© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Για το βιβλίο του Γρηγόρη Ρουμπάνη «Η Εταιρεία»


[Πνευματικό Κέντρο Ζακύνθου, Σάββατο 23 Μάρτη 2013]

Παρουσιάζει η ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΔΕΜΕΤΗ

Κυρίες και Κύριοι, Αγαπητοί φίλοι,

Είναι πραγματική πρόκληση, μία εβδομάδα σχεδόν μετά το ντελίριο που μας κατέλαβε από τον εορτασμό των «πιο επιτυχημένων Καρναβαλικών εκδηλώσεων των τελευταίων χρόνων στο νησί», και δύο μέρες πριν από τον εορτασμό της εθνικής μας επετείου, η παρουσίαση ενός ιστορικού μυθιστορήματος, με θέμα το Βυζάντιο στα τέλη του 13ου και στις αρχές του 14ου αι.

Το να αναλάβω δε να συμπαρουσιάσω το βιβλίο του κ. Γρηγόρη Ρουμπάνη στο ζακυνθινό κοινό, αποτέλεσε για μένα μια επιπλέον πρόκληση, αφού ούτε τον ίδιο γνώριζα προσωπικά, αλλά ούτε και την εποχή που αναπλάθει.

Ωστόσο, όταν το βιβλίο έφτασε στα χέρια μου, και η περιπέτεια της ανάγνωσης ξεκίνησε, με συνεπήρε τόσο, που σκέφτηκα ότι δεν υπάρχει καλύτερη εποχή από τη συγκεκριμένη, για να το πάρουμε στα χέρια μας. Και αυτό όχι μόνο γιατί εμπεριέχει λογοτεχνικές  αρετές, αλλά κυρίως γιατί εντάσσεται σε μία καθαρά αμυντική θέση ιστορικής αυτοσυνειδησίας, την οποία μόνο μέσα από την προσεχτική εξέταση στο μικροσκόπιο μακρινών εποχών, που ταλανίστηκαν από αντίστοιχα με τα δικά μας ιστορικά προβλήματα, μπορούμε να αποκτήσουμε.

Γιατί, κυρίες και κύριοι,
η ανάγνωση του βιβλίου του Γρηγόρη Ρουμπάνη, εκεί μας οδηγεί: δηλαδή, σ’ αυτό που ο καθένας μας οφείλει να χαράξει, φωτίζοντας γεγονότα, πρόσωπα, εμπειρίες και καταστάσεις, που δημιουργούν προσωπικές και εθνικές σταθερές, για ν’ αντισταθμίσει τις αντιφάσεις που εκμεταλλεύτηκαν και συνεχίζουν να εκμεταλλεύονται μέσα από νέα προσωπεία, οι κάθε λογής κίνδυνοι της εποχής μας.

Με τρεις ήρωες, που προέρχονται από διαφορετική εθνική, θρησκευτική, οικονομική και επαγγελματική ενασχόληση: τον χρονικογράφο Κλεόλαο, τον Καταλανό Αλφόνσο και τον Γενουάτη έμπορο Τζουζέπε Πορτομπέλο, ο κ. Γρηγόρης Ρουμπάνης, εξυφαίνει την μία και μοναδική προσωπικότητα, που εμπεριέχει τα στοιχεία της προσωπικότητας του ανθρώπου, που ζει μέσα στην εποχή του, ταλανίζεται από τους κραδασμούς της, αλλά κρατά τον ηθικό χαρακτήρα που τον κρατά ακέραιο μπροστά στις οχλήσεις της κάθε λογής πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας.

Και είναι τόσο  έντονη η εμμονή του να  επιδείξει τις ρίζες που πρέπει να ζωογονήσουν το δέντρο της ζωής και τις κάθε λογής αποφάσεις των ηρώων του, που πολλές φορές μπερδεύεσαι για το σε ποιον κάθε φορά αναφέρεται.

Στο τέλος όμως καταλαβαίνει κανείς ότι, είναι η φιλοσοφία του συγγραφέα, που μέσα από μια πολύ ενδιαφέρουσα σειρά θεμάτων για τη διαμάχη ανάμεσα στην πολιτική και τη θρησκεία, για την κοσμολογία, για την πνευματική προέλευση της φιλοσοφίας, προβάλλει ελκυστικές εναλλακτικές σκέψεις, που μπορεί να γίνουν άκρως επίκαιρες και να μας προβληματίσουν έντονα, για τις δικές μας σύγχρονες επιλογές.

Ας σταθούμε λίγο πιο κοντά σε μερικά από τα 19 κεφ. του βιβλίου, κάνοντας τις σχετικές επισημάνσεις:

Στο 1ο κεφάλαιο με τίτλο: «Το Πέρασμα», ο Κλεόλαος, που ήταν  αρχειοθέτης και γενικός γραμματέας του Πατριάρχη, είναι φυλακισμένος σ’ ένα κάστρο, αρκετά έξω από την Πόλη, από εκείνα που είχε σηκώσει ο Μιχαήλ Παλαιολόγος για να κάνει πιο δυνατή την προστασία της πρωτεύουσας. Εκεί μονολογεί ο Κλεόλαος - Ρουμπάνης: Ελευθερία και έρωτας. Αυτά τα δυο πάνε μαζί. Αυτό είναι το τραγούδι του έρωτα. Και συνάμα της ελευθερίας. Καμιά ψυχή που δεν είναι ελεύθερη δεν μπορεί να ερωτευτεί. Και καμιά να ερωτευτεί αν δεν είναι ελεύθερη. Και πιο κάτω στη σελ.. 23: … δεν ήταν λίγες οι φορές, που για τις συμφορές που έφερνε η ανικανότητα του αυτοκράτορα ή των έμπιστων αξιωματούχων του, επικαλούνταν την οργή του Θεού για τις αμαρτίες των κατοίκων της Πόλης. Ή και της αυτοκρατορίας ολόκληρης. Και ακολουθούσαν λιτανείες κι από κοντά έτσι για να εκτονωθεί η λαϊκή οργή, η διαπόμπευση όχι εκείνων που πραγματικά έφταιγαν, αλλά των εντελώς αναίτιων. Εκείνων που δεν κράταγαν το στόμα τους κλειστό για όσες ανομίες, καταχρήσεις, λάθη και ανικανότητα των ανθρώπων της εξουσίας βάραιναν την αυτοκρατορία. Που συχνά δεν ήταν άλλοι από τους μορφωμένους και έξυπνους ανθρώπους, αυτούς που βλέπουν την πονηριά και την ιδιοτέλεια από μακριά, και τη φωνάζουν. Αυτούς είναι που διαπομπεύουν, διασύρουν, ταπεινώνουν και εξαφανίζουν. Γιατί από αυτούς θέλουν να ξεμπερδεύουν.

Στο 3ο  κεφ. με τίτλο: «Η Βάφτιση» ο Κλεόλαος: τα έβαλε πάλι με τον εαυτό του. Τα έβαλε γιατί κάθε που βλέπει την αυτοκρατορία να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της, χάνεται και αυτός σε εποχές ξεχασμένες πια με τον κουρνιαχτό του χρόνου. Και της ανοησίας βεβαίως. Η οποία πάντοτε πάει αγκαλιά με το φανατισμό. Μιας φονικής ανοησίας, που πίστεψε ότι μπορεί με αυτοκρατορικά διατάγματα και οικουμενικές συνόδους αρχιερέων να εξορίσει την ψυχή και να θάψει στα ερείπια λαμπρών ακαδημιών και καλλιμάρμαρων ναών το πνεύμα ενός ολόκληρου λαού.

