© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2008

Μολότωφ της Αγάπης

Γράφει ο Άγγελος Καλογερόπουλος
[Εφημερίδα Αυγή, 10/12/2008]
Γιατί ανάβουνε τόσα φώτα μπροστά στα έρημα εφηβικά τους μάτια; Γιατί στολίζουνε τα δέντρα μ’ αυτές τις ουδέτερες μπάλες; Η γιορτή έχει φύγει κάτω από κρότους και πυροβολισμούς. Το γαϊδουράκι πρόγκηξε… Τα παιδιά φεύγουνε σημαδεμένα από ορατές και αόρατες κάννες.
Ένας άδικος θάνατος ενός δεκαπεντάχρονου Αλέξη κάνει τα μάτια μιας δεκαπεντάχρονης Μαίρης να κλαίνε.
Δημοσιογράφοι, πολιτικοί, συνδικαλιστές μιλούν με κασέτα.
Ένα άγριο και ανεξέλεγκτο πάθος σαρώνει τον καταναλωτικό παράδεισο, ασκώντας τη δική του ιδιόμορφη εξουσία. Ο μπάτσος που κρύβουμε μέσα μας βρίσκεται σε ταιριαστή αρμονία με τον απέναντί μας μπάτσο. Οι κοινωνικές εκρήξεις αφήνουν πάντοτε αποκαϊδια, αδιαφορώντας για την ονομαστική του ενός, αφήνοντας αλώβητη τη γενική της εξουσίας.
Ο θάνατος του Αλέξη πρέπει να μας κάνει να σταθούμε στην απουσία της φωνής του ενός.
Τα δάκρυα της Μαίρης δεν πρέπει να γίνουν μίσος και οργή, να εκτονωθούν μέσα στα γενικά συνθήματα του – ειρηνικού ή αγριεμένου- πλήθους. Πρέπει να γίνουν νεράκι που ξαναφέρνει τη ζωή.
Η μόνη εφικτή επανάσταση είναι να καταλύσουμε το κράτος της βίας που κυριαρχεί μέσα μας. Να σπάσουμε τη βιτρίνα που προστατεύει μέσα μας τα κρυφά καταναλωτικά όνειρά μας.
Να βάλουμε τη μόνη πυρκαγιά που ξαναφέρνει τη ζωή.
Να γίνουμε μικρές μολότωφ της αγάπης.

Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2008

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή, Ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ Ο ΤΑΧΗΣ (διήγημα)

Εκείνο το πρωινό, κατά γενική ομολογία, όλα ήταν λαμπρά και ανοιξιάτικα. Πλούσιος καιρός, όπως έλεγε ο κυρ Μήτσος, ο γείτονας του Γρηγόρη. Η θάλασσα φαινόταν από ψηλά ντυμένη στα πιο βαθιά μπλε χρώματά της. Ο ήλιος έπαιζε με τις σταγόνες της πρωινής δροσιάς, λίγο προτού φύγουν στο ταξίδι του αποχωρισμού τους από την απτή πραγματικότητα. Σε αυτό το παιχνίδι, ιδιαίτερα αυτή την εποχή, πάντοτε κερδισμένο βγαίνει το φως. Έτσι, όσο κι αν προσπαθούν να μεταμορφωθούν σε χρώματα οι δροσιές, εκτός από μια στιγμιαία μεταλλαγή τους σε ουράνιο τόξο δεν καταφέρνουν τίποτα παραπάνω. Με το που παίρνει λίγο ο χρόνος η ζέστη, καταφέρνει να αναιρέσει τις ισορροπίες και το μασκάρεμα καταλήγει σε άτακτη υποχώρηση. Ως εκ τούτου επιστρέφει κανείς σύντομα στον πρωινό του καφέ. Οι εικόνες δίνουν την θέση τους στις σκέψεις και αυτές με την σειρά τους άλλοτε μας τυραννούν και άλλοτε μας ξεκουράζουν, φτιάχνοντας πάντα μια ξύλινη πανοπλία στα δικά μας μέτρα, με την οποία θα πορευθεί η διάθεσή μας το υπόλοιπο της ημέρας. Εκτός κι αν τούτη η πολυτέλεια διασαλευτεί από γεγονότα αντικειμενικά που απαιτούν απλούστατα προσαρμογή.
Με αυτά και άλλα πλεούμενα στην καλοσύνη της θάλασσας, του μυαλού και των ματιών μας γλιστρούσε η ώρα και ο καφές, ξυπνώντας τους τόπους εντός και γύρω μας. Καλημερίσαμε λοιπόν την ανάγκη μας για επικοινωνία και αφεθήκαμε στην ιστορία του κυρ Μήτσου, που σαν παλιός ήξερε περισσότερο να δουλεύει την φαντασία του από το να χειρίζεται με την δική μας μαεστρία το τηλεκοντρόλ του. Και βέβαια κανείς δε νοιαζόταν κατά πόσον τα εξιστορούμενα ήταν αληθή ή όχι. Ο αφηγητής έφερε τον έπαινο της ομήγυρης, διότι ο νους του επικοινωνούσε κατευθείαν με την καρδιά του, γεγονός σπάνιο και ταλέντο αξεπέραστο αφού οδηγούσε σε διδακτικές μυθοπλασίες ή αφηγήσεις που, όσο κι αν αποκάλυπταν, πάντοτε σέβονταν τους διαπλεκόμενους, ώστε ποτέ κανείς δεν τα χαρακτήρισε χυδαία κουτσομπολιά.
Το θέμα της ημέρας ήταν ο Γρηγόρης ο Ταχής. Της γνωστής για τα επαρχιακά μας δεδομένα οικογενείας των Ταχήδων. Πλούσιας καταγωγής, με αστικές συνήθειες και προτεσταντική ηθική. Ορθόδοξοι ήταν οι άνθρωποι αλλά, όπως έλεγε και ο καφενόβιος βιογράφος τους, πιο πολύ πίστευαν στον χρυσό παρά στον Χριστό. Όλοι έμποροι. Άλλος με τον καφέ, άλλος με τα ρούχα και ο Γρηγόρης με τα λάδια και τις ελιές. Το επάγγελμα το κληρονόμησε από τον πατέρα του, έναν καθώς πρέπει γέροντα που έζησε χρόνια ολόκληρα πάνω από μία ταμειακή μηχανή, αναγνωρίζοντας ως νέα μόνο αυτά που του ψιθύριζαν οι αριθμοί κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους. Οι Ταχήδες λοιπόν δεν κατάλαβαν κατοχή, εμφύλιο, δικτατορία, μεταπολίτευση. Πολλοί υποστήριζαν ότι δεν αντιλήφθηκαν ποτέ Χριστούγεννα, Πάσχα, ονομαστικές εορτές. Οι άγιοι και οι γιορτές τους ήταν ευκαιρίες για περισσότερα ή λιγότερα κέρδη. Μόνο από αυτούς άκουγες εκφράσεις όπως ο άγιος Νικόλαος φέτος ήτανε φτωχός ή πλούσιος ο Άϊ Γιώργης. Υπονοώντας πάντοτε με αυτόν τον οικογενειακό τρόπο τα έσοδα και τα έξοδα, τη μόνη διαφορά στο χρόνο που - όπως για κάθε συνεπή έμπορο - σήμαινε χρήμα και πλουτισμό. Είχαν το καλύτερο σπίτι στην μικρή μας πόλη. Πέτρινο, διώροφο, με κήπο και αυλή. Εκεί μεγάλωσε ο Γρηγόρης. Όνομα και πράγμα. Αν και ποτέ δεν ασχολήθηκε με τον αθλητισμό ήταν ο γρηγορότερος άνθρωπος στην πόλη μας. Αν μάλιστα στο επίθετό του υπήρχε το ύψιλον αντί του ήτα, τότε όλοι θα υποθέταμε ότι τούτο το παιδί αποτελούσε μεταφυσική ενσάρκωση ενός εμπορικού δαιμονίου. Άλλωστε περισσότερη σχέση είχε με τον Γρηγόρη των φαναριών κίνησης παρά με τον άγιό του. Τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά μόνο ένας παραδοσιακός χαλβάς, κεκλεισμένων των θυρών, κάθε χρόνο του τον θύμιζε.
- Όταν ανέβαινε στην Αθήνα, έκανε τον σταυρό του σε κάθε πράσινο φανάρι, έλεγε ειρωνικά ο μπάρμπα Μήτσος.
Ο Γρηγόρης ο φαναριώτης λοιπόν ησυχία δεν είχε. Πρώτος άνοιγε το μαγαζί, τελευταίος το έκλεινε. Την περίοδο μάλιστα του ράβδου κάποιοι έλεγαν δεν κοιμόταν καθόλου. Ολημερίς και ολονυχτίς έτρεχε για να κλείσει δουλειές, για να ανοίξει δουλειές, για να πάρει λεφτά, για να δώσει λεφτά, για να φτιάξει τα κιτάπια του, για να ξεμπερδέψει τους λογαριασμούς του. Τι άνθρωπος! Κινούμενο αερικό. Σε καφενείο δεν έκατσε ποτέ. Μια ζωή γρήγορη δεν έχει χρόνο για σπατάλη και χαζολόγημα. Αστός με τα όλα του. Όλα τα έκανε τάχιστα. Παράτησε νωρίς το σχολείο, άλλωστε για την οικογενειακή του παράδοση οι σπουδές ήταν περιττές. Αν και αργότερα τέλειωσε στο τεχνικό λύκειο λογιστής, γιατί όπως έλεγε και ο πατέρας του το σύγχρονο της εποχής απαιτούσε γνώσεις για να μην στα παίρνει τσάμπα το κράτος. Από νωρίς μπήκε στην δουλειά και νωρίς ανάλαβε την διαχείρισή της. Αφού ένα πρωινό ξαφνικά ο γερο Ταχής έκανε τεμενά, όπως πικρόχολα ακούστηκε, πάνω στην ταμειακή του μηχανή. Νωρίς παντρεύτηκε, στα τριάντα του είχε κιόλας τρία παιδιά , το μεγαλύτερο οκτώ ετών. Χώρισε στα τριανταδύο και παντρεύτηκε μια Βουλγάρα που δούλευε στο μαγαζί του. Με αυτήν δεν έκανε παιδιά. Ήταν η καθυστερημένη του εφηβεία που αναδύθηκε, ή ίσως ο έρωτας, αφού και τη γυναίκα του ακόμη την είχε διαλέξει με προξενιό ο πατέρας του. Για να ενώσουν τις περιουσίες τους με έναν συνάδελφό του, λαδέμπορο και αυτόν και κατά σύμπτωση επίσης Γρηγόρη στο όνομα και στην ουσία. Ο Γρηγόρης λοιπόν έτρεχε, τώρα αν έκανε και κάτι άλλο κανείς με βεβαιότητα δεν μπορεί να το υποστηρίξει. Μια γυναίκα μαρτύρησε ότι τον είχε δει ένα καυτό καλοκαιρινό μεσημέρι να κάνει μπάνιο στην παραλία, αλλά και αυτό αναιρέθηκε σύντομα, αφού εκτός του ότι δεν έβλεπε καλά - είχε κάνει εγχείρηση στα μάτια της πρόσφατα -, την ίδια ώρα ο ήρωάς μας τραπέζωνε κάποιους Ιταλούς εμπόρους σε ψαροταβέρνα στην προκυμαία. Ένας άλλος είπε ότι τον πέτυχε βράδυ να ψαρεύει στο λιμάνι, αλλά από μεθυσμένο που δε βλέπει τη μύτη του μην περιμένεις αλήθεια. Την τελευταία φορά που κάτι ακούστηκε ήταν από ένα βοσκό , ότι δήθεν μάζευε σπαράγγια στο ρέμα δίπλα στον άγιο Σώστη. Παραμύθια, σπαράγγια στο κατακαλόκαιρο. Μάλλον πρέπει να δωροδοκήθηκε από τον Ταχή, διότι με βάση το μάρκετινγκ, όπως το είχε καταλάβει από ένα άρθρο σε μια οικονομική εφημερίδα, έκρινε και αυτός ότι έπρεπε να αποκτήσει φιλικότερο στο εμπορικό και καταναλωτικό κοινό πρόσωπο. Έτσι έβλεπε τους συνανθρώπους του. Και πολλά πολλά δεν είχε με κανέναν. Μόνο πάνω στη δουλειά. Εκεί ήταν εξπέρ. Πέραν τούτου όμως μηδέν. Πόλεμος στη Σερβία, δεν βαριέσαι. Όπως έλεγε απερίφραστα και ο ίδιος:
- Εμένα εκτός της οικογενείας μου και της τσέπης μου δεν με ενδιαφέρει τίποτα άλλο.
Ήταν άλλωστε και ο λόγος που τον έκανε τόσο αυτόν όσο και την οικογένειά του κυρίους στην τοπική μας κοινωνία. Νομοταγείς και ευϋπόληπτους πολίτες. Ψήφιζε αστικά κόμματα και μάλιστα ενίσχυε οικονομικά και κάποιους βουλευτές στο νομό. Αυτή ήταν και η μόνη φιλανθρωπία που έκανε, αν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι ο τζόγος όπως ο ίδιος αποκαλούσε την εν λόγω χρηματοδότηση.
- Άλλος με το χρηματιστήριο, άλλος με τις εκλογές, έλεγε γελώντας. Στο κάτω-κάτω έχω μεγαλύτερη ασφάλεια για το κεφάλαιό μου, υψηλότερους τόκους και σίγουρη επένδυση.
Κάποτε έδωσε όμως για την αποπεράτωση μιας εκκλησίας. Αν και μετά από χρόνια σε μια ζάλη του ο παπάς αποκάλυψε ότι τον είχε υποχρεώσει αυτόν και άλλους ενορίτες να του πουλήσουν το λάδι τους σε εξευτελιστική τιμή. Έδινε δάνεια, με τόκους μικρότερους των τραπεζών βεβαίως και άμα δεν είχες να τον ξεχρεώσεις σου έκανε κατάσχεση αδιαφορώντας για την συνέχεια. Όχι τη δική του, αφού τα ήξερε όλα ή έτσι τουλάχιστον απαντούσε σε όποιον έκανε το λάθος να τον ορμηνέψει για οτιδήποτε. Όπως τότε που η θεία του, από την μάνα του, η χήρα, βλέποντάς τον να τρέχει αλύπητα του φώναζε μέσα στο μαγαζί του:
- Πού τρέχεις παιδάκι μου, τι τρέχεις έτσι και πας σαν πιωμένος στο ραντεβού;
Αυτό του το έλεγε συχνά. Ποτέ δεν τη ρώτησε για ποιο ραντεβού του μιλούσε, υπέθετε πάντοτε ότι η θεία ήξερε το πρόγραμμα της ημέρας του. Η θεία του δεν ήξερε ούτε τι μέρα είναι, τουλάχιστον από τότε που εκτελέστηκε το μονάκριβο παιδί της στον εμφύλιο. Ήξερε μόνο αυτά που ήθελε, και ο Γρηγόρης, όσο κι αν ποτέ δεν της έδωσε καμιά ιδιαίτερη σημασία, της θύμιζε το γιο της, σαν εικόνα έστω που η συγγένεια μόνο μπορεί να δώσει. Την ένοιαζε αυτό το παιδί. Όμως δεν άκουγε κανέναν.
- Τι βιάζεσαι, παιδάκι μου, του έλεγε ξανά και ξανά. Το μόνο σίγουρο είναι το ραντεβού σε αυτήν την ζωή.
Αλλού ο Γρηγόρης. Πάει, τα έχασε η θεία μου, έλεγε όταν την άκουγε να του φωνάζει και συνέχιζε να τρέχει για να προλάβει το κύλισμα των νομισμάτων και το κατρακύλισμα της ουσίας της ζωής του. Ώσπου μια μέρα τρέχοντας έφτασε στο μαγαζί. Τρέχοντας άνοιξε την μηχανή, είχε κρατήσει την ίδια με τον πατέρα του. Τρέχοντας άνοιξε το κουτί με τα λεφτά. Μέτρησε, χαμογέλασε και έπεσε πάνω τους. Σε μια στιγμή έφυγε τρέχοντας στο πιο προσωπικό του ραντεβού, το ραντεβού του θανάτου. Ο Γρηγόρης ο ταχύς, όπως γρήγορα γεννήθηκε κατά πως έλεγε ο πατέρας του, γρήγορα έφυγε όπως όλοι συμφωνήσαμε τη μοναδική μέρα που μας κέρασε καφέ, τον πιο πικρό όπως και να 'χει, στην πλατεία της πάνω πόλης.
Ο μπάρμπα Μήτσος έστριψε τσιγάρο, κοίταξε κατά τη θάλασσα και αναρωτήθηκε αν ο γιος του έπιασε τίποτα με τα δίκτυα.
Χαιρετηθήκαμε και ο καθένας έφυγε για τον κόσμο του.


-------------
* Το διήγημα δημοσιεύτηκε στη συλλογή Φώτης Αδάμης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Δ. Γ. Μαγριπλή), «Μαθήματα Κηπουρικής και άλλα διηγήματα», Σοκόλης, Αθήνα 2007.

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2008

Παύλου Φουρνογεράκη, ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΖΑΚΥΝΘΙΝΗ ΤΕΧΝΗ

Αγνώστου, Προσκύνηση των Μάγων, 18ος αι. Ξυλογλυπτική από το τέμπλο του ναού του Σωτήρος στο Καλλιπάδο.


Αγνώστου, Προσκύνηση των Μάγων, 18ος αι. Ναός Αγίου Διονυσίου Διαστ 47,5 διάμετρος, Αβγοτέμπερα.

Η Γέννηση. Διαστ. 0,50χ0,41 εκ. χωρίς πλαίσιο - 0,85χ0,72 εκ. με το πλαίσιο. Δωρίθηκε από τη Θάλεια Κολυβά το 1975.
Περιγραφή: Στο μέσο της παράστασης εικονίζεται η σκηνή της Γέννησης, η οποία διαδραματίζεται μέσα σε σπηλιά που βρίσκεται στις παρυφές ενός όρους. Μπροστά από τη σπηλιά ο Ιωσήφ συνομιλεί με ένα βοσκό. Πίσω από το βουνό και αριστερά, άγγελος ευαγγελίζει ένα βοσκό, ενώ στο βάθος ένα σπίτι και θάλασσα. Στην πάνω δεξιά γωνία της εικόνας μέσα σε νεφέλη όμιλος αγγέλων. Στο πρώτο επίπεδο χλόη και δέντρα. Το πλαίσιο της εικόνας είναι ξυλόγλυπτο, επίχρυσο.

Νικόλαος Καντούνης: Η Βάπτιση. 18ος-19ος αι Από το ναό Αγίων Αναργύρων. Διαστ 143x66x1,5 Λάδι σε ξύλο.

Νικ. Κουτούζης: Η προσκύνηση των ποιμένων. Από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνα του Φλαμπουριάρη. Διαστ 187,5x139,5. Λάδι σε μουσαμά.Τέλη του 18ου αι.


