© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

Οι χρησμοί και οι αυλικοί της τρέλας

Γράφει ο ΠΑΥΛΟΣ ΦΟΥΡΝΟΓΕΡΑΚΗΣ

Πού να κρύφτηκε το ελληνικό ταμπεραμέντο, το μεσογειακό χαμόγελο της λαμπρότητας του ήλιου και της γαλάζιας θάλασσάς μας, που καθρεφτίζει του ουρανού τ΄ άστρα και κάνει τους κανταδόρους να ευφραίνουν το σύμπαν; Κατσούφηδες και σκεπτικοί καταντήσαμε, σαν να βγήκαμε από την υπόγεια σπηλιά του Τροφωνίου. Αγέλαστοι, λέγεται, ότι μέναν για όλη τους τη ζωή όσοι βγαίναν από εκεί, όπου τη νύχτα δίνονταν χρησμοί μέσα σε τρομαχτικές τελετές. Πώς αλλιώς μπορούμε να είμαστε κι εμείς, σήμερα, παρά βαριά θλιμμένοι, με τους χρησμούς που ακούμε για όσα πρόκειται να μας συμβούν;


Για την ιστορική γνώση, ο Τροφώνιος* λατρεύτηκε στη Λιβαδειά ως μαντικός και χθόνιος θεός. Όποιος ήθελε να πάρει χρησμό απομονωνόταν σε ένα οίκημα μέσα στο τέμενός του και καθαιρόταν με την αποχή από τα θερμά λουτρά και τη διατροφή με κρέας θυσιασμένου κριού. Στη συνέχεια, ο χρηστηριαζόμενος λουζόταν στην Έρκυνα, αλειφόταν με λάδι και δύο ιερείς τον οδηγούσαν στις πηγές της Λήθης και της Μνημοσύνης. Από μια πλατφόρμα κατέβαινε σε χάσμα γης, όπου στο βάθος υπήρχε μια τρύπα χαμηλά στο έδαφος, μέσα από την οποία περνούσε ξαπλωμένος ανάσκελα κρατώντας στα χέρια του γλυκίσματα. Στο άδυτο αυτό παρέμενε μέχρι ν΄ ακούσει ή να δει από το Θεό τα μελλούμενα και ακολούθως, περνώντας πάλι από την τρύπα, έβγαινε στην επιφάνεια της γης. Τον παραλάμβαναν οι ιερείς, οι οποίοι, αφού άκουγαν τι είχε συμβεί, του έδιναν τις ερμηνείες των χρησμών και τον υποχρέωναν να αφιερώσει μια πινακίδα στον Τροφώνιο όπου αναγράφονταν όσα είχε ακούσει.

Μοιάζουμε να ’μαστε στο χάσμα του αδιεξόδου μ΄ ένα τρομαχτικά δυσοίωνο μέλλον, από όπου οι ιερείς της οικονομίας, της πολιτικής και της δημοσιογραφίας κλέψαν την ελπίδα μας με το μαντικό τους σαδισμό. Και σε ποιον να παραδώσουμε τώρα τις πινακίδες της οικονομικής μας κατάρρευσης;

Μήπως να καταφύγουμε στην Τρέλα, να γίνουμε οι αυλικοί της, μιας κι εκείνη μόνον κατορθώνει ν΄ απλώνει την αυτοκρατορία της ως και πάνω στους ίδιους «τους αυτοκράτορες», όπως ισχυρίζεται ό Έρασμος στο περίφημο έργο του (15ος αι.) «Μωρίας εγκώμιον»; Ή μήπως είναι αποτέλεσμα της τρέλας το κατάντημά μας; Ήταν ψόγος ή έπαινος η ρήση του μακαρίτη του Κ. Καραμανλή ότι «Η Ελλάς αποτελεί ένα απέραντο φρενοκομείον»;

