© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο, 29 Φεβρουαρίου 2020

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ


«Φαιδρῶς εἰσδεξώμεθα, τῆς Νηστείας τὴν εἴσοδον πιστοί...» 

Ἡ μεγάλη καμπάνα, ποὺ ἠχεῖ μέσα στὸ δειλινὸ τῆς Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς καὶ κομίζει τὸ πρῶτο μήνυμα τῶν εἰσοδίων τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, ἀφήνει στὴν ψυχὴ ψιχάλες συγκινήσεως καὶ συνάμα ρῖγος θείας παρουσίας. Ναί, ἔφθασε ἐπιτέλους ὁ εὐπρόσδεκτος καιρός τῆς ἱερῆς ἐγκρατείας καὶ τῆς ἀποταγῆς κάθε κοσμικοῦ φρονήματος, ποὺ θὰ ἀνασχέσει τὴ δυνατότητα τοῦ μὴ «ὁρᾶν τὰ πταίσματά» μας. Γιατὶ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἐγκρατευόμαστε καὶ νὰ λησμονοῦμε παράλληλα νὰ ψάχνουμε τὸν ἑαυτό μας, ὥστε νὰ ἐκζητήσουμε καὶ «λήθην τῆς κακίας... βοῶντες [τὸ] ἡμάρτομέν σοι..».

Μὲ τὴν  ἐλπίδα ὄτι θὰ εἰσακουσθοῦμε κι ἐφέτος, καθὼς θὰ διαπλέουμε τὸ τῆς νηστείας μέγα πέλαγος, τεντώνουμε τὰ χέρια μας ὅσο περισσσότερο μποροῦμε κι ἀφήνουμε, ἐκειδά, μὲ τοῦ  Μεγάλου Προκειμένου τὴν θεοκατάνυκτη μελωδία, τὸν ἐμβιωμένο στεναγμό μας: «Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τοῦ παιδός σου, ὅτι θλίβομαι, ταχὺ ἐπάκουσόν μου, πρόσχες τῇ ψυχῇ μου, καὶ λύτρωσαι αὐτήν». 

Στ᾿ ἀλήθεια, πόση ὀδύνη δὲν ἀποβάλλεται ἀπὸ μέσα μας, καθὼς ψελλίζουμε αὐτὰ τὰ ἱερὰ τὰ γράμματα, πού, φυσικά, τυχαῖα δὲν τὰ ἔταξαν αὐτὴν τὴν μεγαλη ἡμέρα καὶ ὥρα οἱ Πατέρες μας. Ὀδύνη, ποὺ μεταποιεῖται σὲ ἐλπίδα, γιατὶ τὸ ἐννοοῦμε αὐτό: Ὅτι δηλαδή, δὲν θὰ ἀποστέψει τὸ Πρόσωπό Του ἀπὸ τὰ παιδιά Του, ποὺ δέονται αὐτὲς τὶς στιγμές. Τὸ ξέρουμε αὐτό, τὸ ἔχουμε διδαχτεῖ ἀπὸ τὴν προπροηγούμενη Κυριακή, ὅπου ἀκούσαμε μὲ προσοχὴ τὴν παραβολὴ τοῦ εὔσπλαχνου Πατέρα (βλ. Λκ. 15,11-32) ὡς ἄσωτοι υἱοὶ ποὺ εἴμαστε, ποὺ νοιώθουμε, ἀλλὰ μὲ τὴν ὑποψία μέσα μας πάντα τῆς ἐπιστροφῆς. Μόνο ποὺ τὸ θέλημα, τὸ ὁποῖο, ὡς ἄλλο σαρακι μᾶς ροκανίζει τὴν ψυχή, δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ ποῦμε τὸ μεγάλο τὸν λόγο: «μετανοίας  ὄμβροις με καθάρας, νηστείᾳ καὶ δεήσει, ὡς μόνος Ἐλεήμων ἐκλάμπρυνον, καὶ μὴ βδελύξῃ με Εὐεργέτα τῶν ἁπάντων, καὶ Ὑπεράγαθε». Βλέπεις, τὸ πρῶτο βῆμα περιμένουμε νὰ τὸ κάνει Ἐκεῖνος, δυστυχῶς,-αὐτὴ τὴν κληρονομιὰ πήραμε, ὅπως πολὺ καλὰ τὸ ξέρουμε  ἀπ’ τοὺς προπάτορές μας. Καὶ παρ᾿ ὅλες Του τὶς εὐεργεσίες δὲ λέμε νὰ ἀφήσουμε μὲ τίποτε τὸν παλιόν ἄνθρωπο ποὺ κρύβουμε μέσα μας καὶ συντηροῦμε. 

Ὡστόσο, μᾶς χαρίζεται κι ἐφέτος, γι᾿ ἄλλη μιὰ χρονιὰ ἡ δυνατότητα «τὸν Κύριον τὸν σώζοντα ἡμᾶς (νὰ) ἐκζητήσωμεν». Γι᾿ αὐτό, καθὼς μὲ τὸ πέρας τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Κυριακῆς αὐτῆς,  ἀναχωροῦμε γιὰ τὰ σπίτια μας, ἄς τὸ ἀποφασίσουμε πιά: «Φαιδρῶς εἰσδεξώμεθα τῆς Νηστείας τὴν εἴσοδον καὶ μὴ σκυθρωπάσωμεν, ἀλλὰ νίψωμεν τὰ πρόσωπα ἡμῶν, ἀπαθείας τῷ ὕδατι, εὐλογοῦντες, καὶ ὑπερυψοῦντες, Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας».

Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς 2020

π. κ. ν. κ..

Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2020

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΑ ΟΧΤΩ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

Μνήμη ἱερὴ τῆς Μητέρας καὶ πάλι

Μέσα σὲ κλίμα συγκίνησης καὶ συλλογῆς, ξαναζεῖς σήμερα τὴν ἀναχώρηση τῆς Μητέρας ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα καὶ πρόχειρα τοῦ βίου τούτου, στὴν αἰωνιότητα καὶ στὴν μεγάλη, τρυφερή, ἀλλὰ καὶ ξεχωριστὴ ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ. Αὐτοῦ δηλαδή, ποὺ ἀναπαύει ἐκ τῶν κόπων τους, ὅσους προστρέχουν στὴν φιλοτιμία Του, στὴν ἀνείπωτη στοργή Του. 

Χαρμολυπικὲς οἱ στιγμὲς ποὺ ξαναζεῖς, λοιπόν, γιατὶ ξεχωρίζουν μέσα στὸ Χρόνο ποὺ σωρεύεται καὶ δημιουργεῖ τὰ ἀναγκαῖα ἀναχώματα, πάνω στὰ ὁποῖα καὶ ξεσποῦν ὅλα τὰ στεγνὰ καὶ ἀνισόρροπα κύματα τῆς καθημερινότητας. Ἔτσι, μέσα στὰ ποικίλα συναισθήματα, τὰ ὁποῖα προβάλλουν οἱ στιγμὲς αὐτές, νοιώθεις πὼς ἡ ἀπουσία ἐκείνη δὲν ἀφήνει μονάχα ἔνα κενό, ἀλλὰ καὶ σοῦ διδάσκει τὸ  «μέγιστον μάθημα». Μάθημα ὄντως κορυφαῖο καὶ πολὺ χρήσιμο, γιὰ νὰ καταλάβεις τὴν προσωρινότητα τῶν ἐγκοσμίων καὶ νὰ προετοιμάζεσαι κι ἐσὺ πιὰ γιὰ τὴν ἐν καιρῷ εὐθέτῳ ἀναχώρηση. 

Ἀπὸ τὴν ἄλλη πάλι βλέπεις καὶ τὴν διαφορετικὴ ὄψη τοῦ βίου: ὅτι δηλαδή, ὅ, τι ἔκαμες  σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο, τὸ ἀφήνεις... Μήτε καὶ τὸ ἴδιο σου τὸ κορμί. Κι αὐτὸ ἐδῶ τὸ παρατᾶς καὶ μονάχα τὴν ψυχή σου στέλνεις στὰ Χέρια Του. Ἑπομένως, μέσα στὴν ἐρεβώδη κατάσταση τοῦ σήμερα ποὺ ζεῖς καὶ βιώνεις -μὲ λιτές, μικρὲς κι ἀνυποψίαστες ψηφίδες χαρᾶς- αὐτὸ ποὺ ἀπομένει εἶναι νὰ διατηρεῖς ζωντανὴ τὴ Μνήμη. Τὸ μέγιστο αὐτὸ ἀγαθὸ ποὺ σοῦ χαρίζει τὴν δυνατότητα νὰ μὴ λησμονεῖς, μήτε τὰ πρόσωπα ποὺ ἀναχώρησαν, ἀλλὰ πρωτίστως κι Ἐκεῖνον ποὺ τὰ ὑποδέχεται μὲ τὴν ἀπύθμενη  ἀγάπη καὶ ἀνοχή Του: «Δεῦτε πρός με πάντες... κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Μτθ  11, 28). Καὶ μήπως ἔτσι δὲν εἶναι; 

π. κ. ν. κ.  26-2-2020 

Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2020

Παναγιώτης Καποδίστριας: «Λευκότερος καίγεσαι»



Ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας φέρει στις δύο αόρατες φτερούγες του δύο σημαντικότατες ιδιότητες. Η μία είναι του πρωτοπρεσβύτερου και η άλλη του ποιητή. Στα τυπικά προσόντα του ο φάκελος είναι υπερπλήρης: πτυχία, μεταπτυχιακά, διδασκαλίες, βραβεία, τιμές και πολλά άλλα, τα οποία απορρέουν από μία και μοναδική πηγή· την αγάπη για τον άνθρωπο και τη φύση και την πίστη στον Θεό Δημιουργό.
Και από εκεί πηγάζει και το ταλέντο για το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών 2004. Οι ποιητικές του συλλογές, συγκεντρωμένες σε έναν τόμο με τον τίτλο Καμένες πεταλούδες, κυκλοφόρησαν το 2010. Το νέο βιβλίο του, με τον τίτλο Λευκότερος καίγεσαι, υπαινίσσεται πολλά, ενώ παράλληλα υποδηλώνει μια διπλή καταγωγή, η οποία αρχίζει από την αντίληψη ότι το Αγαθό ταυτίζεται με το Κάλλος και με τον Θεό, πράγμα που υποστηρίζει και ο Οδυσσέας Ελύτης, ποιητής που αγαπά ο π. Παναγιώτης και του οποίου ο Ελύτης διέβλεψε εγκαίρως το ταλέντο. Η επικοινωνία μαζί του είχε κάτι από τη σχέση του πιστού προς τον Θεό του, προς τον οποίο γνωρίζει να αναπέμπει ύμνους.
Το όμορφο βιβλίο, Λευκότερος καίγεσαι, κοσμείται στο εξώφυλλο από το εικαστικό του Κώστα Ράμμου, που μια αόριστη αίσθηση θα μπορούσε να μας οδηγήσει ίσως στην Καπέλα Σιξτίνα. Οπωσδήποτε, έχει μακρινή έστω καταγωγή από την Αναγέννηση, την οποία επίσης αγαπά ο π. Παναγιώτης.
Τα ποιήματα της συλλογής είναι μοιρασμένα σε έξι ενότητες: «Η νύχτα μπάζει φως», «Θεωρία El Greco», «Ζωή καταφυγίου», «Τα Πολίτικα», «Πόνοι απόρρητοι», «Των Απόντων». Από τον κήπο με τον πλούτο και το πλήθος των ανθέων του καλού ο ποιητής επιλέγει να μας προσφέρει γνωμικά με τη φανερή σημασία, σαν επίστρωση εικονίσματος ασημένια, που καλύπτει την κρείττονα αφανή, όπως θα έλεγε και ο Ηράκλειτος. Ανθολογώ μερικά από τα είκοσι τέσσερα ποιημάτια από τα «Γνωμικά της αυτόματης γραφής»: «Πένθησέ με θάλασσα και ξαναγέννησέ με» (5), «Αν κλαίω κι αν γελάω / τον Τρόμο ξεγελάω» (18), «Αν έχεις πένθος χάρου το, αν είν’ χαρά λυπήσου» (21), «Αν είναι δάκρυ ας εκφραστεί, αλλιώς θα σε χαλάσει» (22), «Φτάνει σου για σήμερα / όλα είν’ εφήμερα» (23) και «Μέλλω σε εμέσαι, είπε και θα το κάμει. / Έρχεται ταχύ» (24).
Είναι φανερό στον αναγνώστη πως ο π. Παναγιώτης με αυτά τα ψήγματα και τις νύξεις μιλάει για την ανθρώπινη μοίρα, για την ανάγκη του ανθρώπου να παρηγορηθεί, έστω και με ένα ψέμα, «Και παρηγόρησέ με που γεννήθηκα», παρακαλεί τη Σελήνη ο Ελύτης. Ο άνθρωπος βέβαια διδάσκεται να υπομένει, πρώτον γιατί δεν ξέρει τι τον περιμένει και δεύτερον γιατί νομίζει πως είναι μακριά. Το ζωτικόν ψεύδος, λοιπόν, μας κρατάει στη ζωή που είναι από τη φύση της αντινομική. Η λύπη και η χαρά έχουν κοινή αρχή, όπως έλεγε και ο σοφός Σωκράτης. Την κατακτημένη γνώση της μεγάλης μας κληρονομιάς την βρίσκουμε καλλιτεχνικά, ποιητικά αφομοιωμένη στους στίχους της συλλογής.
Ο άνθρωπος ζει, περιμένοντας αλλά και προσποιούμενος ότι δεν περιμένει. Ο ποιητής πάντως ξέρει το τέλος, έχοντας στην καρδιά το Μεγάλο Πρότυπο: «Στο δικό σου ξύλο αφουγκράζομαι ανάσταση / στο δικό μου δρυοκολάπτη» και με αυτόν τον τρόπο φέρνει κοντά εκείνα που διίστανται: το μικρό με το Μέγα, το Σημαντικό με το ασήμαντο. Όταν ο ποιητής λέει: «Κάθε πηγή αν- / εμπόδιστη ελπίδα / φέρει άφθονη. / Άρα πιες και λησμόνει / το θνήσκειν ακινδύνως», συμβουλεύει: ζήσε όσο ζεις και ξέχνα ότι θα πεθάνεις, γιατί θα πεθάνεις. Από την άλλη, το τέλος που δεν έρχεται σαν «Ακόμη Καλοκαίρι» ισοδυναμεί με «εγκλωβισμό ανεπίτρεπτο». Η «γήρανση έως οίκτου… δεν αντέχεται». Ο ποιητής στοχάζεται βαθιά και σοφά πάνω στις ανθρώπινες καταστάσεις. Ο Σεφέρης παρατηρούσε «το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας» («Επιφάνια, 1937»).
Το ποίημα «Ανώδυνη δεν υφίσταται Άνοιξη» μας φέρνει στον νου αυτομάτως τον σκληρό Απρίλη, το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου του Ελύτη και στίχους από τον Μικρό ναυτίλο. Από όλα τα ποιήματα συνάγεται το πάθος της άνοιξης για τα λουλούδια – το κόκκινο της παπαρούνας, το κίτρινο της μαργαρίτας. Αλλά ο ποιητής βλέπει τα Πάθη και τη διεργασία της επανάστασης της φύσης στις δυνάμεις που θα φέρουν την έκρηξη. Και η έκρηξη θα γίνει αφού πρώτα συμβεί ο θάνατος. Μία η οδός και στον θάνατο οδηγεί. Ούτε οι αγροί είναι σημάδι της άνοιξης ούτε ο Μποτιτσέλι τόσο, όσο μια μικρή «Βαϊφόρος κόκκινη», λέει ο Ελύτης.
Τραγικό το ποίημα «Αλικαρνασsos», όπου το παιδί δεν πήγε στη θάλασσα για να παίξει, αλλά αναζητώντας τη φυγή για να πνιγεί. Από τη μια ο θάνατος από νερό και από την άλλη από φωτιά. Του ποιητή δεν του διαφεύγουν τα επίκαιρα δεινά, όπως και τα άλλα, τα πιο παλιά.
Τα «Νέα τρίστιχα για τον Άγιο Διονύσιο» μας θυμίζουν τον Διονύσιο Σολωμό.
Σε στάση προσευχής μπροστά στο μικρό ποιηματάκι «Ο Ιερέας Ποιητής» θα φιλήσει το χέρι που γράφει: «επιθέτει σπλάχνα λέξεων / ψιχουλάκια συλλαβών / στο δισκάρι της Διάρκειας και λογχίζοντάς τους την πλευρά της Ανάγκης / χλοΐζουν κι αιωνίζονται».
Δεν μπορεί να προσπεράσει κανείς τη «Μεγάλη Εβδομάδα σε Τρίστιχα», όπου «ρέει χρυσάφι / απ’ τα θεία έγκατα / της Χρυσοπηγής».
Μαζεύω χαλίκια πολύτιμα: «δαγκωμένο τ’ ολοφέγγαρο κι ανυποψίαστο», «πανδύσκολος ο Έρως / γέρος απαιτητικός», «Να δειλιάσεις ή να εκδηλωθείς;», «των παθών το πέλαγος», «Δεν έχουν όλες / οι γυναίκες ερμίνα / μήτε ζωγράφο / για να τις αφθαρτίσει», «Κάθε θάνατος / πίνει χρώματα και ζει», «της κακίας τα γεννήματα δρουν […] πιο φίδια κι απ’ τα φίδια». Κι ακόμα τα «Σικελικά», ο «Ακροκόρινθος», «Θεού ακροδάχτυλο που λέει “παρών”» σαν υπενθύμιση η ιδέα από το Άξιον Εστί: «Μια στιγμή που στάθηκε να στοχαστεί / κάτι δύσκολο ή κάτι υψηλό: / ο Όλυμπος ή ο Ταΰγετος» (Ύμνος 2ος).
Στο ποίημα «Οι γάτες της Εφέσου» ο ποιητής συμπληρώνει τις φωνές και τα πρόσωπα που ο Σεφέρης είχε στο δικό του ποίημα («Μνήμη, B΄, Έφεσος»), Ηράκλειτος, Σικελιανός και απών αδελφός. Τώρα ακούγονται και οι φωνές του λαού των Εφεσίων, κατευθείαν από τις Πράξεις των Αποστόλων, 19,34, ενώ οι γάτες περιφέρονται προς ανάμνησιν της παλαιάς δόξας.
Ο ποιητής δεν ξεχνάει τους απόντες, μικρούς και Μεγάλους: «Απολείτουργα στην Πράσινη βάρκα / για ουζάκια πολυπόθητα / με τους δύο Διονύσιους…», «Ο Μάρτιος εφέτος δεν σ’ έδωσε του Απρίλη / σε κρατάει στη γη του φιλήδονα» και η συλλογή κλείνει με το «Απολυτίκιον Παντοχαράς του Ελύτη», το οποίο έχουμε άλλοτε εκτενώς παρουσιάσει (βλ. (Παραθέματα Λόγου, 15-10-2014).
Ο «Ιερέας Ποιητής» έχει αφομοιώσει όλη την προγονική κληρονομιά –χρυσοπηγή της ποιητικής μας παράδοσης–, της οποίας τη μακρά αλυσίδα σαν άξιος απόγονος τροφοδοτεί με έναν ακόμα κρίκο. Το έργο του, για το πλήθος των αναφορών και το πολυεπίπεδο των μηνυμάτων και των υπαινιγμών, το παλίμψηστο των αισθήσεων και των ερώτων, για την ιδιαίτερη αίσθηση της γλώσσας, προνόμιο των ειδικών σπουδών του και του λειτουργήματος, τη γνώση της θρησκευτικής μας παράδοσης, αν και grosso modo κάθε καλός ποιητής την έχει, για την ιαματική του επίδραση στα δεινά μας, είναι σημαντικότατο. Ο «Ιερέας Ποιητής» υπερέχει γιατί βιώνει ενστικτωδώς και ουσιαστικότερα αυτά που ο κοσμικός ενστερνίστηκε διανοητικότερα, προσθέτοντας με το δικό του ταπεινό χέρι το δικό του νυν στον αιέν της ποιητικής μας παράδοσης.  Έτσι ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας κάνει το έργο που του ετάχθη μέσα στον ιερό ναό, στο σχολείο όπου διδάσκει, στην κοινωνία, αλλά και στην ποίηση, που και αυτή διδάσκει και όστις έχει ώτα ακούειν ακουέτω.
Λευκότερος καίγεσαι
Παναγιώτης Καποδίστριας
Εκδόσεις Αληθώς, Κέντρο Λόγου (Ζάκυνθος)
134 σελ.
ISBN 978-960-91-495-3-2
Τιμή: Δεν πωλείται

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2020

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΩΝ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΩΝ ΜΑΣ Η ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ


«Ὅρους τῆς ζωῆς ἡμῶν ὁ δούς, διὸ τοὺς ἀφυπνώσαντας ἐκ τῆς τοῦ βίου νυκτός, ἡμέρας ἀνεσπέρου, υἱοὺς δεῖξον, Κύριε, Ἱερεῖς ὀρθοδόξους, Βασιλεῖς τε, καὶ πάντα λαόν σου.»

Νά, λοιπόν, ποὺ φτάσαμε καὶ στὴν πανίερη τῶν Κεκοιμημένων μας Πανήγυρι. Τὸ εὐλογημένο Ψυχοσάββατο, ποὺ μᾶς βγάζει ἀπὸ τὸ κλῖμα τῆς κοσμικῆς εὐθυμίας τῆς Τσικνοπέμπτης καὶ μᾶς εἰσάγει στὸν πανευλαβέστατο καὶ στολισμένο μὲ μεταφυσικὸ ρῖγος κόσμο τῆς πανσέπτου Πανηγύρεως τῶν Κεκοιμημένων μας.

