© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Φώτη Αδάμη (Δημήτρη Γ. Μαγριπλή), ΜΙΑ ΑΛΑΔΩΤΗ ΠΟΡΤΑ (διήγημα)

Η πόρτα της υπηρεσίας άνοιγε πάντα με ένα τριγμό, σαν να ήταν χρόνια αλάδωτη και ξεχασμένη. Θύμιζε είσοδο αδύτου ή μάλλον η συγκίνηση μετέβαλε εικόνες απλές σε έντονα ερεθίσματα για τα κουρασμένα από την αϋπνία του μάτια. Πρώτη μέρα στην υπηρεσία μετά από χρόνια ταλαιπωρίας και αλλαγών. Σερβιτόρος, μάγειρας, οικοδόμος, προπομπός σε θεατρικό μπουλούκι. Είχε αλλάξει δουλειές και δουλειές, προσπορίζοντας τα αναγκαία για τη ζήση και παράλληλα σπούδαζε με το μεράκι της γνώσης να του σαγηνεύει το νου και την επιθυμία μιας επαγγελματικής καταξίωσης στο μέλλον, που έδειχνε μακρινό εκείνη την εποχή. Οικονομολόγος με μεταπτυχιακές σπουδές και διάθεση για σοβαρή προσφορά στα κοινά. Είχε σταθεί όμως άτυχος. Είτε γιατί δεν είχε καμία γνωριμία, απαραίτητη για την εγχώρια πραγματικότητα, είτε γιατί μετά από τόσες και τόσες εξετάσεις δεν τολμούσε να συμμετάσχει πάλι σε διαγωνισμούς. Άλλοτε του έλεγαν απλά ευχαριστούμε πολύ, και βέβαια ουδέποτε τον ειδοποιούσαν για κάτι θετικό, άλλοτε του το απέκλειαν από την πρώτη στιγμή και μερικές φορές τον απέρριπταν επειδή είχε, όπως του έλεγαν, υπερβολικά προσόντα για την προκήρυξη. Έτσι, είχε φτάσει στο σημείο να βλέπει κάτι απίθανους τύπους να τον προσπερνούν εργασιακά. Με λιγότερα προσόντα αλλά με τις πλάτες των δικών τους, είχαν πιάσει το μυστικό της επιτυχίας για μια χώρα σαν και την δική μας. Γονείς νομοταγείς και ολίγον εθνικόφρονες, στα σίγουρα μέλη ή φίλοι των κυρίαρχων πολιτικών παρατάξεων, με γνωριμίες πολλές και αναφορές στην τοπική κοινωνία, που ακόμη μπέρδευε το ποδόσφαιρο με την πολιτική, άνθρωποι που χωρίζονταν σε χρώματα, άσχετα αν δεν πείθονταν και οι ίδιοι για τη διαφορά των επιλογών τους.

- Ζούγκλα, έλεγε, και έσκυβε το κεφάλι κάτω, όχι από ντροπή αλλά από πείσμα.

- Τι θέλουν, μονολογούσε. Ένα πτυχίο; θα πάρω δύο. Ένα μεταπτυχιακό; θα πάρω δύο. Και αγωνιζόταν, λοιπόν, με διάθεση για προκοπή και όνειρα για το μέλλον, σε μια πραγματικότητα που, ενώ ζητούσε από τα παιδιά της προσόντα, στο τέλος η ίδια τα απαξιούσε, βάζοντας προσωπικές συνεντεύξεις και κάθε λογής εμπόδια στη δήθεν αξιοκρατία, προς χάριν ορισμένων. Έ, όπως και να έχει, τα παιδιά των ψηφοφόρων μας είναι παιδιά ευαίσθητα και καλά, λίγο ίσως περισσότερο κουρασμένα από τα άλλα, όχι επειδή είναι οκνηρά, αλλά απλά γιατί γεννήθηκαν από γέρους γονείς στη νοοτροπία και την αντίληψη, συνταξιούχους από τα είκοσι. Έτσι και αυτά μεγάλωσαν μες στη μιζέρια και τη στέρηση, ανίκανα να αγωνιστούν για φιλοδοξίες πέραν της κατάληψης μιας θέσης - βολέματος κυρίως στο δημόσιο. Έβαλε τα γέλια. Ανέβηκε τις σκάλες και βρέθηκε στον τεράστιο σκοτεινό διάδρομο. Ήξερε ότι δεν ερχόταν να βολευτεί. Η θέση μάλιστα υποσχόταν έργο προς χάριν των αναξιοπαθούντων και η επιλογή απαιτούσε τεράστιο βιογραφικό. Αυτός, όμως, επέμενε χαρακτηριστικά:

