© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΑΓΙΟ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟ 2014. ΠΡΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΝ ΛΟΙΠΟΝ, Ή ΟΧΙ;

Ἀναζητώντας τὸ ἀρχαῖον κάλλος τῶν ἑορτῶν

Στν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Φιλαδελφείας κύριον Μελίτωνα, χαρμόσυνον ὄφλημα


«Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὸ Κάστρον καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ, τόσον θάλπος ἐθώπευσε τὴν ψυχήν των, ὥστε ἂν καὶ ἦσαν κατάκοποι, καὶ ἂν ἐνύσταζόν τινες αὐτῶν, ᾐσθάνθησαν τόσον τὴν χαρὰν τοῦ νὰ ζῶσι καὶ τοῦ νὰ ἔχωσι φθάσει αἰσίως εἰς τὸ τέρμα τῆς πορείας των, εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου, ὥστε τοὺς ἔφυγε πᾶσα νύστα καὶ πᾶσα κόπωσι» 
(Α. Παπαδιαμάντης, Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο)

Καθὼς πλησιάζει καὶ πάλι τὸ Ἅγιο Δωδεκαήμερο, μιὰ περίεργη θλίψη ἔρχεται νὰ προστεθεῖ στὰ ὅσα συμβαίνουν γύρω μας. Γιατὶ ὄντως ὅλοι μας, λίγο-πολύ, διαπιστώνουμε πὼς ἐπιχειρεῖται, χρόνο τὸ χρόνο, μιὰ πνευματικὴ καθίζηση, σκοπὸς τῆς ὁποίας εἶναι νὰ διασαλευτοῦν τὰ ὅσα ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια μᾶς ἄφησαν οἱ πατέρες μας ὡς κληρονομιὰ πολύτιμη. Κι αὐτὸ φαίνεται στὴ συμπεριφορὰ τῶν Νεοελλήνων ἀπέναντι στὴν Ἐκκλησιαστικὴ παράδοση καὶ ζωή.
Ὅμως ἄς πάρουμε τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή.
Κάποτε, στὴν προβιομηχανικὴ λεγομένη ἐποχή, μέχρι τὰ τέλη περίπου τῆς δεκαετίας τοῦ 1960, ἡ Ἐκκλησία ἦταν τὸ κέντρο τῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ. Καὶ γιὰ να τὸ διατυπώσω πιὸ ἁπλᾶ αὐτὸ θυμίζω, πὼς δὲν ἐννοεῖτο νὰ μὴν ἐκκλησιαστεῖ κάποιος τὴ Νύχτα τῶν Χριστουγέννων, γιατὶ διαφορετικὰ δὲν καταλάβαινε ὅτι ἦρθαν τὰ Χριστούγεννα. Μάλιστα, γιὰ νὰ εὐφρανθεῖ ὁ κάθε πιστός, ἔπρεπε νὰ προετοιμαστεῖ μέσα στὸ Σαρανταήμερο, νὰ νηστέψει δηλαδή, νὰ κοινωνήσει, νὰ ἀναμένει τὴ Γιορτή, γιὰ νὰ νοιώσει ἐπιτέλους αὐτὸ τὸ Θάλπος ποὺ κομίζει. Τὴ θαλπωρή δηλαδή καὶ τὴ ζεστασιά συντροφευμένη  πάντα μὲ τὴ σιγουριά καὶ τὴν κατάνυξη. Καὶ γιὰ τὸ καταλάβουμε καλύτερα αὐτὸ, δὲν ἔχουμε παρὰ  νὰ σκύψουμε  στὸν