Παρ’ όλο που το μυθιστόρημα αναφέρεται στην εποχή του Μιχαήλ Παλαιολόγου δεν διστάζει να πάει ακόμα πιο πίσω χρονικά, στις εθνικές μας σταθερές. Έτσι στο κεφ. 5: «Η Απειλή», ο Κλεόλαος αναφέρεται στον Όμηρο: Στη δουλειά του είχε την ευκαιρία να διαβάσει μερικά βιβλία παραπάνω. Πρώτα τον Όμηρο. Τον μέγιστο των μυστών της αρχαιότητας…του ήρθαν στο μυαλό όσα έλεγε για τα όνειρα, για τον προορισμό της ψυχής, τους νεκρούς, τον τόπο που ξεκουράζονται, με το νερό της λήθης απαλλαγμένοι από τις έγνοιες.

Ενώ στο ίδιο κεφ. πιο κάτω στη σελ. 97: οι σταυροί και οι ημισέληνοι έχουν χάσει τη σημασία τους. Τα δόγματα, οι αγιασμοί και οι τεμενάδες είναι για τους αφελείς…τους αγράμματους και τους φανατικούς. Ο μορφωμένος είναι και υποψιασμένος.

Και πιο κάτω στο 7ο κεφ. με τίτλο: «Η Αρμονία» με αφορμή την αντιγραφή ενός χειρογράφου από την Πολιτεία του Πλάτωνα,  στη σελ. 128: Η γνώση, έλεγε ο Κλεόλαος, πρέπει να είναι δεμένη με τη συνέχεια. Αν την κρατά κάποιος για τον εαυτό του είναι σαν να την κρατά φυλακή για πάντα. Δεν έχει ζωή, δεν έχει μέλλον, δεν έχει αξία. Για ν’ αναπνέει η γνώση τη βγάζεις στο φως. Τη δίνεις, τη μοιράζεσαι με τις γνώσεις των άλλων. Έτσι έρχεται και η ένωσή τους να γεννηθούν νέες γνώσεις, φρέσκιες και ζωογόνες.

Στο κεφ. 11: «η Αρρώστια» διαβάζουμε: «Όλα θεία και ιερά είναι σ’ αυτόν τον κόσμο. Ένα κόσμο που καταρρέει. Κι όσο καταρρέει τόσο πιο σφιχτά τυλίγεται στο πορφυρό νεκροσέντονό του, χτυπημένος από μια αρρώστια που κανείς δεν ήξερε ή δεν ήθελε να γειάνει.  Μπορεί και τα δυο μαζί, γιατί έτσι συμβαίνει συνήθως.»

Αλλά μην νομίζετε ότι κυριαρχεί η απαισιοδοξία γιατί όπως λέει στο κεφ. 16: «η Φωτιά»: Μόνο που ξέρω ότι σε τέτοιες εποχές πιάνει ο σπόρος. Πότε φυτεύουν οι άνθρωποι; Πότε σπέρνουν; Χειμώνα καιρό δεν σπέρνουν; Ρουφάει ο σπόρος τα νερά της βροχής, φουσκώνει μέσα στη γυμνή γη, και σαν έρθει η άνοιξη, ξεπετάγονται τα βλαστάρια.

Κυρίες και κύριοι,

Δεν θεώρησα σκόπιμο να αναφερθώ στα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίζονται στο βιβλίο. Αυτά έχουν καταγραφεί με απόλυτη συνέπεια από τον  συγγραφέα και με πολύ γλαφυρό ύφος και θα ήταν λάθος να σας αποκαλύψω με λεπτομέρειες την πλοκή, καθώς θα ήθελα να σας προτρέψω να το προμηθευτείτε.

Αυτό που προσπάθησα να κάνω ήταν να σας ελκύσω το ενδιαφέρον να το διαβάσετε. Γιατί πιστεύω ότι το βιβλίο του κ. Γρηγόρη Ρουμπάνη μπορείτε να το αγαπήσετε, αφού όταν το πιάσετε στα χέρια σας θα καταφέρει αυτό που κεφ. 8 με τίτλο: «Ο Τζίτζικας» επιτυγχάνει: Το θέμα είναι ν’ αφήσεις το σπόρο σου εκεί που θ’ αγαπήσεις. Εκεί που στη θέση της δικιάς σου φωνής θα γεννηθεί μια συναυλία ολόκληρη, μια συναυλία που θα δώσει έμπνευση για νέα ζωή. Κι αυτή να γίνει τροφή για ακόμα πιο όμορφη ζωή και πάει λέγοντας. Αυτός είναι ο προορισμός του ανθρώπου. Να κάνει ακόμα πιο όμορφη την ψυχή και τη ζωή του».

Το βιβλίο του Γρηγόρη Ρουμπάνη μπορεί να κάνει τη ζωή μας πιο όμορφη. Τον ευχαριστούμε γι’ αυτό κι εγώ σας ευχαριστώ που με ακούσατε.







Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ Π. Β. ΠΑΣΧΟ



Τόσα χρόνια φυτεύεις λέξεις
ποὺ  μὲ δάκρυα κι ἱδρῶτες
πειθαρχημένης μοναξιᾶς  καὶ βιοτῆς
πανέντιμα καλλιεργεῖς.
Γιὰ νὰ δροσίσεις ὕστερα
τὴν κάθε μας ἀνάγκη κι ἀναζήτηση.
Καὶ ξέρεις,
κανένας μας δὲ σκέφτηκε ποτὲ
νὰ τὰ μαζέψει ὅλ᾿ αὐτὰ
καὶ σὲ ὀθόνη ὁλόλευκη κι ἀστραφτερὴ
νὰ τὰ κρατήσει
μήπως καὶ τὸ ἀκριβὲς λάβουμε
τῆς ψυχῆς σου ἀποτύπωμα…

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

Anastasios Maràs: L’ultima ora / Αναστάσιος Μαράς: Την τελευταία ώρα [ποίημα]


L’ultima ora mi vienne alla mente
che un anno fa ti ho trovato fortunatamente,
è stato un appuntamento sconvolgente
che da tempo non potevo ottenere facilmente.

Quell’ora ti ho detto veramente
“stai con me corpo, anima e mente”.
Lo hai fatto velocemente
quasi senza averlo avuto in mente.

L’ultima ora mi dice ti voglio bene ancora
un desiderio che implora.
Perchè non lo sai mia Signora
e mi domandi se ti amo ora?

Primavera 2013

*          *          *

Την τελευταία ώρα μου έρχεται στο μυαλό
ότι πριν ένα χρόνο σε βρήκα.
Ήταν μια συνάντηση που αναστατώνει,
που από καιρό δεν μπορούσα να έχω εύκολα.

