© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΕΠΙΛΟΓΟΣ...


  ταν σέ καιρούς μίζερους καί χαλεπούς, πως εναι κα ξελίσσονται ο δικοί μας,  ποχαιρετς κάποιο πρόσωπο τρισόλβιο, πολυαγαπημένο, πρόσωπο δικό σου, πολύ οἰκεο καί κορυφαο μέσα στήν ψυχή σου, τό πρόσωπο τς Μητέρας, τότε καταλαβαίνεις πολύ καλά τι τό κενό πού σο φήνει εναι νομοτελειακό, σκληρό καί συνάμα πολύ διδαχτικό. Διδαχτικὸ, γιατ σο ὑπενθυμίζει ν πιτομῇ τ πρότερον το βίου σου, κι στερα σ εσάγει στν παγερή κα τολμηρ πραγματικότητα τς πλατώνειας / σωκρατικς ρμηνείας της. «Φιλοσοφία = Μνήμη θανάτου». Διδαχὴ, πο μέσα στν κκλησιαστικ πραγματικότητα λαβε τς διαστάσεις πο τς πρεπαν κα κυρίως μβιώθηκε μ εροπρεπ κα πεύθυνο τρόπο πό τος φίλους τος Θεο, τος γίους Του. Κι ατή τή διδαχή σπεύσανε νά μο κομίσουν, ς λλη ναψυχή, φίλοι ελικρινες καί ντιμοι, πού ψώνουν μαζί μου τίς προσευχές τους στόν Κύριό μας, λλά καί φιλεύουν πό τά βάθη τς ψυχς τους τήν καλωσύνη πού τούς προίκισε κενος...

Τος εγνωμον κα τος χαρίζω τν γάπη κα τν σεβασμό μου, γιατ τς ρες ατές, ρες πικρς κα χραντες, στω κα νοερ μο παραστέκουν ς λλοι γγελοι πό τν Οράνιο Θρόνο Του. δαφιαίως μετανίζω κα τος κετεύω ν εχονται γι τ Μητέρα μου στ ταξίδι της, τ δίχως πιστροφή. Ελογημένο ξάπαντος, θεοφιλς πανίερο κα μ τς προσευχές μας φροντισμένο ταξιδι στ πέλαγο τς Μ. Σαρακοστς. 

π.κ.,  26-2-2012

Το Κράτος είμαι Εγώ κι Εσύ κι Αυτός κι Εκείνος


 Γράφει η Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου

Το Κράτος είμαι Εγώ (L’État, c’est moi), είπε ο Λουδοβίκος ο ΙΔ΄ αυταρχικά. Και τώρα, στην εποχή της Δημοκρατίας, που όλοι την επικαλούμεθα για ό,τι λέμε και κάνουμε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο καθένας με τον τρόπο του είναι ένας Λουδοβίκος 14ος, που επαναλαμβάνει τη ρήση εκείνου. 
Γιατί σήμερα τη Δημοκρατία, τη δημοκρατική σκέψη μας, τη δημοκρατική γλώσσα μας, τη δημοκρατική συμπεριφορά μας την κάναμε σαν το «φούρνο του Χότζα».  
Ο Χότζας λοιπόν έχτιζε κάποτε ένα φούρνο. Περνάει ένας γείτονάς του και του λέει: 
- Έκανες λάθος, Χότζα μου, ο φούρνος πρέπει να βλέπει προς τη Δύση. 
Χαλάει ο Χότζας το φούρνο και τον ξαναχτίζει προς τη Δύση. Περνάει τότε ένας άλλος γείτονας και του λέει:
- Μα, Χότζα μου, τι κάνεις; Ο φούρνος πρέπει να κοιτάει στην Ανατολή. 
Τον ξαναχαλάει ο Χότζας και τον χτίζει πάλι απ’ την αρχή έτσι ώστε να βλέπει προς την Ανατολή.  Σε λίγο νά σου ένας περαστικός. Βλέπει το Χότζα που έχτιζε το φούρνο και γυρίζει και του λέει: 
- Να με συμπαθάς, Χότζα μου, ο φούρνος πρέπει να είναι στραμμένος προς το Νότο. 
Θυμώνει τότε ο Χότζας, γκρεμίζει το φούρνο, πάει αγοράζει ένα κάρο που είχε βέβαια τέσσερις ρόδες και μια και δυο χτίζει τον φούρνο επάνω στο κάρο. Έτσι μπορούσε να γυρνάει το κάρο σε κάθε κατεύθυνση σύμφωνα με τη γνώμη και την επιθυμία όλων.
Έτσι κάναμε και μεις όλοι τη Δημοκρατία μας, την ψυχή μας, τις ενέργειές μας. Τις κάναμε αυτόνομες.  Και τις αλήθειες μας και τα ψεύδη μας και την ηθική μας. Και προσπαθούμε να επιβάλουμε τις δικές μας αλήθειες ως αντικειμενικές. Δεν αφήνουμε χώρο στην υποκειμενική άποψη ενός γεγονότος ή άλλου. Αυθαιρετούμε θεωρώντας ότι δεν μπορεί κάτι να είναι εν μέρει αληθινό, ότι μπορεί να έχουμε περιπέσει σε πλάνη από άγνοια όλων των γεγονότων ή από αδυναμία ή σκοπίμως στο βάθος της ψυχής μας, αν και στην τελευταία περίπτωση, έχουμε ήδη προχωρήσει στο πεδίο του ψεύδους. Και όλοι μας έχουμε τα επιχειρήματά μας και αγωνιζόμαστε  να τα υποστηρίξουμε. Και έτσι καταργούμε τους νόμους της ηθικής. Αυτοί κι αν δεν έχουν γίνει σαν το φούρνο του Χότζα»! Οι βασικές έννοιες της ηθικής, «καλό» ή «κακό», έχουν χάσει τον προσδιορισμό τους. 
Και δεν αναφέρομαι στους οπαδούς κάποιου κινήματος ή ιδεολογίας ή αιρετικής πίστης,  όπως, για παράδειγμα, ηδονισμός, Καντική ηθική που ήταν αυστηρά καθηκοντολογική, Αριστοτελική, που ήταν ηθική του μέτρου, του Μαξ Σέλλερ που ήταν καθαρά συναισθηματική, του Νίτσε που πρεσβεύει τον ηθικό μηδενισμό, και άλλων «φιλοσόφων» ή μη που παραπαίουν ανάμεσα στις έννοιες καλό – κακό, αλήθεια – ψέμα, και που δεν προσφέρουν πολλά ή και τίποτα ούτε στη δική τους ψυχή ούτε στη δική μας. 
Μιλάω για μας τους απλούς ανθρώπους, τους γονείς, φίλους, συνεργάτες, δασκάλους, αυτούς που έχουν εξουσία ή παραεξουσία, τους σημαντικούς και ασήμαντους, για μας που έχουμε ο καθένας κτίσει ένα φούρνο – πύργο δημοκρατίας πάνω στο κάρο – ψυχή μας. Και από κει εκφράζουμε τις απόψεις μας, τις σκέψεις μας. 
Στο κάτω κάτω λέω ό,τι θέλω, κάνω ό,τι θέλω, επειδή πιστεύω ότι αυτό είναι δημοκρατικό. Βρίζω από το βήμα των Μ.Μ.Ε. όποιον θέλω, επειδή πιστεύω ότι υπηρετώ τη Δημοκρατία. Γράφω ό,τι θέλω επειδή είμαι δημοκράτης. Αγωνίζομαι για κάτι που θεωρώ ότι με εκφράζει επειδή αυτό είναι δημοκρατικό. 
Εν ονόματι της Δημοκρατίας, θέλουμε όλοι να επιβάλλουμε τις απόψεις μας, να λειτουργούμε και να επιβαλλόμαστε λουδοβικικά. Ο κάθε ένας μας έγινε και ένας μικρός ή μεγάλος Λουδοβίκος που μέσα του πιστεύει στο «Το Κράτος είμαι Εγώ».
Γέμισαν Λουδοβίκους οι ζωές μας!
Πιστεύω ότι μετά την εποχή του Σόλωνα και του Κλεισθένη η Δημοκρατία άρχισε να παλεύει ανάμεσα στα κύματα της ανωριμότητας της Πολιτείας και της ανωριμότητας των πολιτών, του αγώνα για επιβίωση, επικράτηση, επιβολή και του αγώνα του ανώριμου Εγώ μας. 
Λησμονούμε ότι η Δημοκρατία είναι πανανθρώπινος πολιτισμός, είναι πολιτισμός της ποιότητας της ζωής μας, είναι ελευθερία, αυτοσεβασμός και σεβασμός προς τους συνανθρώπους μας. 
Η Δημοκρατία είναι εξουσία της ψυχής μας και δεν έχει υπηκόους ούτε σκλάβους.  Υπηρετεί ελεύθερους ανθρώπους.

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Η πιστή φωτογραφία μιας γνήσιας ταυτότητας

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Το Καρναβάλι πέρασε κι ήδη μπήκαμε στην προπαρασκευαστική περίοδο της Σαρακοστής, περιμένοντας το Πάσχα, το οποίο παραμένει αναλλοίωτα ζακυνθινό κι η Μεγάλη του Βδομάδα, κυρίως, με τα μοναδικά της έθιμα και τις ξεχωριστές της συνήθειες, εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την ιδιοσυγκρασία μας και να τονίζει την ουσία του ιόνιου πολιτισμού μας.

Λένε πως η περίοδος ετούτη, που απ’ αυτήν την εβδομάδα άρχισε, είναι αιτία περισυλλογής και αυτοκριτικής και πως τώρα, με την αρχή της Άνοιξης, μας δίνεται μια σημαντική ευκαιρία γι’ αυτοσυγκέντρωση και προβληματισμό. Κι αυτό είναι αλήθεια. 


Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, θα κινηθώ κι εγώ σήμερα κι επειδή η κάθε έννοια είναι πολυδιάστατη κι έχει πολλές προεκτάσεις, ο προβληματισμός μου θ’ αφορά τον χώρο, που από την αρχή της υπηρετεί η στήλη μας και δεν είναι άλλος από εκείνον του πολιτισμού και της αναζήτησης της δικής μας, της τζαντιώτικης ταυτότητας.

Στρέφομαι, ως εκ τούτου, πίσω, στην πρόσφατη, αποκριάτικη περίοδο και θυμάμαι δύο στιγμές της και δύο εκφράσεις της σημερινής μορφής του νησιού μας.

Η πρώτη είναι μια πρόσκληση, που είχα, εκεί λίγο πριν την Τσικνοπέμπτη, από τον πρόεδρο κάποιου πολιτιστικού συλλόγου, για μια μπαγόρδα, που θα γινόταν την πρώτη αυτή, ουσιαστικά, γιορτή της από αρχαιοτάτων χρόνων διασκεδαστικής και χαλαρωτικής περιόδου. Επειδή, μάλιστα, το πρόσωπο που με καλούσε σήκωνε κουβέντα και διάλογο, λόγω κυρίως της παιδείας του και της εν γένει, ως τώρα, ζωής του, αλλά κι επειδή ανήκει στον φιλικό μου κύκλο κι έχει προβληματισμούς κι αναζητήσεις, του έκανα, σε οικεία συζήτηση, την πιο απλή ερώτηση, που μου ήρθε στο νου.

«Γιατί», το ρώτησα, «να υπάρχει ένας σύλλογος, ο οποίος έχει σαν μόνο του σκοπό την κοπή μιας, ξένης με την παράδοσή μας, βασιλόπιτας στα τέλη του Γενάρη ή στα μέσα του Φλεβάρη και να διοργανώνει τσιμπούσια κάθε Πέμπτη της Αποκριάς, αντιγράφοντας και μη δημιουργώντας;».

«Μην είσαι παράξενος», μου απάντησε, «άσε τον πιεσμένο κόσμο να χαρεί και να ξεχάσει τις στερήσεις και τα προβλήματά του».

Σκέφτηκα πως ίσως ο συνομιλητής μου είχε δίκιο και πως εγώ, κλεισμένος στο γραφείο μου και στην αναζήτηση του ιστορικού παρελθόντος του τόπου μου, έχω χάσει την συνέχεια και πως δεν μπορώ να επικοινωνήσω με το σήμερα. Αληθινά προβληματίσθηκα.

Η έξοδος κι η διαφύλαξη ήρθε, όμως, μόνη της και την επόμενη μέρα μου δόθηκε η λύση κι η ποιότητα της ταυτότητας της παράδοσής μου.

Καλεσμένος, όπως έγραφα και στο προηγούμενο κείμενό μου, από τον πολιτιστικό σύλλογο «Μαρτελάος» του χωριού Αγκερυκός, για να παρακολουθήσω τις πρόβες της «Ομιλίας»: «Η Οβρεοπούλα» του αλησμόνητου Νιόνιου Αρβανιτάκη, έκανα βίωμά μου αυτό που επιγραμματικά και σοφά έχει περικλείσει ο μεγάλος μας Δημήτριος Γουζέλης σε μια μόνο, πυκνά ποιητική και, ως εκ τούτου, περιεκτική του φράση, την «ξεφάντωσι των φίλων».