Γιατὶ Πανήγυρις τελεῖται σήμερα γιὰ τοὺς προσφιλεῖς μας, «πατέρας καὶ ἀδελφοὺς ἡμῶν, φίλους ὁμοῦ καὶ συγγενεῖς, ἅπαντα ἄνθρωπον, τὰ τοῦ βίου λειτουργήσαντα πιστῶς [καὶ] λατρεύσαντάς σοι καθαρῶς». Καὶ συγκινημένοι προσερχόμαστε στοὺς χωνεμένους μέσα στὸ φῶς τοῦ δειλινοῦ ναούς, νὰ Τὸν ἱκετεύσουμε γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν δικῶν μας ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ τόσων καὶ τόσων ποὺ δὲ γνωρίσαμε, μήτε τὰ ὀνόματά τους μάθαμε ποτέ, ἀλλὰ τοὺς νοιώθουμε ὡς προέκταση τῆς ἀνθρώπινης ρίζας μας: «τούτους ἐν ὥρᾳ τῆς κρίσεως, ἀπολογίαν ἀγαθήν [δοῦναι], καὶ ἀξίωσον αὐτούς, τῆς οὐρανίου βασιλείας σου». Κι αὐτὰ τὰ λέμε, ἐπειδὴ τὰ νοιώθουμε ὡς λόγια δανεικά, λόγια δηλαδή, ποὺ κι ἐμεῖς περιμένουμε ν’ ἀκούσουμε, ὅταν βρεθοῦμε στὴ θέση τους, ὡς ἱκέσιες φωνές, ποὺ κι οἱ ἴδιοι ἀκοῦν ἀλλὰ πιὸ πολὺ τὶς ἀκούει Ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει γράψει τὰ ὀνόματά τους, «ἐν βίβλῳ ζωῆς». 

Ναί, ὅλα τους τὰ ὀνόματα. Κι αὐτὰ ποὺ ψελλίζουμε τὴν ὥρα τοῦ Τρισαγίου, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα, ὅσα δὲ θυμόμαστε, ὅσα δὲ μάθαμε ποτέ μας, ὅσα δὲν ἔφτασαν μέχρι τὶς μέρες μας, ἀκόμα καὶ τὶς μέρες τῶν προγόνων μας. Ἐπειδὴ τόσο μακροσκελής, ἀναρίθμητος, ἀπέραντος εἶναι ὁ κατάλογος αὐτός. Κι ἐδῶ στεκόμαστε μὲ ἱερὸ δέος μπροστὰ στὸ Μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ ποὺ θυμᾶται ὅλους αὐτοὺς, ποὺ ἡ δική μας ἡ μνήμη λησμόνησε ἤ δὲν πρόλαβε νὰ καταγράψει. Γιατὶ αὐτὴν τὴν ἱερὴ τὴν ὥρα Ἐκεῖνος τοὺς σκέφτεται καὶ ἀγκαλιάζει πιὸ πολὺ ἀπὸ μᾶς, ποὺ οἱ περισσότεροι, τουλάχιστον, τυπολατρικὰ τοὺς μνημονεύουμε ἀνάβοντας «γιὰ τὸ καλὸ» μιὰ λαμπάδα καὶ προσφέρουμε τὸ κόλλυβο, δίχως ν᾿ ἀφήσουμε κι ἕνα δάκρυ εὐχαριστίας κι εὐγνωμοσύνης στὸ Θεὸ, στὸν Ὁποῖον ὅλοι αὐτοὶ τὴν  «τὴν ἐλπίδα ἀνέθεντο». Καὶ πιστεύουμε, πὼς ἔτσι εἶναι, ἤ μᾶλλον πρέπει νὰ εἶναι...

π.κ.ν. Ψυχοσάββατο 2020

Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2020

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙ ΤΟΥ «ΦΟΒΕΡΟΥ ΒΗΜΑΤΟΣ» ΤΟΥ


Τώρα ποὺ τὰ χρόνια πέρασαν κι ἄρχισε ὁ πολύτιμος ὁ ἀπολογισμός, τῶν πεπραγμένων ὁ ἀπολογισμός, τώρα ποὺ τὸ γλυκόφωτο ἀπομεσήμερο ἔφτασε, ἡ μνήμη λειτουργεῖ μὲ ἄλλη διάθεση κι ἄλλο τρόπο: Δὲν ἐνθουσιάζεται πιά, δὲ σχεδιάζει, μήτε κι ἐπαίρεται μὲ νέες ἰδέες. Τώρα εἶναι πιὰ καιρὸς νὰ «μετρηθοῦν τὰ κέρδη κι οἱ ζημίες» (Π. Β. Πάσχος), γιατὶ ἔτσι πρέπει. Πῶς, ἄλλωστε, θὰ προετοιμαστεῖ ἡ μεγάλη ἡ Ἀπολογία ἡ ἐπί τοῦ φοβεροῦ Βήματός Του; Ἄν δὲν τὴν ἑτοιμάσει κανεὶς ἀπὸ τούτη τὴ ζωή, τότε τί περιμένει;  Ἔτσι, τώρα ποὺ ὑπάρχει ἀκόμα καιρὸς, καλὸ εἶναι νὰ δοῦμε βαθύτερα τὸν ἑαυτό μας, νὰ προσέξουμε τὰ ὅσα πράξαμε, εἴπαμε, δημιουργήσαμε καὶ ὅλ᾿ αὐτὰ νὰ τὰ ζυγίσουμε ὑπεύθυνα, σωστά καὶ μὲ βασικὴ ἀρχή, θεμέλιο δηλαδή, τὴν ἔγνοια, τὴν ἀνοχὴ καὶ τὴν ἀγαπη τοῦ Θεοῦ γιὰ μᾶς (βλ. Ἰω.15, 6) νὰ τολμήσουμε: Νὰ διαβοῦμε τὰ ὄσα μᾶς ἔφεραν ἀντιμέτωπους μὲ τὸ θέλημά Του, νὰ δηλώσουμε ὅτι πράγματι κάναμε λάθη, πολλὰ καὶ ποικίλα λάθη, νὰ ὑψώσουμε τὰ μάτια μας καὶ νὰ ποῦμε «Πάτερ, ἥμαρτον» (Λκ. 15,18). Νὰ τὸ ποῦμε, βιώνοντας συνειδησιακὰ τὰ λάθη καὶ τὶς ἄστοχες κινήσεις μας, τοὺς λογισμούς, τὰ ἔργα, τὶς πράξεις καὶ τὶς ὅποιες συμπεριφορὲς ἀπέναντι στοὺς ἄλλους, τοὺς συνανθρώπους μας, στὰ πρόσωπα τῶν ὁποίων καθρεφτίζεται ἀπόλυτα τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ ὅλοι μας «κατ’ εἰκόνα Του» (βλ. Γεν. 1,26 ) πλαστήκαμε ἀπὸ τὰ Χἐρια Του, στηθήκαμε καὶ ζοῦμε σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο, ὅσο καιρὸ παραμείνουμε, δηλαδή. Ἐπειδὴ περιηγητές εἴμαστε, «τουρίστες» παναπεῖ, ποὺ ἐπισκεπτόμαστε τὸν κόσμο αὐτὸν ἕνα χρονικὸ διάστημα, ὅσο μᾶς ἀνήκει, κι ὕστερα ἀναχωροῦμε. Ἑπομένως ὁ καιρὸς τῆς ζωῆς μας, τῆς ὅλης μας βιοτῆς εἶναι τόσο μικρός, ὀλιγόχρονος -γιατί, τί, στ᾿ ἀλήθεια, εἴμαστε μπροστὰ στὴν αἰωνιότητα ποὺ ξεπροβάλλει μέσ᾿ ἀπὸ τὴν ἱστορία- μιὰ κουκίδα ἄμμου ἀσήμαντη. Κι ὅμως ὁ Θεὸς μᾶς ἀφήνει νὰ περάσουμε τὶς «διακοπές μας», ἴσως μὲ κάποια βάσανα κάποτε καὶ γκρίνιες ἀτελείωτες, ὡστόσο μᾶς ἔχει χαρίσει τὸ μέγα προνόμιο, ὥστε νὰ εἴμαστε ὁ μετρημένος, ὁ ἐπώνυμος κόκκος τῆς ἄμμου τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Κι αὐτὸ τὸ μέγιστο, τὸ κορυφαῖο προνόμιο μᾶς δόθηκε μὲ τὴν ἐντολή Του «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι Ἅγιός εἰμι» ( Ἀ. Πετρ. 1, 16), ἐπειδὴ ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου στὴν Ἐκκλησία, ἄρα καὶ στὸν Κόσμο ποὺ εἶναι Ἐκκλησία, παραμένει διαχρονική, ἀθάνατη. Γι᾿ αὐτὸ κι ἔχουμε τὴ Γιορτὴ Πάντων τῶν Ἁγίων, ἐπειδὴ μέσα στὸ νέφος ὅλων αὐτῶν εἰκάζουμε πὼς εἶναι κι οἱ πρόγονοί μας, οἱ γονεῖς, οἱ συγγενεῖς, οἱ δάσκαλοι, οἱ γείτονες κι ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ γνωστοί μας  καὶ οἱ ἄγνωστοι κι ἴσως αὔριο μετέχουμε κι ἐμεῖς,  ξέρουμε δὲ πολὺ καλά,  πὼς ὅλοι αὐτοὶ δώσανε τὴν «καλήν τους ἀπολογίαν», πού, ποιὸς ξέρει, πόσο καιρὸ προετοίμαζαν καὶ  σχεδίαζαν μὲσα σὲ κρυφὲς πανενθέσεις ἡσυχίας καὶ κατανύξεώς τους. Παρενθέσεις ποὺ δὲ μᾶς μαρτύρησαν ποτέ, παρενθέσεις, ποὺ εἶχαν τὴν μοναδικότητα ἐκείνη ποὺ κρύβει τὸ «ταμεῖον» (βλ. Μθ. 6, 6) τοῦ καθενός μας, ὅταν προσεύχεται.

Καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια, λοιπόν, καθὼς χαμηλώνει τὸ φῶς γύρω μας κι ἀρχίζει νὰ ἀχνοφέγγει ἡ ἱερὴ  μαρμαρυγὴ τῆς αἰωνιότητας, τεντώνουμε τὰ χέρια μας, ὅσο γίνεται, μήπως ψαύσουμε λίγο οὐρανὸ καὶ μαζί Του τὸ ζεστὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ καὶ συνάμα μὲ Αὐτό τὸ μέγα Του ἔλεος...

π. κ. ν. κ.     

Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2020

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ ΕΝΕΚΕΝ

Γύρω ἀπὸ δύο νέα ποιήματα τοῦ Π. Β. Πάσχου


Στὸ πρόσφατο τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ Λόγου καὶ Τέχνης  ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ, τευχ. 194-195 Χειμώνας 2019-2020, ποὺ ἐκδίδει ἡ Ἑταιρεία μελέτης προβλημάτων στὴν Κοζάνη, δημοσιεύτηκαν δύο νέα ποιήματα τοῦ Ὁμ. Καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς καὶ κορυφαίου Νεοέλληνα λογοτέχνη, τοῦ Π. Β. Πάσχου (στὸ ἑξῆς Π. Β. Π). Μάλιστα τὰ ποιήματα αὐτὰ τὰ συνοδεύει καὶ  μιὰ παλιά, νοσταλγική, ἀλλὰ καὶ συγκινητικὴ φωτογραφία τῆς παλιᾶς Λευκοπηγῆς, τοῦ χωριοῦ τοῦ Π. Β. Π. Τῆς Λευκοπηγῆς, ποὺ συνεχῶς μᾶς θυμίζει μέσ’ ἀπὸ τὰ γραφτά του, τῆς Μάνας του Λευκοπηγῆς,  ποὺ μᾶς ἔκαμε νὰ τὴν ἀγαπήσουμε.

Προσωπικὰ πιστεύω πὼς κι οἱ στίχοι αὐτοὶ εἶναι ψηφίδες ἀπὸ τήν ὅλη ποιητικὴ βιογραφία τοῦ Π. Β. Π., ἡ ὁποία συνεχῶς ἐμπλουτίζεται, κι ἀποτελοῦν χρήσιμα στοιχεῖα γιὰ μιὰ προσεχῆ μελέτη πάνω στὴν ὅλη ποιητικὴ καὶ λογοτεχνικὴ προσφορά του. 

Μελετώντας τώρα μὲ περισσὴ συγκίνηση καὶ ἱερὸ δέος τὰ δύο αὐτὰ νέα ποιήματα, τὰ ἀφιερωμένα στὴ μνήμη τῶν δύο παππούδων του, τοῦ Νικόλα καὶ τοῦ Γιάννη, παρατηροῦμε νὰ γίνεται λογος γιὰ δυὸ ἐξωκκλήσια τῆς πατρίδας του. Τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ ἑνὸς ἄλλου, ρημαγμένου χρόνια πολλά, ξεχασμένου πιά, ὥστε μήτε τοῦ ἁγίου τὸ ὄνομα ποὺ ἦταν ἀφιερωμένο νὰ μὴ σώζεται. 

Ἀναθυμούμενος, λοιπόν, τὸν τίτλο τοῦ διηγήματος τοῦ προσφιλοῦς του Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη «Τῶν θαλασσῶν ὁ Ἅγιος» μὲ τὸ ποίημά του αὐτὸ σπεύδει νὰ μὰς θυμίσει πὼς ὑπάρχει κι ὁ 
...ἅγιος [Νικόλαος] φύλακας τῶν ἐγκαταλειμμένων
 ἀγρῶν, ποὺ παραμένουν χέρσα κι  ἄσπαρτα..». 

Κι ὀφείλουμε νὰ θυμίσουμε πὼς ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ὅπως μᾶς θυμίζει ὁ ποιητὴς 
«Πὼς πάνω στὸ Γαιμαλί, στὸ δρόμο ἀπ’ τὸ Ζυγόστη
γιὰ τὴ Μεταμόρφωση...»
ἦταν θαμμένη ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, κι ἐκεῖ ἔκτισαν τὸ ἐκκλησάκι πρὸς τιμήν του. Κι ὁ ποιητὴς τὸ ἀφιερώνει στὴ Μορφὴ τοῦ μακαριστοῦ πιὰ παπποῦ του Νικόλα, ποὺ ἀσφαλῶς ἦταν ἀπὸ τοὺς παλιοὺς τοὺς πανηγυριστὲς αὐτοῦ τοῦ μικροῦ ναοῦ. 

Γιὰ πῶ τὴν ἀλήθεια, ὅταν ἐπισκεπτόμουν τὸ Ἅγιον Ὄρος πολὺ μὲ συγκινοῦσαν τὰ ἐρειπωμένα κελλιά, μὲ τὰ μισογκρεμισμένα ναύδρια ἤ οἰκήματα, στὰ ὁποῖα ἡ σιωπὴ καὶ μαζί ἡ κατάνυξη γέμιζαν τὴν ψυχὴ δάκρυα. Γιατὶ αὐτὰ τὰ ἄγνωστα σὲ μένα κελλιὰ ἄφηναν μέσα μου ἕνα μήνυμα: ὅτι ἐπετέλεσαν τὸ ἔργο τους κι ἀναμένουν, προσδοκοῦν κάποιο χέρι νὰ ὑψωθεῖ καὶ νὰ κάνει τὸν σταυρό του μακαρίζοντας τοὺς κτήτορες καὶ τοὺς πατέρες ποὺ ἔζησαν ἐκεῖ. 

Αὐτὰ τὰ βιώματα ἦρθε νὰ μοῦ θυμίσει τὸ νέο ποιήμα τοῦ Π. Β. Π. γιὰ τὸ ἐρειπωμένο 
Ἄγνωστο ταπεινὸ ἐρημοκκλήσι [πού]
οἱ βοσκοὶ σὲ ὥρα θύελλας [τὸ] βρίσκουν καταφύγιο
μὲ τὴ θεοπαράδοτή τους πίστη σιγοψιθυρίζοντας
«Σῶσε μας, Κύριε, κ’ ἐμᾶς  καὶ τὸ κοπάδι μας...»

Ψιχαλισμένοι ἀπὸ κατάνυξη καὶ συγκίνηση ἱεροπρεπῆ αὐτοὶ οἱ στίχοι ἔρχονται νὰ προστεθοῦν στὴν ὅλη ποιητικὴ συγκομιδὴ τοῦ Π. Β. Π., ἀλλὰ καὶ στὴν καρδιά μας, ὡς εὐλαβικὰ λόγια προσευχῆς καὶ μνήμης πανίερης παράλληλα. Ποὺ τ᾿ αφουγκράζεται καὶ τὰ χαίρεται ἀπὸ τὸ χαγιάτι τοῦ Θεοῦ, ὅπου μᾶς ἀγναντεύει, κι ὁ ἄλλος του παππούς,  ὁ Γιάννης...

π. κ. ν. κ.  
      

Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2020

Μαρία Κοτοπούλη: ΤΟ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟ ΡΟΔΟ (διήγημα)



Ήθελα τόσο να δω πώς αναπτύσσεται ένα, αποκομμένο από το φυσικό του περιβάλλον, «φυλακισμένο» Ρόδο, ώστε αποφάσισα να το επισκεφτώ στο δήθεν σπίτι του, το θερμοκήπιο. Έπρεπε να απομακρυνθώ αρκετά από την πόλη. Ήξερα ότι η διαδρομή αυτή είχε να μου προσφέρει, εκτός από τη χαρά της φυγής και τα σπάνια θέλγητρα της φύσης. Όμως παραξενεύτηκα σαν έφτασα εκεί. Επίπεδος ο χώρος. Αφρόντιστος. Χορταριασμένος. Πρόχειρα στημένο στέγαστρο, στο σχήμα μικρής καμαροσκέπαστης εκκλησούλας, καλυμμένο με διάφανο, χοντρό πλαστικό, γεμάτο άχνη. Έσπρωξα την πόρτα. Μπήκα. Το θέαμα εντυπωσιακό! Η φυλακισμένη ομορφιά, προκάλεσε το θαυμασμό μου, που έσβησε απότομα, καθώς ένιωθα την ανάσα μου να κόβεται. Μια βαριά ακαθόριστη μυρουδιά -να ήταν από θειάφι;- μου έφερνε ζάλη και ένα κόμπο στο λαιμό. Πιάστηκα από ένα πάσσαλο και αισθάνθηκα κάποιον να σπεύδει να με συγκρατεί, να μου σφίγγει το χέρι και να μου ψιθυρίζει στη γλώσσα των λουλουδιών: «Δεν ένιωσα ποτέ τον καθαρό αέρα να με δροσίζει, ούτε τον ήλιο να με ζεσταίνει με τις ακτίνες του. Δεν άκουσα ποτέ των Μελισσών τον βόμβο και δεν τους έδωσα τα πολύτιμα δώρα μου, ούτε πολύχρωμες πεταλούδες χάιδεψαν τα ροδοπέταλά μου. Μασκοφορεμένοι άνθρωποι, σε άσπρα σκάφανδρα κλεισμένοι, τριγυρίζουν γύρω μου, με ραντίζουν με δηλητήρια, στερώντας το άρωμά μου. Κι ύστερα, η βία στο λεπτό κορμάκι μου, ν’ ανθίσω πριν την ώρα μου, να με πουλήσουν στις αγορές του κόσμου…. πάρε με μαζί σου να ζήσω ελεύθερο, να δω, έστω για μια φορά, την αρμονία της φύσης».

Γεμάτη έκπληξη, ένιωσα να με σαϊτεύει η παρακλητική ματιά ενός Ρόδου, μισοκρυμμένου στις πτυχώσεις του φορέματός μου. Το κοιτούσα, πού όμως κουράγιο να του απαντήσω; Οι δυνάμεις μου με άφηναν σιγά, σιγά. Εκείνο, χωρίς να χάσει χρόνο, σκαρφάλωσε και χάιδεψε το μέτωπό μου.

«Έχεις χλομιάσει, μη μένεις άλλο εδώ μέσα, μπορεί και να πεθάνεις», μου είπε και με τσίμπησε με το αγκάθι του για να με συνεφέρει. Έντονος και κατ' ευθείαν στην καρδιά μου ο πόνος. Κατακόκκινη σταγόνα από αίμα, έσταξε στη Γη, ενώ συγχρόνως, με τραβούσε προς την έξοδο, γιατί ο επιστάτης, ένας χοντρός, βλοσυρός άνδρας, έτρεξε να μάθει τι συμβαίνει, κλείνοντας πίσω του, βίαια, την πόρτα, μα πρόλαβα να δω μια γυναικεία μορφή τυλιγμένη με λευκά ράσα, να τρέχει προς το μέρος μου κραυγάζοντας, ικετευτικά και απελπισμένα.

«Πρέπει να μαρτυρήσεις πώς είναι η ζωή μας εδώ μέσα, λιγοστεύουν μέρα τη μέρα τα «ψωμιά» μας, η ανάσα μας γίνεται βαριά, τα δηλητήρια συσσωρεύονται στα σωθικά μας. Με δυσκολία μας κρατούν τα πόδια κι οι αφεντάδες, μας πετούν στο δρόμο, μόλις διαπιστώσουν την ανημποριά μας». Θεέ μου, τα φαντάσματα αποκτούν υλική υπόσταση! Τρόμαξα! Πετάχτηκα έξω και να, ο Δάσκαλός μου, στήριγμα παντοτινό, με τη βιβλική μορφή του έστεκε μπροστά μου, λέγοντας:

«Η δουλεία υποβιβάζει την εργασία, να το θυμάσαι»!

Άρχισα να νιώθω καλύτερα στον καθαρό αέρα, ενώ τα λόγια του με βασάνιζαν και προσπαθούσα να καταλάβω, αν ο κόσμος αυτός ήταν πραγματικός ή του υποσυνειδήτου μου. Στα χέρια μου το μικρό Ρόδο, όρθιο, λούστηκε στο θάμβος του φωτός και ανατρίχιασε στο χάδι του ανέμου. Ανάσανε βαθιά κι έγειρε πάνω μου. Ο καθαρός αέρας τού προκαλούσε ίλιγγο. Το πήρα στην αγκαλιά μου, το νανούρισα τρυφερά και το άφησα να αποκοιμηθεί για να μπορέσει να προσαρμοστεί στην καινούργια του ζωή.

