© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

Οι Αγιασμοί και τ’ Άγιο Χεράκι

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

'Ατιτλη ξυλογραφία του Γιάννη Γουρζή, έργο 2003
Ο λαμπερός, καυτός, σεπτεμβριάτικος ήλιος, λίγο πριν το γιόμα, δεν έδινε την εντύπωση ότι θα επέτρεπε στο κουδούνι να διεγείρει το βάρβαρο συναγερμό του. Κι όμως, εκείνο απτόητο και άκαρδο, ως άψυχο, σήμανε παρατεταμένα το τέλος των διακοπών!

Μαθητές και μαθήτριες, βαριεστημένα, μαζεύονταν κοντά στο σκηνικό, το ίδιο σαν τις άλλες χρονιές: Το τραπέζι με το λευκό τραπεζομάντηλο και το βάζο με τα λουλούδια, ο βασιλικός για το αγιασμένο ράντισμα, το μικρόφωνο, τα καρβουνάκια με το λιβάνι, τ΄ ασημένιο κουτί στο κέντρο του τραπεζιού, ο αρχιερέας με τους ιερείς που στόλιζαν το μαύρο τους φόντο με τα χρυσαφένια πετραχήλια, το σκήπτρο, το ωμοφόριο, πάνω από το επικαλυμμαύχιο, κάτω από τις μεσημεριανές ακτίνες… Τοπικοί άρχοντες με τα μαύρα γυαλιά και το σοβαρό προσωπείο, δίπλα στο μαύρο ράσο, επαναλάμβαναν από μέσα τους όσα σχεδίασαν να εκφωνήσουν την ώρα που θα έπαιζαν το δικό τους ρόλο, σαν τους μαθητές της σχολικής γιορτής. Κανένας εκπρόσωπος από τη δημοτική αρχή, ανατινάχτηκε νοερά και στη συνείδησή μας, εκείνη την ημέρα της απόπειρας εμπρησμού στο Ξενία. Στολές, σύμβολα, τίτλοι, αξιώματα, εξουσία, ευλογία, ευταξία, ιδρώτας, ύμνοι, ικεσίες, κηρύγματα, νουθεσίες, εναγκαλισμοί, υποσχέσεις… Οι μαθητές παρατάχθηκαν κατά τάξεις και οι καθηγητές, ντυμένοι με τα καλά τους, διασκορπίστηκαν ανάμεσά τους για την πρώτη τους επαφή κατά τη νέα σχολική χρονιά.

Οι ψαλμωδίες κόντευαν να φτάσουν την ώρα του αγιασμού των υδάτων, όταν ο Γιώργος από την πρώτη τάξη με ρώτησε ευγενικά για το λαμπερό κουτί πάνω στο τραπέζι, την ώρα ακριβώς που έψαλαν το απολυτίκιο του Αγίου Διονυσίου: «Της Ζακύνθου τον γόνον κι Αιγίνης τον πρόεδρον…». Είναι, βλέπεις, φιλομαθής μετανάστης και δε γνώριζε για το «Άγιο Χεράκι», όπως το έλεγε η θεία - Τζόγια και σταυροκοπιόταν κάθε φορά που εκείνο περιδιάβαινε τις γειτονιές της Ζακύνθου για να κάμει το θαύμα του, να παρηγορήσει, να ενδυναμώσει στις δυσκολίες και τις ασθένειες της ζωής…

Αστραπιαία πέρασαν από μπροστά μου εκείνες οι χειμωνιάτικες στιγμές που το «Άγιο Χεράκι» έμπαινε σαν ύστατη βοήθεια στην κάμαρη του γλυκύτατου μπάρμπα-Γιάννη Γαρδέλη που χαροπάλευε, νέος πατέρας, στην καρδιακή ανημπόρια… Το κρατούσε ευλαβικά στην αγκαλιά του ο παπα-Νικήτας, νεοχειροτονημένος τότε παπάς στο μοναστήρι, μέσα στο απαστράπτον από τα γυαλισμένα νικέλια και τα κόκκινα φανάρια στ΄ ανασηκωμένα φτερά του, μοναδικό τεράστιο αμερικάνικο ταξί, μάρκας Ford, του Γιάννη του Λουρέντζου. Υποκλινόντουσαν οι Λιθακιώτες καθώς περνούσε, σταυριοκοπιόντουσαν και προσευχόντουσαν να τον κάμει καλά…

