© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ (ποίηση)



Α΄ Στάση

Πάλλευκες καί μοβ
Πρώτων Χαιρετισμῶνε
οἱ βιολετοῦλες

πρός Ἐκείνην πού
σύγκορμη πῆρε Φωτιά
καί δέν ἐκάη.


Β΄ Στάση

Ἀναβιώνω
τούς καημούς τῆς Ἄνοιξης
χαριέστατους
βιδωμένους ἄγγελους
στά δέν καί στά γιατί μου.

Κι ἄν μέσα βρέχει
νεουργεῖς τίς πιό παλιές
τῶν αἰσθήσεων
καθώς τήν ὡραιότη
ποτέ μου δέν ἔμαθα.


Γ΄ Στάση

Στό πούσι ἀπόψε
ἀχρείων ψελλίσματα
ὀρθώνουν μπόι
καί στήν πολυκοσμία
τά λόγια μου τα χάνω

ὥσπου προκύπτουν
Ρωμανοῦ μελίσματα
ἀνθοί τοῦ Μάρτη
ἄνοιξη ὀρθάνοιχτη
ὅλο χαρές καί χάρες.


Δ΄ Στάση

Ἐνώπιόν της
προσδοκῶ τίς λέξεις μου
ἐκ τοῦ μή ὄντος
νά τίς κάμω ποίημα
ἀθανατίζοντάς τες

καί τότε νάτες
συνωδίες τῶν φίλων
δεκαοχτοῦρες
σηκώνουν τό καπάκι
τῆς παραμέσα μνήμης.

Στό βάθος νερά
ἑορτῶν ἀπόκερα
θραύσματα τζαμιοῦ.
Τῶν λυπηρῶν ἡ θέα
δέν εἶναι γιά χόρταση.

Δέν ἀπελπίζω.
Κρατάω ἀναμμένα
τά σώματα πορείας.
Ἡ κρυφή σου Ἀράχνη
ἔχει κι αὐτή ψυχούλα.

(Μεγάλη Σαρακοστή 2008)

[Από τον συγκεντρωτικό τόμο των ποιητικών συλλογών του Παναγιώτη Καποδίστρια, Καμένες πεταλούδες, εκδ. επί-γνωση Σταμούλης, Θεσσαλονίκη 2010, σσ. 438-440.]


Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΕΡΩΣ (ποίηση)


Του Γιάννη Κωμαΐτη 

α΄ 
 Σαύρα στον ήλιο 
προεξοχή ονείρου 
αινιγματώδης. 

Όλοι ένας-ένας. 
Αχ αίμα τεθλασμένο 
μάθε μας πότε. 

 Έφυγε πάνω 
μοβ αναρριχώμενο 
ανεπιστρεπτί.  

Ο υπνοβάτης 
σωπαίνει κι όμως ξέρει- 
δούρειος έρως. 

 Στέρνα του Άδη 
νερά ως την ψυχή μου. 
Τ’ άλλα παρήλθαν. 

 Φεύγω μέσα μου. 
Έτσι κι αλλιώς το Χάος 
μάς περιλούει. 


β΄ 
Κουφή βδομάδα 
στον διάδρομο ακάθιστος 
φτωχός και πένης. 

 Περίφρακτο φως 
καρφιτσωμένη ελπίδα 
στο νυχτικό σου.  

Ευκολόπιστη 
ωραία περήφανη 
διανυκτερεύεις. 

 Μεγάλη Πέμπτη 
στα κάτεργα του σώματος 
και στάζεις ήλιο. 

 Τα νεραντζάνθια 
είχαν την ευωδία 
του Εσταυρωμένου. 

 Νύχτα στη νύχτα 
τον περιαύλιο φόβο 
πες τον Αγάπη. 

[Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», 4-30.4.1995, έξω από τη Μ.Μ.Ο. Από το βιβλίο, Παναγιώτη Καποδίστρια, Ενύπνιο μετά τρούλλου, 1999, σ. 16-19]

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΑΡΙΝΕΣ ΔΙΔΑΧΕΣ

ἤ, Τῶν θείων Χαιρετισμῶν τὰ ἀνάλογα ποιμαντικὰ βιώματα 
«Χαῖρε σεπτοῦ Μυστηρίου θύρα...»

Στὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πέργης κ. Εὐάγγελο, ταπεινό, υἱϊκὸ εὐχετήριο


Ἀνοιξιάτικο ἀπόβραδο μὲ τὴν εὐωδιαστὴ ἀνάσα τῆς νύχτας ποὺ σιμώνει,  νὰ μυρώνει τὸν τόπο καὶ τὶς ψυχές μας. Εὐωδιάζει κι ὁ ναὸς ἀπὸ τὸ μοσχοθυμίαμα, ποὺ συνοδεύει αὐτὰ τὰ ἀτέλειωτα «Χαῖρε», τὰ ὁποῖα καὶ Τῆς προσφέρουμε. Τὰ προσφέρουμε στὰ πάντερπνα αὐτὰ τ᾿ ἀπόβραδα τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, λίγο πρὶν ἀνατείλει τὸ Σαββατοκύριακο. Λίγο μετὰ ἀπὸ τὴν ντυμένη τὰ μώβ Προηγιασμένη. Τὰ προσφέρουμε δηλαδή, στὸ σύνορο ἐκείνων τῶν ἱεροκατάνυκτων στιγμῶν, ὅπου καλούμεθα νὰ ξεδιπλώσουμε λίγο τὶς ψυχές ἀπὸ τὸ πένθος τῆς κάθε Σαρακοστιανῆς Ἑβδομάδος καὶ μὲ κλειδὶ τὴν Χάρη Της ν᾿ ἀνοίξουμε λίγο τὴ θύρα τοῦ ἐλέους Του γιὰ ν’ ἀνασάνουμε ἀναστάσιμη αὔρα, ποὺ μᾶς τὴν προσφέρουν οἱ θεῖες λειτουργίες τοῦ Σαββατοκύριακου. 

