© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης, Της Μεταμορφώσεως των Γυναικών που Αγάπησα

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ


Είκοσι χρόνια δεν είναι λίγα για να βοηθήσουν τον καιρό να κάνει τη φθαρτική δουλειά του. Όμως τον Οδυσσέα Ελύτη φαίνεται πως δεν τον αγγίζει ο χρόνος και η σταγόνα του που έσταξε στον ωκεανό, σαν αγίασμα μοιάζει. Ο Ελύτης είναι παρών στην ποίηση των νεότερων, στα συνέδρια, στις μελέτες, στη ζωή μας. Δεν χρειάζονται ειδικές επέτειοι για να τον θυμηθούμε γιατί δεν τον ξεχάσαμε ποτέ.

«Οι άγγελοι στον παράδεισο μιλούν Ελληνικά» λέει ο Νίκος Εγγονόπουλος και μας ξαφνιάζει γιατί αυτή τη φράση θα την απέδιδε κανείς στον Ελύτη. Ίδια γενιά, αγάπη για τον υπερρεαλισμό και την Ελλάδα, ελεύθερο πνεύμα, πίστη στις παραδοσιακές αξίες, δεν είναι δυνατόν οι δυο ποιητές να μην συναντηθούν. Αλλά να που μια φράση στα Ανοιχτά Χαρτιά (σ. 38), λέει σχεδόν το ίδιο: «Αν υπάρχει, συλλογίζομαι, για τον καθένα μας ένας διαφορετικός Παράδεισος, ανεπανόρθωτα ο δικός μου θα πρέπει να ’ναι σπαρμένος με δέντρα λέξεων που τ’ ασημώνει ο άνεμος» και «από πουλιά που ακόμα και μέσα στην αλήθεια του θανάτου επιμένουν να κελαηδούν ελληνικά και να λέν ‘‘έρωτας’’, ‘‘έρωτας’’, ‘‘έρωτας’’». Οι άγγελοι στον Παράδεισο μιλούν ελληνικά, τα πουλιά κελαηδούν ελληνικά, γράφω ποιήματα για να ερωτεύομαι σωστά, μιλά ελληνικά γιατί τη γλώσσα τού έδωσαν ελληνική και μέσα της/του γεννήθηκε ο κόσμος. Όσον αφορά το θέμα της έμπνευσης των ποιητών γράφει στο Εκ του πλησίον (σ. 34): «Οι κακοί ποιητές τρέφονται από τα γεγονότα, οι μέτριοι από τα αισθήματα, και οι καλοί από τη μετατροπή του τίποτε σε κάτι. Το εκ του μη όντος ον λογαριάζει». Και εδώ βρίσκεται και η ουσία. Ο Ποιητής είναι δημιουργός. Όχι αυτός που βρίσκει κάτι έτοιμο και το αναδιαμορφώνει αλλά εκείνος που φιλοτεχνεί το τίποτα και του δίνει υπόσταση. Πώς άρχισε ο Θεός τη δημιουργία του κόσμου; Είπε και εγένετο. Έτσι και ο ποιητής· ΛΕΕΙ:

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ: - "Της Μεταμορφώσεως των γυναικών 
που  αγάπησα  χωρίς  ελπίδα:  Ηχώ:  Μα -ρί- νααα! Ελ- 
έ-νηηη! Κάθε  χτύπος  καμπάνας,  κι  από  μια   πασχα-
λιά  στην  αγκαλιά μου.  Ύστερα  φως  παράξενο,   και
δυο  ανόμοια περιστέρια που  με  τραβούν ψηλά σ' ένα
μεγάλο  κισσοστολισμένο  σπίτι.  
                      ("Εφτά μέρες για την αιωνιότητα")


«Παρασκευή», όπως Μεγάλη Παρασκευή και της «Μεταμορφώσεως», όχι του Σωτήρος, αλλά «των γυναικών που αγάπησα». Αυτές βοηθούν στο θαύμα ανάλογο με εκείνο του Σωτήρος. Πράγμα που σημαίνει πως περιμένουμε να δούμε μια «Μεταμόρφωση» και μια «Ανάληψη».
Δύο στοιχεία του ποιήματος μας υποδηλώνουν το χρόνο του θαύματος. Είναι άνοιξη και πλησιάζει το Πάσχα. Το μαρτυρούν οι χτύποι της καμπάνας και η πασχαλιά. Η πασχαλιά δέντρο και η πασχαλιά Πάσχα. Νομίζω μάλιστα πως δεν είναι μια καθημερινή Παρασκευή αλλά μια Μεγάλη Παρασκευή. Σ’ αυτήν ταιριάζουν οι χτύποι της καμπάνας. Παραδοσιακά οι καμπάνες την ημέρα εκείνη χτυπούν συνέχεια και πένθιμα. Όμως, το σίγουρο είναι ότι θα ακολουθήσει η Ανάσταση.
Ο ποιητής φωνάζει δυο ονόματα αγαπημένα. Το ένα είναι «Μαρίνα», αυτή η ηρωίδα του η θαλασσινή και η άλλη είναι η Ελένη, εκείνη που του έχει παραχωρήσει το «Ελ» του ονόματός του. Εκείνο το «Ελ» που είναι Ελλάδα και Ελένη και Ελευθερία και Ελπίδα. Η ομορφιά σε τέσσερις παραλλαγές. Η ηχώ είναι ο αντίλαλος, είναι το αντίστοιχο της αντιφεγγιάς, που έρχεται από μακριά. Και αυτό το υποθέτουμε από πού έρχεται.Τα ονόματα, με την τυπογραφική αραίωση των συλλαβών τους και την επανάληψη του τελικού «α» και «η» μοιάζει να επαναλαμβάνουν τον χτύπο της καμπάνας. Και επομένως είμαστε μπροστά στο Θείο Πάθος που ολοκληρώνεται εκείνη την ημέρα, το οποίο όμως μετατοπίζεται στο ανθρώπινο. Η ηχώ από τα ονόματα ακούγεται σαν χτύπος καμπάνας (προηγήθηκε σύντομος πένθιμος αλλά σχεδόν αυτόματα αναστάσιμος) και αμέσως έγινε «πασχαλιά», και έγινε Ανάσταση. Αναμενόμενο το «φως παράξενο» αφού έχουμε «Μεταμόρφωση» και τα «περιστέρια» (και το πνεύμα εν είδει περιστεράς) ψυχοπομποί και αγγελιοφόροι του Θεού. Σώζουν στην απάνω αιωνιότητα, στο μεγάλο κισσοστολισμένο σπίτι, τον ποιητή.
Η γήινη αιωνιότητα είναι «χωρίς ελπίδα» γιατί είναι περαστική. Η ουράνια αιωνιότητα κερδίζεται από τις μικρές περαστικές στιγμές του έρωτα. Η ζωή σώζεται από τον έρωτα και διαιωνίζεται με όχημα αυτόν.
Η μεταμόρφωση: Ήταν γυναίκα και έγινε ήχος και έγινε πασχαλιά και έγινε φως και έγινε δυο περιστέρια, η Μαρίνα και η Ελένη.
Δύο ονόματα: Μαρίνα, Ελένη, αλλιώς η όμορφη θαλασσινή Ελλάδα.
Δύο φορές ηχώ
Η καμπάνα, δύο σήματα (εννοείται): Ντιν- νταν
Κάθε χτύπος και πασχαλιά, άρα δύο πασχαλιές
Δύο αναστάσεις, άρα δύο θάνατοι
Θάνατος (σύντομος) «χειμώνα ελάχιστε» («Λακωνικόν») και Ανάσταση: Φως παράξενο
Δύο περιστέρα με τραβούν ψηλά, η Μαρίνα και η Ελένη.
Με τραβούν ψηλά και με σώζουν οι δυο αγάπες μου: Η θαλασσινή μου Ελλάδα και η Ποίηση.

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΙΕΡΩΜΕΝΩΝ ΕΝ ΗΜΕΡΑ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