Ήταν εκεί γύρω στο 1717, όταν η Μεσόγειος έβραζε από πλοία και στο Ιόνιο έπεφτε βαριά η απειλητική σκιά των Αγαρηνών. Τότε τουρκικά πλοία με αρχηγό τον αιμοδιψή πειρατή Μουστή ή Μοστρίνο, αγκυροβόλησαν στο λιμάνι των Στροφάδων και λεηλάτησαν το Μοναστήρι. Σύμφωνα με μια πηγή, μεταξύ των άλλων βανδαλισμών οι ληστοπειρατές έκοψαν τα χέρια από το λείψανο του Αγίου Διονυσίου και το υπόλοιπο το έβαλαν πάνω σ΄ ένα βαρέλι με πυρίτιδα προκειμένου να το ανατινάξουν. Ο Άγιος έκανε το θαύμα του και το μπαρούτι δεν έπιασε φωτιά. Άλλη πηγή αναφέρει ότι τα χέρια έκοψαν τέσσερις ευλαβείς χριστιανοί, αιχμάλωτοι των Τούρκων για αγιασμό τους. Όταν έφυγε η τουρκική μοίρα από τα Στροφάδια ο Μοστρίνος στοχάστηκε ότι θα μπορούσε να αποκτήσει χρήματα από την πώληση των χεριών του Αγίου, τα πήρε μαζί του και τα πώλησε στη Χίο. Τα χέρια επιστράφηκαν, αργότερα, στα Στροφάδια από ευλαβείς Χριστιανούς.

Το αργυρόγλυπτο κουτί με το θαυματουργό χέρι του Αγίου Διονυσίου είναι και αυτό έργο του Διαμαντή Μπάφα. «δια χειρός διαμαντή μπάφα καλαρυτιότου, 1820», αναγράφεται στις αργυρόγλυπτες συνθέσεις που υπάρχουν στο τέμπλο της εκκλησίας του Αγίου Διονυσίου καθώς και στη λάρνακα του Αγίου (1829). Αληθινό κομψοτέχνημα το κουτί, ανάλογο με την ανεκτίμητη αξία του περιεχομένου του. Στο επάνω πλαίσιο, παριστάνει τον Άγιο της συγγνώμης, ντυμένο αρχιερατικά, στην Κοίμησή του, ενώ στις πλευρές εικονίζονται μικρογραφικές παραστάσεις από τη ζωή και τα θαύματα του Ιεράρχη.

Οι αγιασμένες σταγόνες, με άρωμα βασιλικού, που περιμέναμε να δροσίσουν τα πυρωμένα μας μέτωπα δεν έφτασαν ποτέ. Παραδόθηκαν κι εκείνες νωχελικά στη μεσημεριάτικη ζέστη και στους σύντομους, ευτυχώς, συνηθισμένους λόγους. Καμία συγγνώμη για το κατάντημα της χώρας, του νησιού και της δημόσιας εκπαίδευσης από τον κόσμο των μεγάλων. Πώς να κοιτάξουμε τα παιδιά μας στα μάτια; Πώς να πεισθούν για την αξία της γνώσης στα χρόνια της απαξίωσής της; Μεγάλωσαν στην εποχή της βασιλεύουσας ύλης, της εικονικής πραγματικότητας, της αδιαφορίας, της διαφθοράς και της δανεικής ευμάρειας. Με ποια μέσα και ποιο περιεχόμενο σπουδών θα γίνουν ανθρωπινότεροι, όταν πολλοί χλευάζουν ακόμα και αυτή την πατροπαράδοτη παρουσία του Αγίου, αναμφισβήτητου συμβόλου της υπέρβασης, στερώντας κάθε ελπίδα μεταφυσικής εκδοχής της πραγματικότητας; Πόσα τέτοια έχει ακούσει το «Άγιο Χεράκι» κι όμως φωτοβόλο δείχνει το δρόμο της συγχώρεσης σαν το μοναδικό όπλο κατά της κακίας.

