© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2015

Γιώργου Γαστεράτου: Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΤΙΣ ΒΛΑΧΕΡΝΕΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

Δικαιολογημένα η Κωνσταντινούπολη κατά τους βυζαντινούς χρόνους εντυπωσίασε τους επισκέπτες καθώς είχε να επιδείξει, μεταξύ των άλλων, πληθώρα λαμπρών κτισμάτων και ναών. Ανάμεσα σ’ αυτούς περίοπτη θέση κατείχε ο ναός της Θεοτόκου, που είχε κτιστεί στη θέση «Βλαχέρναι».
Η περιοχή αυτή ονομάστηκε έτσι, κατά μίαν εκδοχή, από το όνομα ενός σκύθη αρχηγού που είχε βρεθεί εκεί νεκρός. Αρχικά βρισκόταν εκτός των θεοδοσιανών τειχών και αργότερα, επί Ηρακλείου, περιεβλήθη με το λεγόμενο «Έβδομον» τείχος.
Εκεί, λοιπόν, σε θεμέλια ειδωλολατρικού ναού η αυτοκράτειρα Πουλχερία το 435 έκτισε ναό επ’ ονόματι της Θεοτόκου. Αργότερα, ο αυτοκράτορας Ιουστίνος επέκτεινε το κτίσμα ενώ επί Ρωμανού Δ΄ του Διογένη πυρπολήθηκε, όπως και το 1434, δεκαεννέα έτη προ της Αλώσεως, «υπό τινών αρχοντοπούλων θελόντων πιάσαι τινάς νεοττούς περιστερών», όπως αναφέρει ο ιστορικός Γεώργιος Φραντζής. Ο ναός το 1204 μετετράπη από τους σταυροφόρους σε λατινικό. Σώζονται, μάλιστα, πολλές επιστολές του πάπα Ιννοκεντίου προς «τον αρχιερέα των Βλαχερνών».
Το συγκρότημα περιελάμβανε το ναό της Θεοτόκου, το παρεκκλήσιο της «Αγίας Σορού» και το αγίασμα ή «ιερόν Λού(σ)μα». Εντός του ναού ήταν αποθησαυρισμένη η θαυματουργική εικόνα της Παναγίας της Βλαχέραινας ενώ στο παρεκκλήσιο της Αγίας Σορού βρισκόταν το ιερότερο κειμήλιο της χριστιανοσύνης, η «εσθής», ο χιτώνας δηλαδή της Θεοτόκου, ο ονομαζόμενος και «μαφόριον» (ίσως εκ του λατινικού «manophorium» = χιτώνας με μανίκια ή εκ του εβραϊκού «μαφορά» = χιτώνας.
Πώς, όμως, βρέθηκε η εσθής στο ναό των Βλαχερνών; Σύμφωνα με το Θεόδωρο το Σύγγελο (7ος αι.) στη «Narratio in depositionem praetiosae Vestis Sanctae Mariae» και τον Άγιο Ανδρέα Κρήτης στο «Εγκώμιον εις την Κατάθεσιν της Τιμίας Εσθήτος…», δύο κωνσταντινοπολίτες πατρίκιοι, ο Γάλβιος και ο Κάνδιδος έκλεψαν το κειμήλιο αυτό από μία εβραία χήρα. Το γεγονός αυτό λέγεται ότι συνέβη επί αυτοκράτορος Λέοντος Α΄ και της συζύγου του Βερίνας.
Όμως, η λεγόμενη «Ευθυμιακή Ιστορία» ανωνύμου και ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στη δεύτερη ομιλία του για την κοίμηση της Θεοτόκου αναφέρουν ότι ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Ιουβενάλις, ανταποκρινόμενος σε αίτημα της αυτοκράτειρας Πουλχερίας, της έστειλε ένα σφραγισμένο κιβώτιο που περιείχε δύο ιμάτια και δύο σάβανα της Παναγίας , τα οποία η Πουλχερία «κατέθεσε» στο ναό των Βλαχερνών.
Τέλος, μία άλλη πηγή, το «Μηνολόγιο» του Βασιλείου Β΄(10ος αι.), αναφέρει ότι ο αυτοκράτορας Αρκάδιος (395 – 424) απέκτησε τη ζώνη της Θεοτόκου, την οποία και έστειλε στις Βλαχέρνες.