Ναι! Στ’ αλήθεια αυτό που τις δυο – τρεις φορές, που πήγα στην προπαρασκευή της «Ομιλίας» του αλλιώς ονομαζόμενου χωριού Άγιος Κήρυκος γνώρισα, ήταν μια ποιοτική διασκέδαση και μια συνέχεια της ιδιοσυγκρασίας μου.

Όλο το χωριό ήταν εκεί κι –όπως μου είπαν, αλλά κι ο ίδιος διαπίστωσα– διασκέδαζε, συνεχίζοντας την μακραίωνη αυτή παράδοση του χωριού και του νησιού του. «Δεν βλέπουμε την ώρα», μου είπαν αρκετοί, «να φτάσει η στιγμή της πρόβας και να έρθουμε εδώ, για να περάσουμε καλά». Κι αυτό είναι, νομίζω, η πιο καλή μεταφορά στο σήμερα της παροιμιώδους φράσης του συγγραφέα του «Χάση» και μια ομόκεντρη μεταφορά του στις αρχές του 21ου αιώνα, που με τα καλά και κακά του, βιώνουμε.

«Να, τι στ’ αλήθεια είναι η Ζάκυνθος», σκέφθηκα και κάνοντας σύγκριση με την προηγούμενη εμπειρία μου, προβληματίσθηκα και χάρηκα που δεν έχει επέλθει παντού η αλλοίωση, αλλά υπάρχει κρυμμένη στη στάχτη η σπίθα, που μπορεί και πάλι να μας ζεστάνει με την φωτιά, την οποία θ’ ανάψει, δίχως τον κίνδυνο να μας κάψει.

Ζώντας μετά την πρόβα και το όλο κλίμα της αποκριάτικης περιόδου στο χωριό και συγκεκριμένα σ’ ένα του καφενείο, μαζί με τους αυτοσχέδιους θεατρίνους, όχι τυχαία βράδυ Τσικνοπέμπτης, είδα την συνέχεια και την αληθινή διασκέδαση. Όλοι οι συνδαιτυμόνες κουβέντιαζαν μεταξύ τους, χρησιμοποιώντας αποσπάσματα από τον δεκαπεντασύλλαβο της «Οβρεοπούλας» κι αποδείκνυαν έμπρακτα κι όχι λόγια πως στον τόπο τους τίποτα δεν έχει αλλάξει και πως οι παντός τύπου θεομηνίες δεν έχουν αγγίξει το χωριό τους, αλλά και το γνήσιο ζακυνθινό στοιχείο. Είναι στ’ αλήθεια παρήγορο να διασκεδάζεις και να ξεχνάς τα προβλήματά σου με τέχνη κι όχι τσικνίζοντας!

Στη μνήμη μου θα μείνουν ένας παλιός θεατρίνος, που λόγω κορέττου –δεν μεταφράζω την λέξη, βρείτε μόνοι σας την ερμηνεία της, όσοι την έχετε απεμπολήσει– δεν μπορούσε να παίξει, αλλά ερχόταν στις πρόβες και συμμετείχε κι αυτός με τον τρόπο του, θυμίζοντας και διδάσκοντας τον τραγουδιστό ρυθμό εκφοράς του λόγου της «Ομιλίας» και τα νέα παιδιά, που ήταν μια θαυμάσια εικόνα, καθώς τους έκανε πρόβα στα κοστούμια τους η Μαρία η Πουλιέζου και φορούσαν την παράδοση στο κάτω μέρος και στο επάνω την μπλούζα της τοπικής τους ομάδας, όπου συμμετείχαν!

Όλα τ’ άλλα σχόλια περιττεύουν!

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Πρόβα «Ομιλίας», πρόβα παράδοσης

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

   Μια παλιά, χαρακτηριστική έκφραση, πιθανόν του λαού μας, την οποία αξιοποιεί ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, λέει πως «μπορεί τα δαχτυλίδια να έπεσαν, αλλά παραμένουν τα δάχτυλα». Σοφή κουβέντα και αληθινά χαίρομαι κάθε φορά όπου την βλέπω να παίρνει σάρκα και οστά. Ιδιαίτερη είναι η ευχαρίστησή μου, όταν αυτό συμβαίνει στον τόπο μου, τη Ζάκυνθο, την οποία θεομηνίες και όχι μόνο την έχουν ισοπεδώσει και είναι πια δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, να βρει τις ρίζες και την ταυτότητά της σ’ ένα περιβάλλον εχθρικό, συχνά, με την ιδιοσυγκρασία της και μια ισοπέδωση, που δεν αφήνει περιθώρια αντίστασης.


Μια τέτοια χαρά, αντίδοτο στα όσα τελευταία γύρω μας συμβαίνουν, μου δόθηκε την προπερασμένη Τρίτη, όταν βρέθηκα στις πρόβες για μια «Ομιλία», την οποία ετοίμαζαν οι πάντα δραστήριοι κάτοικοι του χωριού Αγκερυκός – ακολουθώ την σωστή, κατά τη γνώμη μου, γραφή του Ζώη - για να την παρουσιάσουν, πραγματικά «για την ξεφάντωσι των φίλων», πιστοί στα διδάγματα του μεγάλου Γουζέλη, στην πλατεία τους, το απομεσήμερο της Κυριακής της Αποκριάς, με το φυσικό φως του ήλιου και όχι με προβολείς και τεχνικά μέσα.
   Πρόκειται για την «Οβρεοπούλα» του αξέχαστου και ταλαντούχου συγχωριανού τους Νιόνιου Αρβανιτάκη, στην οποία, με γνώση και ταλέντο, έχουν περάσει αριστοτεχνικά όλα αυτά που συνέβαιναν στο νησί την εποχή της Αγγλοκρατίας. Ιδιαίτερα θίγεται το θέμα της συμβίωσης των χριστιανών και των εβραίων, μέσα από μια αληθινή ιστορία, την οποία διασώζει η παράδοση και ο ταλαντούχος λαϊκός ποιητής έχει μεταφέρει στη σκηνή, για να παραδειγματίσει και να διδάξει. Παρηκμασμένοι Ευγενείς, απλοί άνθρωποι του λαού, στα πρόθυρα μιας κοινωνικής επανάστασης, ο κλήρος, με τα πάθη και τις αρετές του, η διοίκηση της «Προστασίας» και πολλές άλλες σκηνές και μορφές της ιστορίας και του πολιτισμού του τόπου ζωντανεύουν στους καλοδουλεμένους στίχους της «Ομιλίας» του αυτοδίδακτου ποιητή και στιγματίζουν μιαν εποχή και μια νοοτροπία, με την υπογράμμιση των ελαττωμάτων και την διακωμώδηση των λαθών. 
   Ζώντας το κλίμα αυτής της προπαρασκευής ήρθαν στο νου μου τα λόγια ενός παλιού, λαϊκού θεατρίνου, του Γεωργίου Βούτου, όπως μας τα διέσωσε ο Σπύρος Μινώτος σ’ ένα σχετικό κείμενό του. «Ετοιμαζόμαστε», αφηγείται, «από ένα μήνα πριν. Κάθε βράδυ εμαζευόμαστε σ’ ένα σπίτι ευρύχωρο κι εκάναμε δοκιμές, χωρίς να μας δείχνει κανείς, αλλά έτσι όπως το εκαταλαβαίναμε μοναχοί μας».
   Αληθινά χάρηκα εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ του Φλεβάρη όπου όλα αυτά, τα οποία είχα ώς τότε διαβάσει σε πολύτιμα άρθρα και σημαντικές μελέτες, όχι μόνο γίνονταν βίωμά μου, αλλά συνέχιζαν να υπάρχουν, σε πείσμα της υποχώρησης και σαν αντίσταση σε ό,τι απειλεί την ταυτότητά μας.
   «Ομιλίες» πολλές φορές είχα παρακολουθήσει και μάλιστα στην γνήσια αληθινή μορφή τους, με πρωταγωνιστή τον αξέχαστο Γεράσιμο Πανά, με «τσι κουνουπιδίες», όταν αυτές ακόμα παίζονταν σε δρόμους και πλατείες, όχι φολκλορικά, αλλά από ανάγκη ψυχής. Τις θυμάμαι τότε, με τον μακρόσυρτο, τραγουδιστό τους δεκαπεντασύλλαβο, να ξεκινούν από τον Άγιο Παύλο –εκεί άρχιζε το παιδικό μου βασίλειο– να ξαναπαίζονται στους Αγίους Σαράντες, να επαναλαμβάνονται και σ’ άλλα σημεία της Πλατείας Ρούγας και να καταλήγουν στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, το Φόρο, όπου γινόταν και το φινάλε.
   Αργότερα τις παρακολούθησα με φορτωμένα σκηνικά, γυναικείες ερμηνείες, διδασκαλίες ειδικών, δίχως μάσκες και από τότε άρχισαν να μου γίνονται μάλλον αδιάφορες. Μια σκηνική οικονομία λαϊκής σοφίας και μια λιτότητα αριστοκρατικής και πλούσιας έκφρασης άρχισαν να προδίδονται και μια παράδοση αιώνων προσπαθούσε να προσαρμοστεί στην απρόσωπη και αβασάνιστη πραγματικότητά μας.
   Η εμπειρία μου στην πρόβα της «Ομιλίας» του Αγκερυκού μού έδειξε την συνέχεια και μού απέδειξε πως το ζακυνθινό πνεύμα υπάρχει ακόμα και αν βρεθούν οι κατάλληλες συνθήκες, μπορεί να ξαναγεννηθεί και να ξαναπροσφέρει.
   Αυτό που χάρηκα εκείνο το βράδυ ήταν η μη επιτηδευμένη ερμηνεία των ρόλων, η γνήσια και αυθόρμητη προσέγγισή τους, η ομόνοια και σύμπνοια των χωριανών και θεατρίνων και η επιθυμία για δική τους «ξεφάντωσι», για να θυμηθούμε και πάλι τον ποιητή του «Χάση», η οποία δεν αποσκοπούσε στην τουριστική προβολή του τόπου, αλλά στην καλυτέρευση της ποιότητας της ζωής του.
   Αληθινά, σαν ηθελημένος Ζακυνθινός, χάρηκα που υπάρχουν ακόμα στον τόπο μου άνθρωποι, οι οποίοι δίχως επιτήδευση και σκοπό, συνεχίζουν την ξεχωριστή μας ιδιαιτερότητα. Ένοιωσα ελπίδα και αισιοδοξία, βλέποντας πως γύρω μας υπάρχουν κάποιοι, που κοιτούν μέσα τους, για να συνεχίσουν την ουσία και δεν αντιγράφουν ξενόφερτα και επιδερμικά.
   Μέχρι τότε λιγοψυχούσα, πιστεύοντας πως κάτι, που χαρακτήριζε και στιγμάτιζε το τζαντιώτικο Καρναβάλι, είχε πάψει πια να υπάρχει. Από την πρόβα εκείνη και μετά κατάλαβα πως μπορεί και πάλι τα χέρια μας να φορέσουν τα αρμόζοντα κοσμήματα.
   Φεύγοντας από την αίθουσα της προετοιμασίας του Αγκερυκού ένοιωσα πως εκείνο το βράδυ δεν είχα συναντήσει μόνο τους συμμετέχοντες στην «Ομιλία», να συνεχίζουν επάξια μια έκφραση αιώνων, αλλά και τον Κονίδη Πορφύρη και την Μαριέττα Μινώτου-Γιαννοπούλου, που μαζί μου στάθηκαν ευτυχείς θεατές στην πρόβα, βλέποντας μακάρια πως οι κόποι τους και οι διδασκαλίες τους δεν πήγαν χαμένοι. Τα κείμενά τους είχαν γίνει εικονικό και όχι μόνο βίωμά μου.
   Μακάρι να γίνουν και βίωμα του τόπου μου.

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ (νέο διήγημα)

Kukl sad by Aram Vardazaryan, 2011
Παλεύω να γράψω για μια σταγόνα που ρέει πάνω σε ένα πράσινο φύλλο. Μια κρυστάλλινη νερένια μπάλα που με ρυθμούς σαλιγκαριού φτάνει στα άκρα. Ζυγίζεται μπροστά – πίσω, γεμίζει και υποχωρεί. Μετά από κάμποσες ταλαντεύσεις το αποφασίζει. Κάνει λοιπόν την απόπειρα. Βουτά στο κενό.

Αμέσως γυρίζω κανάλι. Τι σκέψεις κάνω; αναρωτιέμαι. Εδώ η εθνική οικονομία καταρρέει κι εγώ ονειρεύομαι κρυστάλλινες μπάλες; Μάλλον το δελτίο ειδήσεων στο κρατικό κανάλι φταίει, λέω και ησυχάζω. Συγχρονίζομαι αμέσως με ζωντανές αμερόληπτες ιδιωτικές ειδήσεις και ξαναγυρίζω το μυαλό μου στον δείκτη του χρηματιστηρίου αξιών. Κατρακύλα. Με πιάνει κρύος ιδρώτας, μα θυμήθηκα πως μόνο χρωστώ.

H στάλα συνεχίζει να ταξιδεύει κατακόρυφα. Αθόρυβα, απροειδοποίητα και ξαφνικά σημαδεύει ευθεία στη γη. Ο χρόνος παγώνει και ο άνεμος την παίρνει στη ράχη του. Καμπύλη και πάλι ψηλά.