Εκείνη την ώρα σου είπα αληθινά
«μείνε μαζί μου με σώμα, ψυχή και νου».
Το έκανες γρήγορα, ασυναίσθητα
σχεδόν χωρίς να το έχεις στο μυαλό σου.

Την τελευταία ώρα σου λέω ότι σε ερώμαι,
μια επιθυμία που εκλιπαρεί.
Γιατί δεν το γνωρίζεις κυρία μου
και με ρωτάς αν σ’ αγαπώ τώρα;

Άνοιξη 2013

[Εικαστικό σχόλιο στο ποίημα : Primavera / Sandro Botticelli (1445–1510)]

Απόστολου Θηβαίου: ΜΙΑ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

Τα τραπέζια του Παναγιώτη Τέτση.

Ο ευγενικός αναγνώστης ετούτου του κειμένου, προτού εκτιμήσει το αντικείμενο του σχολιασμού του, οφείλει να λάβει υπόψη του ορισμένες παραμέτρους. Ετούτες θα σταθούν υποβοηθητικές προκειμένου να εκτιμηθεί πληρέστερα ο στόχος της παρούσης υποθέσεως. Μια πρώτη προϋπόθεση συνιστά η επισήμανση του Χρήστου Χαρτοματσίδη, όπως δημοσιεύτηκε στο τεύχος, υπ’ αριθμόν 184 του έγκριτου, λογοτεχνικού περιοδικού «η λέξη». Ο αρθρογράφος διατυπώνει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα άποψη, ενδεικτική μίας εκ των πλέον παραγνωρισμένων προοπτικών της σύγχρονης, ελληνικής λογοτεχνίας. Μιλούμε για εκείνη την τάση, η οποία πρόκειται να συγκροτηθεί και να πραγματωθεί σε βαθμό ακέραιο από τους φορείς μιας επίκτητης, όσο και ευεργετικής γλωσσικής κληρονομιάς. Οι σημερινοί νέοι των ποικίλων, εθνολογικών διαφοροποιήσεων που αναλαμβάνουν με προθυμία περίσσια και υπέρτερη της εντόπιας να παραχωρήσουν ένα προχώρημα και μια ανανέωση γλωσσική συνιστούν εκείνες τις ομάδες των οποίων η δημιουργική έκφραση πρόκειται να συντελέσει στο ριζικό εμπλουτισμό του λογοτεχνικού υλικού. Κάνοντας λόγο εξ αρχής για ουσιώδεις παραμέτρους, σημειώνουμε ακόμη την επικαιροποιημένη περιθωριοποίηση των μεταναστευτικών ομάδων, οι οποίες συρρέουν στο εσωτερικό της χώρας, όχι με το πρόσχημα μα με τη συνεπαγόμενη, -και τούτο πλέον είμαστε σε θέση να το αντιληφθούμε ως μία πρακτική αναγκαιότητα-, ιδιότητα των οικονομικών μεταναστών. Το ρεύμα του ολοκληρωτισμού, με το οποίο ορισμένοι καλούνται να συσπειρώσουν τον ολότελα διασπασμένο, κοινωνικό ιστό, ίσως σταθεί παράγοντας διαμόρφωσης μιας άλλης εθνικής λογοτεχνίας, περισσότερο κριτικής και αντιπροσωπευτικής της ελληνικής ψυχογραφίας. Η χρησιμότητα, πέρα από τη λαογραφική σύμπραξη ετερογενών, μεταξύ τους, πολιτιστικών ταυτοτήτων, εντοπίζεται στη συνειδητοποίηση του ειδώλου μας, το οποίο με τόση αδεξιοσύνη και στρεβλότητα, προσπαθούμε να εκτιμήσουμε σήμερα. Τέλος, επιστρατεύουμε τη διατύπωση του Παναγιώτη Τέτση, σχετικά με τη δυναμική της πρωτογένειας στην ελληνική τέχνη και αναγνωρίζουμε σε αυτή, την τάση της ακολουθίας. Πάει να πει, πως η ελληνική τέχνη δεν συνιστά πόλο του καινούριου στην τέχνη, του πρωτοτύπου. Η εγχώρια τέχνη δεν γεννά το νέο. Εντάσσεται σε αυτό. Ένα τέτοιο, κανονιστικό συμπέρασμα, υποβάλλεται πάντοτε στη δυνατότητα των εξαιρέσεων, προκειμένου να ισχύσει, να λάβει χαρακτήρα αξιωματικό.
Οι παραπάνω διαπιστώσεις δεν γίνηκαν προκειμένου να εξαχθεί ένα ορισμένο συμπέρασμα. Τέτοιες προθέσεις δεν συνιστούν παρά ευσεβείς πόθους, των οποίων η διάψευση επέρχεται πάντοτε ισχυρή, άλλοτε ακυρωτική. Οφείλουν εντούτοις να υποστηρίξουν με όλη τους τη δυναμική την υποψία εκείνη που θέλει την ελληνική λογοτεχνία υποκείμενη σε μία υπό διαμόρφωση, ανανεωτική λειτουργία. Η προέλευσή της δεν επιδέχεται αμφιβολίας. Αφορά το λόγο εκείνο που θα προκύψει αυτούσιος, φυσικός και βιωματικός από τους φορείς των διαφόρων εθνοτήτων, οι οποίοι ζουν, κοινωνικοποιούνται και πασχίζουν στα πλαίσια της δύσκολης, οικονομικής συγκυρίας. Οι σημερινοί νέοι, απαλλαγμένοι από την αναγκαιότητα προσδιορισμού μιας πατρίδας, διεθνοποιημένοι πολίτες μιας βαθιά, παγκοσμιοποιημένης πραγματικότητας, πολύγλωσσοι και εκτεθειμένοι σε ένα ευρύ φάσμα λαογραφιών και δημοτικών παραδόσεων πρόκειται να αποδώσουν με πιστότητα το στίγμα της εποχής. Η ασυνάρτητη και σπασμωδική προς το παρόν νέα, ελληνική λογοτεχνία δεν αποτελεί μια υποψία. Η γένεσή της θα λάβει χώρα εντός των χρόνων αυτών, διότι μες σε τούτες τις περιόδους εκδηλώνονται όλες εκείνες οι κοινωνικές συνθήκες που μπορούν να συνδράμουν σε μια ρεαλιστική και σύμφωνη με τις απαιτήσεις της λογοτεχνίας, αναπαράσταση της ζωής. Η λογοτεχνία για την οποία μιλούμε δεν πρόκειται να εκδηλωθεί έξω και πέρα από τα όρια ενός κοινωνικού ρεαλισμού, μιας αντισηπτικής τάσης προς τη γραφή και τις προβληματικές, κοινωνικές διαστάσεις με το στοιχείο της προσωρινότητας που επιβεβαιώνει στο ακέραιο το αντιφατικό ευφυολόγημα του θυμόσοφου λαού μας. Η αλήθεια είναι δεδομένη πια. Η αναπαραγωγή της συνιστά ένα φυσικό επακόλουθό. Και τούτο διότι πια οι άνθρωποι των διαμερισμάτων του κέντρου, των υπογείων της Μιχαήλ Βόδα, των αργών απογευμάτων της πάλαι ποτέ θριαμβικής πλατείας Βικτωρίας επιθυμούν να μεταγγίσουν τη διαφορετικότητα και τον αποκλεισμό ως αλήθειες γενόμενες μες σε συγκεκριμένες συνθήκες. Για μια τέτοια αλήθεια κάνουμε λόγο, ένα όριο αντικειμενικό και κατά μεγάλο ποσοστό, κοινό. Οι σημερινοί ανένταχτοι, όσοι υποβάλλονται στην ευκαιριακή εκμετάλλευση που συνεπάγεται ο φόβος, θα χρησιμοποιήσουν τη γλώσσα με όλη την ελευθερία που στερήθηκαν. Η γραφή τους θα αποτελέσει μια υπόμνηση της γλώσσας, ένα είδος μνήμης της. Η σημερινή φωνητικότητά της, όπως περιγράφεται στη μελέτη του Ντεριντά δεν πρόκειται να απολέσει ουδέποτε ετούτο το φυσικό χάρισμα. Άλλωστε μέσω αυτού μπορεί να περιγραφεί και να εκδηλωθεί με τρόπο λαμπρό η ενοχή, με την οποία βαρυνόμαστε, εμείς οι ειρωνικοί ανυποψίαστοι. Η ελληνική γλώσσα μπορεί να λάβει το ανανεωτικό χάδι μιας νέας λογοτεχνίας, στα τεχνικά χαρακτηριστικά της οποίας, θα επαληθεύεται η ασύγκριτη «φιλοξενία» και πλαστικότητά της. Μόνο ο φόβος μπορεί να θέσει κάποιον ανίκανο να διακρίνει ακριβώς ετούτο το χαρισματικό εμπλουτισμό της γλώσσας μας.
Η εποχή μας αναγνωρίζεται ως μία περίοδος πολιτικών εκτονώσεων. Η οικονομική κρίση, η οποία δεν συνιστά παρά μια εξειδίκευσή της, συνοδεύεται από μια ιδεολογική και αισθητική διαταραχή. Τα αποτελέσματα ετούτων των διαπιστώσεων επιβεβαιώνουν τις αιτίες τους. Η εγχώρια πραγματικότητα δε, υποδηλώνει τη διαρκή όξυνση ετούτων των φαινομένων, με τα οποία δεν εκφράζεται παρά μία επιβράδυνση, προκειμένου να οικειοποιηθεί η ανθρωπότητα όλες τις ασύλληπτες αποκαλύψεις του περασμένου αιώνα. Ας φανταστούμε την υπό διαμόρφωση λογοτεχνία, ως ένα παιδί με πνεύμα και ματιά απορροφητική. Το παιδί παρατηρεί και με την ενηλικίωσή του θα αποδώσει επιτέλους πιστά την κρίση του για την εποχή και τα διανύσματά της. Δεν πρόκειται το μόρφωμα να συντελέσει ένα φολκλορικό σχηματισμό, αν και η διάσταση αυτή δεν μπορεί να εκλείψει όπου υφίσταται ο γλυκός και γνώριμος στον Έλληνα, νόστος, η στοργική εκείνη λύπη του περιπλανώμενου, του διωκόμενου. Η νέα λογοτεχνία, γραμμένη αύριο από τα παιδιά των σημερινών, τρομαγμένων μεταναστών θα είναι κοινωνική, απλή, θα αποτελέσει κατ’ ουσίαν ένα ολοκληρωμένο πια χρονογράφημα, ένα είδος χαρτογράφησης μιας ολότελα αντιφατικής και ανεξερεύνητης εποχής.
Ας υποδεχτούμε το νέο λόγο με την άνεση και τη ζεστασιά που του αρμόζει. Η εξέλιξη αυτή θα αποτελέσει μία αυστηρή κριτική για τη σημερινή, πνευματική μας ένδεια. Η ευκαιρία αυτή δεν πρέπει να απολεστεί, η γλώσσα και η συνείδησή μας απαιτούν πια κατά γενική ομολογία την εμβάθυνση και τελικώς την κάθαρση. Η φράση του Πολίτη για τις δομές που ψεύδονται χάριν της αυθεντίας συνιστά μία φωτογραφική αποτύπωση της εποχής μας. Η τέχνη έχει πολλά να μας προσφέρει. Το σπουδαιότερο συνιστά εκείνη η διαρκώς επιδιωκόμενη ενότητά της. Υπό αυτήν την έννοια υποδεχόμαστε με όλη μας την ανακούφιση τη νέα, ανανεωτική κλίση της ευλογημένα διευρυμένης, εθνικής μας λογοτεχνίας. Ως κριτικοί και αυριανοί αξιολογητές οφείλουμε να θυμηθούμε τότε την επισήμανση του Ανδρέα Καραντώνη. «Η μέθοδος της κριτικής διαφέρει από εκείνη της ποιήσεως. Η ψυχολογία τους όμως», και η πρόθεσή τους σημειώνουμε εμείς, «παραμένει η ίδια».