«Η τέχνη στη Ζάκυνθο αποτέλεσε δύναμη αναζωογονητική και γνήσια έκφραση της τοπικής παράδοσης, αλλά είχε και πολλές περιπέτειες, λόγω των καταστρεπτικών σεισμών, που προκαλούσαν ζημιές σε εκκλησίες και άλλα μνημεία και χρειάστηκε η γνώση, το πάθος και η επιμονή αρκετών ανθρώπων για να αναστηλώσουν, να επισκευάσουν και να διασώσουν μνημεία τέχνης μέχρι τις μέρες μας. Τα περισσότερα έργα εκκλησιαστικής τέχνης που διασώθηκαν από τον καταστρεπτικό σεισμό και τη φωτιά του 1953 βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο Ζακύνθου, στο Μουσείο μονής Αγίου Διονυσίου και Στροφάδων ενώ στο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων βρίσκονται έργα από δωρεές κυρίως, τόσο εκκλησιαστικής όσο και κοσμικής ζωγραφικής. Τα έργα αυτά μας δίνουν μια ολοκληρωμένη ιδέα για την πορεία της τέχνης στη Ζάκυνθο και δεν θα ήταν υπερβολικό να πούμε ότι «το καλλιτεχνικό κέντρο της Επτανήσου πρέπει να θεωρηθεί ανεπιφύλακτα η Ζάκυνθος, όχι μόνο γιατί παρά τις συχνές καταστροφές από τους σεισμούς εξακολουθεί να συγκεντρώνει μέχρι σήμερα τα περισσότερα και χαρακτηριστικότερα έργα της περιόδου του 18ου και 19ου αιώνα, αλλά ακόμη γιατί αυτή έγινε το κύριο ορμητήριο ιδιαίτερα αξιόλογων ζωγράφων, όπως ο Παναγιώτης και ο Νικόλαος Δοξαράς, ο Νικόλαος Κουτούζης κι ο Νικόλαος Καντούνης, που με την πλατειά τους δραστηριότητα έδωσαν τον τόνο σ’ ολόκληρο τον επτανησιώτικο χώρο.»[1]
Στη Ζάκυνθο του 16ου και 17ου αιώνα για κάποιο διάστημα συνυπάρχουν η «κρητοβυζαντινή» σχολή ζωγραφικής με τη σχολή που αργότερα θα ονομαστεί «επτανησιακή». Μέσα στο καινούργιο φιλοπρόοδο περιβάλλον οι πιο ανήσυχοι και ζωντανοί καλλιτέχνες εγκαταλείπουν σιγά-σιγά την προσπάθειά τους για την επιβίωση της τέχνης στην παλιά της μορφή και επιδιώκουν να συνυπάρχει στο έργο τους το παλιό με το νέο. Η βαθμιαία αυτή προσαρμογή κλιμακώνεται στο διάστημα δύο αιώνων και φανερώνεται πιο έντονα με το Μιχαήλ Δαμασκηνό για να καταλήξει στον Παναγιώτη Δοξαρά. Αν θεωρηθεί ότι ο «ιταλίζων» 18ος αιώνας είναι το απόγειο του «μανιερισμού» στην Επτάνησο, η πριν από αυτή περίοδος (16ος–17ος αι.) θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «προμανιεριστική». Με το πέρασμα του χρόνου η ροπή της ζωγραφικής προς το φυσιοκρατισμό γίνεται όλο και πιο αισθητή. Η έκφραση των προσώπων παίρνει πιο ρεαλιστικό χαρακτήρα, η κίνηση γίνεται πιο τολμηρή, τα ενδύματα νεωτερίζουν. Οι άκαμπτες και καθιερωμένες κινήσεις σχεδόν εγκαταλείπονται, το στυλ αποκτά χάρη και κομψότητα. Το τοπίο καθώς και η ανατομική απόδοση χάνουν το γεωμετρίζοντα συμβολικό χαρακτήρα τους. Το χρώμα βασίζεται πρωταρχικά σε ζεστές κλίμακες και ο ουδέτερος χρυσός κάμπος που συμβόλιζε το άπειρο μεταμορφώνεται σε φυσικό τοπίο. Ο άνθρωπος από τον ουρανό ξανάρχεται στη γη.
[2]
Στην αφετηρία της Επτανησιακής Σχολής βρίσκεται μια καθοριστική φυσιογνωμία, ο Παναγιώτης Δοξαράς, απόγονος της παλιάς ομώνυμης οικογένειας της Ζακύνθου, που η αρχική προέλευσή της ήταν από το Μοριά (Μάνη), εκτός από την πρακτική άσκηση της ζωγραφικής, επιδιώκει και τη θεωρητική θεμελίωση του καλλιτεχνικού του πιστεύω. Έτσι μεταφράζει το έργο του Leonardo Da Vinci “Trattato della pittura” μαζί με άλλα μικρότερα έργα των L. B. Alberti, A. Pozzo και P. Segneri και παράλληλα γράφει μια δική του πρωτότυπη μελέτη με τον τίτλο «Περί ζωγραφίας». Πρόθεσή του είναι η σύνδεση με τα ευρωπαϊκά και ειδικότερα με τα ιταλικά πρότυπα ζωγραφικής. Ανάμεσα στους σημαντικότερους επτανήσιους ζωγράφους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα υπάρχει σχέση δασκάλου-μαθητή, με τη σειρά Παναγιώτης Δοξαράς (1662-1729), Νικόλαος Δοξαράς (1700/6-1775), Νικόλαος Κουτούζης (1741-1813), Νικόλαος Καντούνης (1767-1834). Η ιταλική ζωγραφική αποτελεί κοινό σημείο αναφοράς. Οι καλλιτέχνες αυτοί κινούνται και δημιουργούν αποκλειστικά στον περιορισμένο γεωγραφικό χώρο της Επτανήσου.
[3]
Η επτανησιακή ζωγραφική, αλλά και τα γράμματα και οι άλλες τέχνες, ό,τι δηλαδή συνθέτει τον επτανησιακό πολιτισμό, είναι το φυσικό αποτέλεσμα του πολιτικού και κοινωνικού πλαισίου στο οποίο αναπτύχθηκαν. Από τον Παναγιώτη Δοξαρά μέχρι τον Νικόλαο Καντούνη διαπιστώνεται η μεγάλη επίδραση του μανιερισμού, του μπαρόκ και της φλαμανδικής ζωγραφικής στον τρόπο έκφρασης. Εγκαταλείπεται η τεχνική της αυγοτέμπερας και επικρατεί η ελαιογραφία, εισάγονται στοιχεία της κοσμικής τέχνης, αποτυπώνεται η έκφραση έντονων συναισθημάτων, εισάγονται νέοι εικονογραφικοί κύκλοι με την επίδραση της Αντιμεταρρύθμισης, ενώ στους ναούς μεγάλοι πίνακες αντικαθιστούν τις τοιχογραφίες. Γι’ αυτό και σύμφυτο με την υπόσταση της Επτανησιακής Σχολής είναι και το πρόβλημα της «κλειστότητάς» της. Πραγματικά η αδυναμία να περάσει τις κατακτήσεις της και στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο της δίνει το χαρακτήρα ενός λαμπρού, αλλά τοπικού φαινομένου. Πιθανά αίτια είναι ότι κατά τον 18ο αιώνα, και τις αρχές του 19ου, που η επτανησιακή ζωγραφική δίνει τα μεγαλύτερα επιτεύγματά της, η πνευματική επικοινωνία με την κατακτημένη από τους Τούρκους Ελλάδα είναι ουσιαστικά ανέφικτη όχι τόσο επειδή η επτανησιακή ζωγραφική στάθηκε ξένη στο ελληνικό θρησκευτικό αίσθημα, όσο λόγω της πολιτικής κατάστασης που δεν ευνοούσε την επικοινωνία
[4]». [5]
Ο Χριστός γεννήθηκε το έτος 6 ή 7 π.χ. στη Βηθλεέμ. Τότε αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο Οκταβιανός Αύγουστος και βασιλιάς στην Ιουδαία ο Ηρώδης. Σημειωτέον ότι στα Ευαγγέλια υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες σχετικά με το χρόνο γέννησης του Χριστού. Τα Ευαγγέλια ήταν φιλολογικό μυθιστορικό είδος που δημιουργήθηκε από την πρωτοβουλία του Μάρκου για τις ανάγκες του κηρύγματος. Τα κείμενα αυτά δεν αποτελούν «βιογραφίες» του Ιησού. Αυτή την εποχή ο Ρωμαϊκός κόσμος περνούσε μια βαθιά ηθική κρίση. Κατά τον Απ. Παύλο η κρίση αυτή είχε πνευματικά αίτια. Ο κόσμος αστόχησε στη σοφία, διέστρεψε τη λογική και λάτρεψε τα είδωλα. Έτσι ήλθε το πλήρωμα του χρόνου για την έλευση του Υιού του Θεού στη γη. Είναι ένα χαρμόσυνο γεγονός που αναγγέλλεται και υμνείται από τους αγγέλους και λαμπρύνεται από το συμβολικό φως του αστέρα. Η γέννηση γίνεται σε φάτνη, σε σπήλαιο στις παρυφές ενός όρους με τον πιο απλό και λιτό τρόπο. Άγγελοι ευαγγελίζουν τους ποιμένες που είναι οι πρώτοι προσκυνητές και Μάγοι («Χαλδαίοι», σοφοί αστρονόμοι που συμβολίζουν τα έθνη) προσέρχονται να προσκυνήσουν προσφέροντες δώρα. Αργότερα ο Ιησούς βαπτίζεται από τον Ιωάννη στον Ιορδάνη ποταμό.
Αυτά τα σημαντικά γεγονότα τροφοδοτούν τη ζακυνθινή εκκλησιαστική τέχνη τα χαρακτηριστικά της οποίας προαναφέρθηκαν. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι σε τέμπλα εκκλησιών, όπως εκείνο της εκκλησίας του Σωτήρος στο Καλλιπάδο, η ζωή του Χριστού παριστάνεται και σε ξυλόγλυπτη μορφή, χαρακτηριστικό δυτικής επίδρασης.
Στη Βιβλιοθήκη του 2ου Λυκείου Ζακύνθου, δίπλα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο και τη σχετική έκθεση βιβλίου και υπό χριστουγεννιάτικη μουσική υπόκρουση προβάλλουμε σε πρόγραμμα power point 22 εικόνες ζακυνθινής χριστουγεννιάτικη τέχνης. Ένα μικρό δείγμα είναι και οι πέντε εικόνες που αναρτώνται εδώ στην ιστοσελίδα.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Αλκ. Γ. Χαραλαμπίδη, Συμβολή στη μελέτη της εφτανησιώτικης ζωγραφικής του 18ου και 19ου αιώνα, Ιωάννινα, 1978, σελ. 11.
[2]Τ. Σπητέρη, Τρεις αιώνες νεοελληνικής τέχνης, 1660-1967, Αθήνα 1979, σελ. 61.
[3] Αλκ. Γ. Χαραλαμπίδη, Συμβολή στη μελέτη της εφτανησιώτικης ζωγραφικής του 18ου και 19ου αιώνα, Ιωάννινα, 1978, σελ. 12.
[4] Αλκ. Γ. Χαραλαμπίδη, Συμβολή στη μελέτη της εφτανησιώτικης ζωγραφικής του 18ου και 19ου αιώνα, Ιωάννινα, 1978, σελ. 13.
[5] Τεκμηριωμένο υλικό από το έργο ψηφιοποίησης που εκτελείται στο Μουσείο Μουσείου Σολωμού κι Επιφανών Ζακυνθίων-ευγενική παραχώρηση της κυρίας Αικ. Δεμέτη, διευθύντριας του Μουσείου.

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008

Νίκου Αρβανιτάκη, ΖΑΚΥΝΘΙΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ

Τους τελευταίους τρεις αιώνες έχουν διαμορφωθεί στη Ζάκυνθο από τους δημιουργικούς και βαθιά θρησκευόμενους κατοίκους της ποικίλα και μοναδικά έθιμα που έχουν σχέση, κυρίως, με τον εορταστικό κύκλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας.. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα Χριστουγεννιάτικα έθιμα του νησιού, που και στις ημέρες αυτές υπάρχει μία ιδιαιτερότητα και πρωτοτυπία, θα λέγαμε, από άλλες περιοχές του ελλαδικού χώρου.

Βέβαια πριν από τον εορτασμό της μεγάλης αυτής ημέρας για το χριστιανικό κόσμο, των Χριστουγέννων, προηγείται ένα σαραντάημερο νηστείας και ψυχοπνευματικής προετοιμασίας, το οποίο ξεκινάει από τις 14 Νοεμβρίου (αγίου Φιλίππου) ως και την παραμονή των Χριστουγέννων (24 Δεκεμβρίου).


Κατόπιν ακολουθεί το "Δωδεκαήμερο" ή "Δωδεκάμερο" (25 Δεκεμβρίου - 5 Ιανουαρίου) με το γνωστό ερχομό των καλικάντζαρων, που θα κάνουν ένα σωρό πειράγματα και αταξίες στους ανθρώπους, ώσπου να τους διώξει η αγιαστούρα του παπά την παραμονή της εορτής των Φώτων, σύμφωνα με την όμορφη και πλούσια λαογραφική αναφορά των ημερών.


Στη Ζάκυνθο, όμως, θα μπορούσαμε να πούμε ότι όλο το βάρος του εορταστικού αυτού "Δωδεκαήμερου" επικεντρώνεται στην πρώτη ημέρα, δηλ. στην Παραμονή των Χριστουγέννων.


Η ημέρα αυτή και για ακριβολογούμε το βράδυ αυτό, αποτελεί ένα σημαντικό ορόσημο στις ζακυνθινές οικογένειες, που συνδυάζεται αρμονικά το θρησκευτικό - λατρευτικό στοιχείο μαζί με το οικογενειακό στοιχείο της αγάπης, της θαλπωρής, της ζεστασιάς και της ενότητας.


Δεν υπάρχει Ζακυνθινός το βράδυ αυτό που να μην είναι με την οικογένειά του, ή (σε σπάνιες περιπτώσεις) σε κάποιο άλλο (συγγενικό όμως) σπίτι και να μην κόψουν όλοι μαζί την πατροπαράδοτη χριστοπαραμονιάτικη κουλούρα.


Το κόψιμο της χριστοπαραμονιάτικης κουλούρας (και η όλη ιεροτελεστία που επιτελείται) είναι ένα έθιμο βαθιά ριζωμένο μέσα στη ζωή των Ζακυνθινών και δεν συναντάται σε άλλες περιοχές της χώρας μας (ούτε στα υπόλοιπα Επτάνησα). Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς και για πoίο λόγο ξεκίνησε. Η αρχή του χάνεται στην περίοδο της Ενετοκρατίας. Πιθανόν να έχει εκεί την προέλευσή του και να έχει προσαρμοστεί από τους κατοίκους του νησιού, κατάλληλα και σύμφωνα με τις δικές τους ανάγκες και απαιτήσεις.


Οι Ζακυνθινοί δεν έκοβαν κουλούρα ή όπως λέγεται βασιλόπιτα την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Τότε γυρνούσαν παρέες με μουσικά όργανα και έλεγαν τους περίφημους "Αϊ-Βασίληδες", δηλ. ζακυνθινά κάλαντα Πρωτοχρονιάς, τα οποία συνέθεταν οι ίδιοι. Στα σπίτια, το βράδυ της παραμονής, έφτιαχναν τις πεντανόστιμες τηγανίτες ή μπλαούνες, με αλεύρι και νερό, τηγανισμένες σε «νιο» λάδι και τις έτρωγαν βουτημένες σε πετιμέζι (=βρασμένος μούστος σταφυλιών). Αλλά για τα έθιμα της ζακυνθινής Πρωτοχρονιάς θα αναφερθούμε σε άλλο μας σημείωμα.


Η χριστουγεννιάτικη ζακυνθινή κουλούρα έχει μια ξεχωριστή συνταγή, που της δίνει μια υπέροχη γεύση και νοστιμιά. Ήδη χαράματα της προπαραμονής των Χριστουγέννων η νοικοκυρά έχει ξεκινήσει το ζύμωμα και εν συνεχεία το κάψιμο του χωριάτικου φούρνου με ξερά λιόκλαρα για το ψήσιμο των χριστόψωμων (κουλούρων).


Με ιδιαίτερη φροντίδα και μαεστρία στο ζύμωμα και στη σωστή δοσολογία, βάζει μέσα στην ξύλινη σκάφη του ζυμώματος άχνη (=αλεύρι πολύ καλής ποιότητας) κοσκινισμένη σε ψιλό κόσκινο, γλυκάνισο, ζάχαρη, κανελογαρούφαλα, καρύδια, μαύρη και άσπρη σταφίδα, κρασί και λάδι κατά το ζύμωμα, καρύδια, αμύγδαλα, σουσάμι και μικρά κουφετάκια (τα διαολίνια) πάνω, μετά το ψήσιμό της στο φούρνο. Έχει φροντίσει, από μέρες πριν, να έχει εφοδιαστεί όλα τα προαναφερόμενα υλικά από τα μαγαζιά της Χώρας και ιδιαίτερα αυτά που δεν παράγει στο σπίτι της (τα σπιτσοπίπερα).


Αφού κάμει το σταυρό της και σταυρώσει τρεις φορές τα υλικά μέσα στη σκάφη "αναχερίζει" το προζύμι και αργότερα ζυμώνει τα χριστόψωμα με πολύ τέχνη και κόπο . Ένα ξεχωριστό χριστόψωμο με τρύπα στη μέση θα είναι η περίφημη χριστοπαραμονιάτικη ζακυνθινή κουλούρα, που μέσα της βάζει ένα ασημένιο ή χρυσό νόμισμα ("το ηύρεμα"). Επίσης έχοντας υπολογίσει τα κομμάτια που θα κοπούν, βάζει σε ίσες αποστάσεις μικρά αμύγδαλα.


Την Παραμονή λοιπόν των Χριστουγέννων, μόλις αρχίζει να βραδιάζει, μαζεύονται όλοι στο σπίτι, γύρω από το εορταστικό αλλά με νηστίσιμα φαγητά τραπέζι. Μοναδικό φαγητό για δείπνο είναι τα μπρόκολα, που τα έχουν προμηθευτεί έγκαιρα, ελιές, κρασί, κ.ο.κ.


Μαζεύονται όλα τα μέλη της οικογένειας απαραίτητα και σπανιότατα κάποιοι συγγενείς ή στενοί φίλοι, που για διάφορους σοβαρούς λόγους (π.χ. πένθους) δεν θα κόψουν κουλούρα εκείνη τη χρονιά στο δικό τους σπίτι. Ο "αρχηγός" της οικογένειας (ο παππούς ή ο πατέρας) σηκώνει επιβλητικά την κουλούρα και αφού την κρατήσουν όλοι μαζί, κατευθύνονται στη "γωνιά" ή στο τζάκι, που καίει η φωτιά.


Εκεί, βάζοντάς την πάνω σε δύο αναμμένους δαυλούς, που τους έχει τοποθετήσει σε σχήμα σταυρού, ρίχνει από το κενό της κουλούρας λάδι και κρασί τρεις φορές, ενώ όλοι μαζί ψάλλουν με κατάνυξη το απολυτίκιο των Χριστουγέννων («Η γέννησίς Σου, Χριστέ, ο Θεός ημών, ....»). Η μητέρα κρατώντας το λιβανιστήρι, θυμιατίζει το σπίτι "για το καλό".


Στη συνέχεια, με τον ίδιο τρόπο, επιστρέφουν στο τραπέζι και ο νοικοκύρης ξεκινώντας από κάποιο τυχαίο σημείο, αρχίζει να κόβει ίσα κομμάτια από τα αριστερά προς τα δεξιά. Το πρώτο είναι του Χριστού ή του φτωχού, το δεύτερο του σπιτιού και τα άλλα των υπολοίπων μελών της οικογένειας ή των παρευρισκομένων μετά, πάντα κατά σειρά ηλικίας, από τον μεγαλύτερο στον πιο μικρό. Μεγάλη είναι η αγωνία όλων και ιδιαίτερα των μικρών, για να δουν σε ποιόν θα πέσει το "ηύρεμα". Όποιος το βρει, αφού το ασπαστεί, το τοποθετεί στο εικονοστάσι και θεωρείται ο τυχερός της χρονιάς που έρχεται.


Τα παλιά χρόνια την ώρα που ψαλλόταν το απολυτίκιο των Χριστουγέννων, οι νέοι έριχναν τουφεκιές στον αέρα, τα λεγόμενα "σμπάρα" και έλεγαν "για τον Ηρώδη". Σήμερα έχει επικρατήσει να ρίχνουν οι πιο πολλοί τις τουφεκιές αμέσως μετά την ανεύρεση του "ηυρέματος". Οπότε όταν ακούγονται μέσα στη χειμωνιάτικη νύχτα, λένε οι άλλοι μεταξύ τους: "Άκου, αυτοί την κόψανε, ...".


Την άλλη ημέρα, αφού όλη η οικογένεια επιστρέψει από την εκκλησία, που υποχρεωτικά θα πάνε, κάθονται στο εορταστικό χριστουγεννιάτικο τραπέζι, με το όμορφο τραπεζομάντιλο και τον απαραίτητο διάκοσμο, για να φάνε τη βραστή γαλοπούλα ή το βοδινό κρέας με αλάτι και πιπέρι, καθώς και το λαχταριστό αυγολέμονο.


Στο μαγείρεμα του αυγολέμονου οι νοικοκυρές βάζουν όλη τη μαεστρία τους και προσέχουν μην τους "κόψει", δηλαδή να "δέσει" το ρύζι με το χτυπημένο αυγό και λεμόνι. Συνήθως χρησιμοποιούν δύο είδη κρεάτων για να γίνει πιο παχύ και δυνατό. Ιδιαίτερος μεζές για τους μερακλήδες καλοφαγάδες αποτελεί η "μάμα γάλου" την ημέρα αυτή. Το όλο γεύμα ακολουθείται και από τα ονομαστά σπιτίσια βαρελίσια κρασιά.


Την επόμενη ημέρα, της Παναγίας, το μεσημεριανό τραπέζι συμπεριλαμβάνει κρέας γαλοπούλας ή χοιρινού στο φούρνο με τις νοστιμότατες πατάτες.


Δεν υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες μαρτυρίες για ζακυνθινά χριστουγεννιάτικα κάλαντα. Οι Ζακυνθινοί δεν έλεγαν κάλαντα την Παραμονή των Χριστουγέννων. Άλλωστε ποίος είχε μυαλό τέτοια ημέρα για να βγει και να πει κάλαντα; Όλοι προετοιμάζονταν και περίμεναν το κόψιμο της κουλούρας. Κάλαντα και μάλιστα σε μεγάλη ποικιλία, ( τους "Αϊ - Βασίληδες"), έχουμε, όπως προαναφέραμε, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς.


Η ζακυνθινή χριστοπαραμονιάτικη κουλούρα, σύμφωνα με μια παλιά τοπική παράδοση, που μας την διέσωσε ο Λεωνίδας Ζώης [1865 - 1956], στο Ιστορικό και Λαογραφικό Λεξικό του, συμβολίζει το άστρο της Βηθλεέμ, που οδήγησε τους τρεις Μάγους στο Σπήλαιο της Γέννησης. Το "ηύρεμα" συμβολίζει το Θείο Βρέφος. Οι αναμμένοι δαυλοί σε σχήμα σταυρού συμβολίζουν τον Αδάμ και την Εύα, που καίγονται στην κόλαση. Το κρασί και το λάδι, που ρίχνει ο σπιτονοικοκύρης στη φωτιά από το κέντρο της κουλούρας, συμβολίζουν τα δώρα των Μάγων. Η φλόγα που φουντώνει στιγμιαία, δείχνει την Ανάσταση του Ιησού και την απολύτρωση των Πρωτοπλάστων. Τέλος οι πυροβολισμοί που ρίχνονται και λένε "για τον Ηρώδη", δείχνουν την αγανάκτηση των ανθρώπων για τον καταχθόνιο διώχτη του νεογέννητου Χριστού.


Ο ποιητής Γιάννης Τσακασιάνος [1854 - 1908] στο ποίημά του "Ζακυθινός Σπουργίτης" (1884), αναφερόμενος στα "αντέτια" [δηλ. στα έθιμα] του πολυαγαπημένου του νησιού, λέει για το κόψιμο της κουλούρας:


"Πού αλλού σε κόβουν με χαραίς, με σμπάρα και με ούρρα,
χριστοπαραμονιάτικη του τόπου μου Κουλούρα;"

Καλά Χριστούγεννα!