Σηκώνομαι να φτιάξω ρόφημα. Πιάνω το μπρίκι και ανοίγω τη βρύση. Χείμαρρος. Και κείνη η στάλα…

Πάνω από πόλεις, πάνω από χωριά, πάνω από τα δένδρα του δάσους. Στο σύννεφο σμίγει με κάμποσες άλλες. Το φορτίο βαρύ και η νεφέλη το αφήνει να ρεύσει. Αγγίζει ξανά μια πράσινη χούφτα. Ισορροπεί πάνω στο νεύρο και αφήνεται στην έκπληξη. Ο λίβας την βλέπει και οργίζεται. Τινάζει τα φύλλα και παίρνει μαζί του την κόρη του. Την κλίνει στη σκόνη και αυτή ερωτεύεται. Σκόνη και στάλα ποτίζει τη πλάση. Χωρίς ενδοιασμούς προσγειώνεται και μετά από επίπεδη πρόσκρουση γεννάει μικρές εικόνες της. Η κάθε μια αφήνει τη στάμπα της και ύστερα απελευθερωμένες ενώνονται πάλι. Μια σταγόνα που ταλανίζεται στο άκρο του φύλλου.
 
Κάθομαι πάλι. Πέφτω επάνω στο αγαπημένο μου τηλεπαιχνίδι. Ένα παιδί παραδέχεται ότι έκλεβε τη μάνα του. Εκείνη χαίρεται για τη δημοσιότητα του κανακάρη της και αυτός ομολογεί το πάθος του τζόγου. Το ακροατήριο τον επικροτεί και όλα δείχνουν ότι θα πάρει το έπαθλο. Μουσικούλα και μετά ο παρουσιαστής διατυπώνει την πιο κρίσιμη ερώτηση: «Έχεις ποτέ κοιμηθεί με την γυναίκα του καλύτερού σου φίλου»;

Αλλάζω κανάλι και κοιτώ τις φωτιές στην μακρινή ήπειρο. Τα κάψανε όλα. Δένδρα, φυτά κάθε λογής, σπίτια, ανθρώπους, ένα κοάλα πασχίζει να καταλάβει τι έγινε. Προτιμά στο τέλος τη φυλακή παρά το σκηνικό της αποκάλυψης. Οικειοθελώς δέχεται την στοργική αγκαλιά του δεσμοφύλακά του.
Η στάλα έχει τη δική της μαγεία…

Ο πρόσκαιρος ήλιος την κάνει καθρέφτη. Ξαφνιάζεται το πουλί και πετάει απότομα. Την παίρνει στα πούπουλα και την αφήνει να γλιστρήσει στο λουλούδι. Σταγόνες στο κόκκινο. «Για δες!» λέει ο άνθρωπος και κόβει το άνθος. Τινάζει τη δροσιά του απότομα. Η στάλα υψώνεται και ύστερα την υποδέχονται του πεύκου οι κλώνοι. Από κλαδί σε κλαδί και από βελόνα σε βελόνα κοντεύει στο έδαφος. Τώρα πια θα χαθεί.

Χάθηκε η πόλη ολόκληρη από τις βόμβες. Παιδιά που τρέχουν κλαίγοντας. Μάνες που αλαλάζουν, κάποιοι άντρες που ορκίζονται εκδίκηση, φωνές, ουρλιαχτά και αλλόφρονες φαντάροι με συσκευές φλογοβόλων στην πλάτη τους. Ένα καράβι βουλιάζει αναφανδόν και μια κοπέλα εκλιπαρεί τον σύζυγό της να γυρίσει στο σπίτι για να την δέρνει και μετά να της κάνει έρωτα. Αναζητείται ένα παιδί. Χάθηκε νύχτα από το χέρι της μάνας του.

Αγρότες κλείνουν τα σύνορα. Στα Τέμπη γίνεται επανάσταση. Τουλάχιστον μέχρι την Πέμπτη. Μετά θα συνεδριάσουν οι εκπρόσωποι και θα δουν. Να βάλω ξυπνητήρι για το πρωί. Τελικά μάλλον ονειρεύομαι μπροστά σε μια προσφορά της τηλεαγοράς.

Ονειρεύομαι να περιγράψω μια σταγόνα που χάνεται πάνω στην άνυνδρη γη. Που τρυπώνει στις ρυτίδες της και κλείνεται στα μυστικά του κάτω κόσμου. Που ακολουθεί τα μονοπάτια των σκιών και δροσίζει πληγωμένους αφανείς. Γλιστρά στα ξεραμένα χείλη τους και δίνει αυτό που επιθυμούν οι κολασμένοι. Εκεί που η ζωή μοιάζει με σταγόνα στο χρόνο και οι ανάσες ξερνούν φωτιά και χολή. Στον στερεμένο ποταμό είναι ενθύμηση και στα βουβά πρόσωπα ήχος. «Ακούς πώς κυλά;» Από στιγμή σε στιγμή και από αγωνία σε αγωνία. Γίνεται ιδρώτας πάνω σε πτώματα. Γίνεται δάκρυ και αναβλύζει στα μάτια μου.

Ξυπνώ και ξέρω ότι ονειρεύτηκα. Ντρέπομαι λίγο. Να κοιμάμαι μπροστά στο δέκτη; Τόσο πολύ μεγάλωσα; Θα έχει κάποια ταινία. Αρχίζω να ψάχνω. Μετά τα μεσάνυχτα πάντοτε βρίσκεις κάτι ενδιαφέρον.

Αφιερώνω τη ματιά μου στο έργο. Όμορφα πλάνα. Σε ένα ήσυχο δάσος κυλά το ποτάμι. Κάποιος ψαρεύει πέστροφες. Πετά το καλάμι και περιμένει. Κάτι τσιμπά. Το τραβά και ένας εξωγήινος εμφανίζεται και του παίρνει τη ζωή. Τρομοκρατήθηκα και πρόλαβα να κλείσω το κουτί.

«Τι σκατά», λέω.

Το δάκρυ τρέχει στο πρόσωπο. Το κλείνω στην χούφτα μου και κείνο κυλά προς τα δάχτυλα. Στις άκρες γυρνά πάλι πίσω, επάνω στη γραμμή της ζωής. 
----------------------------------------------
Ο Δ. Γ. Μαγριπλής είναι διδάκτορας της Κοινωνιολογίας και πρωτοεμφανίστηκε στην λογοτεχνία με το ψευδώνυμο Φώτης Αδάμης και τα «Μαθήματα Κηπουρικής και άλλα διηγήματα», από τις εκδόσεις Σοκόλη, το 2007. Το 2010 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική του συλλογή: «Στα τέταρτα του χρόνου» στο «Χρώμα και λόγος», Επί- γνωση / Αν. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη, σε συνεργασία με την εικαστικό Α. Κοκονάκη. Το 2011 κυκλοφόρησε η δεύτερη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο: «Κρυφές Ενοχές», στην σειρά Επί- γνωση, του εκδοτικού οίκου Αν. Σταμούλη, στην Θεσσαλονίκη. Το 2012 αναμένεται να κυκλοφορήσει η νέα συλλογή διηγημάτων του, με τίτλο: «Η μετάλλαξη της γυναίκας μου», από εκδοτικό οίκο της Αθήνας. Τα βιβλία του κυκλοφορούν διαδικτυακά, σε όλα τα βιβλιοπωλεία της χώρας.

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

Τάκη Κεφαλληνού: ΟΙ ΕΡΕΙΠΩΜΕΝΕΣ ΜΝΗΜΕΣ ΔΕΝ ΗΣΥΧΑΖΟΥΝ. ΩΣ ΠΟΤΕ ΘΑ ΠΕΡΙΦΕΡΟΥΝ ΤΗ ΣΙΩΠΗ ΤΟΥΣ;

Ανεκλάλητος γιατί;
Ό,τι συνέβη
δεν ήταν περιττό για να εκλείψει.

Αναζητούμε μια αληθινή συνομιλία με σκιές στην ολόφωτη και συγχρόνως σκοτεινή εποχή μας, ένα πρόπλασμα μιας ώριμης συνάντησης με τον εαυτό μας.

Καμιά προσωπική φιλοδοξία δεν νομιμοποιείται να υπάρχει σ’ αυτήν την προσπάθεια που δρασκελίζει αιώνες. Ό,τι και όπως θα περιγράφεται σε αυτές τις συνέχειες ανήκει σε άλλους, κυρίως στους δημιουργούς των γεγονότων, αλλά και σε όσους εντυπωσιάστηκαν και τα κατέγραψαν στα βιβλία τους, καθώς και σ´ αυτούς που τα διέσωσαν με τις περιγραφές και τις ολοζώντανες μαρτυρίες τους. Στέκεται παρηγορητικός για όλους μας ο λόγος του Ποιητή «έργα πολλών ανθρώπων τα λόγια μας». Πολλοί, και δικαίως, εξοργίζονται με την κοσμοπολίτικη -διεθνώς και στην χώρα μας- μόδα των απομνημονευμάτων, είτε ακόμη και των ιστορικών μυθιστορημάτων. Έχουμε και εμείς συναίσθηση για το πόσο εύκολα μπορεί να παρασυρθεί κάποιος σε περιπτωσιολογίες, ανακρίβειες και περιττούς ναρκισσισμούς. Δεν επιζητούμε λοιπόν να παραδώσουμε μια απλή αναδρομή, ένα λαογραφικό γεγονός, μια ιστοριογραφία, ούτε βέβαια να περιγράψουμε μια τυπική παραβατική κοινωνική παρέκκλιση. Μοναδική μας έγνοια παραμένει αυτή η αργοπορημένη προσπάθεια, η οποία περιέχει εκτεταμένα δάνεια από βιβλία και εργασίες άλλων και η οποία θα αναζητεί ολοζωής αρχειακό πρωτογενές υλικό, να μη γυρίσει απλά τα μάτια στο παρελθόν ούτε να βαραίνει τις ψυχές μας στο μέλλον.

Tο συναίσθημα, αλλά κυρίως τη μνήμη μας, για κάτι που θεωρούμε σημαντικό, θέλουμε να διατηρήσουμε. Την μνήμη, μέσα από την οποία επιζητούμε να διευρύνουμε και να ξανακερδίσουμε το χρόνο, ο οποίος ούτως η άλλως χάνεται και για εμάς αδυσώπητα. Είναι σαν τις μνήμες που βγαίνουν άθελα από την γεύση μιας «μαντλέν», στο «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Προυστ. Γνωρίζουμε φυσικά τα απόλυτα όρια της «ταπεινότητά μας», ωστόσο δεν αποδεχόμαστε μόνο αυτή την χορηγία του χρόνου, αλλά ψάχνουμε και τον «αιώνιο δικό μας ρυθμό», φέρνοντας στο φως ένα κομμάτι της ιστορίας της Ζακύνθου, το οποίο αφορά κυρίως το Σκουλικάδο. Είναι εκεί που κατασκηνώνουν η ιστορία, ο πολιτισμός, η πολιτική δράση, η περηφάνια, καθώς και τα ανομήματα των ανθρώπων αυτού του χωριού. Τέσσερα μέρη θα περιγράφουν τις περιπέτειες και τις διαδρομές της δικής μας οικογένειάς, όπως αυτές καθορίστηκαν ολοκληρωτικά από τον τόπο και τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες αυτή έζησε.

Κανείς, όσο ισχυρός κι αν στάθηκε σε αυτό το χωριό, δε μπόρεσε να καθορίσει είτε να αγνοήσει ολοκληρωτικά τα γεγονότα. Μια συλλογική πραγματικότητα, βαθιά ριζωμένη, ορίζει, δίνει δύναμη, καταστρέφει και στηρίζει αυτόν τον κόσμο τον «μικρό και μέγα», πράξεις και αισθητικές που αναπαράγονται από γενιά σε γενιά σχεδόν μέχρι σήμερα. 

Ίσως λοιπόν να είναι φυσικό οι Σκουλικαδιώτες να μη θρηνούν απαρηγόρητα για τις καταστροφές, για αυτούς που χάθηκαν, για όσους βαραίνουν τις ψυχές τους τα ανομήματα. Μα, όσοι πληρώσαμε ακόμα πιο βαριά το τίμημα, έχουμε το δικαίωμα να μη μπορούμε να ζούμε μακριά και χωρίς συγκίνηση.

Α΄ ΜΕΡΟΣ

Νικόλαος, ιερεύς ο Κεφαλληνός

Η οικογένειά μας με το παρεπώνυμο "Γιακουμαίοι" το πρώτο εμφανίζεται σ´ εμάς με τα πρόσωπα των αδελφών Ιάκωβος, παπά- Νικόλας και Σπύρος.
Ο Ιάκωβος (Γιακουμής) έφυγε και χάθηκε στο Μοριά.

Ο παπά – Νικόλας γεννήθηκε στο Σκουλικάδο το 1810. Ήταν ο παππούς του ζωγράφου και διεθνούς φήμης χαράκτη Γιάννη Κεφαλληνού.

Η ιστορία και οι περιπέτειες της ζωής του, καθώς και της οικογένειας που δημιούργησε, διασώθηκαν στις μέρες μας σε διάφορα κατά καιρούς δημοσιεύματα, κυρίως όμως μέσα από το αφιέρωμα της «Νέας Εστίας» του 1958 για τον Γ. Κεφαλληνό , και αργότερα το 1991, μέσα από το δίτομο έργο του Ε. Χ. Κάσδαγλη, «Γιάννης Κεφαλληνός, ο Χαράκτης», το οποίο εξέδωσε το μορφωτικό ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας.