- Τους τύφλωσε ο Θεός και με πήρανε, δήλωνε στον κολλητό του,
αρνούμενος να δεχθεί οποιαδήποτε άλλη εκδοχή για την πρόοδό του.

Τα βήματά του αντηχούσαν όπως οι δείκτες του ρολογιού. Το κοίταξε και βεβαιώθηκε ότι ήταν στην ώρα του. Πλησίασε το πρώτο γκισέ. Μια λιγομίλητη πρησμένη κυρία τού έδειξε το γραφείο του διευθυντού και πήρε να περπατάει για εκεί. Η ιδιαιτέρα του τον κράτησε με ευγένεια στο σαλονάκι με τη γλάστρα και το τασάκι με την υπενθύμιση του απαγορεύεται το καπνίζειν. Κοιτούσε τα κάδρα με τους ταξιδιωτικούς προορισμούς και περίμενε. Ο νους του ταξίδευε σε θάλασσες καλοσυνάτες και οι σκέψεις του, ουράνιο τόξο, έβρισκαν τα πάντα ρόδινα και ευχάριστα. Ήταν επιτέλους παρών. Έστω και στο τελευταίο τραίνο, ο γιος του καπετάνιου μπορούσε επιτέλους να περάσει σε μια άλλη ζωή. Με κάποια οικονομική άνεση, με σκοπό και έργο ουσίας, με σωστή εκμετάλλευση των πνευματικών του εφοδίων, με τιμιότητα και διάθεση για δουλειά. Το εσωτερικό τηλέφωνο επιτέλους χτύπησε. Η ιδιαιτέρα χαμογελώντας τού προανήγγειλε ότι ο κύριος διευθυντής μπορούσε να τον δεχθεί. Σηκώθηκε και με σεβασμό κτύπησε την πόρτα. Θα έβρισκε έναν άνθρωπο σκυμμένο σε μια στοίβα χαρτιών, ήταν σίγουρος. Άνοιξε την πόρτα και βηματίζοντας με το μάτια του να μετρούν τα πλαστικά πλακάκια της απόστασης, έφτασε μέχρι το τεράστιο γραφείο. Ο χώρος μύριζε φρέσκο ψωμί και μέλι. Κοίταξε γύρω και είδε μια τεράστια πιατέλα πρωινού. Αμέσως μαζί αντίκρισε για πρώτη φορά ένα στρογγυλό πρόσωπο, ψυχρό και αγέλαστο, που τον περιεργαζόταν όπως μια σφίγγα έναν ανθό. Έκανε πίσω και στάθηκε προσοχή, υποβάλλοντας τα σέβη του.

- Κάθισε, του είπε κοφτά.
Είσαι ο καινούργιος. Έλαβα τηλεφωνική εντολή από τα κεντρικά, ότι θα ερχόσουνα σήμερα. Δεν ξέρω ποιος σε έστειλε και πώς βρέθηκες εδώ, αλλά να είσαι ενήμερος ότι εδώ είμαστε μακριά από τους επιτετραμμένους των Αθηνών, που σημαίνει να είσαι φρόνιμος και καλός υπάλληλος.

Άνοιξε την ενδοεπικοινωνία και με αυστηρό τόνο αξίωσε από την ιδιαιτέρα του να παρουσιαστεί αμέσως.