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2008

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή, ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΚΗΠΟΥΡΙΚΗΣ (διήγημα)

Κοίταξε και ξανακοίταξε επίμονα. Μέσα σε ένα κομμάτι καθρέπτη έβλεπε το χρόνο να κυλάει στα μονοπάτια του έσω εαυτού του. Αργά αλλά σταθερά, σαν ένα ποτάμι που διασχίζει το στέρεο μέχρι να συναντηθεί με την αλμυρή του φύση. Η ζωή του όλη έμοιαζε μια ατελείωτη διαδρομή που ήξερε όμως το τέλος της. Όταν τον ρώταγες, πάντοτε σου απαντούσε αινιγματικά για κάποιο ραντεβού αφήνοντας αδιευκρίνιστο όμως το πότε το πού και το πώς. Κάποτε τον πίεσα ιδιαίτερα και μου ομολόγησε ότι τούτο το προνόμιο το έχουν μόνο οι άγιοι. Άλλαξε την κουβέντα και μου έδειξε επίμονα ένα σπουργίτι που χαριεντιζόταν με τα φύλλα μιας κατάνθιστης ελιάς.
Εκείνη την ημέρα κλάδευε τα ιερά δένδρα. Ήταν όλο χαρά . Πίστευε πολύ σε τούτο που έκανε. Μου έλεγε ξανά και ξανά :
- Όπως ο γιατρός Φώτη, καθαρίζεις τα ξερά, κόβεις τα περσινά κλαριά, την πειράζεις τόσο ώστε να σου αρέσει, αλλά και να περνάει με ανοιγμένα τα φτερά του όποιο μικρό πετούμενο το επιθυμήσει να κάνει τα νάζια του στον άνεμο.
Παράξενος άνθρωπος. Δεν το έκανε, όπως και τίποτα ίσως για κέρδος και ίδιον όφελος. Απλά ήταν υποχρέωσή του απέναντι στην ομορφιά που τον περιέβαλλε να την υπηρετεί με ευλάβεια. Δεν υπήρχαν για αυτόν παραγωγικά και μη παραγωγικά δένδρα, την ίδια αξία είχε κάθε τι στον κήπο του. Όσο κι αν θύμιζε αγροτική έκταση, μόνο αγρότη δεν μπορούσες να τον πεις, αφού και κείνος δήλωνε δάσκαλος όταν του θύμιζες την ζωή του πριν από την σύνταξη. Άλλωστε εκείνο που είχε ιδιαίτερη βαρύτητα ήταν ο τρόπος που πλησίαζε την πλάση, στον βαθμό που θύμιζε μαζί του εκκλησία στην διάρκεια λειτουργικού μυστηρίου.
Ένα δειλινό τα έχασα. Ήταν δίπλα στην ρεματιά και κοίταζε την πρόοδο μιας κουτσουπιάς. Άνοιξη και η εν λόγω είχε ντυθεί στα πιο λαμπρά της άνθη. Παπάς μπροστά στην ιερά πύλη ο δάσκαλος. Δεξιός ψάλτης λαλούσε ένας κρυμμένος κότσυφας και αριστερός το κελάρυσμα του ξεροπόταμου, που ακόμη συναντούσε στο έβγα του την ήρεμη θάλασσα, πριν την καλοκαιρινή του απουσία. Το εκκλησίασμα, μια σειρά από κλήματα με φορεμένα τα φρέσκα τους φυλλώματα και συλλειτουργοί του κάποιες ελιές ντυμένες στα πλούσια καταπράσινα άμφιά τους, ως δεόμενοι με τα χέρια ψηλά και ανοιχτά τα κλαδιά τους για να δεχτούν την βραδινή δρόσο. Γύρισε, με κοίταξε με γλυκύτητα γνέφοντάς μου να πλησιάσω σιωπηλά όπως ταιριάζει σε ακούσματα που έρχονται κατευθείαν από το φως. Μείναμε άφωνοι για ώρα και υποδεχθήκαμε όλοι μαζί την νύχτα που σκέπασε τις εικόνες της μέρας με το μαύρο της φόντο. Ακούστηκε το πρώτο τριζόνι και βγήκαμε στον δρόμο για τον γυρισμό ακολουθώντας το μονοπάτι με τις πυγολαμπίδες. Ευχέτις της νύχτας ακούστηκε από μακριά ο γκιόνης και η μαγεία διακόπηκε από το αιώνια μωρουδίστικο φέρσιμο των σκυλιών που τρέξανε να υποδεχτούνε τους ερχόμενους. Χάιδεψα λίγο τα ζώα και έφυγα. Κείνη την φορά δεν είπαμε τίποτα, αν και η σιωπή μας λαλίστατη περιέγραφε με τα πιο ζωντανά της σύμβολα το μεγαλείο της ανθρώπινης επικοινωνίας, απεγκλωβισμένης από την ανάγκη των ήχων και των κινήσεων. Σπάνια στιγμή, όπως και τότε που χωρίς να το ξέρει τον παρατηρούσα να περιποιείται τις τριανταφυλλιές του. Ήταν τέλη Γενάρη, ο ουρανός φορτωμένος αλλά άνυδρος και ο κηπουρός
σκυμμένος μίλαγε και ανάσαινε στον ίδιο ρυθμό, άγνωστο για μένα αλλά σαφώς ερωτικό και περιέργως χαλαρωτικό για την αστική μου φύση. Με βρήκε με τα μάτια του σαν να το ήξερε ότι ήμουνα εκεί ώρα, με καλωσόρισε και πήγα κοντά. Τα χέρια του ήταν μες στα αίματα. Ανησύχησα και έτεινα να βοηθήσω. Χαμογέλασε και για να με καθησυχάσει μου έδειξε τα αγκάθια των λουλουδιών.
- Είναι άγρια, μου είπε, όσο κι αν τα έχουμε στους κήπους μας είναι διαφορετικά, για τούτο δεν ξέρουν να φερθούν ανθρώπινα στην αγάπη που θέλουν να σου προσφέρουν.
Μου έδειξε πως τις κλαδεύουμε κι όταν ενθουσιάστηκα έτρεξε από το χέρι μου κόκκινη στάλα που χάθηκε στα πέταλα ενός τελευταίου ανθού. Τότε κατάλαβα τα λόγια και συνέχισα ακολουθώντας την ανάσα του πόνου, αφιέρωση στο βωμό της θυσίας και την προσδοκία μιας ανοιξιάτικης ανάστασης που κυκλικά συντελείται στην φύση μετά την χειμερινή δοκιμασία. Και όντως κείνη την άνοιξη συναισθάνθηκα την Λαμπρή, παρέα με τις τριανταφυλλιές που ολάνθιστες και ανανεωμένες απολάμβαναν τον ήλιο της μεσσηνιακής γης.
Ήταν άλλος άνθρωπος, όπως έλεγε και ο ίδιος, παλαιϊκός. Τόσο παλιός, που μέθαγε από τα αρώματα των γερανιών όταν τα καλλώπιζε διώχνοντας τα ξερά τους φύλλα. Τι θεσπέσιο άρωμα. Μια φορά τον ακολούθησα σε αυτό το μονοπάτι της αίσθησης μέχρι που πλέον δεν άντεχα την ζάλη.
- Τα βλέπεις, μου φώναζε γελώντας, όλος ο ήλιος, η αλμύρα και ο ιδρώτας της γης μας σε μια μυρουδιά. Σε μια στιγμή. Σε μια πνοή που είναι και δική σου και αναδύεται στο ύψος του ουρανού που τα περιβάλλει και μας μαζί, σε τούτο τον χορό των υπάρξεων που πανηγυριώτικα δοξάζει τον ποιητή.
Ποτέ όμως δεν μου τον επέβαλε. Όσο κι αν τον ρώταγα επέμενε ότι μια μέρα θα μου συστηθεί μόνος του.
- Αρκεί να το θέλεις. Κάποια μέρα θα σου χαριστεί, γιατί δεν καταχτιέται αλλά χαρίζεται μέσα από τα απλά στους ταπεινούς που έχουν αρνηθεί την πιθανότητα να τον γνωρίσουν. Σαν θαύμα λοιπόν κάποια μέρα θα σου αποκαλυφθεί.
Έτσι ο μέγας κηπουρός έμενε άγνωστος, ο γνωστός μου όμως και πολύ αγαπητός δάσκαλος συνέχισε να με οδηγεί στα μονοπάτια των καλλιεργητικών μυστικών, σύμφωνα πάντοτε με τις ανάγκες και την πρόοδό μου. Όπως τότε που φορτωμένο από τα καθημερινά προβλήματα με πήρε από το χέρι και με ξενάγησε στον κήπο με τα βότανα και τα μυρωδικά του.
- Κοίτα τους ανθούς της λεβάντας, σκύψε- με παρότρυνε- και χάιδεψέ την, μύρισε την παλάμη σου.
Ήταν ένα ταξίδι. Με το πλοίο της γραμμής αρμενίσαμε: λεβαντίνη, μαντζουράνα, δυόσμος, βάλσαμο, θυμάρι, βασιλικός. Αποπλεύσαμε στα γιασεμιά κάτω από μια τεράστια στεφανωτή, δίπλα από τα μπουγαρίνια που τα κοίταζε με τα λουλουδάτα της μάτια η άοσμη μα πανέμορφη καμέλια του ξεναγού. Μετά από αυτό η ματαιότητα της καθημερινότητας φάνταζε ναυτικά μίλια μακριά. Ακόμη και στον ύπνο μου εκείνο το βράδυ έπλεα σε πελάγη ήσυχα και θάλασσες όλο καλοσύνη, χρώματα και μυρωδιές.
Μια νύχτα, θυμάμαι τον άκουσα να λέει πάω σε αγρυπνία. Υπέθεσα και γώ ότι θα κάνει προσκυνηματική έξοδο. Με τα ρούχα της δουλειάς; Αναρωτήθηκα. Τον ακολούθησα. Πήγε στο δέλτα του ποταμού, κάθισε σε στάση ξεκούρασης και αμίλητος κοιτούσε τα αστέρια. Ολόγυρα κόαζαν μυριάδες βατραχάκια.
- Προσεύχονται, μου είπε και χάθηκε ξανά με τα μάτια του ακροπατώντας στα μύρια χρωματιστά βότσαλα του ουρανού.
Ήταν μυστήριος άνθρωπος. Μοναχικός. Αν και ο ίδιος, όποτε του πρόβαλλα τις δικές μου ανασφάλειες λέγοντάς του πως ζει μόνος στην ερημιά, μου απαντούσε κοφτά.
- Ποτέ δεν είμαι μόνος. Τόσες ζωές ολόγυρα πλημμυρισμένες από τον Λόγο που χαρίζει επιπλέον σε μας την ψυχή.
Με τρόμαζε λοιπόν και αποσυρόμουνα στην δική μου ερημία, αφού πάντοτε σε τέτοιες στιγμές προσέφευγα στα φώτα της πόλης. Μα ποτέ μέσα στη θαλπωρή του νέον δεν έζησα την ησυχία που μου χάρισε, μια μέρα σκοτεινή για την ψυχή μου και ολοφώτιστη για την βοήθειά του, ο παράξενος κηπουρός.
- Σήκω πάνω, με παρακίνησε, πιάσε το νερό και έλα να ποτίσουμε τα ξινά.
Του είχα εμπιστοσύνη, έτσι ξεπέρασα την τεμπελιά της βαριάς ημέρας και αφέθηκα στην φροντίδα κάποιων άλλων υπάρξεων. Δεν έβλεπα όμως καλυτέρευση και αδημονώντας για κάτι τον κοίταξα με απορία.
- Πάρε παιδί μου μια ανάσα. Αυτό σου λείπει. Μια ανάσα.
Τι ήταν εκείνο! Όλος ο ανθός της λεμονιάς μπήκε από τα ρουθούνια, συνέχισε μια διαδρομή στα σπλάχνα μου και στύλωσε την ψυχή μέσα από την λήθη και την αισιοδοξία που προσφέρει το νέο το καινό.
- Βλέπεις πόσο απλά, ανακουφισμένος σαν να αισθανόταν αυτός την ακηδία. Πόσο μας αγαπούν τα άκακα και μας φροντίζουν απλώνοντας την ματαιότητά μας να λιαστεί στο ιαματικό λουτρό του φωτός.
Είχε ένα δικό του τρόπο να καταλαβαίνει τον κόσμο. Να ανθίζεται τον κόσμο, όπως χαριτωμένα έλεγε. Κάποτε ένας ξένος μπήκε στον κήπο του και μη διακρίνοντας, λόγω έλλειψης παιδείας προφανώς, τα λουλούδια του, πατούσε πάνω τους δοξαστικά χωρίς να καταλαβαίνει το έγκλημά του. Δεν του είπε τίποτα, τον κοιτούσε με κατανόηση ακούγοντας τα προβλήματά του και τον ξεπροβόδισε χαρίζοντάς του έναν ανθό ίδιο με αυτούς που πατούσε. Είχα μείνει άλαλος. Μου ερχόταν να πιάσω τον επισκέπτη και να του χώσω το κεφάλι στην θάλασσα μπας και ξυπνήσει. Ο δάσκαλος το πρόσεξε. Όταν έφυγε λοιπόν, ίσως για πρώτη φορά ήταν τόσο στενοχωρημένος μαζί μου.
- Είναι και ο άνθρωπος ανθός. Ο ομορφότερος και σπουδαιότερος. Θέλει όμως και αυτός κλάδεμα και πότισμα , βοτάνισμα και λιπάρισμα, θέλει φροντίδα και ο απερχόμενος δεν την έχει, δεν την είχε ποτέ αλλά ίσως την αποκτήσει.
Εις πείσμα μάλιστα της δικής μου αντίληψης ακόμη και τα πατημένα λουλούδια αναστήθηκαν και μάλιστα γίνανε λαμπρότερα από πριν.
Τα μαθήματα κηπουρικής κράτησαν χρόνια. Άλλοτε με συνέπεια και άλλοτε ανάμεσα στα διαστήματα που δημιουργούσε ο δικός μου κυρίως χρόνος και οι απαιτήσεις της ζωής. Κάποια μέρα με φώναξε επίμονα να πάω να τον δω. Ήταν εκεί και κάποιοι άλλοι καλοί φίλοι. Ο δάσκαλος είχε πια γεράσει πολύ. Είχε και προβλήματα με την καρδιά του. Υπέφερε χρόνια για την αλήθεια. Και πάντοτε όταν του το θύμιζες η απάντηση του ήταν γελώντας.
- Είδατε που έχω καρδιά; Από πρωίας είχε ετοιμασίες. Περιποιήθηκε, φόρεσε το γιορτινό του κουστούμι και συλλογισμένος κοίταξε επίμονα τον εαυτό του μέσα στο μισοκατεστραμμένο από τα χρόνια καθρέπτη του. Μας έστρωσε ένα πλούσιο τραπέζι με όλα τα αγαθά του μποστανιού του και ψωμί ζυμωτό, κρασί κόκκινο δικό του. Κάτσαμε. Υψώσαμε τα ποτήρια και ευχηθήκαμε υγεία και καλή ζωή. Ένας μόνο δεν πρόλαβε να πιει. Ο κηπουρός μας, έπεσε καταγής και σαν να πάλευε με κάτι. Ήταν και ο αγαπημένος του γιατρός στο τραπέζι. Έπεσε πάνω του κάνοντας τα ανθρώπινα δυνατά. Του κρατούσα το χέρι και ξάφνου ένιωσα μια τρομερή δύναμη να στρέφει το πρόσωπό μου προς τον ουρανό. Με τύφλωσε το φως. Γύρισα προς τον γιατρό. Έφυγε, μου λέει. Κοιμήθηκε του απαντώ.
Τώρα κάθομαι στον ίδιο τόπο με τον δάσκαλο. Συνεχίζω να φροντίζω τις ομορφιές του με τη δική μου λογική δείχνοντας με τη σειρά μου σε κάποιους άλλους τον παλαιικό τρόπο που του αξίζει ακόμη να υπάρχει. Ακόμη δεν έχω δει τον μέγα κηπουρό αλλά νομίζω ότι κάποτε θα κοιμηθώ και στο όνειρό μου ίσως βρεθώ στους κρεμαστούς κήπους που, ξέχασα να σας πω, μου υποσχέθηκε κάποτε ο δάσκαλος. Κανείς όμως δεν ξέρει αν θα του χαριστούν.


----------
*Το διήγημα δημοσιεύτηκε στο βιβλίο: Φώτης Αδάμης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Δ. Γ. Μαγριπλή), Μαθήματα Κηπουρικής και άλλα διηγήματα, Σοκόλης, Αθήνα 2007.

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008

Φώτη Αδάμη, ΚΑΦΕΣ ΣΚΕΤΟΣ (διήγημα)

Έβγαλε το μπρίκι του καφέ από την φωτιά, τον σέρβιρε τελετουργικά στο φλιτζάνι και κάθισε στo μπαλκόνι να απολαύσει το ρόφημα.
Κάθε μεσημέρι, μετά το γεύμα, ακολουθούσε με στρατιωτική ακρίβεια η τελετή του καφέ. Τον χειμώνα δίπλα στο τζάκι και όταν έφτιαχνε ο καιρός στο μπροστινό μπαλκόνι. Από εκεί κοιτούσε τον κεντρικό δρόμο. Έτσι έλεγχε αδιάκριτα τα νέα που περιδιάβαιναν αναγκαστικά μπροστά από το σπίτι του.
Εκείνη τη μέρα τον περίμενε μια έκπληξη. Κόσμος πολύς, σε στοίχιση διαδήλωσης, σαν να βάλθηκε όλο το χωριό να παρελάσει μπροστά από το ραχάτι του Σωτήρη. Τα έχασε και, έντονα κοινωνικός καθώς ήταν πάντοτε, κατέβηκε να ανταμώσει το πλήθος. Ήταν πρώτη του Μάη και όσο κι αν βρισκόμασταν στο νέο μεσαίωνα της παγκοσμιοποίησης, ο Σωτήρης, παλιός αριστερός, υπέθεσε σε ανάσταση του ταξικού φρονήματος. Άλλωστε ήταν ακόμη σαρακοστή και τα γεγονότα έχουν μια ιδιαίτερη μεταφυσική τάση, ίσως λόγω των ημερών. Σε αυτό τον διαβεβαίωσε και ο Παναγιώτης, παλιός σύντροφος στον Ρήγα και νυν ζηλωτής χριστιανός. Όχι ότι ο Σωτήρης δεν πίστευε. Με το δικό του όμως τρόπο. Πράγμα που ανησυχούσε το φίλο του, στον βαθμό που κάθε απόγευμα στο καφενείο του έλεγε με τόνο πατρικό:
- Η σωτηρία της ψυχής περνάει και μέσα από την πόρτα της εκκλησίας.
Είχε να τον δει μέρες. Ανέβηκε στην Αθήνα για δουλειές και έτσι ο Σωτήρης εκτός των πατρικών παραινέσεων έχασε και τη μοναδική του πύλη στα νέα της περιφέρειας. Το μυστήριο ήταν ότι πάλι δεν τον έβλεπε, ενώ περίμενε να τον ανταμώσει πρώτο και αγωνιστικό κάτω από το πλατύσκαλο του σπιτιού του.
- Α, ρε Παναγιώτη, σε έφαγαν οι μακριοί σταυροί και η συντήρηση, σκέφτηκε και έκανε να ανακατευτεί στον κόσμο.
- Γεια σου, συναγωνιστή Σωτήρη, άκουσε μια γνώριμη φωνή.
Γύρισε κατά το γυμνάσιο και είδε έναν κουστουμάτο τύπο, γύρω στα σαράντα, που του γελούσε όλο χαρά.
- Ο Γιάννης είμαι, ρε.
Ο Γιάννης ο αποστάτης που πήγε στο κυβερνητικό κόμμα και έγινε γενικός δερβέναγας στο υπουργείο. Ήταν όμως αργά για να κάνει ότι δεν τον είδε. Είχε χρόνια να του μιλήσει, αφού τα καλοκαίρια που ερχότανε στο χωριό για λίγες μέρες μόνο, ο Σωτήρης απέφευγε συστηματικά να τον απαντήσει. Ήταν όμως αναπόφευκτο.
- Τι κάνεις, ρε Γιαννάκη, πώς πάει η επανάσταση της τρίτης του Σεπτέμβρη;
- Πάντα είρωνας και ρομαντικός, Σωτηράκη. Ας είναι.
Διόρθωσε το ρόλεξ του και αποσπάστηκε στον χαιρετισμό κάποιου παρατρεχάμενού του. Ο Σωτήρης βρήκε την ευκαιρία να φύγει μπροστά. Περπατούσε με το κεφάλι σκυμμένο όχι από κατσουφιά αλλά από θαυμασμό στα υπέροχα πόδια της μπροστινής του. Εργένης όντας, ποτέ δεν άφηνε τον πειρασμό να φύγει άπραγος. Ήταν η Στέλλα. Πόσα χρόνια! Φιλήθηκαν. Μεγάλη κοπέλα πια, παντρεμένη με δύο παιδιά, υπάλληλος της ΔΕΗ, μόνιμος κάτοικος της πρωτεύουσας.
- Τι κάνεις μουσουδίτσα, πώς είναι η έντονη ζωή; της είπε πειραχτικά.
- Ποια ζωή, ρε Σωτήρη, δουλειά - σπίτι και το Θόδωρο τον βλέπω μόνο τα πρωινά, λίγο προτού φύγουμε για την δουλειά. Άστα, θυμάσαι τα κλάμπινγκ, τα μπανάκια στην παραλία του Ρωμανού, τα ατελείωτα φραπεδάκια στην πλατεία; Πάνε αυτά. Τώρα τρέχουμε και ελπίζουμε στην σύνταξη, αν καταφέρουμε να την πάρουμε και αυτή.
- Τι λες, μουσουδίτσα. Έχεις δύο παιδιά, έφυγες από το χωριό χωρίς μέλλον και αποκαταστάθηκες, έχεις την αξιοπρέπειά σου, έναν καλό άντρα. Γιατί τέτοια στενοχώρια;
- Πες τα, ρε Σωτήρη, έκανε ο Θόδωρος όλο χαρά.
- Γεια σου ρε στρατηλάτη, αναφώνησε ο Σωτήρης. Αλλά και πρωτομαγιά μεταμοντέρνα χωρίς ούτε ένα πανό ούτε ένα σύνθημα τι είναι και αυτό ;
- Οι καιροί, γίγαντα, πάνε αυτά, τώρα την πρωτομαγιά μόνο για στεφάνι πάνε οι εργάτες.
- Τι λέτε εκεί;
Ο Τάκης. Αγρότης από τα γεννοφάσκια του. Αν και λεφτάς πια λόγω καρπουζιών αμετανόητος κουκουές.
- Κου-κου-έ αλ-λα-γή δεύτερη κατανομή. Ο Κωστάκης ο έμπορας, με τόνο ρυθμικό, χαιρέτησε την παρέα.
- Άσε ρε καπιτάλα, του αντιφώνησε ο Τάκης.
- Κάτσε και θα δείτε, έρχεται ο συνονόματος στην εξουσία.
Ε, λίγο έλειψε να τον χαιρετήσουν θερμά οι υπόλοιποι. Έτσι ο Κώστας έτρεξε να προλάβει τη γυναίκα του, που αλλοδαπή ούσα δεν πολυκαταλάβαινε από ελληνικό χιούμορ. Η πομπή πέρασε το γήπεδο. Στην άκρη του δρόμου η κυρία Γεωργία η ανθοπώλης έλαμπε από ευτυχία.
- Ξεπούλησε σήμερα, ψιθύρισε η Μαρίκα στο αυτί του Σωτήρη συνωμοτικά.
- Φραγκοφονιάδες, Μαρίκα μου, της αντείπε και τη ρώτησε για τον άντρα της, που ήταν μήνες άρρωστος στο νοσοκομείο.
- Χάλια, Σωτήρη, από το κακό στο χειρότερο. Οι γιατροί τού είπαν να κανονίσει τα κληρονομικά του. Δάκρυσε.
Της χάιδεψε τα μαλλιά και της είπε υπομονή. Δεν ήξερε τι άλλο να πει, ώσπου σαν από μηχανής θεός ο Ανάργυρος τον τράβηξε ιδιαιτέρως.
- Τι έγινε με το λάδι, ρε Σωτηράκη;
- Στο έστειλα, Ανάργυρε, εχτές με των έντεκα. Αν ήξερα ότι θα σε έβλεπα σήμερα θα στο έδινα επιτόπου. Η Νίτσα καλά; Τα παιδιά; Ο θείος;
- Όλοι καλά. Εγώ δεν πάω καλά με την δουλειά.
- Γιατί;
- Μας έχουν απλήρωτους έξι μήνες από το πρόγραμμα. Δημόσιο σου λένε μετά. Δεν καθόμουνα στο χωριό με τα φροντιστήρια. Ήθελα επιστημονικές έρευνες και δημοσιότητα. Ας είναι καλά η γυναίκα με το μισθό της. Έτσι ζούμε.
- Κάνε υπομονή, ρε ανιψιέ. Κάτι θα γίνει, θα δικαιωθείς κάποια μέρα. Θα δεις.
- Όπως οι μεγάλοι ποιητές, Ανάργυρε, μετά θάνατον, είπε με συμπάθεια ο Αντρέας.
Σαρανταδύο χρονών, αναπληρωτής καθηγητής στη μέση εκπαίδευση. Και με το πόδι κουτσό μετά το ξύλο που έφαγε από τους αστυνομικούς στις διαδηλώσεις, όταν δίνανε τις εξετάσεις της ντροπής επί Αρσένη. Τον παράτησε και η Ελενίτσα, κουράστηκε η κοπέλα από την μιζέρια και παντρεύτηκε το Νίκο τον κρεοπώλη. Κανένα κοινό, αλλά δεν βαριέσαι, πολλά λεφτά και η εν λόγω ήθελε πια λεπτά αισθήματα.
Η πομπή πέρασε και τα τελευταία σπίτια του χωριού.
- Βρε, πού πάμε; αναρωτήθηκε ο Σωτήρης.
- Ο Μάιος μας έφτασε, εμπρός βήμα ταχύ…. μια παρέα από πιτσιρίκια έδωσαν με αφέλεια την απάντηση.
Ο Λάμπης ίσα που δεν τα χαστούκισε.
- Άσε, ρε Λάμπη, τα παιδιά.
- Δεν σέβονται τίποτα, Σωτήρη.
- Παιδιά είναι, Λάμπη μου, παιδιά. Θυμάσαι τι κάναμε εμείς; Τότε με την Ακριβή και την αδελφή σου τη Μάρθα, που πετούσαμε πέτρες στις κοπέλες από την Αθήνα στο κτήμα του μπάρμπα Μήτσου; Πώς δεν τις σκοτώσαμε τις άμοιρες.
- Δίκιο έχεις Σωτήρη. Αλήθεια, χαιρετίσματα από την Αννούλα. Δεν μπόρεσε να κατέβει. Έχει μπλέξει με την εταιρεία που δουλεύει, ούτε οκτάωρο, ούτε αργία, ούτε άδεια. Εκσυγχρονισμός βλέπεις, προοδεύσαμε.
Ο Σωτήρης γέλασε και κοντοστάθηκε. Δεν είχε κουραστεί αλλά είχε θυμηθεί την Ακριβή. Ο μεγάλος έρωτας. Έφυγε όμως νωρίς από το χωριό. Πήγε στη Θεσσαλονίκη για σπουδές και έμεινε εκεί. Σπάνια ερχόταν και από επικοινωνία σαν να άνοιξε η γη και την κατάπιε. Μάθαινε βέβαια πού και πού νέα της από τον Λάμπη. Είχε πάψει όμως να τον ρωτάει γιατί, όποτε το έκανε, μετά ήταν μια μέρα άρρωστος από τη νοσταλγία. Αλήθεια πού να είναι τώρα; Αναρωτήθηκε. Κοίταξε μπροστά τον κόσμο. Είχαν στρίψει στο χωματόδρομο που πήγαινε προς το κοιμητήριο. Πάνε να καταθέσουν στεφάνι στο μνήμα του γνωστού αγωνιστή, είπε και κίνησε για να τους προλάβει. Έκανε το σταυρό του. Έμπαινε στον τόπο της μνήμης και των νεκρών. Εκεί ήταν η μάνα και ο πατέρας του. Εκεί μια μέρα θα ξαπόσταινε και αυτός. Ο κόσμος ήταν μπροστά. Ήταν πολύς, γι’ αυτό και κάθισε στη σκιά του μεγάλου πεύκου, δίπλα στο παρεκκλήσιο. Η καμπάνα κτύπαγε πένθιμα. Ανατρίχιασε. Μα γιατί; Ο ιερέας διάβασε τη δέηση για την σωτηρία της ψυχής της δούλης του Θεού Ακριβής. Ο Σωτήρης έγειρε στον κορμό του δένδρου. Η καρδιά του χτύπαγε γοργά και τα μάτια του βούρκωσαν.
Στο καφενείο όλο το χωριό ήπιε τον πιο πικρό καφέ. Ήταν εκεί και ο Παναγιώτης. Κοιτάχτηκε με τον Σωτήρη.
- Σκέτος καφές, σύντροφε.
Ο Σωτήρης απόσωσε και σηκώθηκε να φύγει. Κοίταξε τον Παναγιώτη και γνέφοντας του ευχήθηκε.
- Καλή ανάσταση να έχουμε, αδελφέ μου.
Εκείνο το βράδυ, μεγάλη Τρίτη, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια στεκόταν δίπλα στον Παναγιώτη στην ακολουθία του Νυμφίου, με τη γεύση του απογευματινού καφέ καρφωμένη ακόμη στον ουρανίσκο του.


