© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Δύο βιβλία από τη ΣΑΝΤΡΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ: «Ο ΚΗΠΟΣ ΜΕ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ» και «ΙΣΜΑΗΛ»

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ   


Δύο βιβλία γεμάτα τρυφερότητα και αθωότητα, δύο βιβλία ύμνος στη δύναμη της αγάπης, γραμμένα σαν από μιας Νεράιδας χέρι, είναι «Ο Κήπος με τα όνειρα» [εκδόσεις Πατάκη] και ο «Ισμαήλ» [εκδόσεις Κέδρος]. Εξαιρετικά επιμελημένες εκδόσεις και οι δύο, μας προϊδεάζουν, με τα πανέμορφα εξώφυλλά τους, για τη μαγεία τουπε ριεχομένου! Δημιουργός τους η εξαίρετη δημοσιογράφος της Καθημερινής Σάντρα Βούλγαρη, η οποία αποδεικνύεται και ταλαντούχος συγγραφέας. Το συγγραφικό της σύμπαν, ονειρικό, ποιητικό, παραμυθένιο, απευθύνεται στην αθωότητα των παιδιών και στη «δική» μας. 

Τρία διηγήματα «φυτρώνουν» στον «Κήπο με τα όνειρα», που κόσμησε με το εξώφυλλο και τις βινιέτες της η Βάσω Ψαράκη, και μεγαλώνοντας  κατακτούν τις καρδιές μικρών και μεγάλων. Σ’  ένα κόσμο οραματικό, βυθισμένο στην ομορφιά, ζει η μικρή «Τριανταφυλλένια». Όταν ο αγαπημένος της την εγκαταλείπει, για να αναζητήσει τα όνειρά του, ανήμπορη να συνεχίσει τη ζωή, παρακαλεί το Θεό να την πάρει κοντά Του. Εκείνος τότε θα τη μεταμορφώσει σε δέντρο, που όμοιό του δεν υπάρχει. Στα κλαδιά και τα  λουλούδια  του πετούν οι φίλοι της, τα πουλιά, και οι άνθρωποι απολαμβάνοντας τη σκιά του,  συνομιλούν μαζί της. Ξέρουν ότι το δέντρο είναι η Αγάπη, είναι η  Τριανταφυλλένια τους που έγινε θρύλος και τους βύθισε σε θλίψη, αλλά, μη θέλοντας να τους στερήσει την αγάπη, τούς την προσφέρει με τη μορφή της σκιάς της. Ξαφνικά ένα νέο κορίτσι έρχεται στη ζωή και καθώς  μεγαλώνει, αγαπά όπως και η Τριανταφυλλένια ένα αγόρι. Αλίμονο, η ιστορία  επαναλαμβάνεται και το αγόρι της φεύγει μακριά. Απελπισμένη η κόρη κλαίει σπαρακτικά στην αγκαλιά της Τριανταφυλλένιας χωρίς κανένα από τα παρηγορητικά λόγια να της γλυκάνουν την καρδιά, γι' αυτό, μην αντέχοντας τον πόνο, το κορίτσι  παρακαλεί το Θεό να την κάνει δέντρο ή λουλούδι. «Πρέπει ν’ αντέξεις και να βρεις τη χαρά» της ψιθυρίζει η Τριανταφυλλένια. Και γίνεται το θαύμα. Το νέο κορίτσι φέρνει στον κόσμο μια καινούργια ζωή και όλοι μιλούν για το θρύλο της Τριανταφυλλένιας. Το κοριτσάκι  μεγαλώνει, προσφέροντας χαρά στους ανθρώπους. Γίνεται κι αυτή μια πανέμορφη νέα, ίδια με την Τριανταφυλλένια και αγαπά. Κι ενώ όλοι νομίζουν πως το  κακό του χωρισμού δε θα επαναληφθεί και ότι η αγάπη έχει νικήσει, η τραγική ημέρα δεν αργεί. Το παλικάρι μπαίνει κι αυτό με τη σειρά του στο καράβι και φεύγει. Μια καταιγίδα έρχεται να ολοκληρώσει το κακό. Η Τριανταφυλλένια  κοντεύει να ξεριζωθεί από τη θλίψη.  Παλεύει με δυνάμεις άγνωστες ν’ αλλάξει τον κόσμο. Το πρωινό θα φέρει τη γαλήνη, οι άνθρωποι θ’ αντικρίσουν τον ήλιο  και πέρα στα βάθη της θάλασσας ένα καράβι φέρνει πίσω το αγόρι της και μαζί του «επιστρέφουν» εκείνοι που αγαπήθηκαν από  τη Μητέρα της και την Τριανταφυλλένια. Το ίδιο βράδυ παντρεύονται  και χορεύουν γύρω από τον κορμό της  ενώ εκείνη τους ραίνει  με τα ροδοπέταλά της. «Τα μάγια είχανε λυθεί. Κι αν κάποια μέρα θέλετε κι εσείς να το διαπιστώσετε κοιτάξτε ένα ουράνιο τόξο το πρωί μετά από βροχή. Εκεί στην άκρη του που χάνεται μέσα στον ουρανό είμαι σίγουρη πως θα δείτε την Τριανταφυλλένια αγκαλιά με τον αγαπημένο της  να σας λέει πως μια μέρα η αγάπη θα κυβερνήσει τον κόσμο». Με την ίδια επινοητική και δημιουργική φαντασία, η συγγραφέας συνθέτει και τα άλλα δύο διηγήματα της συλλογής της, «Το Κυκλάμινο» και το  ο «Κάρλος  ο ρομαντικός  ψαράς».  