- Οδήγησε τον κύριο στο γραφείο 3β και κατατόπισέ τον σχετικά. Καλημέρα σας.

Σοκαρισμένος ακολούθησε την κοπέλα. Μετά από μια λαβυρινθώδη διαδρομή, τον παρέδωσε στην κυρία Μαρία, μια ξερακιανή σφιγμένη δεσποινίδα, ετών πολλών και αυτή με την σειρά της τον οδήγησε αμίλητη στο 3β.

- Εδώ, του είπε.
Αυτός είναι ο χώρος εργασίας σας. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής δυστυχώς προσωρινά δεν λειτουργεί. Το τηλέφωνο είναι μέσω κέντρου. Πατάτε το μηδέν και κατόπιν το νούμερο. Μπορείτε να κάνετε μόνο τοπικές κλήσεις, εκτός και αν για το σκοπό της υπηρεσίας λάβετε την άδεια από τον προϊστάμενο. Καλώς ήλθατε και καλή σύνταξη.

Έμεινε άναυδος. Βρισκόταν σε έναν άδειο χώρο, μπροστά από ένα άδειο γραφείο, δίπλα από μια άδεια βιβλιοθήκη, που μύριζε κάτι σαν κλεισούρα κάτι σαν ούρα, κάτω από ένα φως κίτρινο και υποτονικό, σα να’ θελε η λάμπα να ξεψυχήσει και δεν την αφήνανε. Υπήρχε και μια ντουλάπα. Την άνοιξε και ξάφνου έπεσαν πάνω του στοίβες φάκελοι σε μπλε χάρτινα ντοσιέ. Έκανε να ανοίξει ένα. «Σωστές προϋποθέσεις λειτουργίας της υπηρεσίας», υπογεγραμμένο από τον διευθυντή και με σφραγίδες του ελληνικού δημοσίου. Ενδιαφέρον, σκέφτηκε και αφού δεν είχε άλλη απασχόληση έκανε να το διαβάζει.

Παράγραφος πρώτη: Η συνείδηση του υπαλλήλου πρέπει να ελέγχεται από το γεγονός ότι αποτελεί τυπικό μέλος μιας ομάδας συμφερόντων, μέσα στα οποία εντάσσονται και τα δικά του συμφέροντα και οι επιδιώξεις, όπως και η αναγνώριση των κοινών αντιπάλων. Η υπηρεσία μας αποτελεί μια αρραγή ομάδα απέναντι στους άλλους, τους ξένους, τους διαφορετικούς.

Παράγραφος δεύτερη: Ο υπάλληλος έχει την υποχρέωση του συντονισμού και της αλληλεγγύης με τους συναδέλφους του. Η εργασία όλων αποσκοπεί πρώτιστα στο συμφέρον της υπηρεσίας και κατόπιν στην εξυπηρέτηση των άλλων.

Παράγραφος τρίτη: Ο διευθυντής της υπηρεσίας έχει ηγετικό ρόλο, απέναντι στη βούληση του οποίου υπάρχει μόνο σεβασμός και υποχρέωση ευθυγράμμισης. Ο υπάλληλος οφείλει να έχει την πρέπουσα συμπεριφορά απέναντι στους ιεραρχικά ανωτέρους του και να ενεργεί με γνώμονα την υπακοή και την πειθαρχία στους γνωρίζοντες το πολιτικά και πρακτικά ορθό. Αυτό ισχύει για κάθε περιστατικό, ακόμη κι αν πρόκειται για τη ζωή και την τύχη των πολιτών που εξυπηρετεί προς χάριν της υπηρεσίας.