---------
* Το διήγημα δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Μαθήματα κηπουρικής και άλλα διηγήματα» από τις εκδόσεις Σοκόλη, το 2007.

Ο Φώτης Αδάμης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Δημήτρη Γ. Μαγριπλή), γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα και από το 2000 επέλεξε να ζει στην όμορφη Κυπαρισσία του νότου. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Κοινωνική Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1999 αναγορεύτηκε Διδάκτορας της Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Από το 2006 εργάζεται ως διδάσκων στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Αυτή είναι μια από τις πρώτες λογοτεχνικές του απόπειρες.

Φωτογραφία: Π.Κ.

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2008

Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερωνύμου Β΄: Η ΕΥΘΥΝΗ ΜΑΣ

[Βαρυσήμαντο άρθρο στην Εφημερίδα Ο Κόσμος του Επενδυτή,
Σάββατο 13.12.2008]


Την οδύνη μου, ως πατέρα που βίωσε τον άδικο θάνατο ενός παιδιού του από το οπλισμένο χέρι ενός άλλου παιδιού του, ήρθαν να εντείνουν και να συμπληρώσουν αισθήματα πικρίας και αγωνίας, καθώς οι βιαιότητες, οι βανδαλισμοί, οι καταστροφές, οι λεηλασίες και οι εμπρησμοί τραυματίζουν βάναυσα την ψυχή και το σώμα της πατρίδας μας.
Βεβαίως η εύκολη λύση είναι να περιοριστούμε σε καταδικαστικά και επικριτικά σχόλια, επιρρίπτοντας όλη την ευθύνη σε όσους υπερέβησαν τα όρια της εύλογης διαμαρτυρίας.
Δεν δικαιούμαστε, όμως, να ομιλούμε αν δεν αναλάβουμε πρώτα τις ευθύνες που αναλογούν στον καθένα μας, με αυτοκριτική και με πνεύμα μετανοίας. Δεν είναι δυνατόν να θεωρητικολογούμε χωρίς καν αναφορά στο ότι δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για την αφαίρεση μιας ανυπεράσπιστης νεανικής ζωής, όταν μετά το μοιραίο χωρούν μόνο η συντριβή και η μετάνοια.
Τα παιδιά μας δεν είναι εξαγριωμένα χωρίς λόγο. Η προσωπική επαφή μου με τους νέους μου δίνει το δικαίωμα να δηλώσω μετά λόγου γνώσεως ότι το σύνολο σχεδόν της νέας γενιάς δεν είναι εναντίον των αρχών, των αξιών και των ιδανικών που ενέπνευσαν και εξέθρεψαν το γένος μας, αλλά εναντίον όλων ημών που τους τα διδάσκουμε και συγχρόνως τα προδίδουμε ανερυθρίαστα και ασύστολα. Τα παιδιά μας δεν αμφισβητούν την αλήθεια αλλά την προδοσία της. Τα παιδιά μας είναι θυμωμένα μαζί μας επειδή μάς αγαπούν και αισθάνονται προδομένα. Η νεολαία νοιώθει όχι μόνο το ασφυκτικό παρόν που φτιάξαμε εμείς οι φυσικοί ή θεσμικοί γονείς τους, αλλά, κυρίως καταγγέλλει την υποθήκευση, αν όχι την κλοπή, και την καταστροφή του μελλόντός της.
Βέβαια, οι βανδαλισμοί, η καταστροφή των περιουσιών, η πυρπόληση του μόχθου εργοδοτών και εργαζομένων, χωρίς συναίσθηση των κοινωνικών συνεπειών, και η εξάντληση των δυνάμεων της νεολαίας μόνο για την εκτόνωση της οργής απλώς ανοίγουν περισσότερες πληγές και θρέφουν τον φαύλο κύκλο της παρακμής. Όμως, πώς να καταδικάσεις τον αδικημένο για τα λάθη του, αν δεν αναζητήσεις πρώτα τρόπους και λύσεις που να δίνουν ελπίδα και να προσκαλούν σε αξιοποίηση των δυνάμεων, που τώρα σπαταλιούνται στην εκτόνωση της πικρίας και της απογοήτευσης, συμβάλλοντας εντέλει στο περαιτέρω ρήμαγμα της ήδη παραπαίουσας, ηθικώς, πολιτικώς και κοινωνικο-οικονομικώς πατρίδας μας;
Για πόσο ακόμα μπορούμε να στεκόμαστε, κλήρος και λαός, αδιάφοροι ή αυτοκαταστροφικά βολεμένοι απέναντι σε φαινόμενα τα οποία όλοι γνωρίζουμε, όλοι συμφωνούμε ότι δεν είναι δυνατόν να συνεχίζονται, όλοι δηλώνουμε ευκαίρως - ακαίρως τη δυσφορία μας και συγχρόνως τα συντηρούμε ή τα ανεχόμαστε ως παθητικοί δέκτες της ίδιας μας της αυτο-υπονόμευσης.
Πώς να πείσουμε τους νέους ότι η Εκκλησία είναι ο χώρος της αγάπης, της ελπίδας, της παρηγοριάς, της σμιλεύσεως ήθους και ιδανικών και της αντιπαράθεσης στην αδικία, την ανομία και τη διαφθορά, όταν δίνουμε δικαιώματα στον λαό του Θεού να φοβάται ότι μετατρέψαμε τον οίκο του Θεού σε οίκο εμπορίου; Όταν δεν τολμάμε πια να υψώσουμε φωνές σαν εκείνες του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου ή του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όταν τόλμησαν στο όνομα του Χριστού να αντιπαρατεθούν με τα κατεστημένα συμφέροντα της εποχής τους, που καταρράκωναν τα ουσιώδη του βίου του ποιμνίου τους;
Πώς να πείσουμε τους νέους για τα μείζονα και ουσιώδη του πολιτισμού και την αξία της αφιέρωσής τους στις σπουδές τους, όταν η παιδεία χρόνια τώρα συρρικνώνεται στα ασφυκτικά στενά και αφυδατωμένα όρια μιας άνευρης εκπαίδευσης, χωρίς ουσιαστική μέριμνα για την κατοχύρωση του επαγγελματικού μέλλοντος και την υποδούλωση της αξιοπρέπειας στους μηχανισμούς χαριστικών και αναξιοκρατικών πρόσκαιρων βιοποριστικών απασχολήσεων;
Πώς να ζητήσουμε κατανόηση και θυσίες από τον λαό μας για τη σοβούσα οικονομική κρίση, όταν οι εσαεί προτεινόμενες επί δεκαετίες λύσεις επαναλαμβάνουν κυνικά σενάρια μονόπλευρης λιτότητας; Όταν οι περιορισμοί και οι θυσίες επιβάλλονται μονομερώς, εξαιρώντας προκλητικά εκείνους προς τους οποίους θα έπρεπε καταρχήν να απαιτηθεί η συνεισφορά τους στην υπέρβαση της κρίσης;
Πώς να ζητήσουμε την εμπιστοσύνη του λαού στους θεσμούς, τους φορείς και τους εκφραστές και υπηρέτες τους, όταν κωφεύουμε στα στοιχειώδη αιτήματα για δικαιότερη κοινωνική πραγματικότητα, για την προστασία του λαού από την κατάχρηση της εξουσίας, για την εξασφάλιση του αισθήματος ασφάλειας που προκύπτει από την εμφανή και αδιαμφισβήτητη προστασία της αξιοπρέπειάς μας από τα ποικίλων ειδών πελατειακά δίκτυα, που συνιστούν πρόσφορο έδαφος για την επικράτηση της φαυλότητας και την υπονόμευση της δημοκρατίας;
Πώς να ζητήσουμε από τον λαό μας υπομονή και ολιγάρκεια, όταν η απληστία έχει γίνει ρυθμιστής της ζωής μας, των τάχα μου οραμάτων και ψευδεπίγραφων υποσχέσεων; Όταν η απληστία αποτελεί το υπέδαφος επί του οποίου ριζώνουν αποδομητικά φαινόμενα, όπως η διαφθορά, η διαπλοκή, η κατασπατάληση των οικονομικών πόρων και η ατιμωρησία όσων προς ίδιον όφελος εκμεταλλεύονται τα πόστα τους και γίνονται εν τέλει δολιοφθορείς της Εκκλησίας, του Έθνους και της Δημοκρατίας;
Ποιος μπορεί να κατηγορήσει για φωνασκία όσους δικαίως κραυγάζουν απαιτώντας διαφάνεια, κοινωνική λογοδοσία και αποθάρρυνση της δημιουργίας τοπικών ή φιλικών φατριών; !!!!
Ποιος μπορεί να κοιτάξει στα μάτια χωρίς ντροπή τον άρρωστο που δοκιμάζει την κατάσταση που επικρατεί στη δημόσια υγεία εδώ και χρόνια; Τον συνταξιούχο που αδυνατεί να πληρώσει τα φάρμακά του; Τον άνθρωπο του μόχθου που αδυνατεί να εξασφαλίσει το μέλλον των παιδιών του; Τον σπουδαστή που βιώνει την ερήμωση της παιδείας από τα οράματα και ιδανικά;
Η απάντηση σε όλα αυτά δεν είναι η δικαίωση των βανδαλισμών, αλλά ούτε και η απάνθρωπη καταστολή κάθε διαμαρτυρίας. Η διαμαρτυρία είναι ανάγκη και δικαίωμα. Όμως ο καταστροφικός θυμός που οδηγεί σε λεηλασίες και βανδαλισμούς δεν είναι λύση. Η βία θρέφει τη βία και οι επιτήδειοι βρίσκουν ευκαιρία να επιβάλουν λύσεις που κάθε άλλο παρά ανταποκρίνονται στα αιτήματα και τις ανάγκες των αδικημένων.
Πριν από κάθε λόγο και τοποθέτησή μας, πρέπει να αναλογισθούμε λοιπόν με το μερίδιο των ευθυνών μας. Πρώτιστα των δικών μας ευθυνών ως Ποιμαίνουσας Εκκλησίας, που δεν έχει πλέον την πολυτέλεια του εφησυχασμού. Η κρισιμότητα των καιρών επιτάσσει να αρθούμε στο ύψος των περιστάσεων, να αναλάβουμε τις ευθύνες μας - με τρόπο ορατό και έμπρακτο - απέναντι στον λαό του Θεού και να εμπνεύσουμε τους ανθρώπους, ώστε να ενώσουμε τις δυνάμεις μας σε κοινό αγώνα για την ειρηνική ανατροπή της καθοδικής πορείας που απειλεί τη χώρα μας.

[Το άρθρο μεταφέρεται εδώ από τον ιστότοπο Το Μανιτάρι του Βουνού.
Θερμές ευχαριστίες!

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Μια φιλολογική προσέγγιση του βιβλίου του Γιάννη Πομόνη Τζαγκλαρά «"Ας είναι εις ανάμνησιν"… Μορφές βίωσης από το απόμακρο ζακυνθινό χθες»

Παρουσιάζει ο φιλόλογος Παύλος Φουρνογεράκης
Πνευματικό Κέντρο Ζακύνθου 7-12-2008

Ένα βιβλίο αποκάλυψη, ηδονική επαφή με τις ρίζες που δεν κατάφερε να αφανίσει ο στυγνός Εγκέλαδος του ΄53, μέσα από την πένα του αείμνηστου Γιάννη Πομόνη –Τζαγκλαρά. Κάθε σελίδα του και μια φιγούρα, μια εικόνα από τις πλατείες, τις ρούγες, τα καντούνια, τ΄ αρχοντικά, τις εκκλησίες, τα καφενεία, τις ταβέρνες, τους κατοίκους, τους επαγγελματίες στην εργασία, στη ρέμβη, στο τραγούδι, στη σερενάδα, στο σύνολο της βιοτικής λιτότητας, επενδυμένης με το ζεστό μανδύα της αξιοσύνης και της φιλαλληλίας, της φιλοκαλίας και της ασματικής ευαγωγίας.
Ένας λόγος μεστός, απολαυστικός, εμπλουτισμένος από το άρωμα της ντοπολαλιάς και την ευωδία της λογιότητας, δομημένος στα στέρεα θεμέλια της τεχνογνωσίας του συγγραφέα που φτιάχνει δικούς του κανόνες εναρμονισμένους με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εξιδανικευμένης αλλοτινής Ζακύνθου.
Ο συγγραφέας, πνευματώδης πολιτικός μηχανικός, αξιοποιεί τις επιστημονικές του γνώσεις για να περιγράψει με απόλυτη πιστότητα το οικιστικό και πολεοδομικό περιβάλλον της πόλης της Ζακύνθου και καταφέρνει να ξεναγήσει σε έναν κόσμο που ο αναγνώστης μεταβάλλεται ο ίδιος σε ζωντανό ταξιδιώτη που απολαμβάνει και βιώνει τη βόλτα του στις πλακοστρωμένες πλατείες και τα καντούνια. «Φωτογραφίζει και βιντεοσκοπεί» καλαίσθητα, στιβαρά δημόσια και εκκλησιαστικά κτήρια και κατοικίες, μαθαίνει και θαυμάζει την τέχνη του επιτηδευματία, γίνεται δέκτης των συνεχών αλλαγών στην οικονομική ζωή του τόπου, απόρροια της αέναης εξέλιξης της επιστήμης. Προσανατολίζεται εύκολα και μαθαίνει τη χρηστικότητα και το τοπογραφικό διάγραμμα του κάθε κτηρίου που ο συγγραφέας θεωρεί αξιόλογο για τη ζωή της πόλης. Χαρακτηριστικές είναι οι ακριβείς περιγραφές της κτηριοδομικής περιμέτρου του Πλατώματος του Πλατύφορου και του Παρθενώνα. Νιώθει ασφαλής περιπατητής μιας ζωντανής και ήρεμης πόλης που φτιάχτηκε με μεράκι σαν εκείνο που συναντά στις δημιουργίες του κάθε λογής τεχνίτη που σκύβει πάνω στο εργαστήρι του με αγάπη, υπευθυνότητα και αξιοσύνη.
Ξυλουργοί κι επιπλοποιοί, όπως ο Παύλος Χρυσάφης και ο κολλέγας του ο Μαστρονικόλας, είναι λεπτουργοί και άφθαστοι δεξιοτέχνες της επεξεργασίας του ξύλου και μάλιστα ο Μαστρονικόλας ξακουστός στην κατασκευή νυκτών μουσικών οργάνων. Ως πραγματικοί εραστές της τέχνης τους και με πηγαία φιλοκαλία παρουσιάζονται όσοι ασχολούνται και με την καρροποιεία, την αμαξοποιεία και τη σαγματοποιεία.
Οι σιδηρουργοί είναι μαστόροι με ορθές και ακριβείς εκτιμήσεις και κάνουν επιδέξιους χειρισμούς. Ας απολαύσουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα γραφής από την ενότητα της κατασκευής των τροχών όπου η περιγραφή είναι ακριβής, ζωντανή κι ευχάριστη (Έπρεπε το πάχος του ξύλινου κόρθου…δεν υπάρχει δευτερολογία. σελ 48-49)

Ο αφηγητής είναι παρών μπροστά αλλά και πίσω από την κουρτίνα, είτε περιγράφει στο τρίτο πρόσωπο είτε περπατά και κουβεντιάζει με τους συμπολίτες του σε πρώτο πρόσωπο.
Ο αφηγητής δεν είναι τυχαίος όπως τυχαία δεν είναι και αυτά που περιγράφει. Οι άνθρωποι και ο χώρος βρίσκονται σε αρμονική σχέση, δεν υπερβαίνουν το μέτρο, περιορίζονται στην ευφραντική λιτότητα της εποχής και δεν ασχημονούν. Παντού επικρατεί το κάλλος, στη μορφή και στις γραμμές των κτηρίων αλλά και στον ψυχισμό των ανθρώπων. Έτσι το «Πλάτωμα περιγράφεται ως καλλίμορφο οικισμικό σύνολο, η αρχιτεκτονική σύνθεση των τριών οικοδομημάτων της «Παναγίας του Μπάρταμου» εγκαλλώπισμα του οικισμικού τοπίου, το καμπαναριό ως καλλίγραμμο μονό κωδωνοστάσι, ο «Πλατύφορος» ως περικαλλής κι εύκοσμος.
Ευρυμαθής κι ευπαίδευτος ο ίδιος, αθλητής του ψυχικού κάλλους βλέπει την καλή πλευρά των πραγμάτων και αγνοεί ηθελημένα όσα ασχημονούν στη μορφή και στη σχέση. Είναι αξιοσημείωτη η διαπίστωση ότι στο βιβλίο αυτό απαντάται πάνω από 150 φορές το πρώτο συνθετικό «ευ» σύνθετων λόγιων λέξεων που δηλώνει την καλή ιδιότητα αυτού που σημαίνει το β΄ συνθετικό (π.χ. ευ-γενής) . Έτσι το οικιστικό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από ευταξία, ευπρεπισμό κι ευκαλία, έχει εύθετο προσανατολισμό, η Ζάκυνθος είναι ευκραής κι ευανθής. Οι ζακυνθινοί παρουσιάζονται να έχουν ευσυνειδησία, ψυχική ευγένεια κι ευφορία,, ευφροσύνη, ευπρέπεια, ευαισθησία κι ευδιαθεσία, ορισμένοι δε είναι ευπαίδευτοι, ευρυμαθείς κι ευρυματικοί. Ανταλλάσσουν ευγενικές φιλοφρονήσεις, κάνουν ευτράπελα σχόλια, συνθέτουν εύστοχα στιχουργήματα, ζουν σε ευχαρίτους χώρους, είναι ευρηματικά πειραχτήρια, συχνάζουν σε εύκοσμα καφενεία και ταβέρνες όπου όλοι είναι ευπρόσδεκτοι για ευάρεστη κι ευαγωγική χρησιμοποίηση του διαθέσιμου χρόνου. Δημιουργούν εύστοχους διατροφικούς συνδυασμούς, και από εύχυμους ηδύμους καρπούς φτιάχνουν εύγευστους ευφραντικούς χυμούς παρά την ενδημούσα λιτότητα. Εύμουσες παρέες απολαμβάνουν την εύχυμη ζακυνθινή οινάδα συνοδευόμενη από εύγευστο χοιρομέρι και πρέντζα και αποκτούν ψυχική ευφορία, τραγουδούν.
Πλήθος άλλων λογίων λέξεων: ουσιαστικών, επιθέτων, ρημάτων και επιρρημάτων, κοσμούν τα κείμενα και προσθέτουν αξία. Ρέκτης και αριστοτέχνης ο Μαστρονικόλας ο Σέρρας, που τα έργα του δεν ήταν ψυχρά και ουδέτερα αντίγραφα και ψιμυθοποιημένες απομιμήσεις προς καπηλεία. Πανδερκής και ρέκτης είναι και ο Σπύρος Πουλάκης, ευγενής κι ανεκτικός ξενιστής της ομιλητικής ομήγυρης, βαθυστόχαστος κι ελλόγιμος σχολιαστής κι αγορητής με διαλλεκτική σκέψη και κρυστάλλινο ορθολογισμό ο Νιόνιος ο Φαραός . Οτρηρός ερευνητής του πολιτισμικού μας θησαυρίσματος ο Στέλιος ο Τζερμπίνος που πραγματεύεται με ενδελέχεια, αλλά και λανθάνον στέργηθρον προς το έθος και τους εκφραστές του, τη σταδιοδρομία της λαϊκής ασματικής συνήθειας και εμπειρίας. Στον Πλατύφορο εξάλλου και μεταξύ της πληθύος των θαμινών περιπατητών διακρίνεται τριάδα των Ορθόδοξων κληρικών με τ΄εμβριθείας συνδιαλεγομένων και κατ΄ ιεραρχικήν τάξη.

