© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

Οι νικητές ξαναγράφουν την ιστορία, μα οι «φρυκτωρίες» του μέλλοντος δεν θα σβήσουν!

Γράφει ο Τάκης Κεφαλληνός

Πάντα λοιπόν ο νικητής τού νικημένου γράφει την ιστορία.
Μπέρτολτ Μπρεχτ

Θεωρώντας κάποιος την παιδεία, εκτός των άλλων, ως μια άσκηση ελευθερίας προκειμένου να κατακτηθεί το μέλλον, δικαιούται να τονίσει εξ’ αρχής ότι ο δημόσιος λόγος του δεν επιθυμεί να εγκλωβίζεται σε ένα ανώφελο και αντιαισθητικό διδακτισμό. Ωστόσο, στους καιρούς μας, που διαβαίνουμε έρημο, επιβάλλεται να συμβάλλουμε στον έρανο της ιστορίας, η οποία, όπως λέγεται, βγαίνει πια στην επαιτεία. Η ιστορική επιστήμη και έρευνα είναι εργαλεία εξαιρετικά χρήσιμα για την αναζωογόνηση των σύγχρονων λαϊκών και ταξικών αγώνων αλλά και για την ίδια την προοπτική και την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού, προκειμένου να μη γεράσει ο κόσμος. Αυτό το αντιλαμβάνεται η αστική τάξη και από την μεριά της οξύνει την ιδεολογική της επίθεση, πολλαπλασιάζει και ενισχύει τους μηχανισμούς χειραγώγησης της λαϊκής συνείδησης, των εργαζομένων και της νεολαίας, στα πλαίσια πάντοτε μιας ολοκληρωτικής προσπάθειας παραχάραξης και «αναθεώρησης» της ιστορίας.

Σήμερα, με την οικονομική κρίση και τη λεηλασία των κοινωνικών δικαιωμάτων στο προσκήνιο, το κεφάλαιο συναντά δυσκολίες στην αναπαραγωγή του και διαμορφώνονται πιο ξεκάθαρα οι προϋποθέσεις ανόδου του ταξικού ριζοσπαστικού κινήματος διεθνώς. Αυτό προκαλεί τη σύγχρονη αντιδραστική, πραγματικά φασιστική αντικομμουνιστική εκστρατεία, με ηγετική δύναμη την ΕΕ, η οποία δε διστάζει να ταυτίσει ακόμη και το σοσιαλισμό με το ναζισμό – φασισμό. Με αυτό τον τρόπο, η νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων παραγράφει την ιστορία του 20ου αιώνα και του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, διευρύνει τη βαρβαρότητα, απειλεί όλη τη γραμμή του μετώπου και – αλίμονο - βρίσκει πολύτιμο συμπαραστάτη της τον οπορτουνισμό, ο οποίος, όντας σε στρατηγική συμφωνία με την αστική τάξη δρομολογεί μια μεγάλη έφοδο στην ιστοριογραφία, με σκοπό να φέρει τα γεγονότα του παρελθόντος στα μέτρα των διαχειριστικών αναγκών και επιδιώξεων του.

Σε αυτή την κατεύθυνση, οι οπορτουνιστές προσπαθούν, δύο από τους αμέτρητους ήρωες του ΚΚΕ (Μπελογιάννη – Πλουμπίδη) όχι μόνο να τους διαχωρίσουν από το κόμμα τους, αλλά και να τους κάνουν δικούς τους, να τους βάλουν απέναντι στο κόμμα που τους διαπαιδαγώγησε και στο οποίο έμειναν πιστοί μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής τους, μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Η πλουτοκρατία, οι Αμερικανοί, το παλάτι και η Ελληνική κυβέρνησή σκότωσαν, με τα όπλα του εκτελεστικού αποσπάσματος, τους ταξικούς τους αντίπαλους, αλλά είχαν την «μεγαλοψυχία» να μη τους προσβάλουν. Τους εκτελούσε καθημερινά όσο ζούσε και μετά τον θάνατό της ακόμη (έχει αφήσει στο Μουσείο Μπενάκη ένα σφραγισμένο φάκελο για να ανοίξει μετά τον θάνατό της) και η Έλλη Παππά αλλά και οι συνοδοιπόροι και θαυμαστές της, φυσικά με τα δικά τους όπλα: λάσπη και ανάθεμα στο κόμμα και τα στελέχη του. Δεν είμαστε, αλλά ούτε και παριστάνουμε τους ήρωες, δεν συντάσσουμε τις αγιογραφίες κανενός και γνωρίζουμε τις αυτοκριτικές, φυσικά από τη μεριά στήριξης του σοσιαλισμού, που μέχρι τις μέρες μας κάνουν το ίδιο το κόμμα μας και τα στελέχη του για λάθη, αδικίες και παραλήψεις στους μεγάλους και δύσκολους αγώνες των λαϊκών δικαίων. Αρνούμενοι της πολιτικές «θεολογίες», δεν αφαιρούμε το δικαίωμα που έχει ο καθένας, εφ’ όσο το επιλέξει, να εγκαταλείψει την επαναστατική στρατηγική ενός κομμουνιστικού κόμματος. Ωστόσο η ιστορία σεμνή και καταφρονημένη στις μέρες μας, ίσως μπορεί να βγει στο προσκήνιο και να ρωτήσει ποια ιδεολογία, αισθητική, ηθική μπορεί να τροφοδοτήσει το δικαίωμα: να απαγορεύεται στο ανθρώπινο είδος να εξελίσσει τα κοινωνικά συστήματα με αυτοθυσία. Να ξεριζώνει ακόμη και την τελευταία λέξη από την καρδιά του Μπελογιάννη και του Πλουμπίδη, το«ζήτω» στο κόμμα τους. Ακρωτηριασμένες, νάρκισσες ψυχές που ξεχνούν πως οι ήρωες μάρτυρες δεν μπορούν να ανήκουν σ’ όλους, κυρίως δε σε συγγενείς και φίλους, αποστάτες των δικαίων τους!