Απαιτεί συστολή, εσωτερική συντριβή, συνειδητή εσωτερική αυτομαστίγωση και προσευχή η μετάνοια και η ειλικρινής αίτηση συγγνώμης. Η παραπλάνηση, ο εγωισμός, η έπαρση, ο φόβος αφαιρούν τη δυνατότητα αναγνώρισης των λαθών, των αμαρτημάτων, της αστοχίας των πράξεων και των ενεργειών μας. Εξίσου και η συγχώρεση, ακρογωνιαίος λίθος του χριστιανισμού, χαρακτηρίζει ανθρώπους ιδιαίτερης καλλιέργειας, παιδείας και πίστης, που μπορούν να κοσμηθούν με το φωτοστέφανο της αγάπης εκδυόμενοι το μανδύα των ποικίλων συμπλεγμάτων υπεροχής ή μειονεξίας. Έτσι σπάζουν τα δεσμά της εσωτερικής απομόνωσης και δουλείας, επισκευάζονται ή και ανοίγονται οι νέοι δρόμοι που βγάζουν από τα αδιέξοδα και συγκολλούν θραυσμένους δεσμούς και παντοειδείς κοινωνικές σχέσεις.

«Αγάπης τω δεσμώ συνδεθείς θεοφόρε, διέλυσας τρανώς, την κακίαν της έχθρας…. Και το έγκλημα, σου αδελφού φονοκτόνω, συνεχώρησας, κατά Θεόν ως οικτίρμων…», υμνολογείται ο Άγιος Διονύσιος κατά Άγγελο Συμμάχιο την ημέρα της μνήμης της κοίμησής του (17Δεκεμβρίου).

Χωρίς πραγματική αγάπη για τον άνθρωπο, τους νέους και τον τόπο, μα και χωρίς τον πρέσβη μας Άγιο πώς να αισιοδοξήσουμε, να ενδυναμώσουμε τις σχέσεις μας, μα κυρίως ν΄ αντιδράσουμε και να χτίσουμε γερά θεμέλια στο νέο «σεισμόπληκτο» ζακυνθινό τοπίο;

Μου φάνηκε χαρούμενο το εικονιζόμενο ανάγλυφο πρόσωπο του Αγίου πάνω στο αστραφτερό κουτί. Θα ΄ναι γιατί βρέθηκε ανάμεσα στα παιδιά κι ας μην του έδωσαν σημασία. Ποιος να τους μάθει! Άλλωστε, είχαν πολλά να πουν μεταξύ τους τα παιδιά, μετά τις καλοκαιρινές διακοπές. Μόνο παλαμάκια χτυπούσαν. Πόσος κόπος, πόσος χρόνος, για να κρίνουμε και να επιλέγουμε πότε θα χτυπάμε παλαμάκια με τα δυο μας τα χεράκια!

Θ’ ακολουθήσουν κι άλλοι αγιασμοί, εκείνοι οι «αστείοι» που γίνονται στα εκλογικά κέντρα (κορυφαία υβριστική πράξη!), κι όπου να ΄ναι φτάνουν οι εκλογές! Ίσως και να ξαναμπεί στα σπίτια των αρρώστων το «Άγιο Χεράκι». Η μείωση της κοινωνικής μέριμνας στην κρίση του ελληνισμού και του καπιταλισμού θα δημιουργήσει στρατιές αρρώστων και δραματική έλλειψη της στοιχειώδους υποδομής για υγειονομική περίθαλψη.

«Άγιε μου Διονύσιε, βάλε το χεράκι σου να φτιάξουμε τα πράγματα, να μη λιώσουν κι άλλα παγόβουνα και μας αφανίσουν. Βοήθα μας κι εμάς τους δασκάλους να βρούμε δύναμη και φαντασία, τρόπους καλής επικοινωνίας, υπομονή κι επιμονή, να μη χαθούμε στην πλημμύρα, να δείξουμε στους μαθητές μας τους τρόπους ανάβασης σε υψηλότερους κόσμους».