Γι᾿ αὐτὸ κι ἡ κάθε βραδυὰ τῶν Χαιρετισμῶν μέσα στὴν Σαρακοστὴ εἶναι μιὰ εὐκαιρία γιὰ ἀνανέωση τῆς εὐεργεσίας ποὺ νοιώθουμε γιὰ Ἐκείνη. Γιατὶ κι ἐδῶ, στὸν καιρὸ τῆς Νηστείας, μεριμνᾶ γιὰ τὸν κόσμο. Ὅπως πάντα δηλαδή. Μεριμνᾶ κὰι τοῦ συμπαρίσταται «σκέπη [γίνεται] καὶ προστασία κι ἀντίληψις καὶ καύχημα». Ἔτσι, μὲ συγκίνηση τῆς προσφέρουμε, μαζὶ μὲ τὰ δάκρυα τῆς εὐγνωμοσύνης μας, τὰ ἀτέλειωτα «Χαῖρε», γνωρίζοντας πολὺ καλὰ πὼς αὐτὴ ἡ χαρὰ ἐπιστρέφεται καὶ σὲ μᾶς. Κι εἶναι αὐτὴ ἡ χαρά, ὄχι τοῦ  κόσμου τούτου, ἀλλὰ τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Ὁποία διὰ στόματος τοῦ Ἀποστόλου Της εὔχεται στοὺς πιστούς Της: «Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε· πάλιν ἐρῶ, χαίρετε» (Φιλιπ. 4,4). Τῆς καταθέτουμε, λοιπόν, τὸν ταπεινό χαιρετισμό μας, γιατὶ γνωρίζουμε ὅτι ὄντως εἶναι ἡ θύρα ποὺ μᾶς εἰσάγει στὸ magnum mysterium. Τῆς θείας Ἐναθρωπήσεως τοῦ Λόγου τὸ μέγα καὶ ἱερὸ Μυστήριο, ποὺ εἶναι τῆς σωτηρίας μας τὸ κεφάλαιο. Μυστήριο ποὺ ξεκίνησε Ἐκείνη τὴν ἄχραντη ἡμέρα τοῦ θείου Της Εὐαγγελισμοῦ μὲ τὴν ἀφιέρωσή Της στὸ θεῖο σχέδιο τῆς Οικονομίας Του μὲ τὴ φωτεινὴ κι ἁγνὴ τὴν ἔκφραση: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» (Λκ.1, 38). Λόγος, ποὺ γίνεται θεμέλιο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἐκφράζεται ὡς ὑπόσχεση ἀπὸ ἄνθρωπο πρὸς τὸ Θεό. Ὑπόσχεση γιὰ μιὰν νέα Ἔξοδο τοῦ περιούσιου λαοῦ Του ἀπὸ τὴ νοητὴ τὴν Αἴγυπτο τῆς αἰχμαλωσίας καὶ τῆς ἁμαρτίας, στὸν Παράδεισο, «δι' ἧς ἠνοίχθη», ἀφοῦ Ἐκείνη εἶναι «ἡ κλεῖς τῆς Χριστοῦ Βασιλείας» καὶ «Παραδείσου θυρῶν ἀκοικτήριον». 

Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴν ἀφήσουμε τὴ χαρά μας γιὰ τὶς εὐεργεσίες Της, ὥστε νὰ γίνει ἑσπερινὸ πανευῶδες θυμίαμα καὶ νὰ ἀνεβεῖ σιμά Της; Τῆς τὴ χρωστοῦμε αὐτὴ τὴ χαρὰ ποὺ ἀπολαμβάνουμε αὐτὲς τὶς θεοφιλέστατες βραδυὲς τῆς κάθε Παρασκευῆς τῆς Μ. Σαρακοστῆς. Γιατὶ μᾶς προετοιμάζει γιὰ τὴν ἄλλη, τὴν ἀπύθμενη χαρά, ἐκείνη τῆς Ἀναστάσεως . Τὴ χαρὰ ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ ἕνα μαρτύριο κι ἕνα θάνατο: Ποὺ δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε ὅτι, «ἰδοὺ γὰρ ἦλθε διὰ τοῦ Σταυροῦ, χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ». Κι ἔτσι δὲν εἶναι;

π. κ. ν. κ.

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΒΙΩΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΗΣ

Ναί, Κύριε, «Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου» καὶ ἐφέτος. Εἰσάκουσόν μου»...