Τρόμαξε. Έκλεισε τον φάκελο με οργή. Κοίταξε την πόρτα με απόλυτη περισυλλογή. Τον είχε λούσει κρύος ιδρώτας και ένα πονάκι έκανε βόλτα στο στήθος του. Ένοιωθε σε απόλυτη σιγή. Ακούστηκαν βήματα στον διάδρομο. Η κυρία Μαρία με έναν μυστακοφόρο μεσήλικα εμφανίστηκαν απέναντί του. Είχαν ένα πονηρό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη τους. Ο άντρας τού ζήτησε να εγερθεί από το κάθισμά του. Ήταν η ώρα της ορκωμοσίας. Απαραίτητη προϋπόθεση, προτού αναλάβει καθήκοντα. Σηκώθηκε αμίλητος και απρόθυμος για κάθε αντίδραση. Ο κύριος Τάκης, όπως του συστήθηκε ο μυστακοφόρος μεσήλικας, με την ευλάβεια ιερέως μπροστά στην Αγία Τράπεζα, άνοιξε έναν τεράστιο μπλε φάκελο πάνω στο άδειο γραφείο. Έβγαλε ένα κείμενο και το τοποθέτησε κορυφαίο στον πάκο των εγγράφων. Η κυρία Μαρία, σοβαρή ως ψάλτης στα δεξιά του, μονολογούσε κάτι για την τύχη του νέου υπαλλήλου. Ο ήρωάς μας κοίταξε κλεφτά τον άδειο διάδρομο. Ήταν όλα έτοιμα. Ο κύριος Τάκης τον προέτρεψε να σηκώσει την δεξιά του στο ύψος της καρδιάς, προτάσσοντάς του ταυτόχρονα ένα αντίγραφο του κορυφαίου εγγράφου. «Η Βίβλος των υπαλληλικών σχέσεων» και από κάτω «Σωστές προϋποθέσεις λειτουργίας της υπηρεσίας». Έψαχνε απεγνωσμένα να αντικρίσει κάποια θρησκευτική εικόνα. Ήταν όμως, μετά από εντολή του κυρίου διευθυντού, απομακρυσμένες από το κτίριο. Το μόνο που βρήκε να πιαστεί η ματιά του ήταν ένα κάδρο με τις συνήθεις τουριστικές παραστάσεις, που κάποιος μάλλον την είχε φτύσει. Λεπτομέρεια για τη στιγμή. Η ουσία ήταν πως η εικόνα, κατά περίεργη σύμπτωση, έδειχνε μια μικρή πόλη με κάστρο. Ήταν η πόλη που έχει περάσει τα πιο ξένοιαστα καλοκαίρια της ζωής του μαζί με τον πατέρα του τον καπετάνιο και όλη την οικογένεια του. Γύρισε και ψέλλισε στους παρευρισκόμενους, με κείνη την απόλυτη ευγένεια που τον διακατείχε:

- Ξέρετε, η συγκίνηση, ίσως θα μπορούσα να πάω πρώτα στην …μ… τουαλέτα;

- Βεβαίως. Στο τέρμα του διαδρόμου δεξιά, του αντέτεινε με σεβασμό για την ανάγκη η κυρία Μαρία.

Βγήκε στον διάδρομο και έστριψε αριστερά. Τα βήματά του ήταν γοργά και η καρδιά του έπαιζε ένα πολεμικό εμβατήριο. Την κεντρική πόρτα την βρήκε κλειστή. Την έσπρωξε με μανία και βγήκε στον καθαρό αέρα. Ήθελε να πετάξει. Πίσω του η πόρτα έτριζε κλείνοντας. Γύρισε τη ματιά του πίσω. Τώρα ήταν σίγουρος πως όλες οι πόρτες των δημοσίων κτηρίων έμοιαζαν. Είτε φυλακές, είτε ψυχιατρεία, είτε δημόσιες υπηρεσίες γενικά, οι πόρτες έτριζαν το ίδιο. Ο δρόμος έκλεισε τις σκέψεις του και τα βήματά του έγιναν σαν του ανέμου ανεμπόδιστα.



