© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο, 11 Απριλίου 2009

Σπύρου Καρυδάκη, Ο ΓΑΛΗΝΟΣ ΣΤΟ ΟΑΚΑ (διήγημα)

ΝΙΟΝΙΟΣ: Έρρωσο, δαιμονιοτάτη Κατίνα! Έχαψα τόσα αρχαία κείμενα λόγω της ιδέας σας να μιμηθούμε τον «Ανάχαρσι» του Λουκιανού και να μιλήσουμε για το νόημα του αρχαίου αθλητισμού, ώστε μ' έχει πιάσει ένα είδος ελληνοπαθολογικού παραληρήματος. Πώς σκαρφιστήκατε αυτό το παιχνίδι;
KATINA: Διάβασα στα «NEA» το κείμενο του κ. Κούρτοβικ για τις σκοτεινές πλευρές του αθλητισμού. Στο βουρκερό πέλαγος της ματαιόλογης θριαμβολογίας και του κουτσομπολισμού, ήταν ένας πλωτός παράδεισος.
N.: Έτσι είναι πάντα καθετί παραδείσιο, ένα πλωτό νησάκι που ταξιδεύει μες στις φλόγες της κόλασης θερμαινόμενο και μηδέποτε καιόμενο.
K.: Λοιπόν, ο μέγας Γαληνός υποστηρίζει ότι η τέλεια άθληση είναι αυτή που κάνει ο «εργάτης των κατά φύση έργων». Υπενθυμίζει ότι οι καθημερινές εργασίες στάθηκαν οι απαρχές όλων των αθλημάτων. H διαδικασία μετάβασης από τον καταναγκασμό κάθε εργασίας στην ελευθερία του αντίστοιχου αθλήματος, που εκγυμνάζει συγκεκριμένα μέλη του σώματος, σε πρώτη φάση έχει σκοπό να μας κάνει ικανότερους για δουλειά, αλλά κατόπιν επιτηδειότερους σε όλες τις λειτουργίες της πόλης, από τον πόλεμο μέχρι τη γιορτή. Έτσι - συμβουλεύει ο μεγάλος εκείνος γιατρός - το καλύτερο για έναν νέο είναι
«να κωπηλατεί, να σκάβει, να θερίζει, να ακοντίζει, να τρέχει και να πηδάει, να οπλομαχεί, να σχίζει ξύλα, να κουβαλάει πράγματα, να εκτελεί γεωργικές εργασίες».
N.: Δεν νομίζω ότι θα ενθουσιάζονταν μ' αυτά οι συνομήλικοί μας.
K.: Ούτε στους τότε άρεσαν, γι' αυτό τους αναλύει ότι τουλάχιστον πρέπει να γυμνάζονται με σκοπό την υγιεινή κι όχι το κυνήγι επάθλων. Ο Φιλόστρατος εξηγεί ότι ο αθλητισμός χάλασε λόγω του επαγγελματισμού, που προέκυψε από την υπερβολική δόξα των νικητών και τη συνακόλουθη υποστήριξη των πόλεων. Οι αθλητές έγιναν «αστράτευτοι από μάχιμοι, αργοί από ενεργοί, πολυκρέατοι από σπαθάτοι». Με την πολυφαγία, που είχε σκοπό να αναπτύξουν οι γυμναζόμενοι τον μέγιστο δυνατό μυϊκό όγκο, προσπάθεια στην οποία ήρθε αρωγός η ιατρική, «εξενευρίσθη τα στάδια», δηλαδή ο αθλητισμός έγινε μέθοδος παραγωγής άνευρων θρεφταριών.
N.: Και τότε τα ίδια, λοιπόν: χορηγούμενοι υπεραθλητές, βλαπτικά συμπληρώματα διατροφής, ταυρόμορφοι άνευροι...
K.: H κατάληξη, κατά τον Φιλόστρατο, είναι κυριαρχία του χρήματος, πωλήσεις νικών, εκγύμναση μόνο των πρωταθλητών από τους γυμναστές με σκοπό το κέρδος, πράγμα που εθεωρείτο ύβρις. Επίσης, κατά τον Γαληνό, τον Ορειβάσιο κι άλλους γιατρούς, οι γυμναστές και οι πόλεις καταστρέφουν τους εφήβους γυμνάζοντάς τους σαν να ήσαν ώριμοι άνδρες, παράκαιρα και υπερβολικά: τα σώματά τους «σκληραίνουν πρόωρα και παραμορφώνονται». Οι γυμναστές, «όπως και οι κακοί δάσκαλοι, στερούν από τα παιδιά το νεοτήσιον σκίρτημα» μαθαίνοντάς τους «την αργία, την νωθρότητα» της μονοασχολίας.
N.: Αν σας άκουγαν όλοι αυτοί που ανεβάζουν στα ουράνια άγουρους εφήβους, κορίτσια κι αγόρια με τα κορμάκια τους στρεβλωμένα από ενόργανη, από βαρέα αθλήματα...