Ἀνοίγεται σιγά-σιγὰ ἡ ἡμέρα καὶ ἐξατμίζει μαζὶ μὲ τὰ ἔσχατα μόρια τῆς χειμωνιάτικης ὑγρασίας καὶ τὰ ὅποια κατάλοιπα τοῦ ὕπνου, ποὺ ἁπλώνονται πάνω μας - δίχτυα μπερδεμένα, λές. Καντῆλες καὶ κεριὰ διανέμουν «φῶς ἱλαρόν» καὶ οἱ ψαλμοὶ κατανύξεως διάθεση. «Τὸ πρωὶ εἰσάκουσον τῆς φωνῆς μου...» λέμε, ἀλλὰ προσθέτουμε: «Τῶν πταισμάτων ἡμῶν τὸ χειρόγραφον διάρρηξον, Χριστέ ὁ Θεός καὶ σῶσον ἡμᾶς». Ικετήριοι οἱ λόγοι λίγο πρὶν ὑψωθεῖ ὁ λόγος ὁ θεμελιακός: «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία», ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν πάμφωτο τὴν τῶν Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων Θεία Λειτουργία.

Ναί, Εὐλογημένη, ὄντως, ἡ Βασιλεία Του, ποὺ φανερώνεται εὐεργετικὰ μέσα στὸν βίο μας, καθὼς συμπυκνώνει μέσα της τὸ μέγεθος τῆς φιλανθρωπίας Του, τὴν ὁποία καὶ προαισθανόμαστε, καθὼς ἀφουγκραζόμαστε τὰ θεόφερτα ρήματα τῆς εὐχῆς «μετὰ τὸ ἀποτεθῆναι τὰ ἁγίᾳ ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τραπέζῃ», ὅπου μὲ ἔμφαση τονίζεται: «Ὁ τῶν ἀρρήτων καὶ ἀθεάτων μυστηρίων Θεός, παρ’ ᾧ οἱ θησαυροὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως οἱ ἀπόκρυφοι, ὁ τήν διακονίαν τῆς λειτουργίας ταύτης ἀποκαλύψας ἡμῖν καὶ θέμενος ἡμᾶς τοὺς ἁμαρτωλοὺς διὰ τὴν πολλήν σου φιλανθρωπίαν εἰς τὸ προσφέρειν σοι δῶρά τε καὶ θυσίας ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων...».

«Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία Του», λοιπόν, ποὺ μᾶς φιλεύει μέσα «εἰς τὰ πανσέπτους ἡμέρας ταύτας» τὴν εὔκαρπο πνευματικὴ δωρεά, ὥστε «πάσας τὰς αἰσθήσεις τῆς ἐμπαθοῦς νεκρώσεως» νὰ ἐλευθερώσουμε, μὲ ἀποτέλεσμα «ἀγαθὸν ταύταις ἡγεμόνα τὸν ἔνδοθεν λογισμόν» νὰ θεμελιώσουμε. Γιατὶ τότε μονάχα «ὀφθαλμὸς θὰ ἀποστῇ παντὸς πονηροῦ βλέμματος, [ἡ δὲ] ἀκοὴ [νὰ καταστῆ] λόγοις ἀργοῖς ἀνεπίβατος» καί, τέλος, ἡ «γλῶσσα καθαρευέτω ρηματων ἀπρεπῶν».

Ὅμως τὸ φίλεμα αὐτὸ θὰ χρειαστεῖ νὰ συντονιστεῖ καὶ μὲ τὴν δικιά μας, τὴν προσωπική, αὐτόβουλη κατάθεση στὸ θέλημά Του. Ἐπειδὴ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀποδεικνύεται πρῶτα πρῶτα ὅτι μᾶς ἔχει στὴν ἔγνοια Του καὶ μετά, πὼς κι ἐμεῖς ἀποδεχόμαστε τὴν πατρική Του τρυφερότητα καὶ φιλοτιμία. Γι’ αὐτὸ καὶ ξετυλίγοντας μὲ ὑπομονὴ τὴν διπλωμένη ἀπὸ τὴ στυγνὴ καθημερινότητα ψυχή μας, βηματίζουμε μέσα στὴν ὅλη λειτουργικὴ πορεία, σιμώνοντας τὸ μέγα καὶ πανίερο τοπίο τῆς προσευχῆς. Ποὺ τὸ φωτίζει εὐκατάνυκτα ἡ μοναδικὴ κι ἀκοίμητη λαμπάδα τῆς Προγιασμένης. Ἡ λαμπάδα ποὺ καταλύει κάθε σκοτάδι καὶ φωτίζει τὴν προσευχή μας. Ἡ λαμπάδα, ποὺ κατέχει τὸ «φῶς Χριστοῦ» ποὺ «φαίνει πᾶσι». Γι’ αὐτὸ καὶ Τοῦ ψάλλουμε: «Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου, ἔπαρσις τῶν χειρῶν μου, θυσία ἑσπερινή».

Πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἐκστασιάζονται, ἐντυπωσιάζονται καὶ μένουν ἄφωνοι ὅταν, σὲ περιοδεῖες τους σὲ διάφορες χῶρες, παρατηροῦν σὲ θρησκευτικὲς τελετὲς τὴν τάξη τῶν ἐκεῖ πιστῶν, οἱ ὁποῖοι τιμοῦν τὰ θρησκευτικὰ δρώμενα τῆς δικιᾶς τους ὁμολογίας. Ποὺ ἀσφαλῶς δὲ συγκρίνεται μὲ τὸ ἱεροπρεπὲς, εὐπρεπές καὶ τρισευλογημένο κλίμα κατανύξεως, ποὺ συναντᾶται ἐκεῖνες τὶς θεοφώτιστες στιγμὲς ποὺ ψάλλεται τό, «Κατευθυνθήτω...». Κι ἀλήθεια, πόση θεοκατάνυκτο φόρτιση δὲ χαρίζουν στὴν ψυχὴ οἱ στιγμὲς αὐτές, καθὼς ὅλο σχεδὸν τὸ ἐκκλησίασμα γονατίζει καὶ εὔχεται. Εὔχεται νὰ ὑψωθεῖ ἡ προσευχή του «ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν» Του. Νὰ ὑψωθεῖ, ἀλλὰ καὶ νὰ εἰσακουστεῖ. Ἡ προσευχή, ποὺ κλείνει μέσα της ἐρωτήματα, καημούς, αἰτήματα καὶ, κυρίως, ἀναζήτηση τῆς παρουσίας Του «ἐν παντί». Μάλιστα, ἄν προσέξουμε τά αἰτήματα ποὺ συλλαβίζει ὁ ἱερέας στὴν πρώτη εὐχὴ τῶν πιστῶν «μετὰ τὸ ἁπλωθῆναι τὸ εἰλητόν», θὰ καθρεφτίσουμε μέσα της τὴ δικιά μας συνείδηση, καθὼς θὰ παρακαλοῦμε: «Ὁ Θεός ὁ μέγας καὶ αἰνετός...· ἅγνισον ἡμῶν τὰ χείλη τὰ αἰνοῦντα σε, Κύριε....». Ἀλήθεια, ὑπάρχει τρανότερο αἴτημα ἀπ᾿ αὐτό;

Ὄντως ἱερὲς οἱ στιγμὲς αὐτές, ποὺ χρωματίζονται μυστικὰ ἀπὸ τὰ ποικίλα τῆς ἄνοιξης χρώματα καὶ εὐωδιάζονται ἀπὸ τὴν πληθώρα τῶν ἀνθέων καὶ τὸ μοσχοθυμίαμα. Εὐωδιάζονται δὲ περισσῶς κι ἀπὸ τὸ ἄρωμα τῆς πίστης τῶν ὅσων ἀκόμα ἐπιμένουν νὰ ζοῦν μυστικὰ τὴν παρουσία τῶν Οὐρανίων Δυνάμεων, οἱ ὁποῖες «σὺν αὐτοῖς ἀοράτως λατρεύουσι». Λατρεύουσι, περιμένοντας νὰ εἰσοδεύσει ὁ Βασιλεὺς τῆς Δόξης. Περιμένουν μὲ τὴ λαμπάδα τῆς ψυχῆς τους ἀναμμένη καὶ μὲ τὸ λόγο ἕτοιμο: «Ἀμήν, ναὶ ἔρχου, Κύριε, Ἰησοῦ» (Ἀποκ. 22, 20). Ναί, ἔρχου!

π. κ. ν. κ .

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018

ΤΣΑΡΛΙ ΤΣΑΠΛΙΝ, “Ο ΧΡΥΣΟΘΗΡΑΣ -THE GOLD RUSH” ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ


Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ
Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018. Στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, και συγκεκριμένα στην αίθουσα Αλέξανδρα Τριάντη, παίχτηκε το σχεδόν εκατό ετών αριστούργημα του Τσάρλι Τσάπλιν Ο χρυσοθήρας. Το ίδιο έργο είχε παρουσιαστεί από την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, την Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017, στο Φεστιβάλ Μονής Λαζαριστών, με τη διεύθυνση του Μίλτου Λογιάδη. Ήταν η σειρά της Αθήνας να απολαύσει αυτό το αριστούργημα.