Στο δεύτερο βιβλίο της, τη νουβέλα «Ισμαήλ», των εκδόσεων Κέδρος, με εξαιρετικό, ανυπόγραφο εξώφυλλο, η Σάντρα Βούλγαρη, με τις λεπτές ψηφίδες των μύθων της δημιουργεί τον άυλο κύκλο της αγάπης. Ο έρωτας ζωντανεύει αργότερα μέσα από  τις  αισθήσεις  με πολύτιμο καρπό την μικρή Αιμιλία.  Όλα αρχίζουν και τελειώνουν σαν σε πίνακα του Μαρκ Σαγκάλ, που, μέσα στις εικαστικές του αποσκευές, φέρει τον πλούτο των λαϊκών παραμυθιών της πατρίδας του και την πίστη  ότι η φύση και οι άνθρωποι μοιράζονται την ίδια μοίρα. Οι ήρωες του βιβλίου,  όπως και στις συνθέσεις του Ρώσου ζωγράφου, αιωρούνται  μέσα από τα σύννεφα και τα χρώματα και  ο τίτλος του πρώτου κεφαλαίου του παραμυθιού ξεπετιέται  και γράφεται σ’ ένα τσαλακωμένο χαρτί: «Κήπος», «ένα κομμάτι του παράδεισου στη γη». Τη φροντίδα του φανταστικού ή υπαρκτού κήπου έχει ένα αγόρι, που τα βράδια στοχάζεται και αναρωτιέται: πώς θα ήταν η μακρινή του χώρα,  αν έπαυαν οι μάχες του πολέμου; Πως θα ήταν οι κάτοικοι αν αποκτούσαν ξανά  τη χαμένη τους γη; Κι αν μια μέρα ο ίδιος κέρδιζε την πολύτιμη ελευθερία του κι έφευγε μακριά από τον κήπο του, τι άραγε θα συνέβαινε; Έτσι αρχίζει η ιστορία του «Ισμαήλ» με ερωτήματα, νεανικούς φόβους, σκληρά βιώματα, με νέους και κόρες που θέλουν ν’ αγαπηθούν και να αγαπήσουν.  Όλα κυλούν ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα σε ένα σύγχρονο παραμύθι με ήρωα έναν Κούρδο πρόσφυγα από το Ιράκ, περαστικό από την Ελλάδα με τελικό προορισμό του τη Σουηδία και ηρωίδα την Γκούεν, Ελληνίδα από πατέρα και  Αγγλίδα από  μάνα. Το όνομά της από το Γκουίνεβιρ παραπέμπει στους μεσαιωνικούς θρύλους των ιπποτών. Οι δυο νέοι αποζητούν τη ζεστασιά και τη μέθη της αγάπης. Συναντώνται και αγαπιούνται. Η ιστορία τους ξετυλίγεται μέσα από μία συναρπαστική γραφή άλλοτε με τη μορφή ρεαλιστικής αφήγησης άλλοτε με τη μορφή του παραμυθιού. Γεγονότα πραγματικά μεταμορφώνονται σε ονειρικά και το ηχόχρωμα των λέξεων προσδίδει στον πλούσιο συναισθηματισμό των ηρώων μια απόκοσμη αέρινη νότα, που γίνεται ορατή με την καρδιά. Ο αναγνώστης βυθίζεται στις φανταστικές, ποιητικές  εικόνες  του βιβλίου και απολαμβάνει  την αφηγηματική τέχνη της συγγραφέως, που με τη μαγική της ράβδο  μεταμορφώνει τα πλάσματα του Θεού! Την ίδια απόλαυση νιώσαμε κι εμείς και ευχόμαστε στη νέα συγγραφέα να μας δώσει κι άλλα βιβλία κρατώντας πάντα το ήθος της γραφής και της ευαισθησίας της!

