© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΑΣΩΜΑΤΑ LIKES (διήγημα)

Είμαστε λίγα χρόνια πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο. Διεθνής η αστάθεια, η πολιτικοκοινωνική κατάθλιψη, η κρίση εντός εκτός...

Η Ζελί Βουλγάρεως, μια νέα πολλά υποσχόμενη πιανίστα, είναι σφόδρα ερωτευμένη με τον Άγγελο Καστρίτη, συνομήλικό της εύελπι ζωγράφο και ποιητή. Απόλυτων ηθικών αρχών εκείνη, επιφυλάσσεται να πρωτοπαραδοθεί στον καλό της την πρώτη νύχτα του βέβαιου γάμου τους. Σαν σε καλοστημένο μυθιστόρημα όμως -έτσι τα 'φερε η τύχη- οι εκατέρωθεν μεγαλοαστικές οικογένειές τους δε συμφώνησαν επί του προικώου και όλα διαλύθηκαν… Η σχέση παρέμεινε ασώματη και ο καθένας ακολούθησε διαφορετική ατραπό ζωής, βράζοντας στο ζουμί του. Η ωραία Ζελί παντρεύτηκε έναν άμουσο μεγαλοκτηματία σε τόπο μακρινό και ο Άγγελος εξελίχτηκε σε ξακουστό ζωγράφο. Καμιά σχέση πια μεταξύ τους. Όλα κομμένα με το μαχαίρι…

Ένα μετακατοχικό πρωί, καθώς η πρώην πιανίστα ξεσκάτιζε το μωρό της, έφερε ο ταχυδρόμος κάτι από τον τόπο της. Διαβάζοντας τη θέση «Αποστολεύς» στον μεγαλούτσικο φάκελο, πάνιασε. Τον άνοιξε με πολλή προσοχή κι έβγαλε από μέσα ένα δεκαεξασέλιδο φυλλάδιο: «Αγγέλου Καστρίτου: Η ΑΣΩΜΑΤΗ, ποιήματα». Χάιδεψε με περιπάθεια και με λερωμένα δάχτυλα το λατρεμένο ονοματεπώνυμο κι έπεσε το βλέμμα της σε μια τυχαία σελίδα. Διάβασε φωναχτά, σα να έλεγε στο μωρό, που είχε ήδη πλαντάξει στο κλάμα, «Σκάσε, εμπόδιο της ζωής μου…»:

«Κι όταν θα 'χω στο Τίποτε θαφτεί θα σ’ αγαπάω,
στο τζαμάκι της θύρας σου, σπουργίτι, θα χτυπάω».


Ένοιωσε μια-μια τις συλλαβές να σφυροκοπούν την καρδιά της. Πήρε χαρτί και μολύβι, ευχαρίστησε δεόντως τον ποιητή για την ευγενική αποστολή κι έτσι ξοδεύτηκαν τα χρόνια της απόστασης, με την ατελέσφορη ανταλλαγή ασώματων - σπαραξικάρδιων επιστολών. Πολύ αργότερα απόχτησε τηλέφωνο στο σπίτι και είχε πια τη μοναδική δυνατότητα, μια φορά την εβδομάδα, όταν όλοι έλειπαν από τους τέσσερις τοίχους της μοναχικότητάς της, να μιλάει με τον διάσημο αγαπημένο της, ασώματα πάντα, εκφράζοντας όσο μπορούσε πιο συγκρατημένα το Ασίγαστο που την έπνιγε, ώσπου και οι δύο επέστρεψαν το γηρασμένο σώμα τους στη γη.

Εντελώς τυχαία, στην ασύνορη γειτνίαση του Facebook, ανακάλυψα δυο νέα παιδιά, που ανταλλάσσουν ασώματα pokes και likes: Τη Ζελί Βουλγάρεως και τον Άγγελο Καστρίτη. Υποθέτω πως είναι εγγόνια εκείνων. Στο μεταξύ έχω από καιρό εντοπίσει στο διαδίκτυο, εντελώς τυχαία, σκαναρισμένο το φυλλάδιο της στιχουργημένης πάλαι ποτέ αγάπης. Δημιούργησα λοιπόν δύο εικονικούς λογαριασμούς στο fb με τα ονόματα: «Ζελί Καστρίτου» και «Άγγελος Βούλγαρις». Με αυτά τα ψευδώνυμα έγινα διαδικτυακός φίλος και με τα εγγόνια των δύο εκείνων. Πολύ τούς άρεσε η τυχαία σμίξη των ονοματεπωνύμων τους!

