© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Βιβλιοπαρουσίαση του βιβλίου του Κώστα Κρομμύδα «Η ζωή που έλειπε»


[Κόκκινος Βράχος, Κυριακή 24 Νοέμβρη 2013]

Της Κατερίνας Δεμέτη

Αγαπητοί Φίλοι,
Ο παρουσιαστής ενός βιβλίου έχει συνήθως τον άχαρο ρόλο να μας πείσει για τη σπουδαιότητα του εν λόγω βιβλίου και να μας προτρέψει να το προμηθευτούμε.

Εγώ σήμερα θα πρότεινα να χαλαρώσουμε λίγο και να ξεφύγουμε από τα συνήθη στεγανά. Και ο λόγος δεν είναι γιατί αμφιβάλλω για τη σπουδαιότητα του καινούργιου βιβλίου του Κώστα Κρομμύδα. Κάθε άλλο. Ακριβώς επειδή πιστεύω σ’ αυτό, εκτιμώ ότι δεν χρειάζεται τα δικά μου διαπιστευτήρια για να πάρει μια ξεχωριστή θέση στη βιβλιοθήκη σας.

Ο δικός μου ρόλος έγκειται περισσότερο στο να σας πείσω ότι η ιστορία που ξετυλίγεται μέσα από τις σελίδες του, έχει από μόνη της αρκετή δύναμη για να κερδίσει τον πολύτιμο χρόνο σας και να αποκοπεί από αυτό που κατ’ ουσίαν είναι, δηλαδή το πνευματικό τέκνο ενός αγαπημένου ηθοποιού, που η διαδρομή του, γνωστή από τα media, μπορεί από μόνη της να προκαλέσει σε κάποιον προκατάληψη για την ποιότητα της ενασχόλησής του με τη λογοτεχνία. Πρέπει μ’ άλλα λόγια να «ξεφλουδίσω» τον Κρομμύδα, από το πνευματικό του πόνημα και να σας το παραδώσω γυμνό σα νεογέννητο βρέφος.

Αλλά για να το κάνω, θα πρέπει να μιλήσω για τη δική μου εμπειρία από την ανάγνωση του βιβλίου του…

Η καλή λογοτεχνία, αγαπητοί φίλοι, δεν έχει ανάγκη από «ατμόσφαιρα» για να ξετυλίξει το νήμα της, ούτε ειδικούς αναλυτές σε in περιοδικά κι ένθετα εφημερίδων περιωπής. Η καλή λογοτεχνία διαβάζεται μονορούφι, μέσα σε μια νύχτα, ακόμα και πάνω σε κούτες μετακόμισης, ακόμα και μέσα στο αυτοκίνητο περιμένοντας ένα παιδί σου να τελειώσει το φροντιστήριο, ακόμα και πάνω από μια κατσαρόλα, που την ανακατεύεις για να μην κολλήσει το φαγητό χωρίς να την κοιτάς, έχοντας το βλέμμα σου μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Γιατί κάτι τέτοιο έπαθα εγώ, όταν ο φίλος Αλιβίζος Πλέσσας μού πρότεινε να το παρουσιάσω κι εγώ του απάντησα: «θα το δω πρώτα και θα σου απαντήσω». Και μου έφτασε, μία μόνο νύχτα για να πω το «ναι».

Το βιβλίο του Κώστα Κρομμύδα με παρέσυρε μέσα στις σελίδες του και δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου, παρά μόνο όταν έφτασα στην τελευταία σελίδα. Όσο μάλιστα αναλογιζόμουνα ότι είναι εμπνευσμένο από ένα αληθινό γεγονός, που συνέβη την περίοδο της Κατοχής, τόσο περισσότερο με έτρωγε η αγωνία να μάθω τι θα γίνει στο τέλος.

Γιατί αυτό δεν είναι, κυρίες και κύριοι, ο στόχος της καλής λογοτεχνίας; Να μπορεί να μας ταξιδέψει σε άλλους κόσμους, να μας πάρει από την πικρή πολλές φορές καθημερινότητά μας και να μας οδηγήσει, δι’ ελέου και φόβου, στην κάθαρση της ψυχής μας; Θα μου πείτε, δηλαδή το βιβλίο του Κώστα Κρομμύδα, είναι μόνο «λογοτεχνία για να ξεχνιόμαστε»; Όχι, αγαπητοί φίλοι. Το βιβλίο, βασισμένο σε αληθινά γεγονότα που ξετυλίχτηκαν στη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και ειδικότερα στα χρόνια της Κατοχής, μάς ερμηνεύει το γιατί η «νέα κατοχή» στους ανθρώπους που έχουν την ηλικία των παππούδων μας, είναι τόσο δυσβάσταχτη. Γιατί μερικά πράγματα δεν ξεχνιώνται. Γράφονται στο DNA της φυλής μας και μένουν ανεξίτηλα.