Μια ακόμα συμμετοχή σε μια εικαστική Γκιόστρα

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Η Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία “Giostra di Zante”, όπως είναι σε όλους γνωστό, εκτός από την επαναφορά στην σημερινή πραγματικότητα των ιστορικών ιπποτικών αναμετρήσεων, προσπαθεί ν’ αναζητήσει την ταυτότητα του νησιού μας, να γνωρίσει τον αληθινό πολιτισμό του και να ενισχύσει την σημερινή δημιουργία, η οποία δεν θα είναι μια απλή αντιγραφή, αλλά μια προσαρμογή του χθες στο σήμερα, έτσι ώστε να μπορέσουμε να μιλάμε και πάλι για άνθιση και όχι για παρηγοριά στον άρρωστο.
Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας το Σωματείο αναθέτει κάθε χρόνο και στις δύο βασικές του εκδηλώσεις, την μεγάλη Γκιόστρα, αλλά και αυτήν του Άι – Γιωργιού, σε έναν από τους εικαστικούς καλλιτέχνες του νησιού μας, τους τόσο πολλούς και ταλαντούχους, να φιλοτεχνήσει ένα έργο, σχετικό με το θέμα, το οποίο χρησιμοποιεί για την αφίσα των εκδηλώσεων.
Τα έργα των έως τώρα δημιουργών εκτέθηκαν τον περασμένο Αύγουστο στο πάντα δραστήριο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων και με τον τρόπο αυτό τα γνώρισε όχι μόνο το ντόπιο κοινό, που έτσι και αλλιώς τα ήξερε από τις αφίσες, τα προγράμματα και τις άλλες δημοσιεύσεις, αλλά και πολλοί επισκέπτες του νησιού μας, που έμαθαν για το σημαντικό αυτό κομμάτι της ιστορίας μας, αλλά γνώρισαν και τη νεότερη καλλιτεχνική παραγωγή του τόπου μας.
Είναι πράγματι αξιοθαύμαστο το πώς ο κάθε καλλιτέχνης είδε την Γκιόστρα της Ζακύνθου, πώς την συνέδεσε με άλλα αξιοσημείωτα γεγονότα, όπως οι «Ομιλίες», πώς την ενέταξε στο σήμερα και πώς είδε την συνέχειά της. Αν βρεθούν τα χρήματα, στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε και όλα αυτά τα δημιουργήματα εκδοθούν σε ειδικό τόμο, ο νεότερος ερευνητής θα μπορέσει να διαπιστώσει το πώς η ιστορία επαναλαμβάνεται ομόκεντρα και το πώς η τέχνη εκφράζει την κάθε κοινωνία και την ιδιαιτερότητά της.
Φέτος το έργο για την αφίσα της Γκιόστρας της Ζακύνθου 2012 φιλοτέχνησε μια νέα και πολλά υποσχόμενη ζωγράφος, η ήδη γνωστή από την ως τώρα προσφορά της Θάλεια Ξενάκη, δίνοντας έτσι την δική της εκδοχή, αλλά, πιστεύω και της γενιάς της, για την πανάρχαια αυτή ιστορία, η οποία ακόμα μπορεί να συγκινήσει και να εμπνεύσει.