Ο αναγνώστης βρίσκεται στη Ζάκυνθο συναντά και συνομιλεί με ζακυνθινούς και δεν περιδιαβαίνει τους δρόμους μιας οποιαδήποτε μεσαιωνικής πόλης όπως ο σημερινός τουρίστας στο ιστορικό της κέντρο. Και δεν είναι μόνο τα επαγγέλματα και οι οικονομικές δραστηριότηες που περιγράφονται με τέτοια λεπτομέρεια, είναι κυρίως το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα που στα πλαίσια της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης και της τουριστικής λαίλαπας έχει σχεδόν εξαφανιστεί και μαζί με αυτό και η τοπική μας ταυτότητα .
Θαυμάζει το «φαβραρείο» , το σιδηρουργείο με τους κάτασπρους μέσα – έξω τοίχους και τους δύο μαστόρους πεντακάθαρους και καλοδιάθετους. Εκεί… στο καντούνι, που άρχιζε από το Σπιτάλιο για να καταλήξει στου Βλαχόπουλου, άνοιξε ταβέρνα και ένας «ρεμεσαδόρος» (επιπλοποιός) με επώνυμο Σολωμός, ενώ ο Βασίλης ήταν «περφέτος» (τέλειος) στην κατασκευή των ακτίνων των τροχών Ο ευκάλυπτος αναφέρεται ως «ακάλυφτος», η γιαγιά ως «νόνα», τα καρυκεύματα στα φαγητά ως «σπιτσοπίπερα», το παπαδοπαίδι ως «νότσολος», οι θαλασσινοί ως «μαρινάροι». Στον άλλοτε περικαλλή κι εύκοσμο Πλατύφορο τα πρωινά εσουλατσάριζαν τις ώρες «περ νόμπιλε» άρχοντες, μπενεστάντηδες (ευκατάστατοι αστοί) μα και λιμόπαπα (αστοί ή αρχοντικής καταγωγής με γλίσχρα οικονομικά μέσα, που ωστόσο διατηρούν δαπανηρές προτιμήσεις και συνήθειες), εν είδει περιπατητικών φιλοσόφων. Ο Γιαννάκης Μακρής, το πλέον πνευματώδες κι ευρηματικό πειραχτήρι γνωστός κι ανελέητος «μαντσιαδόρος» διαβάζει «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» για τη σκανδαλοθηρική της αρθρογραφία και την «ΠΑΤΡΙΣ» και την «ΕΣΠΕΡΙΝΗ» για πληροφόρηση Ο ψαράς και τραγουδιστής ο Μίμηκας περιδιαβάζει στο Φόρο με τη «φορτσέλα» (καλάθι) γεμάτη «γόπες τ΄ αγκιστιού», περασμένη στον αγκώνα του και που μόλις «ερευστοποιείτο» το αλίευμα έσπευδε στην πλέον κοντινή ταβέρνα για ένα «καρτεζίνι» στο πόδι.
Του Φωτώνε το ΄χανε έθιμο, κυρίως οι άνδρες να παρακολουθήσουνε την μακρόσυρτη ιερουργία της ημέρας, κρατώντας τη «φούντα» και το απαραίτητο «μποτσόνι», για την άντληση αγιάσματος από τους ευμεγέθεις «μαστέλους». Και μετά στο σπίτι για την τέλεια γουλοζιτά της εποχής: ζουμάκι βραστό που ετοιμάζεται για το πατροπαράδοτο αυγολέμονο, τυρί βαρελίσιο και μια μπουκουλούλα μάμα γάλου. Οι μποκέδες και τα ματζέτα στ΄ ανθοπωλεία του Φόρου, τα εντυπωσιακά γλυκίσματα ο αλλά και οι μπαγκατέλες συνθέτανε το εορταστικό τοπίο.
Και στις αρρώστιες οι γιατροί και πρακτικοί της εποχής περιελάμβαναν στη θεραπευτική πρακτική τους δύο σημαντικά ρεμέντια : τα καταπλάσματα από λινοκόκι και τις «κοφτές» (τις βεντούζες).
Είναι προφανές, από τις αναφορές που έγιναν στα γλωσσικά χαρακτηριστικά. στα σχήματα λόγου καθώς και στην παραστατικότητα της περιγραφής ότι το βιβλίο αυτό έχει σημαντικό φιλολογικό ενδιαφέρον. Απεικονίζει τον τρόπο έκφρασης κι επικοινωνίας των καλλιεργημένων κατοίκων που γεννήθηκαν και έζησαν στην προσεισμική Ζάκυνθο, αλλά και την πρωτοτυπία της γραφής και του προσωπικού ύφους του συγγραφέα-επιστήμονα που αποδεικνύεται ένας λεπτουργός του λόγου σαν τις καρδιές των ανθρώπων και τα υψηλής δομικής κι αισθητικής αξίας κτήρια και τεχνουργήματα που περιγράφει. Αποτελεί σημαντική παρακαταθήκη για τους νεότερους που αναζητούν τις ρίζες τους για να μπορέσουν να ορθοποδήσουν και να αντέξουν στην ανελέητη επίθεση του χρόνου, να συνεχίσουν να υπάρχουν ως μια ιδιαίτερη κοινωνική οντότητα για να μπορούν να βρίσκουν το δικό τους μουσικό όργανο στην παγκόσμια ορχήστρα.
Εξίσου σημαντικό βεβαίως είναι και το γλαφυρό συνάμα και κατατοπιστικό προλογικό σημείωμα του Στέλιου Τζερμπίνου με το πλούσιο λεξιλόγιο, το διανθισμένο και με λατινικές εκφράσεις, δείγμα κλασσικής παιδείας τόσο σπάνιας στις μέρες μας.
Κυρίες και κύριοι, στην προσπάθειά μου να σας παρουσιάσω το βιβλίο αυτό από φιλολογικής πλευράς συνέθεσα ένα κείμενο δανειζόμενος το λεξιλόγιο του συγγραφέα ελπίζοντας ότι έτσι η γεύση θα είναι περισσότερο αντιπροσωπευτική.
Ευχαριστούμε το συγγραφέα ευχόμενοι να είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει, τις εκδόσεις ΕΡΜΗΣ για την καλλίμορφη έκδοση και σας για την υπομονή σας.
Στοιχεία για τον Γιάννη Πομόνη - Τζαγκλαρά και την εν λόγω έκδοση, βλ. εδώ.

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008

Ευρωπαϊκός μουσικός πολιτισμός στη σύγχρονη Ζάκυνθο


Του Στέλιου Τζερμπίνου

"Η Μουσική αφυπνίζει την ύλη στη μυστικότητα εκείνων των παλμών που της χαρίζουν μια ζωή"
Emile Vuillermoz, Ιστορία της Μουσικής


Σουρεαλιστικός ίσως ο τίτλος του παρόντος, όχι όμως και ανεδαφικός. Γιατί στους καιρούς αυτούς της ηθικής παρακμής και της αισθητικής ρύπανσης και που διάγει το άλλοτε νησί της μουσικής, των ποιητών και των ανθέων, όλο και βρίσκονται κάποιοι ανθρώπινοι οργανισμοί που αναδύονται μέσα από τα σκουπίδια και τις αναθυμιάσεις της αμόλυβδης, αναπτύσσοντας αντίδοτα ψυχικής αντοχής με την ιδέα της τέχνης.
Kάποτε η λέξη “Eυρωπαίος” χρησιμοποιόταν για να χαρακτηρίσει άτομα εσωτερικής αξίας και ανάλογης εξωτερικής συμπεριφοράς (ευγενής σαν Ευρωπαίος) και το τριγενές επίθετο “ευρωπαϊκός-ή-κό” για να χαρακτηρίσει εξαιρετική ποιότητα αντικειμένων (ευρωπαϊκό παπούτσι) ή καταστάσεων (ευρωπαϊκή κομψότητα).
Το όνομα “Ευρώπη” εξάλλου, όπως και άλλα προϊόντα του ευρωπαϊκού πνεύματος, ανάγουν την καταγωγή τους στην ομώνυμη Κυρία της ελληνικής μυθολογίας και υποδηλώνει εκείνη “με τα μεγάλα μάτια” ή “με το πλατύ πρόσωπο”, την όμορφη θυγατέρα του Ωκεανού και της Τηθύος, που ο ερωτογόνος Δίας, μεταμορφωμένος σε λευκό ταύρο, την σαγήνευσε και ενώθηκε μαζί της. Κάτι που σε τελευταία ανάλυση, μπορεί και να σημαίνει προέλευση ζωής και δύναμης εκεί που αργότερα βρήκε έδαφος να ευδοκιμήσει η Αναγέννηση των κλασσικών σπουδών, οι ιδεολογικές προσλήψεις του Διαφωτισμού και η πολυδιάστατη θέωση της Τέχνης.
Σήμερα πιά που η δική μας ένωση με την Ευρώπη δεν αποτελεί πραγμάτωση ερωτικής επιθυμίας και μάλιστα θεϊκής αλλά πολιτική πραγματικότητα, δεν ξέρω αν έχουμε δίκιο να επιμένουμε στη σύνδεσή της με το μυθολογικό παρελθόν μας, όχι γι’ άλλο λόγο αλλά γιατί κυρίως, ούτε η σημερινή θεώρηση δικαιώνει την περηφάνια της προέλευσης ούτε ο παραπάνω χαρακτηρισμός τις συμπεριφορές μας.
Περί ευρωπαϊκού πολιτισμού πάντως σήμερα ο λόγος και μάλιστα …μετά μουσικής.
Tι σημαίνει όμως ευρωπαϊκός πολιτισμός; Για τους νεοέλληνες και ακόμη περισσότερο για τους νεοζακύνθιους, ακριβώς δεν ξέρω, προσωπικά ωστόσο θα υποστήριζα ότι έχει σχέση με τα διδάγματα, τις εμπειρίες και τις συμπεριφορές που εκ των πραγμάτων ευδοκίμησαν κάποτε στον ελληνικό χώρο, μετά το τέλος της Τουρκοκρατίας, κάτω από την επίδραση των ευρωσπούδαστων δασκάλων του νεοελληνικού διαφωτισμού και τις αστικές συνήθειες που καλλιέργησε το κοινωνικό περιβάλλον των εισαγόμενων, από τις Μεγάλες Δυνάμεις, ευρωπαίων ηγεμόνων. Για τη σημερινή Ζάκυνθο ειδικώτερα το πολιτισμικό ζητούμενο, θα μπορούσε να σημαίνει κάτι περισσότερο αφού τα Επτάνησα στάθηκαν τυχερά εν τη ατυχία της πολιτικής τους εξάρτησης από Ευρωπαίους διαχειριστές της ιστορικής τους τύχης ή όπως, ποιητικώς μεν αλλά και λίαν επιεικώς ενοράται ο Ανδρέας Κάλβος, “δεν εγνώρισαν την σκληρά μάστιγα εχθρών τυράννων”. Αντίθετα έγιναν συμμέτοχοι στην κοινωνία του ευρωπαϊκού πνεύματος, μέσα από το οποίο η μουσική διαδραμάτισε κεφαλαιώδη ρόλο.

Προσγειωμένος κατ’ ανάγκην στο σήμερα και χωρίς πρόθεση να εκτεθώ σε πολιτικές αναλύσεις, θέλω απλά να εκφράσω, για μιάν ακόμη φορά την αίσθηση του κενού γι’ αυτό το έλλειμμα πολιτισμού που επικρατεί τον τόπο μας. Μη τρομάζετε (αν και είμαι βέβαιος πως όχι), δεν πρόκειται να καταγγείλω κανένα. Σε μια τέτοια περίπτωση θάπρεπε ίσως ν’ αρχίσω από τον εαυτό μου, αφού έτσι κι αλλιώς είμαστε όλοι, λίγο πολύ, συνυπεύθυνοι. Τα προβλήματα, άλλωστε, και τα ελλείμματα είναι γνωστά και αν κάποιοι θέλουν να τ’ αγνοούν ή ν’ αδιαφορούν, ας κριθούν ή ας αυτοκριθούν όταν και όποτε.
Αξίζει όμως και πρέπει να ειπωθεί ότι μέσα στην αισθητική απαξίωση που μαστίζει την πόλη μας, υπάρχουν και στιγμές αναψυχής. Στιγμές που παρέχονται σαν προσφορά ευκαιρίας σε καιρούς πολιτισμικής ανέχειας αλλά και που δεν αφήνουν ασυγκίνητους εκείνους από τους συμπολίτες μας, που σπεύδουν να τις απολαύσουν εξακολουθώντας να ελπίζουν. Δεν είναι ίσως πολλοί, αλλά, αν μη τι άλλο, οφείλουμε να τους μετράμε.

Με την ευκαιρία αυτή, θέλω ν’αναφερθώ συγκεκριμένα στην εδώ παρουσία και διαμονή ενός πραγματικά ευρωπαίου καλλιτέχνη, εξαίρετου ερασιτέχνη πιανίστα. Ονομάζεται Dick Swaan και είναι Ολλανδός. Εγκαταστημένος στην Ζάκυνθο εδώ και αρκετά χρόνια (από το 1994), όπως ο ίδιος δηλώνει, τον γοητεύει ο όμορφος μεσογειακός χειμώνας, η υψομετρική ποικιλία του ζακυνθινού τοπίου και οι γαλαζοπράσινες αποχρώσεις του ιόνιου πέλαγου. ΄Ολα αυτά, ξέρει και μπορεί να τ’ απολαμβάνει, μαζί με την συμπεθέστατη ελληνίδα σύντροφό του, την Δώρα Τσάμη, από την διακριτικά κτισμένη, κομψή κατοικία τους, σε μια πλαγιά του Σκοπού πάνω από το Ξεροκάστελλο.
Ψυχολόγος ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του ΄Αμστερνταμ και παράλληλα αυτοδίδακτος στο πιάνο, άρχισε να μελετάει από τα 16 του χρόνια και ν’ ασχοληθεί σοβαρά πλέον, στα 52 του, έχοντας δασκάλα την Prudence Jill, μιαν επώνυμη μαθήτρια της Κλάρας Σούμαν, με γερμανικές και γαλλικές επιρροές στη διδασκαλία της. Συνεργάστηκε με διακεκριμένους μουσικούς και κυρίως με τον διεθνούς φήμης πιανίστα Youri Egorov, με τον οποίο αρκετές φορές έπαιξαν μαζί, ενώ μετά τον πρόωρο θάνατο του τελευταίου διετέλεσε πρόεδρος του ιδρύματος υποτροφιών για νέους μουσικούς που φέρει τ’ όνομα του ρώσσου καλλιτέχνη.
Η ευρωπαϊκή του παιδεία, το hobby του και η αγάπη του για την “καλή” μουσική, στάθηκαν γι’ αυτόν, καθοριστικοί συντελεστές στην εφαρμογή μιας ευγενούς ιδέας του: Να προσφέρει στη σύγχρονη Ζάκυνθο μια γεύση ευρωπαϊκού μουσικού πολιτισμού. Ενός πολιτισμού σαν κι αυτόν που οι άλλοτε συμπολίτες μας, ασφαλώς είχαν γνωρίσει, πριν οι σημερινοί υποκύψουν στις αυγουστιάτικες “αρπαχτές” περιοδευόντων γλυκανάλατων …αoιδών (!), πληρώνοντας μάλιστα και 40 € το εισιτήριο. Γι αυτά όμως, μιαν άλλη φορά.

Για την πραγμάτωση της ευγενούς ιδέας του, ο Dick Swaan συνεργάζεται με ευρωπαίους μουσικούς, που ο ίδιος επιλέγει ανάμεσα στους ανά την Ευρώπη φίλους του κι αυτοί βρίσκουν πάντα το χρόνο, να συναντιούνται στη Ζάκυνθο, στο φιλόξενο σπίτι του Dick και να βιώνουν συλλογικά την αναγκαιότητα της τέχνης στη ζωή και το ιδεώδες της μουσικής στα κοντσέρτα, που, παράλληλα και με άλλες παρόμοιες εμφανίσεις τους στο εξωτερικό, μια ή δύο φορές το χρόνο δίνουν και στη Ζάκυνθο. Τα μουσικά αυτά δωρήματα προσφέρονται εντελώς αφιλοκερδώς, per l’ amore dell’ arte δηλαδή και μόνο, για κείνους τους λίγους έστω Ζακυνθινούς που προσέρχονται και είναι σε θέση να τοποθετούν την ποιότητα, μακριά από την υποκουλτούρα και την ψυχοσύνθεση των γηπέδων. Γι’ αυτούς δηλαδή που αντιλαμβάνονται ότι ο πολιτισμός δεν αποτελεί προϊόν λαϊκής αγοράς, όπως αυτός που μας σερβίρουν καλοκαιριάτικα οι πολιτιστικοί μας εργολάβοι, έχοντας πρόχειρη και στερότυπη και ιδιοτελή δικαιολογία ότι “αυτά θέλει ο κόσμος”.

Τα κοντσέρτα του “ZOCHER TRIO”, όπως συλλογικά έχει πάρει την ονομασία του από τον Dick Swaan και τους συνεργάτες του (είναι το όνομα του πρώτου στούντιο που εμφανίστηκαν), περιλαμβάνουν μικρά, συνήθως, σύνολα (τρίο ή κουαρτέττι) μουσικής δωματίου, κορυφαίων ευρωπαίων συνθετών. Τα μουσικά κομμάτια επιλέγονται ανάλογα με το είδος του οργάνου και την αριθμητική διαθεσιμότητα των ερμηνευστών και ισορροπούν θαυμάσια ανάμεσα στο επιβλητικό μέγεθος των κλασσικών και την ανάλαφρη χάρη των ρομαντικών. Με τη φροντίδα του Dick Swaan, ως οικοδεσπότη, στη σάλα του Πνευματικού Κέντρου Ζακύνθου, συναντιούνται ευδαιμόνως ο Haydn, ο Mozart, ο Beethoven, ανταλλάσσοντας μουσικές αβρότητες με τον Schumann, τον Chopin, τον Brahms και πάει λέοντας.
Ευρωπαϊκός πολιτισμός ωστόσο δεν είναι μόνο η μουσική ακρόαση. Είναι η προετοιμασία της αίθουσας. Είναι ο τρόπος της υποδοχής και ο σεβασμός απέναντι στο ακροατήριο. Είναι η ευπρέπεια και η σεμνότητα των εκτελεστών. Είναι η τελετουργία της εκτέλεσης. Είναι τέλος η συγκινητική ανταπόκριση του κοινού και η παρήγορη διαπίστωση ότι υπάρχει και κόσμος που δεν μένει αδιάφορος. Που σημαίνει ότι η πραγματική αξία, η πραγματική ποιότητα, όταν προσφέρεται, δεν χάνει τίποτα από την ανταπόδοση που δικαιούται.
Για την προσφορά τους αυτή, ο Dick Swaan και οι συνεργάτες του, με την πολύπλευρη πάντα και ανιδιοτελή συνδρομή της ζακυνθινής πιανίστριας Παναγιώτας Παυγέλου, η μόνη αποζημίωση που εισπράττουν είναι το ειλικρινές χειροκρότητα του κοινού που προσέρχεται. Και φαίνεται αυτό να τους αρκεί για να πνίξουν το παράπονό τους για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στην εξασφάλιση χώρου της συναυλίας, την απροθυμία συνεργασίας των αρμοδίων για την παραχώρησή του και την παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος των τοπικών αρχών για τη στήριξη αυτής της πολιτισμικής πρωτοβουλίας.
Το ZOCHER PIANOTRIO, μέσα στο φετεινό χειμώνα θα εμφανιστεί στον Παρνασσό, στην Αθήνα, με έργα πιάνου για 4 χέρια (a quatre main) Μότσαρτ και Σούμπερτ και επιθυμία του είναι να παιχτούν και στη Ζάκυνθο, αν οι τοπικές συνθήκες το …ευνοήσουν.

