© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΕΣ ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ ΤΟ ΚΛΗΜΑ

«Τοὺ Μαϊάτ’κου τοὺ κουφνά’κ μὶ τοὺ γάλα, τὰ καψμάδια κι τοὺ Μάη...»

Χαιρετισμὸς ἑόρτιος καὶ πάλι στούς Παναγιώτη, Γιάννη, Ἀντώνη καὶ Στάθη 




Ἔχουν περάσει πιὰ ἐκεῖνα τὰ χρόνια ποὺ ἡ ἁπλότητα, ἡ νοικοκυρωσύνη καὶ ἡ «πτηδιοσύνη» μετροῦσαν ς τεκμήρια ἑνὸς ἰδιώνυμου πολιτισμοῦ, ξεχασμένου σήμερα. Γιατὶ ἦρθε καιρὸς ποὺ ὅλα, ἤ σχεδὸν ὅλα ὅσα ζήσαμε οἱ παλιότεροι ὡς ἀξίες καὶ κανόνες εὐπρεποῦς συμπεριφορᾶς ἀμφισβητοῦνται πιά, καταργοῦνται μὲ τὸ χρόνο καὶ ἐμπαίζονται. Ἔτσι οἱ γιορτάδες οἱ παραδοσιακὲς παραμέρισαν, γιὰ νὰ καταλάβουν τὶς θέσεις τους ἄλλες «γιορτές», ποὺ καμμιὰ σχέση δὲν ἔχουν μὲ τὴν Ἑλληνορθοδοξία: Τὸν βασικὸ αὐτὸν πυλώνα ἐξακτινώσεως ἑνὸς μεγαλου ἀριθμοῦ πολιτισμικῶν μας ἐκφάνσεων (π.χ. πανηγύρεων, ἀγροτοναυτικῶν δραστηριοτήτων, ἐκδηλώσεων ἐθιμικῆς συμπεριφορᾶς, κ. ἄ). Γι᾿ αὐτὸ σήμερα εὔκολα ἀπεκδύεται ὁ χιτώνας τῆς Ἑλληνορθοδόξου ταυτότητος, ὥστε νὰ θεωρηθεῖ ἡ κάθε ἐκδήλωση ἁπλῶς «folklor” ἤ, ἔστω μιὰ ἀκόμα εὐκαιρία νὰ ψυχαγωγηθοῦμε (μὲ τὴν τρέχουσα σημασία της γράφεται ἡ λ. κι ὄχι μὲ τὴν ἀρχική, τὴν οὐσιαστικὴ).
Πρωτομαγιὰ αὔριο, λοιπόν. Μὲ ὅλη της τὴν ἐθιμικὴ μορφιὰ στολισμένη καὶ φυσικὰ μὲ τὴν ἀνάλογη εἰδική της βαρύτητα, ποὺ τῆς προσδίδει μιὰν ἱεροπρέπεια, καθὼς τὰ πάντα πρέπει νὰ γίνουν καὶ νὰ τελεστοῦν σύμφωνα μὲ τοὺς ἀπαράβατους κανόνες. Κανόνες ποὺ συντηροῦν ἕνα τελετουργικό, ἀλλὰ καὶ καθησυχάζουν τὶς συνειδήσεις τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων, ὅτι ἔπραξαν τὸ καθῆκον τους. Κι εἶναι, ὄντως, μεγαλη ἡ συγκίνηση ποὺ πλημμυρίζει τὴν ψυχὴ καὶ τὸ εἶναι, καθὼς ἀναλογίζεται κάποιος ὅλους ἐκείνους τοὺς δικούς του ἀνθρώπους, ποὺ ἤξεραν πολὺ καλὰ νὰ τιμοῦν καὶ νὰ χαίρονται τὴ μέρα αὐτή, ὅπως ἤξεραν νὰ τιμοῦν καὶ νὰ χαίρονται τὶς μεγαλες γιορτάδες.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ φαίνεται σήμερα παράξενο στὴ νέα γενιὰ τὸ νὰ θυμίσεις ὅτι π.χ. τὴν παραμονὴ τῆς Πρωτομαγιᾶς ἦταν ἀπαραίτητο ἡ νύφη νὰ πάει στὴν πεθερά της τὸ «Μάη», δηλαδή, ἐκεῖνο τὸ κοφινάκι μὲ λεπτοδουλειὰ καμωμένο (τέτοια ἔφτιαχνε τοῦ «Κώστα» ὁ μπάρμπα Γιάννης ὁ Καραστάθης), στὸ ὁποῖο ὑπῆρχε καράφα μὲ τὸ φρεσκο γιδινό γάλα, τὰ «κσψ’μάδια» ἠ τὰ «κ’λούρια» κι ὁ μάης, δηλαδή, ἕνα στεφάνι φτιαγμένο μὲ μεγάλες μαργαρίτες, μαγιάτικα τριαντάφυλλα καὶ ἄλλα λουλούδια.
Σὲ ρα δειλινοῦ ξεκινοῦσαν μὲ τὸ κοφινάκι σκεπασμένο πάντα μὲ τὸ φρεσκοσιδερωμένο πετσετάκι, ἐνῶ ἀπὸ μέσα, ἀπὸ τὰ παράθυρα οἱ γειτόνισσες παρακολουθοῦσαν λέγοντας, ἀκόμα καὶ στὸν ἑαυτό τους.
-Ἀρή, τοὺ Μάη πάει ζ’ biθιρά τς᾿!!!
Γιὰ νὰ μὴ λησμονηθεῖ, θυμίζω ἐδῶ, πὼς στὰ χρόνια τοῦ τέλους τοῦ 1950 καὶ μετά, τὰ παξιμάδια, ἐκεῖνα τὰ θαυμάσια καὶ μὲ τέχνη καμωμένα γλυκίσματα, τὰ προμηθεύονταν ἀπὸ τὴ Γλώσσα, ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο μπάρμπα-Τρύφωνα καὶ τὴ θειὰ Χρυσάνθη, ποὺ ἦταν κορυφαῖοι στὴ δουλειά τους τότε...
Τὴν ἄλλη μέρα τώρα, τὴν Πρωτομαγιά. Τὸ πανάρχαιο τελετουργικὸ ἤθελε νὰ σηκωθεῖ πρωῒ ὁ νοικοκύρης, πρὶν γκαρίξει ὁ γάϊδαρος, καὶ νὰ «ξορκίσει» ὅλα τὰ κακά. Μαμούδια, ἀγουστέρες, φίδια, ποντίκια κ. λ. π.
Ὕστερα δένανε τὸ μάη, γιὰ τὸ καλὸ στὴν ἐξώπορτα -ἐκτὸς ἄν τὸν εἶχε φέρει ἡ νύφη- κι ἀμέσως ἄρχιζε ἡ ἑτοιμασία γιὰ γιορτάσουν τὴ μέρα αὐτή.
Ὅπως εἶχα γράψει παλιότερα, ἀμίμητες καὶ ἀλησμόνητες θὰ μείνουν οἱ πρωτομαγιὲς στὴν Ἁρμενόπετρα, ποὺ εὐωδίαζε ἄνοιξη καὶ φρεσκοπλυμένο φύκι.
Μέσα στὸ ἐαρινὸ τὸ μεσημέρι ἄκουγες βελάσματα κατσικιῶν καὶ τραγούδια... Κι ἄν αὔρα τῆς θάλασσας, γύρω στὸ ἀπόγευμα, δυνάμωνε κάπως ἀνέβαζε ἐκεῖνες τὶς εὐωδιές, τὶς ἀλησμόνητες, ἀπὸ ἅλμη, μαντζουράνας καὶ τριαντάφυλλου, ἀλλὰ καὶ εὐώδους παλιοῦ κληματιανοῦ κρασιοῦ πνιγμένου στὶς ἔσχατες καπνιὲς ἀπὸ τὰ ψητὰ παΐδια...