παπαδιαμαντικὸ λόγο, ὁ ὁποῖος καὶ προτάθηκε στὴν ἀρχή,  γιὰ νὰ μᾶς εἰσαγάγει στὸ ἀνόθευτο καί γνήσιο πνεῦμα τῆς Γιορτῆς. Καὶ δὲν εἶναι διόλου τυχαῖο ὅτι στὰ χωριά, ἐκεῖ δηλαδὴ ποὺ κυριαρχοῦσε τὸ γνήσιο πνεῦμα τῶν ἁπλοϊκῶν πιστῶν, πρόσεχαν πάρα πολὺ τὴν δίαιτά τους, ἀπέχοντας ἀπὸ τὸ κρέας καὶ γαλακτοτυροκομικά, καταλύοντας μονάχα ψάρι, ὄσπρια, ἐλιές, χόρτα καὶ ἄλλα νηστήσιμα. Καὶ τὸ πλέον σημαντικὸ εἶναι,  πὼς ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ ἔκαναν μὲ εὐχαρίστηση καὶ σεβασμὸ στὴν Παράδοση τῶν πάτέρων τους. Ἔτσι, ὅταν ἔφτανε ἡ μεγάλη Γιορτή ζοῦσαν πραγματικὰ ἐκεῖνο ποὺ ἀναφέρεται στὸ προσόμοιο τῶν Αἴνων: τὸ, «Εὐφραίνεσθε δίκαιοι, οὐρανοὶ ἀγαλλιᾶσθε, σκιρτήσατε τὰ ὄρη Χριστοῦ γεννηθέντος...». Κι ἡ εὐφροσύνη αὐτὴ συνεχιζόταν ὅλο τὸ Δωδεκαήμερο. Γιατὶ θεωροῦσαν τὶς μέρες αὐτὲς ἱερές, φωτεινὲς καὶ φορτισμένες μὲ  πανηγυρικὸ  πνεῦμα καὶ ἑόρτιο διάθεση .     
Φυσικὰ σήμερα, μὲ τὴν εἴσοδο τοῦ νέου τρόπου ζωῆς καὶ ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων, ἡ γιορτὴ αὐτὴ τῶν Χριστουγέννων ἔχει ὑποστεῖ μιὰ ἀπίστευτη παραποίηση. Γιατὶ Χριστούγεννα θεωροῦνται οἱ στολισμοὶ τῶν σπιτιῶν, τῶν καταστημάτων καὶ τῶν δρόμων. Οἱ ὑπερβολικοὶ ἐξωτερικοὶ φωτισμοί -ὄχι οἱ ἐσωτερικοί- καὶ ἡ ἔντονη παρουσία τῶν λεγομένων «ρεβεγιόν» ἤ τῶν ἑορταστικῶν διακοπῶν. Ποὺ ὑποκαθιστοῦν τὸ πνεῦμα τῆς γιορτῆς χωρὶς ὡστόσο  νὰ βιώνει ὁ σύγχρονος «πιστός», τό, «ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστὸς»καί, γιατί.
Εἰλικρινὰ μιλῶ:  Ὁ σημερινὸς πιστός, μὴ ἔχοντας σωστὴ ἐκκλησιαστικὴ ἀγωγή καὶ μὴ γνωρίζοντας «πῶς δεῖ πορεύεσθαι», περιπολεῖ σὲ θάλασσες  τοῦ αἰωνίου ἄγνωστες. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐμβιώνει κενὰ μηνύματα καὶ ἔναγχο βίο, ποὺ τελικὰ τὸν ἀποσυντονίζουν πλήρως. Γιατὶ ὑπακούοντας σὲ ἐπιταγὲς καὶ σὲ κελευσματα τῆς ἐποχῆς του, ἐν πολλοῖς ἄχρηστα,  πασχίζει νὰ συντονιστεῖ μὲ αὐτά. Χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ καταλάβει ὅτι μπερδεύεται περισσότερο, ἐπειδὴ ἐπιθυμεῖ  ὄλα ὅσα προσφέρει ἡ κατανάλωση καὶ ἡ ἀγορὰ δὲν εἶναι μήτε χρήσιμα, μήτε κι ἀναγκαῖα. Ἔτσι, τὴν παραμονὴ π.