Όταν ξύπνησε, φαινόταν να έχει χάσει την αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Προσπαθώντας να το συνεφέρω, του είπα,

«Έλα, πάμε να σου δείξω τις ομορφιές του κόσμου που τόσο ήθελες να δεις».

«Εγώ θα σου τις δείξω, αλλά φοβάμαι πως θα πληγωθείς. Ξέρεις πού βρισκόμουν όλο αυτό τον καιρό;»

«Ποιόν καιρό; Λίγο πριν αποκοιμήθηκες στον κόρφο μου».

«Για μένα είναι αιώνας ό,τι για σένα, λίγα μόνο λεπτά... Ταξίδεψα στο χρόνο και στο χώρο, χωρίς να έχω υποψιαστεί τι είδους συγκινήσεις με περίμεναν. Είδα πράγματα πολλά, είδα τις ομορφιές και τις ασχήμιες. Έφτασα ως το 2100…».

«Εγώ, δε θα ζω ως τότε».

«Θα ζεις. Τίποτα δε χάνεται στο σύμπαν. Θα ζούνε τα παιδιά σου, θα ζει το πνεύμα σου για να τα προστατεύει και να τα οδηγεί! Αν βέβαια ανακόψετε την καταστροφή».

«Ποια καταστροφή, μικρό μου Ρόδο;»

«Ίσως θα έπρεπε να δεις από ψηλά τη γήινη σφαίρα, για να καταλάβεις. Μοιάζει με την ‘‘Κοιλάδα των δακρύων’’. Το νερό λιγοστεύει, τα δένδρα καίγονται, τα ζώα αργοπεθαίνουν κι αφήνουν το κορμί τους στο γεμάτο ραγάδες χώμα. Α, τι τρομερό! Είδα ελέφαντες με πόδια εντόμων…» είπε, το Ρόδο, ενώ στα μάτια τα δικά μου, πρόβαλλε ο πίνακας του Σαλβατόρ Νταλίi και νόμιζα ότι ήμουν μέρος του. Προσπάθησα να κρατηθώ από εκείνον τον οβελίσκο στη ράχη του ελέφαντα. Σε άλλη εποχή θα είχα βυθιστεί σε ρεμβασμούς, αλλά τώρα, μ’ έπνιγε η αγωνία, μήπως τα λεπτά πόδια του εντόμου, που αντικατέστησαν τα δικά του γεροδεμένα, δεν κρατήσουν τόσο βάρος και πέσω στο κενό και σκοτωθώ. Ζούσα τούτο τον εφιάλτη, ενώ το μικρό Ρόδο συνέχιζε την αφήγησή του, για να εντείνει, θαρρείς, ακόμα περισσότερο την απελπισία μου και με παρότρυνε να συνεχίσουμε το δρόμο μας.

«Περπατούσα μηχανικά, ώσπου φτάσαμε, πέρα, στην άνυδρη, διψασμένη έρημο. Ένα καρβέλι ψωμί κομματιασμένο. Τα ψίχουλα στην άμμο, ακόμα σκορπισμένα, κι ούτε ένα μυρμήγκι να τα σύρει στη φωλιά του, ούτε ένα πουλί να τα τσιμπήσει με το ράμφος του. Δυο μακρινές φιγούρες πέρα στον ορίζοντα, μ’ έκαναν να αμφιταλαντεύομαι στη μεταφυσική πολυπλοκότητα. Κι αν είναι αληθινές; Έλεγα. Την όψη αν έβλεπα, θα μπορούσα να καταλάβω αν είναι νεκροί ή ζωντανοί, γυναίκες ή άνδρες, φίλοι ή εχθροί».

Θεέ μου, ξανά ο Σαλβατόρ Νταλί, μ’ άρπαξε και με πέταξε στην έρημο. Ω, ναι, εγώ ήμουν η μία από τις δυο φιγούρες, ξεχασμένη στο χάος, χωρίς προσανατολισμό. Αν κατάφερνα να φτάσω στα ψίχουλα, μπορεί να εύρισκα το σωστό δρόμο», σκεπτόμουν. «Μα πώς να φτάσω ως εκεί; Πού να στραφώ, ποιον να φωνάξω για βοήθεια μέσα σε τούτη την “Έρημη Χώρα”;»

Αλλά η απαλή φωνή του Ρόδου, διέλυσε τη σύγχυση και μεγάλωσε τον τρόμο μου.

«Και τα πουλιά δεν βρίσκουν κλαδί για να φωλιάσουν και σωριάζονται στη γη νεκρά. Ούτε μια πεταλούδα, μια μέλισσα κι ούτε ένα τριαντάφυλλο. Μόνο σκουπίδια, βουνό από σκουπίδια, άχρηστα για τους λίγους, μα τόσο χρήσιμα για τους πολλούς. Τώρα, άχρηστα για όλους».

Μέσα σε μία χρωματική πανδαισία, πέρα μακριά, είδα τον Σπύρο Βασιλείουii, να ζωγραφίζει «Σκουπίδια». Ίσως, με τα αναρίθμητα χρώματα της παλέτας του και τους ποιητικούς συνειρμούς του, να ήθελε να τονίσει τη σημαίνουσα αξία των ευτελών πραγμάτων, των «Μικρών τίποτα», που θα έλεγε ο Θεϊκός Mozart.

Γρήγορα, όμως, τα χρώματα χάθηκαν κι άλλος εφιάλτης με τριγύρισε καθώς το Ρόδο, μιλούσε για κάδους απορριμμάτων γεμάτους από ανθρώπους. Άθελά του, ίσως, μ’ έριξε στη δίνη μιας άλλης περιπέτειας. Άρχισα να παίρνω τη μορφή της «Νελ», να ζω μέσα σε ένα σκουπιδοτενεκέ και να προσπαθώ να βρω και να μιλήσω στον «Ναγκ», που κι αυτός είχε την ίδια μοίρα. «Το Τέλος Του Παιχνιδιού» του Σάμουελ Μπέκετiii δεν ήταν πια θέατρο. Ήταν η τραγική πραγματικότητα. Οι ήρωες ζητούσαν δικαίωση, ζητούσαν τη ζωή, που αλίμονο, δίδεται μόνο μια φορά. Προσπάθησα με αξιοπρέπεια, ομολογώ, αν και γεμάτη απελπισία, να ξεπεράσω την αιχμαλωσία μου, τον τρόμο της αβύσσου, την παράνοια, αλλά η «Ουϊνυ», θαμμένη ως το λαιμό μέσα στο καμένο χόρτο μού ζητούσε την ομπρέλα της. Η πολυτέλεια στη δυστυχία… Τραγική ειρωνεία, δε μπορούσα ούτε να γελάσω, το γέλιο πάγωνε στα χείλη μου. Ένιωθα τη ματιά του Σάμουελ Μπέκετ, αυστηρή. Αναζητούσα, έστω, ίχνη φωτός, κάποια ελπίδα, μέσα από το διαπεραστικό βλέμμα του. Τίποτα, μόνο καταφρονεμένη σιωπή, αδιέξοδη σιωπή. Δεν άντεχα άλλο.

«Ας τελειώνουμε εδώ», φώναξα στο Ρόδο.

«Όχι, έλα να δεις τη διαδήλωση των ζώων, των δένδρων, των πουλιών, έλα να διαβάσεις τα πανό που κρατάνε, να γνωρίσεις την πάσα αλήθεια. Συγκρατήσου, δεν πρέπει να λυγίσεις, πρέπει το θέαμα να το ζήσεις ως το τέλος».

Με γύρισε προς το μέρος τους. Μια λαοθάλασσα από διαδηλωτές, τόσο παράξενους, που δυσκολευόμουν να τους αναγνωρίσω. Άλλοτε έβλεπα ζώα και πουλιά, άλλοτε δέντρα, λόφους πυριγενείς και βουνά. Θάλασσες, με όλα τα ψάρια, βράχια, κοχύλια, ανέμους, θύελλες και καταιγίδες. Παρόντα, όλα τα στοιχεία της φύσης σ' αυτή, την Μεγάλη Σύναξη.

Άρχισα να διαβάζω σκόρπιες φράσεις καθώς ο αγέρας έκανε τα πανό να παραδέρνουν. «Άνθρωποι …άμυαλοι», «Αλόγιστη σπατάλη… μόλυνση των υδάτων». «Κατάχρηση». «Εκμετάλλευση». «Τα μεγαλύτερα ποτάμια του πλανήτη αργοπεθαίνουν: Νείλος, Δούναβης, Βόλγας, Ρίο Γκράντε, Γιανγκτσέ, Μεκόνγκ, Γάγγης, Κόκγος, Μάρεϊ-Ντάρλινγκ, Κίτρινος Ποταμός, Αμαζόνιος». Ο άνεμος δυνάμωνε, μα πρόλαβα να διαβάσω ένα ακόμα πανό, «Ινδός και Ευφράτης». Γιατί με βύθισαν σε σκέψεις, τα δυο τούτα ποτάμια; Ίσως, γιατί ο Θεός, πολύ παλαιά, είχε διαλέξει, να τοποθετήσει τον Παράδεισο, στον ανάμεσά τους χώρο. Ωστόσο συνέχισα την προσπάθειά μου, μήπως και μάθω κάτι περισσότερο: «Φαινόμενο του θερμοκηπίου». «Δούλοι, καταναλωτές», «Μοιάζετε με όντα απρόσωπα», «Ποια συμφωνία του Κιότο;». «Η μάχη του Ουρανού, η τρύπα του όζοντος», «Πέλαγο, από ανείπωτο κακό, ξεσπάει»… Αλίμονο! Και τα πανό να χοροπηδούν, προκαλώντας μου ζάλη κι εγώ να μη μπορώ πια τίποτα να διακρίνω.

Τότε συνειδητοποίησα τη δική μου ένοχη. Ήμουν μόνη, ανυπεράσπιστη, όπως ανυπεράσπιστα ήταν τα πλάσματα της γης που κακοποιούσα, αιώνες τώρα. Έπρεπε να απολογηθώ, αυτή τη στιγμή, μπροστά στον εξεγερμένο «κόσμο», που ζητούσε πίσω τα δικαιώματά του, με μπροστάρη το μικρό Ρόδο. Ένιωσα την τραγικότητα της κατάστασης, την καταδίκη να κρέμεται πάνω από το κεφάλι μου. Δεν είχα κανέναν να με υπερασπιστεί, αλλά τι νόημα θα είχε, αφού είχα αποδεχτεί την ενοχή μου; Ίσως αν έδειχνα ειλικρινή μετάνοια… «Όχι, τώρα είναι αργά», είπα μέσα μου και δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια μου.