π. κ. ν. κ. Παραμονὴ Πρωτομαγιᾶς 2017   

Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΚΛΗΜΑΤΙΑΝΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ

Ἐπειδὴ καταλαβαίνω πὼς κάποιες φράσεις ἤ λέξεις τῶν παλιῶν Κληματιανῶν μέρα μὲ τὴ μέρα χάνονται, ἀφοῦ ἐκεῖνοι ποὺ τὶς χρησιμοποιοῦσαν καὶ γνώριζαν πολὺ καλὰ τὴ σημασία τους ἀναχώρησαν ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό, θεώρησα, λοιπον, σωστὸ νὰ τὶς παρουσιάσω -ἔστω καὶ τμηματικά- ἔτσι, γιὰ νὰ σωθοῦν μονάχα... Γιατὶ σὺν τοῖς ἄλλοις τὸ νοιώθω καὶ ὡς χρέος μου, ἱερὸ μάλιστα... Θὰ μποροῦσα δὲ νὰ πῶ ὅτι, τὸ παρόν, ὅπως κι ἄλλα παρόμοια γραπτά μου πάνω στὸ ἴδιο θέμα, στὴν παλιὰ Κληματιανὴ διάλεκτο, συμπληρώνουν τὸ γλωσσάριο πού παρουσιάστηκε στὸ βιβλίο μου, «Σεργιάνι σὲ ξεχασμένα μονοπάτια. Γύρω ἀπὸ τὴν ἱστορία καὶ λαογραφία τοῦ χωριοῦ Κλμα τῆς Σκοπέλου», Κλμα 2000.
1. «Οὑ Δμάκ’ς τ’ Λαλοῦ»
Συνήθιζε ἡ μακαρίτισσα ἡ μάνα μου νὰ ἀποκαλεῖ ἐκεῖνον ποὺ ἤθελε νὰ «χωρατέψει», δηλαδή νὰ τὸν ἀστειευτεῖ, μὲ τὸ παράξενο (σήμερα) ὄνομα «Δμάκ’τ᾿ Λαλοῦ».
Ἀπὸ πρώτης ὄψεως τὰ ὀνόματα, Δμάκ᾿ ς καὶ Λαλοῦ ἔχουν τὸ ἐνδιαφέρον τους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἱστορία τους, ἡ ὁποία, ὡστόσο, μέχρι σήμερα παραμένει ἀνεκμετάλλευτη. Γιατὶ δὲ γνωρίζω ἄν κάποιοι ἀσχολήθηκαν μὲ αὐτὰ τὰ ὀνόματα -ἰδίως μὲ τὸ πρῶτο. Τὸ Δ’μάκ’ς , δηλαδή Δημάκης.
Ὡστόσο, τὸ ἐρώτημα εἶναι τὸ πῶς στὸ παλιὸ Κληματιανὸ λεξιλόγιο διατηρήθηκε τὸ ὄνομα Δημακης;
Ἀρχικὰ πρέπει νὰ ποῦμε πὼς στὴ γειτονικὴ Γλώσσα, τὸν πυρήνα τῆς συστάσεως τοῦ χωριοῦ Κλμα τὸν 18ο αἰ., τὸ ὄνομα Δημάκης δὲν εἶναι ἄγνωστο. Τὸ συναντοῦμε στὰ 1770 στὸ Ἀφιερωτικὸ Γράμμα τῶν κτιτόρων τοῦ Μονυδρίου τῶν Ταξιαρχῶν, στὴ Γλώσσα, πρὸς τὴν Ἀθωνική Μονὴ τοῦ Ξηροποτάμου.
Ἀλλὰ καὶ στὴ Χώρα τῆς Σκοπέλου βρίσκουμε τὸ ὄνομα αὐτό, καθὼς ὁ τελευταῖος ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Προδρόμου, «τῆς κατὰ τὴν θέσιν τοῦ Δοκίμου κειμένην», Κύριλλος ἱερομόναχος ἔφερε τὸ πατρωνύμιο «τοῦ Δημάκη».
Ἑπομένως τὸ ὄνομα αὐτὸ δὲν ἦταν ἄγνωστο στὸ νησί.
Ὅσον ἀφορᾶ τὸ «Λαλοῦ» -στὸ Κλήμα ὑπάρχει μέχρι σήμερα τὸ τοπωνύμιο < Σ᾿ Λαλοῦ»- αὐτὸ παράγεται ἀπὸ τὸ ὄνομα «Λαλιοῦ», τὸ ὁποῖο εἶναι τὸ χαϊδευτικὸ τοῦ γυναικείου ὀνόματος Εὐλαλία. Εὐλαλία< Λαλάκι< Λαλιῶ< Λαλιοῦ, καὶ μὲ τὴν ἀποβολὴ τοῦ ι, «Λαλοῦ».