Όπως, όμως, και να έχει το πράγμα, το ρούχο αυτό πίστευαν ότι έχει θαυματουργικές ιδιότητες. Ότι είναι όπλο ακαταμάχητο και πηγή ιαμάτων για όποιον το έφερε. Έτσι, ο αυτοκράτορας Ρωμανός ο Λεκαπηνός την περιέβαλε ως θώρακα (την φόρεσε) και επιτέθηκε κατά των πολιορκούντων την Πόλη Βουλγάρων του τσάρου Συμεών, ενώ προηγουμένως, το έτος 906, μεταφέρθηκε το κειμήλιο με επισημότητα στο Ιερόν Παλάτιον προκειμένου να απαλλάξει από τα δαιμόνια την αυτοκράτειρα Ζωή, σύζυγο του Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού.
Αναλογικά, και η εικόνα θεωρήθηκε θαυματουργική. Μάλιστα, κατά την πολιορκία των Αβάρων το 626 λιτανεύτηκε στα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως και ενώπιόν της ακούστηκε για πρώτη φορά ο υπέροχος «ακάθιστος ύμνος», καθώς αποδόθηκαν σ’ αυτήν τα «νικητήρια» του χριστιανικού στρατού και η σωτηρία της Πόλης. Από τότε, αν παρίστατο ανάγκη, σαν στρατιώτης, ή καλύτερα σαν στρατηγός, εκστράτευε μαζί με τον αυτοκράτορα, όπως μας επιβεβαιώνει ο Μιχαήλ Ατταλειάτης «…ειώθει τοις πιστοίς βασιλεύσιν εκ εκστρατείας ως απροσμάχητον όπλον συνεκστρατεύεσθαι». Έτσι εξηγείται η παρουσία της εικόνας σε έναν από τους θριάμβους του αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή, σύμφωνα με σχετική μικρογραφία του Σκυλίτζη.
Παράλληλα, η εικόνα απέκτησε ρόλο ρυθμιστικό στις ανθρώπινες σχέσεις και τη δημόσια ζωή. Ο ίδιος ο Ατταλειάτης μας παραθέτει την πληροφορία ότι ο αυτοκράτορας Ρωμανός Δ΄ ο Διογένης σε μίαν εκστρατεία του έστησε δικαστήριο για να δικάσει έναν στρατιώτη, ο οποίος είχε κλέψει ένα μουλάρι. Ο στρατιώτης καταδικάστηκε να του κόψουν τη μύτη. Τότε αυτός κατέφυγε προς την «…πάνσεπτον εικόνα της πανυμνήτου δεσποίνης Θεοτόκου της Βλαχερνιτίσσης…».
Την ίδια εποχή (11ος αι.) ο Μιχαήλ Ψελλός μας πληροφορεί ότι ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Ζ΄ ο Δούκας του είχε ζητήσει να γνωματεύσει για μία νομική υπόθεση, κατά την οποία ένας τοπικός άρχοντας και ένα μοναστήρι διεκδικούσαν την ιδιοκτησία ενός μύλου στη Θράκη. Με προτροπή, λοιπόν, των μοναχών η υπόθεση «παραπέμφθηκε» στην εικόνα των Βλαχερνών, η οποία βρισκόταν στον νότιο τοίχο της εκκλησίας, όπως βρίσκονται οι εφέστιες εικόνες στην Κέρκυρα, και ήταν καλυμμένη από ένα κεντημένο πέπλο (βλ. κάτι αντίστοιχο με την εικόνα της μονής του Κύκκου στην Κύπρο). Το πέπλο υψωνόταν μυστηριωδώς, χωρίς εμφανή ανθρώπινη παρέμβαση, κάθε Παρασκευή βράδυ και η εικόνα ακτινοβολούσε από φως ως το πρωί του Σαββάτου. Το θαυμαστό αυτό γεγονός ονομαζόταν «Σύνηθες Θαύμα» και η διακοπή του εθεωρείτο ως ετυμηγορία για το θέμα που είχε προκύψει. Στη υπόθεση για την οποία εισηγήθηκε ο Ψελλός το πέπλο υψώθηκε δικαιώνοντας τον τοπικό άρχοντα.