«Κι όμως, ποτέ δεν είναι αργά», μου ψιθύρισε το Ρόδο. «Παρά την τραγική κακοποίηση, όλα μπορεί να ανατραπούν» Δεν πρόλαβα να αρθρώσω κάποια δικαιολογία και το άκουσα να απαγγέλλει: «Εάν εξακολουθήτε να πράττητε το κακό, θέλετε απολεσθή»iv,αμέσως σήκωσε μια μαγική ράβδο και άρχισε να διευθύνει την «Ορχήστρα της Πλάσης». Πρώτα έδωσε εντολή να σταματήσουν οι άνεμοι. Ύστερα έκανε νεύμα να σιωπήσουν τα πνεύματα του δάσους και να παρελάσουν οι «Τέσσερις Εποχές». Τι όμορφες που ήταν, με τα χαρακτηριστικά στολίδια τους! Λευκοντυμένη η Κόρη του Χειμώνα, ροδόπεπλος η Νύμφη της Άνοιξης, ηλιόλουστη η Νεράιδα του Θέρους, ημίγυμνο το Ξωτικό του Φθινοπώρου! Τι χρώματα άφηναν στο πέρασμά τους! Θαύμαζα τη χάρη τους, και άκουγα τις εξαίσιες μουσικές του Αντόνιο Βιβάλντιv, του Γιόζεφ Χάυντνvi, του Λούτβιχ Βαν Μπετόβενvii. Τους έβλεπα να διευθύνουν τις συμφωνίες τους και, γεμίζοντάς μας με ελπίδα, να απαλύνουν τους φόβους μας, να πλημμυρίζουν με ευαισθησία και ομορφιά τη ζωή μας, πλουτίζοντας τη σκέψη και το στοχασμό μας.

Άξαφνα, εμφανίστηκε η επιβλητική μορφή του Ιγκόρ Στραβίνσκιviii. Με τη μπαγκέτα στο χέρι, διηύθυνε την «Ιεροτελεστία της Άνοιξης», για να υμνήσει την έκρηξη της Δημιουργίας του Κόσμου,

Κι ύστερα, η γαλήνη, με την «Εαρινή Συμφωνία», καθώς ο Νικόλαος Γύζηςix, άφηνε μέσα από τις πινελιές και το παιχνίδισμα του φωτός, την «Άνοιξη», να κατέρχεται από τον Ουρανό, στους ρυθμούς του γλυκόλαλου Βιολιού και της Άρπας. Θαμπωμένη, αναρωτιόμουν, αν θα υπάρχουν στο μέλλον «Εποχές», για να εμπνεύσουν τους νέους συνθέτες, τους ζωγράφους, τους ποιητές μας. Ύστερα, το μικρό Ρόδο έδωσε εντολή να γυρίσουν τα πανό από την άλλη μεριά και ο κορυφαίος από κάθε ομάδα απάγγειλε το αίτημά του, ενώ ο χορός, χορός αρχαίας τραγωδίας επαναλάμβανε, θρηνητικά τα λόγια του:

«Οι Θεοί προίκισαν τον άνθρωπο με μυαλό που είναι ανώτερο απ’ όλα τα αγαθά»x, «Αυτό είναι η δύναμή σας». «Η αφθονία δημιουργεί τη στέρηση». «Τα ενάντια εκ των εναντίων γίγνονται». Μας έρχονται από τα βάθη των αιώνων, οι σοφές διαπιστώσεις, σκεπτόμουν, καθώς προσπαθούσα να αποστηθίσω τα λόγια τους.

«Τίποτα δεν είναι πιο πολύτιμο από τη ζωή»xi. «Η ομορφιά είναι στην απλότητα, στην καθαρότητα, στη γαλήνη». «Καλλιεργήστε τη σκέψη, την αισθητική σας». «Πάρτε παράδειγμα από μας». «Όλα τα χρώματα δεν είναι ίδια. Όλα τα δέντρα δεν είναι ίδια, όλα τα ζώα δεν είναι ίδια, όλα τα πουλιά του ουρανού, δεν είναι ίδια, Όλοι οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι. Έχουν όμως όλοι και όλα τα πλάσματα της γης και του ουρανού, τις ίδιες ανάγκες για να υπάρξουν. Στην ποικιλία είναι η ομορφιά». «Διαβάστε το βιβλίο της φύσης και μιμηθείτε μας». «Μη σκοτώνεται τα ζώα». «Μην καίτε τα δάση». «Φυτέψετε ένα δέντρο, δώστε του ζωή. Δείτε το να μεγαλώνει». «Σταματήστε τον πόλεμο, τώρα». «Ούτε στην αναρχία ούτε στη σκλαβιά να μη δεχτείς να ζήσεις»xii. «Αγωνιστείτε για την Ειρήνη και φυλάξτε την». «Μέσα στο φως, ο κόσμος, μένει η πρώτη και η τελευταία αγάπη»xiii.

Αγάπη! Η καρδιά μου θρυμματίστηκε. Είχα το μοναδικό προνόμιο να είμαι μάρτυρας μιας ειρηνικής εξέγερσης και προσπαθούσα να απομνημονεύσω τις προτροπές και τα αιτήματα των διαμαρτυρομένων για να τα μεταφέρω στους συνανθρώπους μου, προσδοκώντας να γνωρίσουν κι εκείνοι την τραγικότητα της κατάστασης, για την επικείμενη εξαφάνιση πολύτιμων και αναντικατάστατων στοιχείων, για τη ζωή, την ύπαρξη, πάνω σ’ αυτόν τον Ευλογημένο Πλανήτη. «Όταν γνωρίζουμε την αλήθεια», μονολογούσα, «μπορεί να αποτρέψουμε τα λάθη του παρελθόντος και να αλλάξουμε».

Μια σκέψη, όμως, μια αγωνία με βασάνιζε αιώνες τώρα, αλλά απέφευγα να την ομολογήσω. Τι θα γίνει μετά; Πώς θα μας αντιμετωπίσουν τα παιδιά μας, για το κακό που κάναμε; Ωστόσο είχα μια κρυφή ελπίδα, ότι μέσα από αυτή τη συμφορά, τα παιδιά μας θα φωτιστούν.

Θα μας αφήσουν να τα δούμε να βλασταίνουν και να απλώνουν τα κλαδιά τους σε ένα κόσμο Όμορφο, Ειρηνικό.

Έκλαψα πικρά, κι αυτά ήταν τα δάκρυα πολλών ανθρώπων, αλλά το μικρό Ρόδο έσκυψε να μου δώσει ένα φιλί. «Για την ελευθερία», μου είπε, «που μου χάρισες» και επουλώνοντας τις πληγές μου με τη μαγική του ράβδο, έφερε την αναγέννηση στη Φύση και χάρισε ελπίδα στους ανθρώπους. Κατέβηκε από την αγκαλιά μου και ακούμπησε στη Γη το λεπτό κορμάκι του. Είδα τα ροδοπέταλά του να ανοίγουν και να σχηματίζουν το σήμα της Νίκης, τραγουδώντας: «Η φύση είναι που γιατρεύει κάθε πληγή της ψυχής»xiv

Ίσως γιατρέψει και τη δική μου …μονολόγησα.

i Σαλβατόρ Νταλί.[Salvador Dali] Ισπανός Σουρεαλιστής, ζωγράφος,. Φιγκέρες 1904-1989. Οι τρεις πίνακές του που αναφέρονται στο διήγημα είναι:1] «Όνειρο προκαλούμενο από το πέταγμα μιας σφήκας γύρω από ένα ρόδι, δευτερόλεπτα πριν από το ξύπνημα ,1944, ελαιογραφία σε μουσαμά. Μαδρίτη, Μουσείο ThyssenBornemisza 2] Οι πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου 1946. Ελαιογραφία σε μουσαμά. Βρυξέλλες Βασιλικά Μουσεία Καλών Τεχνών .3] Δυο κομμάτια ψωμιού που εκφράζουν το συναίσθημα της αγάπης,1940. Λάδι σε καμβά. Ίδρυμα Gala-Salvador Dali.
ii Σπύρος Βασιλείου. Έλληνας ζωγράφος και σκηνογράφος. Γαλαξίδι 1902-1985. Φιλοτέχνησε τα σχέδια Αγιογράφησης για τον Ναό του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη για τα οποία και βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών, καθώς και τα σχέδια της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου στο Ντιτρόιτ των ΗΠΑ. Ήταν ιδρυτικό μέλος της ομάδας «Τέχνη». Έργα του υπάρχουν στην Εθνική Πινακοθήκη και σε Ιδιωτικές Συλλογές.
iii Σάμουελ Μπέκετ [Beckett] Ιρλανδός συγγραφέας. Ήταν συνεργάτης και γραμματέας του Τζέιμς Τζόυς . Θεωρείτε ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του πρωτοποριακού θεάτρου . Το «Περιμένοντας τον Γκοντό» έγινε παγκόσμια επιτυχία , καθώς και τα έργα που αναφέρονται στο παρόν διήγημα .1] «Το Τέλος Του Παιχνιδιού», 2] «Ω, οι Όμορφες Μέρες». Τιμήθηκε με πολλά βραβεία ακόμα και με το βραβείο Νομπέλ το 1969.
iv Η Αγία Γραφή. Κεφ. Ιγ΄. Σαμουήλ Α΄
v Αντόνιο Βιβάλντι.[Vivaldi]. Ιταλός συνθέτης. Γεννήθηκε στη Βενετία στα 1675 και πέθανε στη Βιέννη στα 1741. Η μουσική του παραγωγή είναι τεράστια. Περιλαμβάνει περίπου σαράντα όπερες, πολλά ορατόρια και μεγάλο αριθμό κοντσέρτων. Πολλοί σύγχρονοί του αναγνώρισαν τη σπουδαιότητα της τέχνης του ανάμεσά τους ο Μπαχ, που μετέγραψε πολλά από τα κοντσέρτα του.
vi Γιόζεφ Χάυντν [Haydn]. Αυστριακός συνθέτης [1732-1809]. Η παιδική του ηλικία ήταν δύσκολη. Στα οκτώ του χρόνια μπήκε στην χορωδία της εκκλησίας του Αγίου Στεφάνου της Βιέννης και έμεινε ως την ωρίμανση της φωνής του. Στα δεκαοχτώ έδινε μαθήματα και εκτελούσε χρέη συνοδού στη σχολή τραγουδιού. Η φήμη του ήρθε από τις πρώτες συνθέσεις του και ανέλαβε αρχιμουσικός στην αυλή του πρίγκιπα Εστερχάζυ. Αναγνωρίστηκε σαν πατέρας και δάσκαλος της νεότερης μουσικής και ήταν παράδειγμα ηθικού ανθρώπου για τους συγχρόνους του. Η καλλιτεχνική του ζωή αποκαλύπτει την ευσυνειδησία ενός μεγάλου καλλιτέχνη που προετοίμασε το έδαφος για τον Μότσαρτ, τον Μπετόβεν τον Σούμπερτ.
vii Μπετόβεν, Ludwig van Beethoven. [Βόννη1770- Βιέννη 1827] Από τους μεγαλύτερους Συνθέτες όλων των εποχών. ‘Όταν ο Μότσαρτ τον άκουσε στα δεκαπέντε του χρόνια να παίζει πιάνο είπε: «Προσέξτε, πιστεύω ότι θα κάνει τον κόσμο να μιλάει γι αυτόν». Ανάμεσα στο εξαιρετικά πλούσιο έργο του συγκαταλέγονται οι εννέα Συμφωνίες του . Η τελευταία του, η «ΕΝΑΤΗ» έγινε πανανθρώπινο σύμβολο ΕΙΡΗΝΗΣ. Μεγάλοι συνθέτες αναγνώρισαν την αξία του όπως Ο Λιστ, ο Σούμαν, ο Μέντελσον , ο Μπερλιόζ , ο Σούμπερτ. Ο Βάγκνερ μάλιστα παρομοίασε την κωφότητα του Μπετόβεν με τη φωτεινή τυφλότητα του Μάντη Τειρεσία. Σαν ένα πνεύμα Παγκόσμιο θα μείνει στην αιωνιότητα ο Λούτβιχ Βαν Μπετόβεν..
viii Ικγόρ Στραβίνσκ [Stravinsky]. Ρώσος Συνθέτης [1882-1971]. Μαθητής του Ρίμσκυ-Κόρσακοφ . Με «Το πουλί της φωτιάς» που έγραψε για τα Ρώσικα Μπαλέτα αποκαλύπτεται η μεγαλοφυΐα του. Ακολούθησαν ο «Πετρούσκα», η «Ιεροτελεστία της Άνοιξης» όπου αναδεικνύεται η πρωτοτυπία και η ευρηματικότητά του. Το έργο του γίνεται η βάση των πειραματισμών που θα ακολουθήσουν στις αρχές του 20ου αιώνα. Το 1914 έφυγε οριστικά από τη Ρωσία. Έζησε στην Ελβετία και στο Παρίσι. Στο Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο πήγε στις ΗΠΑ και το 1945 πήρε την Αμερικάνικη υπηκοότητα Έχει αφήσει σημαντικότατο έργο.
ix Νικόλαος Γύζης. Έλληνας ζωγράφος. Τήνος 1842 Μόναχο 1901. Σπούδασε στη σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και του Μονάχου, με υποτροφία του Ιδρύματος του Ναού της Ευαγγελιστρίας της Τήνου. Μαθήτευσε στο εργαστήρι του σημαντικότερου ζωγράφου της Βαυαρίας του Πιλότυ. Έργα του υπάρχουν στην Ελλάδα, Εθνική Πινακοθήκη, Μουσείο Μπενάκη Συλλογή Κουτλίδη και σε άλλες ιδιωτικές συλλογές. Στο εξωτερικό, στη Νέα Πινακοθήκη και στην Ακαδημία του Μονάχου καθώς και στη Λέσχη των Καλλιτεχνών. Ιδιαίτερη θέση στο έργο καταλαμβάνουν οι προσωπογραφίες, που μαζί με τα μεγάλα έργα του, τις νεκρές φύσεις και τα άπειρα σχέδιά του μαρτυρούν το ταλέντο, την οξυδέρκεια και τη ευφυΐα του.
x Σοφοκλής. Αντιγόνη, [Αίμων] [ στ.683]
xi Ευριπίδης .Άλκηστης [στον Άδμητο][στ.301].
xii Αισχύλος . Ευμενίδες,[ Χορός] [στ.525].
xiii Αλμπέρ Καμύ [Albert Camus]. Ο επαναστατημένος Άνθρωπος.
xiv Φάουστ του Γκαίτε . Μετ. Ι.Ν Θεοδωρακόπουλος.

Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2020

Γιώργου Λέκκα: ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ (νέο ποίημα)


Άλλοι φοβούνται να πεθάνουν
και άλλοι βιάζονται να ξαναγεννηθούν.
Προσεχώς εγείρεται σώμα
που θ’ αλιεύει τα σύμπαντα
και θ’ απιθώνει στη γη τρυφερά
όσους ακόμα μέλλεται να ’ρθουν.
Αστρικοί πυλώνες φωτός
μεταφέρουνε ήδη παντού
τα αναστάσιμα νέα
της οριστικής σου μεγέθυνσης.
Ό,τι δεν μπόρεσες, λοιπόν,
να τ’ αγαπήσεις ως ζωντανός
έχεις τώρα μια δεύτερη ευκαιρία
να τ’ αγαπήσεις ως πεθαμένος.
Τ’ άξιζε τελικά να γεννηθείς
ώστε πατώντας στη γη
ν’ αγκαλιάζεις τα σύμπαντα.
Κι αν με το έργο του καλλιτέχνη
δεν πιάνεις στα δίχτυα του
παρά μονάχα τους θεατές του
με τον θάνατο σου αγκαλιάζεις πλέον
τον κόσμο όλον.

24.1.20/3.2.20

[Ποιητικό σχόλιο στο έκθεμα της Chiharu Shiota, με τον τίτλο “Me Somewhere Else” (κόκκινο μαλλί, σχοινιά και πηλός), Musées Royaux des Beaux-Arts, Bruxelles, έως τις 9 Φεβρουαρίου 2020. Δείτε φωτογραφία που συνοδεύει το Παράθεμα.

Η Chiharu Shiota γεννήθηκε στην Osaka Ιαπωνίας το 1972 και ζει στο Βερολίνο από το 1997.
«Πριν διαγνωσθεί ότι έχω καρκίνο», γράφει η ίδια στην παρουσίαση του εκθέματός της, «πίστευα πως αν πέθαινα, οτιδήποτε δικό μου θα πέθαινε κι αυτό. Τώρα, όμως, ξέρω πως μόνο το σώμα μου πεθαίνει, όχι το πνεύμα μου. Το πνεύμα μου θα παραμένει αλλού. Πρόκειται για αίσθημα που μου είναι δύσκολο να εξηγήσω. Έχω, λοιπόν, την ανάγκη να κάνω τέχνη, για να καταλάβω καλύτερα αυτό το αίσθημα και να μπορέσω να το εξηγήσω και στους άλλους».

Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας. Ιερά Μητρόπολις Βελγίου.]

Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2020

ΑΡΧΑΙΑ ΕΦΕΣΟΣ – Μια συνάντηση του π. Παναγιώτη Καποδίστρια με τον Γιώργο Σεφέρη

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ
[1η δημοσίευση: περιοδικό ΠΕΡΙ ΟΥ | 3 Φεβρουαρίου 2020]

[Αφιερωμένο στη Μαρία Δελήτσικου-Παπαχρίστου]

Την αφορμή για τη «συνάντηση» αυτή μου την έδωσε το ποίημα του π. Παναγιώτη Καποδίστρια «Οι Γάτες της Αρχαίας Εφέσου», από την πρόσφατη συλλογή του Λευκότερος καίγεσαι (εκδ. Αληθώς, 2019). Έχοντας υπόψη μου το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη «Μνήμη Β΄» με υπότιτλο « Έφεσος», άρχισα να μελετάω καλά τι είδε ο νέος ποιητής, εκεί όπου είχε περπατήσει ο παλαιότερος, εβδομήντα χρόνια πριν.
Συγκεκριμένα, ο Σεφέρης είχε πάει στην Έφεσο, στις 21 Οκτωβρίου 1950. Όπως φαίνεται από τις Μέρες Ε΄ (1945-1951), έμεινε τρεις μέρες. Το ποίημα που προέκυψε από αυτή την επίσκεψη είναι, όπως είπαμε πιο πάνω, το «Μνήμη Β΄» με υπότιτλο «Έφεσος», από το οποίο απομονώνω τους τρεις πρώτους στίχους:
Μιλούσε καθισμένος σ’ ένα μάρμαρο
που έμοιαζε απομεινάρι αρχαίου πυλώνα·
απέραντος δεξιά κι άδειος ο κάμπος
και τους εννέα τελευταίους:
Θυμάμαι ακόμηˑ
ταξίδευε σ’ άκρες ιωνικές, σ’ άδεια κοχύλια θεάτρων
όπου μονάχα η σαύρα σέρνεται στη στεγνή πέτρα,
κι εγώ τον ρώτησα: «Κάποτε θα ξαναγεμίσουν;»
Και μ’ αποκρίθηκε: «Μπορεί, την ώρα του θανάτου».
Κι έτρεξε στην ορχήστρα ουρλιάζοντας:
«Αφήστε με ν’ ακούσω τον αδερφό μου!»
Κι ήταν σκληρή η σιγή τριγύρω μας
κι αχάραχτη στο γυαλί του γαλάζιου.
Αν συνυπολογίσουμε τα όσα γράφει στις Μέρες, την ψυχική ανάγκη που στέλνει τον Σεφέρη στα αρχαία θέατρα και την κρυφή ελπίδα, αν και είναι αρκετά ορθολογιστής ώστε να μην πιστεύει σ’ αυτό που ελπίζει, τότε ο Σεφέρης πηγαίνει εκεί για να ακούσει τη φωνή του αδελφού του είτε είναι ο Ηράκλειτος, αυτός που μιλούσε καθισμένος στο απομεινάρι του αρχαίου πυλώνα είτε ο Σικελιανός που επίσης καθισμένος σε μια πέτρα -«θρονί μου φάνη μοιρασμένο … απ’ τους αιώνες»- μας λέει στην «Ιερά οδό», συχνός επίσης επισκέπτης αρχαίων θεάτρων, ή τέλος είναι ο αδελφός του, ο Άγγελος, που είχε πεθάνει τον Ιανουάριο του ίδιου έτους.
Στην κραυγή «Αφήστε με ν’ ακούσω τον αδερφό μου!» η απάντηση ήταν «σκληρή η σιγή τριγύρω μας / κι αχάραχτη στο γυαλί του γαλάζιου».
Δεν υπάρχει, λοιπόν, τίποτα.
Ωστόσο, στην περιήγηση του χώρου, το «Απομεσήμερο», άκουσε μια κουκουβάγια, μια φορά μόνο, η ώρα τρεις το απόγευμα. Ο Σεφέρης δεν επιμένει τυχαία στο «μια φορά μόνο» και στο «η ώρα τρεις». Και η κουκουβάγια και η ώρα σημαίνουν. Στα αυτιά του, από την ώρα που τριγύριζε στο θέατρο, ακούει «τους μαινόμενους αργυροκόπους που φώναζαν “Μεγάλη η Άρτεμις των Εφεσίων”» (Πράξεις των Αποστόλων, 19,23). Πιο κάτω θα μας παραθέσει ένα απόσπασμα από την Αποκάλυψη, από το οποίο δανείζομαι τις τρεις τελευταίες γραμμές: «Ουαί ουαί, η πόλις η μεγάλη, εν η επλούτησαν πάντες οι έχοντες τα πλοία εν τη θαλάσση εκ της τιμιότητος αυτήςˑ ότι μια ώρα ηρημώθη» (18, 17-19). Στη συνέχεια γράφει: «Προσκυνητάδες και λαϊκή λατρεία, ιερείς και μεγάλα εισοδήματα, θρύλοι και δεισιδαιμονίες» σαν να βλέπει μια άλλη εκδοχή του Ιησού στον Ναό και το αναποδογύρισμα των πάγκων των αργυραμοιβών. Για την ώρα τον παρηγορεί «το λυκόφως στις πλαγιές της Ιωνίας, τα κυκλάμινα, και το κυμάτισμα, που διατηρούν ακόμη, της μεγάλης ψυχής του Ηράκλειτου. Αυτά ανήκουν στο μόνιμο εκείνο, που μοιάζει να είναι πίσω από κάθε θρησκεία» (Μέρες Ε΄, 21 Οκτώβρη 1950). Το λυκόφως και το χρώμα των κυκλάμινων τονίζει, με τον τρόπο του, τη θλίψη του ποιητή.
Συμπέρασμα. Δεν υπάρχει τίποτα, παρά το συμφέρον. Ο χρόνος τα παρασύρει όλα, όπως και την Μεγάλη Άρτεμη. Τι απομένει; Το τοπίο και ο Ηράκλειτος.
Το ποίημα του π. Παναγιώτη Καποδίστρια, «Οι Γάτες της Αρχαίας Εφέσου», παραπέμπει, ως τίτλος, οπωσδήποτε, ευθέως στο ποίημα του Σεφέρη «Οι Γάτες τ’ Άι-Νικόλα», όπου οι γάτες, με το χτύπημα της καμπάνας, έβγαιναν και εξόντωναν τα φίδια που είχαν κατακυριεύσει τον τόπο και είχαν γίνει πολύ μεγάλα και φαρμακερά λόγω της «μεγάλης στέγνιας». Βεβαίως «ξολόθρεψαν τα φίδια μα στο τέλος / χαθήκανεˑ δεν άντεξαν τόσο φαρμάκι. / Ωσάν καράβι καταποντισμένο / τίποτε δεν αφήσαν στον αφρό / μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα». Το ποίημα έχει έναν πολιτικό προσανατολισμό, λόγω της εποχής που γράφτηκε. Αν όμως το αποσυνδέσουμε από τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή της Αγγλοκρατίας στην Κύπρο και το συνδέσουμε με ευρύτερες κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις, τότε ίσως θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι «γάτες» συμβολίζουν τον Ελληνισμό που είχε να παλέψει με πολλά φίδια, ποικίλους εχθρούς, αλλά τελικά νικήθηκε. Δεν έχει απομείνει τίποτε πια, ούτε νιαούρισμα.