Η Αμερική θεωρήθηκε η χώρα της ευκαιρίας, την οποία, πράγματι, έδωσε σε πολλούς. Φιλόδοξοι από κάθε γωνιά της γης, διωγμένοι, απελπισμένοι, βασανισμένοι, φτωχοί, απλοί, μερικοί κακοί, ίσως τυχοδιώκτες και κάποιοι πονηροί, κατέφθασαν εκεί, με στόχο άλλοι να κρυφτούν, άλλοι να πλουτίσουν και άλλοι να βρουν μια δεύτερη ευκαιρία να ζήσουν. Παράλληλα έφτασαν εκεί και άνθρωποι σπουδαίοι, επιστήμονες και καλλιτέχνες ταλαντούχοι, όπως και ο περίφημος Τσάρλι Τσάπλιν ή Σαρλώ που στον περασμένο αιώνα με τις βωβές ταινίες του είχε κερδίσει τις ψυχές των κινηματογραφόφιλων.
Ο Τσάρλι Τσάπλιν (1889-1977), ηθοποιός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος και μουσικός, ήταν παιδί φτωχής και προβληματικής οικογένειας καλλιτεχνών από το Λονδίνο. Με το θέατρο ασχολήθηκε από τα πέντε του χρόνια, παίζοντας το χαμίνι που συχνά βλέπουμε και στις ταινίες του. Στα 1910 έφυγε για την Αμερική και ασχολήθηκε με το σινεμά, αφήνοντας τη σφραγίδα του στο είδος του βωβού κινηματογράφου και όχι μόνο του βωβού. Ταινίες του, όπως τα Φώτα της Πόλης, οι Μοντέρνοι καιροί, ο Μεγάλος Δικτάτωρ απέδειξαν ότι ο κινηματογράφος μπορούσε να αποδειχτεί το βήμα για να περάσουν στο πλατύ κοινό ποικίλα μηνύματα πολιτικά, κοινωνικά, ανθρωπιστικά. Κυρίως όμως, εκείνο που το μικροσκοπικό ταλαιπωρημένο ανθρωπάκι ενέπνεε στον θεατή του ήταν η ελπίδα και η ευγένεια της ψυχής. Όσο το δέμας και η όλη εικόνα απογοήτευε, τόσο η καθρεφτισμένη στα μάτια του ντροπαλή ψυχή και δύναμη αναπλήρωνε ό,τι έλειπε. Ένας μικρός Δαβίδ που είχε να πολεμήσει με τον Γολιάθ- φτώχια, πείνα, κοινωνική απαξίωση.
Τον Χρυσοθήρα, ταινία του 1925, ο Τσάπλιν επανεπεξεργάστηκε το 1942 και επένδυσε μουσικά, με τη βοήθεια του Μαξ Τερ, ενώ το 2007 ο Τίμοθυ Μπροκ προέβη σε νέα ενορχήστρωση που έδωσε στην ταινία και υποψηφιότητα για Όσκαρ.
Το έργο είναι κωμωδία, στην επιφάνειά του, πίσω από την επιφάνεια όμως καιροφυλακτούν όλα τα δεινά της ζωής που την κάνουν δραματική περιπέτεια που οδηγεί όμως σε αίσιο τέλος.
Αρχίζει με μια ατελείωτη πομπή απρόσωπων ανθρώπων που ανηφορίζουν στα χιονισμένα βουνά, αναζητώντας χρυσό. Ο «χρυσοθήρας» μας, έξω από το σύνολο, μόνος, αναλαμβάνει να γίνει η λεπτομέρεια αυτής της πομπής, το ένα αντί του όλου. Έτσι, σε κάθε πλάνο έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τον αγώνα που κάνει ο άνθρωπος, τις θυσίες που υπομένει με τίμημα συχνά το θάνατο, την απειλή του καιρού, το φάσμα της πείνας, την ερημιά, τη μοναξιά, τον κίνδυνο, τη χλεύη. Παρόλα αυτά, ο «χρυσοθήρας», ο ασήμαντος ανθρωπάκος, δεν χάνει το θάρρος του και συνεχίζει να προσπαθεί.
Θα περπατήσει στο κακοτράχαλο τοπίο, θα συναντήσει τάφους άλλων επίδοξων που θάφτηκαν στο χιόνι, θα αντιμετωπίσει θύελλες, θα αποφύγει την πεινασμένη αρκούδα, θα καταφέρει να διεκδικήσει μια θέση στην κατερειπωμένη καλύβα, που έχει ήδη οικειοποιηθεί ένας φιλύποπτος καταζητούμενος. Στην άθλια καλύβα θα αποδείξει τα αισθήματά του απέναντι στον γιγαντιαίο συνάνθρωπο και στον σκύλο του. Θα αποδειχτεί ευρηματικός, αφού η ανάγκη θα τον κάνει να μαγειρέψει τη μπότα του συνένοικου στην καλύβα (τεράστια μπότα και όχι «μποτάκι» όπως γράφεται). Όταν θα κατεβεί στην «πόλη» στο μπαρ, θα δείξει δύναμη απέναντι στον αλαζονικό εύσωμο και θα τολμήσει να χορέψει με την όμορφη κοπέλα κάτω από το ειρωνικό βλέμμα του. Θα μετατρέψει σε παράδεισο την άχαρη καλύβα για το πρωτοχρονιάτικο ρεβεγιόν, θα αποδείξει την καλλιτεχνική του φύση, όταν με δυο πιρούνια καρφώνει δυο ψωμάκια και επινοεί μια χορογραφία πάνω στο τραπέζι.
Στις ωραίες κωμικοτραγικές σκηνές συγκαταλέγονται: ο παραλοϊσμένος συνένοικος που βλέπει τον σκύλο σαν μεζέ και τον ανθρωπάκο σαν υπερμέγεθες κοτόπουλο. Κι ο ανθρωπάκος ανησυχεί εξίσου και για τον εαυτό του και για το σκύλο. Όταν, όμως, ο παραλοϊσμένος συνέρχεται αισθάνεται δέος μπροστά στην ανθρωποφαγία, στην οποία θα μπορούσε να προβεί. Να λάβουμε υπόψη μας ότι αυτός είναι καταζητούμενος· για φόνο προφανώς. Η προσωρινή λύση βρίσκεται. Μαγειρεύεται η μπότα του συνένοικου. Ο ένας τρώει το πάνω μέρος, ο ανθρωπάκος τη σόλα με τα καρφιά που τα γλείφει σαν να είναι κοκαλάκια κοτόπουλου και στριφογυρίζει τα κορδόνια στο πιρούνι σαν να είναι μακαρόνια. Ο συνένοικος καίει στη σόμπα το