Ἄρα ὁ Δημάκης πρέπει νὰ ἦταν γιὸς ἤ ἄντρας τῆς Λαλιῶς, ἐπειδὴ στὸ Κλήμα εἶναι σύνηθες τὰ ὀνόματα τῶν ἀντρῶν νὰ συνοδεύονται ἀπὸ μητρωνύμια. Π.χ. Οὑ Γιάνν᾿ ς τς᾿ Ρουδοῦς, οὑ Μανώλ’ς τς᾿ Παταζίνας κ.λ.π.
2. Ἀ ρή, νὰ κι τοὺ λαδακουνου!!!
2α. Ἀρή, ἀκοίτα τοὺ ξ’λουδόκανου!!»
Μιὰ ἀπὸ τὶς λέξεις ποὺ ἀκούγονταν μὲ σκωπτικὸ τρόπο ἀπὸ τὶς παλιὲς Κληματιανὲς ἦταν καὶ ἡ λ. «Λαδάκουνου». Δηλαδή, ἄν κάποια γυναίκα ἤθελε νὰ εἰρωνευτεῖ μιὰν ἄλλη, μεταξὺ τῶν ἄλλων λεκτικῶν κοσμημάτων ποὺ τὴ στόλιζε ἦταν κι αὐτή. «Ἀρή, τ᾿ ἄκσεις τοὺ λαδακουνου»; [Ἀρή, τὸ ἄκουσες τὸ λαδάκονο;].
Ὅμως τὶ ἀκριβῶς ἦταν τὸ λαδάκονο;
Ἡ λ. εἶναι σύνθετη: λάδι+ἀκόνι. Καὶ ἀκόνι ἦταν ἡ λεία πέτρα πάνω στὴν ὁποία τροχοῦσαν τὰ μαχαίρια καὶ τσεκούρια γιὰνὰ εἶναι κοφτερά. Τὸ λάδι δὲ τὸ ρίχνανε ὥστε νὰ γλιστράει πάνω στὸ ἀκόνι ὁ ἐργαλεῖο.
Ὅπως, λοιπόν, τροχίζεται τὸ ἐγαλεῖο, ἔτσι καὶ ἡ γλώσσα κάποιων γυναικῶν ἀκονίζεται μὲ ὑπερβολικὸ τρόπο καὶ ρυθμό, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν «ἀνακατοσοῦρα καὶ τὸ ξεδιάλεμα». Ἐξ οὗ, λοιπόν, καὶ ἡ παροιμιώδης φράση, «Ἀρή, τοὺ λαδάκουνου».
Σχεδὸν παρόμοια ἦταν κι ἡ λ. «ξ’λουδόκανου» (δόκανο ἀπὸ ξύλο), ποὺ τὴ λέγανε γιὰ νὰ εἰρωνευτοῦν, κυρίως, τὶς ξερακιανὲς τὶς γυναῖκες.
3. «Ἄχ, πίσου εἶν᾿ τὰ κουφτιρά μ’...»
Ἡ φράση αὐτὴ συνηθιζόταν νὰ λέγεται, σὲ περιπτώσεις κατὰ τὶς ὁποῖες ἤθελαν νὰ τονίσουν τὰ βάσανα ποὺ τοὺς περιμένουν.
Κοφτερά, δηλαδή, οἱ μαχαιριές.
Ἐπίσης, ὅταν ἤθελαν νὰ συμμεριστοῦν κάποιον ποὺ εἶχε πολλὲς στενοχώριες τοῦ λέγανε, «Ἀχ, ἀγάπη μ’, τοὺ βλέπου, ὅτι πίσου εἶνι τὰ κουφτιρά σ’» .
4. «Φύτσα κι ἔφτασις...»
Ἡ φράση αὐτὴ λεγόταν ὡς ἕνα εἶδος ἀπειλῆς, κυρίως στὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα τὰ ἔστελναν νὰ κάμουν κάποιο «χοσμέτι», μιὰ δουλειά. Γιὰ νὰ μὴν ἀργήσουν, λοιπόν, ἐκεῖ ποὺ τἄστελναν, τὰ συμβούλευαν μὲ αὐστηρὸ τρόπο: «Μὴ τριμουκουτήξεις κι ἀργήσεις, ἀρέ; Ἀκοίτα, φύτσα κι ἔφτασις». Δηλ. «Μὴ θελήσεις ν᾿ ἀργήσεις ἐκεὶ ποὺ σὲ στελνω, γιατὶ θὰ τιμωρηθεῖς. Θὰ πᾶς καὶ θὰ γυρίσεις γρήγορα. Κοίτα, φτύνω, καὶ μέχρι νὰ πέσει τὸ σάλιο μου κάτω, νὰ ξέρεις, πρέπει νὰ ἐπιστρέψεις».
π. κ. ν. κ.