Δάνεια παραδειγμάτων ἀπό τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη

Στὴν ἱερὴ μνήμη τῆς Μητέρας μου Μαγδαληνῆς

Δὲν ἐμφανίζω ὡς ὑποθετικὲς τὶς ἱστορίες ποὺ στὴ συνέχεια θὰ παρουσιάσω, ἱστορίες ποὺ ἀποτελοῦν μικρὰ μέν, ἀλλὰ πολὺ σημαντικὰ καὶ πυκνὰ μαθήματα Ποιμαντικῆς, γιατὶ γνωρίζω καλῶς, ἀπὸ ἀδιάψευστες, φυσικά, πηγὲς, ὅτι ἐνέχουν τὴν ἱστορική τους ἀλήθεια, ἔστω κι ἄν κάποια ἀπὸ τὰ ὀνόματα ἤ καὶ τὰ γεγονότα ἔχουν, ποιητικῇ λεγομένῃ ἀδείᾳ, διαφοροποιηθεῖ. Γιατὶ ἡ δική μου προβληματική, ποὺ ἀσφαλῶς εἶναι ἀπότοκη τοῦ ψυχισμοῦ ἑνὸς ἱερωμένου, ὑπογραμμίζει να πράγμα: πὼς ἡ παρουσία τῶν πειρασμῶν1 σὲ μᾶς τοὺς κληρικοὺς τέτοιες ὦρες εἶναι δεδομένη. Ἑπομένως, διαχρονικὸ εἶναι τὸ μήνυμα ποὺ μᾶς στέλνει μὲ τὰ Πασχαλινά του διηγήματα ὁ Παπαδιαμάντης καὶ πολὺ διδαχτικό.
Ἔχω, λοιπον, τὴν ἐντύπωση -καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶμαι ὁ μοναδικός- πὼς τὶς πλέον ἱερὲς καὶ εὐκατάνυκτες ὧρες τοῦ Μ. Σαββάτου, καθὼς σιμώνει ἠ περιούσια στιγμὴ τῆς Ἀναστάσεως, οἱ πειρασμοὶ γιὰ τὸν ἱερέα καὶ μέλλοντα λειτουργό, ὅλο καὶ αὐξάνονται, καθὼς ἔργο τοῦ μισοκάλου δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ τὸ πῶς θὰ μᾶς ἀποσπάσει ἀπό τὴν εὐφρόσυνο προαναστάσιμο ἀναμονὴ καὶ θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν ἀπόγνωση. Κι εἶναι οἱ πειρασμοὶ αὐτοὶ κάθε εἴδους καὶ ἐκτάσεως. Ἀπὸ τὸν θυμὸ τοῦ ἐνορίτη γιατὶ ργησε ἡ λειτουργία ἤ ἡ ἀκολουθία, ἴσαμε τὴν σύγκρουση τοῦ ἴδιου τοῦ ἱερέα μὲ τὸν ψάλτη, τὸν συνεφημέριό του, τὸν ἐπίτροπο κ.λ.π. Σὲ λ᾿ αὐτὰ δὲ, μπορεῖ νὰ προστεθεῖ κι ἡ κούραση ποὺ παρουσιάζεται αὐτές τὶς ὧρες, κόπωση ποὺ θὰ ἐξατμιστεῖ, παραδόξως, μὲ τὸ τέλος τῆς Ἀναστάσιμης λειτουργίας. Κι ὅλ᾿ αὐτὰ ἀσφαλῶς συμβαίνουν καὶ θὰ συμβαίνουν. Γι᾿ αὐτὸ κι ὁ Ππδ. τὰ παρουσιάζει καὶ τὰ διασώζει μὲ διάκριση καὶ προσοχή, ὄχι μόνο γιὰ νὰ δείξει τοὺς χαρακτῆρες κάποιων ἱερέων, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπογραμμίσει περισσότερο, πὼς κι ὁ παπᾶς ἄνθρωπος εἶναι κι αὐτός καὶ πειράζεται συχνά. Ὅμως στὴν περίπτωση αὐτὴ ποὺ θὰ πέσει σὲ πειρασμὸ αὐτὸ ποὺ ἀπαιτεῖται εἶναι νὰ βρεῖ τὴν διέξοδο ἐκείνη ποὺ θὰ τὸν φέρει «εἰς ἑαυτὸν» (πρβλ. Λκ. 15, 17), ὥστε νὰ συνειδητοποιήσει τὸ λάθος του καὶ νὰ μετανοήσει.
Παρατηρώντας τώρα τοὺς τύπους τῶν ἐφημερίων ποὺ παρουσιάζει στὰ Πασχαλινὰ του διηγήματα, τὰ Σκιαθίτικα κατὰ κύριο λόγο, ὁ Παπαδιαμάντης συναντοῦμε, ὄχι καπάτσους ἤ πνευματώδεις παπάδες, ὅπως ἀλλοῦ (βλ. π.χ. τὸν Παπατρέχα τοῦ Κοραή2 ἤ τὸν παπα-Θανάση, τὸν ἱερέα τοῦ χωριοῦ3 στὸ ὁμώνυμο βιβλίο τοῦ Χρυσόστομου Παπαδόπουλου, Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν). Οἱ ἐφημέριοι τοῦ Ππδ. εἶναι ἁπλοί, καλωσυνάτοι, παιδεμένοι καὶ, κατὰ κύριο λόγο, ἀνθρώπινοι, ποὺ σημαίνει ὅτι συνεχίζουν τὸν ἀγώνα τους καὶ ἐμβιώνουν τὰ περιούσια λόγια ποὺ λένε καὶ στὴ συνέχεια τὰ ὑψώνουν σὲ προσευχή, σὲ ἰκέσιο λόγο, μὲ συνειδητὴ τὴν ἀναξιότητά τους τὴν ὥρα τὴ φριχτὴ τῆς Θ. Λειτουργίας.
«Ἐπίβλεψον ἐπ᾿ ἐμὲ τὸν ἁμαρτωλὸν καὶ ἀχρεῖον δοῦλόν σου καὶ καθάρισόν μου τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν ἀπό συνειδήσεως πονηρᾶς καὶ ἱκάνωσόν με τῇ δυνάμει τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος, ἐνδεδυμένον τὴν τῆς ἱερατείας χάριν, παραστῆναι τῇ ἁγίᾳ σου ταύτῃ Τραπέζῃ καὶ ἱερουργῆσαι τὸ Ἅγιον καὶ ἄχραντό σου σῶμα καὶ τὸ τίμιον αἷμα... Σοὶ γὰρ προσέρχομαι, κλίνας τὸν ἑμαυτοῦ αὐχένα, καὶ δέομαίς σου · Μὴ ἀποστρέψῃς ἐκ παίδων σου, ἀλλ᾿ ἀξίωσον προσενεχθῆναί σοι ὑπ᾿ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ ἀναξίου δούλου σου τὰ δῶρα ταῦτα»4
Πολὺ σωστὰ ἐπισημάνθηκε πὼς οἱ ἱερεῖς αὐτοί, «παρὰ τὶς ὁποιεσδήποτε ἀνθρώπινες ἀδυναμίες καὶ ἀτέλειές τους, δημιουργοῦσαν στὶς σχέσεις τους μὲ τὸ λαὸ ἕνα κλίμα, στὸ ὁποῖο μποροῦσε νὰ βρίσκει ἐφαρμογὴ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ «γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν»( Ἰω. 10, 14)5».
Ὅπως δὲ εἶναι φυσικὸ τὶς ἀδυναμίες τὶς ἀκολουθοῦν καὶ κάποιοι πειρασμοὶ, οἱ ὁποῖοι, καθὼς γίνεται ἀντιληπτό, ἀναστατώνουν τὴν ἱερατικὴ συνείδηση καὶ ψυχὴ καὶ τῆς δημιουργοῦν πρὸς καιρὸν σύγχυση καὶ ἀνησυχία. Μάλιστα σὲ μέρες καλές, χαρμόσυνες κι εὐφρόσυνες ὅπως εἶναι τοῦ Πάσχα.
Προσέχοντας, λοιπόν, κάποια ἀπό τὰ λεγόμενα Πασχαλινὰ διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη, παρατηροῦμε τὴν ἀγωνία τοῦ ἁπλοῦ παπᾶ, ποὺ πῆγε, μὲ λη του τὴν καλὴ καρδιὰ καὶ διάθεση, νὰ κάνει Ἀνάσταση, νὰ τὴ χαρεῖ καί νὰ τὴν ἀπολάψει μὲ τούς ἁπλοϊκοὺς ἀγροτοποιμένες τὴ μέρα αὐτὴ τοῦ Πασχα. Μέρα μοναδικὴ καὶ δεμένη ἀπόλυτα μὲ τὴ γνήσια ἑλληνικὴ ψυχή.
Φυσικὰ δὲν εἶναι ἡ ἔξοδος τοῦ ἐφημερίου αὐτοῦ ἔξοδος ἐκδρομική, ὅπως κάποιοι θὰ νομίσουν, ἀλλὰ μιὰ ἀγωνιώδης προσπάθεια γιὰ ἐπιμελημένη καὶ φροντισμένη, ὅσο γίνεται πιὸ ἄψογα, καὶ μὲ ὅλη της ἱεροπρέπεια τελούμενη, Πανήγυρι τῆς Ἀναστάσεως.
Ο πειρασμοὶ τοῦ παπα-Διανέλου τοῦ πρωτέκδικου, στὸ διήγημα «Λαμπριάτικος ψάλτης»6, δὲ σχετίζονται μονάχα μὲ τὶς βεβηλώσεις τῶν «βοσκῶν καὶ τν αἰπόλων», ποὺ σὲ καιρὸ βροχῆς ἔβαζαν «τὰ θρέμματά των ἐντὸς τῶν ἐξωκκλησίων», μὴ κάνοντας τὸν κόπο νὰ ἐξαλείψουν οὔτε τὰ ἴχνη ποὺ ἄφηναν τὰ ἄλογα ζῶα. Αὐτὸ τὸ ἀντιμετώπισε μὲ ὑπομονὴ καλλωπίζοντας ὁ ἴδιος τὸ ἱερὸ Βῆμα, ὅπως καὶ ὁ ὅμιλος τῶν φιλεόρτων γυναικῶν συγύρισε τὸν ὑπόλοιπο ναό. Ὁ μεγάλος πειρασμὸς τοῦ παπα-Διανέλου ἦταν ἄλλος. Περίμενε, ὄχι δίχως κάποια ἀγωνία, τὸν βοηθό του, τὸν ψάλτη δηλαδή, ποὺ θὰ τὸν ἀπόβγαινε στὴν Ἀναστασιμη Πανήγυρι.
«Ἦτο δὲ ἀνήσυχος ὁ ἱερεύς, καὶ φόβος ἦτο νὰ μείνωσι χωρὶς Ἀνάστασιν καὶ λειτουργίαν. Διότι εὐλόγως δὲν ἠδύνατο ἄνευ βοηθοῦ νὰ ἱεροπρακτήσῃ. Λειτουργία χωρὶς ἕνα τουλάχιστον ψάλτην ἤ ἀναγνώστην δὲν γίνεται, οἱ ποιμένες καὶ οἰ βοσκοὶ ἦσαν ὅλοι, ὡς εἰκός, οὐ μόνον ἀγράμματοι, ἀλλὰ καὶ ἀλιβάνιστοι οἱ κακόμοιροι πολλοὶ τούτων.»
Αὐτὸςπειρασμὸς τοῦ παπα-Διανέλου εἶναι πιὸ ἐμφανὴς παρακάτω, ὅταν ὅλοι του γύρω «ἔρεγχον καὶ μόνον (αὐτός) ὁ ἱερεὺς δηλαδή, ἀνησύχει καὶ ἦτο ξάγρυπνος». Κι ὄχι μόνον αὐτὸ, ἀλλὰ τὸν κατεῖχε καὶ, δικαίως, κάποιος ἐκνευρισμός, καθώς μονολογοῦσε. «Ὁ ἀσυνείδητος... ὁ μωρός !... «Ἀνθρώπους καὶ κτήνη».