Ποιος λοιπόν από τους «νικητές» που ξαναγράφουν την ιστορία θα επιτρέψει να αναγνωρισθεί η ευαισθησία και το ταλέντο, χωρίς να παραβλέπεται όμως η ιδεολογίας τους, σε μερικούς από τους πιο μεγάλους καλλιτέχνες και ποιητές του 20ου αιώνα, όπως ο Μπρεχτ, Μαγιακόφσκι, Χικμέτ, Ρίτσος, Ελυάρ, Νερούδα κλπ., οι οποίοι ήταν κομμουνιστές; Πιστεύουμε, κανείς από τους «νικητές» δεν θα το επιτρέψει, ούτε βέβαια ο Αμερικανός υφυπουργός εξωτερικών του Ομπάμα, ο οποίος μετά την ορκωμοσία του και «τιμώντας» εν έτει 2009 την 25η Μαρτίου δηλώνει – παραγράφοντας την ιστορία - ότι δεν έχει υπόψη του καμιά Τουρκική κατοχή στην Κύπρο! Επιμένουν φυσικά οι Ιμπεριαλιστές στη διχοτόμηση της Κύπρου, αφού εξυπηρετεί τα σχέδιά τους, σύμφωνα με τα οποία επιζητούν να ελέγξουν σε παγκόσμιο επίπεδο τις αγορές, τους λαούς και τον κόσμο της εργασίας. Με τον ίδιο τρόπο επιμένουν και οι αντίστοιχοι επικυρίαρχοι του σημερινού πολιτισμού να διαχωρίζουν ξεδιάντροπα το έργο των δημιουργών, αλλά και τους ίδιους από την ιδεολογία τους και τις αξίες τις οποίες με τόσες θυσίες σε δύσκολες και σκοτεινές εποχές υπερασπίστηκαν.

Θα αναδείξουμε εδώ ένα από τα αναρίθμητα παραδείγματα που υπάρχουν, αυτό της επιμονής των αστών, να διαχωρίζουν τον ποιητή, θεατρικό συγγραφέα, και δημιουργό του Επικού Θεάτρου Μπέρτολτ Μπρεχτ από τον Μαρξιστή-Κομμουνιστή και αγωνιστή Μπρεχτ, παρουσιάζοντάς τον περίπου ως έναν αντισοβιετικό, προοδευτικό αστό για να τον κάνουν δικό τους. Όχι βέβαια μόνο δικό τους, αλλά και «ναζιστή» κατ' αντιστοιχία θα μπορούσε να πει κάποιος αφού, όπως παραπάνω αναδείξαμε, επιχειρούν να ταυτίσουν στις μέρες μας το σοσιαλισμό με το ναζισμό – φασισμό!

Ναζιστής ο συγγραφέας του έργου «Τρόμος και Αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ», του οποίου το όνομα, το Νοέμβρη του 1923, ο Χίτλερ περιέλαβε στη λίστα αυτών που θα συλλαμβάνονταν μετά την επιβολή του πραξικοπήματός του. Ναζιστής αυτός, ο οποίος στις 28 Ιανουαρίου 1933 αντιμετώπιζε την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, οπότε ο ίδιος μαζί με την οικογένειά του και μερικούς φίλους εγκατέλειψε τη Γερμανία για να ζήσει εξόριστος για 15 χρόνια σε χώρες της Ευρώπης και στις ΗΠΑ , όπου υπήρξε θύμα του μακαρθισμού. Και βέβαια στις 10 Μαΐου 1933 οι εθνικοσοσιαλιστές καίνε τα βιβλία του μπροστά στην όπερα του Βερολίνου. Ναζιστές άλλωστε και τα μέλη του ΚΚΣΕ που το κομματικό τους βιβλιάριο αρκούσε για να εκτελεστούν επιτόπου από τους ναζί χωρίς δίκη!

Η Νάντια Βαλαβάνη, το 1986 βέβαια, αναφέρει μεταξύ άλλων στον πρόλογο της μετάφρασής της στα ποιήματα του Μπρεχτ, από τις εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή:

Πού να φανταζόταν (ότι οι αστοί επικυρίαρχοι θα θελήσουν να τον κάνουν δικό τους), ο καλλιτέχνης, ο οποίος ολόκληρη τη ζωή του αγωνιζόταν για να ανατρέψει το αστικό σύστημα υπερασπίζοντας συγχρόνως το σοσιαλισμό! Βεβαίως είχε ευαισθησίες, αγωνία και ερωτήματα, όπως είναι φυσικό, για την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας. Βεβαίως έκανε προτάσεις, ως όφειλε, για να διορθώνονται λάθη και παραλείψεις. Ακόμη και στην ταφόπλακά του ζήτησε να γράψουν :

Έκαμε προτάσεις.
Εμείς τις κάναμε δεκτές.

Ο ίδιος ο Μπρεχτ δεν επιθυμούσε να έχει ανοικτούς λογαριασμούς με την ιστορία, λες και γνώριζε ότι η ιστορία είθε να ξαναγραφεί από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Δια τούτο ομολογεί: Φτιάχνουμε τις εικόνες μας απ’ την κοινωνική ζωή, για αυτούς που διορθώνουν το ρεύμα των ποταμών , για αυτούς που μπολιάζουν τα δέντρα…..Όμως για τους «άλλους»…

Ποτέ δε θα βρεθεί η λέξη
Που να μπορεί να ενώσει εμάς τους δύο.
Η βροχή πέφτει στο χώμα από τον ουρανό.
Εσύ ’σαι ο ταξικός μου εχθρός.