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ἤ, Ποιός θυμᾶται σήμερα νὰ χαιρετίσει τὸν ἄλλον μὲ τό «Χριστὸς Ἀνέστη»
Μέρες ἀναστάσιμες, αἰσιόδοξες, φωτεινὲς καὶ μὲ τὴν Ἄνοιξη νὰ μεριμνᾶ, ὥστε ν᾿ ἀποτινάξουμε τὴν ὅποια στάχτη τοῦ χειμώνα καὶ νὰ εὐελπιστοῦμε, ὅτι ὅλα θὰ δρομολογηθοῦν στὸν ἔγκοπο βίο μας, μὲ τὴ σφραγίδα τῆς ἀδιάλειπτης Παρουσίας Του καὶ στοργῆς.
Οἱ Ἐκκλησιὲς ἀκόμα εὐωδιάζουν ἀπὸ τὰ μῦρα τοῦ Ἐπιταφίου καὶ τῆς Ἀνάστασης. Τὰ κεριὰ στὰ μανουάλια ἀκόμα φωτίζουν μὲ τὸ ἀνέσπερο φῶς τῆς Ἀναστάσεως καὶ φωταγωγοῦν τὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν, ὅμως μέσα στὸν κόσμο, στὸν κόσμο ποὺ δέχτηκε τὸν Ἐπιτάφιο, ποὺ χάρηκε τὴν Ἀνάσταση, ποὺ γιόρτασε καὶ χάρηκε, μιὰ ἀδιαφορία γιὰ ὅλ᾿ αὐτὰ πλανᾶται. Ἀδιαφορία ντυμένη μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς προοδευτικότητας καὶ τοῦ συγχρονισμοῦ, ὥστε νὰ μὴ φανοῦμε πὼς εἴμαστε καθυστερημένοι ἤ ἀνακόλουθοι τῶν ὅσων συμβαίνουν ἤ ἐξελίσσονται γύρω μας. Ἔτσι, μέρες ποὺ εἶναι, δὲν μπορεῖ νὰ θεωρεῖται σωστὸ ὥστε ὁ χαιρετισμὸς μεταξὺ τῶν πιστῶν νὰ εἶναι:
-Χριστὸς Ἀνέστη!
-Ἀλήθῶς, ὁ Κύριος!
Γιατὶ κάτι τέτοιο εἶναι παρωχημένο πιά. Δὲ χρειάζεται, γι᾿ αὐτὸ καὶ λέγεται ἡ ἀόριστη φράση «Χρόνια Πολλά», ἔτσι ὥστε νὰ τὰ καλύψει ὅλα.
Ὅμως, ἔτσι ἔπρεπε νὰ ἐξελιχτοῦν τὰ πράγματα καὶ γιατί, τάχα;
Γιὰ νὰ εἴαστε τίμιοι μὲ αὐτὰ ποὺ πιστεύουμε καλὸ θὰ εἶναι νὰ σεβόμαστε ὅ,τι μᾶς παραδίδεται κι ὄχι νὰ τὸ ἀπορρίπτουμε χωρὶς νὰ τὸ ἐρευνήσουμε καλῶς.
Ἐπειδὴ, ἄν σταθοῦμε μὲ σύνεση καὶ προσοχὴ πάνω στὸν χαιρετισμὸ αὐτόν, τότε θὰ καταλάβουμε πραγματικὰ τί σημαίνει Ἀνάσταση καὶ γιατὶ ἡ Ἐκκλησία γιὰ σαράντα ὁλόκληρες μέρες πανηγυρίζει τὸ μέγα αὐτὸ γεγονός: ὅτι δηλαδή, «Χριστὸς ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο» (ἱ. Χρυσόστομος). Αὐτὸ ἄλλωστε δὲν εἶναι καὶ τὸ μέγα ζητούμενο γιὰ τὸν κάθε θνητό;
Ἑπομένως, γιατὶ νὰ πάψουμε νὰ τιμᾶμε τὴν μορφη αὐτὴ συνήθεια τν προγόνων μας, ἡ ὁποία σὺν τος ἄλλοις εἶναι καὶ μιὰ ὁμολογία γιὰ τὸν κάθε πιστὸ ὁ ὁποῖος, σύμφωνα μὲ τὰ σα διακήρυξε τὴν ὥρα τοῦ Βαπτίσματός του καὶ τὸ ἀνανεώνει σὲ κάθε εὐχαριστιακὴ σύναξη, «προσδοκᾶ Ἀνάσταση νεκρῶν...» (Σύμβολο τῆς Πίστεως»).
Ἄς πάψουμε, λοιπόν, νὰ εἴμαστε συντονισμένοι μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου, ποὺ εὔχεται ἀόριστα «Χρόνια πολλὰ» κι ἄς ζήσουμε τὴ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως μὲ τὸν ἀξεπέραστο χαιρετισμό,
-Χριστὸς Ἀνέστη!
-Ἀληθῶς,Ἀνέστη!

π. κ. ν. κ. Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ 2017
   

Αριστομένης Λαγουβάρδος: ΩΔΗ ΣΤΑ ΠΟΔΙΑ (ανέκδοτο ποίημα)


[Όλες οι φωτογραφίες είναι του Γερμανού καλλιτέχνη  Sebastian Erras]

Γιατί  υπάρχει  βαθειά  σχέση του  μυαλού  με  τα πόδια
όταν  περπατούν  στη  σιωπή.
Γιατί  ποτέ  δε  μπορώ  να  ξεχάσω  πώς  περπατάν
παίζοντας  το "κουτσό".
Γιατί  ο  Ησαΐας  τραγουδούσε  τα  πόδια  αυτού  που
φέρνει   χαρούμενες  ειδήσεις  και  ο  Ιησούς  στό
Μυστικό  Δείπνο  έπλυνε  τα  πόδια  των  μαθητών  του.
Γιατί  με  τα  πόδια  ο  "Homo  Erectus"  άρχισε  να
Κυριαρχεί.

Γιατί  βγάζουν  και  αυτά  δάκρυα  όταν  φτάνουν  στα  όρια
τους.
Γιατί  περπατώντας  εξασκούσε  στη  σκέψη  ο  Σωκράτης,
και  ζωντάνευε  τις  ιδέες  του  ο  Ρουσώ.
Γιατί  ξέρουν  να  τρέχουν  παρέα  με  το  σκύλο  στο  λιβάδι,
και  ξέρουν  να γράφουν  ποιήματα  με  το  βάλς, το  τανγκό
το  συρτάκι.
Γιατί  ξέρουν  από  κατάνυξη,  όταν  είναι  πόδια  προσκυνητών
για  την  Τήνο  την  Fatima,  την  Lurdes  την  Benares  τη  Μecca,   
το  Santiago  de  Compostella.
 Γιατί  ένα  φιλί  στα  πόδια  της  αγαπημένης  εξορκίζει  την
νύχτα  στο  ποίημα  του  Prevert.
Γιατί  είναι  θαύμα  το  πως  κρατάν  ένα  ολόκληρο  σώμα,
με  μία  τόσο  μικρή  επιφάνεια.
Γιατί  φέρνουν  δάκρυα  στα  μάτια  τα  γονατιστά  πόδια
των  ανθρώπων,  μπροστά  στα  εικονίσματα,  που
ικετεύουν.

