλονται ἐνώπιόν μας, ἰδιαιτέρως σήμερον, πολλαὶ ἀξίαι, αἱ περισσότεραι κίβδηλοι καὶ ἐπιφανειακαί, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν σύγχυσιν. Ἡμεῖς ἀπὸ τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἀπὸ τῆς ἐχούσης εἰς αὐτὴν τὴν κανονικὴν ἐκκλησιαστικὴν ἀναφορὰν Θεσσαλονίκης, μαρτυροῦμεν τὴν ἀγάπην τοῦ Κυρίου τῆς ἀείποτε καθημαγμένης καὶ πάντοτε ζώσης, τῆς μεγαλυνομένης καὶ ἐνδοξαζομένης ἐν τοῖς Ἁγίοις αὐτῆς, Ὀρθοδόξου Πίστεως.
       Εὑρισκόμεθα σήμερον, ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία καὶ ἡ ἐν Θεσσαλονίκῃ ἐκκλησιαστικὴ κληρουχία αὐτῆς, εἰς τὸ σύμβολον τοῦτο τῆς πίστεως καὶ τοῦ θαύματος ἀνὰ τοὺς αἰῶνας, εἰς τὸν μέγιστον καὶ ἀριστοτεχνικῶς ὑπερέχοντα Ἱερὸν τοῦτον Ναόν, καὶ διδασκόμεθα ἀπὸ τὸν ἑορτάζοντα καὶ τιμώμενον Ἅγιον Δημήτριον τὸ ἀτρόμητον, τὸ γενναῖον καὶ τὸ μαρτυρικόν, τὴν ἀρετήν, διὸ καὶ τελοῦμεν κατὰ χρέος   δ ο ξ ο λ ο γ ί α ν   καὶ συγχρόνως προσευχητικὴν αἴτησιν, ὥστε ἄχρι τέλους αἰώνων τὸ βασικὸν ἀγαθὸν τῆς ἀρετῆς τοῦ Γένους νὰ παραμένῃ ἀδιασάλευτον, ὡς ὁ κυριώτερος παράγων τῆς κοινωνικῆς καὶ προσωπικῆς προκοπῆς καὶ προόδου.
Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἀτενίζων τὸν ἱερὸν τάφον καὶ τὴν ἱλαρὰν μορφὴν τοῦ Ἁγίου μεγαλομάρτυρος καὶ φίλου Δημητρίου ἐν συγκινήσει τιμᾷ καὶ τιμῶμεν αὐτὸν εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀνθρωπότης ὁλόκληρος διέρχεται κρίσιν, διότι πιστεύομεν ὅτι μὲ τὴν παρέμβασιν καὶ τὴν δύναμίν του θὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἐπιτυχῶς καὶ θὰ ὑπερνικήσωμεν τὰς κρίσεις, διότι ἡ ἀρετὴ τῆς εὐημερίας κατὰ Θεὸν ἔρχεται μὲ σθένος, μὲ ἡρωϊσμόν, μὲ ἐργατικότητα, μὲ τὰ ὅπλα τῆς δικαιοσύνης.
Διὰ σᾶς καὶ δι᾿ ἡμᾶς, ἀδελφοί, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκομεν τὴν ἄσκησιν τῆς θείας ἀρετῆς καὶ τὴν συνεργασίαν μετὰ πάντων ἀνθρώπων, ἁρμόζει τὸ παράδειγμα τοῦ μαθητοῦ Δημητρίου τοῦ Μεγάλου, τοῦ νεαροῦ, μικροσώμου καὶ τολμηροτάτου Νέστορος, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλεν ἑαυτὸν εἰς φανερὸν κίνδυνον ἀποφασίσας νὰ μονομαχήσῃ μετὰ τοῦ γιγαντιαίου καὶ θρασέως ὑβρίζοντος τὸν Χριστόν, γνωστοῦ Λυαίου. Ἀσφαλῶς ὁ Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ ἐγνώριζε τὴν κρισιμότητα τῆς περιστάσεως καὶ τοῦ διαβήματός του. Διὰ τοῦτο, γνωρίζων τὴν ἑαυτοῦ ἀδυναμίαν προέβη εἰς μίαν κίνησιν δυνάμεως. Προσῆλθεν εἰς τὸν δεσμώτην διδάσκαλον καὶ πνευματικὸν καθηγητὴν του Δημήτριον, εἰς τὴν κάτωθεν τοῦ σεβασμίου τούτου Ναοῦ εἰρκτήν, καὶ ἐζήτησε προσευχήν, εὐλογίαν καὶ εὐχήν, ὥστε τὸ φαινομενικῶς ἀδύνατον τῆς ἐπιχειρήσεως νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς βοηθείας τοῦ Θεοῦ. Λαβὼν δὲ τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι «καὶ τὸν Λυαῖον νικήσεις καὶ ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρήσεις» ἔτρεξεν εἰς τὸ στάδιον καὶ διὰ τῆς ἱκετηρίου κραυγῆς «ὁ Θεὸς Δημητρίου βοήθει μοι» καὶ τὸν ἀνίκητον γίγαντα ἐνίκησε μονομαχήσας καὶ τοῦ μαρτυρικοῦ στεφάνου ἠξιώθη ἀμέσως.
Ταύτην τὴν τοῦ Ἁγίου Νέστορος ἐγκάρδιον καὶ ἀποτελεσματικὴν κραυγήν «ὁ Θεὸς Δημητρίου βοήθει μοι», ἂς ἀναφωνήσωμεν καὶ ἡμεῖς οἱ σύγχρονοι Θεσσαλονικεῖς καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες, πιστεύοντες ὅτι οἱ παντὸς εἴδους σύγχρονοι Λυαῖοι, φαινομενικῶς ἀνίκητοι γίγαντες, ἐξαφανίζονται ὡς νεφύδρια θερινὰ πρὸ τῆς προσευχῆς, πρὸ τοῦ σημείου τοῦ τιμίου Σταυροῦ, τὸ ὁποῖον εἶδεν ἐν οὐρανῷ καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐνίκησε κραταιῶς πάντα ἀντιτιθέμενον πειρασμόν, ὁ Μέγας ἐν βασιλεῦσι Κωνσταντῖνος, καθιερώσας διὰ τοῦ γνωστοῦ Διατάγματος τῶν Μεδιολάνων, τοῦ ὁποίου τὴν 1700ὴν ἐπέτειον κατὰ τὸ λῆγον ἔτος ἐπανηγύρισεν ἡ σύγχρονος ἀνθρωπότης, τὴν ἐλευθερίαν τῆς πίστεως καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου.

Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Εἰς τὴν ὅλην ἱστορικὴν διαδρομὴν καὶ πορείαν τῆς Κωνσταντίνου Πόλεως καὶ τῆς τῶν Θετταλῶν πόλεως ὑπάρχει μία λεπτομέρεια: ἡ συνεχῶς ἀναπεμπομένη ἱκεσία πρὸς τὸν Ἅγιον Δημήτριον καὶ ἡ ἐπαναλαμβανομένη θερμὴ εὐχαριστία διὰ τὴν προστασίαν του, ἡ ὁποία κατέστησε τὴν Θεσσαλονίκην ἰδιαιτέρως φιλοπρόοδον καὶ ἱκανὴν νὰ ἀντιμετωπίζῃ τὰς κρίσεις, τὰς ὁποίας ὑφίστατο κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς μακρᾶς ἱστορίας της. Κατὰ τὴν Βυζαντινὴν περίοδον κατεῖχεν ἐξέχουσαν θέσιν ἐν τῇ Αὐτοκρατορίᾳ καὶ ἀνέδειξε πλείστους Ἁγίους καὶ σοφούς, οἱ ὁποῖοι τὴν ἐλάμπρυναν. Ὠνομάσθη βασιλεύουσα καὶ ὑπῆρξε συμπρωτεύουσα τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
       Τὴν Μικρὰν αὐτὴν Κωνσταντινούπολιν, τὴν νέαν Ἱερουσαλήμ, τὴν ἠγαπημένην τῶν ἡσυχαστῶν, τὴν ἐκλεκτὴν τῶν καισάρων, τὴν Μητέρα Θεσσαλονίκην τοῦ Γαβριὴλ Πεντζίκη, ἡμεῖς οἱ δοκιμάσαντες τὸν πειρασμόν, τὴν ἀγωνίαν καὶ τὸν πόνον τῆς προσφυγιᾶς, ὅταν αἱ ἱστορικαὶ συνθῆκαι ἐπέβαλον τὴν μετακίνησιν πρὸς δυσμὰς μυριάδων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν ἐκ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τοῦ Πόντου, τῆς Καππαδοκίας, τῆς Ἰωνικῆς καὶ Αἰολικῆς γῆς, ἐκ τοῦ χώρου δηλαδὴ τῆς καθ᾿ ἡμᾶς Ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς, τῆς ἐνδοχώρας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τὴν Θεσσαλονίκην τὴν ἐγνωρίσαμεν καὶ τὴν γνωρίζομεν ὡς «πρώτη φτωχομάνα καὶ προσφυγομάνα», μαζὶ μὲ τὸν γνωστὸν Βαμβακάρην. Ἡ πόλις σας αὐτή, ἡ Θεσσαλονίκη, ὑπεδέχθη, «ἄνοιξε τὴν ἀγκαλιά της», ἐφιλοξένησε μὲ στοργὴν καὶ περιέθαλψε μὲ ἀγάπην μέγαν ἀριθμὸν πατέρων καὶ ἀδελφῶν μας, τῶν ἰδικῶν σας πατέρων καὶ μητέρων καὶ παππούδων καὶ γιαγιάδων. Καὶ ἔγινε ἡ δευτέρα, ἐξ ἴσου πρὸς τὴν πρώτην, φιλόστοργος πατρίς των. Καὶ ἐκεῖνοι, διὰ τῆς ἐργατικότητος καὶ δημιουργικότητός των καὶ διὰ τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῶν γνώσεων τὰς ὁποίας ἐκόμισαν ἐξ Ἀνατολῶν ἀνέδειξαν τὴν Μακεδονίαν καὶ ἰδιαιτέρως τὴν πόλιν τῆς Θεσσαλονίκης μεγάλην, προοδεύουσαν εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς καὶ ἀπολαμβάνουσαν τοὺς καρποὺς τῶν μόχθων της.
Ἡ ἀνοικοδόμησις τῆς Θεσσαλονίκης μετὰ τὴν καταστροφικὴν πυρκαϊὰν τοῦ δισέκτου ἔτους 1917 κατέστη δυνατὴ χάρις εἰς τὸ πνεῦμα, τὴν δυναμικότητα, τὴν πίστιν καὶ τὴν ἀρετὴν τῶν πτωχῶν ἐκείνων καὶ κατατρεγμένων ὑπὸ τῶν περιπετειῶν τῆς ἱστορίας προσφύγων. Ἡ ἀνοικοδόμησις αὐτὴ ἐπὶ νέου συγχρόνου καὶ ἐπιτυχεστέρου σχεδίου συνετέλεσεν εἰς τὴν μεγάλην ἀνάπτυξίν της. Ἡ πρόοδος αὐτῆς ἐν συνεχείᾳ εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς ἀνέδειξε τὴν δημιουργικότητα τοῦ φιλοχρίστου λαοῦ της. Σήμερον ἔχει ἀνακτήσει τὴν παλαιὰν αἴγλην τῆς συμπρωτευούσης καὶ συμβασιλευούσης καὶ αἰσθάνεται τὴν ἰσχυρὰν προστασίαν τοῦ πολιούχου αὐτῆς ἐξαιρετικῶς παροῦσαν καὶ ἀποτελεσματικήν. Αὐτῶν τῶν δημιουργῶν τῆς Θεσσαλονίκης ἀλλὰ καὶ τῆς πατρῴας ἀρετῆς, ἀπόγονοι, ἐπίγονοι καὶ συνεχισταὶ εἶσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι βαδίζετε «στ᾿ ἀχνάριά των».

