© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Διονύση Σέρρα: ΣΥΛΛΕΓΟΝΤΑΣ ΦΩΣ ΑΠΟ ΤΙΣ "ΚΑΜΕΝΕΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ" ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ

[Εφημερίδα ΕΡΜΗΣ Ζακύνθου, 26.8.2010, φ. 3471, σ. 13]


Το φως βαθαίνει
χαρές ξαναγίνονται
πένθη και πουλιά.
Π. Καποδίστριας
(«Μετασολωμικά συμβάντα», ό.π., σ. 425)

ΓΝΩΣΤΟΣ και εκλεκτός Ζακυνθινός ποιητής και δοκιμιογράφος, ο Παναγιώτης Καποδίστριας σφραγίζει την 30χρονη γόνιμη και σταθερή πορεία του στον χώρο των νεοελληνικών γραμμάτων με την εξαίρετη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του υπό τον γενικό τίτλο Καμένες Πεταλούδες. Ποιήματα 1979-2009. Πρόκειται για ένα εκφραστικό προσωπικό και πολυφωνικό – πολυσύνθετο πόνημα και δώρημα, απ’ όπου κάθε ικανός και ευαίσθητος δέκτης, αναγνώστης ή συνοδίτης, όπως και κάθε φίλος της ουσιαστικής και ηδύσημης Ποίησης, βγαίνει πλουσιότερος και καλύτερος ψυχοπνευματικά, χαίροντας για πολλά και ποικίλα και αποκομίζοντας περισσότερα και επωφελέστερα από τον αυθεντικό και ανθεκτικό «κόσμο» της σκέψης, της ενδοχώρας και του από τα πρώτα κιόλας βήματα ώριμου και αναγνωρίσιμου (αισθητικά, γλωσσικά, υφολογικά, θεματικά κλπ.) Λόγου του ποιητή, που το ίδιο άξια και παραγωγικά διακονεί, ως θεολόγος και κληρικός, τον χώρο της τοπικής και της άλλης σύγχρονης νεοελληνικής Εκκλησίας, με πολλές σημαντικές πολυθεματικές γι’ αυτήν γραφές ή εκδόσεις.

Ο άψογος και καλαίσθητος στη μορφή και πολυεπίπεδος και καλλιεπής στο περιεχόμενό του πολυσέλιδος τόμος (επί-γνωση, Σταμούλης Αντ. Εκδοτικός Οίκος, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 459), χάρη στο επόμονο και επίπονο «παρών» του ζακυνθινού λογοτέχνη και συγγραφέα και χάρη στη θετική συμβολή όλων όσοι συνέβαλαν φιλοπνευματικά, υπεύθυνα, σεβαστικά και αγαπητικά σ’ αυτό το αξιέπαινο και άρτιο αποτέλεσμα (Αντ. Σταμούλης, εκδότης, Δημ. Γ. Μαγριπλής, επιμελητής της έκδοσης, και Αγγελική Κοκονάκη, εικαστικός), συγκροτεί μια ξεχωριστή τ ι μ ή και για τον ίδιο τον ποιητή, τον ήδη καταξιωμένο και βραβευμένο Π. Καποδίστρια, και για τη σημερινή (πολιτιστικά πολυδοκιμαζόμενη) ιδιαίτερη πατρίδα του, καθώς και για την όλη νεότερη Ποίησή μας, όπου πολλά αντιποιητικά, κοινότοπα και ασήμαντα ή ανούσια (του συρμού ή της ελαφρότητας…) συναντάμε, με τις όποιες φωτεινές εξαιρέσεις –όπως η ανά χείρας έκδοση- να επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Έργο και μαρτυρία ζωής, η ποιητική αυτή συγκομιδή αποπνέει, εξελικτικά και ανοδικά, ουσία και ευρηματικότητα, ομορφιά και συγκίνηση, λυρισμό και στοχαστικότητα συνεχή, αυτογνωσία και ανθρωπογνωσία βαθιά, πλούτο έμπνευσης και γλώσσας ευφορία, εικονοπλαστική δύναμη και άλλα χαρακτηριστικά εκλεκτικότητας και ποιότητας, αναδείχνοντας τον δημιουργό της, δίκαια και συνολικά, σ’ έναν αληθινό και πιστό λειτουργό της Γνώσης και της Γραφής και σ’ έναν παραγωγό και «μέγα χορηγό» δωρημάτων ή χαρισμάτων ποικίλων και ελκυστικών, μέσα στο ευρύ μα και μοναχικό «κοινόβιο» της Ζωής και της Τέχνης. Εκεί, όπου το απλοϊκό, το εύκολο, το μέτριο, το ελλιπές ή το στείρο, το κίβδηλο, το εφήμερο κλπ. δεν πρέπει να κατέχουν θέση μεγαλύτερη από εκείνη που τους «αξίζει»- και στα μέτρα όσων θλιβερά και άγονα, κατά τη «φύση» τους, τα δέχονται ή τα ανέχονται και τα προτιμούν.