Γιατί  με  τα  πόδια  καμμιά  αίσθηση  δεν  μας  εγκαταλείπει,
ούτε  και  η  γεύση  από  τις  αγριοφράουλες  του  δάσους,
τα  μύρτα,τα  άγρια  κούμαρα  ή  τα  μούρα.
Γιατί  και  τα  πόδια  μιλάνε  όταν  χτυπάνε  ρυθμικά  το
χρόνο,  όταν  αλλάζουν  θέση,  ή  όταν  πατάν  σταθερά 
την  γή,  δίνοντας  μας  την  όψη  των  pistoleros. 
Γιατί  με  τα  πόδια,  τα  χέρια  χαιδεύουν  το  φλοιό  των
δέντρων,  η  μύτη  νιώθει  το  άρωμα  του  δάσους,  τα
αυτιά  τις  μουσικές  των  πουλιών.
Γιατί  και  οι  τελευταίες  λέξεις  του  Βούδα  στούς
πιστούς  του  ήταν  "Συνεχίστε  να  περπατάτε..."







Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

ΤΑ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΠΑΘΗ ΤΟΥ JOHAN SEBASTIAN BACH ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ
Από το θαυμάσιο Γερμανικό σύνολο, Balthasar Neuman Choir and Enseble, ένα από τα είκοσι καλύτερα διεθνώς, σύμφωνα με το περιοδικό Gramophone, είχαμε την τύχη να ακούσουμε Τα Κατά Ιωάννην Πάθη του Johan Sebastian Bach (1685-1750), υπό την μπαγκέτα του ιδρυτή και διευθυντή του Συνόλου, Thomas Hengelbrock, την Κυριακή των Βαΐων, στις 9-4-1917, στο πλαίσιο του Κύκλου «Adajio», του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.
Το πρώτο από τα δύο διασωθέντα Ορατόρια του Bach, Τα Κατά Ιωάννην Πάθη, γράφτηκαν την πρώτη χρονιά της παραμονής του συνθέτη στη Λειψία και πρωτοπαίχτηκαν την Μεγάλη Παρασκευή, στις 7 Απριλίου του 1734, στο Ναό του Αγίου Νικολάου, έναν από τους παλαιότερους και μεγαλύτερους Ναούς της Σαξονίας, λίγες ημέρες μετά τα γενέθλια του συνθέτη, παρά το γεγονός ότι η επιθυμία του ίδιου ήταν να ακουστεί το Ορατόριό του στον Ναό του Αγίου Θωμά.
Τα Κατά Ματθαίον Πάθη, το δεύτερο μεγαλειώδες Ορατόριο του Bach, στην αφάνεια για περίπου πενήντα χρόνια, γίνεται ευρύτερα γνωστό το 1829, όταν ο Felix Mendelssohn το παρουσιάζει στο Βερολίνο και αποκαθιστά το μουσικό μνημείο του Μεγάλου Κάντορα. Εις Τα Kατά Ιωάννην Πάθη προγενέστερα των Κατά Ματθαίον Παθών, ήταν δικαιολογημένο να έχει επισημάνει ο συνθέτης τυχόν αδυναμίες και ως εκ τούτου να έχουν αποφευχθεί στο επόμενο έργο, κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει. Απ' εναντίας στέκουν και τα δύο σε ισοϋψή βάθρα, αφηγούμενα κατά τρόπο αξιοθαύμαστο, όχι μόνο το Θείο Δράμα, αλλά και την ιδιαιτερότητα των Ευαγγελιστών που τα έγραψαν.
Ο Bach υφαίνει τη μουσική του πάνω στα κεφάλαια 18 και 19 από το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο της Λουθηρανής Βίβλου και φέρει τον Ευαγγελιστή άλλοτε να αφηγείται και άλλοτε να ψάλλει ακριβώς το λόγο της Βίβλου. Τα πρόσθετα ποιητικά μέρη είναι αγνώστου ποιητή. Επίσης από Τα Κατά Ματθαίον Πάθη επιλέγει και προσθέτει τη σκηνή του θρήνου του Πέτρου μετά την προδοσία και τη σκηνή της Σταύρωσης, όταν σχίζεται το καταπέτασμα του Ναού. Η πρώτη σκηνή του Ορατορίου διαδραματίζεται στην Κοιλάδα των Κέδρων (Kidrom Valley) και η δεύτερη στο Παλάτι του Καϊάφα. Το δεύτερο μέρος αποτελείται από τρεις σκηνές. Η πρώτη εκτυλίσσεται στο παλάτι του Πόντιου Πιλάτου, η δεύτερη στο Γολγοθά και η τρίτη στο σημείο της Ταφής. Από τις τέσσερις αναθεωρημένες εκδοχές του Bach παρακολουθήσαμε την δεύτερη που έγινε το 1725. Η Ορχήστρα έπαιξε σε όργανα εποχής και υπήρχαν δύο σολίστ (Ευαγγελιστής, Ιησούς), ενώ μέλη της Χορωδίας ερμήνευσαν τις Άριες και τα πρόσωπα που πλαισιώνουν τον Ιησού στον δρόμο του Μαρτυρίου.
Η, με ιστορική προσέγγιση, εξαίσια μουσική διεύθυνση του Ορατορίου από τον Αρχιμουσικό, Thomas Hengelbrock, δημιούργησε από την αρχή, ατμόσφαιρα αυστηρά προκλασική, γεμάτη κατάνυξη. Υπό την μπαγκέτα του η δραματικότητα έφτασε στην κορύφωση, καθώς η τραγικότητα του μαρτυρίου ως την Σταύρωση, τον επιτάφιο θρήνο και την Ανάσταση, επέτεινε συνταρακτικά τις συναισθηματικές εναλλαγές για τον Πάσχοντα Ιησού.