«Ρε, τι σού είναι το Τυχαίο», σχολίασε θαυμαστικά το αγόρι κι έσπευσε το κορίτσι να κάμει like. Πάντα κάνουν like, όταν ο Άγγελος Βούλγαρις ανταλλάσσει παλιομοδίτικους δεκαπεντασύλλαβους με τη Ζελί Καστρίτου, αντιγραμμένους από την παλιά ποιητική συλλογή. Να, τώρα που βλέπω την οθόνη μου, εκείνος μόλις δημοσίευσε στον τοίχο της:

«Κι όταν θα 'χω στο Τίποτε θαφτεί θα σ’ αγαπάω»


κι εκείνη καθόλου δεν αργεί να σχολιάσει:

«Στο τζαμάκι της θύρας σου, σπουργίτι, θα χτυπάω».


Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις είναι τυχαία. Μα εντελώς!…

[Εικαστικό σχόλιο: Ζωγραφική της Άριας Κομιανού]

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΘΛΙΜΜΕΝΕΣ ΤΖΑΚΑΡΑΝΤΕΣ (διήγημα)

Ο Νίκολας ξενιτεύτηκε πολύ νέος, πριν από τριάντα χρόνια, στο Γιοχάνεσμπουργκ, απ’ όπου δεν έφυγε ποτέ. Παρείχε όμως τα πάντα στην οικογένειά του πίσω. Έτσι κι αλλιώς, εδώ δεν έκαμε οικογένεια.

Μόλις πληροφορήθηκε απ’ τους ομογενείς ότι επισκέπτομαι τη μεγαλούπολη της Νοτίου Αφρικής έκαμε το παν να μ’ ευχαριστήσει, σαν να τον ήξερα από τα παλιά. Από ταξιτζής μέχρι καμαρότος μου, από ξεναγός μέχρι μάγειράς μου. Πλήρωνε ό,τι λιμπιζόμουν στα πολυκαταστήματα τού Ιστγκέϊτ έως και την υπαίθρια αγορά τής Μπρούμα Λέικ. Η αγάπη του με σκλάβωσε και με ανησύχησε. Έσπευσα όμως να συνηγορήσω υπέρ του εντός μου: «Αυτά να τα βλέπουμε εμείς, οι εντός των συνόρων. Αυτοί εδώ είναι πιο φιλότιμοι, φιλόξενοι, καλοσυνάτοι!»

Το τελευταίο πρωί αργήσαμε να βγούμε απ’ το σπίτι τού Νίκολας, με τα ταριχευμένα άγρια ζώα τού απλόχωρου σαλονιού. Περίμενε τη Μαύρη του, την οικιακή βοηθό του, να συνεννοηθεί για το τι και το πώς της δουλειάς. Όταν εκείνη κατέφθασε ξεψυχισμένη, μια ώρα ποδαρόδρομο απ’ το Σοβέτο, δεν ήξερα πού να κρυφτώ. Με περισσότερη καλοσύνη φέρεται κανείς στα έντομα των μυρμηγκοδρόμων, στο σπουργίτι του τζαμιού, στα σκουπίδια του νεροχύτη…

Κάτι -ή το παν- έσπασε μέσα μου. Απόμεινα διαμαρτυρόμενος βουβά και βγήκα στον πανευώδιαστο κήπο, ενώ τ’ αγέρωχα δέντρα των τζακαράντων θρόιζαν δελεαστικά το μοβ των λουλουδιών τους. Θέλω να φύγω στον δρόμο, μα δεν μπορώ. Εδώ, το κάθε συγκρότημα οικιών προφυλάσσεται απ’ τους εγκληματίες Μαύρους με ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα, ενώ για να μπεις ή να βγεις σηκώνει τις μπάρες της κεντρικής εισόδου ο Μαύρος Σεκιουριτάς.

Το βράδυ επιστρέφω Αθήνα μέσω Καΐρου. Τελευταία ξενάγηση το Μαροπένγκ, το Λίκνο της Ανθρωπότητας. Ο Νίκολας είναι λαλίστατος:

- Ξέρεις, κανόνισα να συνταξιδέψουμε το βράδυ. Θα γύριζα Αθήνα σε δυο-τρεις μήνες, αλλά καλύτερα μαζί σου, έτσι για παρέα. Ψώνισα και κάμποσα πράγματα για τους γονείς: ρούχα, αναμνηστικά, καταλαβαίνεις!