Αναφέρει στο έργο αυτό, μεταξύ άλλων, ο Ε. Χ. Κάσδαγλης: Ο παπά Νικόλας ήταν όμορφος με περιποιημένη εμφάνιση και με καλές εκκλησιαστικές σπουδές. Θα είχε φθάσει σε ψηλά αξιώματα, αν δεν είχε αποφασίσει να παντρευτεί. Από τον γάμο του απέκτησε τρία παιδία: τον Κωνσταντίνο που πήγε από άδικο βόλι των Πλεσσαίων, το Διονύση, πατέρα του Χαράκτη Γιάννη Κεφαλληνού, και τη Σταματία.

Το 1858 προσυπογράφει μαζί με άλλους ιερωμένους επιστολή του Μητροπολίτη Ζακύνθου Νικολάου προς το Γλάδστωνα, όπου ο κλήρος διακηρύσσει την θέση του για την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα (εφ. Φωνή του Ιονίου και Ρήγας, Ζάκυνθος, 6 Δεκεμβρίου 1858).

Γύρω στα 1860 αναζωπυρώνεται για τελευταία φορά η βεντέτα με την οικογένεια των Πλεσσαίων. Ένας Πλέσσας ανήμερα του Πάσχα σκοτώνει τον πρωτότοκο γιο του παπά-Νικόλα, ο οποίος πληροφορείται το φονικό μέσα στο ιερό της εκκλησίας του Σκουλικάδου και ενώ τελεί τη λειτουργία της Ανάστασης. Ο πατέρας καταπνίγει τον πόνο του, βγαίνει στην Ωραία Πύλη δίνει στο εκκλησίασμα την φοβερή είδηση αλλά και την άφεση στον φονιά.

Στη χριστιανική αυτή πράξη δεν τον ωθεί μόνο το σχήμα του και η ημέρα της Λαμπρής, αλλά και η έγνοια του για τον δευτερότοκο γιο του Διονύση 18 ετών, που θέλει να τον απαλλάξει από τις υποχρεώσεις του άγραφου νόμου της αντεκδίκησης.

Η φρόνιμη αυτή πράξη, να σταματήσει το αίμα που χώριζε τις δύο οικογένειες, δεν στάθηκε ικανή ν’ αφοπλίσει το χέρι ενός άλλου μέλους της οικογένειας και πρωτοξάδελφου του θύματος, Αντώνη Κεφαλληνού, ο οποίος μπήκε στην φυλακή και έπνιξε τον φονιά με τα ίδια του τα χέρια.

Ο Διονύσης Κεφαλληνός με τον γιο του Γιάννη (Ιούνιος 1912).
Πριν από τα γεγονότα αυτά υπήρχε βεντέτα, με ερωτικό υπόβαθρο, της οικογένειας με τους Πλεσαίους, όμως δεν υπάρχουν περισσότερα στοιχεία εκτός του γεγονότος ότι: στην εφ. Μέλλον της (αρ. 3 / 15 Ιανουαρίου 1849) αναφέρεται η είδηση ότι η βουλή «κατά την επέτειον Ζακύνθου εορτήν των γεννεθλίων του Ιησού Χριστού ελευθερώνει εκ των φυλακών, μεταξύ των άλλων, τους αδελφούς Σταματέλο και Παναγιώτη Κεφαλληνό, από το χωριό Σκουλικάδο. Στο επόμενο φύλλο αρ. 4, 22 Ιανουαρίου 1849) διαψεύδεται η είδηση της αμνηστίας και προστίθεται η ευχή «Είθε το αθέλητον να γίνει καλός περί των δυστυχών εκείνων οιωνός» και ίσως οι παραπάνω Παναγιώτης και Σταματέλος, οι οποίοι φέρουν ονόματα της οικογένειας, να είχαν εμπλακεί στη βεντέτα αυτήν.

Μετά το φονικό του Αντώνη στη φυλακή, ο παπά-Νικόλας έστειλε το δευτερότοκο γιο του Διονύση στην Ιταλία, όπου τελείωσε το Γυμνάσιο και σπούδασε εμπορικά και ξένες γλώσσες (Ιταλικά, Αγγλικά, Γαλλικά). Στη Ζάκυνθο δεν γύρισε ποτέ.

Δούλεψε στη Σύρα ως πράκτορας Αγγλικής ατμοπλοϊκής εταιρίας της οποίας τα πλοία ταξίδευαν στην Αλεξάνδρεια. Αργότερα εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αλεξάνδρεια και τελικά ασχολήθηκε με το εμπόριο βαμβακιού. Το Διονύση Κεφαλληνό (1842-1919) τον συγκινούσαν οι καλές τέχνες, ζωγράφιζε, έπαιζε μουσική και για λίγο ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία ως ανταποκριτής Ιταλικών εφημερίδων (Corriere della Sera κ.α.). Στην Αίγυπτο πρέπει να έφθασε το 1862, αργότερα έφερε στην Αλεξάνδρεια τον πατέρα του.

Ο Ι. Ν. του Ευαγγελισμού στην Αλεξάνδρεια στα τέλη του 19ου αιώνα.
Ο παπά–Νικόλας με την μόρφωση του και τα φυσικά πνευματικά του χαρίσματα έγινε αγαπητός στην Ελληνική παροικία. Oι Πατριάρχες τον τιμούσαν, αν και οι σχέσεις μαζί τους δεν ήταν πάντοτε ήρεμες. Αποχώρησε από την εκκλησία ως Μέγας Οικονόμος και πρωθιερέας του Ιερού Ναού του Ευαγγελισμού. Πέθανε στην Αλεξάνδρεια το καλοκαίρι του 1892, καταλήγει ο Ε. Χ. Κάσδαγλης.

Επίσης, ο Μιχάλης Περίδης στο δοκίμιό του με τίτλο «Ο Γιάννης Κεφαλληνός ως τα εικοσιένα του χρόνια», δημοσιευμένο στην «Νέα Εστία» του 1958, αναφέρει μεταξύ άλλων:

Ὁ Διονύσιος Κεφαλληνὸς στὴν Ἰταλία συνεπλήρωσε τὶς γνώσεις του καὶ ἐξέμαθε τὴν ἰταλικὴ γλώσσα. Ἀργότερα ἐπέστρεψε στὴν Ἑλλάδα ‒ ὄχι στὴ Ζάκυνθο τὴν ὁποία δὲν ξαναεῖδε ‒ καὶ κατόπιν ἐπῆγε στὴν Αἴγυπτο.
Ὁ Διονύσιος εἶχε μόρφωση καὶ καλλιτεχνικὲς διαθέσεις, ζωγράφιζε (σώζονται ἀκόμη σχέδιά του καὶ εἰκονίσματά του μὲ ἐλαιόχρωμα) καὶ τραγουδοῦσε πρὸ πάντων ζακυνθινὲς καντάδες καὶ δίστιχα μὲ συνοδεία κιθάρας ποὺ ἔπαιζε ὁ ἴδιος.
Μιλοῦσε καὶ ἔγραφε τὴ γαλλική, ἀγγλική, καὶ τέλεια τὴν ἰταλικὴ καὶ γιὰ μιὰ περίοδο ἔστελνε ἀνταποκρίσεις σὲ ἐφημερίδες τῆς Ἰταλίας μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ στο «Κορριέρε ντέλλα Σέρρα».
Στὴν ἀρχὴ ὑπάλληλος, ἔπειτα διευθυντὴς ἐμπορικοῦ οἴκου, κατόπιν ἔμπορος βάμβακος ὁ ἴδιος, ἀπέκτησε τέλος ἕνα μεγάλο ἀγρόκτημα στὴν περιφέρεια τῆς Μὶτ Μπίρρα, Μενουφίας, Μέσα σ’ αὐτὸ ὑπῆρχε καὶ μία ἀπέριττη ἔπαυλη ὅπου, ἐπανειλημμένως κάθε χρόνο, ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ὡς τὰ εἰκοσιπέντε του και, ἔκτοτε, κατὰ διαλείμματα, πολλὲς ἡμέρες ἤ ἐβδομάδες, διέμενε ὁ Γιάννης Κεφαλληνός. Ἐκεῖ, σ’ αὐτὸ τὸ κτῆμα, ἐσχεδίασε καὶ ζωγράφισε, ἐκεῖ δέχθηκε μὲ χαρὰ τὴν ἐπίδραση τῆς αἰγυπτιακῆς γῆς καὶ τῆς ζωῆς τῆς αἰγυπτιακῆς ὑπαίθρου. […] Μετὰ τὴν ἀποκατάσταση καὶ εὐδοκίμησή του στὴν Αἴγυπτο, ὁ Διονύσιος Κεφαλληνὸς ἐκάλεσε ἐκεῖ τὸν πατέρα του, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε ὡς ἱερεὺς καὶ κατόπιν πρωθιερεὺς τῆς ἐκκλησίας τῆς ἑλληνικῆς κοινότητος Ἀλεξανδρείας, ὁ «Εὐαγγελισμός», ἐπὶ πολλὰ χρόνια. Ἦταν ἕνας ὡραῖος καὶ ἐπιβλητικὸς παπᾶς μὲ καλαίσθητα καὶ βαρύτιμα ἄμφια καὶ καλὴ φωνή. Ἐπέθανε το 1892 σὲ ἡλικία ὀγδόντα δύο ἐτῶν, καταλήγει Μιχαλης Περίδης.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε ότι η προσωπική μας έρευνα σε αρχεία, όπως και οι διηγήσεις μελών της οικογένειάς μας, προσθέτουν μερικά νέα στοιχεία. Η έρευνα αυτή θα μπορούσε να δίνει απαντήσεις σε ερωτήματα που προκύπτουν, είτε και να διορθώνει ορισμένες ανακρίβειες, οι οποίες οπωσδήποτε υπάρχουν στα παραπάνω, καθώς και σε άλλα δημοσιεύματα.

Αρχίζοντας από τα πιο παλαιά γεγονότα, πριν το 1864, δηλαδή την περίοδο της «Αγγλικής προστασίας», η έρευνά μας για την διπλή βεντέτα στις εφημερίδες της εποχής αυτής δεν πρόσφερε σημαντικότερα στοιχεία πέραν αυτών που αναφέρει ο Ε. Χ. Κάσδαγλης. Προσδοκούμε να βρούμε στο μέλλον πλουσιότερο υλικό στο «Αρχείο Εκτελεστικής Αστυνομίας της Κέρκυρας (1818–1866)». Επί του παρόντος η μικρή έρευνά εκεί του γιού μας Διονύση, γνωστοποιεί ότι ο «δυστυχής Παναγιώτης», που αναφέρεται στην εφ. «Μέλλον» του 1849, είχε συλληφθεί για φόνο το 1836.

Συγχρόνως φαίνεται ο ιερέας να μη λειτουργούσε, όταν πληροφορήθηκε το φόνο του γιού του στο Σκουλικάδο, όπως αναφέρει ο Κάσδαγλης, αλλά στην πόλη της Ζακύνθου, όπως ο αδελφός του πατέρα μου, Νίκος Κεφαλληνός, ισχυρίζεται ότι είχε ακούσει από τους παλαιότερους. Πράγματι σε δημοσιεύματα, όπως θα δούμε παρακάτω, αναφέρεται ότι υπήρξε εφημέριος της μητροπόλεως Ζακύνθου.

Όμως για το ερώτημά του Κάσδαγλη, πώς ένα γεγονός, το οποίο θα έπρεπε να είχε συγκλονίσει το νησί, δεν καταγράφεται σε κάποια εφημερίδα, θα μπορούσαμε να διακινδυνεύσουμε και εμείς ορισμένες εκτιμήσεις, όπως ότι η έρευνα από όλους μας δεν φαίνεται να έχει ολοκληρωθεί. Από τα ελάχιστα φύλλα εφημερίδων που εκδίδονται αυτήν την εποχή πολλά έχουν χαθεί και το σπουδαιότερο, ολόκληρο το πλούσιο και ανεκτίμητο ιστορικό αρχείο της Ζακύνθου καταστράφηκε στην σεισμοπυρκαϊά του 1953. Από την άλλη πλευρά, πολλά έντυπα και εφημερίδες λόγω της μεγάλης και ανεξέλεγκτης παραβατικότητας στα Ιόνια νησιά και ιδιαιτέρα στη Ζάκυνθο, απέφευγαν να δημοσιεύουν παραβατικές και εγκληματικές πράξεις, οι οποίες θεωρούσαν ότι δυσφημούσαν στο πανελλήνιο τον τόπο μας.