Ιδανικός και απέριττος Ευαγγελιστής, ο Γερμανός τενόρος, Daniel Behle, προετοίμασε το λόγο του Ιησού με ιερότητα και αφηγηματική ταπεινότητα. Ο Αυστριακός βαρύτονος Markus Butter, άριστος στον ρόλο του Ιησού, βάδισε με ευγένεια, σεμνότητα και καρτερικότητα τον προδιαγεγραμμένο, δρόμο του μαρτυρίου. Εντυπωσιακός ο Πόντιος Πιλάτος και συγκλονιστική η συνομιλία του με τον Ιησού, μέσα από τις κραυγές του αλαλάζοντος πλήθους. Εξαιρετικοί και οι σολίστ της Χορωδίας που απέδωσαν τον Πέτρο, τους Υπηρέτες και τις Άριες. Εκπληκτική η άνεση της Χορωδίας και της Ορχήστρας (B-N-C), με τη σπάνια, χαρακτηριστική της μουσικότητα, που φώτισε και αποκρυπτογράφησε το "αληθές" της αριστουργηματικής, ιερής σύνθεσης. Ερμηνεία κατανυκτική, με παλλόμενο θρησκευτικό πάθος, δημιούργησε ρίγη συγκίνησης με αποκορύφωμα το τελικό Κοράλ που έμοιαζε σαν προσευχή και θρηνητικό νανούρισμα προς τον Κύριο! 



Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Ο ΑΛΛΟΣ ΜΑΣ ΜΙΣΘΟΣ

ἤ, Τὰ βιώματα ἑνὸς ερέα μὲ τὴν ἀπόλυση τῆς Πασχαλινῆς Λειτουργίας
Ἄδειος πιὰ ναός. Ὅλοι ἔφυγαν γιὰ τὰ σπίτια τους. Ἄλλοι νωρίς, μόλις δηλαδή, μετὰ τὴν τελετὴ τῆς Ἀναστάσεως, ἄλλοι στὴν ἀρχὴ τῆς Λειτουργίας καί, τέλος, ἄλλοι μὲ τὸ πέρας Αὐτῆς. Οἱ περισσότεροι, μάλιστα, ἀπὸ αὐτοὺς παρέμειναν γιὰ νὰ κοινωνήσουν. Καὶ τώρα, μόλις ἔγινε ἡ ἀπόλυση καὶ δόθηκε τὸ ἀντίδωρο, ὁ παπάς ἀπόμεινε μόνος στὸν ναό. Δηλαδή, τί μόνος! Ἐδῶ ἔχει μεγαλοπρεπὴ συντροφιά, τόσο τὸ Ἀναστημένο Κύριο, ὅσο καὶ τοὺς Ἁγίους ποὺ κι αὐτοὶ ἀπόψε, τὴν περιούσια ἐτούτη νύχτα εἶναι περιχαρεῖς. Τί δηλαδή, ψέμματα εἴπαμε ταν ψάλαμε «ἑορταζέτω δὲ κόσμος, ὁρατός τε ἅπας καὶ ἀόρατος..»; Δὲ νομίζω... Γιατὶ αὐτοὶ ποὺ τὰ ἔγραψαν, καὶ συγκινοῦν, κατανύσσουν καὶ χαροποιοῦν τὶς ψυχὲς μας μέχρι σήμερα, κάτι ἤξεραν περισσότερο ἀπὸ μᾶς...
Οἱ κανδῆλες ἀκτινοβολον ἀκόμα τὸ εὐκατάνυκτο καὶ γλυκύτατο φῶς, ἐνῶ τὰ ὅσα ἀπομειναν ἀναμμένα ἀναστάσιμα κεριά, συνεχίζουν νὰ θυμίζουν τὸ Ἀναστάσιμο τὸ φῶς, ἀφοῦ, «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ, καὶ τὰ καταχθόνια».
Ὁ παπάς ζεῖ αὐτὲς τὶς στιγμὲς μὲ ἀγαλλίαση καὶ συγκίνηση συνάμα. Μήτε ποὺ τὸν ἀπασχολεῖ ποὺ οἱ ἄλλοι, οἱ κοσμικοὶ χάιρονται τὴν ἑορταστικὴ τὴν τράπεζα, τὴν Ἀναστάσιμη. Γι᾿ αὐτὸν ἐτούτη ἡ χρονικὴ παρένθεση εἶναι ἡ πιὸ μεγάλη προσφορὰ τοῦ Θεοῦ, ὁ πλέον μεγαλύτερος καὶ πολυτιμότερος μισθός του, ἐπειδὴ μέσα στὴν ἱεροπρεπῆ καὶ ἐπιβλητικὴ ἀτμόσφαιρα τοῦ ναοῦ μὲ τὴν ἡσυχία τῆς νύχτας νὰ τὸν κυκλώνει, μπορεῖ ἐπιτέλους νὰ κάμει τὸν ἀπολογισμό του. Ὅτι δηλαδή, παρῆλθε κι αὐτὴ ἡ Μ. Σαρακοστὴ κι ἡ Μ. Ἑβδομάδα. Φτάσαμε στὸ Πάσχα, ὕστερα ἀπὸ πολλοὺς πειρασμούς, δοκιμασίες καὶ κόπους ἀρκετούς, ποὺ δὲν εἶναι ξένοι σὲ κανένα ναὸ καὶ σὲ κανένα μοναστήρι. Πάντα αὐτὲς τὶς μέρες κυριαρχεῖ μιὰ νευρικότητα, μιὰ ἀδημονία, μιὰ περίεργη κατάσταση, ποὺ ἀσφαλῶς ἔργο εἶναι τοῦ πονηροῦ. Κι αὐτό, λοιπόν, ποὺ κανοποιεῖ ἀπόψε τὸν ἱερέα εἶναι πὼς μὲ τὴ βοήθειά Του ξεπεράστηκαν πολλὰ καὶ ποικίλα, γιὰ νὰ φτάσει ἐκείνη ἡ πιὸ κορυφάια στιγμή: στιγμὴ ποὺ ὁ ἴδιος ὁ παπάς, ὁ ὁποῖος ἀνοίγει τὴ θύρα τῆς Σαρακοστῆς, μοιράζει τὸ λουλούδι τῆς Σταυροπροσκυνήσεως καὶ τὴ βάγια, λιτανεύει τὸν Νυμφίο καὶ τὸν Ἐσταυρωμένο, προΐσταται στὴν κηδεία τοῦ Κυρίου, στὸν Ἐπιταφιο Θρῆνο, αὐτός, λοιπόν, ὁ παπάς ἀνοίγει καὶ τὴ θύρα τῆς Μεγάλης Πανηγύρεως, τῆς Ἀναστάσεως, ραντίζοντας τὸν συναγμένο λαὸ μὲ αἰσιοδοξίας, ἐλπίδος καὶ εὐφροσύνης ἁγιοπνευματικὲς εὐωδιές.
Νά, λοιπόν ποὺ ἀπόψε ἀπολαμβάνει τὸ μισθό του, αὐτή, δηλαδή, τὴν ἀγαλλίαση ψυχῆς μὲ τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ νὰ τὸν πλημυρίζει, γιατὶ νοιώθει πὼς γιὰ μιὰν ἄλλη χρονιὰ ἐπετέλεσε τὸ διακόνημά του· χάρισε, μὲ λίγα λόγια, σὲ πολλὲς καρδιὲς λίγη παραμυθία, ἀφοῦ τοὺς ἔδωσε τὴν εὐκαιρία ν’ ἀκούσουν τὸν «καλὸ τὸν λόγο», νὰ ἀποτινάξουν ἀπὸ πάνω τοὺς τὴ στάχτη καὶ τὴ μιζέρια καὶ νὰ ποῦν μαζὶ μὲ τὸν θεορρήμονα: «Ἀνέστη Χριστὸς καὶ ζωὴ πολιτεύεται»! Κι ἀλήθεια, τί ἄλλο θέλει σ᾿ αὐτὸν τὸ κόσμο κανείς;
Ὅταν ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὸ ναὸ ὁ ἱερέας καὶ βαδίζει μέσα στοὺς νυχτωμένους δρόμους τῆς πολίχνης ἀπὸ τὰ φωτισμένα τὰ σπίτια ἀναδύεται μιὰ γιορτινὴ εὐωδιά, μιὰ λαμπερὴ εὐφροσύνη, ποὺ συγκινεῖ τόσο!
-Χριστὸς Ἀνέστη καὶ τοῦ χρόνου Χριστιανοί!!! εὔχεται ψιθυριστά κι ἄθελά του δακρύζει...