Κεντρικό, αλλά και μοναδικό, πολύ σωστά, πρόσωπο του έργου, ένας ιππότης, ο οποίος μπρος από τους κρίκους προσπαθεί να κερδίσει το έπαθλο, αλλά και όλα τα συνακόλουθα. Δεν είναι του σήμερα, ούτε του χθες, αλλά διαχρονικός και αιώνιος. Ουσιαστικά λαβαίνει μέρος στην ιπποτική αναμέτρηση, που ξεκίνησε από τον Αρίγκο της Μπόχαλης, κατέβηκε στην Πλατεία Ρούγα και σήμερα επιβιώνει στην πλατεία Σολωμού, της δικής μας σχόλης και της τουριστικής μας συνάθροισης, αλλά συγχρόνως συμμετέχει στην «Ομιλία» του Ρωτόκριτου, είναι κάτι από τις σκηνές της «Ευγένας», του κυρ – Θεόδωρου Μοντσελέζε και αποκτά και πιο πέρα διαστάσεις, θυμίζοντας και Δον Κιχώτη, με ή χωρίς ανεμόμυλους.
Το φόντο η Πλατεία Ρούγα της προσεισμικής ακμής, αλλά και της σημερινής πραγματικότητας. Λιτό το τοπίο, γι’ αυτό και πολυδιάστατο. Μπορεί, όμως να είναι, εκτός από τις καμάρες του κέντρου της πόλης και αυτές της παραποιημένης Στράτας Μαρίνας, αλλά και του δρόμου του προστάτη Αγίου μας, με την καμπυλότητα, η οποία δεν διακρίνει μόνο την ντόπια αρχιτεκτονική παράδοση, αλλά και τις περισσότερες εκφράσεις του πολιτισμού μας. Μπορεί να είναι και η πλατεία Αγίου Μάρκου, με τις διηγήσεις της πλακόστρωσής της, όπως βίωσε τις σημαντικότερες στιγμές της ιστορίας του νησιού, μέχρι να πληγωθεί από την τουριστική προχειρότητα ή και η άλλη, η κάτου Πλατεία, αυτή του Εθνικού ποιητή, όπου το Μουσείο με τα εναπομείναντα. Εκεί εξάλλου γίνεται στις μέρες μας το αγώνισμα και το χθες περνά στο σήμερα.
Η Θάλεια Ξενάκη δούλεψε με αφαίρεση και γι’ αυτό το έργο της είναι πολυδιάστατο. Παρουσιάζει την ουσία και αφήνει τον θεατή να προσθέσει τα όσα γνωρίζει ή φαντάζεται. Περιορίζει για να μπορέσει να διηγηθεί. Απλοποιεί για να δώσει την πολύμορφη διάσταση της ιστορίας.
Μέσα από τα χρώματά της, τα εντελώς απαραίτητα, δίνει την ταυτότητα του νησιού, είτε αυτή προέρχεται από την μακραίωνη ιστορία του, είτε διεξάγεται στο σήμερα, με τις αναζητήσεις και τους προβληματισμούς.
Τα έργα των ντόπιων εικαστικών δημιουργών, τα οποία μέχρι τώρα ιστορήθηκαν για την αφίσα των εκδηλώσεων του πανάρχαιου ιπποτικού αγωνίσματος της Ζακύνθου κάνουν και αυτά, εντελώς αθόρυβα, μια δική τους Γκιόστρα. Σ’ αυτήν την περίπτωση, μάλιστα, η νίκη έρχεται σε έσχατη αναζήτηση. Εδώ μετρά η συμμετοχή και η δημιουργία, όπως παντού θα έπρεπε να συμβαίνει.
Η τέχνη έφιππη βαδίζει προς τον κρίκο. Η ισόψηφη νίκη δεν είναι ατομική, αλλά του συνόλου. Εδώ πράγματι επαληθεύεται το αποστολικό «ουδείς στεφανούται ή μη νομίμως αθλήσει».
Είναι πράγματι παρήγορο που η τέχνη της ζωγραφικής, όπως και της ποίησης, ανθίζουν ακόμα στο νησί μας. Ευλογούν την καθημερινότητά μας και ισορροπούν την κακοδαιμονία μας.
Ας κάνουν πάντα τη δική τους Γκιόστρα!

Related Posts with Thumbnails

Follow by Email