Απομένει λοιπόν σε εμάς να οπλιστούμε με υπομονή, να εφεύρουμε το χρόνο που απαιτείται, ώστε να γίνουμε πιο συστηματικοί και επίμονοι μπροστά στις ανυπέρβλητες, πολλές φορές, δυσκολίες που παρουσιάζει ακόμη και μια πρωτόλεια αλλά τόσο χρήσιμη ιστορική έρευνα, η οποία αφορά στην ιστορία του Σκουλικάδου και των ανθρώπων του. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι μέχρι και σήμερα δεν κατορθώσαμε να μάθουμε από τις πηγές ποιά ήταν τα ονόματα του πατέρα και των θείων, αν υπήρχαν, του παπά – Νικόλα, μας στερεί την δυνατότητα να αξιοποιήσουμε την πληθώρα ονομάτων και συμβάντων που συναντάμε σε αρχεία, έντυπα και κώδικες εκκλησιών από το 1750. Το πατρώνυμο του νεκρού ιερέα δυστυχώς δε βρέθηκε ούτε και στην «εντολή ταφής» του, όπως συνέβαινε με τους άλλους νεκρούς της Ελληνικής κοινότητας της Αλεξάνδρειας.

Δεν είναι αλήθεια λοιπόν ότι ο παπά–Νικόλας πέθανε το 1892 σε ηλικία 82 ετών, όπως αναφέρεται παραπάνω. Ο Λ. Ζώης το 1963 στο «ΛΕΞΙΚΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΖΑΚΥΝΘΟΥ» αναφέρει: «Κεφαλληνός Νικόλαος, ἱερ. ἀκμάσας κατὰ τὰ τέλη τοῦ ιθ΄ αἰῶνος. Καλλίφωνος ἱεροψάλτης ἐσπούδασε τὴν Κ]πολιτικὴν καὶ Κρητικὴν μουσικήν. Ἐπὶ 15ετίαν ἀπὸ τοῦ 1867 διετέλεσεν ἐφημέριος τῆς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Ἑλλ. Κοινότητος προαχθείς εἰς Μ. Οἰκονόμον. Ἀπέθ. τὸν ἰούνιον τοῦ 1896». Πράγματι, η εντολή του γραφείου της ελληνικής κοινότητας της Αλεξάνδρειας προς τον επιστάτη του κοιμητηρίου, την οποία με τόση συγκίνηση ανασύραμε από τα αιγυπτιακά αρχεία, είναι σαφής:

«Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἐπιφέροντα τὸ παρὸν νὰ ἐνταφιάσῃ τὸν νεκρὸν του Νικολάου Κεφαλληνοῦ, Ιερέως, Ἐντὸς τοῦ Κοιμητηρίου εἰς τον Ἀριθ. Α. δωρεάν τοῦ κατὰ γνῶσιν Ἐπιτρόπου
Πατρίδος Ζακύνθου
Ἡλικίας ετῶν 85
Ἐπαγγέλματος Ἱερεύς
Ὑπηκοότητος Ἕλλην
Ἐν Ἀλεξανδρείᾳ τῇ 1 Ιουνίου 1896»

Συγχρόνως και η εφημερίδα «Ελπίς» στις 23 Ιουνίου 1896 αναφέρει: «Περὶ τοῦ ἐσχάτως ἀποθανόντος ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, συμπολίτου μας ἱερέως Νικολάου Κεφαλληνοῦ ἡ «Νέα Ἡμέρα» γράφει τὰ ἑπόμενα:

«Ἐνάρετος καὶ περὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ δοκιμώτατος κληρικὸς ἐτελεύτησεν ἐσχάτως ἐν Ἀλεξανδρείᾳ πλήρης ἡμερῶν.
Ὁ σεβάσμιος ἱερεύς Νικόλαος Κεφαλληνὸς ἐγγενήθη ἐν Ζακύνθῳ καὶ διέπρεψεν αὐτόθι ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς ἀξιώμασι διατελέσας καὶ ἐφημέριος τοῦ μητροπολιτικοῦ ναοῦ. Τῷ 1867 ἐκλεχθεὶς ὑπὸ τῆς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἑλληνικῆς κοινότητος προϊστάμενος τοῦ αὐτόθι ναοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἤσκησε λίαν εὐδοκίμως ἐπὶ πέντε καὶ δέκα ἔτη τὴν πνευματικὴν ταύτην λειτουργίαν ἐφελκύσας δαψιλῶς τὴν ἀμέριστον ἀγάπην καὶ τὸν σεβασμὸν τῶν ὁμογενῶν. Ἀγαθὴ χρηστότης ἤθους, ἀνυπόκριτος ἑκάστοτε παρρησίᾳ, μελίχιος καὶ ἀληθῶς εὐαγγελικὴ συμπεριφορὰ ἀξιοθαύμαστος περὶ τὰς ἱερουργίας εὐπρέπεια ἐναρμονίως συνημμένη μετὰ μελῳδικωτάτης φωνῆς, ταῦτα ἦταν τὰ ἀξιοζήλωτα τοῦ μεταστάντος προτερήματα.Ἡ Ζάκυνθος ἀπωρφανίσθη διαπρεποῦς ἱερέως ὅστις καὶ ἐν τῇ ἰδίᾳ πατρίδι καὶ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὑπῆρξεν ὑπόδειγμα ἀληθοῦς τοῦ Κυρίου λειτουργοῦ». Εκτός των άλλων, δεν φαίνεται να είναι σωστό ότι από το 1867 διορίστηκε πρωθιερέας του ναού του «Ευαγγελισμού». Ίσως ο Λ. Ζώης, που επίσης αναφέρει αυτήν την λαθεμένη ημερομηνία, να είχε χρησιμοποιήσει το παραπάνω άρθρο της εφημερίδας «Νέα Ημέρα», είτε το μελέτημα του Π. Γριτζάνη «Διάσημοι Μουσικοδιδάσκαλοι», το οποίο δημοσιεύτηκε στις 20 -01-1908 στην εφημερίδα «Ελπίς» και στην οποία γράφεται η παραπάνω λάθος ημερομηνία. Συγκεκριμένα, γράφει η «Ελπίς»: «Ο Ἱερεὺς Κεφαλληνός Νικόλαος. Ἐγεννήθη ἐν Ζακύνθῳ περὶ τὰς ἀρχὰς τῆς νῦν φθινούσης ΙΘ΄. ἑκατονταετηρίδος. Καλλίφωνος ὤν ἐσπούδασε τὰ ἀναγκαιότερα μαθήματα τῆς τε Κ)πολιτικῆς καὶ Κρητικῆς μουσικῆς. Μετὰ τῶν συγγενῶν αὐτοῦ Τριζόμπελου καὶ Θερειανοῦ ἐποιήσατο τριβὴν μεγάλην περὶ τὰ Ἐκκλησιαστικὰ καὶ ἰδίως περὶ τὴν μουσικὴν. Μετερχομένος τὸ ἱερατικὸν ἐπάγγελμα συγχρόνως εἶχε καὶ θέσιν ψάλτου νεώτερος τῇ ἡλικίᾳ ὤν εἰς τὰς κεντρικωτέρας ἐκκλησίας τῆς Ζακύνθου. Σύν τῷ χρόνῳ δὲ διέπρεψεν ἐν ἐκκλησιαστικοῖς ἀξιώμασι διατελέσας καὶ ἐφημέριος τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ. Τῷ 1867 ἐκλεχθείς ὑπὸ τῆς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἑλληνικῆς κοινότητος προεστὼς τοῦ αὐτόθι ναοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἤσκησε λίαν εὐδοκίμως ἐπὶ πεντακαίδεκα ἔτη τὴν πνευματικὴν ταύτην λειτουργίαν, προχειρισθεὶς ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου Σωφρονίου μέγας Οἰκονόμος τῆς πατριαρχικῆς Ἐκκλησίας Ἀλεξανδρείας. Ἀπεβίωσε τὸν Ἰούνιον 1896 πλήρης ἡμερῶν.» Πράγματι, στο βιβλίο του ιερέα, Ιωάννη Καραμηνά «Ὁ Ἱερὸς Ναὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Ἑλληνικῆς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Κοινότητος» στο κεφάλαιο «Ἱερατικὸν προσωπικὸν τῆς ἐκκλησίας Εὐαγγελισμός», αναφέρεται ως ημερομηνία πρόσληψης του παπά-Νικόλα η 17η Νοέμβρη του 1871. Το τελευταίο φαίνεται λογικό, διότι από τα αρχεία της ελληνικής κοινότητας της Αλεξάνδρειας βλέπουμε, ότι το 1869 το Πατριαρχείο αναζητεί τον αντικαταστάτη του παραιτηθέντος αρχιμανδρίτη πρωθιερέα του ναού του «Ευαγγελισμού». Για τον λόγο αυτό, ο πρόεδρος της κοινότητας Αλεξάνδρειας Χ. Κωνσταντινίδης στέλνει με την σειρά του, στις 10 Μαρτίου του 1869, την υπ’ αριθ. 21 επιστολή προς τον επίσκοπο Σύρου Αλέξανδρον και στην οποία αναφέρει:

Σεβασμιώτατε Ἱεράρχα,
(…..) Παραιτηθέντος τοῦ προεστῶτος τῆς ἡμετέρας Ἱερᾶς Ἐκκλησίας «ὁ Εὐαγγελισμὸς» Ἀρχιμανδρίτου κυρίου Γρηγορίου Ἀγαθοβούλου, ἔχομεν ἀνάγκην ἑνὸς τοιούτου εἰς ἀντικατάστασιν αὐτοῦ προς διατήρησιν τῆς τάξεως καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Ἐκκλησίας. Τὴν ἀνεύρεσιν ὅθεν προεστῶτος θαρραλέως ἀνατιθέμεθα τῇ Ὑμ. Πανιερότητι, βέβαιοι ὄντες ὅτι ἡ δὲν θέλει δυσκολευθῇ ἡ Ὑμ. Πανιερότης εἰς τήν ἀνεύρεσίν του. Ἀλλ’ ἀνάγκη πᾶσα ἵνα ἐκθέσωμεν καὶ τά χαρακτηριστικά τοῦ τοιούτου Προεστῶτος ὅπως μὴ δυσκολευθῇ ἡ Ὑμ. Πανιερότης εἰς την ἀνεύρεσίν του, ὡς καὶ τάς ὑποχρεώσεις ἡμῶν.
Ἐν πρώτοις ἡ ἡλικία αὐτοῦ νὰ μὴ ᾗ κάτω τῶν 40 ἐτῶν, καὶ μὲ βαθμὸν Ἀρχιμανδρίτου. Νὰ ᾗ ἀναλόγου παιδείας κάτοχος, ὥστε καὶ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐνίοτε καὶ ἐν ἀρμοδίαις περιστάσεσι νὰ διδάσκῃ τον λόγον τοῦ Θεοῦ, καὶ εἰς τὸ ἡμέτερον Λύκειον νὰ παραδίδῃ τοῖς μαθηταῖς ἐν ταῖς ἐργασίμοις τῶν Σχολείων ἡμέραις τὴν Ἱεράν Κατήχησιν καὶ ἐξηγεῖ αὐτοῖς το τῆς Κυριακῆς Εὐαγγέλιον, προς δὲ νὰ ἔχῃ και τὴν ἑβδομαδιαίαν ἐφημερίαν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ Λειτουργῶν ἄμα τε καὶ ἐν ταῖς ἐπισήμοις ἡμέραις.
Ἡ δὲ Κοινότης ἡμῶν ὑπόσχεται αὐτῷ μισθὸν μηνιαῖον 60.5/φρ. ἐξήκοντα, κατοικίαν ἀνάλογον ἐν τῷ περιβόλῳ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὔδωρ ἐπίσης δωρεάν. οὐχ ἧττον δὲ ἡ Αὐτοῦ Πανοσιολογιότης πρός ταῦτα θέλει ἀπολαμβάνει καὶ τά παρεμπίπτοντα τυχηρά (ἐκτός βέβαια ἐκείνων τῶν διδομένων ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν Ἐκκλησίαν δωρημάτων) οἷον ἐκ λειψάνων τὰ προαιρούμενα, ἁγιασμῶν, βαπτίσεων καὶ ἄλλων Ἱεροπραξιῶν. Ἐὰν δὲ ἡ πανοσιολογιότης του γνωρίζει ἐκτιμῶν τάς περιστάσεις, ἐνταῦθα, οἱ ἡμέτεροι συμπολῖται εἰσί γενναῖοι, μάλιστα ἐν εὐφόροις ἔτεσιν, ὥστε εἴμεθα βέβαιοι ἐξ ὅλων τούτων, ὅτι ἔσεται λίαν εὐχαριστημένος.
Περαίνοντες τήν παροῦσαν ἵνα μήπω ἔτι ἐνοχλητικοὶ ἐσόμεθα τῇ Ὑμ. Πανιερότητι ἐπαναλαμβάνομεν τάς παρακλήσεις μας, περὶ τῆς ἐκ μέρους της ἐπασχολήσεως ἐπὶ τοῦ προειρημένου, καὶ συνιστῶντες τὴν ταχεῖαν ὅσον ἔνεστι εὐχάριστον ἀπάντησίν της, ἱκετεύσωμεν τῷ Ὑψίστῳ καὶ Πανυκτοίρμονι Θεῷ καὶ Σωτῆρι Ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ ὑπὲρ τῆς μακροβιότητος τῆς Υ. Πανιερότητος, διατελοῦμεν μετά τοῦ προσήκοντος σεβασμοῦ καὶ ἀσπαζόμεθα τὴν Ἱεράν αὐτῆς δεξιάν.