Εκτός από τα παραπάνω κειμήλια, στο ναό φυλασσόταν βραχίων του Αγίου Γεωργίου, το σώμα της Αγίας Λουκίας κ.α., τα οποία αφαιρέθηκαν από τους σταυροφόρους το 1204.
Για όλους αυτούς τους λόγους ο ναός των Βλαχερνών σύντομα απέκτησε πλούτο και δόξα. Εδώ, μάλιστα, εκκλησιαζόταν ο αυτοκράτορας και η αυλή του κατά τους τελευταίους αιώνες όταν διέμεναν μόνιμα στο ομώνυμο ανάκτορο, ενώ ο πρωτοπαπάς των Βλαχερνών είχε την ίδια εκκλησιαστική τιμή με τον πρωτοπαπά του Ιερού Παλατίου. Σύμφωνα δε με Νεαρά του Ηρακλείου ο ναός είχε το ακόλουθο προσωπικό: Πρεσβυτέρους 12, διακόνους 18, διακόνισσες 6, υποδιακόνους 8, αναγνώστες 20, ψάλτες 4 και πυλωρούς 6. Σύνολο 74 άτομα!
Με τον καιρό, η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της Κωνσταντινούπολης, ώστε σε όλη τη βυζαντινή επικράτεια, και όχι μόνο, να ανεγερθούν ναοί επ’ ονόματι της Θεοτόκου της Βλαχέραινας και να φιλοτεχνηθούν αντίγραφα της εικόνας, τα οποία, με τη σειρά τους, απέκτησαν θαυματουργικές ιδιότητες και έγιναν πρότυπα για άλλες.
Η ύπαρξη, επομένως, πληθώρας ναών στα Επτάνησα αφιερωμένων στην Παναγία τη Βλαχέραινα σημασιοδοτεί μία παλαιότατη παράδοση που ανάγεται στους βυζαντινούς χρόνους!
Είναι δε μία από τις αποδείξεις – υπάρχουν και άλλες πολλές - για τις καταβολές της επτανησιακής εκκλησιαστικής κληρονομιάς, η οποία αλώβητη, αν και ενίοτε περιφρονημένη και παρεξηγημένη, έχει φτάσει ως στις μέρες μας, μεταφέροντας εις το διηνεκές την ευλογία και τη χάρη της Παναγίας της Βλαχέραινας.


Κωνσταντινούπολη Βασιλεύουσα

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ


Το Σωματείο των Πολιτιστικών Ανταλλαγών και η Ελληνική Φιλία πραγματοποίησαν την φετινή τους συνάντηση στην εμβληματική, για κάθε Έλληνα και Ελληνίδα, Κωνσταντινούπολη, την Πόλη του Κωνσταντίνου, 26 με 29 Ιουνίου 2015.
Όσοι είχαν ξαναπάει, διαπίστωσαν με ευχάριστη έκπληξη πως η πόλη, ως παλαιόθεν Βασιλεύουσα, εκπληρώνει αυτό που λέει το μεγαλοπρεπές προσωνύμιό της. Απλώνεται και μεγαλύνεται και ομορφαίνει και όσο και αν έχει αλλάξει, το σήμα κατατεθέν της παραμένει η ανεπανάληπτη Αγιά-Σοφιά και όσο και αν τα μεγαλοπρεπή ανάλογα ανταγωνίζονται τη φήμη της και μόνο η σύγκρισή τους μαζί της αναδεικνύει πάλι και πάλι την υπεροχή της. Η πολύπαθη Πόλη σηκώνει όλα όσα στο έδαφός της έριξαν θεμέλια. Όμως, όσο και αν η ιστορική μοίρα παίζει τα δικά της παιχνίδια, όσο και αν κάθε ηγεμών και ηγεμονίσκος, θέλοντας να ξεπεράσει τον άλλο, θα αναφωνήσει, έκαστος κατά το έργο του, «Νενίκηκα σε, Σολομών», όπως ο Ιουστινιανός, είναι αυτός, ο Ιουστινιανός που άφησε το στίγμα του, ενώ εκείνοι, αν και σπουδαίοι, παραμένουν άγνωστοι, και ας είναι καταγεγραμμένοι στα βιβλία. Στη μνήμη των ανθρώπων θα μένει πάντα η Αγιά-Σοφιά ταυτόσημη με την Κωνσταντινούπολη. Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τη γοητεία που άσκησε πάνω στον διάσημο αρχιτέκτονα Λε Κορμπιζιέ η Αθήνα με τον Παρθενώνα της και η Κωνσταντινούπολη με την Αγία Σοφία της, ώστε να εκφραστεί με άπειρο θαυμασμό γι’ αυτά τα δύο αριστουργήματα του παγκόσμιου πολιτισμού, υψίστης τέχνης και απίστευτης δύναμης, που τον επηρέασαν. Η Αγιά Σοφιά και ο Παρθενώνας.