Έγραψε τόσα ποιήματα στήριξης της απόπειρας οικοδόμησης του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και λίγο πριν τον θάνατό του διατύπωνε: «Η νεαρή Σοβιετική Κυβέρνηση σκληρά πιεσμένη από μέσα και έξω έδειξε συγκινητική φροντίδα για το θέατρο σε συνθήκες πολέμου και πείνας, με μορφή κάρβουνου, ειδικών δελτίων, επιτακτικών καθηκόντων…Αυτό επαληθεύτηκε και 25 χρόνια αργότερα, όταν ο Σοβιετικός διοικητής στο κατεχόμενο Βερολίνο έδωσε διαταγές από τις πρώτες μέρες να ανοίξουν τα θέατρα που είχε κλείσει ο Χίτλερ. Ο εχθρός με τέτοια δυσκολία νικημένος προσκλήθηκε στο θέατρο. Τα πρώτα πράγματα που έκαμε ο νικητής ήταν να εξασφαλίσει την παραγωγή ψωμιού και τα αποθέματα νερού, καθώς και να ανοίξει τα θέατρα».

Ο τρόπος πολιτικοποίησης του Μπρεχτ είναι μια συγκινητική και «διδακτική» ιστορία. Ο ίδιος αρχικά μη έχοντας γνώσεις πολιτικής οικονομίας δεν μπορούσε να καταλάβει τις αστικές θεωρίες του μηχανισμού του χρηματιστηρίου σταριού στο Σικάγο, και στην προσπάθεια να απαντήσει στο ερώτημα «γιατί τρώω το ψωμί πανάκριβο», που γεννιόταν στο θεατρικό του έργο «Τζόε Φλαϊσχάκερ από το Σικάγο» μελέτησε το Κεφάλαιο του Μάρξ. Ο ποιητής και φίλος του Μπρεχτ, αργότερα Υπουργός Παιδείας της ΛΔ Γερμανίας Γιοχάνες Μπέχερ περιγράφει το 1934 « ο Μπρεχτ στράφηκε σε εμάς ως εξής: Άρχισε η κρίση. Τα μεροκάματα μειώνονταν. Το ψωμί γινόταν πιο ακριβό. Τότε αποφάσισε να γράψει ένα έργο με ήρωα το στάρι. Το στάρι τον έφερε στο Μάρξ κι από εκεί έφθασε στο Λένιν. Το έργο δεν γράφτηκε ποτέ. Μα δημιουργήθηκε ένας καινούργιος Μπρεχτ που εγκατέλειψε το «δεν ανήκω πουθενά» κι εντάχθηκε στις γραμμές των κομμουνιστών «εργατών της τέχνης».

Ο Μπρεχτ λέει, «σαν διάβασα το κεφάλαιο του Μαρξ κατάλαβα τα θεατρικά μου έργα». Στην ουσία για πρώτη φορά ομολογεί ότι ξεκαθάρισε τις κινητήριες δυνάμεις και τα αίτια της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αυτής που στην ουσία ήταν το επίκεντρο των έργων του. Το κορυφαίο σημείο στη σύγκρουση του Μπρεχτ με τις αστικές ψευδαισθήσεις για την ηθική, τη θρησκεία, το δίκαιο και την τέχνη αποκαλύπτεται στην «όπερα τις πεντάρας», αναδεικνύοντας μια πραγματικότητα, όπου όλες οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν εμπορευματοποιηθεί. Τώρα η επανάσταση στη σκέψη του Μπρεχτ τον οδηγεί σε έναν άλλο δρόμο. Από την διακήρυξη του 1928 στο πρώτο φινάλε της «Όπερας της πεντάρας», ότι καλύτερα θα ’ταν «να ’μασταν καλοί…αντί τόσο χυδαίοι, οι σχέσεις όμως έτσι δεν είναι», μέχρι τα λόγια που βάζει το 1932 στο στόμα της «Αγίας Ιωάννας των Σφαγείων» την ώρα που πεθαίνει: «Σιγουρέψου σαν φεύγεις απ’ τον κόσμο. Όχι απλά πως ήσουνα καλός. Μα πως πίσω σου αφήνεις έναν κόσμο καλό». Η επαναστατική του σκέψη, τέλος, ολοκληρώνεται με το αίτημα το οποίο διατύπωσε τη χρονιά που πέθανε στη ΛΔ της Γερμανίας το 1956, για το «σοσιαλιστικό και ρεαλιστικό τρόπο γραψίματος», που «με πολύπλευρους τρόπους μπορεί να τελειοποιηθεί ποιητικά….ιδιαίτερα μέσα από την μελέτη της υλιστικής διαλεκτικής και τη της σοφίας του λαού».

Συγχρόνως ο Μπρεχτ από το Λένιν, τον οποίο απάγγελε με ενθουσιασμό, όπως κάποιοι εστέτ απαγγέλουν Βιργίλιο, έμαθε πως ούτε τα ρεφορμιστικά «γιατροσόφια» για τη σωτηρία του καπιταλισμού, ούτε οι αριστερίστικες ουτοπίες μπορούν να βοηθήσουν την εργατική τάξη να βελτιώσει την κατάστασή της, πολύ δε περισσότερο να νικήσει, καταλήγει η Νάντια Βαλαβάνη.

Σήμερα, ενώ έχει περάσει μισός και πλέον αιώνας από τον θάνατο του συγγραφέα, το περίφημο Μπερλίνερ Ανσάμπλ, το «Νέο Θέατρο» που ίδρυσε ο Μπρεχτ στον τομέα του Ανατολικού Βερολίνου συνεχίζει να ανεβάζει τα έργα του.