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

ΚΥΚΛΟΣ «Espaйa!» [IV] / ΚΡΑΤΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΑΘΗΝΩΝ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ


ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Λουκάς Καρυτινός
Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, συνεχίζοντας τον Κύκλο «Εσπάνα», που  τελεί υπό την αιγίδα της Ισπανικής Πρεσβείας και του Ινστιτούτου Θερβάντες της Αθήνας, παρουσίασε στις 15 Μαρτίου 2013, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης», ένα πλούσιο πρόγραμμα υπό την διεύθυνση του καταξιωμένου Αρχιμουσικού Λουκά Καρυτινού, με σολίστ τον εκπληκτικό βιολονίστα Ρουμπέν Μεντόθα [1989].

Στο πρώτο μέρος ακούσαμε τη σωζόμενη εισαγωγή για ορχήστρα από την όπερα «Οι ευτυχείς σκλάβοι» του πρόωρα χαμένου συνθέτη Χουάν Κρισόστομο Αρριάγα [1806-1828], την οποία συνέθεσε στα 13 του χρόνια και κέρδισε την προσωνυμία, ο«Ισπανός Μότσαρτ». Ο αρχιμουσικός Λουκάς Καρυτινός και η Ορχήστρα, πρωτοστατούντων των εγχόρδων, ανέδειξαν την νεανική φρεσκάδα του έργου, αλλά και την Μοτσάρτεια και Ροσίνια μνήμη της γραφή του.

