© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015

Για το βιβλίο της Ελένης Λαδιά “Οι θεές” (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2015)

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ 

«Σε ανασταίνω γράφοντας στηριγμένη σε λιγοστές αναμνήσεις» 

Η Ελένη Λαδιά μας έχει συνηθίσει σ’ έναν τρόπο γραφής, όπου το συναίσθημα βρίσκεται στο κέντρο της αφήγησης, χωρίς να παραγκωνίζει τη λογική και χωρίς να στέκεται στην επιφάνεια. Πάντα ανοιχτά πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής της και με αυτά παρατηρεί και καταγράφει την καθημερινή εμπειρία, εμβαπτισμένη στην πείρα την πικρή που έχει πια κατασταλάξει και έχει κατακάτσει σαν την τρύγα στο βαρέλι. Από εκεί αντλεί, ή καλύτερα, και από εκεί αντλεί, στο πρόσφατο βιβλίο της με τίτλο Οι θεές. Και ποιες είναι αυτές; Η Δήμητρα και η Κόρη της η Περσεφόνη, αλλά και όλες εκείνες οι γυναίκες που ως κόρες, εγγονές, μητέρες έσπασαν τα σύνορα του κόσμου τούτου για να περάσουν στην αιωνιότητα. Και συμβαίνει να βιώνουμε περισσότερο τραυματικά την αναχώρηση της μητέρας, των γονιών μας γενικά, αν αυτή η αναχώρηση ήταν διαδικασία μακρά και δύσκολη, οπότε οι αναχωρούντες αγιοποιούνται και τότε «δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν», όπως λέει ο ποιητής και, φυσικά, ποτέ δεν θα πεθάνουν, γιατί «μας βαραίνουν», με την έννοια πως η καρδιά και το μυαλό μας βουλιάζει από τη μνήμη. Είναι αυτή η πλατιά και βαθιά και βαριά κληρονομιά μας. 

Η Λαδιά, έμπειρη συγγραφέας, ξέρει πώς να διευθετήσει το υλικό που έχει στη διάθεσή της. Και εκεί έγκειται και η πρωτοτυπία της αφήγησής της, η οποία έχει τριπλή μορφή. Είναι η αφήγησή της από μέσα, η αφήγηση απέξω και η αφήγηση από μακριά που βλέπει το ίδιο πράγμα από διαφορετική γωνία. Και ό,τι από το μακρινό και βαθύ παρελθόν φτάνει στον αφρό, όσο και αν φαίνεται κοινό, είναι προσωπικό. Είναι συναίσθημα που γεννιέται από την κοινή μοίρα. Υπάρχει κοινοκτημοσύνη και στις χαρές και στα πένθη. Και όταν το προσωπικό ανακατεύεται με την εμπειρία και την μακρόχρονη πείρα, το «κοντά» και «από μέσα» γίνεται «εγώ που πάσχω», το «απέξω» γίνεται «εγώ που παρατηρώ», και το «από μακριά» ισοδυναμεί με την εξ αποστάσεως φιλοσοφική ενατένιση του κόσμου. 

Το θέμα είναι η μάνα. Η μάνα που πέθανε. Η ζωή της, η δική της μάνα και ο δικός της πατέρας, ο θείος, το χωριό, η φτώχεια, και, τέλος, η μακρά κατάκλιση, η ακινησία και το μυαλό χαμένο στον δικό του άγνωστο και αχαρτογράφητο κόσμο. 

Μέσα από την ιστορία της μάνας προβάλλει η ιστορία της Ελλάδας και η μοίρα της. Πόλεμοι, περιπέτειες, χαρακτήρες, άνθρωποι που οι συνθήκες της ζωής τους τούς επέβαλαν συμπεριφορά ακατανόητη, αν ελεγχθεί μέσα σε κανονικές συνθήκες. Κι όμως όλα τα αντέχει ο άνθρωπος και με όλα, στην ψυχή ή στην πλάτη του, ζει. 

 Η κόρη βιώνει τραυματικά την κατάσταση της μητέρας. Η φροντίδα, που εκείνη κατ’ αποκλειστικότητα ανέλαβε, είναι ένα χρέος αλλά παράλληλα είναι και τιμή, κι ας ομολογεί πως «κουράστηκε» από αυτή τη φροντίδα και την έγνοια. Όλα είναι φυσικά και το πιο φυσικό είναι το επίσης κουρασμένο σαρκίο να ξεκουραστεί. Η άλλη πλευρά του θέματος όμως μας δείχνει πως αυτός που έχασε άνθρωπο «κουρασμένο», όσο «κουρασμένος» και να ήταν, θα ευχόταν να τον είχε ακόμα, εκεί, ζωντανό, έστω και ταπεινωμένο, στο κρεβάτι του, έστω και φευγάτο από καιρό. Ο ορθολογισμός -«ξεκουράστηκε»- φυσικά και δεν ισχύει. Ο πεθαμένος δεν ξεκουράζεται. Δεν ζει για να καταλαβαίνει την «ξεκούραση». 