- Πολύ καλά, απαντώ με προσποίηση, καθώς αισθάνομαι το σπασμένο να μετακινείται πέρα-δώθε μέσα μου.

Ο δρόμος ευθύτατος, η ταχύτητα αυξημένη, ώσπου να η τροχαία μάς σταματά.

- Ωχ, ωχ, ψελλίζω ανησυχώντας.

- Μη φοβάσαι τίποτα. Εγώ είμαι εδώ, με καθησυχάζει ο Νίκολας με ύφος.

Βγαίνει και σε λιγότερο από πέντε λεπτά επιστρέφει με το θάρρος και την έπαρση τού «όλα αγοράζονται».

- Μ’ ελάχιστα ραντ όλα γίνονται, λέει.

Δεν έχω τίποτε ν’ αντείπω. Κάτι μού θυμίζει όλο αυτό, αλλά δεν σχολιάζω. Σχολιάζει όμως ο φιλικός οδηγός μου:

- Ξέρεις, αυτοί εδώ δεν θεωρούνται και τόσο άνθρωποι, δεν είναι ίδιοι μ’ εμάς. Έχουν πολύ χαμηλό αϊκιού, καλά που είναι κι εκατομμύρια από δαύτους. Σκότωνε και θάβε


Δεν μπορώ να πιστέψω ό,τι ακούω. Ουδείς μας είναι αθώος για οτιδήποτε στιγματίζει ανά πάσα στιγμή τον πλανήτη, αλλά τόσο πολύ, τόσο ξεδιάντροπα;

- Μα, ο Μαντέλα έκαμε αγώνα…, τολμώ να πω, αλλά με κόβει αναψοκοκκινισμένος ο Νίκολας:

- … από τότε χάθηκαν όλα. Αυτός ευθύνεται, που έδωσε ελευθερίες και δικαιώματα στους Μαύρους...

Τώρα έχω την ανταπάντηση έτοιμη, στοχεύοντας στα πατριωτικά γονίδιά του:

- … όμως εδώ έμαθα ότι ο σπουδαίος Έλληνας, ο Μπίζος, όταν ο Μαντέλα ήταν έγκλειστος στο Ρόμπιν Άϊλαντ, τού διάβαζε Σολωμό κι εκείνος ευχαριστιόταν πολύ!...

Ο Νίκολας δεν πτοείται με παρόμοια ψυχωφελή:

- Άστον κι αυτόν, τον προδότη…, λέει εξοργισμένος.

Θέλω πολύ να κατέβω απ’ το αμάξι, αλλά φοβάμαι τους Μαύρους των φαναριών, που, αν μού επιτεθούν έτσι άνευ λόγου και αιτίας, θα έχουν και λόγο και αιτία. Ήδη φθάνουμε στο Λίκνο της Ανθρωπότητας. Ψαύω με στερεμένα συναισθήματα τον τόπο των Προανθρώπων κι αισθάνομαι τους ανθρώπους -και τον εαυτό μου μαζί- εχθρικότατους τριγύρω. Τα ευρήματα ζωής τριών εκατομμυρίων χρόνων πριν από εμάς στη γη αυτήν εδώ δεν με συγκινούν, όπως ανέμενα…

Ο Νίκολας, πανέξυπνος, έχει μάλλον συλλάβει τις ανομολόγητες ενστάσεις μου και, στην επιστροφή προς Γιοχάνεσμπουργκ, μού αναγγέλλει ότι, καθώς έχω και τις βαλίτσες μου μαζί, θα με αναλάβει ένας άλλος ομογενής, ο Ανδρέας, να με πάει στο αεροδρόμιο.

- Εγώ έχω κάτι τελευταίες εκκρεμότητες. Θα βρεθούμε στο τσεκ-ιν. Be happy! δικαιολογείται.