[Απο τη συλλογή διηγημάτων του Δ. Γ. Μαγριπλή (εδώ με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Φώτης Αδάμης), "Μαθήματα κηπουρικής και άλλα διηγήματα", εκδ. Σοκόλης - Κουλεδάκης, Αθήνα 2007.]


Η συμβολή της Τέχνης στο έπος του ’40

Της Κατερίνας Δεμέτη

Για τις εικαστικές τέχνες, της επιφάνειας (σχέδιο, ζωγραφική, χαρακτική, λιθογραφία, γελοιογραφία) και του χώρου (γλυπτική, ανάγλυφο), που έδωσαν το παρόν, στην εξάμηνη σύγκρουση, που άνοιξε στις 28 Οκτωβρίου 1940 κι έκλεισε οριστικά στις 27 Απριλίου 1941, και που κατέληξε σε θρίαμβο και εποποιία του ελληνικού λαού, έχουν γραφτεί πολλά.

Εμείς σήμερα, επειδή πιστεύουμε ότι η απαξίωση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής, έχει ανάγκη από τέτοιες υπενθυμίσεις, που φέρνουν στο προσκήνιο ανθρώπους που η καλλιτεχνική τους ιδιότητα δε συνοδεύεται μόνο από επιτυχημένες «ατομικές» εκθέσεις, αλλά από αξιοποίηση του ταλέντου και των γνώσεων προς όφελος της πατρίδας μας, θ’ ασχοληθούμε με τις πρώτες.

Βοηθοί μας: το εξαιρετικό ένθετο της εφημερίδας Η Καθημερινή, Επτά Ημέρες, Κυριακή 26 Οκτωβρίου 1997, Αφιέρωμα: Εικαστικά και Έπος του ’40 (επιμέλεια αφιερώματος Κωστής Λιόντης) και το λεύκωμα «Το έπος του ’40-Λαϊκή Εικονογραφία», Αθήνα 1987, το οποίο κυκλοφόρησε ως αναμνηστικό για την έκθεση «Η λαϊκή λιθογραφία του ’40», που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1980 στο χώρο της αίθουσας των Συνεδριάσεων της Παλαιάς Βουλής, από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, ως συμβολή στον εορτασμό των σαράντα χρόνων από τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, με τη φροντίδα της τότε επιμελήτριας του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, κυρίας Μαρίας Λαδά-Μινώτου.

Είναι πράγματι εντυπωσιακός ο αριθμός των εικαστικών, που είτε υπηρετώντας ως μάχιμοι, όπως ο Αλέξανδρος Αλεξανδράκης (1913-1968) ή με την επίσημη ιδιότητα του πολεμικού ζωγράφου, όπως ο Ουμβέρτος Αργυρός (1882-1963) και ο Γιώργος Προκοπίου (1876-1940), είτε μέσα από το εργαστήρι χαρακτικής του Γιάννη Κεφαλληνού, στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών (ΑΣΚΤ), είτε μέσα από τα σκίτσα και τις γελοιογραφίες στις εφημερίδες της εποχής, θα επιστρατευτεί για ν’ αποτυπώσει, με κάθε πρόσφορο εικαστικό μέσο το έπος του ’40.

Αλλά και άλλοι εικαστικοί, εμπνευσμένοι από τον αγώνα για την πατρίδα, θα φιλοτεχνήσουν μεμονωμένα έργα όπως οι: Γιώργος Γουναρόπουλος (1889-1977), Περικλής Βυζάντιος (1893-1972), Βάσος Γερμενής (1896-1966), Αλέκος Κοντόπουλος (1905-1979), Κώστας Κουτσουρής (1913-1991) και οι γλύπτες Γιάννης Κανακάκης (1903-1978), Αθανάσιος Λημναίος (1908-1977), Φίλιππος Μάκοτσης (1910) και Νικόλας [Παυλόπουλος] (1909-1990). Παράλληλα μια σειρά άλλων ζωγράφων όπως οι Φρίξος Αριστεύς (1879-1951), Έκτωρ Δούκας (1885-1969), Νίκος Καστανάκης (1896-1961), Νικόλαος Νείρος (1905-1979), Νικόλαος Πασχαλίδης (1906), επιδόθηκαν σε συνθέσεις με πολεμική θεματογραφία, οι οποίες σχεδιάζονταν προκειμένου να τυπωθούν λιθογραφικά στο σχήμα της αφίσας για συγκεκριμένους εκδοτικούς οίκους σε χιλιάδες αντίτυπα.