«Κόρη του Πλούτου και της Ήβης η Τρέλα, (κατά τον Έρασμο) γεννήθηκε στα νησιά των Μακάρων, όπου όλα βλασταίνουν δίχως να σπείρεις και να οργώσεις. Απ΄ όλες τις μεριές ευφραίνει τα μάτια σου και τα ρουθούνια σου το χρυσό σκόρδο, η πανάκεια, το λησμοβότανο, η μαντζουράνα, η αμβροσία, ο λωτός, το ρόδο, ο υάκινθος, όλος ο κήπος του Άδωνι. Δυο τρισχαριτωμένες νύμφες τής δώσαν να βυζάξει, η Μέθη , η κόρη του Βάκχου, κι η Απαιδευσιά, η κόρη του Πάνα. Μέσα στη συντροφιά των αυλικών της υπάρχουν κι άλλες που αυξάνουν τη δύναμή της και την υπηρετούν πιστά: η Φιλαυτία, η Κολακεία, η Λήθη, η Μισοπονία (δηλαδή η Τεμπελιά), η Ηδονή η Άνοια, η Τρυφή κι εκεί πιο πέρα πώς ξεχωρίζουν οι δύο θεοί: ο ένας λέγεται Καλοφαγίας κι ο άλλος Υπναράς.

Για τον καθένα μας υπάρχει ένας ή και περισσότεροι ρόλοι από τους αυλικούς της Τρέλας που μπορεί να του ταιριάζει για ν΄ αντέξει μα κυρίως για να χαρεί τούτη την πρόσκαιρη ζωή του. Υπάρχουν όμως κι οι αυλικοί εκείνης της Τρέλας που αψηφά τους κινδύνους όταν έχει να υπερασπιστεί αγαθά και αξίες που στέκονται πάνω και από την ίδια του τη ζωή. Ποιοι άλλοι παρά μόνο οι αυλικοί αυτής της Τρέλας θα μπορέσουν να χλευάσουν την καπιταλιστική κρίση και τους χρησμούς της; Μα και ποιοι άλλοι μπορούν να τα βάλουν μ΄ αυτό το ανελέητο οικονομικό σύστημα παρά μόνο οι τρελαμένοι αγωνιστές; Τέτοιοι δεν ήταν κι οι αγωνιστές του Εικοσιένα (400 χρόνια συμπληρώθηκαν φέτος από τότε που οι Τούρκοι έγδαραν ζωντανό τον μητροπολίτη Τρίκκης Διονύσιο Φιλόσοφο στα Γιάννινα καταπνίγοντας στο αίμα το «παρανοϊκό» επαναστατικό του κίνημα…) ή εκείνοι που αντιστάθηκαν στο φασισμό και το ναζισμό του προηγούμενου αιώνα;

Φαίνεται σοφός ο στίχος, που σε μια διαφορετική περίπτωση τραγουδά «χαμογέλα, η ζωή είναι μια τρέλα». Δικαίως ο Έρασμος την εγκωμιάζει κι εμείς ας ζητωκραυγάσουμε την ενθρόνισή της στο ψηλότερο βάθρο τούτη τη δύσκολη στιγμή. Ίσως, έτσι, ξαναβρεθούμε στο ύψος μας και κρατήσουμε γερά τις ασπίδες της άμυνάς μας ενάντια στην οικονομική λαίλαπα που καταβροχθίζει τα αιματοβαμμένα δικαιώματά μας…


* Το ιερό του βρισκόταν στην αριστερή όχθη του ρέματος της Έρκυνας. Μέσα στο άλσος υπήρχε ναός του με λατρευτικό άγαλμα, έργο του Πραξιτέλη, ενώ το μαντικό ιερό του εντοπίστηκε και ανασκάφηκε στο όρος του Προφήτη Ηλία. Η φήμη του άρχισε να απλώνεται από τον 6ο αι.π.Χ. και έπαψε να χρησμοδοτεί τον 5ο αιώνα μ.Χ.