χαρτί -wanted- σαν να λέει εδώ είμαι πλέον μακριά από το νόμο των ανθρώπων, στα χέρια της φύσης και του Θεού. Η τρελή χαρά του «χρυσοθήρα», όταν οι κοπέλες από το μπαρ του υπόσχονται πως θα έρθουν για ρεβεγιόν και μέσα στον ενθουσιασμό του, μόνο που δεν γκρεμίζει την καλύβα· τρέχει, πηδάει, κάνει μονόζυγο, ξηλώνει το μαξιλάρι και κολυμπάει στα πούπουλα, κυριευμένος από μιαν απέραντη ευτυχία (Εδώ ο θεατής μπορεί ίσως να βρει τον πρόγονο μιας ανάλογης σκηνής στην ταινία Μαύρα Μάτια του Νικήτα Μιχάλκοφ, όταν το ερωτευμένο ζευγάρι καταφέρνει και απομονώνεται στο κοτέτσι και την ώρα της αγκαλιάς πέφτουν σ’ ένα σύννεφο από πούπουλα). Ο χορός με την όμορφη κοπέλα μέσα στο μπαρ και μαζί ο σκύλος, δεμένος με το ίδιο σκοινί που δένει το παντελόνι που του πέφτει συνεχώς. Το ύφος του ικανοποιημένου χορευτή, το ύφος του αλαζονικού διεκδικητή της κοπέλας. Οι πόρτες που ανοίγουν και η θύελλα τον σπρώχνει μια μπρος μια πίσω, η τραμπαλιζόμενη καλύβα στην άκρη του γκρεμού, ένα τσακ πριν την καταστροφή, όλα ζυγισμένα να είναι διπλά, να γέρνουν μια από δω και μια από κει, δείχνοντας πως η ζωή είναι γεμάτη με τη θέση και την άρση. Με το ένα χέρι σε κρατάει και με το άλλο σε διώχνει.
Ευφυέστατο και ευρηματικό το τέλος που γράφεται πάνω στο πλοίο. Πλούσιος πια, αλλά με τα ρούχα της δουλειάς για μια φωτογράφηση. Η ασφάλεια του πλοίου αναζητά κάποιον λαθρεπιβάτη, η κοπέλα του μπαρ, στο πλοίο κι εκείνη, τον κρύβει, νομίζοντας πως αυτόν κυνηγούν, μέχρι να αποκαλυφθεί ποιος πραγματικά είναι τώρα. Τώρα, είναι πλούσιος, κέρδισε το στοίχημα με τη ζωή, κέρδισε και το κορίτσι. Τελικά, η ταινία αποπνέει δύναμη ψυχής, υπερηφάνεια, αξιοπρέπεια, ευγένεια, θάρρος, υπομονή, επινοητικότητα, σεβασμό προς τη ζωή και του ανθρώπου και του ζώου, αγάπη, φιλανθρωπία, ευαισθησία, καλλιτεχνία και ελπίδα.
Ο θεατής μπορεί δει τον Χρυσοθήρα σαν μια ταινία αυτοβιογραφική, αλλά και παραδειγματική. Ο Τσάπλιν προβάλλει τη χώρα που του έδωσε την ευκαιρία να κάνει καριέρα, να πλουτίσει, να ερωτευθεί, να βρει μια σπουδαία θέση στον Ήλιο, να πιάσει χρυσάφι, τελικά. Η ελπίδα, που ανατέλλει μέσα στα χιόνια, τον συνοδεύει στη βιομηχανία θεάματος στο Χόλυγουντ, στην προσωπική και επαγγελματική του ζωή. Ο μοναχικός ορειβάτης, ο μικρόσωμος παλιάτσος που είχε πείσμα και πίστη, που κοιτάζει πολύ παραπάνω από ό,τι θα περίμενε κανείς, λόγω περίστασης, πετυχαίνει. Και το μήνυμα είναι αυτό: Θαρσείν χρη. Προσπάθησε, τα καλά κόποις κτώνται. Η ταινία έχει huppy end γιατί θέλει να δώσει τους μη έχοντες, σε κάθε κατατρεγμένο, διωγμένο, άστεγο, πρόσφυγα, περιθώριο να ελπίζει. Κι επειδή, όπως είπαμε, τα πράγματα είναι διπλά, η χώρα που του προσέφερε την ευκαιρία, τον απέπεμψε από τα χώματά της το 1952, στην διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και της Μαύρης Λίστας, λόγω των πολιτικών φρονημάτων του, της ανεπτυγμένης δημοφιλίας του και των μηνυμάτων των έργων του. Ωστόσο, δεν κακοπάθησε. Έζησε το υπόλοιπο της ζωή του στην πλουσιότερη ίσως πόλη της Ελβετίας, το Βεβέ, και τελείωσε εκεί μετά από τέσσερις γάμους, άπειρες ερωμένες και μια ντουζίνα παιδιά. Ξαναταξίδεψε στην Αμερική το 1972, όταν βραβεύτηκε για την συνεισφορά του στην έβδομη Τέχνη και το 1975 ανακηρύχτηκε ιππότης από τη βασίλισσα Ελισάβετ.
*
Η μουσική της ταινίας είναι η άλλη μεγάλη πλευρά της. Πρόκειται για ένα ευφυές κολάζ από μουσικές. Άλλες συνέθεσε ο ίδιος ο Τσάπλιν, αποδεικνύοντας ότι τα σποραδικά μαθήματα βιολιού και τσέλου που πήρε στα νιάτα του δεν πήγαν χαμένα, άλλες ήταν δημοφιλή τραγούδια της εποχής («For Hes A Jolly Good Fellow», «Bonnie Banks of Loch Lomond») και άλλες αποσπάσματα από κλασικές συνθέσεις όπως το «Πέταγμα της μέλισσας» του Νικολάι Ρίμσκι – Κόρσακοφ, το βαλς από την «Ωραία κοιμωμένη» του Τσαϊκόφσκυ και η «Ρομάντσα» για πιάνο, έργο 118 αρ.5 του Μπραμς.
Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, υπό τη διεύθυνση του Στάθη Σούλη, υπογράμμιζε την εικόνα και το σημαινόμενό της, άλλοτε υποβλητική, άλλοτε ανάλαφρη ή αισιόδοξη, δίνοντας έμφαση στην εσωτερική και εξωτερική δράση των σκηνών του έργου. Ευτυχής ερμηνεία από την ΚΟΑ μιας σύνθεσης που ανέδειξε τον βαθύ προβληματισμό και τα διαχρονικά μηνύματα ενός αριστουργήματος της εβδόμης τέχνης.