Εκδότες που κυκλοφόρησαν λαϊκές εικόνες του ’40 είναι ο Απόλλων Παπαδημητρίου - εκδόσεις Άγκυρα, οι Αλέξανδρος και Ευάγγελος Παπαδημητρίου - εκδόσεις Αστήρ, ο Μίχος Σαλίβερος με τον ομώνυμο εκδοτικό οίκο, ο Δημήτριος Δημητράκος, ο Γεώργιος Παπαδημητρίου, η Λιθο-Καλφο και οι Έκτωρ Δούκας και Λώρης Μελετόπουλος. Τα τυπογραφεία στα οποία έγιναν οι εκτυπώσεις ήταν κυρίως του Κ. Π. Καρύδη, του Β. Παπαχρυσάνθου, του Πεχλιβανίδη και η Ην(ωμένη) Χαρτοβ(ιομηχανία) Αθανασούλα.

Οι λιθογραφημένες εικόνες, κυριολεκτικά «εικονογραφημένες ειδήσεις», παράγονταν με ταχύτατο ρυθμό η μια μετά την άλλη, αγωνιώντας ο κάθε εκδοτικός οίκος να προλάβει τα νέα για τα πολεμικά γεγονότα και να υπερκεράσει τον άλλο. Πριν καλά -καλά στεγνώσουν τα λιθογραφικά μελάνια από τα πιεστήρια, οι εκδότες τις έβγαζαν στους αθηναϊκούς δρόμους και τις πουλούσαν σε μεγάλο αριθμό αντί ευτελεστάτου τιμήματος (4-6 δρχ. καθεμιά), ενώ τις διοχέτευαν επίσης σε πόλεις και χωριά της Ελλάδας, όπου έμπαιναν πρώτα στο κεντρικό καφενείο ή εδωδιμοπωλείο και μετά στα σπίτια. Όλες διακρίνονταν για τη δραματοποιημένη αφηγηματική πλοκή τους, που την υποστήριζαν οι κάποτε μακρόσυρτοι τίτλοι.

Η Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών προκήρυξε διαγωνισμό μεταξύ των σπουδαστών με αντικείμενο τη φιλοτέχνηση θεμάτων με βάση συνθήματα που υπέδειξε η κυβέρνηση. Τα έργα που προκρίθηκαν τυπώθηκαν σε λιθογραφίες, που διατέθηκαν στο κοινό και στους κρατικούς οργανισμούς σαν συμμετοχή της Σχολής στην αφύπνιση του εθνικού φρονήματος.

Στο Εργαστήριο του Κεφαλληνού έπνεε ένας αέρας δημοκρατικής ελευθερίας. Οι άγνωστοι τότε σπουδαστές, γνωστοί σήμερα καλλιτέχνες, ανέλαβαν να φιλοτεχνήσουν τις προπαγανδιστικές αφίσες για τον αγώνα ενάντια στους Ιταλούς. Η ξυλογραφία και το λινόλεουμ προσφέρονταν περισσότερο για το σκοπό αυτό. Οι αφίσες που επελέγησαν ήταν «Οι Ηρωίδες του 1940» του Κώστα Γραμματόπουλου, «Η Γυναίκα που πλέκει», της Βάσως Κατράκη και «Ο Τσολιάς», του Τάσου Αλεβίζου, που αργότερα έγινε ευρύτατα γνωστός ως ο χαράκτης Τάσος, που παριστάνει έναν φουστανελά να δείχνει με το δάχτυλό του τον περαστικό διαβάτη και να τον ρωτά «Έδωσες εσύ;».