Γιατί πώς να ξεχαστούν οι σφαγές των Γερμανών στα Καλάβρυτα, στο Δίστομο, στο Κομμένο της Άρτας, στο Κοντομάρι της Κρήτης, στον Κάντανο, στους Λυγκιάδες των Ιωαννίνων, στο Δοξάτο Δράμας και σε τόσα άλλα μέρη της Ελλάδας;

Από την άλλη όμως μιλάει και για τη «μικρή ιστορία» των ανθρώπων, που για τον καθένα μας είναι η δική του «μεγάλη ιστορία», που τον ακολουθεί και τον καθορίζει σε κάθε βήμα της ζωής του και που επηρεασμένη από τα μεγάλα γεγονότα της ιστορίας, γίνεται η σπίθα που αλλάζει τον ρου της ιστορίας, τόσο καταλυτικά, όσο και η ίδια επηρεάζεται μέσα στη διαλεκτική της αλλαγής της.

Στο βιβλίο του Κώστα Κρομμύδα, βλέπουμε λοιπόν πώς γεννιέται ένας ήρωας μέσα από τις συνθήκες της ζωής και της ιστορίας, βλέπουμε τι νόημα παίρνει η αυτοθυσία, όταν μιλάμε για τους δικούς μας ανθρώπους, μαθαίνουμε για την ευκολία με την οποία το χρέος για την πατρίδα, γεννιέται αβίαστα και χωρίς οικονομικούς πάτρωνες κι αναγνωρίζουμε την δύναμη της ψυχής του ενός, του άντρα και της γυναίκας, που προχωράνε μαζί, χωρίς υπεροχή του ενός φύλου προς το άλλο, αλλά ενωμένοι αξεδιάλυτα μέσα στην περιπέτεια της ζωής.

Γιατί, αγαπητοί φίλοι, ο Κώστας Κρομμύδας είναι ένας συγγραφέας που σέβεται τα δύο φύλα και παρουσιάζει τις ιδιαιτερότητές τους με την ίδια μεγάλη ευαισθησία. Αυτό, θα μπορούσα να πω, ότι εμένα με κέρδισε περισσότερο στην ανάγνωση του βιβλίου του. Ο άντρας δεν προβάλλει σαν ήρωας και η γυναίκα μένει στα παρασκήνια της ιστορίας. Ούτε η γυναίκα, κρύβοντας το μεγάλο μυστικό της, ανεβαίνει τον προσωπικό της Γολγοθά και ηρωοποιείται. Ανεβαίνουν πιασμένοι χέρι με χέρι, και οι δύο μαζί, υφαίνοντας παράλληλα την ιστορία της δικής τους ιστορίας. Και αυτό ο Κώστας Κρομμύδας το πετυχαίνει μέσα από ένα εξαιρετικό, κατά τη γνώμη μου, συγγραφικό εύρημα: την παράλληλη εξιστόρηση δύο ιστοριών που απέχουν μεταξύ τους δυο γενιές, αλλά μέσα στις σελίδες περνάνε, η μία ακολουθώντας την άλλη, κάνοντας συνεχώς χρονικά και χωρικά άλματα. Οι ήρωές μας πότε βρίσκονται στο νησί, πότε βρίσκονται στη Γερμανία, πότε βρίσκονται την περίοδο της Κατοχής και πότε σε ένα Νοσοκομείο στο Βερολίνο.

Σταθερό σημείο ο τόπος: το νησί. Και φυσικά το DNA, που έλκει τους ανθρώπους ή η μοίρα, που ενώνει και χωρίζει με τον χαρακτηριστικά ανεξήγητο τρόπο της…

Αγαπητοί φίλοι,
Δεν ξέρω, εάν έπρεπε να μιλήσω περισσότερο για το Δημήτρη, την Ανίτα, το Μανόλη ή την Ελένη, το Νίκο, τον Αλεξάντερ ή τον κυρ-Θωμά. Δεν νομίζω ότι έχει και τόσο μεγάλη σημασία. Εκείνο που έχει για μένα τη μεγαλύτερη είναι ότι απόλαυσα την ανάγνωση του βιβλίου του Κώστα Κρομμύδα και σας συνιστώ να το κάνετε κι εσείς. Σας διαβεβαιώνω ότι δεν θα το μετανιώσετε.

Ευχαριστώ τον κ. Πλέσσα, που μου το πρόσφερε και περιμένω με ανυπομονησία και το επόμενο βιβλίο του Κώστα Κρομμύδα.

Σας ευχαριστώ που με ακούσατε!