ΑΠΟ το πρώτο κιόλας -χρονολογικά- ποίημα (1979) ποίημα (δίχως το «σημάδι» ή το «στίγμα» του πρωτόλειου, που όμως και αυτό έχει τη δική του γραμματολογική, ιστορική κ.ά. σημασία) και ώς την πρόσφατη συγκεντρωτική κατάθεση άσβηστης «φλόγας» και Πνοής ποιητικής, ο Π. Καποδίστριας «κρατά αναμμένα / τα σώματα πορείας» (το δικό του και άλλων μέσα ή μαζί μ’ αυτό, όντας κι ο ίδιος, σαν ύπαρξη φιλάνθρωπη και πληθωρική, όχι ένας αλλά πολλοί) και μαστορικά και γενναιόδωρα «στήνει απόχη με τον Λόγο σου», για να συλλέξουν καλότυχα, όσοι θέλουν και μπορούν, και ν’ απολαύσουν ευφρόσυνα και ανακουφιστικά ή λυτρωτικά ό,τι φωτεινό και υψηλό, άριστο και δραστικό λιγοστεύει ή αφανίζει ανάγκες και πάθη ψυχικά – και οτιδήποτε παράγει ή τρέφει και συνθέτει την κρυφή ή την «πέριξ Ερημία», σύμφωνα κ’ εδώ με την αδρή τού ενδοσκόπου ποιητή και παρατηρητή «τοπιογραφία» ή σημειολογία.

Τι να πρωτοδιαλέξει και να τι να αναφέρει κάποιος, ενδεικτικά έστω, από τον ανθηρό ποιητικό Κήπο του Π. Καποδίστρια, από τον πλούτο της ποιητικής του «ταυτότητας» ή «κοσμογραφίας», από τα στιλπνά μα και απαιτητικά «φωτοειδή» φωνήματα ή μιλήματά του, από της «Χαρμολύπης του τις μυρωδιές», από τα έντονα αρώματα και τους «καημούς της Άνοιξής» του, από το τιμητικά, διδακτικά και ανεξίτηλα φιλοτεχνημένο «Εικονοστάσιο» των δικών του «αγίων», με κορυφαίους και ενεργούς συνομιλητές και συνοδίτες τούς Ρωμανό, Φώσκολο, Κάλβο, Σολωμό, Ελύτη, Ρίτσο κ.ά.; Ή από την πολύχρωμη και φιλόξενη «πινακοθήκη» του άλλων προσφιλών του μορφών και προσώπων, γνωστών ή όχι, ελασσόνων ή αξιομνημόνευτων, επώνυμων ή ανώνυμων, αφανών ή μη, χθεσινών ή τωρινών, απόντων ή παρόντων…; Όλων αυτών δηλ., που το διάβα τους ή το «είναι» τους σκιαγραφείται και αθανατίζεται αναστατικά ή παραστατικά, με πινελιές λεκτικά πολυσύνθετες και ιριδίζουσες, με εικόνες χρωματικές ή φωτοσκιασμένες, με αναφορές πολυεπίπεδες (εύληπτες ή υπαινικτικές, συμβολικές, μεταφορικές, ρεαλιστικές, ονειρικές κλπ.), με στοιχεία και αποτυπώματα λιγότερο ή περισσότερο αποκαλυπτικά, κρυπτικά κ.ο.κ. Κι όλ’ αυτά, προσεκτικά και χαρακτηριστικά, γερά και αρμονικά, έντεχνα και λειτουργικά ταιριασμένα ή επιλεγμένα για το πλάσιμο ή την «Κτίση» τού ποιητικού – ανθρωποκεντρικού σύμπαντος του Παναγιώτη Καποδίστρια.