Στην συνάντησή μας είχαμε, δυστυχώς, απουσίες εκλεκτών μελών, όπως της Μήδειας Αμπουλασβίλι, καθηγήτριας στο πανεπιστήμιο της Τυφλίδας που διδάσκει ελληνικό πολιτισμό. Τις προηγούμενες χρονιές η Μήδεια ερχόταν με τον σύζυγό της και την όμορφη κόρη της τη Μαρίτα που είχε μάθει να χαιρετάει ελληνικά και να τραγουδάει το διεθνές σουξέ «Φεγγαράκι μου λαμπρό». Φέτος ένα δεύτερο αδελφάκι, που κατέφθασε, εμπόδισε τη Μήδεια, δεν εμπόδισε όμως την αισθαντική Νίνο, η οποία ήρθε επίσης από την Τυφλίδα με τον σύζυγό της και τον μικρό γιο της τον Αλέξανδρο. Ο πατέρας Ιωάννης Ζοσουλάκ ήρθε, όπως πάντα με τον γιο του τον Γιώργο, από την Σλοβακία, όπου διδάσκει Φιλοσοφία και Ελληνική γλώσσα. Ο πατέρας Ιωάννης μιλάει τα Ελληνικά σαν Έλληνας και ο Γιώργος σχεδόν σαν Έλληνας. Ο Γιώργος Μαϊσμάζ, γόνος της Μαριούπολης, νεόνυμφος και πανευτυχής κατέφθασε στο πλευρό της πανευτυχεστάτης Μαρίνας. Ο Φάντι ή Σωτήρης από το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων με την νεαρή σύζυγό του και τη μικρούλα κόρη του Ιουστίνα. Ο Σερίφ με την δική του σύζυγο και τον μικρούλη σγουρομάλλη γιο του τον Ζην, από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Αλεξάνδρειας. Ο Βλαντ από την Μαριούπολη επίσης. Η Άννα Γκρέκο πάντα συνοδεύει την κόρη της, Κατερίνα Μαλαντούνιο, από το Λέτσε της Ιταλίας, πιστές και οι δύο στο ραντεβού με την ομάδα. Άφησα τελευταίο, αν και πρώτον τη τάξει, τον Πρόεδρο της Φιλίας Ρομπέρτο Αντρέας Σότο, ο οποίος ζει πλέον μόνιμα στην Ελλάδα. Ο Ρομπέρτο έφερε μαζί του τον μικρό γιο του τον Βικέντιο (πέρυσι είχε φέρει τον Αυγουστίνο, στη Βαρκελώνη) και από την μακρινή πατρίδα του, τη Χιλή, τον πατέρα του, τον ευγενικό κύριο Χουάν. Μας έλειψε ο Μανουέλ ντε Βιάλ από την Ισπανία και πολλά άλλα αγόρια και κορίτσια από τις μακρινές πατρίδες τους, που όλοι τους σπούδασαν Ελληνικά, διδάσκουν Ελληνικά, μιλούν Ελληνικά, μελετούν τα Ελληνικά και εργάζονται με την ελληνική γλώσσα και για την ελληνική γλώσσα, η οποία είναι η διεθνής των ημερών. Και όλα αυτά τα παιδάκια δεν τα μνημόνευσα έτσι, για λόγους συναισθηματικούς απλώς, αλλά γιατί όλα είχαν στα χέρια τους κι ένα παιδικό βιβλίο στα Ελληνικά, προϋποδήλωση και προοικονομία της επόμενης γενιάς της Ελληνικής Φιλίας που γεννήθηκε πριν από είκοσι δύο χρόνια στην Κάλυμνο.