χ. τοῦ Ἁγίου Βασιλείου οἱ περισσότεροι ξενυχτοῦν περιμένοντας  «νὰ γυρίσει» ὁ χρόνος. Νὰ φύγει δηλαδὴ ὁ παλιὸς (!) καὶ νὰ «ἔρθει ὁ νέος»!! Καὶ μετροῦν τὶς ὧρες, τὰ λεπτὰ, τὰ δευτερόλεπτα... Εἰς μάτην δηλαδή, γιατὶ τελικὰ στὴν οὐσία τίποτε δὲν ἀλλάζει, ἄν μέσα μας παραμένουμε οἱ ἴδιοι καὶ δὲν καταλάβουμε πὼς ἡ ἀλλαγὴ τοῦ χρόνου δὲν εἶναι τελικὰ οἱ συμβατικοὶ ἀριθμοὶ ποὺ διαφοροποιοῦνται, ἀλλὰ ἡ διάθεση γιὰ προσέγγιση τοῦ Μυστηρίου τῆς Σωτηρίας, τὸ ὁποῖο  καὶ ἀνακαινίζει τὴν καθημερινότητά μας, ἄρα καὶ τὸν ἴδιο τὸ χρόνο.
Παλιότερα οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι καὶ συνειδητοὶ πιστοὶ δὲν περίμεναν νὰ πληροφορηθοῦν τὴν ἔλευση τοῦ νέου χρόνου ἀπὸ τὰ Μ.Μ.Ε., ὅπως γίνεται σήμερα, ἀλλὰ περίμεναν νὰ πᾶνε στὴν Ἐκκλησία, νὰ λειτουργηθοῦν, νὰ πάρουν τὸν Ἁγιασμὸ κ.λ.π. νὰ εὐχηθοῦν ὁ ἕνας στὸν ἄλλο γιὰ νὰ καταλάβουν τὴν ἀλλαγὴ τοῦ χρόνου. Φυσικὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ τὴ συνόδευαν πάντα καὶ κάποιες συναφεῖς ἐνεργειες, ὅπως ἡ ἀλλαγὴ τῶν ξύλων στὴ φωτιά (στὸ τζάκι) τὴν παραμονὴ τῆς Πρωτοχρονιᾶς, ἡ εἴσοδος στὸ σπίτι, πρωΐ-πρωΐ, τοῦ φρέσκου νεροῦ καὶ τῆς εἰκόνας, τὸ κόψιμο τῆς κουλούρας τῆς ἁγιοβασιλιάτικης στὸ τραπέζι, ἀφοῦ προηγουμένως τὴ σταύρωναν κ. ἄ. ἀκόμη.
Σήμερα ἀπὸ τὰ παραπάνω πολὺ ἐλάχιστα διατηροῦνται, γιατὶ ὁ σύγχρονος καὶ σαρωτικὸς τρόπος ζωῆς δὲν ἐπιτρέπει τέτοιου εἴδους συμπεριφορὲς, ἐπειδὴ θεωροῦνται παρωχημένες ἕως φαιδρὲς ἀπὸ πολλούς. Μόνο ποὺ ἀντὶ νὰ εἶναι παρωχημένη ὅλη αὐτὴ ἡ ἐθιμικὴ πρακτικὴ καὶ ὁ ἐκκλησιαστικὸς τρόπος βιώσεως τῆς Γιορτῆς,  καταντᾶ παρωδία ὅ, τι τὸ ἀντίθετο. Αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ προωθεῖ τὸ ψυχρὸ marketing, τὸ ὁποῖο δὲ νοιάζεται γιὰ νὰ ἀναπαύει καὶ νὰ εἰρηνεύει τὶς ψυχὲς , ἀλλὰ νὰ τὶς σκοτίζει μὲ ἔγνοιες καὶ πολὺ περισσότερο μὲ ἐγωϊσμὸ καὶ ἀπανθρωπία: τὰ θεμέλια τοῦ κέρδους δηλαδή.
Αὐτὴ ἡ θλίψη κατέχει, λοιπόν, τὸν κάθε πιστὸ ποὺ ἀγναντεύει τὸν συνάνθρωπό του νὰ ἀναζητᾶ τρόπους ἑορτασμοῦ τοῦ Δωδεκαημέρου. Χωρὶς φυσικὰ νὰ γιορτάζει, δίχως νὰ γνωρίζει καλὰ καλὰ τὶ εἶναι καὶ πῶς νοηματοδοτεῖ τὴ ζωή του ἡ πάντιμος αὐτὴ ἑόρτιος παρένθεση τοῦ βίου. Ἀπὸ τὶς κορυφαῖες, μάλιστα.