Ζάκυνθος, 18-9-2011

Το πολίτευμα μιας χώρας το χαρακτηρίζουν οι αυτοκτονίες της

Του Ζαχαρία Στουφή

Ας μην κρυβόμαστε άλλο, το πολίτευμα της χώρας μας και η κυβέρνηση που το υπηρετεί, εξωθεί (κατά μέσον όρο) δύο συμπατριώτες μας την ημέρα στην αυτοκτονία. Για κάθε χρόνο 700 περίπου νεκροί δεν είναι λίγοι και μάλιστα στο παραγωγικό στάδιο της ζωής τους. Επειδή λοιπόν και η λέξη αυτοκτονία από μόνη της είναι μια ύπουλη προπαγάνδα, καλύτερα να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Η λέξη αυτοκτονία έχει το δικό της ξεχωριστό ενδιαφέρον που σχετίζεται, όχι μόνο με την ιστορία της και την προέλευσή της, αλλά και με την ερμηνεία της. Τα όποια στοιχεία κατάφερα να συλλέξω σχετικά με αυτή τη λέξη, αλλά και τα όποια συμπεράσματα στα οποία, με κάθε επιφύλαξη, κατέληξα, σας τα παραθέτω αμέσως.

Έργο: Chase Melendez
Ο Georges Minois, στο βιβλίο του Ιστορία της αυτοκτονίας, αφιερώνει ολόκληρη ενότητα για τη λεξη αυτοκτονία, πιο συγκεκριμένα ο όρος «αυτοκτονία», όπως λέει, εμφανίστηκε στην Αγγλία τον 17ο αιώνα. Η γέννηση αυτού του νέου όρου οφείλεται, κυρίως, στη ραγδαία αύξηση των αυτοκτονιών στην Αγγλία την εποχή εκείνη και στις συζητήσεις που όλο και πιο συχνές γινόντουσαν γύρω από την αυτοκτονία. Ο όρος «αυτοκτονία» βασίζεται στο λατινικό sui (του εαυτού) caedes (φόνος). Το 1658, η λέξη-όρος έχει καθιερωθεί και πλέον περιλαμβάνεται στα λεξικά. Στη γαλλική γλώσσα, ο όρος εμφανίζεται στα 1734 και καθιερώνεται στα μέσα του 18ου αιώνα. Το 18ο αιώνα, επίσης, ο όρος θα περάσει στην ισπανική, την ιταλική και την πορτογαλική γλώσσα.

Ο G. Minois δεν κάνει αναφορές στην Ελλάδα, με εξαίρεση την αρχαιότητα, που έτσι κι αλλιώς, αποτελεί την απαρχή του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Στο επίμετρο του ίδιου βιβλίου με τον τίτλο Η κρίση του ήλιου, ο Γιάγκος Ανδρεάδης κάνει εκτεταμένη αναφορά στην Ελλάδα και στη λέξη αυτοκτονία. Ο Γ. Ανδρεάδης μας λέει πως παρόλο που στα αρχαία κείμενα οι αυτοκτονίες είναι πολλές, οι αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούν μία λέξη-όρο για να χαρακτηρίσουν το φαινόμενο και μας παραπέμπει στην ιστορικό της αρχαίας Ελλάδας Nicole Loraux (1, Façons tragiques de tuer une femme), η οποία είχε παρατηρήσει ότι: οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν μία λέξη που να αποδίδει με σαφή και αποκλειστικό τρόπο την αυτοκτονία. Συνεχίζει ο Γ. Ανδρεάδης, παρόλο που η λέξη αυτόχειρ υπάρχει στην αρχαιότητα δεν σημαίνει παρά αυτόν που κάνει κάτι με τα ίδια του τα χέρια. Στη συνέχεια παραθέτει κάποια αναπάντητα ερωτήματα (και παράλληλα ως ενδεχόμενα;) για την απουσία της λέξης αυτής από τη γλώσσα των αρχαίων Ελλήνων. Δεν αποκλείει, λοιπόν, το ενδεχόμενο να πρόκειται για μία –ακόμη αινιγματική «καθυστέρηση των Ελλήνων» ή την άρνησή τους να ορίσουν αυτό που κρύβεται στον χώρο του ανείπωτου και τέλος να μην ήταν σωστό ούτε εύκολο να κλείσουν σε έναν όρο την αυτοκτονία σπουδαίων ανθρώπων και αναφέρει ονόματα όπως ο Κόδρος, ο Εμπεδοκλής, η Σαπφώ, ο Σωκράτης, ο Δημοσθένης και η Κλεοπάτρα.