Ζάκυνθος, 13-9-2010

Βιβλιογραφία: Ντίνου Κονόμου, Άγιος Διονύσιος ο Πολιούχος Ζακύνθου, Αθήνα 1969.

Νίκου Καζαντζάκη: [ΣΤΑ ΚΑΡΟΥΛΙΑ]

Ἀπὸ τὴν «Ἀναφορὰ στὸν Γκρέκο», ἐκδ. Ἐλ. Καζαντζάκη, 1964

Τελείωνε πιὰ τὸ προσκύνημά μας. Τὶς παραμονὲς τοῦ μισεμοῦ πῆρα τὸν ἀνήφορο μοναχός, ν' ἀνέβω στ' ἄγρια ἡσυχαστήρια, ἀνάμεσα στοὺς βράχους ἀψηλὰ ἀπάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα, στὰ Καρούλια. Τρυπωμένοι μέσα σὲ σπηλιές, ζοῦν ἐκεῖ καὶ προσεύχουνται γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου, καθένας μακριὰ ἀπὸ τὸν ἄλλο, γιὰ νὰ μὴν ἔχουν καὶ τὴν παρηγοριὰ νὰ βλέπουν ἀνθρώπους, οἱ πιὸ ἄγριοι, οἱ πιὸ ἅγιοι ἀσκητὲς τοῦ Ἁγ. Ὄρους. Ἕνα καλαθάκι ἔχουν κρεμασμένο στὴ θάλασσα, κι οἱ βάρκες ποὺ τυχαίνει κάποτε νὰ περνοῦν ζυγώνουν καὶ ρίχνουν μέσα λίγο ψωμί, ἐλιές, ὅ,τι ἔχουν, γιὰ νὰ μὴν ἀφήσουν τοὺς ἀσκητὲς νὰ πεθάνουν τῆς πείνας. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἄγριους αὐτοὺς ἀσκητὲς τρελαίνουνται• θαρροῦν πὼς ἔκαμαν φτερά, πετοῦν ἀπάνω ἀπὸ τὸν γκρεμὸ καὶ γκρεμίζουνται• κάτω ὁ γιαλὸς εἶναι γεμάτος κόκκαλα.

Φωτογραφία Κώστα Μπαλάφα
Ἀνάμεσα στοὺς ἐρημίτες τούτους ζοῦσε τὰ χρόνια ἐκεῖνα, ξακουστὸς γιὰ τὴν ἁγιοσύνη του, ὁ Μακάριος ὁ Σπηλαιώτης. Αὐτὸν κίνησα νὰ δῶ• ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ πάτησα στὸ ἱερὸ βουνό, εἶχα πάρει τὴν ἀπόφαση νὰ πάω νὰ τὸν δῶ, νὰ σκύψω νὰ τοῦ φιλήσω τὸ χέρι καὶ νὰ τοῦ ξομολογηθῶ. Ὄχι τὰ κρίματά μου, δὲν πίστευα νὰ ‘χα κάμει ὥς τότε πολλά, ὄχι τὰ κρίματά μου παρὰ τὴν ἑωσφορικὴ ἀλαζονεία ποὺ συχνὰ μ' ἔσπρωχνε νὰ μιλῶ μὲ ἀναίδεια γιὰ τὰ ἑφτὰ μυστήρια καὶ τὶς δέκα ἐντολὲς καὶ νὰ θέλω νὰ χαράξω δικό μου δεκάλογο.

Ἔφτασα κατὰ τὸ μεσημέρι στ' ἀσκηταριά• τρῦπες μαῦρες στὸν γκρεμό, σιδερένιοι σταυροὶ καρφωμένοι στοὺς βράχους, ἕνας σκελετὸς πρόβαλε ἀπὸ μιὰ σπηλιά, τρόμαξα• σὰ νὰ 'χε φτάσει κιόλας ἡ Δευτέρα Παρουσία καὶ ξεπρόβαλε ὁ σκελετὸς αὐτὸς ἀπὸ τὴ γῆς καὶ δὲν εἶχε ἀκόμα προφτάσει νὰ ντυθεῖ ὅλες τὶς σάρκες του. Φόβος κι ἀηδία μὲ κυρίεψε, καὶ συνάμα κρυφὸς ἀνομολόγητος θαμασμός• δὲν τόλμησα νὰ τὸν ζυγώσω, τὸν ρώτησα ἀπὸ μακριά• ἅπλωσε τὸ ξεραμένο μπράτσο, ἀμίλητος, καὶ μοῦ 'δειξε μιὰ μαύρη σπηλιὰ ἀψηλὰ στὰ χείλια τοῦ γκρεμοῦ.