* * *

ΑΥΤΑ, ή και άλλα πολλά, όπως και να τα δει, να τα κρίνει, να τα νιώσει και να τ’ αποτιμήσει κάποιος, είτε υποκειμενικά είτε αντικειμενικά, μεροληπτικά ή αμερόληπτα, καλοπροαίρετα ή επιφυλακτικά κλπ., δεν μπορεί παρά να διαπιστώσει και να δεχτεί τη γνησιότητα και τη δυναμική του πηγαίου ταλέντου και του έμψυχου Λόγου του π. Π. Καποδίστρια, την αμείωτη –διαχρονικά και εξελικτικά- ποιότητα και τη λειτουργικότητα της γραφής του, την προσφορά πολύμορφου και πολυδιάστατου γνωστικού, αισθητικού κ.ά., καθαρά ποιητικού υλικού, χωρίς πεζολογίες, κενολογίες, βερμπαλισμούς ή ρητορισμούς, πειραματισμούς, περιττολογίες κ.ά.π. Το όλο ποιητικό υλικό του βιβλίου, από την πρώτη -ώριμη κιόλας- συλλογή (Δήθεν υαλογραφία, 1987) έως την τελευταία (Καμένες Πεταλούδες, 2009 – πρωτοεκδιδόμενη εδώ), πλασμένο από χάδι και πόνο (ή Ανάσα) ψυχής, με διάχυτο «Φως κεραμιδί / μαγιοκατάληκτο» κ.ά.π. «σημεία» και «κλειδιά» λυρικοστοχαστικά, είναι προορισμένο και να πείσει για την αξία του και να μείνει ζωντανό και γοητευτικό, ανέγγιχτο από τη φθορά ή τον φθόνο του Χρόνου. Έτσι, που να επιτρέπεται στον όποιο αδύναμο μα και υποψιασμένο για πολλά (για την καθορισμένη πορεία μας, τη «φύση» μας, το άφευκτο τέλος, το Πριν και το Μετά…) να κρατά –αποθησαυριστικά- και να ψιθυρίζει, σαν πολύτιμη καθοδηγητική Εντολή, κάτι από την προσωπική Βίβλο τού ποιητή, όπως π.χ. (ψήγμα ελάχιστο):

«- Σφιχτά στη φούχτα
κράτα ό,τι έχεις
κι αν καείς
νου να τηρείς
εόρτιο διάκοσμο
και μάτι απλό».

Κι ακόμη, μέσα στην πολλή του καιρού και του τόπου Λιγοσύνη, η πνευματική αυτή προσφορά του Παναγιώτη Καποδίστρια, με καμιά σελίδα της να μη σε αφήνει αδιάφορο ή ασυγκίνητο, επιτρέπει να λέγονται και ν’ ακούγονται πολλά και ομόλογα φωτεινά «συμβάντα» και να διακηρύσσεται μια ακόμη Αλήθεια, σαν διδακτικό απόσταγμα σοφίας, λογισμού, εμπειρίας και φιλότητας ενδόψυχης:

«όταν βλέπεις τα πράγματα με άλλο μάτι
το καλοκαίρι διαρκεί περισσότερο
ο κόσμος γίνεται πιο φωτεινός
διατίθεται δωρεάν
γιατ’ η ομορφιά είν’ εσωτερική υπόθεση…»