Στη συνέχεια του πρώτου μέρους ακούσαμε την «Ισπανική Συμφωνία» του Edouard Lalo. Ίσως θα πρέπει  να αναφέρουμε ότι, αν και συμφωνία, οι σύγχρονοι μουσικολόγοι τη θεωρούν «Κοντσέρτο για Βιολί και Ορχήστρα». Ο Γάλλος μουσουργός συνέθεσε τη συμφωνία του αυτή, για τον Ισπανό  βιολονίστα και συνθέτη  Pablo de Serasate [1844-1908], στον οποίο και την αφιέρωσε. Στη Συμφωνία ενυπάρχουν ισπανικά μοτίβα καθώς ήταν τότε στη μόδα η ισπανική μουσική. Ο διάσημος βιρτουόζος την ερμήνευσε για πρώτη φορά στο Παρίσι το Φεβρουάριο του 1875. Να σημειώσουμε εδώ ότι ένα μήνα αργότερα, στις 3 Μαρτίου, δίδεται στην Όπερα Κομίκ του Παρισιού η πρεμιέρα της «Carmen» του George Bizet [1838-1875]. Οκτώ χρόνια πριν, το 1867, ο Serasate είχε ερμηνεύσει τη σύνθεση «Εισαγωγή και Ρόντο Καπριτσιόζο» του Saint Saёns [1835-1921], επίσης αφιερωμένη σ’ εκείνον. Εκτός από την «Ισπανική Συμφωνία» άλλη δημοφιλής και πολυπαιγμένη σύνθεση του Lalo είναι το «Κοντσέρτο για Τσέλο» γραμμένο ένα χρόνο αργότερα, το 1876. Φαίνεται ότι η «Ισπανική Συμφωνία», με τη νέα της φόρμα, τη «Μουσική» της Ομορφιά, την πλούσια χρωματική της ενορχήστρωση, επηρέασε τον Tchaikovsky στο να συνθέσει το αριστούργημά του, το «Κοντσέρτο για βιολί», έργο 35.

Ο νεαρός Ισπανός βιρτουόζος Ρουμπέν Μεντόθα ερμήνευσε με υπέρλαμπρο ήχο και θαυμαστή δεξιοτεχνία  την «Ισπανική Συμφωνία» υπό την υποδειγματική καθοδήγηση του Λουκά Καρυτινού, ο οποίος, με συνδημιουργό την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, κράτησε τις ευαίσθητες ισορροπίες που η συμφωνία απαιτεί, πρόβαλε όλα τα δυναμικά της στοιχεία και ανέδειξε τις πανέμορφες αρμονικές μελωδίες της!

Το δεύτερο μέρος παρουσίασε μεγάλο ενδιαφέρον γιατί ακούσαμε δύο «Δον Ζουάν», που τους χωρίζουν 127 χρόνια, δύο Γερμανών συνθετών, των, Κρίστοφ Βίλιμπαλντ Γκλουκ [1714-1787] και Ρίχαρντ Στράους [1864-1949]. Έργα με διαφορετική σύλληψη και δομή αλλά με κοινό θέμα! Και εδώ η μαεστρία του Λουκά Καρυτινού! Όχι μόνο τόνισε τη διαφορετικότητα των δύο έργων, αλλά κατάφερε να συναρπάσει, αναδεικνύοντας με σύγχρονη ορχήστρα ένα έργο  εποχής, χωρίς να χάσει τίποτα από το ύφος και το στυλ του και με την ίδια ευκολία να περάσει στον Στράους και να αναδείξει το ρομαντικό και λυρικό του στοιχείο.

Ο Γκλουκ, συνθέτης Όπερας, ήταν κοσμοπολίτης όπως και ο Χέντελ. Ταξιδεύοντας δε στην Αγγλία συνδέθηκε με φιλία με τον συνθέτη του «Μεσσία» και φαίνεται ότι τον εκτίμησε ιδιαίτερα γιατί αργότερα στο σπίτι του τοποθέτησε το πορτραίτο του και έλεγε δείχνοντάς το: «Αυτό είναι το πορτραίτο του πιο εμπνευσμένου δασκάλου της τέχνης μας». Το 1761 συνθέτει το μπαλέτο «Δον Ζουάν», σε συνεργασία με τον χορογράφο Gaspare Angiolini, διευθυντή του Αυτοκρατορικού Μπαλέτου του Θεάτρου της Βιέννης. Αλλά τα σπουδαία έργα θα ακολουθήσουν ευθύς αμέσως και ο ίδιος θα επιμείνει στην άποψη ότι η ουσία της σύνθεσης  πρέπει να είναι το δράμα και όχι οι πρωταγωνιστές που το ερμηνεύουν. Το αριστούργημά του «Ορφέας και Ευρυδίκη» [1672], «Άλκηστις» [1767], «Ιφιγένεια εν Ταύροις» [1778], είναι μερικά από τα έργα του που έχουν μείνει στην ιστορία της Όπερας.      

Το 1888, ο Στράους, στα 24 χρόνια του, κάνει τη μεγάλη επιτυχία με το συμφωνικό του ποίημα «Δον Ζουάν», έργο  20, για μεγάλη ορχήστρα. Το συμφωνικό ποίημα είναι για τον ύστερο Ρομαντισμό ό,τι το Concerto grosso για την εποχή του Μπαρόκ. Ο Λιστ μόλις έχει παρουσιάσει τα Συμφωνικά του Ποιήματα, όταν ο Στράους  διευθύνει στις 11 Νοεμβρίου του 1889 τον «Δον Ζουάν» με την Ορχήστρα της Όπερας της Βαϊμάρης της οποίας ήταν Αρχιμουσικός. Μετά τη μεγάλη αυτή επιτυχία, όλοι τον θεωρούν φυσικό διάδοχο του Λιστ και ακόμα, το μεγαλύτερο εν ζωή συνθέτη μετά το θάνατο του Μπραμς. Ο ίδιος ο Στράους  στο τέλος  της συναυλίας θα πει: «Ο Δον Ζουάν είχε μεγάλη επιτυχία, ακουγόταν θαυμάσια και πήγε καλά. Απελευθέρωσε θύελλα χειροκροτημάτων μάλλον ασυνήθιστο για τη Βαϊμάρη». Το έργο βασίζεται στο ποίημα του Αυστριακού ποιητή Nikolaus Lenau [1802-1850]. Ο ήρωας διαφοροποιείται τόσο από αυτόν  του Τίρσο ντε Μολίνα όσο και από τον «Ντον Τζοβάνι» του Μότσαρτ. Ο Στράους σκιαγραφεί τον Δον Ζουάν ως μία πνευματική και ιδεαλιστική προσωπικότητα που αναζητά στην ιδανική γυναίκα τον απόλυτο έρωτα για τούτο και στο τέλος θυσιάζεται.

Έργο εξαιρετικής δυσκολίας, αφού το κάθε μέρος του απαιτεί μεγάλη δεξιοτεχνία, αλλά ο Λουκάς Καρυτινός εκμεταλλεύτηκε άριστα τις δυνατότητες  της Ορχήστρας, που βρίσκεται στην καλύτερη ώρα της και έπλασε μαζί της μια ερμηνεία με δραματικότητα, γοητεία, λυρισμό και υψηλή αισθητική συγκίνηση. Σε όλους ένα μεγάλο ΕΥΓΕ !!!