Ἀδελφοί μου,

      Αἱ σημεριναὶ ἱστορικαὶ συντεταγμέναι παγκοσμίως δὲν εἶναι, ἢ δὲν ἐμφανίζονται τόσον εὐοίωνοι. Παρὰ ταῦτα, παρὰ τὰ ἀτελείωτα προβλήματα καὶ παρεμβαλλόμενα ἐμπόδια, οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοὶ διατηροῦμεν ὑψηλὸν καὶ ἀκατάβλητον τὸ φρόνημά μας, διότι ἔχομεν παράδοσιν, ἦθος, ἀξίας. Κατέχομεν ἐπὶ πᾶσιν τὴν Ἀξίαν, δηλαδὴ τὴν Χάριν, ἤτοι τὸν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος στηρίζει, ἐνισχύει, παρηγορεῖ, διαφυλάττει, χαρίζει εἰρήνην ἐσωτερικήν, φωτίζει, ἀνοίγει διεξόδους εἰς τὰ ἀδιέξοδα, σταλάζει γλυκασμὸν εἰς τὴν καρδίαν μας, «διασκεδάζει βουλὰς ἐθνῶν», καὶ μᾶς προλέγει καὶ βεβαιώνει καὶ λέγει : «ἰσχυκότες ἡττᾶσθε˙ ὅτι μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός».
       Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ὁ «ἀετὸς ὁ μέγας, ὁ μεγαλοπτέρυγος» (Ἰεζεκ. ιζ΄, 3) τοῦ Ὀρθοδόξου Γένους μας, ἐπισκοπεῖ ἀπὸ τῆς ἑπταλόφου Πόλεως, εἰς Ἀνατολὴν καὶ Δύσιν καὶ Βορρᾶν καὶ Νότον, μὲ αἴσθημα πολλῆς εὐθύνης καὶ σκεπάζει μὲ τὰς πτέρυγας τῆς ἀγάπης καὶ τῆς προσευχῆς του τὰ ὅπου γῆς τέκνα τῆς Μητρὸς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, καὶ ἰδιαιτέρως σᾶς ὅλους, τὴν κληρουχίαν του, τὴν ἕλκουσαν, ἐπαναλαμβάνομεν, κατὰ μέγα μέρος, τὴν καταγωγὴν ἐκ τῶν χώρων τῆς εὐλογημένης Μικρασιατικῆς γῆς, τῆς γῆς τῶν Ἁγίων, τῶν Μαρτύρων, τῶν Ὁσίων καὶ τῶν Ἡρώων. Σᾶς διαβεβαιούμεθα κατὰ τὴν ἱερὰν καὶ ἱστορικὴν ταύτην στιγμὴν ὅτι πάντοτε ἐνώπιον τῆς θαυματουργοῦ Εἰκόνος τῆς Παναγίας τῆς Φανερωμένης τοῦ Πατριαρχικοῦ μας Ναοῦ, τῆς Παναγίας τῶν προσφύγων τῆς Ἀνατολῆς, καίει ἀκοίμητος ἡ κανδήλα τῆς προσευχῆς μας ὑπὲρ ὑγείας, μακροημερεύσεως, προόδου, εὐδοκιμήσεως καὶ σωτηρίας ὅλων σας καὶ τοῦ κόσμου παντός.