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΙΕΡΟΚΑΤΑΝΥΚΤΑ ΑΠΟΒΡΑΔΑ

ἤ, Μιὰ πρώτη βιωματικὴ προσέγγιση τῶν Κατανυκτικῶν Ἑσπερινῶν τῆς Μ. Σαρακοστῆς
Στὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μάνης κύριον Χρυσόστομον Παπαθανασίου,
ταπεινός συγχαρητήριος χαιρετισμός

Ἀκόμα ἀντέχουν οἱ ἀναμμένες κανδῆλες ἀπὸ τὴν πρωϊνὴ τὴν Κυριακάτικη θεία Λειτουργία, Εὐωδιάζει ὁ ναὸς ἀπὸ τὸ θυμίαμα, ἐνῶ σιγά-σιγὰ ἀρχίζει νὰ ντύνεται τὰ μώβ,  τὰ χρώματα τῆς Σαρακοστῆς. 

Τὸ μενεξελὶ τ᾿ ἀπόβραδο σιμώνει μὲ τῆς μεγάλης τῆς καμπάνας τὸν ἀργὸ τὸν ἦχο, ποὺ καλεῖ τοὺς ὅσους πιστούς στὴν πάντερπνο ἀκολουθία τοῦ Κατανυκτικοῦ Ἑσπερινοῦ. Τοῦ Ἑσπερινοῦ, ποὺ ἀνοίγει τὴ θύρα στὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλες τὶς ἑβδομάδες της. Εἶναι, θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ, μιὰ νέα εὐκαιρία γιὰ  προετοιμασία, μετὰ τὴ ἀνάπαυλα τοῦ Σαββατοκύριακου τοῦ κάθε πιστοῦ, ὥστε νὰ ζωστεῖ καὶ πάλι τὴν πανοπλία του καὶ νὰ συνεχίσει τὸν πνευματικό του ἀγώνα «κατὰ τῶν ἀρχῶν καὶ ἐξουσιῶν τοῦ σκότους» (πρβλ. Ἐφ. 6, 12). 

Ἱερὲς στιγμές ἀνεπανάληπτες, βαφτισμένες στὰ θεοκατάνυκτα νάματα τῆς συγκίνησης καὶ εύλαβείας, οἱ στιγμὲς τοῦ Κατανυκτικοῦ Ἑσπερινοῦ. Στιγμές, ποὺ συνορεύουν ἀπόλυτα μὲ τὴν ἐμβιωμένη μετάνοια καὶ τὴν  ἀληθινή, εἰλικρινή, ἀφάνταστο προσευχή. Γιατὶ μονάχα ἔτσι μποροῦν νὰ κατανοηθοῦν ὅσα ψάλλονται.  Ὄχι πρὸς τέρψιν τῆς ἀκοῆς, ἀλλὰ κυρίως πρὸς νουθεσίαν καὶ προετοιμασίαν, ὥστε νὰ μαθητεύσει περισσῶς ὁ κάθε πιστὸς στὸ πνευματικὸ περιέχόμενο, τὸ ὁποῖο διακρατεῖ ἡ κάθε ἑβδομαδα τῆς νηστισίμου περιόδου, ὡς ἄλλη ὕλη πρὸς ἐπεξεργασία ἁγιοπνευματική. Καί, κυρίως, πρὸς «καταρτισμόν» (βλ. Ἐφ. 4, 12). 