Θα έπρεπε ίσως εδώ να ερευνηθεί, μήπως τελικά υπάρχει και κάποια σχέση μεταξύ του διορισμού του παπά–Νικόλα στη θέση του πρωθιερέα, η οποία είχε προκηρυχτεί στην επιστολή προς τον επίσκοπο της Σύρου, και του γεγονότος ότι ο γιος του ιερέα, Διονύσης, εργάστηκε στη Σύρο μετά τις σπουδές του στην Ιταλία. Φυσικά, πριν πάει στην Αλεξάνδρεια και καλέσει εκεί τον πατέρα του.

Στα δημοσιεύματα που προαναφέραμε, περιγράφεται επίσης ως γεγονός ότι ο γιος του παπά-Νικόλα, Διονύσης, δεν επέστρεψε ποτέ στη Ζάκυνθο. Η αλήθεια είναι ότι συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Διηγήσεις παλαιοτέρων αναφέρουν, ότι στις αρχές του περασμένου αιώνα ήρθε κάποιος μαζί με τα παιδιά του από την Αλεξάνδρεια και μάλιστα ήπιε νερό και κοιμήθηκε μια βραδιά κάτω από την περγουλιά του πηγαδιού μας στο Σκουλικάδο, μονολογώντας «τώρα ας πεθάνω». Πράγματι, στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» με ημερομηνία 3 Ιουλίου 1914 αναφέρεται: «Μετὰ πολυετῆ ἐν Καΐρῳ ἀπουσίαν, ἐπανῆλθεν οἰκογενειακῶς ὁ ἡμέτερος συμπολίτης κ. Διονύσιος Ν. Κεφαλληνὸς, υἱὸς τοῦ ἀειμνήστου καὶ ἐκλεκτοῦ ἐφημερίου τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Νικολάου Κεφαλληνοῦ. Κατὰ το μακρὸν διάστημα τῆς ἐν τῇ ξένῃ ἀπουσίας του, ὁ κ. Κεφαλληνὸς, οὐδέποτε ἐλησμόνησε τὴν ἀναθρέψασαν αὐτὸν Ζάκυνθον, καὶ ἀείποτε ἐφάνη ἀρωγὸς πρὸς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην τῆς ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς αὐτοῦ ὑποστηρίξεως Ζακυνθίους καὶ ἑπτανησίους. Γενναῖον δὲ ποσὸν προσέφερε κατὰ τοὺς σεισμοὺς τῆς Ζακύνθου, καθὼς καὶ εἰς ἄλλας περιστάσεις. Ὁ κ. Κεφαλληνὸς κατέλυσεν εἰς τὸ Ξενοδοχεῖον ἡ «Εὐρώπη». Συγχρόνως, στην εφημερίδα «Ελπίς», με ημερομηνία 5 Μαΐου 1885, αναφέρεται: «Ἀφίκετο ἐξ Ἀλεξανδρείας, ὁ συμπολίτης ἡμῶν κ. Διον. Κεφαλληνὸς υἱὸς τοῦ σεβαστοῦ ἱερέως Κ. Νικολάου». Η ίδια εφημερίδα και με ημερομηνία 25 Ιουλίου 1885 γράφει: «Ἀνεχώρησε δι’ Ἀλεξάνδρειαν ὁ συμπολίτης ἡμῶν κ. Διον. Ν. Κεφαλληνός».

Επίσης, από μικρός έβλεπα με συγκίνηση στο δεσποτικό της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου του Μεγαλομάτη των Κεφαλληναίων, στο Σκουλικάδο τη φράση «Αφιέρωμα Διονυσίου Ν. ιερ. Κεφαλληνού η Γιάκουμου 1921». Λέγεται ότι ήταν τόσο μεγάλο που δεν χώρεσε τελικά να περάσει από την πόρτα της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου. Το εγκατέστησαν λοιπόν στην Παναγία, κεντρική εκκλησία του Σκουλικάδου και συγχρόνως το δεσποτικό της Παναγίας το έφεραν στον Άγιο Νικόλα.

Ο Μ. Περίδης, φίλος του χαράκτη από την Αλεξάνδρεια, ισχυρίζεται ότι για το δοκίμιό του με τίτλο «Ο Γιάννης Κεφαλληνός ως τα εικοσιένα του χρόνια», στην «Νέα Εστία» του 1958, βασίζεται σε στοιχεία, τα οποία του έδωσε με επιστολή του για την ιστορία της οικογένειας το 1957, ο αδελφός του χαράκτη, καλλιεργητής βαμβακιού και επιχειρηματίας Νίκος Κεφαλληνός (1892-1970). Ο Ε. Χ. Κάσδαγλης με την σειρά του αναφέρει ότι για το δίτομο έργο του «Γιάννης Κεφαλληνός ο Χαράκτης» αντλεί τις πληροφορίες του από το μελέτημα του Μιχάλη Περίδη και από ανέκδοτες χειρόγραφες πληροφορίες του Νίκου Κεφαλληνού, τις οποίες εμπιστεύτηκε σε αυτόν ο ανιψιός του Νίκου, πρέσβης Διονύσιος Καραγιάννης. Είναι λοιπόν απορίας άξιο το γεγονός ότι αυτές οι πληροφορίες, οι οποίες προέρχονται μέσα από την οικογένεια του ιερέα, σε ορισμένα σημεία δεν υπήρξαν ακριβείς. Βέβαια, δεν είναι απαραίτητο όλα να εξηγούνται στη ζωή. Ωστόσο, έχει διασωθεί από παλαιότερους, και το έζησα και εγώ στο σπίτι μας, να μη συζητούνται όχι μόνο τα νεότερα δραματικά, αλλά και τα παλαιά γεγονότα, λόγω της ιδιαίτερης φόρτισης που δημιουργούσαν. Να βοήθησε το παραπάνω γεγονός, στο να ξεχνιούνται με τα χρόνια ακόμα και σημαδιακές ημερομηνίες καθώς και ουσιώδη περιστατικά;

Ωστόσο θα περίμενε κανείς, τουλάχιστο ο επίσης ζακυνθινός στην καταγωγή μουσικοδιδάσκαλος Παναγιώτης Γριτζάνης να παρέμενε ακριβής στην ανακοίνωσή του, για το πότε διορίστηκε ο παπά-Νικόλας ως Μέγας Οικονόμος και πρωθιερέας στον Ιερό καθεδρικό Ναό του Ευαγγελισμού της Αλεξάνδρειας. Όπως είναι γνωστό ο Γριτζάνης ερχόμενος στην Αλεξάνδρεια από την Νεάπολη της Ιταλίας, όπου σπούδασε μουσική, υπηρέτησε την ίδια εποχή και στον ίδιο ναό του Ευαγγελισμού με τον παπά-Νικόλα, ως υπεύθυνος μουσικοδιδάσκαλος και ιδρυτής, ο ίδιος, της τετραφωνικής χορωδίας του ναού του Ευαγγελισμού, όπως περιγράφουν οι βιογράφοι του. Τύχη αγαθή να κρατάμε στα χέρια μας τα πρακτικά της επιτροπής της Ελληνικής κοινότητας Αλεξάνδρειας, τα οποία αναφέρουν:

Ἐν Ἀλεξανδρείᾳ τὴν 20. Ἀπριλίου 1873.
Πρὸς τον Μουσικοδιδάσκαλον Κύριον Π. ΓΡΙΤΖΑΝΗΝ, Εἰς Νεάπολιν.
Κύριε,
Ἡ Ἐπιτροπή τῆς ἡμετέρας Κοινότητος τῇ συγκαταθέσει καὶ τῆς Λ. Π. καὶ Μακαριότητος τοῦ τρισεβάστου Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Κυρίου Σωφρονίου, ἀπεφάσισε νὰ εἰσάξῃ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ Αὐτῆς «ὁ Εὐαγγελισμὸς» τὴν εἰς την Εὐρώπην παραδεδεγμένην ἐν τοῖς ὀρθοδόξοις Ἰεροῖς Ναοῖς Εὐρωπαϊκήν Μουσικήν.
Καθοῦσα δὲ ἔκ τε τῆς φήμης, τῶν διαφόρων ἐφημερίδων, καὶ περὶ πλέον φωτισθεῖσα, ἡ Ἐπιτροπὴ, ἀπὸ τὸ Ὑμέτερον περὶ μουσικῆς σύγγραμμα περὶ τῶν περί τὴν ὡραίαν ταύτην τέχνην γνώσεών σας, ἔκρινε ν’ ἀποτανθῇ προς ὑμᾶς, τῇ θελήσει καὶ τοῦ ἡμετέρου Πατριάρχου καὶ σᾶς προσκαλέσῃ ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ ὡς Μουσικοδιδάσκαλον.
Ἀλλὰ πρίν ἤ προβῇ εἰς την πρόσκλησίν της ταύτην, ἐσκέφθη ἵνα μάθῃ παρ’ ἡμῶν, πρῶτον μέν τὴν ἀποδοχὴν ἐκ μέρους σας τῆς τοιαύτης θέσεως καὶ ἐν καταφατικῇ ἀπαντήσει, ὁποῖαι θέλουσιν εἶσθαι αἱ ἀπαιτήσεις καὶ ἀξιώσεις σας διὰ τὸ ἀναδειχθησόμενον βάρος, τῆς τε δηλ. χοροστατήσεως ἐν τῇ Ἑκκλησία τοῦ σχηματισμοῦ ἀναλόγου χοροῦ, προς εἰσαγωγήν τῆς ὡς εἴρηται ἐκκλησιαστικῆς εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς, σύμφωνα μὲ τάς ἐν τῷ συγγράμματί σας ἰδέας σας καὶ τὴν ἐν τοῖς ἡμετέροις Σχολείοις εἰς καταλλήλους μαθητὰς μετάδοσιν καὶ διδασκαλίαν τῆς ὡραίας τέχνης σας.
Τὴν ἀπάντησίν σας ταύτην, ἀξιοῦμεν νὰ ἔχωμεν ὅσον οἶόν τε τάχιον ἵνα σταθμίζοντες τά δέοντα, προβῶμεν εἰς την ὁποίαν θὰ σᾶς κάμωμεν πρόσκλησιν.
Πεπείσμεθα ἐν τούτοις, ὅτι αἱ τοιαῦται ἀπαιτήσεις καὶ ἀξιώσεις σας ἔσονται ἀνάλογοι μὲ το ὀρθὸν καὶ το δίκαιον καὶ μὲ τὴν ἐπιθυμίαν μεθ’ ἧς ἐπροτιμήσαμεν ὑμᾶς, παντός ἄλλου, προς σύστασιν μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς ἥτις συνεπείᾳ τῶν περὶ αὐτὴν γνώσεών σας γενήσηται ἡμέραν τινα, τῦπος καὶ ὑπογραμμὸς τῆς ἐν τῇ Ἀνατολῇ Ἐκκλησιαστικῆς Εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς.
Δέξασθε, ἀξιότιμε Κύριε Μουσικοδιδάσκαλε, τήν πρός ὑμᾶς ἐξαίρετον ὑπόληψίν μας.

Ο ποιητής Κ. Π. Καβάφης (Χαλκογραφία του Γιάννη Κεφαλληνού).
Σε αυτούς τους σελιδοδείκτες των καιρών, ιστορίες και γεγονότα υπάρχουν πολλά, όπως αυτά που θα ανασύρουμε, αργότερα, στο δεύτερο μέρος αυτής της εργασίας, τα οποία θα αφορούν την ζωή του χαράκτη Γιάννη Κεφαλληνού και ακόμη περισσότερα στο τρίτο μέρος, το οποίο θα περιγράφει ιστορίες του Σκουλικάδου μέχρι το 1900 μέσα από την οικογένεια του Σπύρου Κεφαλληνού, αδελφού του παπά-Νικόλα, η οποία παρέμεινε στη Ζάκυνθο, συνέχισε την παράδοση του Χωριού και της οικογένειας μας βεβαίως, φέρνοντας από γενιά σε γενιά νέα πάθη, αντεκδικήσεις και συμφορές.