 Η συγγραφέας, λοιπόν, έζησε τα τελευταία χρόνια πλάι στη μητέρα της. Την φρόντισε η ίδια. Και όταν ήρθε η στιγμή του αποχωρισμού ένοιωσε σαν ορφανό παιδί που χάνει το στήριγμά του. Συγκλονίστηκε. Και τότε οι ψυχοσωματικές δυνάμεις σε συνεργασία, ανέλαβαν να την αναστήσουν. Η οδύνη από το θάνατο της μητέρας έφερε ωδίνες τοκετού στην κόρη. Είναι η σειρά της να γεννήσει τη μάνα, όχι όμως με το σώμα, αλλά όπως ο Δίας την Αθηνά, με το κεφάλι. Η προσπάθειά της τελεσφόρησε. Η μητέρα έγινε το κέντρο στο νεογέννητο βιβλίο και το έναυσμα για να ανταλλάσσει τη σκυτάλη με την Ελλάδα και έτσι να αναβλύσει η ιστορία της Ελλάδας, εντός και εκτός συνόρων, η Ελλάδα του χωριού και της πόλης, τα ήθη και τα έθιμα, οι νοοτροπίες και οι ιδεοληψίες, τα πάθη· εν τέλει η ζωή και ο θάνατος. Και τι προκύπτει από αυτήν την πλατιά και βαθιά περιδιάβαση; Η επανεπιβεβαίωση ότι η ζωή έχει περισσότερη φαντασία από την τέχνη ή αλλιώς ότι η τέχνη και η πραγματικότητα είναι συγκοινωνούντα δοχεία και δεν χρειάζεται να είναι κανείς υπερρεαλιστής για να το καταλάβει. 

Η συγγραφέας περνάει με άνεση από την αφήγηση των προσωπικών στα κοινά και από αυτά στον αρχαίο μύθο, στον Όμηρο, στην τραγωδία και στη λαϊκή παράδοση μέσα από τις «Μπάμπες», τις σοφές εκείνες γυναίκες που φορτώνονται όλη την ιστορική μνήμη. Γιατί οι «Μπάμπες», εν είδει ιντερμεδίων, αναλαμβάνουν το ρόλο της διερεύνησης της βιβλιογραφίας, της ανακάλυψης εκ νέου του σύμπαντος κόσμου και σύμπασας ιστορίας. Και από την περιφέρεια η αφήγηση επανέρχεται στο κέντρο και το αντίστροφο. Κεφάλαιο κεφάλαιο πλαταίνει και μαζεύει, ανοίγει και κλείνει, σαν ακορντεόν που ανασαίνει πλατιά για να συμπεριλάβει τον κόσμο και κλείνει πάνω στο στήθος, αφήνοντας ήχους που αγγίζουν τον ακροατή /αναγνώστη, αλλά βγαίνουν από την δεξιοτεχνία και το πάθος του παίχτη. Και αν τύχει και ο αναγνώστης έχει λίγο πολύ παρόμοιες εμπειρίες, τότε θα ανακαλύψει στο βιβλίο της Λαδιά πόσο το προσωπικό μας είναι γενικό και το μόρσιμον κοινή μοίρα, κληρονομιά της ανθρώπινης υπόστασής μας και υποταγή επιβεβλημένη άνωθεν. Εκεί ψηλά είναι που παίρνονται οι αποφάσεις. Η μονομαχία της Αθηνάς υφάντρας με την Αράχνη που επίσης ήταν καλή υφάντρα είναι ένα ενδιαφέρον παράδειγμα απονομής δικαιοσύνης. Η θεά τιμωρεί την ταλαντούχα αλλά αλαζόνα Κόρη, δείχνοντάς της ποιος έχει το πάνω χέρι. Διότι ισχύει πάντα το δίκαιο του ισχυροτέρου. Είναι κοινός τόπος στο μύθο και στη ζωή ότι όποιος πάει να σηκώσει το κεφάλι του στα αφεντικά, το τρώει τελικά. Ο ιστορικός, βέβαια, θα πει ότι «Δεν είναι φθονερό το θείο αλλά μεγάλη η ανθρώπινη ύβρις», που και αυτό σωστό είναι. Δεν πρέπει να παραβιάζουμε τα όρια και πρέπει να τηρούμε τις αποστάσεις (παρεμπιπτόντως, ο αγώνας της Αθηνάς με την Αράχνη απεικονίζεται στον γνωστό πίνακα του Γκόγια Οι υφάντρες). Η συγγραφέας επ’ ευκαιρία μας θυμίζει και τις άλλες υφάντρες του Μύθου· την Πηνελόπη, την Κίρκη και την η Καλυψώ στην Οδύσσεια, αρχαιολογικά ευρήματα σχετικά με τον αργαλειό, αλλά και τραγούδια γνωστά μας, όπως το «τάκου τάκου ο αργαλειός μου, τάκου κι έρχεται ο καλός μου», πράγμα που δείχνει ότι στην παραδοσιακή κοινωνία, η κόρη «πλέκει τα προικιά» λέει ο Γιάννης Ρίτσος ή τα υφαίνει στον αργαλειό, περιμένοντας τον καλό της «για φιλί και για στεφάνι». 