Κανεὶς, πιστεύω, δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει αὐτὲς τὶς ἐναγώνιες στιγμὲς ποὺ διέρχεται ἕνας ἱερέας, ποὺ συνειδητὰ καὶ ὑπέυθυνα ἀναχωρεῖ ἀπό τὴ θαλπωρὴ τῆς ἐνορίας του, γιὰ νὰ τελέσει τὴν Ἀνάσταση, μὲ ὅλη της τὴ λειτουργικὴ λαμπρότητα, σ᾿ ἕνα ἀπόμακρο ἐξωκκλήσι, μακρυὰ ἀπὸ τὸ σπίτι του. Γιατὶ πρέπει νὰ τὰ ὑπολογίσει ὅλα. Νὰ ἔχει ἕτοιμα τὰ τῆς ἱεροπραξίας, ἄμφια, τὰ ἱερὰ σκεύη, τὰ βιβλία κ.λ.π. Παράλληλα, νὰ ἔχει συνεννοηθεῖ μὲ τὸν βοηθό του, αὐτὸν ποὺ θὰ τὸν «ξελειτουργήσει», τὸν ψάλτη δηλαδή. Φυσικὰ πρέπει νὰ ὑπολογίσουμε καὶ τὸν κόπο τῆς ὁδοιπορίας, τὸν ἄλλο κόπο τῆς ἀγρυπνίας καὶ τῆς ἔντασης τῶν ἡμερῶν τῆς Μ. βδομάδος, ἀλλὰ καὶ προβλήματα ποὺ προκύπτουν τὴν τελευταία ὥρα. Ὅπως τὸ νὰ περιμένεις τὸν ψάλτη καὶ νὰ μὴν ἔρχεται...
Ἀλήθεια, πς μπορεῖ νὰ ξεχρεωθεῖ ἡ ἀγωνία τοῦ παπα-Διανέλου, ποὺ κάποια στιγμὴ βάζει τὸ πετραχείλι του κι ἀρχίζει τὴ Πανυχίδα; «Ὁ ἱερεὺς ἐσηκώθη στενάζων, -σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς φιλέορτες γυναῖκες ποὺ, καθὼς ἄναβαν τὰ καντήλια, «ἠσθάνοντο ἀνέκφραστον χαρὰ καὶ γλύκαν εἰς τὰ σωθικά των»- εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναόν, καὶ προσκύνησεν εἰς τὰς βαθμίδας τοῦ ἱεροῦ βήματος». Ἀρχίζει τὴν ἀκολουθία, λοιπόν, ψάλλοντας μόνος του. «Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητόν, ἔψαλε μόνος του τὴν παννυχίδα, ὅλον τὸ <Κύματι θαλάσσης>, ἐθυσίασεν, ἔκαμεν ἀπόλυσιν...».
Ἡ ἀπόφαση τοῦ ἱερέα «ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ ψάλλωσι τὴν ἀκολουθίαν», γίνεται πραγματικότητα, καθὼς τελεῖται ἡ Ἀνάσταση καὶ ψάλλουν μαζί του τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη δύο τῶν βοσκῶν, οἵτινες δὲν ἦσαν μὲν πλέον γραμματισμένοι ἀπό τοὺς λοιποὺς, ἀλλ᾿ εἶχον ὀλιγώτερον τραχεῖαν προφορὰ κ᾿ <ἐγύριζε κάπως ἠ γλσσά των> ... ἡ θειὰ Μαθηνὼ καὶ ἡ θειὰ τὸ Σεραϊνώ», προκαλώντας, ὅπως ἦταν ἑπόμενο, τὴ θυμηδία στὶς κόρες τοῦ παπα-Διανέλου.
Αὐτὰ φυσικὰ ἀναφέρονται ἐδῶ, ὄχι γιὰ τὸν λεπτομερῆ σχολιασμὸ τοῦ διηγήματος, ἀλλὰ γιὰ νὰ δειχθεῖ ἡ ἐναγώνια προσπάθεια τοῦ ἱερέα στὸ νὰ τακτοποιηθοῦν ὅλα τὰ τῆς Ἀναστασίμου πανηγύρεως μὲ ση γινόταν εὐπρέπεια καὶ τάξη. Γιατὶ δὲν εἶναι τὸ ἴδιο λαμπρὴ μιὰ πανήγυρις μὲ ἔμπειρο ψάλτη, ὁ ὁποῖος ἄνετα θὰ ἀποβγάλει τὸν ἱερέα, μὲ μιὰ Ἀναστάσιμη πανήγυρι, στὴν ὁποία βοηθοί του θὰ εἶναι κάποιοι γέροντες, ποὺ γνωρίζουν μὲν λίγα ψαλτικά, ἀλλὰ πρέπει παπᾶς νὰ ἔχει τὸ νοῦ του γιὰ τὶς ὅποιες τους χασμωδίες ἤ διακοπές. Φυσικὰ σὲ μιὰ τέτοια βραδυὰ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ μὴν ψάλει κι ὁ ἴδιος τὸν Κανόνα, ἐλπίζοντας μονάχα στὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ ὁ ἴδιος ἔκαμε τὸ χρέος του, καὶ μὲ τὸ παραπάνω, προσπαθώντας ἔτσι νὰ νικήσει τὸν πειρασμό. Κι εἶναι πράγματι τὸσο συγκινητικὴ ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ἐμφανίζεται ἐπιτέλους ὁ ψάλτης ποὺ περίμεναν, γιὰ νὰ μποῦν ἐπιτέλους τὰ πράγματα στὴ θέση τους, ἀλλὰ καὶ ν᾿ ἀναπαυτεῖ ἡ ψυχὴ τοῦ ἱερέα, ποὺ τόσους πειρασμοὺς ὑπέμεινε.
Ὅμως στὸ διήγημα αὐτὸ -καὶ μιλᾶμε πάντα γιὰ τὸ «Λαμπριάτικος ψάλτης»- ὑπάρχει καὶ ἄλλο πρόσωπο ποὺ ἐπίσης πειράζεται, λίγο πρὶν τὴν Ἀναστάσιμη πανήγυρι. Πρόκειται γιὰ τὸν ἱερομόναχο π. Ἀζαρία, ἡγούμενο τοῦ μονυδρίου τοῦ γίου Χαραλάμπου.
Μπορεῖ ὁ ἐν λόγω Γέροντας νὰ ζοῦσε στὴν ἔρημο, νὰ βίωνε τὴν συχία καὶ τὴν κατάνυξη τῶν ἡμερῶν, ὡστόσο ἦρθε στιγμὴ ποὺ πειράχτηκε, δέχτηκε κατὰ τὴν νηπτικὴ ὀρθόδοξη διδασκαλία τὸν «παραριπισμὸν τοῦ νοός»7. Κι ἀφορμὴ στάθηκε ὁ κύρ Κωνσταντός ὁ ψάλτης τοῦ παπα-Διανέλου, ὁ ὁποῖος ἀπὸ κωλυσιεργία καὶ κάποια ἐπιπολαιότητα ποὺ τὸν διακατεῖχε, ργησε ν᾿ ἀναχωρήσει γιὰ τὸν ἁη-Γιάννη, ὅπου θὰ ἔψαλε στὴν Ἀναστάσιμη πανήγυρι βοηθώντας τὸν παπα-Διανέλο.
Ὁ δρόμος φέρνει τὸν κύρ Κωνσταντὸ στὸν Ἅγιο Χαράλαμπο, ὅπου καὶ ἀναφέρει στὸν παπα-Ἀζαρία «πῶς ὁ παπᾶ-Διανέλος ὁ Πρωτέκδικος ἐκλήθη ἀπό τοὺς βοσκοὺς καὶ τοὺς ποιμένας νὰ κάμῃ ἀνάστασιν καὶ νὰ λειτουργήσῃ ἐπάνω εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Πρόδρομον». Τὰ λόγια τοῦ ἐπισκέπτη στενοχωροῦν τὸν ἐρημίτη Γέροντα, ἀφοῦ περίμενε κάποιους ἀπό τοὺς βοσκοὺς ἐκείνους νὰ πᾶνε στὸν Ἅγιο Χαράλαμπο, γιὰ νὰ κάμουν Ἀνάσταση. Κι εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὴ καὶ μὲ σημαντικὲς ποιμαντικὲς προεκτάσεις ἡ στάση τοῦ παπα-Ἀζαρία, ὅπως τὴν περιγράφει ὁ Παπαδιαμάντης. «Ἐνταῦθα ἦλθεν εἰς τὸν παπᾶ-Ἀζαρίαν ὁ πειρασμὸς νὰ κρατήσῃ τὸν κύρ-Κωνσταντὸν εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον, ἀφίνων τὸν παπα-Διανέλον ἄνευ βοηθοῦ, διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῇ διότι τοῦ ἀφήρεσε τοὺς πλείονας τῶν βοσκῶν του. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἐχώρησεν ἡ συνείδησίς του, καὶ ἐντονώτερον ἐξηκολούθησε.
-Τώρα, ὅπως καὶ νὰ τὸ κάμῃς ἄσχημα εἶναι... μὰ τὸ καλίτερο εἶναι νὰ τραβήξῃς τὸ δρόμο σου νὰ πᾶς... Ἔδωκες τὸ λόγο σου... εἶναι μεγάλη ἁμαρτία ν᾿ ἀφήσῃς τὸν παπᾶ χωρὶς βοηθό,, τέτοια μεγάλη μέρα».
Ὡστόσο τὰ μαθήματα Ποιμαντικῆς τοῦ Παπαδιαμάντη δὲ σταματᾶνε ἐδῶ συνεχίζονται, καθὼς ἐμφανίζονται κι ἄλλα παραδείγματα κληρικῶν ποὺ πειράζονται τὶς εὐλογημένες αὐτὲς προαναστάσιμες ρες. Καὶ βιώνουν τὸν πειρασμὸ παράλληλα μὲ τὴν ἐνσυνείδητη ἀναξιότητα, τὴν ὁποία φέρουν καὶ τὴν ἐναποθέτουν στὸ ἔλεος καὶ τὴν ἀνοχὴ τοῦ Θεοῦ..
«Μεταξὺ τῶν ὑπαρχόντων ἱερέων ὑπάρχουσιν ἀκόμη πολλοὶ ἐνάρετοι καὶ ἀγαθοὶ, εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς τὰ χωρία. Εἶναι τύποι λαϊκοὶ, ὠφέλιμοι, σεβάσμιοι. Ἄς μὴν ἐκφωνῶσιν λόγους. Ἠξεύρουσιν αὐτοὶ ἄλλον τρόπον πῶς νὰ διδάσκωσι τὸ ποίμνιον» θὰ μᾶς πεῖ. Κι ἔχει δίκαιο, ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω.
Μιὰ τέτοια, λοιπόν, διδαχὴ μᾶς προσφέρει κι ὁ παπα-Γαρόφαλος, ποὺ πηγαίνει στὴν καλύβα τοῦ μπάρμπα-Κόλλια, τοῦ Ἀλιβάνιστου καὶ μέ, ποιὸς ξέρει, πόσα παρακάλια καὶ ποιμαντιὴ φροντίδα, τὸν φέρνει στὸν Ἁη-Γιάννη τὸν Ἀσέληνο νὰ κάμει Ἀνάσταση, μετὰ ἀπό τόσα χρόνια ἀπομόνωσης. Ὅμως ὀ πειρασμὸς φάνηκε τὸτε ποὺ ὁ μπάρμπα-Κόλλια «σωστὸς λυκάνθρωπος»βρέθηκε στὸ ἐξωκκλήσι ὅπου τὸν καρτεροῦσαν οἰ ποιμένες γιὰ τὴν Ἀνάσταση. Παρ᾿ λες τὶς προσπάθειες τοῦ ερέα κατάφερε νὰ πάει μαζὶ του στὸν η-Γιάννη, ὅμως σὰν εἶδε κόσμο ἤθελε νὰ φύγει, νὰ ξαναγυρίσει στὴν ἀπομόνωσή του. Τότε λοιπόν μὲ πατρικό-ταπεινὸ τρόπο παπᾶς τὸν προτρέπει νὰ πατήσει τὸν πειρασμὸ καὶ νὰ μείνει στὴν Ἀναστάσιμη πανήγυρι.