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Παύλου Φουρνογεράκη: ΚΥΟΦΟΡΙΑ (ποίημα)



Μα, πού φύτρωσε λευκός κρίνος;
Ευ-αγγελία του Καλού
στη γη των πυρ-ακάνθων

Βλασταίνει
ανηφοριά στην αυγή
της Άνοιξης

[Ζάκυνθος, Μάρτης 2013]

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Ζωγραφική και σάτιρα


Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Φέτος, όπως ήδη γνωρίζετε, από την σχετική ανακοίνωση του Δήμου μας, συμπληρώνονται 200 χρόνια από το θάνατο του πολυτάλαντου και πολυδιάστατου Νικολάου Κουτούζη.
   Ο ιδιόρρυθμος αυτός ρασοφόρος, που έγινε παπάς από δανδισμό και μόνο, δεν ήταν μονάχα ο άριστος τεχνίτης του τελάρου, που με τους πίνακές του έδωσε άλλη διάσταση στην τοπική ζωγραφική, θεμελιώνοντας μια σχολή, η οποία ονομάζεται Επτανησιακή.  Εκτός από τις αριστουργηματικές του εικόνες, οι οποίες βρίσκονται στο Μουσείο μας, αλλά και σε πολλές μας εκκλησίες και συλλογές, έφτασε την σάτιρα στο αποκορύφωμά της, γράφοντας στίχους, οι οποίοι ακόμα και σήμερα δεν μπορούν να εκδοθούν, σκοντάφτοντας στην σεμνοτυφία μας.
   Ήταν αθυρόστομος, γι’ αυτό και γνήσια σατιρικός. Μάθαινε τις αδυναμίες των συμπατριωτών του, προπάντων αυτές των ερωτικών τους παρεκκλίσεων και τις δημοσιοποιούσε με λέξεις, οι οποίες κυριολεκτικά τσάκιζαν κόκαλα.
   Για χρόνια οι εκδότες του κυκλοφορούσαν τα ποιήματά του με περισσότερες τελείες, από τους στίχους. Και δεν ήταν μόνο η αθυροστομία του. Ο Κουτούζης σατίριζε με ονοματεπώνυμο! Έτσι πολλοί θίγονταν και περισσότεροι τον έκαναν εχθρό τους.
   Μόνο πρόσφατα στο περιοδικό Περίπλους είδαμε κάποια από τα ποιήματά του αλογόκριτα. Η έκδοση βασιζόταν σ’ ένα κώδικα του ακούραστου φιλόλογου Παναγιώτη Μαρίνου και ήταν η πρώτη φορά που μπορέσαμε να θαυμάσουμε την ελεύθερη έκφραση του πολυσυζητημένου καλλιτέχνη.
   Η γλώσσα του μαχαίρι, που πλήγωνε και οι λέξεις του αλάτι στις πληγές. Ή θα το κάνουμε, δηλαδή, ή όχι. Καμιά σχέση με τους άλλους ομότεχνούς του, με τα υπονοούμενα και την ανάγκη να γνωρίζει κάποιος σύγχρονος πρόσωπα και καταστάσεις για να καταλάβει. Στον Κουτούζη όλα ξεκάθαρα κι όλα ονοματισμένα. Κι όταν του τέλειωναν οι πιστοί έπιανε στο στόμα του και τους Αγίους:

Σε αγιογραφία

Την αγγελομούτζουνη του Χριστού
την αγιοκουρτέσσα, μαυρομάτα Παρασκευήν,
όγοιος δεν την πιστεύει και δεν την προσκυνάει
αντίδικον να έχει εις την ψυχούλα του.
Τέρπετ’ αεί και παίζει με το γατάκι του.

   Βέβαια με τους παραπάνω στίχους του, θέτει και τα όρια της αισθητικής της τέχνης του. Δεν ακολουθεί την Βυζαντινή παράδοση, αλλά θαμπώνεται από την ανθρωποκεντρική Αναγέννηση και αυτήν μεταφέρει με πάθος στα χώματα του νησιού του. Λέγεται μάλιστα πως κάποτε αρνήθηκε να κάνει έναν ορθόδοξης δογματικής Εσταυρωμένο κι έδιωξε τον πελάτη του, απαντώντας του πως αυτός γνωρίζει καλά πως πεθαίνει ένα σώμα στο Σταυρό και δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά.
   Είχα την τύχη από παιδί, ιδίως στις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, να βλέπω στο τέμπλο της εκκλησίας της Ανάληψης, της ενορίας μου, το προερχόμενο από τον προσεισμικό Άγιο Γεώργιο του Πετρούτσου, τις εικόνες του, με θέμα το Θείο Πάθος. Ήταν αλήθεια η πρώτη μου επαφή με την ιδιαιτερότητα του νησιού μας και η πρώτη μου γνώση για τον Επτανησιακό πολιτισμό. Από τότε μου φαίνονταν πως ταίριαζαν πιο καλά με τους στίχους του Σολωμού, με την μουσική όπου άκουγα στο σπίτι μου και στις γειτονιές και ήταν μια συνέχεια των εθίμων, που δίχως αυτά δεν μπορούσα να καταλάβω τις γιορτές.
   Στίχους του πρωτοείδα στο Καρναβάλι, τότε που ακόμα κρατούσε το τοπικό του χρώμα και κάποιος προσωπιδοφόρος τους κρατούσε γραμμένους σ’ ένα καλαίσθητο χαρτόνι:

Σα δοκιμάσει ο κερατάς
τη γλύκα του κεράτου
μέλι και γάλα γίνεται
με τη νοικοκυρά του.

  Τότε μου άρεσαν από ένστικτο, αλλά δεν καταλάβαινα ούτε το νόημά τους, ούτε την αξία τους. Αργότερα ένοιωσα το πόσο επίκαιροι είναι και το πόσο διαχρονικοί:

Τσου κλέφτες και ιερόσυλους
ρουφιανοκερατάδες
ευτούνους είναι που αγαπούν
του τόπου οι αφεντάδες.

   Δεν ξέρω πώς σκέφτεται ο Δήμος μας να τιμήσει την επέτειο. Σίγουρα, όμως, είναι απαραίτητο να βγει ένας τόμος με όλα τα εικαστικά έργα του. Και γιατί όχι και τα σατιρικά. Είναι αυτό που θα μείνει.
   Η κοινωνία μας του χρωστά πολλά. Ας του τα ανταποδώσει. Και πού ξέρεις; Ίσως ξαναφανεί ένας σύγχρονος Κουτούζης, που θα μας βάλει στη θέση μας. Η σάτιρα, ειδικά για τους Επτανήσιους, είναι η καλύτερη άμυνα. Αυτή ίσως και να μας σώσει!

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΚΑΠΟΙΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ. Η συγκινητική δυναμική του «Ματωμένου Γάμου» - Κάτι παραπάνω από εντοπιότητα


Με αφορμή ένα κείμενο ή μια αναφορά, συχνά κάποτε αποκαλύπτονται οι μυστικοί δεσμοί, τα ηθικά πρότυπα με τα οποία προικίζονται οι εθνικές ψυχολογίες. Και επικαλούμενοι ετούτες τις τελευταίες δεν εννοούμε παρά τα συστατικά στοιχεία του λαϊκού ψυχισμού, όπως ορίζεται μες στα εθνικά, κάθε φορά σύνορα. Οι επισημάνσεις του Νίκου Γκάτσου από την εποχή του «Ματωμένου Γάμου», υπό τη σκηνοθεσία του Κουν, τη σκηνογραφία του Τσαρούχη και τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, στάθηκαν η βασική αφορμή προκειμένου να επιβεβαιωθεί όχι μόνο η κορφή του ισπανικού δράματος, μα και ο διαυγής δεσμός του με την κοινωνία και ειδικότερα τα ηθικά πρότυπα για τα οποία μιλήσαμε πρωτύτερα. Στην περιεκτική αναφορά του ποιητή της «Αμοργού» εμπεριέχεται, πέρα από την καταξίωση του λαϊκού πνεύματος, η αποκάλυψη εκείνου του ρεαλισμού που κατάγεται ευθέως από την ίδια την κοινωνία. Μιλούμε για τον καθαρό ρεαλισμό της ψυχής, έναν ρεαλισμό κοινωνικό, ακηλίδωτο, βαθιά πραγματικό και εντατικό, ικανό να συνθέσει κατά μεγάλο μέρος την ψυχολογική προσωπογραφία ενός τόπου και του λαού του.