Έχω κι άλλες φορές υποστηρίξει, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, ότι η μουσική, πέρα από το προσωπικό τάλαντο που είναι έμφυτο και αυτονόητο, δεν διδάσκει κάτι πιο πολύ από το αντικείμενό της. Αντίθετα η μουσική μέθεξη ακροατή καλλιεργεί, πράγματι, την ψυχή και διαπλάσσει συνειρμούς μέσα από τους οποίους εκφράζεται η προσωπικότητα του ατόμου και ο σεβασμός απέναντι στις αισθητικές αξίες. Γι' αυτό και λέμε πως η μουσική είναι πολιτισμός. Την πολιτισμική ποιότητα της μουσικής ο καθένας την αντιλαμβάνεται ανάλογα με την κουλτούρα του και τις προσωπικές του ευαισθησίες. Λέγοντας ότι μ' αρέσει ο τάδε συνθέτης ή το τάδε μουσικό κομμάτι, είναι κάτι απλό και αυθόρμητο. Δεν χρειάζεται να εξηγήσεις το γιατί. Η τέρψη των αισθήσεων δεν συνεπάγεται και την δικαιολογία της. Τώρα αν ο συνθέτης ή το κομμάτι που άκουσες έχει περάσει στο χώρο εκείνο που καθιερώθηκε να ονομάζουμε "κλασσική μουσική", αυτό σημαίνει πως κι εσύ διεκδικείς μια θέση στους φίλους εκείνους της μουσικής που αναγνωρίζουν τη διαχρονική της αξία μέσα από έργα αξεπέραστης ποιότητας. Αυτό ακριβώς που, κατά τη γνώμη μου, επιτυγχάνουν οι ευρωπαίοι καλλιτέχνες στους οποίους και αναφέρθηκα σήμερα.

[Στη φωτό: Michel Vermeulen, "Le piano indien bleu" - Painting Oil, 2002 ]

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

Κείμενα τιμής για την Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά

[Η Διονυσία Μούσουρα –Τσουκαλά είναι μια Ζακυνθινή λογοτέχνις, η οποία ζει κι εργάζεται στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, παράγοντας πλούσιο συγγραφικό έργο. Τελευταία (23 Νοεμβρίου 2008) το έργο της τιμήθηκε στην κατάμεστη αίθουσα του δημαρχείου Νόρθκοτ, παράλληλα με την παρουσίαση του ετήσιου λογοτεχνικού περιοδικού Ο ΛΟΓΟΣ, το οποίο εκδίδει ο Σύνδεσμος Ελλήνων Λογοτεχνών Αυστραλίας. Περισσότερα εδώ.
Παρακάτω δημοσιεύουμε τα σχετικά τιμητικά για την Δ. Μ.-Τ. κείμενα των κ.κ. Χρήστου Ν. Φίφη, Κυριάκου Αμανατίδη, Νίκης Βλαχάκη-Ιλιοπούλου, Παρασκευής Δέντσα-Τσίγκας και Μayio Konidaris-Kozirakis.]


Η Πεζογραφία της Διονυσίας Μούσουρα - Τσουκαλά

Του Χρήστου Ν. Φίφη,
Πρώην Επίκουρου καθηγητή Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου La Trobe της Μελβούρνης


Η πεζογραφία της Διονυσίας Μούσουρα – Τσουκαλά αποτελείται από τα 31 διηγήματα που έχουν δημοσιευτεί στα δυο πεζογραφικά βιβλία της, Κραταιός Νόστος (ΚΝ), (15 διηγήματα), RMIT University, Εκδόσεις Ελληνοαυστραλιανού Αρχείου, 2000, και το Εκ Φιόρε και εξ Αντιπόδων (ΕΦ&ΕΑ) (16 διηγήματα), εκδόσεις Τσώνη, 2005 και διηγήματα που έχει δημοσιεύσει κατά καιρούς σε περιοδικά και Ανθολογίες. Λόγω αναπόφευκτων περιορισμών χώρου θ’ αναφερθώ μόνο σε διηγήματα των δυο παραπάνω βιβλίων της.
Ο Κραταιός Νόστος παραπέμπει στο δυνατό αίσθημα μιας ασίγαστης νοσταλγίας επιστροφής στο αγαπημένο της νησί –τη Ζάκυνθο. Είναι περισσότερο ένα έντονο αίσθημα νοερής επιστροφής που σαν την ‘Πόλη’ του Καβάφη ακολουθεί την ομιλήτρια των διηγημάτων της ακόμη και κατά τις σύντομες επισκέψεις της στην Ελλάδα και τη Ζάκυνθο:
Την Τρίτη φορά, τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα για κείνην δεν ήξερε τι πρόφαση να βρει... «Ξέρεις, Μάνα, έχω δουλέψει σκληρά τόσα χρόνια, έχω ένα καλό εφάπαξ στη δουλειά, μα πρέπει να γίνω 60 χρονών για να το δικαιούμαι... σε παρακαλώ υπομόνεψε λίγο ακόμα...» ...σε κάθε της επιστροφή όλο και πλήθαιναν οι φευγάτοι... Τώρα έφυγε και η Μάνα... (‘Το Βάζο’, ΚΝ:1-6).
Το Εκ Φιόρε και εξ Αντιπόδων αποτελείται από 16 διηγήματα που επίσης κινούνται μεταξύ Φιόρε και Αυστραλίας – εξού και ο τίτλος: Φιόρε του Λεβάντε -΄Ανθος της Ανατολής- είναι το ενετικό όνομα της Ζακύνθου.
Η Διονυσία Μούσουρα – Τσουκαλά στην καλλιτεχνική της εργασία επιδεικνύει την τάση να μυθοποιεί βιώματά της καθώς και βιώματα φίλων και γνωστών της κι αυτό κάνει τα διηγήματά της ρεαλιστικά, πειστικά και ζωντανά. Ακολουθεί μια τεχνική με άνετη ρέουσα γλώσσα, με πειστικούς χαρακτήρες, οι ιστορίες της διαθέτουν την απαραίτητη δομή και αποφεύγει τους πειραματισμούς με τα είδη του μοντέρνου και μεταμοντέρνου. Οι καταστάσεις, παρουσιάζονται συνήθως από τη θέση της γυναίκας, αν και υπάρχουν και μερικά διηγήματα όπου ο αφηγητής είναι άντρας. Θα επιχειρήσουμε μια γρήγορη αναφορά σε μερικά από τα διηγήματα.

Στα περισσότερα διηγήματα, η Ζάκυνθος είναι η παραδεισένια γωνιά των νεανικών αναμνήσεων και βιωμάτων. Οι παλιές ιστορίες, νοσταλγικές, δραματικές ή ευτράπελες επιβιώνουν ακόμη στα χείλη των ανθρώπων από την εποχή της «Παραμυθένιας Πολιτείας», όταν ο κόσμος ήταν ακόμα μαγικός. Η «Παραμυθένια Πολιτεία» σταμάτησε ξαφνικά και καταστράφηκε από το σεισμό και τη φωτιά του 1953 και μετεξελίχθηκε αργά στη νεότερη διαφορετική πολιτεία:
Εμείς οι παλαιότεροι όταν σμίγουμε μιλάμε για τα παλιά... για τη χαμένη πολιτεία... προσπαθούμε να θυμηθούμε πώς ακριβώς ήταν... πού ακριβώς βρισκόταν το σπίτι μας ή το σχολειό μας, μας πιάνει η νοσταλγία... κοιτάμε τη σημερινή Ζάκυνθο και μας παίρνει το παράπονο... Αιώνιοι αρνητές! Μήπως δεν είμαστε;
Η καινούργια πολιτεία είναι και αυτή όμορφη... ΄Ομως, πώς να το κάνουμε... δεν είναι η Παραμυθένια Πολιτεία... Εκείνη ξεψύχησε στις 2.30 περίπου το μεσημέρι της 12ης Αυγούστου 1953. ... (ΚΝ, «Παραμυθένια Πολιτεία», σ. 81).

Δυο απ’ τα διηγήματα της παραδοσιακής Ζακυνθινής ζωής έχουν τον ίδιο τίτλο «Με βιολιά και με νταούλια» 1 και 2, (ΕΦ&ΕΑ, σσ.85-106). Αφηγήτρια και στα δύο είναι η Ελένη της μικρής κοινωνίας του Ζακυνθινού χωριού. Η Ελένη διαθέτει κάποιες ιδιότυπες, αν όχι αντιφατικές, φεμινιστικές πεποιθήσεις. Παρουσιάζει σχεδόν υποτιμητικά τους ανδρικούς χαρακτήρες των δυο διηγημάτων στους οποίους ρίχνει την ευθύνη για το ότι η ίδια παρέμεινε γεροντοκόρη:
Μέχρι να ξεπεράσω εκείνη την ιστορία (με τον Ρίκο μας του πρώτου διηγήματος) έκανε άλλα ρεζιλίκια ο ξαδελφούλης μου ο Γιάννης, και άστα να πάνε. Σιχάθηκα το αντρικό φύλο. Αποφάσισα, καλύτερα μόνη παρά να μου τύχει κι εμένα κανένας τέτοιος και τότε ‘βράσε όρυζα’ (σ. 97).

Οι τίτλοι «Με βιολιά και με νταούλια» (1 και 2) φαίνονται, εκ πρώτης όψεως, ως γραφικές ηθογραφικές αναφορές στα έθιμα της ιδιαίτερης πατρίδας της αφηγήτριας για τα έθιμα του γάμου. Στις εξελίξεις των διηγημάτων, όμως, το έθιμο αποξεχνιέται στο υπόβαθρο κι αυτό που κυριαρχεί στο προσκήνιο είναι η ειρωνία και η σάτιρα για τη χρήση βιολιών, νταουλιών, μουσικής και χορού, όχι για τον εορτασμό ενός γάμου αλλά για το ξαναζέσταμα ενός αποτυχημένου γάμου. Και τι είναι αυτό που έχει προκαλέσει τους αποτυχημένους γάμους; Είναι ακριβώς αυτό που προκάλεσε την αποστροφή της Ελένης προς το ανδρικό φύλο. Στο πρώτο διήγημα είναι η καταπίεση της γυναίκας από τα ίδια τα έθιμα και τις προλήψεις της μικρής κοινωνίας, από τη στερεότυπη έμμονη εικόνα της νύφης την πρώτη βραδιά του γάμου και τη σύγχυση που προκαλείται στη μικρή κοινωνία από τη συζητήσιμη σεξουαλική ικανότητα ή ανικανότητα του Ρίκου. Στο δεύτερο διήγημα η Ελένη εμφανίζεται το ίδιο επικριτική προς το ανδρικό φύλο, αν και κάπως αντιφατική σε σχέση με το πρώτο. Ο γυναικοκατακτητής ξάδελφος της Ελένης, Γιάννης, βρίσκει το μάστορά του από την ερωτιάρα σύζυγό του Σπυρούλα που εγκαταλείπει τη συζυγική τους εστία να συγκατοικήσει με τον ερωμένο της. Όταν ο ερωμένος της, όμως, την εγκαταλείπει, αυτή θέτει ‘απαράβατους’ όρους για την επιστροφή της στο σύζυγο και τα παιδιά της. Οι απαράβατοι όροι είναι ότι θα πρέπει να επιστρέψει «με δόξα και τιμή», σαν να γίνεται νύφη απ’ την αρχή.
Στολισμένη σαν την φρεγάτα η Σπυρούλα, αγκαζέ με το Γιάννη και από δίπλα το μικρό, πιο πίσω τα μεγάλα και με ...ουρά που όλο και μεγάλωνε από όπου περνούσαν. ΄Αλλοι για πλάκα, άλλοι από περιέργεια... είχαν γίνει ολόκληρο... συμπεθεριό. Φτάνοντας σπίτι έστησαν το χορό, τα κεράσματα και τα καλωσορίσματα (σ. 104).

Στο Ζακυνθινό διήγημα «Νικολής ο Χαμωλόης» επιχειρείται μια σατιρική παρουσίαση παρωχημένων τοπικών κοινωνικών τάξεων και διακρίσεων:
Με την Κεβή (ο Νικολής) γνωρίζονταν από παιδιά.
Εκείνος ήταν χαμωλόης (καθόταν σε χαμόσπιτο του δρόμου) εκείνη, ανωλόγα, στο απέναντι ανώι, παλιό αρχοντικό ξεπεσμένης και ξιπασμένης γενιάς. Ζούσε με τη μάνα της και τις δυο γεροντοκόρες θείες της, αδελφές του πατέρα της, που πέθανε νέος από χτικιό. ΄Ετσι όπως κυκλοφορούσαν οι τρεις νυφοκουνιάδες, πάντα μαζί αγκαζέ, ψηλές, κοκκαλιάρες και με ασορτί καπέλα με φαρδειά μπορ, δεν ήταν δύσκολο να καταλάβεις γιατί τις ονόμασαν οι «πρόκες» (ΚΝ, σ.52).

Οι «πρόκες» έμεναν σε «ετοιμόρροπο Αρχοντόσπιτο» και «φρόντιζαν να καλλιεργούν δεόντως» το αρχοντικό τους όνομα και περιφρονούν το Νικολή που αγαπά την Κεβή. Απελπισμένος ο Νικολής παίρνει το δρόμο για τη Μελβούρνη ελπίζοντας να επιστρέψει με τα απαραίτητα χρήματα για να εντυπωσιάσει και να πείσει τις «πρόκες» για την αξία του. Εκείνες δέχονται το Νικολή αλλά με τον επιπλέον όρο να αναστυλώσει τον «πατρογονικό πύργο» της νύφης. Ο Νικολής αρχίζει έναν δεύτερο «Μαραθώνειο» ν’ αποταμιεύσει το σημαντικό ποσό που απαιτείται αλλά καταλήγει σε λάθη και αποτυχία.

Η ευάλωτη θέση της γυναίκας εμφανίζεται και στα διηγήματα «Η Τρόμπα του Μπανάτου» , «Η εξαδέλφη μου η Αντριάνα», η «Μαυριδερή», η «Τυχερή», κ. α. Η «Τρόμπα του Μπανάτου» και η «Ξαδέλφη μου η Αντριάνα» χαρακτηρίζονται από ένα λυρικό και ελεγειακό αλλά συγκρατημένο τόνο. Τα γεγονότα και τα αισθήματα ανακαλούνται και αναβιώνουν στη μνήμη:
Κόψατε μυρτιές από τους όχτους, προχειροφτιάξατε στεφάνι και στεφανώσατε την τρόμπα! ΄Ετσι για να δοξαστεί ο έρωτας και να μείνει η τρόμπα σύμβολο του έρωτα και της αγάπης! (ΕΦ&ΕΑ, σ.62).

«Η Τρόμπα του Μπανάτου» αναπτύσσει μια ιστορία με την τραγωδία του πολέμου στην Ελλάδα. Το διήγημα της Αντριάνας αναπτύσσει μια ξαφνική τραγωδία της ζωής στην Αυστραλία. Μολονότι συχνά η γλώσσα της είναι συγκινησιακά φορτισμένη η συγγραφέας διαθέτει την τεχνική να μην υπερβαίνει το μέτρο, να την αποφορτίζει, να βρίσκει την ισορροπία και την εύθυμη νότα μιας βαριάς ατμόσφαιρας.

Στο «Εύθραυστο βάζο» (ΕΦ&ΕΑ, σ.39-50) κυριαρχούν οι μνήμες νοσταλγίας από το παρελθόν, οι παρεκβάσεις, η αφήγηση των επισκέψεων στην Ελλάδα και η σύγκριση της παλιάς δύσκολης ζωής με τη μαλθακότητα της σημερινής ευημερούσας Ελλάδας που αποτυπώνεται στην παραφθορά της γλώσσας. Το «εύθραυστο βάζο» μπορεί να εκληφθεί ένα σύμβολο της σχέσης της αφηγήτριας με τη μητέρα της και τη γενέτειρά της.

Στις «Συμμαθήτριες» (ΕΦ&ΕΑ, σ.75-84), που η φωτογραφία τους δίνεται στο εξώφυλλο, τα εύθυμα και αυθόρμητα κοριτσόπουλα που τελειώνουν τα τελευταία γυμνασιακά διαγωνίσματά τους υπόσχονται μεταξύ τους να συναντούνται αυτή τη μέρα κάθε χρόνο, να τα λένε και να θυμούνται τα παλιά. Η συγγραφέας δείχνει με χιούμορ και παρατηρητικότητα τις αλλαγές και την εκζήτηση που φέρνουν η ζωή και ο χρόνος στις πρώην φιλικές σχέσεις. Οι γυναίκες, πρώην συμμαθήτριες, προσπαθούν να δώσουν η μια στην άλλη έναν αέρα επιτυχίας και αυτοσπουδαιότητας, εκτός από την Σάσα που παρέμεινε στο νησί της, παντρεύτηκε τον πρώτο της έρωτα και μεγαλώνει τα παιδιά της χωρίς, νομίζει η ίδια, να μπορεί να δείξει κάτι απ’ την γκλαμουριά των άλλων, που τις ζηλεύει λίγο γι’ αυτά που δίνουν την εντύπωση ότι τις κάνουν επιτυχημένες. Η τελευταία συνάντησή τους, όμως, γίνεται στην έβδομη δεκαετία της ζωής τους, όταν έχουν περάσει τα εξήντα τους και στα χρόνια τους πλανάται η σκιά της απογοήτευσης. Δεν έχουν πια τη βεβαιότητα για δυνατότητα άλλης συνάντησης και η συναίσθηση της ματαιότητας των προσπαθειών τους τις οδηγεί σε μια εξομολόγηση πιο ειλικρινή, όπου παραδέχονται ότι στο βάθος τρέφουν κάποια ανάκατα αισθήματα ζήλειας και θαυμασμού για τη ζωή της Σάσας. Ακούνε, όμως, με έκπληξη ότι και η Σάσα είχε στο παρελθόν μια περίοδο αμφιβολιών και μελαγχολικής αβεβαιότητας:
Τους μιλάει (η Σάσα) απλά και με προσήνεια για την επίδραση που είχαν οι ίδιες στη ζωή της με τις ‘τόσες επιτυχίες τους’. Τους λέει πως κάπου εκεί στα μεσοκοπήματα της ζωής της όταν περνούσε την κρίση της μέσης ηλικίας άρχισε να νιώθει ανικανοποίητη από τη ζωή της. ...πως εγκατέλειψε το Μίμη και τα παιδιά της ψάχνοντας για κάτι το συναρπαστικό, ψάχνοντας να ξεφύγει απ’ τη ρουτίνα της καθημερινότητας (σ. 83).

Στο «Μονόλογος σχεδόν» (ΕΦ&ΕΑ, σ.179-194). ο Αστέριος που μια ζωή ένιωθε καταπιεσμένος από τη Ρίκα (ή Αστέρω) τη γυναίκα του αισθάνεται απελευθερωμένος όταν αυτή πεθαίνει. Όταν φεύγουν και οι τελευταίοι επισκέπτες μετά το συνηθισμένο φαγοπότι για το μνημόσυνο των 40 ημερών της γυναίκας του αποτελειώνει τα μπουκάλια από ουίσκι, ούζα και μπύρες για να τιμήσει την επέτειο της Αστέρως και την απελευθέρωσή του. Μεθυσμένος αρχίζει ένα μονόλογο με τη φωτογραφία της γυναίκας του. Της υπενθυμίζει σαρκαστικά τα παλιά, τις φιλολογικές της εκζητήσεις, τις υπερβολικές της αξιώσεις για κοινωνική επίδειξη. Της δηλώνει ότι τώρα είναι ελεύθερος να πωλήσει το πολυτελές σπίτι τους στο ακριβό προάστιο της Μελβούρνης με τον πολυτελή κήπο που επέμενε να διατηρεί αυτή και να μετακινηθεί στους φίλους του στις παλιές λαϊκές συνοικίες της πόλης. Λόγω υπερβολικής πόσης, όμως, πεθαίνει το ίδο βράδυ. Οι φίλοι του δεν μπορούν να βρουν μια πρόσφατη φωτογραφία του της προκοπής και –κατά ειρωνία, όπως θα το έβλεπε ο ίδιος, αναγγέλουν την αποβίωσή του με μια παλιά φωτογραφία που τον δείχνει φαντάρο 20 χρονών. Στα δικά του 40 η άποψη που επικρατεί είναι ότι ήταν αισθηματίας και πήγε «σκαστός»:
...δεν άντεξε το χαμό της γυναίκας του και στα σαράντα της πήγε κι αυτός από μαράζι. Συμφώνησαν όλοι πως θα πρέπει να την αγάπαγε πολύ, πάρα πολύ, με τη φωτογραφία της στα χέρια του ξεψύχησε.
Καημένε Αστέριε και να σκεφτείς ότι κάπου σε είχαμε παρεξηγήσει στην αρχή... Στο καλό αισθηματία φίλε, στο καλό... ‘ Αντε, εβίβα ρε παιδιά, ζωή σε λόγου μας (σ. 194).

Η σάτιρα, το χιούμορ και το κωμικό στοιχείο στο διήγημα είναι εμφανή αλλά και πειστικά.

Η «Απερίγραπτη συντριβή» (ΕΦ&ΕΑ, σ.129-142. φαίνεται ένα περίπλοκο διήγημα που εξετάζει τη σχέση μιας μητέρας με την κόρη της. Η μητέρα υπεραγαπά την κόρη της αλλά είναι αρκετά υπερήφανη να το δείχνει αυτό σ’ όλες τις περιπτώσεις που η κόρη το χρειάζεται. Εμφιλοχωρούν στις σχέσεις τους εμπόδια, μικροκαβγάδες, παρανοήσεις που εμποδίζουν την αδιατάρακτη επικοινωνία τους. Η κόρη είναι συχνά μπερδεμένη για το πώς αισθάνεται η μητέρα της και για το πώς αισθάνεται αυτή για τη μητέρα της, μολονότι είναι σίγουρη ότι την αγαπά και τη θαυμάζει για τις ικανότητές της και τον δυναμισμό της. ΄Εχουμε την εικόνα της μητέρας μέσα από τα μάτια της κόρης της αλλά και την εικόνα της μητέρας για την ίδια και την κόρη της μέσα από το Ημερολόγιό της που η κόρη της το ανακαλύπτει μόνο μετά το θάνατό της.
Υπάρχουν διάφορα ζητήματα ή συμβάντα που φέρνουν τις δυο γυναίκες κοντά ή ψυχολογικά τις απομακρύνουν προσωρινά..Υπάρχουν οι δυσάρεστες πτυχές αλλά και χαριτωμένα περιστατικά που αποκαλύπτουν στην κόρη τη ζεστή και εξωστρεφή πλευρά του χαρακτήρα της μητέρας της.