Τόσο το βιβλίο του G. Minois, όσο και το εξαιρετικό επίμετρο του Γ. Ανδρεάδη, που βρίσκεται στο ίδιο βιβλίο, έριξαν αρκετό φως στη λέξη αυτοκτονία και με παρακίνησαν στο να κάνω κι εγώ τα δικά μου ψαξίματα. Ξεκινώντας από το λεξικό του Ι. Σταματάκου, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, βρήκα τη λέξη αυτο-κτόνος (αυτός+κτείνω), ο φονεύων εαυτόν (ιδία χειρί), αυτόχειρ. Προφανώς ο Ι. Σταματάκος περιλαμβάνει τη λέξη επειδή όταν το suicaedes έφτασε στην Ελλάδα, για να μεταφραστεί στα ελληνικά, χρησιμοποιήθηκαν λέξεις που οι ρίζες τους φτάνουν στην αρχαιότητα. Επειδή, λοιπόν, η λέξη αυτοκτονία γεννιέται από την αρχαία ελληνική γλώσσα, ίσως γι’ αυτό μπορεί να ανθολογείται σε ένα τέτοιο λεξικό.

Στην Ελλάδα, πιθανότατα, αυτός ο όρος να έφτασε λίγο μετά από ό,τι τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Πιο πιθανή περίοδο μου φαίνεται το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, δεν μπορώ όμως να το αποδείξω. Στη συνέχεια αναζήτησα τη λέξη στο μεσαιωνικό λεξικό του Εμμανουήλ Κριαρά και βρήκα τις λέξεις αυτόχειρα, αυτοχειρί, αυτόχειρον, αυτοχείρως, των οποίων η σημασία είναι «με το ίδιο μου το χέρι» και απαντώνται σε κείμενα στα οποία οι συντάκτες τους δηλώνουν την αυθεντικότητα των χειρόγραφων τους. Στο ίδιο λεξικό, τόμος Γ΄, σελ. 363, εντόπισα και μία ακόμα λέξη πολύ συγγενική της αυτοκτονίας που έχει και την ίδια σημασία. Πρόκειται για τη λέξη αυτοφονεύς, η οποία απαντάται μόνο ως λέξη και όχι ως όρος. Τι είναι, λοιπόν, αυτό που κάνει τους Έλληνες να μην χρησιμοποιούν μία λέξη-όρο για το φαινόμενο της αυτοκτονίας; Πιστεύω πως πρέπει να πάρουμε λίγο ανάποδα τα πράγματα για να δούμε πώς εκφράζονταν οι Έλληνες από την αρχαιότητα μέχρι τον 19ο αιώνα που εισήχθη αυτός ο νέος όρος. Παίρνοντας σαν αφετηρία τη σκέψη του Γ. Ανδρεάδη που αναρωτιέται εάν ήταν άραγε εφικτό, αλλά, κυρίως, ήταν «έγκυρο» να κλείσουν μέσα στα στενά, τελικά, όρια ενός και μοναδικού όρου… και συνεχίζει φέρνοντας παραδείγματα πραγματικά περιστατικά αυτοκτόνων (τους οποίους προαναφέραμε) μαζί με τις ιδιότητες που είχαν στη ζωή τους.