Ο Κεφαλληνός όμως είχε και ένα δεύτερο στόχο: δουλεύοντας οι σπουδαστές, ήθελε να τους κρατήσει μακριά από τις πολεμικές επιχειρήσεις.

Η ΑΣΚΤ ανταποκρίθηκε ενεργά, ακόμα και στο γενικό σάλπισμα για οικονομική συνεισφορά: Όταν το κράτος έθεσε σε κυκλοφορία για την περίθαλψη των οικογενειών των στρατευμένων και για τις ανάγκες του πολέμου το Μεγάλο Πολεμικό Λαχείο, το Λαχείο Υπέρ του Στόλου και το Εθνικό Λαχείο, η ΑΣΚΤ συνέδραμε με την προσφορά του 1/30 του μισθού των καθηγητών πριν ακόμα αυτό ζητηθεί με επίσημη εγκύκλιο από την κυβέρνηση.

Αλλά επιστρατευμένοι στον πόλεμο κατά των Ιταλών θα βρεθούν και οι σκιτσογράφοι στις εφημερίδες της εποχής. Απ’ την έναρξη του πολέμου και μέχρι την είσοδο των Γερμανών στην Ελλάδα, η ελληνική γελοιογραφία θα φτάσει στην ύψιστη ακμή της. Οι επιφανείς σκιτσογράφοι της εποχής: Φ. Δημητριάδης, Γ. Γκειβέλης, Στ. Πολενάκης, Αν. Βλασσόπουλος, Σοφοκλής Αντωνιάδης, Αν. Βώττης, Παυλ. Παυλίδης, Κ. Μπέζος, Ν. Καστανάκης, Μιχ. Νικολινάκος, τα «πρώτα πενάκια» της χώρας, «διασκέδαζαν» καθημερινά τον άμαχο πληθυσμό, με τα κατορθώματα των στρατιωτών μας.

Αξίζει όμως να σταθούμε και σε κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις όπως ο Γεώργιος Προκοπίου (1876-1940), πατέρας του γνωστού τεχνοκρίτη Άγγελου Προκοπίου, που αφού κίνησε γη και ουρανό για να τον αφήσουν να πάει στο μέτωπο, άφησε την τελευταία του πνοή στο Αργυρόκαστρο. Μέχρι και στον Πρωθυπουργό τον ίδιο έγραψε στις 18 Νοεμβρίου 1940:
«Σεβαστέ μου κ. Πρόεδρε, Τα δύο παιδιά μου είναι στρατιώτες εις τον ιερόν αγώνα της Πατρίδας μας… Εγώ αισθάνομαι ντροπή να μένω εδώ, τη στιγμή που τα παιδιά της Ελλάδος γράφουν με το αίμα των τέτοιες αφθάστου ηρωισμού εποποιίες. … Γι’ αυτό λοιπόν παρακαλώ να διατάξητε να μου επιτραπή να πάω κι εγώ στο μέτωπο για να αποθανατίσω με τον χρωστήρα μου και τον ενθουσιασμό μου κάτι από την ηρωική εποποιία που γράφεται εκεί ψηλά στα δοξασμένα και αιματόβρεκτα βουνά της Ηπείρου και της Μακεδονίας. Είχα την ευτυχία να παρακολουθήσω από το 1912 τους εθνικούς μας αγώνας ως πολεμικός ζωγράφος και να βάλω με την Τέχνη μου και το χρωστήρα μου και εγώ μια πετρίτσα στο προαιώνιο οικοδόμημα της Ελλάδος. Μη μου αρνηθήτε, κ. Πρόεδρε, αυτήν την ευτυχία και τώρα.»!