Η ΚΟΙΝΗ ΔΗΛΩΣΙΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ (Φανάριον, 30.11.2014) [ελληνιστί και αγγλιστί]


Κοινή Δήλωσις
τῆς Α. Ἁγιότητος τοῦ Πάπα Φραγκίσκου καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου 
κ.κ. Βαρθολομαίου
(30 Νοεμβρίου 2014)

Ἡμεῖς, ὁ Πάπας Φραγκίσκος καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ἐκφράζομεν τήν βαθεῖαν πρός τόν Θεόν εὐγνωμοσύνην μας διά τήν δωρεάν τῆς νέας ταύτης συναντήσεώς μας, ἡ ὁποία μᾶς παρέχει τήν δυνατότητα, παρουσίᾳ τῶν μελῶν τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου, τοῦ κλήρου καί τῶν πιστῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, νά ἑορτάσωμεν ἀπό κοινοῦ τήν ἑορτήν τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου καί αὐταδέλφου τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Ἡ μνήμη τῶν Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι ἐκήρυξαν τήν καλήν ἀγγελίαν τοῦ Εὐαγγελίου εἰς τόν κόσμον διά τοῦ κηρύγματος καί τῆς μαρτυρίας τοῦ μαρτυρίου των, ἐνισχύει ἐντός ἡμῶν τήν ἐπιθυμίαν νά συνεχίσωμεν τήν κοινήν ἡμῶν πορείαν πρός τήν ὑπέρβασιν, ἐν ἀγάπῃ καί ἀληθείᾳ, τῶν ἐμποδίων, τά ὁποῖα μᾶς διαιροῦν.

Κατά τήν εὐκαιρίαν τῆς συναντήσεώς μας εἰς Ἱεροσόλυμα τόν παρελθόντα Μάϊον, κατά τήν ὁποίαν ἐμνήσθημεν τοῦ ἱστορικοῦ ἐναγκαλισμοῦ τῶν ἀοιδίμων προκατόχων ἡμῶν Πάπα Παύλου Ϛ’ καί Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου, ὑπεγράψαμεν κοινήν δήλωσιν. Σήμερον, κατά τήν εὐτυχῆ νέαν ταύτην ἀδελφικήν ἡμῶν συνάντησιν, ἐπιθυμοῦμεν νά ἐπαναβεβαιώσωμεν τάς κοινάς ἡμῶν προθέσεις καί ἀνησυχίας. 

Ἐκφράζομεν τήν εἰλικρινῆ καί σταθεράν ἀποφασιστικότητά μας, ὑπακούοντες εἰς τό θέλημα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, νά ἐντείνωμεν τάς προσπαθείας μας διά τήν προώθησιν τῆς πλήρους ἑνότητος ὅλων τῶν Χριστιανῶν καί, ὑπεράνω ὅλων, μεταξύ τῶν Καθολικῶν καί τῶν Ὀρθοδόξων. Ὡσαύτως, προτιθέμεθα νά στηρίξωμεν τόν θεολογικόν διάλογον, ὁ ὁποῖος ἤρχισεν ἀκριβῶς πρό τριάκοντα πέντε ἐτῶν ὑπό τοῦ Οἰκουμενικού Πατριάρχου Δημητρίου καί τοῦ Πάπα Ἰωάννου Παύλου Β’ ἐδῶ εἰς τό Φανάριον, καί ὁ ὁποῖος ἀσχολεῖται κατ’ αὐτάς μέ τά πλέον δύσκολα ζητήματα, τά ὁποῖα ἐσημάδευσαν τήν ἱστορίαν τῶν διαιρέσεών μας καί ἀπαιτοῦν προσεκτικήν καί λεπτομερῆ μελέτην. Πρός τόν σκοπόν αὐτόν παρέχομεν τήν διαβεβαίωσιν τῆς διαπύρου προσευχῆς μας ὡς Ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας, ζητοῦντες ἀπό τούς πιστούς μας νά ἑνώσουν τάς προσευχάς των μέ τάς ἰδικάς μας «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ» (Ἰω. ιζ΄, 21). 