Μιλήσαμε ήδη για την υφαντική. Αλλά και η αιώρα έχει τη θέση της και την αλήθεια που κρύπτεται πίσω από τον μύθο. Και από το μύθο πάλι στη σύγχρονη ιστορία. Οι πρόσφυγες, η παλιά μορφή της Αττικής με τα περιβόλια και τους κήπους, τις αυλές των σπιτιών και το πηγάδι. Το πηγάδι με την ιστορία, την προϊστορία και την ατίμωσή του. Το πηγάδι στόμα του Άδη για τους αρχαίους που έγινε τάφος άτιμος και φριχτός στον Εμφύλιο (δες και Φλώρα Αντωνακοπούλου, «Από το βαθύ πηγάδι στην αναθηματική στήλη», Διάστιχο 29 Μαρτίου 2015). Και φυσικά, ποιος ξεχνάει την όμορφη Γερακίνα που «έπεσε μες στο πηγάδι κι έβγαλε φωνή μεγάλη, ντρουμου ντρουμου ντρουμ». Και ο πόλεμος, οι Γερμανοί, η Βέμπο και τα τραγούδια της, ο Γλέζος και ο Σάντας που κατεβάζουν τη γερμανική σημαία στην Ακρόπολη, οι θηριωδίες των κατακτητών, το Δοξάτο, το Ελ Αλαμέιν, όπου περιφερόταν έφιππος ο Άγιος Μηνάς, προστάτης του στρατού μας, η ερμηνεία του κονιορτού στη Σαλαμίνα, η ιστορία πίσω από τις ζωγραφιές στην Ποικίλη Στοά, η απεικόνιση της μάχης του Μαραθώνος και ο αγρότης που πολέμησε και σκότωσε πολλούς εχθρούς κι έπειτα εξαφανίστηκε, τα άλογα που ακούγονται τις νύχτες να χρεμετίζουν στη μάχη, το μεγάλο και λαμπερό φως στο Θριάσιο πεδίο και η δυνατή φωνή και ο κονιορτός πάνω από τα πλοία, ο σεισμός που έγινε. Στο στρατόπεδο της Ελ Ντάμπια οι Έλληνες αιχμάλωτοι των Άγγλων (δες και Ανδρέα Μήτσου Ο Κίτρινος Στρατιώτης, Καστανιώτης 2012). 

 Το βιβλίο της Λαδιά θα μπορούσε να διαβαστεί ως λαογραφικό, μελέτη ηθών και εθίμων, μυθολογία, ιστορία αρχαία, νεότερη και σύγχρονη, κοινωνιολογία. Έτσι προκύπτει από τα τρία διαφορετικά είδη της αφήγησης, τα οποία πηγάζουν από την προσωπική της μνήμη, τις θεολογικές και αρχαιολογικές σπουδές της. Μπορεί, όμως, και κυρίως, να διαβαστεί ως μνημόσυνο της κόρης για τη μητέρα. 

«Κάποτε στην Ελευσίνα διαδραματίστηκε το μέγα δράμα μεταξύ μητέρας και Κόρης, αποδεικνύοντας συγχρόνως την βαθειά τους αγάπη». Όσο για το ρόδι, αυτό το όμορφο στρογγυλό κόκκινο φρούτο, που κοσμεί και το εξώφυλλο, από το οποίο η Κόρη έφαγε ένα σπυρί, θα συμβολίζει πάντα την υποχρεωτική επιστροφή. Η συγγραφέας, κόρη, έγραψε αυτό το βιβλίο για να μιλήσει για τη μητέρα της, αλλά τελικά μίλησε για όλες τις μητέρες και κόρες. Και επειδή δεν αφήνει τίποτα στον αέρα, παραθέτει μια ενδιαφέρουσα βιβλιογραφία, σαν να μας δείχνει ότι απομακρύνεται συναισθηματικά από κάτι που δεν έχει ακόμη κόψει τον λώρο και που πιστεύω πως ποτέ δεν θα κόψει.

Related Posts with Thumbnails