Ενώ ο Ουμβέρτος Αργυρός, (1882-1963), στο βιογραφικό του κείμενο που κατέθεσε στο φάκελο υποψηφιότητάς του για εκλογή Μέλους της Ακαδημίας Αθηνών, γράφει:
«Κατά τον Ελληνοαλβανικόν πόλεμον, επιφορτισθείς υπό της Κυβερνήσεως και του Γενικού Επιτελείου Στρατού, απεικόνισα το ελληνικόν έπος από Μπόγραδετς μέχρι Καλαμά εις 32 πίνακας. Η συλλογή αύτη, μοναδική του Ελληνοαλβανικού Πολέμου, ευρίσκεται υπό την κατοχήν του Ελληνικού Επιτελείου Στρατού, προοριζομένη αργότερον δια το Πολεμικόν Μουσείον Αθηνών. Δια την σειράν αυτήν, η οποία είναι ανηρτημένη εις την μεγάλην αίθουσαν των τροπαίων των παλιών ανακτόρων, η Ακαδημία Αθηνών με ετίμησε δια της απονομής του Αριστείου Γραμμάτων και Τεχνών, το οποίον υπερηφάνως φέρω».

Αλλά η πιο αυθεντική και αξιόπιστη εικαστική μαρτυρία για τον πόλεμο του ’40-’41, είναι το Λεύκωμα του Αλέξανδρου Αλεξανδράκη (1913-1968): «Έτσι πολεμούσαμε, 1940-1941», Αθήνα 1968, με 80 σκίτσα και 22 πίνακες, για το οποίο πήρε μεταθανάτια το Α΄ βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Ο Αλεξανδράκης, γράφει στον πρόλογο του Λευκώματος τον Ιανουάριο του 1968: «Στην τέχνη μου με απασχόλησαν πολλά. Οι εικόνες όμως του μετώπου και της υπεράνθρωπης προσπάθειάς μας στον συντριπτικά άνισο αγώνα έρχονται και ξανάρχονται στη ζωγραφική μου σαν ανεξόφλητο χρέος. Τα σχέδια αυτά καθώς και τους πίνακες που ζωγράφισα αργότερα, παρουσιάζω σήμερα συγκεντρωμένα σαν μια ακόμα μαρτυρία των όσων ζήσαμε εκεί απάνω». Στις 13 Σεπτεμβρίου 1968 ήρθε το πρόωρο τέλος του ζωγράφου σε ηλικία 55 χρονών.

Απ’ όλα τα παραπάνω γίνεται ξεκάθαρο ότι, η ελληνική τέχνη, επιστρατευμένη στο μέτωπο ή στα μετόπισθεν, δεν απεικόνισε απλά με χρώματα και δεν παρέδωσε στην αιωνιότητα, από την πρώτη στιγμή παραστατικά την πολεμική ορμή και το μεγαλείο της νίκης των Ελλήνων, αλλά κυρίως έδωσε το παράδειγμα σε όλους τους κατοπινούς, ότι οι στιγμές του ΕΜΕΙΣ είναι φωτεινά σύμβολα, γι’ αυτό και σε καιρούς, που προβάλλεται αποκλειστικά και μόνον το ΕΓΩ, πρέπει να γίνεται με κάθε τρόπο, ακόμα και μέσα από τις ηλεκτρονικές σελίδες ενός φίλα στα εικαστικά δρώμενα ιστολογίου, τον Οκτώβρη του 2009, εξήντα εννιά χρόνια μετά το έπος του ’40, ορατή.


ΛΕΖΑΝΤΕΣ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ
1. Α. Τάσσος, Έδωσες εσύ;
2. Αλέξανδρος Αλεξανδράκης, Ξαφνικά μέσα στη νύχτα, λάδι
3. Βάσω Κατράκη, Γυναίκα που πλέκει
4. Γεώργιος Προκοπίου, Πολεμική σκηνή, λάδι σε μουσαμά
5. Κώστα Γραμματόπουλου, οι ηρωίδες του 1940
6. Ο πατριωτισμός των Ηπειρωτών
7. Ουμβέρτος Αργυρός, Πορεία προς το Αλβανικό Μέτωπο.
Related Posts with Thumbnails

Follow by Email