Δεν χαιρετιόμαστε. Θα βρεθούμε στο τσεκ-ιν, αλίμονο… Ποιος αντέχει εικοσιτέσσερις ώρες επιπλέον μαζί του, στ’ αεροδρόμια και στον αέρα…

Στο τσεκ-ιν με καταλαμβάνει αδημονία. Αργεί πολύ… Ο Ανδρέας ρωτά ευγενικά, γιατί τόσο άγχος. Εξηγώ ότι συνταξιδεύω με τον Νίκολας και ήδη πρέπει να προχωρήσω στην επιβίβαση. Εκείνος χαμογελά και με ηρεμεί:

- Μην ανησυχείς. Ο Νίκολας δεν θα 'ρθει... Έτσι φιλοξενεί κόσμο κατά καιρούς και νομίζει ότι θα συνταξιδέψει μαζί τους ύστερα γιΑθήνα. Δεν έχει πια κανέναν στην πατρίδα. Οι γονείς του πέθαναν πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια σένα πολυτελέστατο ίδρυμα, που τους πλήρωνε. Όχι, δεν ήταν γηροκομείο. Βίλα ηλικιωμένων ήταν! Έδωσε μια περιουσία για τους γονείς του!

Έχουμε κιόλας απογειωθεί. Τώρα που γράφω, διασχίζουμε τον αέρα της Αφρικής, ανηφορίζοντας τον αχανέστατο χάρτη του μαύρικου τόπου. Δεν έχω συναισθήματα. Πασχίζω μονάχα να κρατήσω στο νου μου τις ολάνθιστες τζακαράντες και κυρίως εκείνο το θλιμμένο μοβ κροτάλισμά τους.


π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΦΑΚΟΣ ΗΜΕΡΑΣ (διήγημα)

Η καθημερινότητα του γέροντα Κουρέα διαθέτει πολύ σουρεαλισμό. Κάθε πρωί, αφού ξυπνήσει, με απαράβατα τελετουργικές κινήσεις ντύνεται, ποδένεται, νίβεται, κάνει την προσευχή του στα κονίσματα, ζεσταίνει στο καμινέτο γάλα και το πίνει βουτώντας μία πάντα φρυγανιά, δοκιμάζει αν ανάβει ο φακός του, τον βάζει στην κωλότσεπη και πηγαίνει, από το διώροφο σπίτι του -παλαιό μπαρμπέρικο τής περιοχής- στο κεντρικό καφενείο του χωριού, διασχίζοντας το πλάτωμα της Παναγίας. Εκεί παραμένει μέχρι το μεσημέρι, για κάνα καφέ, κοντσίνα και τα συμπαρομαρτούντα.

Ο φακός καραδοκεί εξέχοντας απ’ την κωλότσεπη τού Κουρέα, χειμώνα καλοκαίρι, με βροχές ή με κάψα. Μα, σε τρεις-τέσσερις ώρες το πολύ, θα γυρίσει σπίτι για να γιοματίσει. Οπότε, προς τι το έκτακτο φωτιστικό σε αναμονή; Μού χαλάει το μυαλό...

Μια μέρα, δεν αντέχω∙ τον σταματώ -όλως περίεργος- καταμεσής στην πλατεία, ενώ τριγύρω τα τζιτζίκια του Αυγούστου έχουν από νωρίς αρχίσει το κονσέρτο τους στη διαπασών. Τον ρωτάω διερευνητικά:

- Μπάρμπα, τι τον έχεις και τόνε πηγαινοφέρνεις απάνου-κάτου τον φακό, μέρα μεσημέρι;

Εκείνος, με πολύ αυθορμητισμό και άλλη τόση βεβαιότητα για το σωστό τής προνοητικότητάς του, μού απαντά:

- Αα, παιδάκι μου! Άκου να ιδείς: Για φαντάσου, να πάθει τίποτα ο ήλιος, να σβήσει και να πέσει το σκοτάδι… Πώς θα βλέπω να γυρίσω σπίτι μου;

Ακαριαία φαντάζομαι ό,τι σπαραχτικό φανταζόταν ο γεροκουρέας και ανατριχιάζω σύγκορμος… Λες;;;

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: Η ΔΥΣΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ (διήγημα)

Παλαιός γόης πλατείας ο Σπύρος και, αφού έζησε ως γνήσιος νεοέλληνας με τυχοδιωκτισμούς, απατεωνιές και τοκογλυφίες, είπε να νοικοκυρευτεί. Απόχτησε γυναίκα, τη Λίζα, αγνώστου προελεύσεως και λοιπών προσωπικών δεδομένων.

