© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2014

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ (διήγημα)


Φτωχός και πένης ο Θοδωρής μετέρχεται τον μπογιατζή για τα βασικά του ζην. Θεωρεί τον εαυτό του, εξηγώντας τ’ όνομά του Θεού δώρο, αλλά, εάν ήταν Ισραηλίτης -έτσι του είπε ιερεύς τις- θα λεγόταν εβραϊστί Ιωάννης.

Στις ανάπαυλες των ελαιοχρωματισμών μιας ολόκληρης ζωής, ένα ποτήρι παγωμένο νερό ζήταγε μόνον, που το ‘πινε μ’ έκδηλη ηδονή: Έκλεινε τα μάτια και το ρουφούσε ώς την τελευταία σταγόνα, εξηγώντας:

-Αισθάνομαι πως κάνω βαθύ ταξίδι στην έρημο, διψάω πολύ και ξάφνου βρίσκομαι σε όαση και δροσίζομαι!...

Ο Θοδωρής ζει τώρα σε παράγκα. Επιβιώνει με το τίποτα και προσπαθεί να μην τον παίρνει ο ύπνος ποτέ.

-Όλα τ’ ακούω, λέει. Αν κοιμηθώ πραγματικά, υπάρχει φόβος να μην ξυπνήσω…

Τι κι αν είναι παραμονή των Χριστουγέννων… Τίποτα δεν αλλάζει στη ζωή του. Έξω από την παράγκα, με τους τρύπιους τσίγκους και τις νάιλον προεκτάσεις, μια πολυφθαρμένη τέντα προφυλάσσει από την πύρα του ήλιου, το κρύο, τη βροχή και το νοτιά, που περονιάζει τα κόκαλα. Καθισμένος ολοένα σε μια πλαστική κουτσή πολυθρόνα, που την υποστηρίζει ένας όρθιος τσιμεντόλιθος, κάνει το σύνηθες τσιγάρο του κι όλα τα περιστέρια του Θεού από παντού κάνουν επιδρομή στον ερημίτη. Εκείνος κρατάει ένα μικρό καδρόνι απ’ τις διπλανές οικοδομές κι όταν βλέπει το σμήνος των περιστεριών να εφορμά, αντεπιτίθεται βρίζοντάς τα με ό,τι ανθυγιεινότερο του ‘ρχεται πρώτο στο νου. 

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΚΑΝΕΙ ΓΙΑ ΟΛΑ (διήγημα)


Απομεσήμερο καυτό του φετινού ανυπόφορου Αυγούστου και θυμήθηκα τον Πατέρα. Είπα να τού ξανάψω το καντηλάκι στο τάφο του. Τα μάρμαρα στο κοιμητήριο αποπνέουν φλόγωση, ενώ τα τζιτζίκια λυσσομανούν από παντού χαιρέκακα.

Ξάφνου, στην παρηγορητική ισκιάδα των κυπαρισσιών, πάνω σ’ έναν τάφο έχει γύρει και λαγοκοιμάται μια ευτραφής γυναίκα, γύρω στα πενηνταπέντε, η Ιβάνα. Γνώριμη στη γειτονιά τα τελευταία χρόνια. Είναι η Βουλγάρα, που φύλαγε την κυρά Αιμιλία ώς τον θάνατό της. Τώρα ξέμεινε από δουλειά και γυρίζει εδώ κι εκεί μ’ ένα μισοαδειανό μπουκάλι πορτοκαλάδας στο χέρι.

- Εντώ έχει όχι πολλή ζέστα. Καλά είναι!

- Μα πώς μπορείς εδώ στους τάφους; την ρωτώ.

- Ντε φοβάται Ιβάνα. Ζωντανό ναι, φοβάται. Πεταμένο όχι, ντε φοβάται Ιβάνα!..., λέει με πολλά υπονοούσα βεβαιότητα.

Το Γραφείο Ευρέσεως Εργασίας στην Αθήνα θέλει τριακόσια ευρώ για να την στείλει σε νέο σπίτι, σε άλλους ηλικιωμένους να τους περιποιηθεί στην ανημποριά τους και σε ποιο άραγε μέρος της Ελλάδας… Εκείνη δεν έχει να δώσει τόσα λεφτά. Τα έχει όλα σταλμένα στην εμπερίστατη οικογένεια, στο χωριό της.

- Εξήντα ευρώ έχει μόνο τσέπη μου…

Έτσι κι αλλιώς, τα έχει πια καταβαρεθεί τα σπίτια του κόσμου. Εκείνους που κυρίως δεν αντέχει είναι οι ηλικιωμένοι άνδρες που καλείται να φροντίσει.

- Όλοι είπε: «Ιβάνα, βγάλε κιλότα σου και πέσε δίπλα μου κρεβάτι»…

Ο… καθωσπρεπισμός μου τάχει εντελώς χαμένα. Δεν ξέρω τι ν’ αντείπω, ενώ η ταλαίπωρη συνομιλήτριά μου μ’ εκλιπαρεί:

- Εσύ φαίνεται καλό άτρωπο! Εύρεις, παρακαλώ, μια ντουλειά για Ιβάνα. Εγκώ κάνει για όλα στο σπίτι. Ιβάνα όχι σεξ!...Όλα, όχι σεξ!...

[Εικαστικό σχόλιο του διηγήματος: Ζωγραφικό έργο της χαράκτριας Άριας Κομιανού]

Related Posts with Thumbnails

Follow by Email