π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΚΙ ΥΣΤΕΡΑ, ΛΟΙΠΟΝ, ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ;

Μνῆμες καὶ (ὕστεροι) προβληματισμοὶ ἀπὸ τὴ στρατιωτικὴ θητεία

Έργο Τσαρούχη.
Σὰν ἀπόψε, πρὶν ἀπό τριανταοχτὼ χρόνια πῆρα τὸ Ἀπολυτήριο τοῦ Στρατοῦ ἀπό τὴ Σάμο ὅπου ὑπηρετοῦσα, συγκεκριμένα ἀπὸ τοὺς Μυτιληνιούς, ἕνα χωριὸ θαυμάσιο τότε, τὸ 1975 δηλαδή, ποὺ βρέθηκα ἐκεῖ νὰ ὑπηρετήσω.

Ἦταν βροχερὸ τό βράδυ ἐκεῖνο τῆς 24ης Νοεμβρίου τοῦ 1975, ὅπου στὶς δωδεκάμιση τὰ μεσάνυχτα πήραμε τὰ Ἀπολυτήρια. Τὸ ἔκαναν δὲ αὐτό, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ φύγουμε τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωΐ, ἀφοῦ εἴμασταν σὲ νησί, μὲ λίγα δρομολόγια χειμώνα καιρό.

Ἀκόμα δὲν μπορῶ νὰ ξεχάσω... Γιατὶ αὐτὲς οἱ πρῶτες στιγμὲς μετὰ ἀπὸ κάποια θητεία, τὴν ὅποια θητεία περνᾶμε, ἔχουν σημασία γιὰ τὸν καθένα μας. Καὶ τοῦτο ἐπειδὴ ἐκεῖνο ἐλάχιστο χρονικὸ διάστημα-κορυφαῖο ἀναμφίβολα στὸ βίο μας- ὁ νοῦς ξεφεύγει ἀπὸ τὶς ἐμμονὲς τῆς γκρίνιας, τοῦ πότε, δηλαδή, θὰ περάσει ὁ καιρός κ.λ.π. καὶ μετατίθεται πιὰ στὴ σφαῖρα τῆς ὡριμότητας, τῆς κατάστασης ἐκείνης τοῦ προσεγμένου προβληματισμοῦ καὶ τῆς ἀναζήτησης νοήματος γιὰ τὴ ζωὴ / διαδρομὴ ποὺ ἀνοίγεται. Μιᾶς διαδρομῆς ποὺ περικλείει παν᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὸ ἀπρόοπτο, τὸ σιβυλλικό, τὸ ἄγνωστο. Ἄσχετ᾿ ἄν τὰ ὄνειρα περιπλέκονται μὲ μιὰ αἰσιοδοξία περίεργη, ποὺ στὴν πορεία σιγὰ σιγὰ προσφέρονται ὡς θυσία γιὰ νὰ συνεχιστεῖ ὁ δρόμος... Κι εἶναι αὐτὲς οἱ θυσίες ἕνα σιωπηλὸ μαρτύριο, τοῦ ὁποίου τὰ σημάδια παραμένουν μέσα μας: παράσημα μιᾶς μάχης ποὺ δίνει ὁ καθένας μας. Ἀρκεῖ νἄναι ἀντρίκια καὶ ἔντιμη.

Ἀκόμα θυμᾶμαι τὸν ἔρημο καὶ βρεγμένο δρόμο ποὺ καθρέφτιζε τὰ βήματά μου κι ἐκείνους τοὺς συλλογισμοὺς, ποὺ ἀπὸ κεῖνο τὸ βράδυ μὲ ἀκολουθοῦν. Συλλογισμοὶ ποὺ ἐπικεντρώνονταν σὲ ἕνα ἐρώτημα: Καὶ τώρα τὶ θὰ κάνεις;

Τὰ χρόνια πέρασαν. Κοντὰ σαράντα χρόνια ἀπό κεῖνο τὸ βράδυ. Ὡστόσο, τὸ ἐρώτημα ἐκεῖνο βαραίνει μέσα μου, καθὼς τὴν κάθε μέρα ποὺ ξεδιπλώνεται, σὲ μιὰν ἄλλη θητεία τώρα, τῆς ὁποίας, ὅπου νἄναι, σιμὰ εἶναι καὶ τὸ ἀπολυτήριο, ἀφοῦ μαζεύτηκαν τὰ χρόνια - τριανταπέντε πιά. Ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ καιρὸς ἐγγὺς... Μόνο ποὺ σ᾿ αὐτὴν τὴν περίπτωση δὲν θὰ ὑψωθεῖ μέσα σου τὸ ἴδιο ἐρώτημα, ἀλλὰ κάποιο ἄλλο ποὺ τὸ περιμένεις νὰ σοῦ τὸ χαρίσει ὁ Θεὸς μὲ τὴν εὐλογία τοῦ ὑπόλοιπου χρόνου τῆς ζωῆς σου.