Για παράδειγμα, από τα παιδιά του Σπύρου Κεφαλληνού :

- Ο Αντώνης Κεφαλληνός ή Κακριμάνος, πατέρας του παππού μου όπως προαναφέραμε, γύρω στα 1860 σκόπιμα διέπραξε ένα μικροαδίκημα για να μπει στη φυλακή και να πνίξει με τα ίδια του τα χέρια τον Πλέσσα, φονιά του πρώτου εξαδέλφου του Κωνσταντίνου, γιού του παππά-Νικόλα. Φημιζόταν για τη μυϊκή του δύναμη και η ζωή του υπήρξε περιπετειώδης.
Ανήκε στο Ρωμιάνικο Κόμμα. Υπήρξε πρωτοπαλίκαρο του Αλεξάνδρου Ρώμα, ο οποίος του ανέθεσε πολλές αποστολές στον ευρύτερο ελληνικό και βαλκανικό χώρο. Συγκεκριμένα το 1897 συμμετείχε στο σώμα των Γαριβαλδινών που είχε ιδρύσει ο Ρώμας. Πολέμησε στα Φάρσαλα. Σεβάστηκε αιχμαλώτους Τούρκους που συνέλαβε, ενώ ο ίδιος όπως και όλοι οι Γαριβαλδινοί, ως αντάρτες δεν προστατεύονταν από τους νόμους του πολέμου. Ο Ρώμας τον είχε ορίσει και ταμία του σώματος των Γαριβαλδινών στο οποίο, όπως είναι γνωστό, πολεμούσε και ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης, που σκοτώθηκε κατά τις επιχειρήσεις στο Θέρισο της Ηπείρου. Ενεπλάκη και σε άλλες περιπέτειες επίσης. Όπως περιγράφει ο Μ. Περίδης, (Νέα Εστία του 1958.) «Ο Αντώνης ταξίδευε στην Αίγυπτο όπου τα παιδιά του πρωτοξαδέλφου του Διονύση, πατέρα του χαράκτη Γιάννη Κεφαλληνού, τον θαύμαζαν και τον αγαπούσαν ως ένα μυθικό πρόσωπο. Ο ίδιος ο χαράκτης θυμόταν και ανέφερε συχνά στις κουβέντες του τέτοιους ανθρώπινους τύπους που τύχαινε να γνωρίζει ο ίδιος, είτε να του περιγράψουν άλλοι. Ανθρώπους εξαιρετικούς για τη στάση τους ή για τις γενναίες πράξεις τους, όπως και οι βίαιοι και εκδικητικοί προύχοντες που, μέσα στα φελαχοχώρια και στις κωμοπόλεις της Αιγύπτου, χόρταιναν την πείνα των ενστίκτων ερωτισμού και αντεκδικήσεών τους δολοφονώντας τους αντιπάλους τους ή αυτούς που τους αντιστέκονταν. Όπως τον εξάδελφο του πατέρα του, Αντώνη Κεφαλληνό που στα γεράματά του διηγιόταν στην Αίγυπτο τις περιπέτειες της δραματικής ζωής του. Τέτοιοι τύποι έπαιρναν μέσα στην φαντασία του διαστάσεις θρύλου».
Λέγεται ότι ο Αντώνης, ταξιδεύοντας για την Αίγυπτο, πέρασε από την Κωνσταντινούπολη. Εκεί ξέμεινε από χρήματα και προσπάθησε σε ένα Τούρκικο παζάρι να πουλήσει τα κουμπιά του γιλέκου του, για τα οποία πίστευε «ότι είχαν κάποια αξία». Εκείνη την στιγμή κάποιος του κτυπάει φιλικά την πλάτη. Ήταν ένας Εβραίος, τον οποίο είχε προστατεύσει παλιότερα, σε φυλακή στην Ελλάδα. Ο φίλος αυτός τον βοήθησε ουσιαστικά προκειμένου να συνεχίσει το ταξίδι του χωρίς προβλήματα.
Όταν πλησίαζε το τέλος του, έφεραν παπά από το Γαϊτάνι για να τον εξομολογήσει. Η εξομολόγηση κράτησε, με κάποιες διακοπές, σαράντα μέρες και χαρακτηριστική είναι η απάντηση που έδωσε ο παπάς, ευρισκόμενος πάνω στο υποζύγιο που τον πηγαινοέφερνε στο Σκουλικάδο, όταν ρωτήθηκε από κάποιον σε τι συμπέρασμα καταλήγει. Απάντησε, λοιπόν, με απόλυτη ηρεμία: «Μάλλον η πλάστιγγα γέρνει υπέρ του». Συνάντησα τον Κάσδαγλη λίγο πριν πεθάνει στο Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας στην Αθήνα, όπου εργαζόταν. Συζητήσαμε και για την ζωή του Αντώνη με τον οποίο ήθελε να ασχοληθεί, αλλά ο χρόνος της ζωής δεν στάθηκε γενναιόδωρος μαζί του.

- Ο Φίλιππος, ο οποίος για αγροτοκτηνοτροφικές διαφορές χτύπησε στο Σκουλικάδο κάποιον Μωραïτη, συνηθισμένες δυστυχώς πρακτικές της εποχής εκείνης. Μετά το γεγονός αυτό, οι Μωραϊταίοι σκότωσαν το Φίλιππο.

- Ο Παναγιώτης, που εκδικήθηκε για τον θάνατο του αδελφού του Φίλιππου. Στις 19 του Νοέμβρη του 1892, ημέρα Πέμπτη, μαζί με το Χαράλαμπο Κ. Κεφαλληνό φόνευσαν τον Στυλιανό Μωραΐτη. Φυγοδίκησε και τον Νοέμβρη του επόμενου χρόνου, ο μεγαλύτερος από τα αδέλφια του, ο Αντώνης ο Κακριμάνος, συμφώνησε με τον αποσπασματάρχη Μπάκα να τον φέρει από την Πελοπόννησο και να τον παραδώσει προκειμένου να δικαστεί. Φυσικά, υπό την προϋπόθεση ότι και ο Μπάκας θα έφερνε τον φονιά του αδελφού του Φιλίππου, Δ. Μωραΐτη που φυγοδικούσε και αυτός στον Μοριά. Τα δύο μέρη τήρησαν την υπόσχεσή τους, όμως την πρώτη ημέρα που εμφανίστηκε ο Παναγιώτης στο Σκουλικάδο για να παραδοθεί, σκότωσε με γκράς τον Διονύσιο Μωραΐτη και πλήγωσε τον Νικόλαο Μωραΐτη. Ήταν 2 του Δεκέμβρη του 1894, ημέρα Πέμπτη. Φυγοδίκησε πάλι, συνελήφθη τον Ιούλιο του επόμενου έτους, απέδρασε από τις φυλακές λίγες ημέρες αργότερα, στις 16 Αυγούστου 1894. Τότε κατέφυγε κοντά στον ιερέα θείο του, στην Αλεξάνδρεια, και πέθανε εκεί χωρίς να επιστρέψει ποτέ στην Ελλάδα. Τραγικό και συγχρόνως ανεξήγητο παραμένει μέχρι και σήμερα το γεγονός ότι ο Παναγιώτης ζητούσε, επί ματαίω, από τον Αντώνη να του στείλει τη νεαρή γυναίκα του Κική και τον μικρό του γιό Διονύση στην Αλεξάνδρεια. Ο προπάππους μου Αντώνης Κακριμάνος δεν έπραξε το αυτονόητο, αντίθετα έφτασε στο σημείο να κρύβει τα γράμματα τα οποία έστελνε από την Αλεξάνδρεια ο αδελφός του στην γυναίκα του την Κική. Έτσι φτάσαμε στο 1955, όπου ο πατέρας μου κτύπησε τον θείο του και γιό του φυγόδικου Παναγιώτη και ο εγγονός του φυγόδικου, και αυτός Παναγιώτης, σκοτώσε τον δευτεροξαδελφό του και πατέρα μου Διονύση.

Είναι αυτονόητο ότι η δημοσιοποίηση στο μέλλον μέρους των ιστοριών αυτών, καθώς και άλλων που προηγήθηκαν, είτε ακολούθησαν στα ύστερα χρόνια, εάν συμβεί , θα γίνει με τρόπο, ο οποίος δεν θα δημιουργεί προβλήματα σε συγγενείς και απογόνους και δεν θα αναμοχλεύει πάθη. Γνωρίζουμε από πού ερχόμαστε και συμμεριζόμαστε την επισήμανση ενός ακριβού ανθρώπου της Ζακύνθου, του Νικία Λούντζη στο έργο του «Η ΖΑΚΥΝΘΟΣ μετά μουσικής… Εκκλησιαστική και Κοσμική Μουσική (Λαϊκή)». Στο κεφάλαιο οι μουσικοδιδάσκαλοι της Ζακύνθου, αναφέρει μεταξύ άλλων για τον ιερέα: «Ὁ γιός τοῦ παπα - Κεφαλληνοῦ Διονύσιος (ὁ πατέρας τοῦ χαράκτη) εἶχε φύγει τὸ 1862 ἀπὸ τὸ χωριὸ Σκουληκάδο, ἐξαιτίας μιᾶς βεντέτας. Ἡ Ζάκυνθος μαστιζόταν ἀκόμα ἀπὸ οἰκογενειακὲς ἔχθρες, ὅπου μετὰ ἀπὸ χρόνια ἀλληλοσκοτώνονταν ἄνθρωποι ποὺ δὲν εἴχανε πιὰ καμιὰ σχέση μὲ τὴν ἀρχικὴ διαφορά, ποὺ δὲν εἴχανε καμιὰ μεταξύ τους διαφορά, στὸ ὄνομα ἑνὸς ἄγραφου κώδικα τιμῆς, ποὺ ἀκροβατοῦσε ἀνάμεσα στὴν ἱπποσύνη καὶ στὴν παράνοια».

Ο Νικίας Λούντζης, εξάλλου, μίλησε και για το χαράκτη στο Πνευματικό Κέντρο Ζακύνθου το Μάη του 2002 σε εκδήλωση αφιερωμένη σε προσωπικότητες του Σκουλικάδου. Πράγμα φυσικό, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο θείος του Νικία, Ερμάνος Λούντζης υπήρξε αδελφικός φίλος του Κεφαλληνού από την εποχή που ο χαράκτης τον φιλοξενούσε στο σπίτι του, όπως και τον Βάρναλη, στο Παρίσι. Τότε το 1919 ο Βάρναλης, παρόλο που είχε διαπαιδαγωγηθεί με την αστική ιδεολογία της «μεγάλης ιδέας» και του «Μαρμαρωμένου βασιλιά που θα έπαιρνε την πόλη» ως παιδί του ελληνισμού και της παροικίας, επηρεάστηκε από τους φίλους του, το μαθητή του Γ. Σκληρού, χαράκτη Γ. Κεφαλληνό και το δημοσιογράφο Α. Αποστολόπουλο, οι οποίοι ήταν από τότε μαρξιστές και ανήκαν όπως ο Βάρναλης και ό Καβάφης στον κύκλο του περιοδικού «Γράμματα» της Αλεξάνδρειας.

Επανερχόμενοι στην Αλεξάνδρεια, θεωρούμε ότι η πόλις αυτή, για τα δεδομένα εκείνης της εποχής, βρισκόταν πολύ μακριά από την Ζάκυνθο και ήταν φυσικό οι δύο κλάδοι της οικογένειά μας να βιώνουν μια σχέση συνδεδεμένη με «αραιές βελονιές». Ασφαλώς ακολουθούσαν διαφορετικές πορείες, αλλά αντάλλαζαν επισκέψεις και υπήρχε αλληλοεκτίμηση και σεβασμός στις ακολουθούμενες λογικές της οικογένειας. Σε αυτές τις λογικές ο παλικαρισμός υπήρξε αποδεκτός και πάντοτε αλληλόχρεος της ιεροσύνης, της τέχνης και της πολιτικής. Όταν ο αδελφός του πατέρα μου, Νίκος, ρώτησε γιατί δεν του έδωσαν το όνομα του πάππου του Αντώνη, ο πατέρας του ο Πάνος μίλησε για τον παπά-Νικόλα και του ανακοίνωσε την απόφαση της οικογένειας να προωθήσει και τον ίδιο στην ιεροσύνη. Τα ράσα και ιερατικός σκούφος παρέμειναν κρεμασμένα στην ντουλάπα της αδελφής του, θείας Ευθυμίας, μέχρι τα δεκαέξι του χρόνια.

Συνεχίζοντας το νήμα της ιστορίας, ο Νίκος μένοντας και αυτός ορφανός, από τα εννέα του χρόνια το 1934, εγκατέλειψε τους όποιους προγραμματισμούς και σχέδια. Στάθηκε ακόμη αδύνατο να σπουδάσει, όπως διακαώς σε ολόκληρη τη ζωή του επιθυμούσε. Το 1944 την ημέρα του Ευαγγελισμού που ήταν ακόμη οι Γερμανοί στην Ζάκυνθο, ο θείος Νίκος ανέβηκε στο δεσποτικό στην εκκλησία της Παναγίας στο Σκουλικάδο και έβγαλε λόγο υπέρ του αγώνα εναντίον των εισβολέων και κατακτητών της χώρας μας. Δυστυχώς και αυτό το κείμενο στη δίνη των γεγονότων χάθηκε. Οι πιο πολλοί εγκατέλειψαν από φόβο αμέσως την εκκλησία, ορισμένοι, όμως όχι μόνο παρέμειναν, άλλα, όταν σχόλασε η λειτουργία, πήγαν στο σπίτι μας για να τον συγχαρούν, όπως ο θείος του Νικόλας Κεφαλληνός ή Μαούνας, ο παπα-Παναγιώτης και ο γιατρός ο Πλέσσας ή Λιάπης.

Η ευφράδεια και η τόλμη του νεαρού συγκίνησαν το Μαούνα, μεγαλοκτηματία του Χαλανδρίου, ο οποίος όταν συνάντησε στην Αθήνα τον χαράκτη, καθηγητή τότε στη σχολή καλών τεχνών, τον παρακάλεσε να βοηθήσει αυτό το παιδί να σπουδάσει. Ο χαράκτης απόμακρος, λιγόλογος και σοβαρός, στην αρχή δεν φάνηκε διατεθειμένος να βοηθήσει, ρώτησε μάλιστα: «σκοτώνονται ακόμη, αυτοί εκεί κάτω;». Τελικά υποχώρησε και έδωσε την υπόσχεση να στηρίξει την όποια προσπάθεια.