Τα παραδείγματα που αναφέρει ο Γ. Ανδρεάδης είναι υπαρκτά πρόσωπα, ενώ αν προσθέσουμε τις αυτοκτονίες της αρχαίας λογοτεχνίας και φτάσουμε μέσα από τη μεσαιωνική γραμματεία και τα δημοτικά τραγούδια μέχρι το 19ο αιώνα, θα παρατηρήσουμε ότι η κάθε αυτοκτονία χρειάζεται μία διαφορετική διατύπωση που χωρίζεται σε τρία τουλάχιστον βασικά σημεία. Αυτή η διατύπωση χρειάζεται μια ολόκληρη πρόταση ή αν χρειαστεί και μία μικρή παράγραφο, πρέπει, δηλαδή, όταν μιλάμε για μια συγκεκριμένη αυτοκτονία να μην τσιγκουνευόμαστε τις λέξεις, ούτε να την περικλείουμε σε πάμπτωχους όρους. Πρέπει να αναφερόμαστε ξεκάθαρα και στα τρία βασικά σημεία που τη χαρακτηρίζουν.

α) Γιατί; δηλαδή ποια ήταν τα εξωτερικά αίτια που οδήγησαν αυτόν τον άνθρωπο στη βίαιη απόδρασή του από τον πάνω κόσμο.

β) Πώς; Με ποιο τρόπο το έκανε αυτό, επειδή ο τρόπος συμβολίζει πάρα πολλά στη κουλτούρα μας.

γ) Ποιος; Τα απαραίτητα χαρακτηριστικά του αυτόχειρα, η ηλικία, η κοινωνική θέση, οι επαγγελματικές ικανότητες ή ό,τι άλλο μπορεί να σχετίζεται με αυτήν του την πράξη.

Σαν χαρακτηριστικό παράδειγμα των τριών σημείων που προανέφερα θα φέρω μια πρόταση που ξεστόμισε μια αγράμματη γερόντισσα που είχε διδαχτεί προφορικά την ελληνική γλώσσα από τις γυναίκες του σπιτιού της που κι αυτές προφορικά την είχαν διδαχτεί από τα βάθη του χρόνου. Μιλώντας για την αυτοκτονία μιας νεαρής παρθένας, είπε: Δεν την αφήσανε οι γονέοι τση να τόνε πάρει και από το κακό τση έπεσε και πνίγηκε. Μέσα σε αυτή την πρόταση υπάρχει το γιατί αυτοκτόνησε, το πώς, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συνδέεται καθαρά με την απελπισία, αλλά και το ποιος ήταν ο αυτόχειρας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν νεαρή κοπέλα, όμορφη, μια σωστή επένδυση δηλαδή, τόσο για την οικογένειά της, όσο και για την οικογένεια που θα την έπαιρνε νύφη.

Από την εποχή των γιαγιάδων μας μέχρι σήμερα, τόσο πολύ εισχώρησε στη γλώσσα μας ο όρος αυτοκτονία που συνάντησα κάπου ένα κείμενο του Γιάννη Πανούση στο οποίο έπρεπε να εξηγήσει από την αρχή ότι ο αυτοκτόνος είναι ο δικαστής, ο δήμιος και το θύμα ταυτόχρονα. Αυτή η διαπίστωση έρχεται να δηλώσει την αναγκαιότητα της τριπλής ιδιότητας του αυτόχειρα και παράλληλα των τριών παραμέτρων που καθορίζουν την πράξη του και την ονομασία της. Έρχεται, ακόμα, να συναντήσει μια πιο δίκαιη λαϊκή ονομασία, έτσι όπως έφτασε μέχρι τα στόματα των πρόσφατων προγόνων μας.