Σκόπελος, 24/25 Νοε. 2013

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Ecumenical Patriarch Bartholomew: MOBILIZING ACTION FOR HUMAN DIGNITY, CITIZENSHIP AND SHARED WELL-BEING

Address to the 9th World Assembly of Religions for Peace
(Vienna, 22 November 2013)

How good and how pleasant it is for brothers and sisters to dwell together in unity.” (Psalm 133.1)

Your Beatitude;
Your Excellencies;
Your Eminences;
Distinguished guests;
Ladies and gentlemen;

On the occasion of the 9th World Assembly facilitated by Religions for Peace, we bring you greetings of love and peace from the Ecumenical Patriarchate, the first See of the Orthodox Church. We are honored to be with you in Vienna, and we give thanks to God for the opportunity to address this esteemed assembly.

We extend a sincere thanks to Dr. William Vendley, Secretary General, and the planning committee for inviting us to share our thoughts about working together for human dignity and peace. Before us we have an example of peace in the making: Religions for Peace and the King Abdullah International Centre for Interreligious and Intercultural Dialogue (KAICIID) have already demonstrated the ability to mobilize and collaborate to make this week of meetings a reality.

This inspires us to recall the wisdom of an ancient Psalm: “Behold, how good and how pleasant it is for brothers and sisters to dwell together in unity”! The ultimate goal of this assembly is to create a new paradigm to embrace the essence of peace and unity, which exists in all of humanity. Indeed, “how good and pleasant” that day will be when we experience such fellowship, where everyone will be free to worship God in their own way. Let us leave this place today and walk the path toward that peace.

Last November, we took a step along that path when we were gathered in this very city for the inauguration of the King Abdullah Bin Abdulaziz International Centre for Interreligious and Intercultural Dialogue. Looking back today, there have been many accomplishments on our journey toward peace since that gathering. Furthermore, just a few weeks after our address in Vienna last year, we released an encyclical calling for 2013 to be the “Year of Global Solidarity.” The need to do so was increasingly clear:

We discriminate against one another by means of fanaticism with regard to religious and political convictions, by means of greed in the acquisition of material goods, and through expansionism in the exercise of political power. These are the reasons why we come into conflict with one another.

We are not the first generation of humanity to face such challenges. In 313 of the Christian Era, emperors Constantine and Licinius met face-to-face for a dialogue on the injustice of persecuting minority religions. Three centuries of murder and discrimination had become detrimental to all peoples living in those societies. As a result, the Edict of Milan was signed into law, granting freedom of religion to all members of their respective communities. The document itself tells us the story behind its creation: “. . . for the sake of peace in our times, that each one may have the free opportunity to worship as one pleases; this regulation is made that we may not seem to detract from the dignity of any religion . . .”

“For the sake of peace in our times,” we too call for the “free opportunity to worship” as one pleases. This fundamental human right is the cornerstone for building solidarity between peoples and nations. It is the most essential element for building peace. We must allow individuals to worship God freely and without reprisals. We cannot pretend that we respect the dignity of another human being, if we do not allow them to worship God peacefully.

Seventeen centuries have come and gone since the Edict of Milan was enacted. Yet, unfortunately, the world remains vulnerable to the same temptation of denying others their basic human right of freedom of worship. In recent months, the intensity and frequency of persecution against minority faiths has increased in virtually every corner of the planet.

Certainly, demands for tolerance from all religious leaders and peoples are needed; however something more remains: namely, loving our neighbor. Merely tolerating one another only further emphasizes the pervasive goal of dominance. If one must tolerate the other, the one tolerated is viewed as less valuable than the one who tolerates. This is a great deception and danger. We believe that religious leaders must move . . . beyond mere tolerance . . . to love. When we embrace and welcome ‘the other’ with genuine concern and love – as if ‘the other’ is our very own neighbor and our very self! – then we have the foundation for creating lasting peace in the world.

To love another is to welcome them into your life and ‘home.’ To love another is to prevent their harm through discrimination and contempt. It is to end aggression and war. When our ‘enemy’ becomes important and invaluable to us; when our ‘enemy’ is regarded as a reflection of ourselves, we no longer face an enemy, but a neighbor, a friend, an ally. When neighbors join together to seek the benefit of ‘the other,’ we begin to live in solidarity with all humanity.

Daily news reports would lead us to believe we have nothing but ‘enemies.’ However, there are glimmers of hope that have emerged this year, in spite of the great difficulties that have been presented. For example, this year, the King Abdullah Bin Abdulaziz International Centre for Interreligious and Intercultural Dialogue has begun a process of examining the “Image of the Other” through regional workshops. These workshops have explored shared values and best practices for educating people about dialogue and peace. This flagship program will be continued in the coming years.

Moreover, this past March, an outstanding effort towards protecting vulnerable children in Uganda was undertaken through a strategic partnership between KAICIID and Religions for Peace. This effort is literally saving the lives of Uganda’s children through basic nutrition and health education. We are all sharing in the well-being of Uganda when we care for her children.