Ἀλήθεια, πόση προσπάθεια κατέβαλε παπᾶς, ποὺ αὐτὴ τὴν ὥρα τὴν ἱερὴ δοκιμαζόταν, ἄν θὰ μπορέσει δηλαδὴ νὰ σώσει μιὰ ψυχή, ποὺ γύρευε νὰ ἐπιστρέψει στὴν κόλαση τῆς μόνωσης καὶ τῆς ἄρνησης.
Ἄφσε νὰ ζήσῃς! Δὲν μπορῶ! ...Τὶ Ἀνάσταση νὰ κάμω...» ἔλεγε ὁ Ἀλιβάνιστος στὰ παρακάλια νὸς ἀπό τοὺς ποιμένες, ποὺ τὸν κρατοῦσε νὰ μείνει μαζί τους στὸ πανηγύρι. Καὶ τότε ἐπεμβαίνει ὁ παπᾶς.
«-Νἄχης τὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ, παιδί μου ! Ἔλα ! Νὰ πάρῃς εὐλογία ! Νὰ μοσκοβολήσ᾿ ἡ ψυχή σου ! Ἔλα νὰ ἀπολάψῃς τὴ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ μας ! Μὴν ἀδικῇς τὸν ἑαυτόν σου ! Μὴν κάνῃς τοῦ ἐχθροῦ τὸ θέλημα !...»8 Καὶ μὲ τὴ βοήθεια τῶν πλῶν ποιμένων γίνεται ἡ ἐπανένταξη τοῦ λησμονημένου αὐτοῦ ἀνθρώπου στὴν κοινωνία, ἀλλὰ καὶ στὴν Ἐκκλησία.
Ἴσως νὰ νομίσει κάποιος, ποὺ δὲν ἔχει γευτεῖ τὸ μεγαλεῖο τῆς Ὀρθοδόξου νηπτικῆς παραδόσεως, πὼς ὀ παπα-Κυριάκος9 εἶναι ἔνα φαιδρὸ πρόσωπο, ἕνας ἐπιπόλαιος, ποῦ ἀφήνει τὴν ἀκολουθία στὴ μέση καὶ φεύγει ἀπό τὸ ναό. Ὅμως τὰ πράγματα εἶναι διαφορετικὰ ἄν τὰ δοῦμε μὲ τὴ ματιὰ τῆς οἰκονομίας καὶ τῆς φιλανθρωπίας, ποὺ ἡ Ὀρθοδοξη Ἐκκλησία μᾶς προσφέρει.
Εἶχε γίνει ἡ Ἀνάσταση στὰ Καλύβια, ὅπου εἶχε κληθεῖ ὁ παπα-Κυριάκος ἀπὸ τοὺς ποιμένες νὰ τελέσει μαζὶ μὲ τὴν Ἀναστάσιμη λειτουργία, ὅταν, στὴ μέση περίπου τοῦ Ὄρθρου, ἐμφανίζεται ὁ γιὸς τοῦ ἱερέα καὶ λέγει στὸν πατέρα του ὅτι «ὁ παπᾶ Θοδωρῆς ὀ Σφοντύλας, ὁ σύντροφός του εἰς τὴν ἐνορίαν ἔκλεπτε τὰ προσφορὰς, μεταβιβάζων αὐτὰς διὰ τῆς ἐξωθύρας τοῦ ἱεροῦ βήματος εἰς χεῖρας τῆς συζύγου καὶ τῆς πενθερᾶς του». Αὐτὲς οἱ πληροφορίες τοῦ Ζάχου, τοῦ γιοῦ τοῦ παπα-Κυριάκου ἐρεθίζουν τὸν ἤδη ἱερουργοῦντα πατέρα του, ὁ ὁποῖος ἀστραπιαίως ἀπεκδύεται πετραχείλι καὶ φελόνιο καὶ βγαίνει βιαστικὰ καὶ μὲ θυμὸ ἀπό τὸ ναό. Ὅμως ἄς προσέξουμε τὴ σκηνὴ αὐτή, ὅπως τὴν περιγράφει ὀ Παπαδιαμάντης «Ἀλλ᾿ ὁ παπᾶ-Κυριάκος δὲν ἐσυλλογίσθη τίποτε. Ἐξήφθη ἀμέσως, ἠγανάκτησε, δὲν ἐκρατήθη. Ἥμαρτεν. Ἀντὶ νὰ καταφέρῃ σφοδρὸν ράπισμα κατὰ τῆς παρειᾶς τοῦ υἱοῦ του, καὶ νὰ ἐξακολουθήςῃ ἥσυχος τὸ καθῆκον του... ἀπέβαλεν εὐθὺς τὸ ἐπιτραχήλιον καὶ ἐξεδύθη τὸ φαιλόνιο, καὶ διασχίσας τὸν τὸν ναὸν ἐξῆλθεν, ἀποφεύγων τὸ βλέμμα τῆς πρεσβυτέρας του, ἥτις τὸν ἔβλεπεν ἔντρομος».
Σὲ μέρα χρονιάρα, ἐκεῖνος ποὺ φέρνει ἀναστάτωση στὸ ἐκκλησίασμα- «θὰ ἦσαν τὸ πολὺ ἑβδομήκοντα ἄνθρωποι, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παῖδες»- εἶναι ὀ ἴδιος ποὺ τοὺς ἄνοιξε τὴ θύρα τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς χαρᾶς μὲ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη»: ὁ ἱερέας. Ὁ ὁποῖος δὲν ἀρκεῖται στὸ νὰ λιποτακτήσει σὲ ὥρα ἱεροπραξίας, ἀλλὰ συνεχίζει νὰ εἶναι ἐξοργισμένος μὲ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ συνεφημερίου του, τὴν ὁποία ὡστόσο τὴν ὑποθέτει, δὲν εἶναι ἀπόλυτα σίγουρος. Ὅμως πρέπει νὰ πάει ὁ ἴδιος στὴν πόλη νὰ ἐξακριβώσει. Ἀλήθεια, τί; Καὶ μάλιστα ἐκείνη τὴν προχωρημένη ὥρα, κατὰ τὴν ὁποία ἔπρεπε νὰ εἶναι στὴ θέση του. Στὸ Θυσιαστήριο.
Ἄς προσέξουμε πς περιγράφει ὁ Παπαδιαμάντης τὴ συνέχεια τῆς ὑποθέσεως.
«Πεντακόσια βήματα ἀπό τοῦ ναοῦ, ὁ δρόμος ἐκατηφόριζε, καὶ κατήρχετό τις εἰς ὠραίαν κοιλάδα. Εἷς νερόμυλοςεὑρίσκετο ἐπὶ τῆς κλιτύος ἐκείνης, παρὰ τὴν ὁδόν.
Ἀκούσας ὁ ἱερεὺς τὸν δὺν μορμυρισμὸν τοῦ ρύακος, αἰσθανθεὶς ἐπὶ τοῦ προσώπου του τὴν δρόσον, ἐλησμόνησεν ὅτι εἶχε νὰ λειτουργήσῃ πῶς καὶ ποῦ νὰ λειτουργήσῃ ;) καὶ ἔκυψεν νὰ πίῃ ὕδωρ. Ἀλλὰ τὸ χεῖλός του δὲν εἶθχε βραχῆ ἀκόμη, καὶ αἴφνης ἐνεθυμήθη, ἀνένηψεν.
-Ἐγὼ ἔχω νὰ λειτουργήσω, εἶπε, καὶ πίνω νερό ;...
Καὶ δὲν ἔπιε.
Τότε ἦλθεν εἰς αἴσθησιν.
-Τί κάμνω ἐγώ, εἶπε, ποῦ πάω ;
Καὶ ποιήσας τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ¨
-Ἥμαρτον, Κύριε, εἶπεν, ἥμαρτον ! μὴ μὲ συνερισθῇς.
Ἐπανέλαβε δέ :
-Ἐὰν ἐκεῖνος ἔκλεψεν, ὁ Θεὸς ἄς τὸν... συγχωρήσῃ... κ᾿ ἐκεῖνον κ᾿ ἐμέ. Ἐγὼ πρέπει νὰ κάμω τὸ χρέος μου.
Ἠσθάνθη δάκρυ βρέχον τὴν παρειάν του.
-Ὦ Κύριε, εἶπεν ὁλοψύχως, ἥμαρτον, ἥμαρτον ! Σὺ παρεδόθης διὰ τὰς ἁμαρτίας μας, καὶ ἡμεῖς σὲ σταυρώνομεν κάθε μέρα.
Καὶ ἐστράφη πρὸς τὸν ἀνήφορον, σπεύδων νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ παρεκκλήσιον, ὅπως λειτουργήσῃ.
-Καὶ ἤθελα νὰ πιῶ καὶ νερὸ, εἶπε, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ λειτουργήσω. Ἀλλὰ πῶς νὰ κάμω; Δὲν πρέπει νὰ μεταλάβω! Θὰ λειτουργήσω χωρὶς μετάληψιν, δὲν εἶμαι ἄξιος!... «Δεῦτε τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος !..» Ἐγὼ ἄξιος δὲν εἶμαι !
Καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν, ὅπου μετ᾿ ἀγαλλιάσεως οἱ χωρικοὶ τὸν εἶδον.
Ἐτέλεσεν τὴν ἱερὰν μυσταγωγίαν καί, μετέδωκεν εἰς τοὺς πιστοὺς, φροντίσας νὰ καταλύσῃ διὰ στόματος αὐτῶν ὅλον τὸ ἅγιον ποτήριον.10 Αὐτὸς δὲν ἐκοινώνησεν, ἐπιφυλαττόμενος νὰ τὸ εἴπῃ εἰς τὸν πνευματικὸν, καὶ πρόθυμος νὰ δεχθῇ τὸν κανόνα».
Τὰ συμπεράσματα, νομίζω, πὼς ἀβίαστα μᾶς παραδίδονται καὶ, μάλιστα, μὲ κρυστάλλινες θεολογικὲς προεκτάσεις Ὀρθοδόξου συμβουλευτικῆς, πρὸς «καταρτισμὸν καὶ νουθεσίαν» (πρβλ. Δοξαστικὸ Αἴνων. Ε΄ Κυριακῆς Νηστειῶν, ἦχος Α΄ ).
Ὡστόσο τὸ ἐρώτημα ποὺ ἐμμέσως τίθεται εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἀλήθεια, μπορεῖ ὁ παπα-Κυριάκος «νὰ προήδρευσεν τοῦ συμποσίου», ὅμως διάθεσή του ἀπό τὴ νυχτερινὴ περιπέτειά του καὶ μετά, ἀσφαλῶς θὰ ἦταν κάπως συμμαζεμένη, κατηφὴς καὶ ἀρκετὰ προβληματική. Ὁ πειρασμὸς ποὺ ἐμφανίστηκε μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ γιοῦ του Ζάχου τοῦ πρόσφερε ἀναμφίβολα ἕνα κανὸ μάθημα, διακράτησε τὸν ἴδιο ἀπό περαιτέρω ἄκομψες συμπεριφορὲς, ἀλλὰ τελικὰ τοῦ παρέδωσε στὰ χέρια τὰ κλειδιὰ, ὥστε ν᾿ ἀνοίξει τὴ θύρα τῆς μετανοίας καὶ τῆς πραγματικῆς ἐμβιώσεως τῆς Ἀναστάσεως. Μὲ ἁπλὰ λόγια νὰ ζήσει τὸ «Πάσχα Θεοῦ τὸ σωτήριον». Κι εἶναι ἀλήθεια ὅτι τὸ ἔζησε...
Προσέχοντας μία-μία τὶς λέξεις καὶ τὰ νοήματα ποὺ κρύβονται πίσω ἀπὸ αὐτές, λέξεις ποὺ συνιστοῦν ἀνόθευτη Ὀρθόδοξη διδαχή, θαυμάζει κανεὶς καὶ συγκινεῖται γιὰ τὶς ρίζες ποὺ διακρατοῦν τὴν παράδοσή μας.
Γι᾿ αὐτὸ Πάσχα καὶ Χριστούγεννα δὲ νοοῦνται δίχως μιὰν ἐπίσκεψη στὰ «ἀρυτίδωτα γραπτὰ τοῦ Παπαδιαμάντη» (Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος). Γραπτὰ ποὺ ὑψώνουν τὴν ψυχὴ πάνω ἀπὸ τὰ πρόχειρα καὶ ἐν πολλοῖς ἀσεβῆ καὶ ἀπρεπῆ «ἑόρτια» φληναφήματα τοῦ καιροῦ μας καὶ τὴν ὁδηγοῦν σταθερὰ καὶ ἔντιμα νὰ ζήσει «Πάσχα ἱερόν, Πάσχα τερπόν, Πάσχα λύτρον λύπης».
Πάσχα 2012