Αναμφίβολα, κι από τούτη τη συγκεντρωτική «δωρεά» του Παναγιώτη Καποδίστρια, σαν από άλλη –του Λόγου- «υπόθεση ομορφιάς», βγαίνουμε ουσιαστικά και πολλαπλά κερδισμένοι, ξεπερνώντας ή ξορκίζοντας πολλά από τα δεινά, τα πικρά και τ’ ανάρμοστα του καιρού και του τόπου. Κι αυτή η προσφορά, πράγματι, νιώθουμε να συντελεί, μαγικά ή θαυμαστά, ώστε π.χ. «ο τόπος [ν’] ανοιξιάζει» και μέσα «στη χαλαλοή / [να] ερωτεύεσαι ήχους / τάφους [να] ειρωνεύεσαι», με το Κάλλος και το άδυτο Φως παντού να κυριαρχούν και να ευφραίνουν.

Όντας ακόμη στην πιο δημιουργική περίοδο της του πορείας και ακμής, ο Παναγιώτης Καποδίστριας είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσει και στις επόμενες δεκαετίες την ποιητική και άλλη συγγραφική του πνευματικής παραγωγή, προσφέροντάς μας μελλοντικά και τον δεύτερο καλαίσθητο τόμο τού ποιητικού του corpus, πλουτίζοντας σταθερά με νέες συλλογές και τη δική του εργογραφία και τη ζακυνθινή (και όχι μόνο) Βιβλιογραφία. Ως τότε, κρατάμε ό,τι είναι δυνατό -ό,τι Ωραίο και Καλό- από αυτή τη συνολική (μέχρι σήμερα) και συλλεκτική φωτογονία του ποιητή των Καμένων Πεταλούδων, ακούγοντάς τον ρητά και συνειδητά -σαν αυτόθελα και αναγεννητικά / μεταμορφωτικά φωτόπληκτος- να μας προτρέπει:

«Μην αντιμιλάς στο φως
άσ’ το να σε διαλύσει».