Το έργο, καθώς σχολιάζει ο Γκάτσος, ανακαλώντας αθησαύριστες πηγές, οφείλει την ύπαρξή του, όχι μόνο στη διάθεση του αδικοχαμένου, Ανδαλουσιανού ποιητή να συγκροτήσει έναν ποιητικό λόγο πλησιέστερο προς το άκαμπτο πρότυπο των ταπεινότερων, κοινωνικών διαστρωματώσεων της ισπανικής κοινωνίας, αλλά και σε δευτερεύουσες πηγές. Ως τέτοια, αναγνωρίζεται πια το «μητρικό» έργο του Ιρλανδού Σινγκ, «Καβαλάρηδες στη θάλασσα», στηριγμένο και εκείνο στο επαρχιακό,-βουκολικό θα το λέγαμε αν το ερέθισμά μας ήταν εντόπιο-,κοινωνικό χώρο ενός τόπου σχεδόν πρωτόγονου. Ο Λόρκα, όμως εκτίμησε με δέος και ίσως τούτο να στάθηκε περισσότερο ικανό υλικό, την εξοικείωση της λαϊκής ψυχής με τέτοιου είδους δράματα, όπως ετούτο που εξελίσσεται στο «Γάμο» του. Ο Γκάτσος συγκεκριμένα μας παραχωρεί την πληροφορία περί κάποιας ειδήσεως σχετικής, η οποία παρουσιάζει μια ανάλογη εξέλιξη, ενώ παράλληλα έθετε εξαρχής στο νου του ποιητή, τόσο το μύθο, όσο και τα βασικά πρόσωπα της πλοκής. Τα σχετικά ειδησεογραφικά αρχεία της Αλμέρια μπορούν να επιβεβαιώσουν του λόγου το αληθές, καθώς παραχωρούνται από τον ίδιο το δοκιμιογράφο προς ισχυροποίηση της εν λόγω αναφοράς. Ο έρωτας και ο θάνατος, η αγάπη και το μίσος, οι αιώνιες, αντίρροπες δυνάμεις που κρατούν τον άνθρωπο στη θαυμάσια ακινησία του και τον θέτουν ταπεινό, σχεδόν δουλικό ύστερα, καθώς άλλοτε υπερτερούν και άλλοτε πάλι ωριμάζουν και εξαντλούνται. Ας θεωρήσουμε δηλαδή, το έργο του Λόρκα, περισσότερο ίσως από τα άλλα, μια ευθεία δέσμευση των κοινωνικών και ηθικών προτύπων, τα οποία κυριαρχούν στον ισπανικό νότο, παραχωρώντας το υλικό για τη μετέπειτα, λογοτεχνική σύνθεση. Μια γαιώδης αναπαράσταση των ηθικών ορίων, εντός των οποίων ένας λαός, αγνός και αδέξιος και ανδροπρεπής καλείται να ανταποκριθεί, μαρτυρώντας κάθε μια από τις επίγειες αγωνίες. Ο αγροτικός προπλασμός συνιστά το πεδίο εκείνο, επί του οποίου μπορεί να αποκρυσταλλωθεί η βαθύτατη σχέση που υφίσταται σε κάθε υψηλή τέχνη. Μια σχέση ουσίας ανάμεσα στην καλλιτεχνική επιδίωξη και το πρωτογενές ερέθισμα, την εθνική δηλαδή αλήθεια, φορέας της οποίας στέκει ο δημιουργός, είτε εργαλείο του συνιστά η γραφίδα, είτε πάλι υπακούει στο νόμο της σιγής και τα πάθη του φωτός. Ανάλογης φύσεως στάθηκε για την ελληνική τέχνη η περίπτωση του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ.
Η ιστορική αναφορά του Γκάτσου στη γένεση του «Ματωμένου Γάμου» παρουσιάζει όμως ενδιαφέρον και από μια άλλη σκοπιά. Φανερώνει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο την κοινή ψυχολογία του λαϊκού πολιτισμού, του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται και διασώζει την ηθική υποχρέωση, την έννοια της τιμής, του θάρρους, του σεβασμού. Κατά τα πρότυπα του αγροτικού περιβάλλοντος μες στο οποίο εξελίσσεται ο «Γάμος», έτσι και η ελληνική επαρχία, με την ελλειπτικότητά της, τη δραματική αγωνία να ακεραιωθεί η ύπαρξη, την αδυναμία να διαφύγει μιας σκοτεινής και ενστικτώδους αισθητηριακής εντροπίας, την εσωτερική ζωή που έχει ένα βάθος μονάχα ανθρώπινο, σχεδόν φυσικό μπορεί να σταθεί ως μια ικανή σκηνογραφία του θεατρικού δράματος. Προκύπτει δηλαδή μια κοινή σήμανση, ένα απαράλλαχτο πρότυπο, ορισμένο πάντοτε από εκείνο το οριακό σημείο, τον αδιόρατο εκείνο τόπο όπου «τρέμει ξαφνιασμένη η σκοτεινή μας ρίζα.»
Με τούτο το έργο ο Λόρκα εισάγει τον ανθρώπινο νόμο μες στη διάσταση του χρόνου. Και επιβεβαιώνει τον ποιητή Νίκου Καρούζο, καθώς στέκει «μαινόμενος εν ονόματι του μυστηρίου». Ο «Ματωμένος Γάμος» συνιστά ένα έρεισμα ψυχολογικής φύσεως για τα παθιασμένα αμαρτήματα, πάει να πει παρέχει μια επαρκή αιτία για το δράμα της ψυχής μας. Η θεατρική χρησμοδοσία σμίγει με το λαϊκό αίσθημα, καθίσταται δυνατή μες στα απρόσωπα όρια της ιστορίας, αναδεικνύοντας εκ νέου την τραγική έννοια του χορού, η οποία όμως πια κατέχει χαρακτήρα ανθρώπινο, υπερεθνικό και στιβαρό. Το κείμενο του Γκάτσου με τις λεπτές επισημάνσεις του και τις επιβαλόμενες αναγωγές, εξηγεί εν μέρει την αιτία για την οποία το έργο του «Λόρκα» στάθηκε η πηγή μιας βαθύτατης συγκίνησης για κάθε τόπο όπου ακμάζει διαχρονικό το αίσθημα του λαού.

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

π. Παναγιώτης Καποδίστριας: ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΠΟΧΕΣ (Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2013)


Τέταρσι καιροίς
μας ξεγελά ο Χρόνος
και μας εξαντλεί
σχίζοντας πουκάμισα
ή σπάζοντας πλακάκια.