Κάθε απόγευμα η Λίζα βγάζει βόλτα το σκυλάκι της στην κεντρική πλατεία της πόλης, για να κάμει πιπί του, ενώ ο υποδειγματικός σύζυγος ασχολείται νύχτα-μέρα με τις άδηλες δουλειές του. Η Λίζα συμπαθεί τον Ελύτη ή τουλάχιστον προσποιείται, για να δείχνεται υπεράνω! Κάποια στιγμή μάλιστα, σε μιαν υπέρβαση του γνωστού εαυτού του ο Σπύρος της δώρισε τα Άπαντα του Νομπελίστα σ’ ένα τόμο, δίχως να ξέρει ή να τον γνοιάζει τι θέλει να πει ο ποιητής. Εκείνο που τον έτσουξε ήταν τα πενήντα ευρώ, που του κόστισε η έκτακτη αβροφροσύνη του.

Κάθε απόγευμα η Λίζα, παρέα με το σκυλάκι, βγάζει βόλτα και τον Ελύτη, καθώς θέλει να πιστεύει τι σκάσιμο θα έχουν οι άλλες, οι παρακατιανές της πλατείας, που δεν διαβάζουν ποίηση. «Βγαίνουν με τα καρότσια και τα κουτσούβελα, παριστάνοντας τις κάποιες, οι ληγμένες», σκέφτεται κάθε φορά πανομοιότυπα και, με συγκρατημένη ζήλια, συνεχίζει: «Έγνοια σου, κύριε Σπύρο, θα σε κανονίσω εσένα…», υπονοώντας τα μύρια όσα.

Μια μέρα ανοίγει τυχαία τον Ελύτη και διαβάζει:

Πού 'ναι η Μίλητος πού είναι η Πέργαμος πού η Αττάλεια και πού
η Κωνσταν Κωνσταντινο ντινοπολίς;


«Ααα! Θα εκδράμω Κωνσταντινούπολη, αρέσει και στον ποιητή», συλλογίζεται αναπτερωμένη. Ο Σπύρος δεν έφερε αντίρρηση, με χαρά μάλιστα θα ξεφορτωνόταν τη βαριεστιμάρα, που του προξενούσε η διαρκώς πένθιμη όψη της συζύγου του.

Στο επόμενο τουριστικό γκρουπ για Πόλη η Λίζα είναι μέσα στο λεωφορείο και ήδη απ’ τον καθρέφτη ο οδηγός, ο Κωνσταντίνος -έτσι άκουσε να τον φωνάζουν οι διάφοροι αδιάφοροι συνταξιδιώτες- τής κάνει τα γλυκά ματάκια!... Εκείνη, μετά τις πρώτες προσποιητές αναστολές, πρωτοενδίδει στην Κομοτηνή στα θέλγητρα του Κωνσταντίνου και αφήνεται ν’ αλωθεί από τον επιτήδειο σ’ αυτά πολιορκητή της στην Πόλη, άνευ όρων και ορίων! Ευκαίρως ακαίρως ανοίγει Ελύτη -εξέδραμε κι αυτός, εννοείται- όπου μάλιστα θεμελιώνει την ξεφάντωσή της με στίχους από Το τραγούδι της Μαρίας Νεφέλης:

“Κρίμας το κορίτσι” λένε
το κεφάλι τους κουνάν
Τάχατε για μένα κλαίνε
δε μ’ απαρατάν!
[…]
και το βράδυ οπού κυλιέμαι
στα γρασίδια καθενού
λες και κονταροχτυπιέμαι
ντρούγκου – ντρούγκου – ντρου.


Η Λίζα πέρασε στην Πόλη του Κωνσταντίνου ονειρεμένα! Ο οδηγός του λεωφορείου ήταν κύριος και πολύ διακριτικός σε όλα του! Αλλά και αυτή παρομοίως: Υπεράνω! Ουδέποτε τον ενόχλησε, μήτε και τότε, δυο μήνες μετά, που βίωσε ολομόναχη κι εγωιστικά σιωπηλή τη φρίκη της έκτρωσης. Ο Σπύρος εν τω μεταξύ στις άδηλες και κρύφιες δουλειές του…

Κάθε απόγευμα στην πλατεία η Λίζα, βγάζοντας το σκυλάκι της για πιπί του και με τον Ελύτη παραμάσχαλα, αναπολεί Κωνσταντίνο και Κωνσταντινούπολη, πολιορκία και άλωση! Ο ήλιος χάνεται κι απόψε πίσω από τα νοούμενα και τα υπονοούμενα σύγνεφα της δύσης των πραγμάτων. Ο Νοέμβριος σηκώνει κιόλας αέρα εσπερινό. Ετοιμάζεται να επιστρέψει σπίτι και -όπως πάντα, στο τυχαίο- ξανανοίγει Ελύτη:

Όταν ακούς αέρα
είναι η Γαλήνη που βρικολάκιασε.