In April of this year, Religions for Peace convened a meeting of diverse Syrian religious leaders, who established a Religions for Peace Council in Syria. This was a courageous step initiated in a place where peace is so grievously threatened.

In September, His Holiness Pope Francis called a peace vigil for the nation of Syria to call attention to the strife and bloodshed there. He reminded the nations “War always marks the failure of peace, it is always a defeat for humanity.”

And today, we are gathered here, together again, in this city. We are shoulder-to-shoulder, standing for those things we believe in, and calling for a new way of loving our neighbor. As we closed our encyclical last December, declaring 2013 as the Year of Global Solidarity:

Let us encourage one another during this Year of Global Solidarity to make every conscious effort – as individuals and nations – for the reduction of the inhumane consequences created by the vast inequalities as well as the recognition by all people of the rights of the weakest among us so that everyone may enjoy the essential goods necessary for human life. Thus, we shall indeed witness – at least to the degree that it is humanly possible – the realization of peace and good-will on earth.

Therefore, thanks be to God who created humanity with the capacity to live in peace. May we all find this peace in our hearts and share it with the world. We must not cease and cannot be defeated in our efforts to secure human dignity and advocate the well-being of all our neighbors in the world.


God bless you all.

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Άννας Τσουκαλά Κουφού: ΣΤΟ ΑΚΡΟΘΙΝΙΟ (ποίημα)

Το ακροθίνιο της οργής σου αναζητώ
το μέγεθος της σιγής σου ψηλαφώ,
νοιάζομαι μην την πάρει ο βοριάς
έτσι αναίσχυντος που πνέει.

Λαχτάρα μας καθημερινή
στη σιωπηλή ψυχή μας.
Ο γητευτής και ακροβολιστής της απανεμιάς της.
Μα, θα ξανάρθει ξαστεριά, στ' ορκίζομαι.

Στου ήλιου τον ανασασμό θα στεγνώσουμε
της τολμηρής νεροποντής το μούλιασμα,
του γητευτή τ' αμόνι θα το νικήσουμε

θα σώσουμε από το μάτι του κυκλώνα τις ψυχές μας!

[24/11/2013]

Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Κ. Π. Καβάφη: i) ΜΥΡΗΣ· AΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΤΟΥ 340 μ.X., ii) ΝΕΟΙ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ (400 μ.X.), iii) ΣΤΑ 200 π.X.


Μύρης· Aλεξάνδρεια του 340 μ.X.

Την συμφορά όταν έμαθα, που ο Μύρης πέθανε,
πήγα στο σπίτι του, μ' όλο που το αποφεύγω
να εισέρχομαι στων Χριστιανών τα σπίτια,
προ πάντων όταν έχουν θλίψεις ή γιορτές.

Στάθηκα σε διάδρομο. Δεν θέλησα
να προχωρήσω πιο εντός, γιατί αντελήφθην
που οι συγγενείς του πεθαμένου μ’ έβλεπαν
με προφανή απορίαν και με δυσαρέσκεια.

Τον είχανε σε μια μεγάλη κάμαρη
που από την άκρην όπου στάθηκα
είδα κομμάτι· όλο τάπητες πολύτιμοι,
και σκεύη εξ αργύρου και χρυσού.

Στέκομουν κ’ έκλαια σε μια άκρη του διαδρόμου.
Και σκέπτομουν που η συγκεντρώσεις μας κ’ η εκδρομές
χωρίς τον Μύρη δεν θ' αξίζουν πια·
και σκέπτομουν που πια δεν θα τον δω
στα ωραία κι άσεμνα ξενύχτια μας
να χαίρεται, και να γελά, και ν’ απαγγέλλει στίχους
με την τελεία του αίσθησι του ελληνικού ρυθμού·
και σκέπτομουν που έχασα για πάντα
την εμορφιά του, που έχασα για πάντα
τον νέον που λάτρευα παράφορα.

Κάτι γρηές, κοντά μου, χαμηλά μιλούσαν για
την τελευταία μέρα που έζησε—
στα χείλη του διαρκώς τ’ όνομα του Χριστού,
στα χέρια του βαστούσ’ έναν σταυρό.—
Μπήκαν κατόπι μες στην κάμαρη
τέσσαρες Χριστιανοί ιερείς, κ’ έλεγαν προσευχές
ενθέρμως και δεήσεις στον Ιησούν,
ή στην Μαρίαν (δεν ξέρω την θρησκεία τους καλά).