Το οικογενειακό περιβάλλον δεν επέτρεψε αυτή την πολυτέλεια και ο θείος περιορίστηκε στην αυτομόρφωση. Έζησε όλη του τη ζωή με ένα βιβλίο και ένα μολύβι στο χέρι. Αντίθετα, στον πρώτο του ξάδελφο Αντώνη Κεφαλληνό, χρόνια πριν είχε δοθεί η δυνατότητα να σπουδάσει στην σχολή ικάρων, βέβαια ως «εξαιρετικό ταλέντο». Πέρασε σε μια χρονιά δύο τάξεις και πήρε παράσημα σε αεροπορικές ασκήσεις στη Γερμανία, πριν τον πόλεμο. Όταν τελείωσε ο πόλεμος και κατά τη διάρκεια της Κατοχής ο Αντώνης επισκέφτηκε την Αλεξάνδρεια. Από εκεί έγραψε το προτελευταίο γράμμα στον πατέρα του, ο οποίος του είχε στείλει χρήματα για να τον ενισχύσει, αφού ήδη το στράτευμα είχε διαλυθεί. Έγραφε: τα χρήματα δεν τα έλαβα, στην Αλεξάνδρεια βρίσκομαι, την οικογένεια του ιερέα την είδα. Στο τελευταίο του γράμμα επίσης και πριν εξαφανιστεί από προσώπου γης (μέχρι και σήμερα), παρακαλεί: μη μου γράψετε αν δεν σας γράψω εγώ. Η άτυχη μητέρα του ήταν αντιμέτωπη, για χρόνια, με τους ανηλεείς σπαθοφόρους του Αστυνομικού τμήματος Κατασταρίου που την ανέκριναν κάθε τόσο και της σπάραζαν την καρδιά. Να μάθουν ήθελαν για την εξαφάνιση του αεροπόρου Αντώνη στη διάρκεια της κατοχής και αν ήτανε διπλός πράκτορας της Ινζέλιτζεντ Σέρβις και συγχρόνως των Σοβιετικών, όπως διαδιδόταν.
Σήμερα, γίνεται φανερό ότι η έρευνα και η καταγραφή των στοιχείων και των σπασμένων εικόνων, τα οποία αφορούν την προσωπικότητα του ιερέα, οπωσδήποτε ανεπαρκή, δεν έχουν πει την τελευταία τους λέξη. Απλά συγκολλάμε συντρίμμια, συνθέτουμε ανεκτίμητες για εμάς μνήμες μέσα από ένα παιγνίδι ονομάτων, ακουμπάμε ένα λουλούδι στον τάφο του. Ωστόσο, αδυνατούμε να ανοίξουμε τις τόσο απαραίτητες ρωγμές που θα φώτιζαν επί της ουσίας την ψυχή και τη μεγάλη μοίρα αυτού του ανθρώπου.

Ήταν μια ευγενική μορφή ιερέα, αλλά εμείς δεν είδαμε αποτυπωμένη την μορφή του. Είχε μόρφωση, έκανε σπουδές, έγραφε διατριβές για την εκκλησιαστική μουσική, αλλά τα αρχεία αυτά και στην περίπτωση που υπάρχουν, εμείς μέχρι και σήμερα δεν τα συναντήσαμε. Γνωρίζουμε τη βασική αρχή της Διαλεκτικής για την ενότητα των αντιθέτων και το βαθμό που αυτή σφραγίζει τον κόσμο. Αναρωτιόμαστε όμως πόσο εύκολο μπορεί να είναι από τη μια ένας ήπιος και καλός ιερέας να δίδει συγχώρεση στο φονιά του παιδιού του και από την άλλη να ζει σε μια οικογένεια όπου ολοζωής σπαράσσεται από βεντέτες και γδικιωμούς, να δέχεται στην Αλεξάνδρεια τους φυγόδικους γιούς του αδελφού του Σπύρου, Αντώνη και Παναγιώτη, από τους οποίους ο δεύτερος, κατά τον παλικαρευόμενο γέρο Βενέτικο, κρατούσε τα κλειδιά των φυλακών της Ζακύνθου. Να τον τιμούν, οι πατριάρχες διορίζοντας τον πρωθιερέα του καθεδρικού ναού του πατριαρχείου, θέση στην οποία με βάση το πρωτόκολλο κατείχε Αρχιμανδρίτης, και παρ’ όλ’ αυτά ο ίδιος ο παπά-Νικόλας, όπως έχει διασωθεί, να μη διατηρεί και τις καλύτερες σχέσεις με τους Πατριάρχες. Δεν μας εντυπωσιάζει το γεγονός αυτό, αφού τα μέλη της οικογένειά μας ανέκαθεν ήταν έτοιμα να ζήσουν όπως έζησαν πληρώνοντας το τίμημα. Ανατρέξαμε στα αρχεία του πατριαρχείου της Αλεξάνδρειας εξετάζοντας το μεγαλύτερο μέρος της αλληλογραφίας. Από τις εξαιρετικά καλλίγραφες επιστολές που υπήρχαν εκεί καμιά δεν αφορούσε τον παπά - Νικόλα. Εντυπωσιακή η απουσία του επί δεκαπενταετία πρωθιερέα του ναού του Ευαγγελισμού, όπως εντυπωσιακή στάθηκε για εμάς μία από τις πολλές πληθωρικές και δουλικές προσφωνήσεις, σε επιστολές προς τον Πατριάρχη, την οποία καταγράψαμε: «Παναγιώτατε, Θειότατε, Μακαριότατε, και Θεοφρούρητε, Αὐθέντα ἡμῶν και Δέσποτα!!». Τα αρχεία της Ελληνικής κοινότητος με ημερομηνία 05-05-1876 βέβαια, αναφέρουν τον ιερέα, όταν ασχολούνται με τη μισθοδοσία προσωπικού του ιερού ναού Ευαγγελισμός: «…. ἡ Ἐπιτροπὴ προέβη εἰς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἀκολούθου οὐσιώδους ἀντικειμένου. Προβλέπουσα ὅτι ὡς ἐκ τῶν δυσχερῶν περιστάσεων θέλει προκύψῃ ἔλλειμμα οὐ μικρόν τόσον ἐπὶ τοῦ ἐκ τῶν συνδρομῶν ἐισπραττομένου χρηματικοῦ ποσοῦ καθὼς καὶ ἐπί τῶν εἰσοδημάτων τῶν Καταστημάτων τῆς Κοινότητος, ἀπεφάσισεν ὁμοθύμως ἵνα λάβῃ τά ἀπαιτούμενα οἰκονομικὰ μέτρα ὅπως δύναται νὰ ἐπαρκῇ εἰς τάς ἀναποφεύκτους δαπάνας τῆς ἐν γένει ὑπηρεσίας. Συνεπείᾳ τῆς ἀποφάσεως ταύτης προέβη εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν κατά μῆνα πληρωνομένων μισθῶν εἴς τε τον Κλήρον καὶ τοὺς Διδασκάλους καὶ τοὺς λοιποὺς ὑπαλλήλους Ἐκκλησίας καὶ λοιπῶν Καταστημάτων ὡς ἀκολούθως ἀπὸ τῆς 8. Ἰουνίου ἐρχομένου.
Μισθοὶ τοῦ κλήρου καὶ λοιπῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐκκλησίας

Τοῦ Προεστῶτος Ν. Κεφαλληνοῦ εἰς δ/φρ. 32 κατά μῆνα
» Μεθοδίου Ἱερομονάχου » » 15 » »
» Θεοφράστου Παγώνου » » 15 » »
………….

Ακολουθεί σειρά άλλων δεκαέξι ονομάτων ιερωμένων, διδασκάλων και βοηθητικού προσωπικού της εκκλησίας.

Τα ίδια αρχεία, αναφέρουν επίσης και ένα απλό αίτημα του ιερέα προς την επιτροπή της κοινότητος: «Σήμερον τὴν 16ην Ὀκτωβρίου τοῦ 1879 ἡμέραν τῆς Ἑβδομάδος Τρίτην καὶ ὥραν 5ην μ.μ. ἐν τῷ Συνοδικῷ τῆς Κοινότητος συνῆλθεν ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτῆς εἰς Συνεδρίασιν.
Ἐν πρώτοις ἀνεγνώσθη ἐπιστολὴ τοῦ Προεστῶτος Ν. Κεφαλληνοῦ ἀγγέλλοντος ὅτι ἀναχωρεῖ διὰ τά λουτρά τοῦ Χελουὰν ἕνεκα τῆς πασχούσης ὑγείας του ἔνθα θὰ διαμείνῃ ἐπὶ δεκαπενθημερίαν. Ἡ ἐπιτροπή ἐνέκρινε τοῦτο».

Τελειώνοντας το πρώτο αυτό μέρος της ιστορία μας, συνειδητοποιούμε για μια ακόμη φορά ότι είμαστε αντιμέτωποι με μια μεγάλη παγίδα. Αν ισχύει η άποψη του Μαλαρμέ ότι: «όλα του κόσμου υπάρχουν για να καταλήξουν σε ένα βιβλίο», το βιβλίο, το κείμενο δηλαδή, είναι στην περίπτωσή μας η νέα πραγματικότητα προκειμένου να αναδειχθεί η αρχική βιωμένη πραγματικότητα. Αυτή όμως η βιωμένη πραγματικότητα που σιωπά και δεν παραδίδεται, αντιστέκεται με χίλιους τρόπους.

Μερικοί τόποι έχουν στοιχειώσει, σωροί ερειπίων από σεισμούς σε ολόκληρο το νησί, αποκαΐδια γίνονται τα αρχεία και ο πολιτισμός πεντακοσίων χρόνων στην σεισμοπυρκαϊά του 1953. Μα και τα πρόσωπα αλλάζουν, χάνονται, όπως είναι φυσικό, αφού αλλάζουν οι οικονομικό - πολιτικές συνθήκες και η ταξικότητα της κοινωνίας που τα γεννά. Η τάξη των φεουδαρχών παραδίδει τα προνόμιά της στην ανερχόμενη αστική τάξη. Οι συνθήκες της μετεμφυλιακής Ελλάδας σφραγίζουν, οριοθετούν εξελίξεις. Το νησί ερημώνει, μετανάστες οι ζακυνθινοί, όπως και οι περισσότεροι των Ελλήνων, σε μεγάλα αστικά κέντρα και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Τραγούδια, αφιερώσεις σε ραδιοφωνικούς σταθμούς, ελπίδες, αποχαιρετισμοί. Και στο μεγάλο τόπο, τη γη, οι Σοσιαλιστικές επαναστάσεις του 20 αιώνα, για πρώτη φορά στο προσκήνιο της ιστορίας, αλλάζουν τον κόσμο. Η αποικιοκρατία αμφισβητείται, προοδευτικά κινήματα επικρατούν σε μια σειρά από χώρες, όπως το κίνημα του Νάσερ στην Αίγυπτο. Η Ελληνική κοινότητα της Αλεξάνδρειας δοκιμάζεται, έχει δυσκολία να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες, παίρνει το δρόμο της επιστροφής για την Ελλάδα και χάνεται. Τώρα χρειάζεται ο χρόνος και πάνω από όλα η ανάλογη αισθητική και ηθική φροντίδα μιας συλλογικής προσπάθειας, για να φέρουμε τα πράγματα στη φανερή πλευρά του φεγγαριού. Να συντρίψουμε πια, το «μόνοι ερχόμαστε στην ζωή και μόνοι φεύγουμε», να ανασυστήσουμε τους ήχους από τις πιο βαθιές σιωπές αγαπημένων προσώπων. Εφημερίδες και ιστοσελίδες μας φιλοξενούν και τις ευχαριστούμε.
Με την παρέμβασή μας αυτή δε θεσμοθετούμε τον άμβωνα, ούτε θέλουμε να «δείξουμε κάτι». Κάποτε ο Κανάρης είχε εξομολογηθεί: «καθώς ζούσα πάντα ήσυχα φροντίζοντας για τη φαμελιά μου και δεν έλεγα μπαρούφες στους καφενέδες, δεν με είχανε σε υπόληψη. Άμα γύρεψαν μπουρλοτιέρηδες παρουσιάστηκα και απόρησαν». Λέγεται ότι μετά από αυτό, μερικοί θέλησαν να του βρουν ευγενική καταγωγή, πως δηλαδή η φαμελιά του καταγόταν από την Τζένοβα της Ιταλίας και πως ήταν γραμμένη στο Libro d’oro. Όμως αυτός απάντησε σταράτα, όταν ρωτήθηκε από πού κρατάει η σκούφια του: «Το σόι μου αρχίζει από εμένα».

Να το πει κανείς αυτό, άμα υπήρξε μπουρλοτιέρης, αρμόζει.
Εμείς όχι, αφού – τουλάχιστον όσο αφορά την ιστορία - ναυαρχίδες δεν πυρπολήσαμε!


Υ.Γ.
Συνήθως οι πηγές μπαίνουν ως υποσημειώσεις και παραπομπές, ενώ εδώ τέθηκαν ολόκληρες μέσα στο κείμενο και ακριβώς με τα αρχικά ορθογραφικά τους στοιχεία. Ίσως, όμως, ένας τέτοιος ιδιότυπος «συγγραφικός επαρχιωτισμός» στήνει ένα χορό γύρω από το χρόνο, τη μνήμη, τον άνθρωπο και την άβυσσο.


Ζάκυνθος, Φλεβάρης 2012


Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email