Τότε ο βίος
παίρνει βεβιασμένος
τ’ όνομα ζωή
υπερχειλίζει το φρε-
άτιο κι όλα βρομούν.

[Μπανάτο Ζακύνθου, Χειμώνας 2012-13. 
Εικαστικό σχόλιο στο ποίημα: Έργο Κώστα Τσόκλη]

Τάσος Ζαρκάδης: α) ΑΝΑΜΝΗΣΗ, β) ΠΕΡΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ (Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2013)


ΑΝΑΜΝΗΣΗ

Δε χόρταινε το μάτι τ’ άπληστο
τώρα μια θύμηση φτάνει.
Κι όμως κάποτε γεύτηκα πίστη.

Λύτρωση ο ανέλπιδος δρόμος,
ατελεύτητος
μα τον μέτρησα.

Μαστίγωμα το χθες όταν το νιώθεις σήμερα.

Γι’ αυτό πρέπει η πληγή στο αλάτι να κλείνει
πόνο βαθύτερο πριν βρει.
Γι' αυτό πρέπει η φωτιά και με λάδι να σβήνει
να 'χει ελπίδα ο διψασμένος.

Θα μάθω λίγα να βλέπω,
μη συνηθίσει το μάτι στα πολλά
και μου πνιγεί στ' αντίο.

*     *     *

ΠΕΡΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ

Η ζωή μικρή και εσύ βιαστικός να μεγαλώσεις
ώσπου να μην χωράς πια.
Και πάνω που δανείζεσαι ανάστημα
ο έρωτας
σε λιγοστεύει
στης ψευδαίσθησής σου την κορυφή.

Δεν κόβει μπόι
μόνο αφαιρεί καρδιά.
Σα ν’ αγνοεί
πως εκείνη τελικά
θα γευτεί αθανασία.


[Εικαστικό σχόλιο στα ποιήματα: Ζωγραφική Κωνσταντίνου Ράμμου.]

Άννα Τσουκαλά Κουφού: α) ΠόΤΕ, β) ΤΩΡΑ ΤΟΝ ΜΑΡΤΗ (Συμμετοχή στην Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης 2013)



ΠόΤΕ

Διάφανες μέρες καρτερώ
όρθρους  εσπερινούς
ανένταχτης ψυχής ανάσα.
Με μια ισοτιμία  ισόνομη.
Πολύ λησμονοβότανο
θα βλάψει τον λαό  μας.
Μα το βουνό της Άρνης
πυκνοφύεται!
Στον ποταμό του Ρήχιου
ο Βάκχος συνεχίζει
την γιορτή του.
Πότε θα σταματήσουν
οι γιορτές του Βάκχου;

17/3/2013

*     *     *


ΤΩΡΑ ΤΟΝ ΜΑΡΤΗ

Στο ηλιοβασίλεμα της Πόλης
κοπάδια  μαυροφορεμένα
αντικρίζεις
Γιορτή  καθημερινή.
Αγκαλιάζουν ασφυκτικά
τους δρόμους, τα στενά
τον Εσταυρωμένο.
Ακάλυπτοι αρχαιολόγοι
τριγυρνούν
αγωνίζονται να ξεκρεμάσουν
το "Τη υπερμάχω"
ντόπιοι να ξεριζώσουν
τη μνήμη
κι ο Βόσπορος
να καλλύνει τις βερόνικες.

Τώρα τον Μάρτη
για κοίτα πώς θεριεύουν
οι πικροδάφνες!

[Εικαστικό σχόλιο στα ποιήματα: Ρένα Κουρπά]

Τάσος Βυζάντιος (π. Α. Δ. Σ.): ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ (Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2013)



Σταθμοί, γραμμές, βαγόνια
ανακοινώσεις και φωνές
εφημερίδες της ημέρας
καθίσματα στις αποχρώσεις του μπλε.

Mind the gap!

Τσάντες και βαλίτσες πολλές
ειδών και χρωμάτων ποικίλων
ευωδίες εξωτικές
επιβατών πολυταξιδεμένων.

Πέτρες και χαλίκια στη Baker Street
λόφοι ολόκληροι από πέτρες και χαλίκια
πιθανόν να προορίζονται
για κάποια παγανιστική τελετή!

Το τρένο τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα
προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Στα βαγόνια και στους σταθμούς
διαφημίσεις και εικόνες ελκυστικές
κάθε μια κι ένα ταξίδι από μόνη της.

Η γραμμή του Ιωβηλαίου και πάλι γεμάτη.
Ίσως στον επόμενο σταθμό
ν’ αδειάσει κάποια θέση.

(Λονδίνο, 6 Μαρτίου 2013)


Διονύσης Σέρρας: ΣΗΜΕΙΟΓΡΑΦΙΑ (Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2013)



1
Τρέχουν κ’ οι λέξεις
μ’ αφετηρία ή τέλος
σε πλάνης στροφές.

2
Τάξε στον Ήλιο
χυμούς και ισκιώματα -
Καλοκαιριάζει.

3
Μέτωπο κι άκρα
τα σπλάχνα ιχνογραφούν
μ’ άχνας γραφίδα.

4
Άπληστο σώμα -
Τα δόντια σαρκώνονται
με πάθους ουλές.

5
Κοίτα το χέρι -
Κ’ ένα βλέμμα σού φτάνει
για να κρατηθείς.

6
Μάταιη μάχη -
με το σώμα σαν φτέρνα
του Αχιλλέα.

7
Αφής εκταφή -
Σκοντάφτουν στα όνειρα
οι νεκροθάφτες.

[Φωτογραφικό σχόλιο στα τρίστιχα: Μια ενταφιασμένη Θεσσαλονικιά του 3ου π. Χ. αιώνα, χρυσοστεφανωμένη. Ανακαλύφτηκε πρόσφατα στις εκσκαφές για το μετρό της Θεσσαλονίκης]

Κατίνα Βλάχου: α) ΑΜΗΝ, β) Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ, γ) ΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ (Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2013)


Aμήν

Αμήν στο χέρι
που πέταξε στο χώμα
το μαχαίρι
για να προσφέρει
Αμήν στο στόμα
που γεύτηκε το μέλι
και το μοιράστηκε
με άλλο σώμα
Αμήν στην σκέψη
που γέμισε με χρώμα
την συνήθεια
για να παίξει
Αμήν στη λέξη
που γύρισε τα μέσα έξω
την αλήθεια
για να φέξει

*     *     *

H Aντιγόνη

Είχε στα μάτια φως μελένιο
Στα χείλη λόγο κοραλλένιο
Στα χέρια αγάπη να λιγώνει
και στην ψυχή καλά κρυμμένο
πάθος σαν λάθος
να τη λιώνει
Ένα κορίτσι που το λέγαν
Αντιγόνη

*     *     *

Το λουλούδι

Δεν ξέρει αν είναι
το λουλούδι
κυκλάμινο ή μαργαρίτα
μέχρι το κρύο να το κάψει
ή ένα χέρι να το κόψει
Αυτό περίμενε
στη σύντομη ζωή του
Με πόνο και με θάνατο
να καταλάβει


[Εικαστικό σχόλιο στα ποιήματα: «Το μεγάλο τραπέζι», έργο του Θανάση Εξαρχόπουλου]
Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email