[Γράφτηκε στο Μπανάτο της Ζακύνθου, 23-24 Ιουνίου 2011. Ως εικαστικό σχόλιο χρησιμοποιήθηκε το ζωγραφικό έργο "Θα αγαπηθούν" τού Χρήστου Αντωναρόπουλου (γεν. Φιλιατρά Μεσσηνίας, 1958)]

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: Η ΔΙΑΓΝΩΣΗ (διήγημα)


Ο Ζήσιμος μοιάζει με φιλάσθενο και αδέσποτο σκυλάκι, που όλοι το κρυφοκλοτσούν, όντας αμετανόητα θηριώδεις και απολίτιστοι. Τα χρόνια της εφηβείας πέρασαν μέσα στον φόβο για τον όχλο που τον συνέθλιβε και την ως εκ τούτου απόλυτη αυτομόνωσή του. Στα σαράντα του αισθάνεται γοερή την έλλειψη συντροφιάς, καθώς όλες οι παλιές συμμαθήτριες έκαμαν καθηκόντως προ πολλού οικογένεια και νοικοκυρεύτηκαν.

Ο Ζήσιμος, σε μια από τις ατέλειωτες σιωπηλές συζητήσεις του με τον μεγάλο καθρέφτη στην ντουλάπα της Μάνας, αρχίζει να υποψιάζεται φαλάκρα στα μαλλιά του. Ο ουρανός πέφτει και τον πλακώνει, το ταβάνι της κρεβατοκάμαρας τού έρχεται κατακέφαλα... Συμφορά και καταστροφή αδιόρθωτη...

Περασμένα μεσάνυχτα χτυπά την εξώπορτα του κυρίου Φώτη, τον οποίο σέβεται και ανέκαθεν εκτιμά για την καταδεκτικότητά του, τη βαθιά εμπιστοσύνη που τού ενέπνεε, τα εκατοντάδες και πολύχρωμα βιβλία που τον περιστοίχιζαν, μαζί με πολλές και διάφορες φωτογραφίες από τους αγώνες του κατά τον τόσο μακρινό πια Νοέμβρη του ’73 στα γεγονότα του Πολυτεχνείου.

- Με συμπαθάς, σεβαστέ μου Κύριε, Σε παρακαλώ, δες το κεφάλι μου. Σα να πιάνω φαλάκρα... Πες μου κι εσύ, που είσαι σοφός, έκαμα φαλάκρα;

Ο καλόγνωμος κ. Φώτης με πολλή κατανόηση βάζει διερευνητικά την παλάμη του στο κεφάλι του Ζήσιμου, που ήδη τρέμει σύγκορμος ωσάν σπουργιτάκι πεσμένο από τη φωλιά του και αποφαίνεται με σιγουριά:

- Όχι, φίλε μου, δεν έχεις τίποτε! Είσαι μια χαρά! Καμιά ένδειξη φαλάκρας. Μείνε ήσυχος!

- Σ’ ευχαριστώ, πολύ σ’ ευχαριστώ! Είναι το καλύτερο δώρο που θα μπορούσες να μού κάμεις! Χίλια ευχαριστώ!, ανταποδίδει ο ταλαίπωρος, πλημμυρισμένος ικανοποίηση και προσπαθώντας να φιλήσει τα χέρια τού καλόγνωμου ευεργέτη του.

Έκτοτε κάθε λίγο και λιγάκι χτυπά την πόρτα του κ. Φώτη, εκφράζοντας ξανά και ξανά την ανησυχία για ενδεχόμενη φαλάκρα. Εκείνος τον καθησυχάζει απολύτως:

- Είσαι μια χαρά. Καμιά τέτοια ένδειξη. Μην ανησυχείς, τα μαλλιά σου είναι όλα στη θέση τους!

Πέρασε ο καιρός, ανακυκλώθηκαν οι εποχές και μιαν ημέρα με φουσκοδεντριές το νέο κυκλοφόρησε αστραπιαία στ’ απάνθρωπα τα καφενεία: Ο Ζήσιμος -σαλεμένος, έτσι κι αλλιώς, κατά κοινή ομολογία- φουρκίστηκε από την καρυδιά της αυλής του.

Ήταν ο καιρός, που ο σεβαστός φίλος του έλειπε για το ονειρεμένο -μια ζωή- ταξίδι του στην Κούβα του Φιντέλ.
Related Posts with Thumbnails

Follow by Email