Ἐκφράζομεν τήν κοινήν ἡμῶν ἀνησυχίαν διά τήν τρέχουσαν κατάστασιν εἰς τό Ἰράκ, τήν Συρίαν καί ὅλην τήν Μέσην Ἀνατολήν. Εἴμεθα ἡνωμένοι ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ μας διά εἰρήνην καί σταθερότητα καί εἰς τήν θέλησιν νά προωθήσωμεν τήν ὑπέρβασιν τῶν συγκρούσεων διά τοῦ διαλόγου καί τῆς καταλλαγῆς. Ἐνῷ ἀναγνωρίζομεν τάς προσπαθείας, αἱ ὁποῖαι ἤδη καταβάλλονται πρός προσφοράν βοηθείας εἰς τήν περιοχήν, συγχρόνως καλοῦμεν ὅλους ὅσοι ἔχουν εὐθύνην διά τάς τύχας τῶν λαῶν νά ἐπιτείνουν τήν δέσμευσίν των ἔναντι τῶν κοινοτήτων αἱ ὁποῖαι ὑποφέρουν, περιλαμβανομένων καί τῶν χριστιανικῶν, καί νά τάς ἐνισχύσουν νά παραμείνουν εἰς τήν χώραν τῆς καταγωγῆς των. Δέν δυνάμεθα νά ἀποδεχθῶμεν μίαν Μέσην Ἀνατολήν χωρίς Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι ὁμολογοῦν τό Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ ἐκεῖ ἐπί δύο χιλιάδες χρόνια. Πολλοί ἀπό τούς άδελφούς καί τάς ἀδελφάς μας διώκονται καί ὑπεχρεώθησαν βιαίως νά ἐγκαταλείψουν τάς ἑστίας των. Φαίνεται ὅτι ἀκόμη καί ἡ ἀξία τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς ἔχει χαθῆ• τό ἀνθρώπινον πρόσωπον δέν ὑπολογίζεται πλέον καί δύναται νά θυσιασθῇ δι᾿ ἄλλους σκοπούς. Καί, τό τραγικώτερον, πάντα ταῦτα συναντοῦν τήν ἀδιαφορίαν τῶν πολλῶν. Ὅπως μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ Ἅγιος Παῦλος, «εἴτε πάσχει ἕν μέλος, συμπάσχει πάντα τά μέλη, εἴτε δοξάζεται ἕν μέλος, συγχαίρει πάντα τά μέλη» (Α’ Κορ. ιβ΄, 26). Τοῦτο ἀποτελεῖ τόν νόμον τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς, καί μέ τήν ἔννοιαν αὐτήν δυνάμεθα νά εἴπωμεν ὅτι ὑπάρχει ἐπίσης καί ἕνας οἰκουμενισμός τῆς ὀδύνης. Ὅπως ἀκριβῶς τό αἷμα τῶν μαρτύρων ὑπῆρξε τό σπέρμα τῆς δυνάμεως καί ἀναπτύξεως τῆς Ἐκκλησίας, κατά τόν ἴδιον τρόπον ἡ συμμετοχή εἰς τάς καθημερινάς θλίψεις ἠμπορεῖ νά ἀποβῇ ἀποτελεσματικόν ὄργανον ἑνότητος. Ἡ τρομερά κατάστασις τῶν χριστιανῶν καί ὅλων ὅσοι ὑποφέρουν εἰς τήν Μέσην Ἀνατολήν καλεῖ ὄχι μόνον εἰς συνεχῆ προσευχήν, ἀλλά καί εἰς τήν κατάλληλον ἀνταπόκρισιν ἐκ μέρους τῆς διεθνοῦς κοινότητος.