Πῆρα ν’ ἀνεβαίνω πάλι τοὺς βράχους, μὲ καταξέσκισαν τ' άγκρίφια τους, ἔφτασα στὴ σπηλιά. Ἔσκυψα νὰ δῶ μέσα• μυρωδιὰ χωματίλα καὶ λιβάνι, σκοτάδι βαθύ• σιγὰ σιγὰ διέκρινα ἕνα σταμνάκι δεξά, σὲ μιὰ σκισμάδα τοῦ βράχου, τίποτα ἄλλο• ἔκαμα νὰ φωνάξω, μὰ ἡ σιωπὴ μέσα στὸ σκοτάδι ἐτοῦτο μοῦ φάνηκε τόσο ἱερή, τόσο ἀνησυχαστική, ποὺ δὲν τόλμησα• σὰν ἁμαρτία, σὰν ἱεροσυλία μοῦ φάνηκε ἐδῶ ἡ φωνὴ τοῦ ἀνθρώπου.

Εἶχαν πιὰ συνηθίσει τὰ μάτια μου στὸ σκοτάδι, κι ὡς τὰ γούρλωνα καὶ κοίταζα, ἕνας φωσφορισμὸς ἁπαλός, ἕνα πρόσωπο χλωμό, δυὸ χέρια σκελεθρωμένα κουνήθηκαν στὸ βάθος τῆς σπηλιᾶς κι ἀκούστηκε γλυκιὰ ξεπνεμένη φωνή:
— Καλῶς τον!
Ἔκαμα κουράγιο, μπῆκα στὴ σπηλιά, προχώρησα κατὰ τὴ φωνή. Κουλουριασμένος χάμω, εἶχε σηκώσει τὸ κεφάλι ὁ ἀσκητής, καὶ διέκρινα στὸ μεσόφωτο τὸ πρόσωπό του ἄτριχο, φαγωμένο ἀπὸ τὶς ἀγρύπνιες καὶ τὴν πείνα, μὲ ἀδειανοὺς βολβούς, νὰ γυαλίζει βυθισμένο σὲ ἀνείπωτη μακαριότητα• τὰ μαλλιὰ του εἶχαν πέσει, ἔλαμπε τὸ κεφάλι του σὰν κρανίο.
— Εὐλόγησον, πάτερ, εἶπα κι ἔσκυψα νὰ τοῦ φιλήσω τὸ κοκαλιασμένο χέρι.

Κάμποση ὥρα σωπαίναμε• κοίταζα μὲ ἀπληστία τὴν ψυχὴ τούτη ποὺ εἶχε ἐξαφανίσει τὸ κορμί της, αὐτὸ βάραινε τὶς φτεροῦγες της καὶ δὲν τὴν ἄφηνε ν' ἀνέβει στὸν οὐρανό. Ἀνήλεο, ἀνθρωποφάγο θεριὸ ἡ ψυχὴ ποὺ πιστεύει• κρέατα, μάτια, μαλλιά, ὅλα τοῦ τά 'χε φάει.