Γνωρίζαμε, βεβαίως, που ο Μύρης ήταν Χριστιανός.
Aπό την πρώτην ώρα το γνωρίζαμε, όταν
πρόπερσι στην παρέα μας είχε μπει.
Μα ζούσεν απολύτως σαν κ’ εμάς.
Aπ’ όλους μας πιο έκδοτος στες ηδονές·
σκορπώντας αφειδώς το χρήμα του στες διασκεδάσεις.
Για την υπόληψι του κόσμου ξένοιαστος,
ρίχνονταν πρόθυμα σε νύχτιες ρήξεις στες οδούς
όταν ετύχαινε η παρέα μας
να συναντήσει αντίθετη παρέα.
Ποτέ για την θρησκεία του δεν μιλούσε.
Μάλιστα μια φορά τον είπαμε
πως θα τον πάρουμε μαζύ μας στο Σεράπιον.
Όμως σαν να δυσαρεστήθηκε
μ’ αυτόν μας τον αστεϊσμό: θυμούμαι τώρα.
A κι άλλες δυο φορές τώρα στον νου μου έρχονται.
Όταν στον Ποσειδώνα κάμναμε σπονδές,
τραβήχθηκε απ’ τον κύκλο μας, κ’ έστρεψε αλλού το βλέμμα.
Όταν ενθουσιασμένος ένας μας
είπεν, Η συντροφιά μας νάναι υπό
την εύνοιαν και την προστασίαν του μεγάλου,
του πανωραίου Aπόλλωνος — ψιθύρισεν ο Μύρης
(οι άλλοι δεν άκουσαν) «τη εξαιρέσει εμού».

Οι Χριστιανοί ιερείς μεγαλοφώνως
για την ψυχή του νέου δέονταν.—
Παρατηρούσα με πόση επιμέλεια,
και με τι προσοχήν εντατική
στους τύπους της θρησκείας τους, ετοιμάζονταν
όλα για την χριστιανική κηδεία.
Κ’ εξαίφνης με κυρίευσε μια αλλόκοτη
εντύπωσις. Aόριστα, αισθάνομουν
σαν νάφευγεν από κοντά μου ο Μύρης·
αισθάνομουν που ενώθη, Χριστιανός,
με τους δικούς του, και που γένομουν
ξ έ ν ο ς   εγώ,   ξ έ ν ο ς π ο λ ύ·  ένοιωθα κιόλα
μια αμφιβολία να με σιμώνει: μήπως κι είχα γελασθεί
από το πάθος μου, και π ά ν τ α τού ήμουν ξένος.—
Πετάχθηκα έξω απ’ το φρικτό τους σπίτι,
έφυγα γρήγορα πριν αρπαχθεί, πριν αλλοιωθεί
απ’ την χριστιανοσύνη τους η θύμηση του Μύρη.

* * *

Νέοι της Σιδώνος (400 μ.X.)

Ο ηθοποιός που έφεραν για να τους διασκεδάσει
απήγγειλε και μερικά επιγράμματα εκλεκτά.

Η αίθουσα άνοιγε στον κήπο επάνω·
κ’ είχε μιαν ελαφρά ευωδία ανθέων
που ενώνονταν με τα μυρωδικά
των πέντε αρωματισμένων Σιδωνίων νέων.

Διαβάσθηκαν Μελέαγρος, και Κριναγόρας, και Pιανός.
Μα σαν απήγγειλεν ο ηθοποιός,
«Aισχύλον Ευφορίωνος Aθηναίον τόδε κεύθει -»
(τονίζοντας ίσως υπέρ το δέον
το «αλκήν δ’ ευδόκιμον», το «Μαραθώνιον άλσος»),
πετάχθηκεν ευθύς ένα παιδί ζωηρό,
φανατικό για γράμματα, και φώναξε·

«A δεν μ’ αρέσει το τετράστιχον αυτό.
Εκφράσεις τοιούτου είδους μοιάζουν κάπως σαν λιποψυχίες.
Δώσε — κηρύττω — στο έργον σου όλην την δύναμί σου,
όλην την μέριμνα, και πάλι το έργον σου θυμήσου
μες στην δοκιμασίαν, ή όταν η ώρα σου πια γέρνει.
Έτσι από σένα περιμένω κι απαιτώ.
Κι όχι απ’ τον νου σου ολότελα να βγάλεις
της Τραγωδίας τον Λόγο τον λαμπρό —
τι Aγαμέμνονα, τι Προμηθέα θαυμαστό,
τι Ορέστου, τι Κασσάνδρας παρουσίες,
τι Επτά επί Θήβας— και για μνήμη σου να βάλεις
μ ό ν ο που μες στων στρατιωτών τες τάξεις, τον σωρό
πολέμησες και συ τον Δάτι και τον Aρταφέρνη.»

* * *

Στα 200 π.X.


«Aλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων—»

Μπορούμε κάλλιστα να φαντασθούμε
πως θ’ αδιαφόρησαν παντάπασι στην Σπάρτη
για την επιγραφήν αυτή. «Πλην Λακεδαιμονίων»,
μα φυσικά. Δεν ήσαν οι Σπαρτιάται
για να τους οδηγούν και για να τους προστάζουν
σαν πολυτίμους υπηρέτας. Άλλωστε
μια πανελλήνια εκστρατεία χωρίς
Σπαρτιάτη βασιλέα γι’ αρχηγό
δεν θα τους φαίνονταν πολλής περιωπής.
A βεβαιότατα «πλην Λακεδαιμονίων».