Αἱ σοβαραί προκλήσεις, τάς ὁποίας ἀντιμετωπίζει ὁ κόσμος εἰς τήν παροῦσαν κατάστασιν, ἀπαιτοῦν τήν ἀλληλεγγύην ὅλων τῶν ἀνθρώπων καλῆς θελήσεως, καί διά τοῦτο ἀναγνωρίζομεν ὡσαύτως τήν σπουδαιότητα τῆς προωθήσεως ἐποικοδομητικοῦ διαλόγου μετά τοῦ Ἰσλάμ ἐπί τῇ βάσει ἀμοιβαίου σεβασμοῦ καί φιλίας. Ἐμπνεόμενοι ἀπό κοινάς ἀξίας καί ἐνισχυόμενοι ἀπό γνήσια ἀδελφικά αἰσθήματα, Μουσουλμάνοι καί Χριστιανοί καλοῦνται νά ἐργασθοῦν ἀπό κοινοῦ χάριν τῆς δικαιοσύνης, τῆς εἰρήνης καί τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἀξιοπρεπείας καί τῶν δικαιωμάτων κάθε προσώπου, ἰδιαιτέρως εἰς τάς περιοχάς ἐκείνας, ὅπου ἄλλοτε ζοῦσαν ἐπί αἰῶνας μέ εἰρηνικήν συνύπαρξιν, καί ἤδη ὑφίστανται ἀπό κοινοῦ τήν τραγικότητα τῆς φρίκης τοῦ πολέμου. Ἐπί πλέον, ὡς Χριστιανοί Ἡγέται, καλοῦμεν ὅλους τούς θρησκευτικούς ἡγέτας νά ἐπιδιώξουν καί ἐνισχύσουν τόν διαθρησκειακόν διάλογον καί νά καταβάλουν κάθε προσπάθειαν διά τήν οἰκοδόμησιν ἑνός πολιτισμοῦ εἰρήνης καί ἀλληλεγγύης μεταξύ ἀνθρώπων καί λαῶν. Ἐνθυμούμεθα, ἐπίσης, ὅλους τούς λαούς, οἱ ὁποῖοι δοκιμάζονται ἀπό τά δεινά τοῦ πολέμου. Ἰδιαιτέρως προσευχόμεθα διά τήν εἰρήνην εἰς τήν Οὐκρανίαν, χώραν μέ ἀρχαίαν Χριστιανικήν παράδοσιν, καί ἀπευθύνομεν ἔκκλησιν πρός ὅλα τά ἐμπλεκόμενα μέρη νά ἀκολουθήσουν τήν ὁδόν τοῦ διαλόγου καί τοῦ σεβασμοῦ τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου πρός τόν σκοπόν τοῦ τερματισμοῦ τῶν συγκρούσεων, ὁ ὁποῖος θά ἐπιτρέψῃ εἰς ὅλους τούς Οὐκρανούς νά ζήσουν μέ ἁρμονίαν.

Ἡ σκέψις μας στρέφεται πρός ὅλους τούς πιστούς τῶν Ἐκκλησιῶν μας ἀνά τόν κόσμον, τούς ὁποίους χαιρετοῦμεν παραθέτοντες αὐτούς εἰς τόν Σωτῆρα μας Χριστόν, ὥστε νά εἶναι ἀκάματοι μάρτυρες τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὑψώνομεν τήν διάπυρον προσευχήν μας πρός τόν Κύριον ὅπως χαρίσῃ τήν δωρεάν τῆς εἰρήνης ἐν ἀγάπῃ καί ἑνότητι εἰς ὅλην τήν ἀνθρωπίνην οἰκογένειαν.

«Αὐτός δέ ὁ Κύριος τῆς εἰρήνης δῴη ὑμῖν τήν εἰρήνην διά παντός ἐν παντί τρόπῳ. Ὁ Κύριος μετά πάντων ὑμῶν» (Β’ Θεσσ. γ΄, 16).

Ἐκ Φαναρίου, 30 Νοεμβρίου 2014. 