1 Γιὰ τὴν παρουσία τῶν πειρασμῶν στὴ ζωή μας βλ. π. Μιχαὴλ Καρδαμάκης, Ὀρθόδοξη Πνευματικότητα, Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1980, σελ. 232-239 βλ. ἐπίσης, «Ὃ φεύγων τοὺς πειρασμούς, φεύγει τὴν ἀρετήν. Πειρασμὸν δὲ λέγω οὐ τῶν ἐπιθυμιῶν, ἀλλὰ τῶν θλίψεων.»ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος, Λόγος ΜΔ΄ βλ. ἐπίσης τὰ προλεγόμενα στό, Π. Β. Πάσχος, Ἄλγος νηπίων, Ἀστήρ, Ἀθήνα 1979.
2 Ἀνέστης Κεσελόπουλος, Οἱ ἱερεῖς τοῦ Παπαδιαμάντη ἤ ἡ σχέση τῆς παιδείας μὲ τὸ ἱερατικὸ ἦθος, Πρακτικὰ Α΄ Συνεδρίου γιὰ τὸν Ἀλ. Παπαδιαμάντη, Δόμος, Ἀθήνα 1996, σελ. 571-580.
3 π. Κων. Ν. Καλλιανός, Περὶ ἐνορίας ὁ λόγος. Πῶς βιώνειτὴν ἐνορία καὶ τὴν ἐνοριακὴ ζωὴ ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Σύναξη, τεῦχ. 119 (Ἰούλιος-Σεπτ. 2011) σελ. 78-82.
4 Εὐχὴ τοῦ Χερουβικοῦ Ὕμνου.
5 Ἀνέστης Κεσελόπουλος, Ἡ λειτουργικὴ παράδοση στὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 35.
6 Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ἅπαντα, τ. Β΄ κριτικὴ ἔκδοση Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 1982, σελ. 512-540.
7 «Ἔστιν παρὰ τοῖς ἀκριβεστάτοις τῶν γνωστικῶν Πατέρων καὶ ἑτέρα τις τούτων λεπτοτέρα ἔννοια, ὁ παραρριπισμὸν νοὸς τινες νομάζεσθαι λέγουσιν· ἥτις, χρόνου χωρὶς καὶ λόγου καὶ εἰκόνος, ὀξυτέρως τὸ πάθος τῷ πάσχοντι σημαίνειν πέφυκεν...» σίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, Κλῖμαξ, Λόγος ΙΕ΄ ογ΄ ἐκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὡρωπὸς 1978, σελ. 211, βλ. καὶ τὸ σχόλιο τοῦ π. Ἰγνατίου Πολουπάτη, σελ. 423-424
8 Βλ. τὸ διήγημα «Ὁ ἀλιβάνιστος» Ἅπαντα, τ. Γ΄ Ἀθήνα 1983, σελ. 521-523.
9 Βλ. τὸ διήγημα «Ἐξοχικὴ Λαμπρή», Ἅπαντα, τ. Β΄ , σελ. 125-133.
10 Ἐπειδὴ ἐγείρει κάποια ἐρωτήματα ἡ φράση «φροντίσας νὰ καταλύσῃ διὰ στόματος αὐτῶν [δηλ. τῶν πιστῶν] ὅλον τὸ ἅγιον ποτήριον», θὰ ἤθελα νὰ σημειώσω τὰ ἑξῆς: Ἐδῶ ὁ Ππδ. θέλει νὰ πεῖ, ὅτι ὁ παπα-Χρῆστος δὲν κοινώνησε, δηλαδή δὲν ἔλαβε τὴν ὀφειλομένη εἰς αὐτὸν μερίδα ἀπὸ τὸν Ἀμνὸ, ἀλλὰ Τὸν προσέφερε σὲ ὅσους ἐκοινώνησαν. Ὅμως περατωθείσης τῆς Θ. Κονωνίας, ἀσφαλῶς θὰ κατέλυσε ὅλα τὰ ὑπολοιπα, ὅπως τὶς Μερίδες τῆς Θεοτόκου, τῶν Ταγματων, τῶν Ζώντων καὶ Κεκοιμημένων. Μὲ λίγα λόγια ὁ Ππδ. μὲ τὰ ὅσα λέει θέλει νὰ μᾶς τονίσει τὴ βαθύτατη μεταμέλεια τοῦ παπα-Χρήστου καὶ τὴν παιδαγωγικὴ τῶν ἱ. Κανόνων. 