Δὲν ἤξερα τί νὰ πῶ, ἀπὸ ποῦ ν' ἀρχίσω. Σὰν ἕνα στρατόπεδο ὕστερα ἀπὸ φοβερὴ σφαγή μοῦ φάνταζε τὸ σαράβαλο κορμὶ μπροστὰ μου• ξέκρινα ἀπάνω του τὶς νυχιὲς καὶ τὶς δαγκωματιὲς τοῦ Πειρασμοῦ.
Ἀποκότησα τέλος:
— Παλεύεις ἀκόμα μὲ τὸ Διάβολο, πάτερ Μακάριε; τὸν ρώτησα.
— Ὄχι πιά, παιδὶ μου• τώρα γέρασα, γέρασε κι αὐτὸς μαζὶ μου• δὲν ἔχει δύναμη• παλεύω μὲ τὸ Θεό.
— Μὲ τὸ Θεό! ἔκαμα ξαφνιασμένος• κι ἐλπίζεις νὰ νικήσεις;
— Ἐλπίζω νὰ νικηθῶ, παιδὶ μου• μοῦ ἀπόμειναν ἀκόμα τὰ κόκαλα• αὐτὰ ἀντιστέκουνται.
— Βαριὰ ἡ ζωή σου, γέροντά μου• θέλω κι ἐγὼ νὰ σωθῶ, δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος;
— Πιὸ βολικός; ἔκαμε ὁ ἀσκητὴς καὶ χαμογέλασε μὲ συμπόνια.
— Πιὸ ἀνθρώπινος, γέροντά μου.
— Ἕνας μονάχα δρόμος.
— Πῶς τὸν λέν;
— Ἀνήφορο• ν' ἀνεβαίνεις ἕνα σκαλί• ἀπὸ τὸ χορτασμὸ στὴν πείνα, ἀπὸ τὸν ξεδιψασμὸ στὴ δίψα, ἀπὸ τὴ χαρὰ στὸν πόνο• στὴν κορφὴ τῆς πείνας, τῆς δίψας, τοῦ πόνου κάθεται ὁ Θεός. Στὴν κορφὴ τῆς καλοπέρασης κάθεται ὁ Διάβολος• διάλεξε.
— Εἶμαι ἀκόμα νέος• καλὴ 'ναι ἡ γῆς, ἔχω καιρὸ νὰ διαλέξω.
Ἅπλωσε ὁ ἀσκητὴς τὰ πέντε, κόκαλα τοῦ χεριοῦ του, ἄγγιξε τὸ γόνατό μου, μὲ σκούντηξε:
— Ξύπνα, παιδί μου, ξύπνα, πρὶν σὲ ξυπνήσει ὁ Χάρος.
Ἀνατρίχιασα.
— Εἶμαι νέος, ξανάπα γιὰ νὰ κάμω κουράγιο.
— Ὁ Χάρος ἀγαπάει τοὺς νέους• ἡ Κόλαση ἀγαπάει τοὺς νέους• ἡ ζωὴ 'ναι ἕνα μικρὸ κεράκι ἀναμμένο, εὔκολα σβήνει, ἔχε τὸ νοῦ σου, ξύπνα!

Σώπασε μιὰ στιγμή, καὶ σὲ λίγο:
— Εἶσαι ἕτοιμος; μοῦ κάνει.
Ἀγανάχτηση μὲ κυρίεψε καὶ πεῖσμα.
— Ὄχι! φώναξα.
— Αὐθάδεια τῆς νιότης! Τὸ λὲς καὶ καυχιέσαι, μὴ φωνάζεις• δὲ φοβᾶσαι;
— Ποιὸς δὲ φοβᾶται; Φοβοῦμαι. Κι ἐλόγου σου, πάτερ ἅγιε, δὲ φοβᾶσαι; Πείνασες, δίψασες, πόνεσες, κοντεύει νὰ φτάσεις στὴν κορφὴ τῆς σκάλας, φάνηκε ἡ πόρτα τῆς Παράδεισος• μὰ θ' ἀνοίξει ἡ πόρτα αὐτὴ νὰ μπεῖς; θ' ἀνοίξει; εἶσαι σίγουρος;