Επιστρέφουμε πια οριστικά στις «Γάτες της αρχαίας Εφέσου» του Καποδίστρια και παρακολουθούμε το ποίημα. Αρχίζουμε από το μότο.
«φωνή εγένετο μία εκ πάντων, ως επί ώρας δύο κραζόντωνˑ μεγάλη η Άρτεμις Εφεσίων»
(Πράξεις 19,34)
Είδες τις γάτες
αγέρωχες εδώ κι εκεί στη μαρμάρινη οδό
δακριτικά περιφερόμενες
στων Κουρητών τη λεωφόρο;

Κορίτσια είναι
απ’ τον οίκο του έρωτα

του Κέλσου ίσως κλειδοκρατόρισσες
η Σοφία
η Αρετή
η Επιστήμη
η Έννοια

η Νίκη της Εφέσου εξάπαντος

κι αν έχεις οφθαλμούς αλαφροΐσκιωτους
διαισθάνεσαι
βουρκωμένη τη θεά
Άρτεμη την πολύμαστη
γάτα νωχελική πάνω σε κίονα του Πρυτανείου
λάθρα επιβιώσασα απ’ των καιρών την ένοχη ανοχή
σπιθίτσα μυστική
για τη φλόγα την περίβλεπτη του ιερού της Ουτοπίας
(Αρχαία Έφεσος, Ιούνιος 2019)
Από το μότο βλέπουμε ότι και οι δύο ποιητές αντλούν πληροφορίες για την Έφεσο από την ίδια πηγή. Τις Πράξεις των Αποστόλων.
Η Άρτεμις, στης οποίας το ναό κυκλοφορούν οι γάτες, είναι η θεά παρθένος, αδελφή του Απόλλωνα, γεννημένη στη Δήλο, η «Μεγάλη Άρτεμις» όπως έκραζαν οι πολίτες και στης οποίας το ρημαγμένο ιερό χτίστηκε ναός της Παρθένου Μαρίας, με την επικράτηση της χριστιανικής θρησκείας. Σ’ αυτόν τον περίφημο ναό σήμερα μόνο ερείπια, γάτες και τουρίστες, βεβαίως. Ο χρόνος και οι επιδρομείς πήραν τα πάντα. Υπάρχει όμως η γη που δεν έχει κρικέλια για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν.
Στην περίφημη οδό των Κουρητών, με τα αγάλματα των αυτοκρατόρων και τα λαμπρά μωσαϊκά στο δάπεδο, περπατούν σήμερα διακριτικά οι αγέρωχες γάτες. Το επίρρημα «διακριτικά» προσδίδει στα συμπαθή κατοικίδια ήθος. Το «αγέρωχες» μια ασύνειδη υπεροχή. Και έχουν, αν συνυπολογίσουμε ότι οι γάτες αυτές ήταν (;) ιέρειες στο ιερό της θεάς ή «κορίτσια από τον οίκο του έρωτα», όπως λέει το ποίημα. Αφήνοντας κατά μέρος το «πρόχειρο», μια λέξη που χρησιμοποιεί ο π. Παναγιώτης, για να δηλώσει αυτό που μας έρχεται πρώτο στο νου, σπεύδουμε να αναφερθούμε στη ρήση του Αριστοτέλη «πάντες άνθρωποι του ειδέναι ορέγονται φύσει» και αυτή την όρεξη, τον έρωτα για μάθηση, υπηρετεί ο Κέλσος και οι «Κλειδοκρατόρισσές» του.

Ο Κέλσος, του οποίου η σαρκοφάγος βρίσκεται «στον πλευρικό διάδρομο της βιβλιοθήκης του («δεξιά καθώς μπαίνεις»), γράφει ο Σεφέρης, ήταν πλατωνικός φιλόσοφος. Η Σχολή του, ο Οίκος του, είναι ο Οίκος του έρωτα για τη σοφία και τα κορίτσια του, το πνεύμα που παίρνει τη μορφή κοριτσιών, όπως λέει και ο Ελύτης για τα κορίτσια στη δική του ποίηση. Τα κορίτσια του, λοιπόν, είναι οι Ιδέες, οι πλατωνικές Ιδέες, και τα ονόματά τους Σοφία, Αρετή, Επιστήμη, Έννοια και εξάπαντος Νίκη της Εφέσου. Γιατί ό,τι και αν έγινε και ο χρόνος παρέσυρε και οι κοινωνικές και πολιτικές και θρησκευτικές ανατροπές επέφεραν, η Έφεσος ως Ιδέα ζει.
Ο Ελύτης θεωρεί ότι είναι τέσσερα τα στοιχεία μιας ξεχωριστής προσωπικότητας: Αντρειά, Δικαιοσύνη, Ευθύνη και Σοφία (όπως ο ίδιος εξήγησε στον Guido Demoen, Φιλολογική, τχ. 60, σελ. 17-20), με σαφή αναφορά στα μόρια της «Αρετής» του πλατωνικού Πρωταγόρα, όπου γίνεται λόγος για πέντε μόρια της Αρετής: Ανδρεία, Δικαιοσύνη, Σωφροσύνη, Σοφία, Οσιότητα. Πιστεύω ότι ο Ελύτης στην Ευθύνη συναιρεί την «οσιότητα» και τη «σωφροσύνη». Mutatis mutandis, οι ποιητές και οι φιλόσοφοι μιλούν γα παραπλήσιες έννοιες, για να μην πούμε πως μιλούν για τις ίδιες ακριβώς.
Αυτά όμως τα αντιλαμβάνεται εκείνος που έχει «οφθαλμούς αλαφροΐσκιωτους». Δεν μας διαφεύγει εδώ μια νύξη σολωμική. Ο Αλαφροΐσκιωτος Καλός, δηλαδή ο ποιητής, ο ζακύνθιος Καποδίστριας διαισθάνεται τη θλίψη της θεάς, γάτας πολύμαστης (όπως ήταν κάποτε η πλούσια Έφεσος), που κάθεται νωχελική (άπραγη πια) πάνω σε κίονα του Πρυτανείου, όπως ο Ηράκλειτος στο ποίημα του Σεφέρη και ο Σικελιανός στην «Ιερά οδό». Η Ιδέα της, ευτυχώς, επιβίωσε λάθρα, από τους διωγμούς, «σπιθίτσα μυστική», μέσα σε έναν κόσμο εχθρικό με άλλη θρησκεία και Θεό.
Ο τελευταίος στίχος έχει τη θλίψη από την ιερή φωτιά που την έχουμε δει να σβήνει στον ναό των Εστιάδων, στο λάλον ύδωρ των Δελφών και τώρα εδώ, στον κίονα του Πρυτανείου. Ωστόσο, υπάρχει αυτή η μικρή ελπίδα, η γάτα (η εφτάψυχη όπως λέει ο λαός), που φυλάει τη φλόγα την «περίβλεπτη» του ιερού της Ουτοπίας. Ένα ιερό που υπήρχε και δεν υπάρχει πια, για μια θεά που δεν υπήρχε αλλά υπήρχε η ιδέα της. Γιατί η Ιδέα δεν έχει ανάγκη από σώμα για να υπάρχειˑ έρχεται από την ιδανική Ου-τοπία.
Ο Σεφέρης αυτοαποκαλείται «ειδωλολάτρης», βλέπει με σκεπτικισμό ό,τι συμβαίνει γύρω του και ενοχλείται με την εκμετάλλευση της Ιδέας. Ωστόσο στέκεται με σεβασμό απέναντι σε ό,τι καλό γέννησε ο τόπος και η δική του «σπιθίτσα» λάμπει στην αλήθεια τη χειροπιαστή που είναι ο τόπος και ο Ηράκλειτος. Όλα τα άλλα είναι περαστικά.
Ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας είναι ταγμένος ιερωμένος. Δεν επιτρέπει στον εαυτό του να εκφράσει «απιστία». Αγαπά αλλήλους. Είναι και ποιητής που σημαίνει πως έχει έγνοια και ελπίδα για κάθε τι καλό που γέννησε αυτός ο κόσμος, τον οποίο αποδέχεται και υπηρετεί με Αντρειά, Δικαιοσύνη, Ευθύνη και Σοφία. Το ποίημα «Οι γάτες της Εφέσου» εκφράζει ένα βαθύ αίσθημα για τον κόσμο μας, τον αρχαίο που χάθηκε ή συγχωνεύτηκε με τον άλλο που ήρθε. Βαθύ αίσθημα Ευθύνης για όποια ελληνική «σπιθίτσα» τού δίνει τη Σοφία να γράφει και να στοχάζεται, την Αντρειά να αντέχει και τη Δικαιοσύνη να απονέμει σε έκαστον τον σεβασμό του, κατά τα έργα του.

Related Posts with Thumbnails

Follow by Email