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2016

Για το βιβλίο του Θεοδόση Πυλαρινού «Ο διακινητής της Προσδοκίας. Σκέψεις για την ποίηση του Στέλιου Θ. Μαφρέδα», Οι Εκδόσεις Των Φίλων, 2016

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Ο Στέλιος Μαφρέδας είναι ένας ποιητής που τιμά τον τόπο του, τη γενιά του, την ποιητική καταγωγή του, την ιδιότητα που φέρει. Η σεμνότητά και η ποιότητα του στίχου του τον κρατούν ψηλά στο βάθρο και η απόδειξη είναι τα δημοσιεύματα που επιφανείς πανεπιστημιακοί, αλλά και άλλοι, έχουν καταθέσει για το έργο του.

Τώρα, με το ανά χείρας βιβλίο, το οποίο υπογράφει ο Θεοδόσης Πυλαρινός, ο έπαινος συγκεντρώνεται, σε μια πιο εμπεριστατωμένη και ολοκληρωμένη μορφή, δίνοντας συνολικά την εκτίμηση που τρέφει ο διακεκριμένος επιστήμονας και ευαίσθητος στα ποιητικά μας πράγματα καθηγητής για τον ποιητή.

Το βιβλίο φέρει τον τίτλο Ο διακινητής της Προσδοκίας και ο διευκρινιστικός υπότιτλος, «Σκέψεις για την ποίηση του Στέλιου Θ. Μαφρέδα», διακινεί την ποιητική ιδέα που απασχολεί τον μελετητή. Ο Πυλαρινός με τον εύστοχο, πάντα, λόγο του, επιμερίζει τις σκέψεις του σε τέσσερα κεφάλαια, καθένα και μια ειδική μελέτη για κάθε μία από τις τέσσερις ποιητικές συλλογές που έχει μελετήσει. Επομένως τα τέσσερα κεφάλαια του βιβλίου αντιστοιχούν στις τέσσερις συλλογές. 1. Οι ταριχευμένες μέρες 2. Στροφή γύρω από τον άξονα 3.Υπόκλιση στον αυτουργό και 4. Επιβάτης πορθμείου. 

Παίρνοντας τις «Σκέψεις» από την αρχή, πρώτο κείμενο, «Οι ταριχευμένες μέρες», στεκόμαστε για λίγο στην επισήμανση του μελετητή στο «τόσο εγκαυστικά… αυτοβιογραφικό στοιχείο στο πολύμορφο πλάτος του ποιητικού λόγου» που όμως «σβήνει τόσο ήρεμα, αφομοιούμενο στους στίχους του ποιήματος». Επίσης στεκόμαστε στη σύνδεση και αλληλεξάρτηση του «αυτοβιογραφικού και αυθιστορικού» χαρακτήρα με τον πανανθρώπινο. Η ποίηση του Μαφρέδα διακρίνεται από ένα «βραδυφλεγές υλικό», λέει ο Πυλαρινός, που κάποια στιγμή εκρήγνυται και αποδεσμεύει δυνάμεις πολλές, οι οποίες φέρνουν στην επιφάνεια το βουβό παράπονο, τα ατελέσφορα όνειρα, τη δύναμη να μην συνθηκολογήσει με ό,τι δεν ενέκρινε και την κάπως καθυστερημένη ενασχόλησή του με την Μούσα. Ωστόσο «έτοιμος από καιρό», επισημαίνει, πάντα, ο Πυλαρινός, φέρνει στην επιφάνεια της χαμηλόφωνης ποίησής του την αθωότητά του, τα «πέτρινα» παιδικά χρόνια του, τη «Βιογραφία» του, τη επίδραση του Καρυωτάκη πάνω του, λόγω τόπου, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα των δεκαετιών 1950 και 1960. Γενικά ο Πυλαρινός παρατηρεί ότι στη συλλογή αυτή έχουμε «μισό αιώνα μνήμης» και βιωμάτων, γεμάτων από πληγές, δύσκολες ώρες και σύγκρουση με την πραγματικότητα.

Στο δεύτερο κείμενο, «Στροφή γύρω από τον άξονα», ο μελετητής επισημαίνει το μέστωμα του ποιητικού λόγου, την ολοκληρωμένη βιοθεωρία την παγιωμένη πάνω στις θέσεις του για τη ζωή, το διάλογο με άλλους ποιητές. Η ποίηση δεν είναι «το καταφύγιο που φθονούμε» καθώς μας κληροδότησε ο Καρυωτάκης αλλά «ανάχωμα κατά της απαισιοδοξίας». Πολλά από τα ποιήματα αναφέρονται στην ποίηση και τη λειτουργία της, ωστόσο δεν λειτουργούν ως «ποιήματα ποιητικής» αλλά περισσότερο ως ποιήματα «βιωμένης ποιητικής». Γιατί τα ποιήματα του Μαφρέδα είναι «πρωτίστως τρόπος ζωής και δευτερευόντως πνευματική διεργασία με εγκεφαλικά χαρακτηριστικά και προσφορά στο βωμό της τέχνης». Ο χρόνος δεν είναι εχθρός απλώς, ο ποιητής τον κρατά σε αναμονή για ό,τι ποθεί· είναι ένας «αγώνας αντοχής». Ενδιαφέρον ιδιαίτερο πιστεύω πως έχει η επισήμανση ότι η «ονειρική κατάσταση… αποτελεί ουτοπική στην ουσία λειτουργία, η οποία όμως τον οδηγεί σε αντικειμενικές επίγειες επιτυχίες».