Είναι κι αυτή μια στάσις. Νοιώθεται.

Έτσι, πλην Λακεδαιμονίων στον Γρανικό·
και στην Ισσό μετά· και στην τελειωτική
την μάχη, όπου εσαρώθη ο φοβερός στρατός
που στ’ Άρβηλα συγκέντρωσαν οι Πέρσαι:
που απ’ τ’ Άρβηλα ξεκίνησε για νίκην, κ’ εσαρώθη.

Κι απ’ την θαυμάσια πανελλήνιαν εκστρατεία,
την νικηφόρα, την περίλαμπρη,
την περιλάλητη, την δοξασμένη
ως άλλη δεν δοξάσθηκε καμιά,
την απαράμιλλη: βγήκαμ’ εμείς·
ελληνικός καινούριος κόσμος, μέγας.

Εμείς· οι Aλεξανδρείς, οι Aντιοχείς,
οι Σελευκείς, κ’ οι πολυάριθμοι
επίλοιποι Έλληνες Aιγύπτου και Συρίας,
κ’ οι εν Μηδία, κ’ οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι.
Με τες εκτεταμένες επικράτειες,
με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών.
Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά
ώς μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ώς τους Ινδούς.

Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!

Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

π. Κων. Π. Καλλιανός: ΚΙ Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ…


Στ τελευταο τεχος το περιοδικο ΣΥΝΑΞΗ, πο εναι φιερωμένο στν πίσκοπο, φιλοξενήθηκαν πολ καλς κα κανς γι περαιτέρω διάλογο,  μελέτες τν π. Βασιλείου Θερμο, Δημητρίου Μπαρθέλου κ..
στόσο,  στ περιθώριο τν παραπάνω κι κε πο τοίμαζα ν π κα τ δικιά μου τ γνώμη, βασισμένη στ σα θεοφιλς κα θεοφωτίστως ναφέρει στ  «Συμβουλευτικν  γχειρίδιον» σχετικ μ τ πρόσωπο κα τν πολιτεία το πισκόπου γιος Νικόδημος γιορείτης, εδα στ διαδίκτυο μι φωτογραφία, πο μ ντυπωσίασε. Κι ς μ φανε παράξενο ατό, μήτε κα περβολικό... Πρς  τὶ, λλωστε; 
Εκονίζει λοιπόν, ἡ ν λόγω  φωτογραφία ναν πίσκοπο σ κάποιο παραδοσιακ νησιώτικο σοκάκι,  πο γραφικ τ στολίζει να πάλλευκο κκλησάκι, ν ξαποσταίνει μι θεριν αγιοπελαγίτικη νύχτα  καθισμένος  πάνω σ λιτ πέτρινο πεζούλι κι ποζητώντας, σφαλς, λίγη δροσιά, νάπαυση κα μοναξιά. Ναί, μοναξιά, χι μ τν κοσμικ ννοια λλ μ τ βιβλική: κείνη δηλαδ πο χει νάγκη κάθε ποιμένας, στε ν σταθε νώπιος νωπί, ν ποτοξινωθε πό τς ποικίλες γνοιες κα στοχες συντυχίες τς ποες, ς γέτης κα ς πνευματικς δηγς,  εναι ναγκασμένος ν δέχεται σχεδν λη τν μέρα.  λλωστε, διος Κύριος «ν ποχωρν ν τας ρήμοις κα προσευχόμενος» (Λκ. 5, 16). , πως πολ σοφ ναφέρει κορυφαος ποστολικς Πατέρας, «Χρήζομεν πάντες ρεμίας»( γ. γνάτιος Θεοφόρος).
Δν χω τν παίτηση ν μάθω πῶς δημοσιοποιήθηκε φωτογραφία ατή. Δν μ νδιαφέρει, λλωστε. ντίθετα, τὴν χάρηκα πολ,  γιατ μο δωσε τν φορμ ν γράψω τ παρακάτω. Γι᾿ ατ κα στέκομαι στ μήνυμα πο κπέμπει, τ νόημα πο διακρατε κα τ κυριότερο, τν λήθεια πο μφανίζει. Γιατ κι πίσκοπος νθρωπος εναι. Μ τ προσωπικ κα τ τς παρχίας του προβλήματα, πο σφαλς ς γέτης κα νθρωπος δν εναι δυνατ ν ντιπαρέλθει μ διαφορία κα περιφρόνηση. Κα τοτο πειδ τ προβλήματα ατ εναι τ στεφανι πο το παραδίδεται παράλληλα μ τν τόσο φημισμένη κα χρυσοποίκιλτη μίτρα: κενη δηλαδή, πο λαμπροφορε τν πώδυνη κα ματωμένη ρχιερατικ πορεία του. Κα φυσικά, μιλμε δ γι τν κάθε συνειδητ πίσκοπο, κενον δηλαδ πο φωτίζει μ τ παραδειγμά του, πο λκει μ τν σκητική του βιοτ, πο συντηρε τν κληρονομία του μ τν προσευχητική του γραυλία. Γιατ σ λλη περίπτωση, ταν γέτης, κάθε γέτης φήνεται στν νθρωπάρεσκειά του κα στ ναρκισσισμό του, τότε ποτυχία μπορε ν μν εναι ρατή, φο καλύπεται π τ ξωτερικ τ «στρς», στόσο διαφαίνεται μ τ χρόνια πο τσι κι λλις περνον κι φήνουν, ντ γι λλον παινο τ στάχτη κα τν πόγνωση. Κυρίως γι τν αυτό του, φο τίποτε λλο δν πρόσεξε στν λη του τ βιοτὴ, πλν το αυτο του, πς ν τν νυψώσει δηλαδή, λλ κα διατηρήσει «ες τόπον ψηλόν». Μέχρι πο ρχεται μι μέρα πο τ φήνει λα κι ναχωρεπως κάθε νθρωπος στν κόσμο ατό.
Γι᾿ ατ καὶ, κοιτώντας τν πίσκοπο στ μοναξιά του μέσα στ θεϊκ θεριν νύχτα, θαρρες πς διαβάζεις τν ψυχή του. Καταλαβαίνεις πολ καλ πόση νάγκη χει κι ατς π μι δική του στιγμ, γι ν ψάξει τν αυτό του, ν ζυγιάσει τ πράγματα, ν σταθε πέναντι στ πρόσωπα τν συνεργατν, φίλων, δικν του ξένων μ κρίβεια κα ση γίνεται δικαιοσύνη, νδεδυμένη στόσο μ τ χιτνα τς φιλανθρωπίας, κατ τν θάνατο λόγο το . Χρυσοστόμου: «φιλότιμος γρ δεσπότης δέχεται τν πρτον καθάπερ κα τν σχατον». Ἤ, πι πλ, πως πολ σωστ ρμηνεύει τ κάθε ποιμαντικ διέξοδο εράρχης ποιητής:

«Ποιος ν βραβεσεις μ τν παινο
κα ποιος ν συνετσεις μ τν ψγο;"
(ρχιεπ. Αστραλίας Στυλιανός)

Δίκοπο μαχαίρι ο παραπάνω στίχοι πο δν τος ντιπαρέρχεσαι βίαστα κα δίχως ν σφιχτε καρδι κι ψυχή. Γιατ πάνω π᾿ λα Ποιμένας εναι κα Πατέρας, πο γνωρίζει πς ν πιτιμήσει τ παιδιά του δίχως ν τ πογοητεύσει κα τ κυριότερο, ν τ χει σιμά του, πως Κύριος τος μαθητές του, πο κάποιες φορς τος παρατηροσε (βλ. Λκ. 9, 46-50 ), λλ κα νόμαζε, θεωροσε, ποδεχόταν ς φίλους (πρβλ. ω. 15, 14-15).
Γι ν π τν λήθεια, δ γνωρίζω τ διαλογίζονταν πίσκοπος καθισμένος πάνω σ κενο τ πέτρινο σβεστωμένο πεζούλι, στ ποο ξαπόστασαν τόσοι κα τόσοι, χρόνια κα χρόνια... στόσο πιστεύω πς ατς ο στιγμς τς συχίας, τς ρέμβης, τν στοχασμν κα φυσικ τς συνάντησής του μ τ Θεό, τν ποφορτώνουν πό πολλ κα τ κυριότερο το θυμίζουν τ πεπερασμένο το πίγειου βίου, πο μήτε ο φμες, μήτε ο πολύωρες συντυχίες μ τος τρανος τς γς τ στολίζουν. ντίθετα, ατ τ λιτ σοκάκι μ τ λευκ τ κκλησάκι πο ὀμορφαίνει τ χρο, μ τν πλότητα πο διακρατε,  καλλωπίζει τν ψυχή του κα τὴν συντηρε μέσα στος καθημερινότητα πο ξημέρωνε. Πιστεύω δ τι το δίνει κα  τ δικαίωμα ν ἐπαναλάβει,  π τς ρίζες τς παρξης του νεβασμένο τ διαχρονικ λόγιο:  «Το Κυρίου γ κα τ πλήρωμα ατς, οκουμένη κα πάντες ο κατοικοντες ν ατ. Ατς πί θαλασσν θεμελίωσεν ατήν... ς μεγαλύνθη τ ργα Σου, Κύριε...» (Ψαλμ. 23, 1-2. 103, 24). τσι δν εναι;
Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email