       Ὅλη ἡ στρατιὰ τῶν σοφῶν, τῶν Ἁγίων καὶ τῶν περιφανῶν Θεσσαλονικέων, ἀπ᾿ ἀρχῆς καὶ μέχρι τῶν ἐσχάτων, ἀποτελεῖ πηγὴν ἐμπνεύσεως διὰ σᾶς τοὺς σημερινοὺς Θεσσαλονικεῖς καὶ ἐρέθισμα ἀγωνιστικότητος καὶ ἀδιακόπου καὶ ἀκαταβλήτου προσπαθείας καὶ μιμήσεως, ὥστε σκέψεις ἀπαισιοδοξίας καὶ ἡττοπαθείας νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐπικρατήσουν εἰς τὰς καρδίας μας. Ἄλλωστε, οἱ καταφυγόντες πρὸ αἰῶνος περίπου εἰς τὴν Θεσσαλονίκην πρόσφυγες, οἱ μηδὲν κομίσαντες, παρὰ μόνον θρῆνον καὶ πόνον καὶ ἀγωνίαν, κεκτημένοι ὅμως τὰ πάντα, τὴν πίστιν, τὸ φρόνημα καὶ τὴν ἀρετήν, ἀποδεικνύουν τοῦ λόγου τὸ ἀληθές.

Ἀδελφοί,

       Χαίροντες καὶ συγχαίροντες διὰ τὸν Ἅγιον μας, διὰ τὴν πίστιν μας καὶ διὰ τὴν ταυτότητά μας, συνεχίζομεν τὴν πορείαν μας ἐν προσευχῇ, καὶ ὁ τελευταῖος προσευχητικὸς λόγος μας ἐκ Κωνσταντινουπόλεως εἷναι ἡ ἀκροτελεύτιος εὐχὴ τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννου τοῦ Χρυστοστόμου, τοῦ ἀεὶ διδάσκοντος: «Σοὶ παρακατατιθέμεθα τὴν ζωὴν ἡμῶν ἅπασαν καὶ τὴν ἐλπίδα, Δέσποτα Φιλάνθρωπε»˙ καὶ τὴν πόλιν Σου ταύτην˙ καὶ τὴν ὀρθοδοξοῦσαν Θεσσαλονίκην Δημητρίου τοῦ Μάρτυρος˙ καὶ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ Γένος ἅπαν˙ καὶ τόν «κόσμον» Σου˙ «καὶ παρακαλοῦμεν καὶ δεόμεθα καὶ ἱκετεύομεν...»: « ὑπὲρ τοῦ διαφυλαχθῆναι τὴν ἁγίαν Ἐκκλησίαν καὶ τὴν πόλιν ταύτην καὶ πᾶσαν πόλιν καὶ χώραν ἀπὸ λοιμοῦ, λιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, πυρός, μαχαίρας, ἐπιδρομῆς ἀλλοφύλων, ἐμφυλίου πολέμου...καὶ ὑπὲρ τοῦ ἵλεων, εὐμενῆ καὶ εὐδιάλλακτον γενέσθαι τὸν ἀγαθὸν καὶ φιλάνθρωπον Θεὸν ἡμῶν, τοῦ ἀποστρέψαι καὶ διασκεδάσαι πᾶσαν ὀργὴν καὶ νόσον τὴν καθ᾿ ἡμῶν κινουμένην καὶ ρύσασθαι ἡμᾶς τῆς δικαίας αὐτοῦ ἀπειλῆς καὶ ἐλεῆσαι ἡμᾶς». Ἀμήν.

Related Posts with Thumbnails

Follow by Email