Common Declaration
of Pope Francis and the Ecumenical Patriarch Bartholomew
(30 November 2014)

We, Pope Francis and Ecumenical Patriarch Bartholomew I, express our profound gratitude to God for the gift of this new encounter enabling us, in the presence of the members of the Holy Synod, the clergy and the faithful of the Ecumenical Patriarchate, to celebrate together the feast of Saint Andrew, the first–called and brother of the Apostle Peter. Our remembrance of the Apostles, who proclaimed the good news of the Gospel to the world through their preaching and their witness of martyrdom, strengthens in us the aspiration to continue to walk together in order to overcome, in love and in truth, the obstacles that divide us.

On the occasion of our meeting in Jerusalem last May, in which we remembered the historical embrace of our venerable predecessors Pope Paul VI and the Ecumenical Patriarch Athenagoras, we signed a joint declaration. Today on the happy occasion of this further fraternal encounter, we wish to re–affirm together our shared intentions and concerns. 

We express our sincere and firm resolution, in obedience to the will of our Lord Jesus Christ, to intensify our efforts to promote the full unity of all Christians, and above all between Catholics and Orthodox. As well, we intend to support the theological dialogue promoted by the Joint International Commission, instituted exactly thirty–five years ago by the Ecumenical Patriarch Dimitrios and Pope John Paul II here at the Phanar, and which is currently dealing with the most difficult questions that have marked the history of our division and that require careful and detailed study. To this end, we offer the assurance of our fervent prayer as Pastors of the Church, asking our faithful to join us in praying “that all may be one, that the world may believe” (Jn 17:21).

We express our common concern for the current situation in Iraq, Syria and the whole Middle East. We are united in the desire for peace and stability and in the will to promote the resolution of conflicts through dialogue and reconciliation. While recognizing the efforts already being made to offer assistance to the region, at the same time, we call on all those who bear responsibility for the destiny of peoples to deepen their commitment to suffering communities, and to enable them, including the Christian ones, to remain in their native land. We cannot resign ourselves to a Middle East without Christians, who have professed the name of Jesus there for two thousand years. Many of our brothers and sisters are being persecuted and have been forced violently from their homes. It even seems that the value of human life has been lost, that the human person no longer matters and may be sacrificed to other interests. And, tragically, all this is met by the indifference of many.  As Saint Paul reminds us, “If one member suffers, all suffer together; if one member is honoured, all rejoice together” (1 Cor 12:26). This is the law of the Christian life, and in this sense we can say that there is also an ecumenism of suffering. Just as the blood of the martyrs was a seed of strength and fertility for the Church, so too the sharing of daily sufferings can become an effective instrument of unity. The terrible situation of Christians and all those who are suffering in the Middle East calls not only for our constant prayer, but also for an appropriate response on the part of the international community.

The grave challenges facing the world in the present situation require the solidarity of all people of good will, and so we also recognize the importance of promoting a constructive dialogue with Islam based on mutual respect and friendship. Inspired by common values and strengthened by genuine fraternal sentiments, Muslims and Christians are called to work together for the sake of justice, peace and respect for the dignity and rights of every person, especially in those regions where they once lived for centuries in peaceful coexistence and now tragically suffer together the horrors of war. Moreover, as Christian leaders, we call on all religious leaders to pursue and to strengthen interreligious dialogue and to make every effort to build a culture of peace and solidarity between persons and between peoples. We also remember all the people who experience the sufferings of war. In particular, we pray for peace in Ukraine, a country of ancient Christian tradition, while we call upon all parties involved to pursue the path of dialogue and of respect for international law in order to bring an end to the conflict and allow all Ukrainians to live in harmony.

Our thoughts turn to all the faithful of our Churches throughout the world, whom we greet, entrusting them to Christ our Saviour, that they may be untiring witnesses to the love of God. We raise our fervent prayer that the Lord may grant the gift of peace in love and unity to the entire human family. 

“May the Lord of peace himself give you peace at all times and in every way. The Lord be with all of you” (2 Thess 3:16).

From the Phanar, 30 November 2014

Pope Francis Ecumenical Patriarch Bartholomew

Related Posts with Thumbnails