Η λέξη αυτοκτονία μια χαρά είναι σαν λέξη, σαν όρος όμως γίνεται πολύ ύποπτος. Όταν τον χρησιμοποιούμε ξερά, π.χ. ο Γιάννης αυτοκτόνησε, δείχνει να περιγράφει την κατάσταση που επικρατεί στον αυτόχειρα, από την άκρη του δαχτύλου του (που σφίγγει τη σκανδάλη) μέχρι τα βάθη της ψυχής του. Πρόκειται για έναν όρο δηλαδή που επικεντρώνεται κυρίως μέσα στον εαυτό του αυτόχειρα. Από την άλλη, η ελληνική έκφραση που περιλαμβάνει τις τρεις βασικές διαστάσεις του θέματος, γιατί, πώς, ποιος, δείχνει να σέβεται τον εσωτερικό κόσμο του αυτοκτόνου και να πιάνει το θέμα από το δάχτυλο που σφίγγει τη σκανδάλη και πέρα, ονομάζοντας έτσι τα αίτια αλλά και τους υπεύθυνους και μαζί με το πώς και το ποιος να μας δίνει όλα τα στοιχεία εκείνα τα οποία χρειάζονται για να κατανοήσουμε και να συμμεριστούμε την πράξη του, αλλά και να πάρουμε το μήνυμα που χρειάζεται και τις όποιες ευθύνες μας αναλογούν. Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον όρο αυτοκτονία που μας αφήνει τελείως ξένους απέναντι στην ίσως πιο σοβαρή πολιτική πράξη.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που μέχρι πριν από λίγους αιώνες κανένας λαός δεν είχε δημιουργήσει λέξη με τη δύναμη του όρου για το φαινόμενο αυτό. Υποψιάζομαι πως αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι λαοί ονομάζουν με την κυριολεξία τα πράγματα και τα φαινόμενα και δεν ενδιαφέρονταν, μέσω της δύναμης που φέρει η ονομασία, να κατευθύνουν συνειδήσεις. Τα προβλήματα αρχίζουν όταν το ρόλο του νονού για τα κοινωνικοπολιτικά φαινόμενα τον αναλαμβάνει η ελεεινή φάρα των διανοουμένων. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως αυτός ο όρος γεννήθηκε στην Αγγλία και κατά τη γνώμη μου, δεν φταίει μόνο η μεγάλη συχνότητα των αυτοκτονιών, όσο φταίει ότι οι Άγγλοι διανοούμενοι από την εποχή εκείνη αρέσκονταν στο να ονομάζουν και έτσι να ορίζουν τα πράγματα και τα φαινόμενα με την «μέθοδο» της λέξης – όρου, εκεί που η ελληνική και η λατινική γλώσσα παρουσίαζαν κενό. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ρατσισμός γεννήθηκε σε κύκλους άγγλων διανοουμένων, έτσι και ο ρατσιστικός όρος αυτοκτονία, γεννήθηκε και αυτός στην Αγγλία.

Η αυτοκτονία, λοιπόν, είναι μια λέξη που προσπαθεί να καλύψει τον ηθικό αυτουργό -δηλαδή τον πραγματικό δολοφόνο- που σήμερα στην χώρα μας είναι η γελοία και φασιστική κυβέρνηση. Άραγε οι δολοφόνοι (ηθικοί αυτουργοί) θα δικαστούν ποτέ για τα εγκλήματα που έκαναν (προκάλεσαν) και ολοένα συνεχίζουν να κάνουν (προκαλούν); Αυτό το ηλίθιο πολίτευμα θα αποζημιώσει ποτέ –οικονομικά και ηθικά- τις οικογένειες των θυμάτων; Ή μήπως μέσα στο γενικότερο ταμπού της εποχής μας, που δεν μας αφήνει να μιλάμε άνετα για τον θάνατο θα υποκρύπτουμε το τεράστιο αυτό κοινωνικό πρόβλημα, θεωρώντας το αρρώστια;

Ας μη τους αφήσουμε άλλο τους φονιάδες να κρύβονται πίσω από λέξεις και ταμπού, ας τους αποκαλύψουμε.

Μαρίας Κοτοπούλη: ΧΑΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ (ποίημα)



Μαράθηκαν οι ελαιώνες

Ο ψίθυρος του ανέμου

Έσβησε

Ποιος θα μιλήσει

Για θεό

Ποιος θα σμιλέψει το φως

Ποιος θα χαράξει

Χαμένες λέξεις

Στον προμηθεϊκό βράχο

Ποιος θα διαβεί

Τα έρημα παλάτια

Ποιος θα συναρμολογήσει

Το σπασμένο καθρέφτη

Μην και τρομάξει

Η ψυχή
Related Posts with Thumbnails

Follow by Email