Δυὸ δάκρυα κύλησαν ἀπὸ τὶς κόχες τῶν ματιῶν του• ἀναστέναξε• καὶ σὲ λίγο:
— Εἶμαι σίγουρος γιὰ τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ• αὐτὴ νικάει καὶ συχωρνάει τὶς ἁμαρτίες τοῦ ἀνθρώπου.
— Κι ἐγὼ εἶμαι σίγουρος γιὰ τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ• αὐτὴ λοιπὸν μπορεῖ νὰ συχωρέσει καὶ τὴν αὐθάδεια της νιότης.
— Ἀλίμονο νὰ κρεμόμαστε μονάχα ἀπὸ τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ• ἡ κακία τότε κι ἡ ἀρετὴ θὰ μπαῖναν ἀγκαλιασμένες στὴν Παράδεισο.
— Δὲν εἶναι, θαρρεῖς, γέροντά μου, ἡ καλοσύνη τοῦ Θεοΰ τόσο μεγάλη;
Κι ὡς τό 'πα, ἄστραψε στὸ νοῦ μου ὁ ἀνόσιος, μπορεῖ, μά, ποιὸς ξέρει, μπορεῖ ὁ τρισάγιος στοχασμός, πὼς θά 'ρθει καιρὸς τῆς τέλειας λύτρωσης, τῆς τέλειας φίλιωσης, θὰ σβήσουν οἱ φωτιὲς τῆς Κόλασης, κι ὁ Ἄσωτος Υἱός, ὁ Σατανᾶς, θ' ἀνέβει στὸν οὐρανό, θὰ φιλήσει τὸ χέρι τοῦ Πατέρα καὶ δάκρυα θὰ κυλήσουν ἀπὸ τὰ μάτια του: «Ἥμαρτον!» θὰ φωνάξει, κι ὁ Πατέρας θ' ἀνοίξει τὴν ἀγκάλη του: «Καλῶς ἦρθες» θὰ τοῦ πεῖ «καλῶς ἦρθες, γιὲ μου• συχώρεσέ με ποὺ σὲ τυράννησα τόσο πολύ!».

Μὰ δὲν τόλμησα νὰ ξεστομίσω τὸ στοχασμὸ μου• πῆρα ἕνα πλάγιο μονοπάτι νὰ τοῦ τὸ πῶ.
— Ἔχω ἀκουστά, γέροντά μου, πὼς ἕνας ἅγιος, δὲ θυμᾶμαι τώρα ποιός, δὲν μποροῦσε νὰ βρεῖ ἀνάπαψη στὴν Παράδεισο. Ἄκουσε ὁ Θεὸς τοὺς στεναγμούς του, τὸν κάλεσε: «Τί ἔχεις κι ἀναστενάζεις;» τὸν ρώτησε• «δὲν εἶσαι εὐτυχής;—Πῶς νά 'μαι εὐτυχής, Κύριε;» τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ ἅγιος. Στὴ μέση μέση τῆς Παράδεισος ἕνα συντριβάνι καὶ κλαίει. —Τί συντριβάνι;—Τα δάκρυα τῶν κολασμένων».

Ὁ ἀσκητὴς ἔκαμε τὸ σημάδι τοῦ σταυροῦ, τὰ χέρια του ἔτρεμαν.
— Ποιὸς εἶσαι; ἔκαμε μὲ φωνὴ ξεψυχισμένη• ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ!
Ἔκαμε πάλι τὸ σταυρὸ του τρεῖς φορές, ἔφτυσε στὸν ἀέρα:
— Ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ, ξανάπε, κι ἡ φωνὴ του τώρα εἶχε στερεώσει.