π. κ. ν. κ., Πάσχα 2017  

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Γιώργου Λέκκα: ΗΜΑΡΤΟΝ (ποίημα)


Κύριε,
Εσύ υπέμεινες
άδικους πειρασμούς
ώς και για μένα
κι εγώ δεν υπομένω
ούτε καν τους δικούς μου
δίκαιους πειρασμούς
για Σένα.

[Μ. Πέμπτη 13.4.2017]

Ο π. Γεώργιος Α. Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στις Βρυξέλλες.

Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΩΝ ΝΥΜΦΙΩΝ ΤΟ ΡΙΓΟΣ (Μεγαλοβδομαδιάτικα βιώματα)


Τὸ δειλινὸ χωνεύει μέσα σὲ μενεξεδένιους χρωματισμοὺς μὲ τὶς εὐωδιὲς τὶς ἀνοιξιάτικες νὰ τὸ στολίζουν. Σημαίνει ἀργὰ καὶ κουρασμένα ἡ μεγάλη καμπάνα κι ὕστερα τὰ κεριὰ ποὺ σιγοκαῖνε μέσα σὲ χνῶτα θυμιάματος καὶ προσευχὲς πιστῶν.
Μισοφωτισμένη ἐκκλησιά, ἔξοδος τῆς εἰκόνας τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ μὲ τὸ περίλυπο γνέμα Του νὰ προετοιμάζει τὴν ψυχὴ γιὰ τὰ εἰσόδιά της στὴ Μεγαλοβδόμαδα.
Ἀκουμπισμένη ἡ καρδιὰ στὸ Μεγάλο Ἀλληλουάριο ψιθυρίζει νοσταλγικά: «Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει πνεῦμα μου πρὸς σὲ ὁ Θεὸς,  διότι φῶς τὰ προσταγματά σου ἐπὶ τῆς γῆς», γιὰ νὰ καταλήξει στὸ «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται...  ἀνάνηψον ψυχή μου». Ψυθιρίζει, κατανύσσεται κι ἀναπαύεται, ἀφοῦ γνωρίζει πολὺ καλὰ ὅτι προγεύεται παραδείσια τοπία. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀκούει,  σὲ ἕνα εἰλικρινὲς  αὐτοκοίταγμά της,   νὰ λέει «ἐνώπιος ἐνωπίῳ μαζὶ μὲ τὸν ἱ. ὑμνωδό:
«Ἑτοιμάζου, ψυχὴ πρὸ τῆς ἐξόδου, εὐτρεπίζου, πρὸς τὸν ἐκεῖθεν βίον, καὶ τῷ Χριστῷ παθεῖν διὰ σὲ σπεύδοντι, ἵνα σὲ δοξάσῃ, σπεῦσον συμπαθεῖν, καὶ θανεῖν καὶ σταυρωθῆναι». (Κανὼν Ἀποδείπνου Μ. Δευτέρας)
Ὅμως «ἔτι ἕν» τῆς λείπει.  Μὲ λίγα λόγια,  ἡ ἀναξιότητά της προβάλλεται, ἀνεβαίνει στὴν ἐπιφάνειά της τὸ σμῆνος τῶν τύψεων,  αὐτὲς τὶς  κορυφαῖες στιγμές, καθὼς ἀπέναντί της ὑπάρχει ὁ Νυμφίος «κατάστικτος τοῖς μώλωψι» καὶ ἐν ἄκρα ταπεινώσει, γιὰ νὰ παραδειγματίζει τὸν καθένα, ποὺ σκύβει μὲ συντριβὴ καὶ σιγοψάλλει:
«Τὸν νυμφῶνά σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ• λάμπρυνόν μου τὴν στολὴν τῆς ψυχῆς, φωτοδότα, καὶ σῶσόν με».
Μεγάλες οἱ Ὥρες ποὺ ἀναδύονται αὐτὰ τὰ μεγαλειώδη ἀπόβραδα τῶν Ἀκολουθιῶν τοῦ Νυμφίου, μὲ τὸ ρίγος τῆς συγκινήσεως, τῆς κατανύξεως, τῆς βαθειᾶς συναίσθησης ὅτι «οὗτος τὰ ἀμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ ὑπὲρ ἡμῶν ὀδυνᾶται»  (Ἡσ. 53, 4) νὰ μᾶς βεβαιώνει τὸ μέγεθος τῆς μακροθυμίας Του, τῆς ἀδιατάρακτης φιλανθρωπίας Του.
Καλὴν Ἀνάσταση!
π.κ.ν.κ   Μ. Δευτέρα 2017