Το τρίτο κείμενο «Υπόκλιση στον αυτουργό» (η προσωπική μου άποψη είναι ότι ο Μαφρέδας ανοίγει μεγάλο διάλογο με τον αυτόχειρα της Πρέβεζας), ο Πυλαρινός κάνει λόγο για «απόπειρα αυθερμηνείας του βίου του», με εμφανή την παρέμβαση της μοίρας. Ο ποιητής, χωρίς να είναι μοιρολάτρης, αντιλαμβάνεται τη «δύναμη» που «κλώθει το νήμα και σχηματίζει … τη φυλακή μας». Πορεύεται από το «ορατό και απτό προς το δυσπρόσιτο και ασαφές του μυστηρίου της ζωής». Κάτω από αυτό το πρίσμα η Περιστροφή» περί τον άξονα γίνεται συστροφή» με αποτέλεσμα η «σφαιρική θεώρηση» να «μετατρέπεται σε ενδοστρέφεια». Ο ποιητής παρατηρεί ότι όλα αλλάζουν και όλα ίδια μένουν, αφού και ο άνθρωπος και τα πάθη του έχουν «αΐδια ιδιοσυστασία», πράγμα που ο ποιητής αντιλαμβάνεται όταν είναι πλέον αργά. Στο σημείο αυτό ο Πυλαρινός θα ανοίξει τη θυρίδα-ποίημα που αναφέρεται στον μη κατονομαζόμενο Καρυωτάκη, του οποίου η παρακαταθήκη καταλήγει σε «φωτεινή απαισιοδοξία». Αντιπροσωπευτικό δείγμα του «ποιητικού κόσμου» του Μαφρέδα θεωρεί ο Πυλαρινός την «Ήπια εκδοχή» με μια «οδυνηρή» ωστόσο, «στη σύλληψη και στη θεώρηση» επιστροφή στην Πόλη του, η οποία είναι η αδίκως δυσφημισμένη Πρέβεζα.

Τέταρτο και τελευταίο κείμενο, «Επιβάτης πορθμείου», στο οποίο γίνεται λόγος και πάλι για τη συσχέτιση του ποιητικού υποκειμένου με τον Καρυωτάκη, εφόσον από την Πρέβεζα διαπορθμεύτηκε στην αιωνιότητα. Όμως ο Μαφρέδας δεν ασφυκτιά στην Πρέβεζα, την αγαπά, δεν αποδέχεται τη μοιραία ταύτισή της με το θάνατο (και λέω μοιραία επειδή τη σημάδεψε ο θάνατος του Καρυωτάκη και γι’ αυτό θα την στοιχειώνει για πάντα. Αυτά όμως μόνο για τους ασχολούμενους με την ποίηση. Για τους άλλους η πόλη είναι σύγχρονη και ωραία, έχει βρει τους σύγχρονους ρυθμούς της). Ο Μαφρέδας την απενοχοποιεί «από το συμβολικό στίγμα», άλλωστε «δυνάμει», «επιβάτης πορθμείου» είναι και ο ίδιος και ο καθένας μας. Όσο για το πορθμείο της «της επιφυλάσσει ένα ρόλο αφόρμησης προς το επέκεινα… στο αχανές άγνωστο» (και γιατί όχι να μην το παραβάλουμε με τη λεωφόρο Συγγρού του Γιώργου Σεφέρη, τηρουμένων των αναλογιών). Με αυτή τη σκέψη θα λέγαμε πως η ποίηση του Μαφρέδα, όπως παρατηρεί ο Πυλαρινός, είναι διαποτισμένη από την προσδοκία, αποστρέφεται την ιδέα του θανάτου, ανθίσταται στην άδικη επιβουλή του χρόνου. Η ιδέα μάλιστα ότι «η μυστική παρουσία του Καρυωτάκη μυθοποιεί ευεργετικά την Πρέβεζα» μας ανακουφίζει.

Τέλος, ο πρωταγωνιστής έρωτας συμπαρασύρει τα πάντα και ακυρώνει ακόμα και το θάνατο, σχολιάζει ο Πυλαρινός «η τραγικότητα του έρωτα ως πράξη a priori, και όχι εκ του αποτελέσματος δραματική, είναι σημαντική προσφορά της ποίησης του Μαφρέδα, αφού λειτουργεί ως πρωτότυπη προσπάθεια ερμηνείας του ανερμήνευτου».

Τελικώς, η ποίηση του Μαφρέδα που διερευνά τα ανεξιχνίαστα μυστήρια της ζωής, η ποίηση που καταλήγει φιλοσοφία, η ποίηση αποτελεί την κινητήρια δύναμή του και αυτή καθόρισε την πορεία του. Και, παρά τη μαθητεία του στον Καρυωτάκη, στις συλλογές του, ο θάνατος «επιχωριάζει» διακριτικά, αλλά εκείνος αφήνει τα πράγματα να έχουν τη φυσική τους εξέλιξη, και σε αντίθεση με το «ίνδαλμά» του, η ποίησή του δεν είναι πεισιθάνατη αλλά αλεξιθάνατη.

Κάτι που ακόμα επισημάνει ο μελετητής είναι η παρουσία του θρησκευτικού στοιχείου όχι ως απλού διακειμενικού στοιχείου, αλλά ως βιωμένη παράδοση, λαϊκή θρησκευτικότητα και όχι θεολογική τάση. Το ίδιο ισχύει και για λέξεις της αρχαιότητας.

Εν τέλει, πρόκειται για μια ποίηση χαμηλόφωνη και υποβλητική, η οποία με την Υπόκλιση στο αυτουργό, αντιτάχτηκε και αμφισβήτησε το «δήθεν προδιαγεγραμμένο».

Το βιβλίο- αφιέρωμα στον ποιητή Στέλιο Μαφρέδα είναι μια εφ’ όλης της ύλης μελέτη του Πυλαρινού, γραμμένη με αίσθηση των αφανών αναλογιών, των εσωτερικών ισορροπιών και μυστικών ανταποκρίσεων, ένας καθρέφτης όπου το δοκίμιο του ενός κοιτάζει το είδωλο της ποίησης του άλλου.  

Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

Αριστομένης Λαγουβάρδος: ΩΔΗ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ (ποίημα)


Γιατί  ο  κεραυνοβόλος  έρωτας  έρχεται  μέσα  στην  έκσταση  των  ματιών.
Γιατί  οι  μεγάλες  σιωπές  θέλουν  κι ’ ένα  βαθύ  κοίταγμα.
Γιατί  σ’ ένα  λεπτό  τα  λένε  όλα,
και  μπορούν  να  απειλήσουν  ακόμη,  ή  και  να  βρίσουν.
Γιατί  μέσα  στα  μάτια  μπορείς  να  δείς  την  ψυχή  του  ανθρώπου.
Γιατί  πιστεύουμε  στα  μάτια  των  λίγων  και  όχι  των  πολλών.
Γιατί  τα  μάτια  της  γυναίκας  είναι  η  ποίηση,  η  ζωγραφική  και  η  μουσική
που  ευφραίνουν  τον  κόσμο.
Γιατί  τα  πιο  ωραία  είναι  αυτά  που  σε  κοιτάζουν  με  τρυφερότητα.
Γιατί  ποτέ  δεν  κατάλαβα  πως  κάποιοι  εκλεχτοί  σκέφτονται  με  την  ψυχή,
βλέπουν  με  την  καρδιά  και  γράφουν  με  τα  μάτια.
Γιατί  μέχρις  ότου  το  θρήσκευμα  των  ανθρώπων  θα  είναι  πιο  σημαντικό
από  την  τρυφερότητα  των  ματιών,  θα  υπάρχει  πάντα  ο  πόλεμος.
Γιατί  είναι  ωραίο  πριν  κοιμηθεί  κανείς  να  διαβάσει  δύο  ωραία  μάτια.
Γιατί  τα  αθέλητα  και  σιωπηλά  δάκρυα,  είναι  απόδειξη  ευαισθησίας
και  συμπόνιας,
Γιατί  αντίθετα  από  τις  λέξεις  τα  μάτια  δεν  χρησιμοποιούν  τελείες,
τα  λένε  αμέσως  όλα.

Γιατί  οι  μεγάλοι  δάσκαλοι  της  φιλοσοφίας  είναι  τα  χέρια,  τα  πόδια
και  τα  μάτια  μας.

[Από  την  συλλογή Στα  απόκρυφα  τοπία  της  μοναξιάς] 

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016

ΡΕΣΙΤΑΛ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ ΣΤΟ ΩΔΕΙΟ ΑΤΕΝΕΟΥΜ ΜΕ ΤΗΝ ΣΟΠΡΑΝΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΑΤΘΑΙΟΥΔΑΚΗ, ΣΤΟ ΠΙΑΝΟ Η ΔΟΜΝΙΚΗ ΧΑΛΑΡΗ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Ένα πρόγραμμα από τραγούδια μεγάλων Ιταλών συνθετών είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε στις 21-3-2016, στο εξαιρετικό ρεσιτάλ της λυρικοδραματικής σοπράνο Αλεξάνδρας Ματθαιουδάκη, υπό την συνοδεία πιάνου της Δομνίκης Χάλαρη, στο Ωδείο "Ατενέουμ", στην αίθουσα, "La Divina", προσωνύμιο που δόθηκε προς τιμήν της Μαρίας Κάλλας.

Στην αρχή τρία τραγούδια, στη γλώσσα των λογίων της Ιταλίας, από τον "Κύκνο του Πέζαρο", Gioacchino Rossini, που με την κομψότητα του ύφους του και την ωραία μελωδία του, περιγράφει την πορεία μιας γόνδολας, καθώς αυτή διασχίζει με λικνίσματα τα νερά της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας.