Στις 22 Ιουλίου του 2009 το Βερολίνο, άλλοτε κέντρο του παγκόσμιου ιδεολογικού διχασμού, όχι μόνο μας φιλοξενεί αλλά ικανοποιεί μια ξεχωριστή μας επιθυμία: Να συναντήσουμε τον Μπρεχτ στην «ανάσα των ζωντανών ανθρώπων». Φτάσαμε λοιπόν στο σταθμό της οδού Φρήντριχ, περάσαμε επί τόπου τον ποταμό Σπρέε και δίπλα του ακριβώς, στο «Φράγμα των Ναυπηγών», αντικρύσαμε το θέατρο που Μπρεχτ. Επιτέλους! Θεατές της τελευταίας παράστασης της σεζόν, στη μικρή σκηνή του θεάτρου στο ενοποιημένο πλέον Βερολίνο, του έργου «Τρόμος και Αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ». Δίπλα, στην κεντρική σκηνή που ολοκλήρωνε και αυτή το ίδιο βράδυ τις παραστάσεις της με το έργο «Η Όπερα της πεντάρας», η αναζήτηση εισιτηρίου έγινε επί ματαίω. Αναγκαστικά λοιπόν θα μείνουμε με την ανάμνηση της παράστασης του έργου αυτού στο θέατρο «Αθήναιον» σε διδασκαλία Ζυλ Ντασσέν το χειμώνα του 1993 στην Αθήνα.

Αλήθεια, αυτό το έργο που ζει πέρα από την εποχή του, πόσες επίκαιρες μνήμες δεν ανασύρει; Όμως είναι εύκολο σήμερα, που η νίκη της αντεπανάστασης στο διεθνές προσκήνιο γυρίζει το ρολόι της ιστορίας πίσω και οξύνεται ο ήχος από το νανούρισμα του ατομικισμού, να φανερώνει κάποιος κυρίως μέσα από αγώνες- όπως αρμόζει- ότι: όσο το αστικό σύστημα γίνεται πιο κυρίαρχο και ισχυρό, τόσο όλες οι ανθρώπινες σχέσεις, κοινωνικές αξίες και δικαιώματα θα διώκονται και θα εμπορευματοποιούνται; Ασφαλώς όχι.

Όσοι, λοιπόν, δεν καταδέχονται να παραμένουν απλά στα δικαστήρια των αποτελεσμάτων και των απλών διαπιστώσεων, επιμένουν να αναδεικνύουν τις πραγματικές αιτίες που δημιουργούν τα προβλήματα κάθε εποχής. Γνωρίζουν καλά ότι η ιστορία και η εξέλιξή της είναι η ίδια η ιστορία της πάλης των τάξεων: των δουλοκτητών με τους δούλους, των φεουδαρχών με τους δουλοπάροικους, των καπιταλιστών με την εργατική τάξη. Η ιστορική αυτή γνώση τους οδηγεί στο να εγκαταλείπουν τις αμήχανες σιωπές και τις συνεχείς αλληγορίες, να κατακτούν τη συλλογικότητα και να αγωνίζονται «οργανωμένα» αποτελώντας έτσι το πλέον πρωτοπόρο κομμάτι της εργατικής τάξης. Μιας εργατικής τάξης, «περιούσιας», η οποία, αφού απελευθερωθεί η ίδια, θα κτίσει την νέα εαρινή αταξική κοινωνία επιλύοντας, ως οφείλει, μια ιστορική εκκρεμότητα που άφησαν όλες οι προηγούμενες επαναστάσεις, μηδέ εξαιρουμένης της μεγάλης Αστικής Γαλλικής Επανάστασης, εκκρεμότητα που αφορά στην κατάργηση των τάξεων και της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Για όλους εμάς που συμμεριζόμαστε τα παραπάνω, το να μην είμαστε απόντες αλλά να συμμετέχουμε σε αυτή την «οργανωμένη μάχιμη πρωτοπορία» δεκαετίες ολόκληρες, μιλάει στην καρδιά μας, είναι ένα ‘‘χαλάλι για τη ζωή’’, είναι το φως από τις «φρυκτωρίες» του μέλλοντος και αξίζει περισσότερο από οτιδήποτε στον κόσμο!

Μιλάει και ο ίδιος ο Μπρεχτ, που συντρόφευε τους αγώνες μας, με ένα ποίημά του για τους «απόντες», σε άλλες βέβαια περιστάσεις. Εκεί αναδεικνύει τη «φρίκη», όπως χαρακτηριστικά λέει, ενός ποιητή, όταν αυτός αντιλαμβάνεται πως οι Ναζί από λάθος δεν έκαψαν στην ομαδική πυρά και τα δικά του βιβλία.

«Κάψτε με!» φώναζε με φρίκη «κάψτε με!
Την αλήθεια δεν έλεγα πάντα με τα βιβλία μου;
Και τώρα μου φέρεστε σαν να ̉̉μουν ψεύτης.
Σας διατάζω: Κάψτε με!»

Σήμερα, η ύπαρξη μιας τόσο αναγκαίας αριστοκρατικής χρονικής απόστασης από τα γεγονότα, μας επιτρέπει, αποφεύγοντας μυθοποιήσεις, ηχηρές αγιογραφίες και μανιέρες, να κάνουμε και εμείς μια, πρωτόλεια έστω, τοποθέτηση σε ερωτήματα που θέτουν αστοί κριτικοί για το πολιτικοκοινωνικό περιεχόμενο των έργων του Μπρεχτ. Αρκεί, λένε, το «δυνατό» χαρτί στα έργα του να είναι η κοινωνική κριτική στο κατεστημένο και στην μπουρζουαζία; Σε πόσα έργα του οι θετικοί ήρωες του προλεταριάτου, το οποίο οικοδομεί τη νέα πλέον κοινωνία, είναι και οι κορυφαίοι ήρωες;

Αναμφίβολα ο Μπρεχτ που στοίχειωσε το παγκόσμιο θέατρο, και όπως λέγεται, καθόρισε την ιστορία του, είναι ο σφαιρικός άνθρωπος αυτού του ασυνήθιστου θεάτρου που ο ίδιος δημιούργησε, είναι ο μεγάλος θεωρητικός ο οποίος το ζει όχι μόνο σαν συγγραφέας αλλά και σαν σκηνοθέτης, πολλές φορές σαν σκηνογράφος ακόμη, σαν μουσικός και ηθοποιός μαζί. Επίσης, είναι επηρεασμένος από πολλές πηγές, χώρες, εποχές. Δεν έφερε μόνο στον 20ο αιώνα το ρίγος των σαιξπηρικών έργων με το στρατευμένο επικό του θέατρο, αλλά μελέτησε την αρχαία τραγωδία και επηρεάστηκε από την comedia del arte.