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Η ΑΘΑΝΑΤΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

ἤ, ἰχνογραφώντας μαθητικὰ βιώματα


Κάθε χρόνο ἡ μέρα αὐτή, ἡ χρονιάρα, ὄντως, αὐτὴ ἡμέρα χρωματίζεται μὲ τῆς θύμησης τὰ εὐώδη καὶ ἀνόθευτα χρώματα, ποὺ φιλτράρουν τὴ μνήμη καὶ ἀφήνουν στὴν ψυχὴ κομματια ἱερῆς νοσταλγίας καὶ ἀλησμόνητης ὀμορφιᾶς. Γιατὶ ἡ μέρα αὐτὴ ἔχει ταυτιστεῖ μὲ ἔνα κορυφαῖο τοῦ μαθητικοῦ-ἐφηβικοῦ βίου γεγονὸς, ποὺ κρυβει μέσα του γνήσια τρυφερότητα καὶ οὐράνια ἀγαλλίαση. Κι ἦταν τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἡ ἐπιστροφή στὸ σπίτι μας ὕστερα ἀπὸ ἀπουσία τριῶν περίπου μηνῶν. Ἐπιστροφὴ ποὺ ἀλαφραινε τὴν ἐφηβική μας ψυχή, καθὼς ξαναβρισκόμασταν «σὲ οἰκίας περιβάλλον». Γiατὶ τότε ποὺ πηγαίναμε στὸ Γυμνάσιο, στὸ Βόλο, οἱ συγκοινωνίες δὲν ἦταν ὅπως σήμερα. Κι ὕστερα τὸ Σχολεῖο ἔκλεινε πάντα τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου κι ὄχι πιὸ πρίν, ἐπειδὴ τότε καὶ τὰ Σάββατα εἴχαμε μαθήματα...
Ἔτσι, λοιπόν, μόλις ξημέρωνε ἡ ἀθάνατη Κυριακὴ τῶν Βαΐων, παίρναμε τὸ καραβι καὶ ταξιδεύαμε γιὰ τὸ νησί, γιὰ τὸ σπίτι μας, γιὰ τὰ χώματα ποὺ μᾶς ἀναπαύαν, ἐπειδὴ ἦταν δικά μας. Κι ἦταν ἡ χαρά μας τόσο τρανή, ποὺ θὰ ξαναβλέπαμε τὸ χωριό, τοὺς δικούς μας, θὰ πηγαίναμε στὴν ἐκκλησιά, θὰ κάναμε Πάσχα εὐλογημένο σιμὰ στοὺς δικούς μας, θὰ χαιρόμασταν τὴν ἀνοιξιάτικη φύση, θὰ ἀνασαίναμε τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Κι ἀλήθεια, πόση συγκίνηση φέρνουν στὴν ψυχὴ οἱ στιγμὲς τῆς ἐπιστροφῆς στὸ σπίτι μας, ποὺ τὴ μέρα ἐκείνη, τῶν Βαΐων, εὐωδίαζε ἀπὸ τὴ φρεσκοκομμένη βάγια καὶ τὸ βραστὸ τὸ ψάρι... Ἁπλᾶ πράγματα, θὰ πεῖ κάποιος, ὅμως τόσο ὅμορφα καὶ ζωντανὰ ἀκόμα στὴν ψυχή. Γιατὶ διακρατοῦσαν τὴ γνησιότητα καὶ τὸ κάλλος τῶν ταπεινῶν ἐκείνων ἀνθρώπων μας. Τῶν δικῶν μας ἀνθρώπων, σχωρεμένων σήμερα...
Τὰ χρόνια μπορεῖ νὰ πέρασαν -μισὸς αἰῶνας παρῆλθε ἤδη- ὡστόσο ἐκείνη ἡ χαρὰ τῆς ἐπιστροφῆς μαζὺ μὲ τὶς εὐωδιὲς τῆς ἄνοιξης καὶ τοῦ λιτοῦ ἑόρτιου φαγητοῦ-ἰχθύος, βλέπεις, κατάλυσις προβλέπεται γιὰ τὴ μέρα αὐτή-σημάδεψαν τὴ ζωή μας ἴσαμε σήμερα... Κι εὐτυχῶς, δηλαδή.
π. κ. ν. κ. Κυριακὴ τῶν Βαΐων 2016

Ὑστερόγραφος λόγος: Ἡ Κυριακὴ αὐτή, ὀφείλω νὰ τὸ ἐξομολογηθῶ, ἔχει ἀνοόξει κι ἄλλο δρόμο ἱερῆς νοσταλγίας στὴν ὅλη μου βιοτή, διότι τὴν ἡμέρα αὐτή, ποὺ τιμῶ καὶ σέβομαι, διάλεξε ὁ Θεὸς νὰ μοῦ χαρίσει τὴν Ἱερωσύνη... Ἐδῶ καὶ 38 χόνια. Τὸν εὐγνωμονῶ, λοιπόν.  

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email