Στο «Τρακτέρ» (ΚΝ, σσ. 119-139), οι πρωταγωνιστές Βασίλης και Γιαννούλα είναι από τη Μακεδονία. Η συγγραφέας παρουσιάζει τη ζωή και τα βιώματα των μεταναστών και την τραγικότητα των χαμένων στόχων τους.
Ενώ αν είχαμε ένα τρακτέρ... αυτό θα έσκαβε, θα όργωνε, εμείς θα σπέρναμε και πόσο πιο εύκολη θάταν η ζωή μας. Με τι λεφτά όμως;
Κάπου εκεί, ανάμεσα στα τόσα αν και με τι, πάρθηκε η απόφαση να φύγουμε (για την Αυστραλία), για λίγο, μόνο για λίγο, τόσο όσο χρειάζόταν να μαζέψουμε λεφτά για ένα τρακτέρ... (σ. 120).

Ο λίγος καιρός γίνεται μετά τη μετανάστευση πολύς και η οικογένεια παλεύει με τις υπερωρίες, το χρέος του σπιτιού, το σχολείο του Γιαννάκη και τον καρκίνο της Γιαννούλας. Μετά το θάνατο της Γιαννούλας ο Βασίλης και ο Γιαννάκης επιστρέφουν στο χωριό και αγοράζουν το τρακτέρ που πια, λόγω της καταπάτησης των χτημάτων τους, τούς είναι άχρηστο. Επιστρέφουν και πάλι στην Αυστραλία αλλά όνειρα επιστροφής εξακολουθούν να κάνουν. Ο Γιαννάκης θέλει να μεγαλώσει το σπίτι, να φράξει τον κήπο του, όπως στην Αυστραλία και με την Αυστραλοιταλίδα γυναίκα του να τον φυτέψει και με σπόρια από τη Μελβούρνη:
Εγώ (ο Βασίλης)... θα καμαρώνω τα εγγονάκια, τον κήπο και το τρακτέρ μας, γιατί θα ‘ρχόμαστε, έτσι υπολογίζει (ο Γιαννάκης), τουλάχιστον κάθε δυο – τρία χρόνια...

Και το όνειρό σου, το όνειρό μας, θα το συνεχίσει το παιδί μας... (σ. 130).

Το «Στοιχειωμένο Γεφύρι» ΕΦ&ΕΑ (σσ. 195-205).αναφέρεται σ’ ένα ιστορικό γεγονός, σ’ ένα απ’ τα μεγαλύτερα εργατικά ατυχήματα της Μελβούρνης, την κατάρρευση της ανεγειρόμενης γέφυρας του West Gate στις 15 Οκτωβρίου του 1970. Αρκετοί έλληνες δούλευαν στο έργο εκείνο όπου 35 εργάτες έχασαν τη ζωή τους στο τραγικό δυστύχημα μεταξύ των οποίων τουλάχιστον και ένας έλληνας. Η συγγραφέας αναφέρεται στις απώλειες της τραγωδίας εκείνης με το συναρπαστικό αφηγηματικό της λόγο και τις παραλληλίζει με το θρύλο του γεφυριού της ΄Αρτας. Μόνο που η θυσία της γυναίκας του πρωτομάστορα φαντάζει παιχνιδάκι σε σύγκριση με τις θυσίες που απαιτούσε ο Μινώταυρος της γέφυρας του West Gate. Η συγγραφέας έχοντας ως άξονα τις μνήμες των απωλειών αναμιγνύει πολύ πετυχημένα την ιστορία του γεφυριού με τις «νύφες των καραβιών», με τους αγώνες των παροικιακών οικογενειών στα χρόνια μετά το 1950, με τα προβλήματα των σημερινών ηλικιωμένων, όλα αρμονικά συνδεδεμένα στο μύθο της ιστορίας της σε μια πειστική ατμόσφαιρα. Οι μνήμες ανακαλούνται μέσα από ένα ζεστό καθημερινό διάλογο και την παρεμβολή αφήγησης και περιγραφών κατά τις συζητήσεις των δυο συνομιλουσών γυναικών.

Τα διηγήματα της Διονυσίας Μούσουρα Τσουκαλά έχουν ρεαλιστικότητα και πειστικότητα. Η άνετη και παραστατική της γλώσσα διανθισμένη με το σπιρτόζικο χιούμορ της κρατά ζωηρό το ενδιαφέρον του αναγνώστη ως το τέλος της κάθε ιστορίας. Οι χαρακτήρες της είναι ζωντανοί, γίνονται γνώριμοι και παραμένουν στη μνήμη με τις ατυχίες τους, τα ελαττώματά τους, τις αδυναμίες τους, τις προσπάθειές τους. Τα διηγήματα της συγγραφέα χτίζουν γέφυρες και ενώνουν δυο πατρίδες με το πάθος της νοσταλγίας και τη δύναμη της εγκαρτέρησης. Ο Κραταιός Νόστος και το Εκ Φιόρε και εξ Αντιπόδων είναι δυο συλλογές εξαιρετικών διηγημάτων που έχουν δομή και ύφος και που αναπτύσσουν μια πειστική κάθε φορά ιστορία και ατμόσφαιρα.

Διονυσία Μούσουρα - Τσουκαλά
Μια ζακυνθινή ποιήτρια στην Μελβούρνη

Του Κυριάκου Αμανατίδη,
Νεοελληνιστή - Κριτικού


Τα σχόλιά μου για το ποιητικό έργο της Διονυσίας Μούσουρα – Τσουκαλά επικεντρώνονται στα ποιήματά της που περιλαμβάνονται στην Τετραλογία, ομαδική έκδοση με τον Γιάννη Λιάσκο, Άντρια Γαριβάλδη, και Γιάννη Κατσαρά, Εκδόσεις Ναυτίλος, Μελβούρνη 1996, και στην δίγλωσση ποιητική της συλλογή «Εν τη πόλει της Μελβούρνης», Εκδόσεις Τσώνη, Μελβούρνη 2007.
Πριν ασχοληθώ με την θεματολογία της ποίησης της Μούσουρα – Τσουκαλά, θα αναφερθώ στην τεχνοτροπία που χαρακτηρίζει την ποίησή της, η οποία έχει ζακυνθινές καταβολές.
Στην πλειονότητα των ποιημάτων της η Μούσουρα – Τσουκαλά παραμένει στον παραδοσιακό έμμετρο και ομοιοκατάληκτο στίχο, αν και με άνεση εκφράζεται και στον ελεύθερο στίχο της σύγχρονης ποίησης.
Το μέτρο, ο ρυθμός και η ομοιοκαταληξία είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της παραδοσιακής ποίησης.
Κυρίαρχο μέτρο στην ποίηση της Μούσουρα – Τσουκαλά είναι το ιαμβικό, στο οποίο κατά κανόνα, τονίζεται η δεύτερη από τις δύο συλλαβές.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του μέτρου είναι η ακόλουθη στροφή:
Ολόγυρά σου μοναξιά, σκοτάδι
γυμνώσανε τα δέντρα από πουλιά
βουλιάζει το γαλάζιο το φεγγάρι
με κάθε της βροχής σταλαγματιά.

(Ατέλειωτη Βροχή, «Τετραλογία»)

Το ιαμβικό μέτρο συνήθως χρησιμοποιείται σε λυρικά ποιήματα, δηλαδή σε ποιήματα που εκφράζουν τα υποκειμενικά συναισθήματα του ανθρώπου.
Σε κάποια της ποιήματα συναντάμε και το τροχαϊκό μέτρο, με τον τονισμό της πρώτης από τις δύο συλλαβές, δίνοντας στον στίχο πιο γρήγορο ρυθμό.
Στο ποίημα «Ζάκυνθος» το τροχαϊκό μέτρο δένεται οργανικά με το θέμα του, τονίζοντας το αίσθημα του δεσμού της ποιήτριας με την γενέτειρά της Ζάκυνθο. Με το να τονίζεται η πρώτη συλλαβή δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στο επιφώνημα «Ω», με το οποίο αρχίζουν οι δύο πρώτοι στίχοι, και το οποίο υποδηλώνει τον δεσμό της Μούσουρα – Τσουκαλά με το πολυαγαπημένο της νησί, το οποίο βρίσκεται στο επίκεντρο της ποίησής της.
Δίνω το ποίημα στην ολότητά του, γιατί το θεωρώ ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά πατριδολατρικά ποιήματα της συλλογής της «Εν τη πόλει της Μελβούρνης».
Επίσης, στο ποίημα αυτό συναντάμε, όπως θα δούμε, απόηχους από ποίημα ενός άλλου ζακυνθινού ποιητή, πράγμα που υποδηλώνει την διαχρονικότητα της μετρικής τεχνικής, αλλά και των θεματικών μοτίβων, της νεοελληνικής ποίησης.
Ζάκυνθος

Ω Πατρίδα μου φιλτάτη
Ω νησάκι μου μικρό
Στην καρδιά μου σε κρατάω
Φυλαχτό μου ιερό.

Κι αν στην ξένη γη η μοίρα
Μού ’γραψε να αναπαυτώ
Μία φούχτα μόνο χώμα,
Χώμα, μα Ζακυνθινό,

Να μυρίζει μπουγαρίνι
Τζαντζαμίνι και μυρτιά
Θά ’θελα μαζί να πάρω
Για στερνή παρηγοριά,

Η ψυχή να ξεγελιέται
Πως στο Τζάντε* τριγυρνά.
(Ζάκυνθος, «Εν τη πόλει της Μελβούρνης»)

Οι δύο πρώτοι στίχοι του παραπάνω ποιήματος παραπέμπουν στους δύο πρώτους στίχους, της πρώτης στροφής της Ωδής «Ο Φιλόπατρις», του πρώτου χρονολογικά μεγάλου ζακυνθινού ποιητή, Ανδρέα Κάλβου (1792-1869):
Ω φιλτάτη πατρίς,
Ω θαυμασία νήσος,
Ζάκυνθε· συ μου έδωκας
Την πνοήν και του Απόλλωνος
Τα χρυσά δώρα.

Με την παραπάνω αντιπαραβολή δεν θέλω να αφαιρέσω τίποτε από την πρωτοτυπία, και γνησιότητα του ποιήματος της Τσουκαλά.
Τα λογοτεχνικά έργα, και ιδίως τα έργα του έμμετρου λόγου, δεν δημιουργούνται στο κενό. Τα έργα της μιας περιόδου αποτελούν, κατά κάποιο τρόπο, συνέχεια και προέκταση των έργων της προηγούμενης, ιδιαίτερα στην τεχνοτροπία και στην μετρική, αλλά και στα κοινά σύμβολα και μοτίβα, παρά τις οποιεσδήποτε διαφοροποιήσεις.
Πιο ασυνήθιστο από το ιαμβικό και το τροχαϊκό μέτρο είναι το αναπαιστικό. Ο ανάπαιστος απαρτίζεται από τρεις συλλαβές, με τον τονισμό στην τρίτη.
Λίγοι είναι οι ποιητές που χρησιμοποίησαν τον ανάπαιστο. Είναι δύσκολο μέτρο, ο ρυθμός του αργός, και ο τόνος ελεγειακός, με άλλα λόγια θρηνητικός.
Κλασικό παράδειγμα αναπαιστικού μέτρου παραμένει το ποίημα του Διονύσιου Σολωμού «Η καταστροφή των Ψαρών».

Το ποίημα «Μπαλάντα για Σεπτέμβρη» της Μούσουρα - Τσουκαλά αποτελεί επιτυχημένο συνδυασμό μέτρου, ρυθμού και θέματος. Δίνω τις δύο πρώτες στροφές του:
«Στο μικρό το μουράγιο»
τραγουδούσε τ’ αγόρι,
στην βαθιά τη φωνή του
εριγούσεν η κόρη.

«Σου κουνώ το μαντήλι»
συνεχίζει εκείνο,
«η βαρκούλα σαλπάρει
και μονάχη σ’ αφήνω».
(Τετραλογία)

Όπως βλέπουμε, το μοτίβο της ξενιτιάς, με τον πόνο του χωρισμού από τα αγαπημένα πρόσωπα και την γενέθλια γη, δένεται φυσιολογικά με τον αργόσυρτο μελαγχολικό τόνο του αναπαιστικού μέτρου.
Δεν λείπουν και οι απόηχοι από τα δημοτικά μας τραγούδια από την ποίηση της Διονυσίας Μούσουρα -Τσουκαλά.
Ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος στίχος είναι το κύριο μετρικό χαρακτηριστικό των περισσότερων δημοτικών τραγουδιών, όπως παρατηρούμε στους ακόλουθους δύο στίχους:
Αχός βαρύς ακούεται, πολλά τουφέκια πέφτουν.
Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι;
(Της Δέσπως)

Ο δεκαπεντασύλλαβος στίχος χρησιμοποιήθηκε από πολλούς επώνυμους ποιητές, με τον Διονύσιο Σολωμό από τους πρώτους, και καλύτερους χρήστες του. Κάποιοι τον δεκαπεντασύλλαβο τον κόβουν σε δύο στίχους, ο πρώτος οκτασύλλαβος και ο δεύτερος επτασύλλαβος.
Αυτήν την τεχνοτροπία την παρατηρούμε και σε ποιήματα της Μούσουρα –Τσουκαλά. Η ακόλουθη στροφή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τεχνοτροπίας, η οποία συνεχίζει μεν την παράδοση της δημοτικής ποίησης, προσαρμοσμένη όμως στα σύγχρονα μετρικά δεδομένα, που προτιμούν τους ολιγοσύλλαβους στίχους:
Θυμάσαι εκείνη την ελιά
με τα πολλά τζιτζίκια
πού ’χε τα φύλλα τα σταχτιά
στους κλώνους τα σπουργίτια;

(Θύμηση, «Εν τη πόλει της Μελβούρνης»)

Ενωμένα τα τέσσερα ημιστίχια μάς δίνουν δύο δεκαπεντασύλλαβους στίχους:
Θυμάσαι εκείνη την ελιά, με τα πολλά τζιτζίκια,
πού ’χε τα φύλλα τα σταχτιά, στους κλώνους τα σπουργίτια;

Αναφέρθηκα, κάπως εκτενώς ομολογουμένως, στην μετρική της ποίησης της Μούσουρα –Τσουκαλά, γιατί τα πιο πολλά ποιήματά της αναφέρονται στην γενέτειρά της Ζάκυνθο, και διά μέσου αυτής συνδέονται με την μεγάλη ποιητική της παράδοση.
Η προσέγγισή μου στην ποίηση της Μούσουρα – Τσουκαλά στοχεύει να δείξει πως η θεματολογία της, σε μεγάλο βαθμό, έχει ως επίκεντρο την Ζάκυνθο, και η μετρική επένδυση των ποιημάτων της αντλεί τους ρυθμούς της από την πλούσια ποιητική παράδοση του νησιού της, και γενικότερα της Επτανησιακής Σχολής.
Σκυφτές ανεμώνες
«Σκυφτές ανεμώνες» είναι η ενότητα ποιημάτων, με τα οποία η Μούσουρα – Τσουκαλά συμμετείχε στην «Τετραλογία», με τρεις άλλους ομότεχνούς της από την Μελβούρνη.
Στο εισαγωγικό της σημείωμα η Μούσουρα – Τσουκαλά γράφει χαρακτηριστικά: «Σε ’σένα, που σαν της νιότης τους ανεκπλήρωτους έρωτες έγινες Μεγάλη Αγάπη, προσφέρω μια χούφτα της ψυχής ανεμώνες. Η λαχτάρα μου για ’σένα τις θέριεψε, μα η πικρία του χωρισμού τις έσκυψε».
Δύο είναι τα κύρια μοτίβα που συναντάμε στα περισσότερα ποιήματα αυτής της ενότητας: η νοσταλγία για την Ζάκυνθο και ο προσωπικός συναισθηματικός κόσμος της ποιήτριας.
Και στην μία και στην άλλη περίπτωση οι τόνοι είναι συγκρατημένοι και ήρεμοι. Η νοσταλγία για την ιδιαίτερη πατρίδα της δίνεται εικονοπλαστικά, γι’ αυτό παίρνει και μια οικουμενική διάσταση, αφού η εικόνα και το σύμβολο θα μπορούσαν εύκολα να βρουν απήχηση στον συναισθηματικό κόσμο και των άλλων.
Το πρώτο ποίημα της ενότητας αυτής, με τίτλο «Δεκέμβρης δίχως χιόνια», δημιουργεί το συναισθηματικό κλίμα, μέσα στο οποίο θα κινηθούν και τα υπόλοιπα 19 ποιήματα, και μας δίνει το κλειδί για να αποκωδικοποιήσουμε τον συμβολισμό της «Ανεμώνας» στην ποίηση της Μούσουρα - Τσουκαλά. Παραθέτω τις τρεις πρώτες στροφές, καθώς και την τελευταία, του ποιήματος.
Όταν γεμίζει η ματιά γκριζόχρωμη αυγή
και η σκέψη απαντοχή,
όταν ρομφαίες πέτρινες τρυπάνε την ψυχή
στην ξένη γη,

όταν βαριά η καρδιά απ’ ατέλειωτη σιγή
ψάχνει για προσμονή, τότε γυρίζει η ματιά μου
σε μέρη γνώριμα, δικά μου,
και προσπαθεί ν’ αγκιστρωθεί
την άπνοια του Δεκέμβρη να μη δει.

Τότε αργά, δειλά, οι θύμησες με παίρνουν
και στ’ ακρογιάλια της πατρίδας μου με φέρνουν,
στα χρόνια τα όμορφα τα παιδικά μου,
στου κάστρου μου του Βενετσιάνικου τις Ανεμώνες...

***
Αργά, αργά, ταξίδι και μνημόσυνο τελειώνει...
με φέρνει πίσω η γκριζόχρωμη αυγή,
ακόμα δε το δέχτηκες ψυχή,
πως θά ’σαι εδώ χωρίς καντήλι και κερί...

Η νοσταλγία της γενέθλιας γης είναι διάχυτη σε ολόκληρο το ποίημα, το οποίο αποτελεί μια αναδρομή στο παρελθόν, κυριαρχημένη από παιδικές μνήμες και αισθήματα αβάσταχτης νοσταλγίας.
Οι ανεμώνες στην ποίηση της Μούσουρα – Τσουκαλά δεν είναι ένα απλό λουλούδι, παρά σύμβολο ομορφιάς, αλλά και δεσμού με τα βιώματα των παιδικών της χρόνων στην αγαπημένη της Ζάκυνθο, και ιδιαίτερα στην Πόχαλη, τον ιδιαίτερο τόπο που μεγάλωσε, η οποία μνημονεύεται σε πολλά ποιήματά της.

Με το ποίημα «Θλίψη» κλείνει η θεματική ενότητα «Σκυφτές ανεμώνες».
Πλησιάζει η ώρα να φύγω,
ζυγώνει η στιγμή του χωρισμού.
Ψάχνω να βρω τι να σου στείλω
σ’ ανάμνηση του τότε, μιας ζωής καημού.

Μήνυμα, ίσως, στο αγέρι, στη βροχή,
θα εμπιστευτώ, κοντά σου να το φέρουν,
για να σου πει θλιμμένη πόσο είν’ η ψυχή
και η καρδιά καθώς για πάντα φεύγουν.

Να σου χαρίσω θέλω δώρο ακριβό,
να το κρατάς και να θυμάσαι πως υπήρξα,
μα όσο κι αν έψαξα δεν μπόρεσα να βρω,
γι’ αυτό,
σου στέλνω Ανεμώνα, τη στερνή πνοή,
γεμάτη πίκρα, να σου θυμίζει,
κι εκεί ακόμα, σ’ αγαπώ.

Η ασάφεια σε αυτό το ποίημα δημιουργεί κλίμα αβεβαιότητας ως προς το αντικείμενο της θλίψης, επιτρέποντας τις διάφορες εκδοχές, ανάλογα με την δεκτικότητα και την συναισθηματική διάθεση του αναγνώστη.
Το κλείσιμο πάντως δεν αφήνει αμφιβολία πως η ανεμώνα είναι το σύμβολο, αλλά και ο δεσμός, της αποστασιοποιημένης αγάπης.

Εν τη πόλει της Μελβούρνης

Τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής «Εν τη πόλει της Μελβούρνης» αναφέρονται, άμεσα ή έμμεσα, στο αγαπημένο νησί της Μούσουρα – Τσουκαλά Ζάκυνθο.
Τα δύο πρώτα ποιήματα της συλλογής, «Τση Ζάκυθος» και «Νοβιτές» (νέα, ειδήσεις), δεν τα χαρακτηρίζει μόνο η «ζακυνθοκεντρική» θεματολογία τους. Είναι και το γλωσσικό ζακυνθινό ιδίωμα που τονίζει την ακατάλυτη σχέση της ποιήτριας με την γενέτειρά της.
Τα ποιήματα αυτά αναφέρονται στις αέναες προσπάθειες της Μούσουρα – Τσουκαλά να δημιουργήσει στο σπίτι της στην Μελβούρνη περιβάλλον οικείο με εκείνο της Πόχαλης, φυτεύοντας λουλούδια που ευδοκιμούν στον τόπος της. Όμως, στο ποίημα «Τση Ζάκυθος» διαπιστώνει πως:
Τα μπουμπουκάκια για να βγουν
καμπάνας θέλουνε αχό
απ’ το καμπαναριό τ’ Αγίου
τση Κυριακής το πρωινό.

Θέλουν σεργιάνι Πόχαλης
και κανταδόρους τσι νυχτιές,
τσι ρούγες τση να τριγυρνούν,
να τραγουδούν στσι κοπελιές.

Στο δεύτερο ποίημα, με τίτλο «Νοβιτές», γίνεται το θαύμα. Μετά από εννέα χρόνια, η «Γατζία» που είχε φυτρώσει στον κήπο της, από σπόρο που έφερε από την Ζάκυνθο, «έβγαλε φιόρο*»! Ενθουσιασμένη, εκστασιασμένη μάλλον, η Μούσουρα – Τσουκαλά, καλεί τους συντοπίτες της να δουν το θαύμα:
Ζακυνθινοί μου χωρικοί,
και χωραΐτες ούλοι,
ακούστε τι εγίνηκε
στην πόλη τη Μελβούρνη.

Εκείνη η Μποχαλιώτισα
που ζει στην ... Αυστραλία
κατάφερε να γκαινιαστεί*
το Κήλορ Ηστ, Γατζία*.

Το θαύμα δεν σταματάει στο άνθισμα της γαζίας. Με το να μαζευτούν οι Ζακυνθινοί να δουν το θαύμα ξαναέσμιξαν, ξεπερνώντας τις παλιές τις διχόνοιες τους.
Ο συμβολισμός είναι εμφανής: η κοινή καταγωγή, τα κοινά έθιμα, γίνονται πόλος έλξης για τους ομογενείς της αλλοδαπής. Όπως λέει η ποιήτρια, μια μικρή Γατζία:
κατόρθωσε και ένωσε
στη μακρινή Αυστραλία
του Τζάντε* τη φατρία.