Η πρώτη έξοδός του Μπρεχτ στην τέχνη γίνεται αμέσως μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, την εποχή που κυριαρχεί ο γερμανικός εξπρεσιονισμός, υψηλή αστική τέχνη η οποία προσφέρει αληθινές συγκινήσεις και εισάγει πολλά νέα στοιχεία και στη θεατρική τέχνη (κινηματογραφικό δόσιμο του έργου, πλαστική χρησιμοποίηση του φωτισμού, άπλωμα της σκηνής μέχρι την πλατεία, σύντομες και πολυάριθμες σκηνές, τελικά έναν καινούργιο λόγο). Φυσικά ο καλλιτέχνης πήρε τα θετικά στοιχεία, αλλά αρνήθηκε τη μετέπειτα πορεία του εξπρεσιονισμού προς την κενότητα, την υστερία, τον απομονωτισμό και την ουτοπία. Συγχρόνως, αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι τρία πρόσωπα επέδρασαν κυρίαρχα στην σκέψη του Μπρεχτ: Ο Σεργκέι Τετριακόφ, βασικός συνεργάτης του Αϊνζεστάιν στο θέατρο, καθηγητής της Ρωσικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Πεκίνου. Ο Καρλ Ρος, ο οποίος δίδασκε Φιλοσοφία στην Μαρξιστική Εργατική Σχολή (MASCH). Στη σχολή αυτή που διευθυνόταν από το ΚΚΓ και ήταν ανοικτή για όλους του εργάτες που συναντούσαν εκεί την προοδευτική πρωτοπορία φοίτησε και δίδαξε γύρω στα 1930 και ο ίδιος ο Μπρεχτ. Η Μάργκαρετ Στέφιν, νεαρή εργάτρια και ηθοποιός, την οποία ο ίδιος αποκαλούσε «μικρή δασκάλα μου από την εργατική τάξη» και που τον έφερε σε επαφή με την κουλτούρα της γερμανικής εργατικής τάξης.

Ο Μπρεχτ, λοιπόν, έμφορτος επηρεασμών έφθασε στον μαρξισμό μέσα από τους δρόμους ενός διανοούμενου. Δημιούργησε στο θεατρικό του χώρο μια ιδανική κομμουνιστική πολιτεία, μια κολεκτίβα η οποία λειτούργησε στα πλαίσια μιας κοινωνικής συνείδησης, ενός συλλογικού συναισθήματος. Συγχρόνως, ζει μέσα σε εκρηκτικές ιστορικές συνθήκες, βιώνει την άνοδο και την κυριαρχία του ναζισμού στη Γερμανία, και το κυριότερο, διαμορφώνεται ο ίδιος από ένα πρωτοφανές ιστορικό γεγονός: οι κομμουνιστές και κάθε λογής επαναστάτες, όπου γης, δεν φρόντισαν το μέλλον τους και συμμάχησαν με τα μεγάλα καπιταλιστικά κράτη και τις οργανώσεις τους για να νικηθεί ο ναζισμός – φασισμός, δηλαδή να νικηθεί μια ακραία εκδοχή του ίδιου του αστικού συστήματος. Ένα αστικό σύστημα, που φυσικά, όταν θεράπεψε τα καρκινώματά του, κυνήγησε μετά τον πόλεμο, όπως ήταν φυσικό, ανηλεώς κάθε επαναστατική και προοδευτική ιδέα και δράση, εγκαθιδρύοντας και βοηθώντας συγχρόνως πλείστα όσα φασιστικά καθεστώτα ανά τον κόσμο. Παρόλο που σε αυτές τις συνθήκες είναι φυσιολογικό ο Μπρεχτ να θεωρεί ότι ο θεμέλιος λίθος για την αλλαγή του κόσμου ήταν η αμφισβήτηση του κατεστημένου και η αντίσταση κατά του ναζισμού, και αυτό να αναδεικνύει με συνέπεια στα έργα του, ο αγώνας κατά του φασισμού έπρεπε φυσικά να συνδέεται (σε κάθε στιγμή του) με την επαναστατική ανατροπή του αστικού συστήματος, που γεννά το φασισμό, όπως και σήμερα βέβαια που γεννά την τεράστια οικονομική κρίση που εξαθλιώνει τα λαϊκά στρώματα.