Ἄγγιξα τὸ γόνατό του ποὺ γυάλιζε γυμνὸ στὸ μεσόφωτο• τὸ χέρι μου πάγωσε.
— Γέροντά μου, τοῦ κάνω, δὲν ἦρθα ἐδῶ νὰ σὲ πειράξω, δὲν εἶμαι ὁ Πειρασμός• εἶμαι ἕνας νέος ποὺ θέλει νὰ πιστέψει ἁπλοϊκά, χωρὶς νὰ ρωτάει, ὅπως πίστευε ὁ παππούς μου ὁ χωριάτης• θέλω, μὰ δὲν μπορῶ.
—Ἀλίμονό σου, ἀλίμονό σου, δυστυχισμένε• τὸ μυαλὸ θὰ σὲ φάει, τὸ ἐγὼ θὰ σὲ φάει. Ὁ ἀρχάγγελος Ἑωσφόρος, ποὺ ἐσὺ ὑπερασπίζεσαι καὶ θὲς νὰ τὸν σώσεις, ξέρεις πότε γκρεμίστηκε στὴν Κόλαση; Ὅταν στράφηκε στὸ Θεὸ κι εἶπε: Ἐγώ. Ναὶ ναί, ἄκου, νεαρέ, καὶ βάλ'το καλὰ στὸ νοῦ σου:
Ἕνα μονάχα πράμα κολάζεται στὴν Κόλαση, τὸ ἐγώ. Τὸ ἐγώ, ἀνάθεμά το!
Τίναξα τὸ κεφάλι πεισματωμένος:
— Μὲ τὸ ἐγὼ αὐτὸ ξεχώρισε ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ ζῷο, μὴν τὸ κακολογᾶς, πάτερ Μακάριε.
— Μὲ τὸ ἐγὼ αὐτὸ ξεχώρισε ἀπὸ τὸ Θεό. Πρῶτα ὅλα ἦταν ἕνα μὲ τὸ Θεό, εὐτυχισμένα στὸν κόρφο του. Δὲν ὑπῆρχε ἐγὼ καὶ σὺ κι ἐκεῖνος• δὲν ὑπῆρχε δικό σου καὶ δικὸ μου, δὲν ὑπῆρχαν δυό, ὑπῆρχε ἕνα• τὸ Ἕνα, ὁ Ἕνας. Αὐτὸς εἶναι ὁ Παράδεισος ποὺ ἀκοῦς, κανένας ἂλλος• ἀπὸ κεῖ ξεκινήσαμε, αὐτὸν θυμᾶται καὶ λαχταρίζει ἡ ψυχὴ νὰ γυρίσει• βλογημένος ὁ θάνατος! τί 'ναι ὁ θάνατος, θαρρεῖς; Ἕνα μουλάρι, τὸ καβαλικεύουμε καὶ πᾶμε.

Μιλοῦσε, κι ὅσο μιλοῦσε τὸ πρόσωπό του φωτίζουνταν• γλυκό, εὐτυχισμένο χαμόγελο ζεχύνουνταν άπὸ τὰ χείλια του κι ἔπιανε ὅλο του τὸ πρόσωπο. Ἔνιωθες βυθίζουνταν στὴν Παράδεισο.
— Γιατί χαμογελᾶς, γέροντά μου;
— Εἶναι νὰ μὴ χαμογελῶ; μοῦ ἀποκρίθηκε•' εἶμαι εὐτυχής, παιδὶ μου• κάθε μέρα, κάθε ὥρα, γρικῶ τὰ πέταλα τοῦ μουλαριοῦ, γρικῶ τὸ Χάρο νὰ ζυγώνει.

Εἶχα σκαρφαλώσει τὰ βράχια γιὰ νὰ ξομολογηθῶ στὸν ἄγριο τοῦτον ἀπαρνητή της ζωής• μὰ εἶδα ἦταν ἀκόμα πολὺ ἐνωρίς• ἡ ζωὴ μέσα μου δὲν εἶχε ξεθυμάνει, ἀγαποῦσα πολὺ τὸν ὁρατὸ κόσμο, ἔλαμπε ὁ Ἑωσφόρος στὸ μυαλό μου, δὲν εἶχε ἀφανιστεῖ μέσα στὴν τυφλωτικὴ λάμψη τοῦ Θεοῦ. Ἀργότερα, συλλογίστηκα, σὰ γεράσω, σὰν ξεθυμάνω, σὰν ξεθυμάνει μέσα μου κι ὁ Ἑωσφόρος.

Σηκώθηκα. Ἄσκωσε ὁ γέροντας τὸ κεφάλι.
— Φεύγεις; ἔκαμε• ἄε στὸ καλό• ὁ Θεὸς μαζί σου.
Καὶ σὲ λίγο, περιπαιχτικά:
— Χαιρετίσματα στὸν κόσμο.
— Χαιρετίσματα στὸν οὐρανό, ἀντιμίλησα• καὶ πὲς στὸ Θεὸ, δὲ φταῖμε ἐμεῖς, φταίει αὐτὸς ποὺ ἔκαμε τὸν κόσμο τόσο ὡραῖο.
Related Posts with Thumbnails

Follow by Email