Κάποτε ο θρήνος για την άλωση της Πόλης έλεγε πως τα χαμένα της Ρωμιοσύνης εδάφη «πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θα ’ναι». Όσο και αν αντικειμενικά η ευχή-προφητεία δεν θα επαληθευτεί, νομίζω πως η ζωή έχει τον δικό της τρόπο να την επαληθεύει. Αυτή η συνύπαρξη τόσων νέων, από τόσες διαφορετικές χώρες, με τόση αγάπη για την ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό μπορεί να μη επαναφέρει περασμένα μεγαλεία και χαμένες πατρίδες, επαναφέρει όμως στη μνήμη την ιστορία και τονώνει το αίσθημα ότι κάτι σου ανήκει και ας βρίσκεται αλλού.
Στα μαγαζιά, στους δρόμους, στα εστιατόρια, παντού ακούγαμε Ελληνικά. Στο αρχαιολογικό μουσείο τα ελληνικά έργα τέχνης, από πεντελικό ή παριανό μάρμαρο με τις ελληνικές επιγραφές τους και την τεχνοτροπία τους, μας μιλούσαν Ελληνικά. Τα θρησκευτικά μνημεία, το Πατριαρχείο, ο ίδιος ο Πατριάρχης που μας έκανε την τιμή να μας δεχτεί και να συνομιλήσει μαζί μας, η Μεγάλη του Γένους Σχολή, η Σχολή της Χάλκης, οι εκκλησίες με τα εξαιρετικά ψηφιδωτά, οι Βοσπορίδες αύρες, όπως θα έλεγε και ο Βιζυηνός, τα παράκτια του Βοσπόρου, η θάλασσα του Μαρμαρά, ο Κεράτιος Κόλπος (και εκείνη η χοντρή αλυσίδα που όφειλε να τον προστατεύει και τώρα δείχνει πόσο ο χρόνος την κατέστησε άχρηστο εργαλείο), όλα αποτελούν τεκμήρια μιας υπό άλλη σημαία ελληνικότητας. Και αυτός είναι ίσως ένας άλλος τρόπος που δείχνει πώς ξανακερδίζεται η χαμένη αυτοκρατορία και με ποιο τρόπο γίνεται πάλι δική μας. Η Βασιλεύουσα έχει κράτος και εξουσία στην καρδιά μας.
Άφησα για τον επίλογο την εμπνεύστρια, δημιουργό και ψυχή της ιδέας της καλλιέργειας των Ελληνικών Γραμμάτων, κυρία Μαρία Θεοδωρίδου, την οποία δεν πτοούν ούτε τα χρόνια ούτε οι πόνοι ούτε οι ανηφόρες ούτε οι κόποι. Πιστή στα όνειρά της, εξακολουθεί να αγωνίζεται και κάθε χρόνο να επαναλαμβάνει το εγχείρημα, κερδίζοντας πάλι και πάλι το στοίχημα με την ποιότητα.
Στην κυρία Θεοδωρίδου και τις εκλεκτές κυρίες, που την παραστέκουν αποτελεσματικά, με την επιστημονική τους συνδρομή και όποια άλλη προσφορά, και στους νέους επιστήμονες που επέλεξαν την ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό, για να επιτρέψουν στο όνειρό τους να αγγίξει την πραγματικότητα, οφείλουμε ένα μεγάλο «ευχαριστώ» και ευχόμαστε, παρά τις δυσκολίες των καιρών να συνεχίσουν. Το οφείλουν στα νεαρά μέλη που άρχισαν ήδη και αναπνέουν την ατμόσφαιρα της Ελληνικής Φιλίας, η οποία στα γαλανά και δροσερά νερά της Καλύμνου αναβαπτίζεται και αναγεννιέται κάθε χρόνο.
  
Related Posts with Thumbnails

Follow by Email