Μια πρωτοτυπία στην σύλληψη, και καινοτομία στην εκτέλεση, χαρακτηρίζει το ποίημα «Μετανάστριες», το οποίο απεικονίζει μια άλλη διάσταση της ξενιτιάς. Εδώ η Μούσουρα - Τσουκαλά αποστασιοποιείται από τα πρόσωπα του ποιήματος, δίνοντας έτσι μια αντικειμενικότητα στην περιγραφή τους, και στις μεταπτώσεις του ψυχισμού τους που παρατηρεί.
Μάτια θαμπά, θλιμμένα,
κορμιά σκυφτά.
Πρόσωπα απ’ τον πόνο χαραγμένα,
βαμμένα κόκκινα, μαύρα μαλλιά,
και στην ψυχή,
όνειρα χίλια μαραμένα.

Όμως
όλα δεν πήγανε χαμένα,
η ελπίδα Ζει.
Απ’ όλες μια, εγγόνι
στην ποδιά κρατεί.
Σαν το κοιτάζει, του μιλεί,
σαν το γλυκοφιλεί,
τριαντάφυλλα ανθίζουν στην μορφή,
κι η νιότη ξαναζεί.
Στο ποίημα αυτό κυρίαρχο στοιχείο είναι η εικόνα. Ο πόνος και το συναίσθημα της απώλειας της οντότητας και ταυτότητας της μετανάστριας δίνονται εξωτερικά, με την χρήση απλών, και όμως πειστικών συμβόλων.
Ο λόγος εδώ είναι ελλειπτικός, σαν πινελιές ενός ζωγραφικού πίνακα με διάφορες αποχρώσεις, έτσι που οι αναγνώστες του ποιήματος να είναι σε θέση να δώσουν τις οποιεσδήποτε δικές τους προεκτάσεις, σύμφωνα με τις προσωπικές τους εμπειρίες, αλλά και ευαισθησίες.
Το εγγόνι γίνεται ο συνδετικός κρίκος του εκεί με το εδώ, του ονείρου με την πραγματικότητα, της μιας με την άλλη ταυτότητα, αλλά και η προέκταση στο μέλλον, και έτσι η ζωή ξαναβρίσκει το νόημα και την ροή της, με την νέα γενιά να διαδέχεται την παλιά, όπως η άνοιξη τον χειμώνα.
Τα συναισθήματα της γιαγιάς εκφράζονται παραστατικά μέσα από την αλληγορία του στίχου «τριαντάφυλλα ανθίζουν στην μορφή», αντί να δοθούν περιγραφικά, τονίζοντας την εικονιστική απόδοση των συναισθηματικών αλλαγών.

«Έπεα Πτερόεντα» είναι μια σειρά από επιγραμματικά και στοχαστικά ποιήματα, αποστάγματα σκέψης και ενόρασης.
Στο ακόλουθο επίγραμμα η πυκνότητα του στοχασμού συνυπάρχει αβίαστα με το ηθοπλαστικό μήνυμα, την εκφραστική λιτότητα, και τον λυρισμό του μέτρου:
Δόξες αν θέλεις στη ζωή
κι όλοι να σε τιμούνε,
πάνω από απ’ όλα «άνθρωπο»
φρόντισε να σε πούνε.

Η φιλοσοφημένη παρατήρηση, η αποφθεγματική μορφή, και ο ρυθμός που δημιουργούν οι ιαμβικοί οκτασύλλαβοι και επτασύλλαβοι στίχοι, χαρακτηρίζουν το επόμενο επίγραμμα, που διατυπώνει μια μεγάλη αλήθεια:
Του λουλουδιού την ευωδιά,
που δίπλα σου το έχεις,
με τον καιρό την συνηθάς
κι άλλο δεν την προσέχεις.

Και ένα επίγραμμα – συμβουλή για αυτοέλεγχο, για συγκρατημό της ενστικτώδους αντίδρασης, στις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας, αποτελεί το ακόλουθο τετράστιχο:
Ζωή σ’ ευχαριστώ που μ’ έμαθες
να περιμένω να περνάει η μπόρα.
Έτσι, τα φουρτουνιασμένα μου
γράμματα μένουν πάντα ανεπίδοτα.
Η Μούσουρα – Τσουκαλά δεν επιδιώκει νεωτερισμούς, δεν προβαίνει σε επιδείξεις και εκζητήσεις. Η ποίησή της είναι αδρή, χωρίς επιτήδευση, με έντονο προβληματισμό, με έναν εξομολογητικό, κουβεντιαστό τόνο, και την διακρίνει μια αμεσότητα, που δεν αφήνει αδιάφορο τον αναγνώστη.
Οι μνήμες, οι θύμησες και η νοσταλγία από τη μια, και τα αισθήματα, τα οράματα, τα όνειρα και οι προσδοκίες από την άλλη, αποτελούν τους βασικούς άξονες, γύρω από τους οποίους περιστρέφεται ο ποιητικός της λόγος.
Η νοσταλγία, όσο και αν αυτή διαχέει πολλά ποιήματά της, για την Μούσουρα – Τσουκαλά δεν γίνεται αφορμή για απόρριψη του παρόντος, και αναζήτηση της ευτυχίας στην αναβίωση του παρελθόντος. Μάλλον θα έλεγα πως την νοσταλγία για τον απόδημο Έλληνα την βλέπει ως μια ανανεωτική ενέργεια, για να αντλεί από τις αναπολήσεις του παρελθόντος δύναμη, έτσι ώστε να είναι σε θέση, όταν το καλεί η περίσταση, να διαβαίνει αλώβητος τις συμπληγάδες, που κάθε τόσο του στήνει εμπρός του η ζωή στην ξενιτιά.
Η νοσταλγία, μορφή οδύνης – το δεύτερο συνθετικό «άλγος» σημαίνει ψυχικό πόνο - ωθεί τον πνευματικό άνθρωπο σε μια νέα θεώρηση της ζωής, και τον φέρνει πιο κοντά στον συνάνθρωπό του, μέσα από το λογοτεχνικό του έργο, έμμετρο ή πεζό είναι αυτό.
Καθώς τα βιώματα της Μούσουρα – Τσουκαλά συναντώνται, σε διάφορες παραλλαγές, στους περισσότερους από τους Έλληνες της Διασποράς, η ποιητική τους μετουσίωση έρχεται σαν διαπίστωση πως κάποιες στιγμές από την ζωή μας στην γενέτειρα μένουν μετέωρες στην μνήμη μας, για να ενεργοποιηθούν από διάφορα περιστατικά, και να μας επανασυνδέσουν με το απόμακρο, αλλά όχι απολησμονημένο, παρελθόν. Έτσι επέρχεται το αναβάπτισμα στα νάματα της πατρώας γης.
Η Τέχνη, όποιο μέσο και αν χρησιμοποιεί – τον λόγο, τον ήχο, το χρώμα ή το σχήμα – έχει επικοινωνιακό, και για τον λόγο αυτό, κοινωνικό ρόλο. Στον βαθμό που ο αναγνώστης του ποιητικού έργου της Διονυσίας Μούσουρα – Τσουκαλά γίνεται κοινωνός των συναισθημάτων και αναπολήσεων που περιέχει, η νοσταλγία, που είναι το κύριο μοτίβο του έργου της, με το να αντιμάχεται την λήθη, αναζωπυρώνει την μνήμη, και διά μέσου αυτής αναζωογονεί τις ενθυμήσεις, που μας κρατούν κοντά στις ρίζες μας.


*Τζάντε = Ζάκυνθος.
*Φιόρο = Άνθος. Οι Ενετοί είχαν ονομάσει την Ζάκυνθο «Φιόρο του Λεβάντε = Άνθος της Ανατολής
*Γκαινιάζομαι = Αποκτώ.
*Γατζία = Γαζία.


Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά

Της Νίκης Βλαχάκη-Ιλιοπούλου,
Ψυχολόγου


Συνάντησα τη Διονυσία ή Σούλα όπως την αποκαλώ εγώ και τα πολύ φιλικά της άτομα, ένα χειμωνιάτικο πρωινό, πριν 11 χρόνια, στην Βορειοδυτική Υπηρεσία Ψυχιατρικής Υγείας, στο Μπράνσγουικ της Μελβούρνης.
Φορούσε έναν σκούφο που καθόταν κάπως αστεία στο κεφάλι της και ήταν πυρ και μανία με τον παθολόγο της που αρνιόταν να δεχτεί ότι το πρόβλημα με τον πόνο στο λαιμό/κεφάλι της, ήταν ψύξη
Αφού συστηθήκαμε, εγώ σαν δίγλωσση Ψυχολόγος που θα δούλευα επί το πλείστον με τους Έλληνες πελάτες της Κλινικής και η Σούλα σαν Ελληνίδα Διερμηνέας με χρόνια εμπειρίας στον Ψυχιατρικό τομέα, με πληροφόρησε σχεδόν αστραπιαία ότι, για να μπορέσω να λειτουργήσω σωστά στο ρόλο μου ως Ψυχολόγος, είναι αναγκαίο να χρησιμοποιώ τους Έλληνες Διερμηνείς στη συνεργασία μου με το υπόλοιπο προσωπικό της Κλινικής, Ψυχιάτρους, Νοσοκόμες, κλπ.
Αυτό ήταν το πρώτο μάθημα που θα μάθαινα από τη Σούλα.
Αυτό που μου έκανε μεγάλη εντύπωση ήταν η αμεσότητα με την οποία η Σούλα εκφραζόταν. Καθώς την κοίταζα έβλεπα μπροστά μου μια ώριμη γυναίκα, σχεδόν διαχρονική, και αυτό το λέω γιατί είχε κάτι το τρομερά νεανικό επάνω της, που δεν μπορούσα να προσδιορίσω.
Ίσως, η ικανότητά της να επικοινωνεί και να δένεται τόσο αποτελεσματικά με ανθρώπους όλων των ηλικιών, μορφωμένων και μη, ασθενών ή όχι, με έναν τρόπο αυθεντικό, σεβαστικό, γλυκό, χιουμοριστικό και πάνω από όλα, ανθρώπινο. Την παρατηρούσα να μάθω πώς το κάνει, ποιό είναι το μυστικό της επιτυχίας της. Καθώς περνούσε ο καιρός, συνειδητοποίησα ότι η Σούλα ήταν ένας από αυτούς τους ανθρώπους που ονομάζουμε χαρισματικούς, ένας μοναδικός, έξυπνος, αξιαγάπητος άνθρωπος με τρομερή δημιουργικότητα και αγάπη για τη ζωή...
Η παρουσία της Σούλας, για όσους τη συναντήσουν, θα συμφωνήσουν, ότι είναι επιβλητική με τη θετική έννοια. Η χροιά της φωνής της, το χαμόγελο της, η φυσική παρουσία της, ο τρόπος που κερδίζει την προσοχή του κοινού, (όπως είχα παρατηρήσει πολλές φορές από τις παρουσιάσεις της), η εξυπνάδα της, είναι μερικά από τα χαρίσματα που την κάνουν και ξεχωρίζει αμέσως.
Στο ρόλο της σαν Διερμηνέας, δεν έχω συναντήσει καλύτερη. Αυτό που την ξεχωρίζει από τους άλλους δεν είναι μόνο το καθήκον και η αγάπη για τη δουλειά της, αλλά και η τρομερή ικανότητα της να μεταφράζει πολύπλοκες συνομιλίες μεταξύ πελατών και Ψυχιατρικού προσωπικού και να μπορεί να μεταδίδει το συναίσθημα του πελάτη της ακόμα και αυτών που είναι πολύ ψυχικά τραυματισμένοι.
Έχει καταφέρει μιαν υπέροχη ισορροπία μεταξύ επαγγελματικότητας και ανθρωπιάς.
Έχει το θάρρος να συνηγορεί εκ μέρους των πελατών της, όταν το κρίνει σκόπιμο, με Ψυχιάτρους και άλλους Υψηλόβαθμους Επαγγελματίες και να τους εκπαιδεύει ή να φέρνει στην προσοχή τους τις ιδιαιτερότητες της Ελληνικής κουλτούρας και ψυχής.
Οι πελάτες νιώθουν ασφαλείς στα χέρια της Σούλας και πιστεύω ότι για πολλούς ασθενείς η παρουσία της Σούλας στις συναντήσεις τους με το Ψυχιατρικό προσωπικό είναι έως και θεραπευτική. Αλλά και οι επαγγελματίες που δουλεύουν μαζί της, εκφράζουν, επίσης, ότι νιώθουν ασφαλείς όταν Διερμηνέας είναι η Σούλα.
Η σχέση μου με τη Σούλα, καθώς περνούσε ο καιρός, προχώρησε από επαγγελματική σε φιλική κι αυτό μου έδωσε τη δυνατότητα να γνωρίσω σιγά-σιγά και άλλες πτυχές της προσωπικότητας της.
Η Σούλα έχει αποφασίσει και καταφέρει σε μεγάλο βαθμό να μην παίρνει ούτε τον εαυτό της ούτε τους άλλους πολύ στα σοβαρά. Μπορεί να διακωμωδεί τις καθημερινές αντιξοότητες που συναντά στη προσωπική ζωή της και να κερδίζει νέα πνοή ζωής μέσα από τη δημιουργικότητα της.
Γιατί δημιουργικότητα και Σούλα, είναι δύο έννοιες που ταυτίζονται.
Είτε ετοιμάζει το καινούριο της βιβλίο, είτε σχεδιάζει/ράβει το καινούριο της φόρεμα, είτε μαγειρεύει γεύμα για την οικογένεια της, η Σούλα δημιουργεί.
Η Σούλα είναι ένας άνθρωπος τρομερά δοτικός σε όσους την γνωρίζουν.
Στους πολλαπλούς ρόλους της, αυτόν της Διερμηνέας, Συγγραφέα, συζύγου, μάνας, γιαγιάς, συναδέλφου, φίλης, η Σούλα είναι αναντικατάστατη
Είναι τιμή μου λοιπόν, Σούλα, να σε αποκαλώ φίλη και συνάδελφο και σου εύχομαι κάθε χαρά και επιτυχία στο μέλλον.


Η Διονυσία της Ζακύνθου - Η Διονυσία της Μελβούρνης



Της Παρασκευής Δέντσα-ΤσίγκαςΚοινωνικής Λειτουργού, Κουκλοπαίχτριας




Πρώτη εντύπωσηΜάρτιος 2001. Κοσμοσυρροή σε παροικιακή εκδήλωση. Γυναικεία χαρούμενα κελαρύσματα πίσω μου. Γύρισα να δω, στο πρόσωπο μιας γυναικείας φιγούρας μια ανοιξιάτικη Ελλαδίτικη νότα δροσιάς. Ανέμελο χαμόγελο και αισιόδοξες ανταύγειες ζωής αντανακλούσε η παρουσία της. Τα μαλλιά της, τα χρώματα που φορούσε, το γέλιο της. Μια ανέλπιδη έκπληξη. Σε λίγο την ακούω να απαγγέλλει σε τόνο ζωντανό και μοναδικό, τους υπέροχους στίχους που άγγιξαν την γυναίκα μέσα μου και μου μετέδωσε την αισιοδοξία της, όπως και σε όλο το ακροατήριο:
...............................................................
.................................................

Δεύτερη εντύπωση
Λίγο αργότερα σε επαγγελματική συνεργασία, γνωρίζω την Επιμορφωτική Σύμβουλο του Καρκινικού Οργανισμού. Έγραψα τότε στα σχόλιά μου:
«Η παρουσιάστρια γνωρίζει πολύ καλά το ακροατήριό της, το επίπεδο των γνώσεων και των αναγκών τους και βεβαίως διαθέτει έναν άριστο τρόπο να προσαρμόζει την ομιλία της και να επικοινωνεί στη γλώσσα τους».
Συνεχίζουμε σε μια χρόνια σταθερή συνεργασία με την διερμηνέα - Διονυσία. Εκεί επίσης αναδεικνύεται η επαγγελματίας και ο άνθρωπος. Διαθέτει απόλυτη επαγγελματική συνείδηση, που ‘’ ο άνθρωπος ’’ μέσα της επενδύει και η δουλειά της γίνεται χωρίς καμιά προσποίηση, χωρίς επιτήδευση. Ό,τι γίνεται κυλάει απόλυτα φυσικά, αυθόρμητα και αληθινά, σαν χωρίς κόπο. Όταν αναφέρεται στη δουλειά της, μπορείς να διακρίνεις τον σεβασμό και την παραδοχή που τρέφει προς τους πελάτες της, όπως επίσης την τήρηση του απορρήτου τους σαν ιερό μυστικό. Και βεβαίως η Ελληνίδα Σούλα, είναι μια ‘’ Εγγλέζα ’’ στα ραντεβού της.

Η εδραίωση
..................από τις ώρες εξομολόγησης της μικρής μας συντροφιάς, η Σούλα καταγράφει στο μυαλό και την καρδιά της, τις εμπειρίες μας και εμπνέεται. Σε λίγο διάστημα με επισκέπται και μου διαβάζει ένα υπέροχο διήγημα και ζητάει την άδεια να το εκδώσει στην συλλογή της. Οι συγκινήσεις ήταν απερίγραπτες. Οι προεκτάσεις της ‘’ συγγραφικής της φαντασίας ’’, που θα λέγαμε ότι η ίδια έδωσε στο γραπτό της, ανταποκρινόταν απόλυτα στην πραγματικότητα, η οποία όμως δεν ειπώθηκε στην παρέα μας και η ίδια δεν άκουσε ποτέ, όμως τις κατέγραψε. Η Σούλα, ήταν άλλη μια έκπληξη και αποκάλυψη για μένα. Οι ευαίσθητες χορδές της 5ης της αίσθησης άγγιξαν για πάντα τις δικές μου. Κλάψαμε και οι δύο από συγκίνηση. Και αυτά τα δάκρυα, εδραίωσαν μια αληθινή σχέση εκτίμησης και φιλίας ανάμεσά μας.

O άνθρωπος
Είμαι σίγουρη ότι κάπως έτσι έχει εδραιώσει τις φιλίες της η Σούλα και κέρδισε με ‘’ το σπαθί της ’’ , την αγάπη και εκτίμηση τόσων εκλεκτών φίλων και συνεργατών στη ζωή της. .................κι έτσι με τα χρόνια, σταδιακά και σταθερά γνωρίζοντας την προσωπικότητα της Διονυσίας, θα μπορούσα να πω, αλλά και η ίδια για τον εαυτό της, περήφανα και χωρίς αναστολές, ότι σαν άνθρωπος, γυναίκα, επαγγελματίας, μητέρα, σύζυγος, μετανάστρια, καλλιτέχνης-συγγραφέας έδωσε τον καλύτερο εαυτό της και ανταποκρίθηκε ολόκληρη στη ζωή της στη καθημερινότητα, στις απαιτήσεις, την προσωπική της ανέλιξη, στα ωραία και τα ιδεώδη, πετυχημένο και χρηστό μέλος της κοινωνίας μας.

.........ότι σαν άνθρωπος διαθέτει την ικανότητα,
* να εξαντλεί την υπομονή στην αγάπη και την καρτερία,
* να εξερευνά την αναζήτησή της, σε καινούριες περιοχές γνώσης, εμπειρίας και ζωής.
* να καλλιεργεί τον μέσα άνθρωπο και να εξελίσσει το πνεύμα, την ψυχή, τη σοφία, τη συγχώρεση και την αγάπη, ακατάπαυστα.
* σαν καλή μητέρα, ξέρει να αφιερώνει τον εαυτό της στην οικογένειά της. Τα παιδιά και τα εγγόνια της, πολύτιμη επένδυση ζωής.
* σαν γνήσια Ελληνίδα, σέβεται, προάγει, διατηρεί και ανακινεί την ελληνικότητά και την κουλτούρα της, αφιερώνοντας τον χρόνο και την καρδιά της σε αυτό, μέσα από το συγγραφικό της έργο και την καθημερινή της βίωση.
ΕπίλογοςΗ προσωπικότητα της Σούλας, σου μεταδίδει μια άλλη άποψη ζωής, αυτή του αισιόδοξου μαχητή της ζωής και της καθημερινότητας με τις αξιώσεις της.
Αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση.
Αν η Διονυσία ήταν ένα δένδρο, θα είχε βαθιές ρίζες, γερό κορμό, πυκνό δροσερό φύλλωμα και πλούσιους καρπούς.


Dionysia Mousoura-Tsoukala - 29-May-08


Μayio Konidaris-Kozirakis,
Social Worker, Family Therapist


Sometimes in our working lives there are those people that we don’t just work with, they are our mentors our friends… AND sometimes play a part in our lives similar to what our mother or father would (and sometimes even MORE) - Soula played that role for me! It was at the beginning of my social work career starting off as a young graduate in my mid 20’s and becoming a part of one of Melbourne’s largest psychiatric institutions at that time. I remember Soula ‘seeking me out’ after hearing about this new social worker from Greek background that had just joined the SW department (unlike now where mental health interpreters are privately contracted and are freelance, back then they resided within the SW department). Soula, was interested in me and my life, love and relationships, as a young woman struggling with issues of cultural identity, trying to adapt into the professional realm. I would turn to her for advice and soon she became my confidante influencing major turning points in my life! I have been privileged with Soula’s friendship, a woman so caring, insightful and talented in all that she does! No doubt, our ‘Greekness’ also connected us, but to later discover that we have a similar heritage originating from the ‘Eptanissa’ (group of 7 Greek Islands in the Ionian Sea) – me being a second-generation migrant and my parents’ first generation.

As I began working with Soula in her role as Greek interpreter within the mental health field, I learnt quickly what constitutes ‘good interpreting’ and the significant implicationsthis has on ‘therapeutic alliance’. During times when my own therapeutic relationship was compromised, due to sharing the same cultural background with clients and families, Soula’s gift of rapport with them would assist to alleviate such points of tension in the therapeutic context. Soulas’ instinctive qualities and professionalism would enable her to utilise an appropriate voice tone, one that would diffuse and settle a highly irritable and acutely psychotic client caught up in the conflict of denial of their diagnosis and the need for psychiatric treatment. Dionysia (Soula) Moussoura-Tsoukala, I am eternally grateful to you for your interpreting excellence and support, and your unique ability to facilitate communication in highly complex matters impacting Greek clients and their families.
I highly value all that I have learnt from you and more….THANK YOU!

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email