Ακολούθησαν τρεις Ρομάντσες του δημιουργού της Νόρμας, Vincenzo Bellini, από την "Fartalletta", τις οποίες έγραψε σε ηλικία δώδεκα ετών, καθώς και άλλα τρία τραγούδια του σπουδαίου αυτού συνθέτη, που ο πρόωρος θάνατός του στα 33 του χρόνια, ανέκοψε την θεαματική ανοδική, συνθετική του πορεία.

Στη συνέχεια η Ματθαιουδάκη, με εκφραστική απαγγελία και διάφανη καθαρότητα, τραγούδησε τέσσερις Ρομάντσες του Giuseppe Verdi, του συνθέτη, που, μαζί με τον Richard Wagner, αποτέλεσαν τις δύο διακεκριμένες φωνές στον κόσμο της όπερας και δέσποσαν στο μουσικό στερέωμα κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Τις τέσσερις ρομάντσες, "Il Tramonto", "La Zingara", "Ad una stella" και "Brindisi", συνέθεσε ο Verdi το 1845 κατά την μέση παραγωγική του περίοδο, όπου και μας έδωσε τις μεγάλες του όπερες. Η σοπράνο, με εύρος φωνής και δραματικότητα, ερμήνευσε την άρια της Λεωνόρας, "Pace mio dio", από την όπερα, "La forza del destino" {Η Δύναμις του πεπρωμένου}, γραμμένη το 1862, κατόπιν παραγγελίας από την Αγία Πετρούπολη, όπου και πρωτοπαίχτηκε.

Την άρια της Σαντούτσας, από την μονόπρακτη όπερα του Pietro Mascagni, "Cavalleria rusticana", απέδωσε, με εξομολογητική αμεσότητα, η καλλιτέχνις και με θεατρικότητα ανέδειξε τον πόνο της εγκαταλειμμένης ηρωίδας από τον άπιστο αγαπημένο της.

Ακολούθως, ερμήνευσε με δραματικότητα την άρια "suicidio", {Αυτοκτονία}, από την όπερα του Amilcare Ponchielli, "La Gioconda". Φτωχό κορίτσι, η Τζοκόντα, τραγουδά στους δρόμους της Βενετίας για να ζήσει την τυφλή μητέρα της. Αγαπά έναν ευγενή μεταμφιεσμένο σε ψαρά ο οποίος είναι παράφορα ερωτευμένος με μια νεαρά κυρία της τάξης του, που αγωνίζεται να απαλλαγεί από τον τυραννικό σύζυγό της. Αγνοώντας ο νεαρός "ψαράς" τον κρυφό έρωτα που τρέφει γι αυτόν η Τζοκόντα, δέχεται την πρότασή της να τον φυγαδεύσει με την αγαπημένη του μέσα από τα κανάλια της πόλης των Δόγηδων, που τόσο καλά γνωρίζει. Πράγματι το ζευγάρι καταφέρνει να ξεφύγει, ενώ η ηρωίδα τραγουδώντας τη συνταρακτική της άρια, αυτοκτονεί. Εκμεταλλευόμενη η καλλιτέχνις, τη θαυμάσια χαμηλή τραγουδιστική της περιοχή, μετέδωσε το σπαραγμό της μεγάλης αυτοθυσίας της ηρωίδας, δημιουργώντας μια άκρως συγκινητική και τραγική ατμόσφαιρα.

Στη συνέχεια, ακούσαμε την τελευταία άρια, "Io son I umile ancella",από την όπερα σε τέσσερις πράξεις του Francescco Cilea, "Andiana Lecouvreur", βασισμένη στη ζωή της ομώνυμης Γαλλίδας ηθοποιού. Ένας ύμνος στην τέχνη και στους καλλιτέχνες που την υπηρετούν ήταν η άρια αυτή, ερμηνευμένη με εκφραστικότητα.

Τέλεια η συνοδοιπορία και η σύμπνοια των δύο καλλιτεχνών. Η συνοδεία όμως του πιάνου από την Δομνίκη Χάλαρη, εξειδικευμένη στην οπερατική εκμάθηση, υπήρξε ανεκτίμητη και ήταν αποτέλεσμα της βαθιάς γνώσης της στη λυρική φιλολογία. Κράτησε την ηχητική ισορροπία μεταξύ ανθρώπινης φωνής και μουσικού οργάνου σε τέτοιο υψηλό επίπεδο, ώστε να αναδειχθεί αβίαστα η φωνητική έκταση της σοπράνο. Την δεξιοτεχνική της δεινότητα στο πιάνο, η Χάλαρη, μας αποκάλυψε στα δύο απολαυστικά σολιστικά της μέρη, την Ρομάντσα και το Σκερτσίνο του Cilea. Και στις δύο καλλιτέχνιδες αξίζουν θερμά συγχαρητήρια.

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2016

Η ποιητική ουσία ενός θεατρικού κόσμου η έγνοια μας [3ο]








του Τάκη Κεφαλληνού

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ

Γιὰ σαρανταεφτὰ χρόνια ἡ Μνήμη αὐτὴ τὴ μέρα στέκει σιωπηλὴ καὶ μὲ φαρμακωμένη νοσταλγία ξαναγυρίζει στὴ Μ. Τρίτη τοῦ 1969, ὅταν ἦρθε ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ τὸ μήνυμα ὅτι ἔφυγε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸν ὁ Πατέρας.
Ἔτσι, κάθε χρόνο οἱ μέρες, ἕξη καὶ ἑφτὰ τοῦ Ἀπριλίου, εἶναι μέρες ἱεροῦ Μνημοσύνου γιὰ τὴν ψυχή του καὶ συνάμα μιὰ ἐπιστροφή. Ἐπιστροφὴ σὲ κάτι ποὺ βιώνει ἕνας ἔφηβος, ὅταν ξαφνικὰ χάνεται ἡ ἰσορροπία μέσα στὴν οἰκογένεια: Δηλαδὴ ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δυὸ γονιοὺς νὰ ἐγκαταλείπει τὰ πάντα καὶ νὰ ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὸν κόσμο ἐτοῦτο δίχως ἐπιστροφή. Καὶ τὸ μόνο ποὺ ν᾿ ἀπομένει μέσα στὸ μισοφωτισμένο τὸ σπίτι νὰ εἶναι ὁ ἴσκιος του.
Γιατί, ναί μὲν ἀπουσίαζε στὴν Ἀμερική, ὅπου κι ἐργαζόταν - ἐπειδὴ ἦταν ἀδύνατο νὰ ἐπιβιώσει κάποιος φτωχὸς στὸ μικρὸ ἀγροτικὸ χωριό- ὡστόσο ὑπῆρχε πάντα ἡ προσδοκία τῆς ἐπιστροφῆς, τὸ ξαναγέμισμα τοῦ ἄδειου του τόπου δίπλα στὸ τζάκι καὶ ἡ παρουσία του, ζωντανὴ παρουσία μέσα στὸ σπίτι. Μὲ τὸ θάνατο, λοιπόν, τῶν προσφιλῶν μας προσώπων ὅλ᾿ αὐτὰ χάνονται, ἀνατρέπονται οἱ ἰσορροπίες, ἀπομένει ἄδειος γιὰ πάντα ὁ τόπος ποὺ συνήθιζαν νὰ κάθονται καὶ νὰ ξαποσταίνουν κι ὅλα μέσα στὸ σπίτι νὰ παίρνουν μιὰ διαφορετικὴ τροπή.
Δὲ λησμονιέται, βλέπεις, τὸ πρῶτο μελαγχολικὸ ἀπόβραδο ὅταν ὅλοι ἔχουν φύγει κι ἀπομένει ἄδειο τὸ σπίτι καὶ πένθιμο, κι ἄς κλαδώνει ἔξω τὸν τόπο ἡ ἄνοιξη κι ἡ πασχαλινὴ εὐφροσύνη ποὺ ἔρχεται. Μήτε λησμονιέται τὸ πονεμένο βλέμμα τῆς Μάνας, ποὺ δὲ χάρηκε στὴ ζωή της, ἀφοῦ σχεδὸν ὅλα τὰ χρόνια ὁ ἄντρας της ἀπουσίαζε στὴν ξένη. Βλέμμα φορτισμένο ἀπὸ ὀδύνη ἀβασταχτη, γιατὶ στὰ πενηντα δυὸ ποὺ ἔφυγε ὁ Πατέρας πόσα προλάβανε νὰ ζήσουν κι οἱ δυό;
Ἔτσι σήμερα, ξαναγυρίζω στὴ Μ. Τρίτη τοῦ 1969 καὶ ξαναζῶ στιγμὲς κορυφαῖες στοῦ βίου, ἀλλὰ καὶ πασχίζω, γι᾿ ἄλλη μιὰ φορὰ νὰ συλλαβίσω λίγες λέξεις εὐγνωμοσύνης, σεβασμοῦ καὶ συγκίνησης στὰ δυὸ πρόσωπα τῶν γονιῶν, τελώντας ἔτσι τὸ καθιεωμένο τους κοινὸ Μνήμόσυνο. Εἰς τιμὴν καὶ μνήμην, ἀλλὰ καὶ ὡς προσευχητάριο ταπεινό, γιὰ νἄναι ἀναπαμένες οἱ ψυχές τους .
6/7 Ἀπριλίου 2016

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email