Αύγουστος 2010

Δύο μεγαλυνάρια για μία διάσωση

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Μέρα γιορτινή και σήμερα για μας τους Zακυνθινούς. Λήγουν οι τριήμερες λαμπρές εκδηλώσεις για την καλοκαιρινή γιορτή του Αγίου μας, που γίνονται κάθε χρόνο, στο τέλος της θερινής περιόδου, σαν επισφράγισμα και αποκορύφωμα, σε ανάμνηση της μετακομιδής του Λειψάνου του από τα ιστορικά Στροφάδια στην γενέτειρά του, τη Ζάκυνθο, όπου από τότε είναι ο ακοίμητος φρουρός και πολιούχος της ή όπως εύστοχα λέει και πιστεύει ο κάθε κάτοικος αυτού του νησιού, απλά και περιεκτικά ο «Άγιός» της. Είναι τα γνωστά και λαοφιλή «Μπασίματα».
Επίκαιρο, λοιπόν, το σημερινό μας κείμενο, κατά την παλιά συνήθεια των αρθρογράφων των πολυάριθμων, παλιών εντύπων του νησιού μας, που τόσα πρόσφεραν στον πολιτισμό του και φόρος τιμής σ’ αυτόν, που ελλείψει εξουσίας, είναι ο μόνος φύλακας του πάλαι ποτέ κραταιού και φημισμένου «Φιόρου του Λεβάντε» και ο μοναδικός στον οποίο, πια, μπορούμε να καταφεύγουμε και να ελπίζουμε.
Για την σημερινή γιορτή ο πολύς Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου και ιστορικός της, το μεγάλο αυτό θύμα της κοντόφθαλμης πολιτικής, ο Νικόλαος Κατραμής συνέθεσε την εποχή της ευδόκιμης επισκοπής του ένα ειδικό μεγαλυνάριο, το οποίο, δεν ξέρουμε γιατί, παρ’ ότι περιεκτικό και εύστοχο, δεν πέρασε ποτέ στην λατρεία μας ή πιο σωστά δεν παρέμεινε και δεν καθιερώθηκε, επειδή ίσως επί των ημερών του αναμφίβολα θα ψαλόταν και θα ακουγόταν. Το ανακάλυψε ο ακαταπόνητος Ντίνος Κονόμος και το πρωτοδημοσίευσε στο περιοδικό του, τα πολλά προσφέροντα Επτανησιακά Φύλλα και συγκεκριμένα στην σελίδα 123 του τόμου ΙΓ΄, 4, που τυπώθηκε και κυκλοφόρησε στην Αθήνα το Φθινόπωρο του 1986, μαζί με ένα ανέκδοτο, επίσης, δίπλωμα απονομής του Χρυσού Σταυρού των Ιπποτών του Τάγματος του Σωτήρος, το οποίο απονεμήθηκε από τον Γεώργιο το Α΄ στον πολυτάλαντο Zακύνθιο Ιεράρχη και μια επιστολή του Σοφοκλέους Κωνσταντίνου Οικονόμου προς τον προκαθήμενο της τοπικής μας εκκλησίας. Η δημοσίευση αυτή ήταν, όπως τονίζει ο συγγραφέας της, ένας φόρος τιμής στον λόγιο κληρικό με την αφορμή συμπλήρωσης, τότε, εκατό χρόνων από τον θάνατό του.
Το μεγαλυνάριο του Κατραμή δημοσιεύεται από τον Κονόμο στην χειρόγραφη μορφή του. Στην ουσία αφορά την χειμωνιάτικη γιορτή του Αγίου μας, αυτήν της επετείου της κοίμησής του, στις 17 Δεκεμβρίου, μια και όπως σημειώνεται σαν τίτλος είναι «Μεγαλυνάριον τη ιθ΄ Δεκεμβ[ρί]ου εν η γίνεται η Ιερά απόθεσις του Παντίμου Σκήνους του Αγίου Διονυσίου». Επειδή, όμως, τότε η αυγουστιάτικη γιορτή δεν είχε ούτε την μορφή, ούτε την λαμπρότητα της σημερινής, θα μπορούσε να λέγεται και στην σημερινή τελετή.
Το αντιγράφουμε από την παραπάνω έκδοση και το προσφέρουμε στους Ζακυνθινούς όλους για να διαβαστεί, μια και δεν θα ακουστεί στην σημερινή εορταστική λήξη, τιμώντας μαζί με τον πολιούχο μας και τον διαπρεπή μας Ιεράρχη, που οι ιστορικές σελίδες που έγραψε και μας άφησε, σαν παρακαταθήκη και κληρονομιά, είναι για μας πολύτιμη μαρτυρία και μέσο στήριξης και σταθεροποίησης:

«Τρίτην της πανσέπτου σου Εορτής, ημέραν ποιούντες, ου παυσόμεθα εξυμνείν, και θερμώς
Εξάδειν, Σε τον Οικείον Ρύστην, και προς Θεόν τε Πρέσβυν, ω Διονύσιε».

Ευχής έργο θα ήταν το ποιητικό αυτό πόνημα του Νικολάου Κατραμή να μπει στην λειτουργική διάταξη της τοπικής εκκλησίας και να ακούγεται κάθε χρόνο στα «Μπασίματα» του Αγίου, σαν ένδειξη τιμής και ευγνωμοσύνης στον μεγάλο Ζακύνθιο, που το συνέθεσε.
Μα και το γνωστό μεγαλυνάριο του Προστάτη του νησιού μας, το οποίο δεν ακούγεται μόνη τις ημέρης των γιορτών του, αλλά σε όλες τις εκκλησίες του νησιού, σε κάθε λειτουργία, σαν ένδειξη μέγιστης λατρείας στο πρόσωπό του και σαν ένα δείγμα της πολλαπλής της έκφρασης, έχει αποδοθεί στην καθημερινή γλώσσα του λαού, από τον, κατά τον Διον. Ρώμα, «χαμωλόγο» ποιητή Διονύσιο Ι. Τσακασιάνο. Την εύστοχη αυτή μετάφραση έχει συμπεριλάβει ο ποιητής Διονύσης Σέρρας στο βιβλίο του «Ανθολόγιο ποιημάτων για τον Άγιο Διονύσιο», το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις της Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου και Στροφάδων, το 1997, με αφορμή το, τότε, «Έτος Αγίου Διονυσίου». Το αντιγράφουμε και αυτό:

Χαίρε γλυκό κι ολόλαμπρο της Ζάκυνθος βλαστάρι
της Αίγινας Επίσκοπε κι ακοίμητε Πατέρα
των Σροφαδιών ολόφωτο κι ουράνιο Παλληκάρι
που έλαμψες στην Εκκλησιά, σαν τον τρανό αστέρα.
Μακάριος φέγγεις τρεις φορές στο φως που έχει η Τριάδα
κι είσαι στων Αρχιερέων μας τη λαμπερή πλειάδα.
Δόξα, που ο νους θα υμνήσει
Γλυκέ μου Άγιε Διονύση!

Η μετάφραση αυτή, πρέπει να σημειωθεί, μελοποιήθηκε από τον ταλαντούχο και μοναδικό Πιέρρο Δ. Πανταζή, με τίτλο «Άγιος Διονύσιος - Αρχιεπίσκοπος Αιγίνης» και σίγουρα αρκετές φορές πρέπει να ακούστηκε, σαν φόρος τιμής στον «ακοίμητο Πρέσβη» του νησιού μας.
Οι παραπάνω δύο περιπτώσεις είναι μονάχα ένα μικρό δείγμα της αγάπης των Zακυνθινών και της υπέρμετρης λατρείας για τον Άγιό τους, αλλά και ένα μικρό μόνο πετραδάκι του πολύτιμου, μεγάλου ψηφιδωτού, που λέγεται ζακυνθινή δημιουργία.
Επαναφέροντάς τα στην δική μου μνήμη πρώτα, για να τα δώσω, στην συνέχεια και στην δικιά σας, αναρωτήθηκα τι κάνουμε εμείς οι νεώτεροι, που θέλουμε τάχα την συνέχιση του πολιτισμού μας, για την διάσωσή τους. Σκέφτηκα, μάλιστα, μήπως θα ήταν προτιμότερο και πιο σώφρον αν όλοι αυτοί, από τις αρχές, έως και τα πιο απλά και μικρά πολιτιστικά σχήματα, αντί χωρίς σκέψη και σκοπό να καλούν κάθε χρόνο διάφορα γνωστά καλλιτεχνικά σχήματα, τις περισσότερες φορές άσχετα με την παράδοσή μας και αμφίβολης ποιότητας, δεν εξαντλούσαν σε αυτά, έτσι αβασάνιστα και αντιγραφικά, τις αναζητήσεις τους, αλλά διέσωζαν και διαιώνιζαν όλα εκείνα που δημιουργήθηκα πριν από εμάς για μας και κινδυνεύουν να περάσουν στην οριστική αφάνεια.
Αυτό που μας κάνει να διαφέρουμε από τα υπόλοιπα αδελφικά Επτάνησα, στον χώρο της λατρείας, είναι πως ο δικός μας Άγιος είναι πραγματικά δικός μας. Είναι δηλαδή γέννημα και θρέμμα του τόπου μας, ζακυνθινόπουλο.
Ας τον παρακαλέσουμε, λήγοντας η καλοκαιριάτικη γιορτή του, αντιγράφοντας τον εθνικό μας ποιητή, Διονύσιο Σολωμό, «να μην αφήσει το νησί έρμο στη δυστυχιά του», αλλά να δεηθεί για να επανέλθει και να επαναφέρει κάτι από το παλιό του πρόσωπο. Και αν ούτε ο ίδιος ο Θεός δεν μπορεί να τα βάλει με την κακοδαιμονία μας, εκεί που φτάσαμε, επαναλαμβάνοντας και πάλι τον μεγάλο δημιουργό μας, ας ψιθυρίσουμε ικετευτικά: «Κι’ αν ίσως κι’ η παράκληση δεν φτάνει, θύμισέ Του, πως είχες έναν αδελφό κι’ έκρυψες το φονιά του!!».
Γιατί, αληθινά, μονάχα ένα θαύμα μπορεί να μας σώσει.
Χρόνια πολλά και «βοήθεια μας ο Άγιος».
Related Posts with Thumbnails

Follow by Email