 Χαμηλὸς φωτισμός, εὐωδιαστὴ ἡ ἀτμόσφαιρά τοῦ ναοῦ, στὴ μισοσκότεινη Ἁγία Τράπεζα τὸ μελισσοκέρι ποὺ ἡ χλωμή του φλόγα τρεμοπαίζει ἐμπρὸς στὸν Προηγιασμένο Ἅγιο Ἄρτο καὶ μετά, ἡ μεγαλόπρεπος  Εἴσοδος μετὰ θυμιατοῦ. Ἀνεβαίνει τὸ μοσχοθυμίαμα,  ποὺ καίγεται στὸ θυμιατήριο, σὲ μικρὰ σύννεφα, κομίζοντας μέσα στὰ σταχτόγκριζα φτερά του τὶς ὅποιες ἱκεσίες τῶν πιστῶν. Ἱκεσίες μυστικές, ποὺ ξεδιπλώνονται μὲ ραγισμένη, ἀπὸ ἔνθερμο ἱερὴ συγκίνηση, τὴν ψυχή, μόλις ἀκουστεῖ τὸ Μέγα Προκείμενο: Αὐτὸ τὸ τροπάριο δηλαδή, μὲ τὸ θαυμαστό, συμπυκνωμένο νόημα, στὸ ὁποῖο καὶ ξαποσταίνει ἡ κάθε ἀπεγνωσμένη ψυχή, καθὼς ἀπὸ κεῖ μεταγγίζει μέσα της φορτίο ἱκανὸ αἰσιοδοξίας κι ἐλπίδος. Ἔτσι τὰ παρακάτω δύο προκείμενα, ποὺ συναλλάσσονται στοὺς ἕξι κατανυκτικοὺς Ἑσπερινοὺς τῆς Σαρακοστῆς, κάλλιστα θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τὰ θεωρήσει ὡς τὸ πεντόσταγμα ὅλης τῆς ἱεροπρεποῦς αὐτῆς περιόδου, ὡς τὴν κεντρικὴ ἰδέα πάνω στὴν ὁποία   ἑδράζεται ὅλο τὸ νόημα τῶν πανσέπτων αὐτῶν σαράντα ἡμερῶν. 

«Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τοῦ παιδός σου, ὅτι θλίβομαι, ταχὺ ἐπάκουσόν μου, πρόσχες τῇ ψυχῇ μου, καὶ λύτρωσαι αὐτήν». 
«Ἔδωκας κληρονομίαν τοῖς φοβουμένοις τὸ Ὄνομά σου, Κύριε».

Ναί, μή ἀποστρέψης τὸ Πρόσωπό Σου, Τὸν παρακαλοῦμε, καθὼς ἀνεβαίνουμε τὰ σκαλοπάτια τῆς Νύχτας ποὺ σιμώνει. 

Βάζουμε τὴ βαθειὰ μετάνοια τῆς Σαρακοστῆς κι ἐπιστρέφουμε εἰς τὰ ἴδια. Ἡ ἑβδομάδα ἀνοίγει  τὴ θύρα της στὴν ἐγκράτεια, στὴν προσευχή, στὴν ἔγνοια μας «τοῦ ὁρᾶν τὰ ἡμῶν πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τοὺς ἀδελφούς μας». Γιατὶ ἔχουμε λάβει ὡς κληρονομιά πολύτιμη τὸ Ὄνομά Του. Κι αὐτὸ μᾶς φτάνει. Ἴσως, μάλιστα, καὶ πολὺ μᾶς εἶναι...

Μακάριοι ὅσοι γεύονται τοὺς καρποὺς τῆς ἁγίας Κατανύξεως σὲ αὐτοὺς τοὺς Ἑσπερινούς, οἱ ὁποῖοι, θὰ πρέπει νὰ τὸ ποῦμε, μᾶς προετοιμάζουν γιὰ μιὰν ἄλλη κορυφαία τοῦ ἐγκόσμιου βίου μας ἐμπειρία: τὴν βίωση τῶν μοναδικῶν βραδυῶν τῶν Νυμφίων. 

π. κ. ν. κ.

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2018

Γιώργου Λέκκα: ΓΥΜΝΟΙ ΣΤΟ ΦΩΣ (νέο ποίημα)

Μνήμη Γιώργου Σεφέρη
Φτιαγμένος κι ο ίδιος από ύλη που αντιστέκεται στο φως
έμαθα πια να δυσπιστώ σε ομορφιές
που αναβοσβήνουνε στο φως
ως προϊόντα της σκιάς τους.
Έρμη ομορφιά, ακριβό το τίμημα που πληρώνεις
για βλέμματα που μόλις και σε συντηρούν
στη μοναξιά σου.
Λες και θα μπορούσε να βρεθεί βλέμμα να σε παραδώσει
-όπως δεν είδες ποτέ τον εαυτό σου-
γυμνό μες το φως.
Γιατί αν ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα
και δεν γνωρίζει την οριστική μορφή του
πριν γίνει όλος αγάπη και φως;
Κι αν η αγάπη αυξάνεται μονάχα όταν ξοδεύεται;
Αγαπημένη, φτάνει λοιπόν να λύσεις τα μαλλιά σου στον αέρα
κ’ έγινες πάλι μικρογραφία
όμορου δέντρου των δύο κόσμων
με τα γυμνά κλαδιά του
αναστραμμένες ρίζες μες τον ουρανό.
2.3.2018

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος.
Ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες.]

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email