Ο Μπρεχτ πιστεύει ότι ο θεατής της τραγωδίας, σύμφωνα με τον αριστοτελικό ορισμό, « …δι' ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν», παρασύρεται από την αληθοφάνεια αυτών που συμβαίνουν στη σκηνή με αποτέλεσμα να ταυτίζεται με τους ήρωες, πράγμα που τον κάνει να τους συμπονά για την τραγική τους μοίρα. Αρνείται αυτήν την ταύτιση και θέλει το θεατή να τοποθετείται απέναντι στους ήρωες κριτικά. Αυτό πιστεύει ότι μπορεί να επιτευχθεί με την τεχνική της «αποστασιοποίησης», που έχει στόχο ο θεατής να συνειδητοποιεί πως αυτό που βλέπει στην σκηνή είναι ένα «ψεύτικο» θέαμα και όχι η ίδια η πραγματικότητα. Και ο Λένιν άλλωστε έγραφε ότι η τέχνη δεν έχει την αξίωση ν’ αναγνωριστούν τα έργα της σαν πραγματικότητα. Έχει ακόμη γραφεί ότι ο συγγραφέας δεν θέλει, για παράδειγμα, ο θεατής να συμπονά τη μάνα Κουράγιο που χάνει διαδοχικά τα παιδιά της στον πόλεμο, αλλά να την κρίνει σαν παράδειγμα αλλοτριωμένης συνείδησης, που δεν καταλαβαίνει ότι με το να ακολουθεί με την καντίνα της τα στρατεύματα και να πουλάει τρόφιμα στους στρατιώτες δεν κάνει τίποτε άλλο από το να ενισχύει τον πόλεμο που της σκοτώνει τα παιδιά της. Για αυτό το λόγο επινόησε ιδιαίτερες τεχνικές παιξίματος και σκηνοθεσίας. Ένα ακραίο παράδειγμα τεχνικής της αποστασιοποίησης είναι αυτό που έκανε ένας μπρεχτικός σκηνοθέτης, να τοποθετήσει πάνω στη σκηνή τη γεννήτρια που τροφοδοτούσε με ρεύμα το θέατρο. Συγχρόνως ο Μπρεχτ απαιτεί και από τον ηθοποιό αυτό που ζητούσε παλαιότερα ο σοβιετικός θεωρητικός του θεάτρου Μέγιερχολντ, δηλαδή να μη βυθίζεται ο ηθοποιός συναισθηματικά στο ρόλο του, αλλά να είναι κύριος του εαυτού του, να παρακολουθεί και να αναλύει ψυχρά τα αισθήματά του, ώστε να δίνει την εντύπωση ότι παρακολουθεί το παίξιμό του μέσα στον καθρέφτη.

Οι παραπάνω θεωρήσεις θα μπορούσαν να βρουν το αντίκρισμά τους ως απάντηση των ερωτημάτων που προαναφέραμε, στο βαθμό βέβαια που τα ερωτήματα αυτά ισχύουν. Το πόσο μπορεί να ισχύουν μας το φανερώνει και το εξής γεγονός: Την περίοδο 2008-2009 το ΚΘΒΕ ανεβάζει στη Μονή Λαζαριστών το έργο “Κύκλος με την κιμωλία στον Καύκασο”, που είναι ένα παραμύθι από την Ανατολή, το οποίο ο Μπρεχτ το μεταφέρει σε μια άλλη εποχή πολέμου, βίας και αμοραλισμού. Ο σκηνοθέτης της παράστασης Σωτήρης Χατζάκης, ερωτώμενος αν κράτησε την πολιτική διάσταση του έργου απάντησε χωρίς δισταγμό «Ασφαλώς. Έκανα όμως μια τολμηρή κίνηση, έκοψα τον πρόλογο, όπου θετικοί κομμουνιστές μιλούν για τα κολχόζ και τη γη. Αυτό, γιατί αφενός ήθελα το έργο να ξεκινά κατευθείαν με το παραμύθι, αφετέρου γιατί μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν μπορώ να δεχθώ την εικόνα ενός αποκλειστικά θετικού κομμουνιστή. Η έννοια του αμιγούς με τρομάζει!» Ασφαλώς και εμάς οι σύγχρονες αυτές αντιδραστικές τοποθετήσεις μας «τρομάζουν» και τα δικά μας σχόλια περιττεύουν.

Γνωρίζουμε καλά ότι από την εποχή του Μαρξ-Ενγκελς, που ξετυλίχτηκε η συνένωση της επαναστατικής θεωρίας με τον ταξικό αγώνα, απασχολεί την ιστορία η σχέση ενός κομμουνιστικού κόμματος με την επιστημονική - ερευνητική – καλλιτεχνική δημιουργία και αντίστροφα. Και επειδή πορευόμαστε μέσα από τις πληγές μας, ακόμη περισσότερο πρέπει να μας απασχολεί η σχέση που οφείλει να έχει ο διανοούμενος με την σύγκρουση και τη ρήξη με τα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό.

Εμείς λοιπόν που αγαπάμε τον Μπρεχτ για ό,τι υπήρξε, για την αληθινή ζωή και τη συγκίνηση που γενναιόδωρα μας χάρισε, αξίζει να τελειώσουμε αυτές τις απλές και γεμάτες δάνεια προσεγγίσεις, με τα δικά του λόγια:

«… ο στρατός ξεκινά, Άννα μη κλαις
θα γυρίσω ξανά, θα ακολουθώ άλλες σημαίες ….»

Στο «Μικρό όργανο για το θέατρο» επίσης αναφέρει:

Το θέατρο, όπως το βλέπαμε ως τώρα, δείχνει την κοινωνία που παρουσιάζεται στην σκηνή σαν κάτι το οποίο είναι αδύνατο να επηρεαστεί από την κοινωνία που υπάρχει στην αίθουσα. Ο Οιδίποδας τιμωρείται, γιατί παρέβη τις αρχές που διείπαν την κοινωνία του καιρού του. Επιφορτίζονται γι’ αυτό οι θεοί που ξεφεύγουν από κάθε έλεγχο. Οι «μεγάλοι μοναχικοί» του Σαίξπηρ, που κουβαλάνε μέσα τους τα αστέρια της μοίρας τους, αρχίζουν αναπότρεπτα μάταιες και τρελές πορείες προς το θάνατο. Ετοιμάζουν με τα ίδια τους τα χέρια το χαμό τους κι’ η καταστροφή τους ξεφεύγει από την κριτική… Πάντα ανθρωποθυσίες! Πάντα βάρβαρες απολαύσεις! Ξέρουμε, όμως πως οι βάρβαροι έχουνε τη δική τους τέχνη. Καιρός να φτιάξουμε και εμείς την δική μας!

Ζάκυνθος, Ιούνιος 2010

Το πρώτο σένιο

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Πέμπτη, εννιά του Δεκέμβρη σήμερα, επέτειος της Αγίας Άννας, της μητέρας της Παναγίας, με τις πολλές ονομαστικές γιορτές, τις καθαρά γένους θηλυκού, μια και δεν έχει τ’ όνομα αρσενική εκδοχή - διαφορετικά θα πηγαινοερχόμαστε «από τον Άννα στον Καϊάφα» - και την ανάμνηση ενός τραγουδιού για τις φερώνυμες «του χιονιά», το οποίο, για να σας εξομολογηθώ την αμαρτία μου, ποτέ δεν μου άρεσε, μια, και πάντα αιρετικός, το εύρισκα γλυκανάλατο. Λένε μάλιστα πως σήμερα είναι η μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου, εσφαλμένα, βέβαια, μια και αυτό συνέβαινε με το παλιό ημερολόγιο μόνο, τότε που η Αμώμητος Σύλληψη, όπως σωστά λέγεται από τους καθολικούς η γιορτή, συνέπιπτε, δεκατρείς μέρες αργότερα, με το χειμερινό ηλιοστάσιο και τότε πραγματικά το σκότος κυριαρχούσε, έστω και για λίγο, επειδή με την είδηση της επερχόμενης μεγάλης γέννας, εκείνης του εγγονού, αυτό «αξαίνει».

Μα η σημερινή μέρα για μάς τους Ζακυνθινούς, εκτός από την παραπάνω μεγάλη γιορτή, έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή το δειλινό της γίνεται το «πρώτο σένιο του Αγίου μας», ένα αγαπημένο σε πολλούς αντέτι, το οποίο σε πείσμα των καιρών και σε αντίσταση κατά της καθημερινά θεριεύουσας, επίφοβης ισοπέδωσης, εξακολουθεί να έχει οπαδούς, οι οποίοι το τηρούν με θρησκευτική ευλάβεια, το συνεχίζουν, το διατηρούν και το σέβονται.

Την ώρα που πέφτει ο ήλιος, λοιπόν, από το ηλεκτροφωτισμένο πανηγυρικά καμπαναρίο του Αγίου μας ακούγονται εορταστικά και χαρμόσυνα οι γλυκόλαλες καμπάνες, οι οποίες ευτυχώς δεν είναι μηχανοκίνητες, όπως αλλού αξιοθρήνητα συμβαίνει, ενώ την ίδια στιγμή, την ησυχία του χειμωνιάτικου τοπίου του Τζάντε διακόπτουν δώδεκα κανονιές. Είναι το πρώτο σένιο, η προαγγελία της μεγάλης γιορτής του Πολιούχου μας, η οποία γιορτάζεται μετά από ακριβώς μια βδομάδα και η προειδοποίηση για την μεγαλύτερη για μάς τους Ζακυνθινούς χρονιάρα ημέρα, που στην ουσία είναι και η πρώτη ενός μεγάλου εορταστικού κύκλου, ο οποίος λήγει με τον αγιασμό των υδάτων της γιορτής των Φώτων και την αφιερωμένη στους πολυπληθείς Γιάννηδες επόμενη ημέρα.

Ο αριθμός των πανηγυρικών κρότων είναι ισάριθμος με τους μήνες του χρόνου, αλλά και με τις δώδεκα μέρες που το λείψανο του Αγίου μας μένει στην «Θύρα» του, όπως πολύ ποιητικά και χαρακτηριστικά λέμε. Οι μέρες αυτές είναι τρεις στην επέτειο της μνήμης του, στις 17 Δεκεμβρίου, από την παραμονή έως και τα «Μπασίματα», τρεις ανάλογες στην θύμηση της ανακομιδής του σκηνώματός του, από τα νησιά Στροφάδια, στην γενέτειρά του Ζάκυνθο, στις 24 Αυγούστου, μία τα Χριστούγεννα, μία τα Φώτα και τέσσερις το Πάσχα, από την Μεγάλη Παρασκευή, έως το βράδυ της Νιας Δευτέρας.

Η καθαρά εκκλησιαστική αυτή προειδοποίηση έχει πάρει την μορφή αντετιού και πολλοί εναπομείναντες και επιμένοντες ζακυνθινά συνηθίζουν να συγκεντρώνονται αυτήν την ώρα στην πλατεία της εκκλησίας και μπρος από το πυργόμορφο κωδωνοστάσιο, για να παρακολουθήσουν τα τεκταινόμενα και να ευχηθούν ο ένας στον άλλον «χρόνια πολλά και του χρόνου». Είναι μια υπόθεση σχεδόν προσωπική και αυτό είναι που χαρακτηρίζει το ντόπιο αντέτι, που μόνο στο νησί μας υπάρχει σαν γεγονός και σαν έκφραση και το κάνει να ξεχωρίζει ουσιαστικά από το έθιμο.

Κάτι ανάλογο γίνεται και με την καλοκαιριάτικη επέτειο του Αγίου μας, το εσπέρας της 16ης Αυγούστου, μόνο που τότε δεν υπάρχει η τωρινή θαλπωρή, όπως συμβαίνει, εξάλλου, γενικότερα και με την τουριστική και πολύκοσμη, πια, αυτή μας γιορτή της λήξης του Θέρους.

Αν κάποιος, λοιπόν, περάσει αυτήν την ώρα από την παραλιακή λεωφόρο της πόλης μας και συγκεκριμένα από την γειτονιά του αρσενικού Άμμου, θα δει κάμποσους αντεταδόρους μαζεμένους, οι οποίο την στιγμή του πρώτου καμπανίσματος και στο άκουσμα της πρώτης κανονιάς θα κάνουν τον σταυρό τους και θα αλληλοευχηθούν με βλέμμα χαρούμενο και ελπιδοφόρο.

Μιαν ακριβώς βδομάδα αργότερα θα ξανασμίξουν και πάλι, σχεδόν στην ίδια θέση, για να δουν την επίσημη κάθοδο του ντόπιου επισκόπου από το μοναστήρι και την εν πομπή μεταφορά του στον εορτάζοντα ναό, για να γίνουν οι «γύροι» και να τελεσθεί ο εσπερινός της μεγάλης γιορτής, ενώ πάλι κανονιές και καμπανίσματα θα αναγγέλλουν σ’ όλο το νησί το χαρμόσυνο γεγονός.

Η συνήθεια αυτή, το αντέτι του σένιου του Αγίου μας, είναι μια καθαρά δική μας εκδήλωση, που πουθενά αλλού δεν απαντιέται και χαρακτηρίζει την ιδιοσυγκρασία μας, τονίζοντας τον εύθυμο χαρακτήρα μας και υπογραμμίζοντας την προσήλωση μας στις ξεχωριστές μας παραδόσεις.

Μπορεί να μην έχει ταίρι ούτε και στ’ άλλα συγγενικά Επτάνησα, τα οποία κάποιο ανεγκέφαλοι θέλουν να τα αποκόψουν, ενώνοντάς τα με τις άσχετες απέναντι στεριές, αλλά δεν θα μπορούσε να μην έχει μια κοντινή και ζεστή συγγένισσα. Αυτήν θα την συναντήσουμε στην όμαιμη και αυτάδελφη Κέρκυρα, στην οποία την παραμονή της γιορτής του Πρωτοκύριακου, της πρώτης Κυριακής, δηλαδή, του Νοέμβρη κάθε χρόνου, οπότε πανηγυρικά λιτανεύεται το λείψανο του πολιούχου της Αγίου Σπυρίδωνα, σε ανάμνηση του θαύματος της σωτηρίας του νησιού από την πανούκλα το 1673, γίνεται κάτι ανάλογο. Το απόγευμα, δηλαδή, του Σαββάτου, εκεί κατά τις τέσσερις, αν δεν κάνω λάθος, χτυπούν οι καμπάνες το «αλλάρμα», για να θυμίσουν την επέτειο στους Κορφιάτες, οι οποίοι περιμένουν το χαρμόσυνο αυτό προανάκρουσμα ανυπόμονα, ευχόμενοι στο άκουσμά του και αυτοί «χρόνια πολλά και του χρόνου».

Ανάλογα αντέτια, που και αυτά συνεχίζουν να υπάρχουν και να έχουν τους πιστούς τους, έστω και αν αυτοί χρόνο με το χρόνο λιγοστεύουν, είναι το κρέμασμα του βαγιού, το Σαββάτο του Λαζάρου το μεσημέρι, ακριβώς στις δώδεκα, όταν χτυπά το «γιόμα» και το κρέμασμα του μαρουλοκρέμμυδου, σαν ειδοποίηση της αρχής της Μεγάλης Σαρακοστής, το δειλινό της Κυριακής της Τυρινής.

Τα δύο αυτά αντέτια, πριν τον ισοπεδωτικό σεισμό του Αυγούστου του 1953, γίνονταν από το καμπαναριό της ιστορικής εκκλησίας των Αγίων Πάντων, που το «καμπαναρίο» τους, κατά τον ποιητή, έκανε «για χίλιες μπάντες». Μετασεισμικά, οπότε ο αναδασμός εξαφάνισε ανερυθρίαστα και αυτήν ακόμα την χορεία όλων των Αγίων και ανατίναξε την προστασία τους, η συνήθεια συνεχίστηκε από τον μητροπολιτικό ναό της πόλης μας αυτήν τη φορά, ο οποίος είναι και ο πιο κοντινός και ο πλέον επίσημος. Πρωταγωνιστής και στα δύο ο νότσολος των εκκλησιών, ο οποίος με την εντολή του εφημέριου και των γαστάλδων (επιτρόπων) είχε την επιπλέον φροντίδα της προμήθειας του απαραίτητου υλικού.

Η ανάμνηση κάποιων τέτοιων στιγμών έκανε τον ποιητή Γιάννη Τσακασιάνο, τον αθεράπευτο αυτό «Σπουργίτη» και υμνητή της ζακυνθινής ιδιαιτερότητας και ιδιοσυγκρασίας, να εμπνευστεί και να γράψει περιεκτικά:

«Πού αντέτια; Πού Βλαχέραινα σε ξένες πολιτείες;
Πού αλιάδες, σκορδοστούμπια μου κ’ Αϊ - Λάζαρου φωτίες;»

Για να καταλήξει στο ίδιο ποίημά του στην απόλυτα τζαντιώτικη διαπίστωση:

«Όλα σας μυριονόστιμα! Αχ πώς να σάς αφήσω;
Όχι με σάς που βρέθηκα Σπουργίτης θα ψοφήσω!».

Σήμερα πολλά έχουν αλλάξει και αρκετά έχουν χαθεί. Η τηλεόραση απειλεί με ισοπέδωση και οι καιροί μας αλόγιστα ξεχνούν και σβήνουν. Απόψε, όμως, είμαι σίγουρος πως οι λίγοι αντιστεκόμενοι, σαν την «μικρά ζύμη» του Αποστόλου, θα μαζευτούν και πάλι μπρος από την εκκλησία του Αγίου μας, θα ξαναζήσουν το αντέτι τους και θα μας κάνουν να ελπίζουμε πως εμείς θα κουμαντάρουμε την ζωή μας και δεν θα καταντήσουμε κακέκτυπη προέκταση πρόχειρου και κακοστημένου σήριαλ.

Σε όλους αυτούς και σε όσους ακόμα επιμένουν και συνεχίζουν να νοιώθουν Ζακυνθινοί και Επτανήσιοι ας ευχηθούμε από την ψυχή μας το κλασσικό «χρόνια πολλά» και «να είναι καλά και του χρόνου».

Ας είναι πολλές φορές και πάλι στη θέση τους για να βιώσουν το αντέτι τους. Ο Άγιος ας τους έχει πάντα καλά και ας τους συντηρεί. Το πληγωμένο νησί μας τους έχει ανάγκη. Ίσως και αυτοί βοηθήσουν στο να ξαναγεμίσει άνθη το «χάσμα του σεισμού». Για να χαρεί η ψυχή του Ποιητή και η δική μας. Για να ξαναδακρύσει από χαρά ο Άγιος.
Related Posts with Thumbnails

Follow by Email