K.: Ο Γαληνός, σαν γνήσιος Έλληνας, δεν ξεχνάει ότι ένας από τους σκοπούς του αθλητισμού είναι το σωματικό κάλλος των νέων. Όμως, προσθέτει, πρέπει να υπάρχει «αντιστοιχία γύμνασης και σκοπού των διαφόρων μελών του σώματος», αφού κάθε μέλος είναι «τέλεια προορισμένο» για μια συγκεκριμένη χρήση και δεν πρέπει να παραμορφώνεται από μονόπλευρη άθληση.
N.: Ώστε έχει δίκιο ο Κούρτοβικ που πηγαίνει κόντρα στην αισθητική MME και κοινού, μη βλέποντας καμιά ομορφιά στους υπεραθλητές, γυναίκες κι άνδρες.
K.: Οι αρχαίοι γιατροί βασίζονται στα αποφθέγματα του Ιπποκράτη: «Στους αθλούμενους, η άκρα ευεξία είναι βλαπτική» και «Δεν υπάρχει κατά φύση αθλητική προδιάθεση, γι' αυτό οι υγιεινές συνήθειες (κατά την άθληση) είναι το σπουδαιότερο». Για τον Γαληνό αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αθλούμαστε όχι αποβλέποντας στη νίκη επί των αντιπάλων αλλά στη βελτίωση της υγείας. Ο Λουκιανός προσθέτει ότι η μόνη χρησιμότητα των επάθλων είναι να βλέπουν οι νέοι τους νικητές και να μη φοβούνται πόνους και κόπους σε περίπτωση πολέμου, ενώ σε καιρό ειρήνης να πολιτεύονται καλώς. Κι αυτό όχι σαν καταναγκασμό αλλά με βάση την ελευθερία, την ανθρώπινη ευδαιμονία και τη χαρά που προσφέρει η γιορτή των αγώνων.
N.: Εδώ μάλλον βασίστηκε ο Χέγκελ για να γράψει τον μεγάλο λόγο ότι οι αρχαίοι αγώνες εξέφραζαν την άρνηση της αναγκαιότητας και της σοβαρότητας κι ότι έτσι, μέσω της ελευθερίας, ο άνθρωπος πρωτομεταμορφώνει το σώμα του σε όργανο του στοχασμού.
K.: Ίσως. Ας θυμηθούμε επίσης τον Δίωνα Χρυσόστομο, που αντιπαραθέτει στον ωραίο μα αυτάρεσκο κι άχρηστο Πατροκλή τον ιδανικό αθλητή και ενεργό πολίτη Μελαγκόμα. Κι ο Πλάτων μιλάει στην «Πολιτεία» κι αλλού για υπερβολική άθληση: «Προκαλεί ζημιές στην οικονομία, στον πόλεμο και στους θεσμούς της πόλης, μα το χειρότερο είναι πως στέκεται αρνητική στη μάθηση, στη γνώση και στη μελέτη». Για όλ' αυτά ο Γαληνός συμπεραίνει ότι ο αθλητισμός που έχει μόνο σκοπό «την καταβολή του αντιπάλου» είναι άχρηστος για τις «κατά φύση» ανθρώπινες ενέργειες, αφού οι αθλούμενοι γίνονται
«αναίσθητοι, δυσκίνητοι και τελείως απόπληκτοι λόγω του παρά φύση όγκου».
N.: Τα ίδια και τότε όπως τώρα. Λοιπόν, τι να κάνουμε εμείς που γυμναζόμαστε, που λατρεύουμε τον αθλητισμό και θαυμάζουμε τους αθλητές; Δεν είναι ανθρώπινο ν' αγαπάς τ' ανθρώπινα;
K.: Είναι. Κι εγώ, περνώντας από τα δημόσια γυμναστήρια κολλάω το πρόσωπό μου στα κάγκελα και θαυμάζω τα αθλούμενα κορίτσια κι αγόρια. Είναι όλα τόσο όμορφα, έχουν τέτοια λάμψη στα μάτια ώστε ξεχνώ πως ταΐζουμε τα κορμιά και τις ψυχές τους με δηλητήρια, πως εκείνο το τόσο υπέροχα ειπωμένο νεοτήσιο σκίρτημά τους γρήγορα θα τσαλακωθεί από το βαμπιρικό σχολείο, την καριερολαγνεία, το χρήμα. Είδαμε όλοι ότι οι μεγάλες διοργανώσεις είναι μια αδιάντροπη φιέστα της εξουσίας και του χρήματος, το οποίο αυτογκαστρώνεται και γεννοβολάει πάνω στις σάρκες και τα κόκαλα των αθώων παιδιών που θέλουν να γίνουν αστέρες. Αλλά ποιος φίλαθλος αγνοεί πως οι δήθεν απαγορευμένες ουσίες πωλούνται στα μαγαζάκια κάθε γειτονιάς, αυτά με τα συμπληρώματα διατροφής για γυμναζόμενα πιτσιρίκια, πως πρωταθλητισμός δίχως ντόπα δεν γίνεται και πως οι αγνοούντες φαρισαίοι της ΔΟΕ, υπουργοί, παράγοντες, δεν είναι παρά μικροϋπάλληλοι των «χορηγών»; Αν εγώ κι εσείς ήμασταν λαός κι όχι τυφλή μάζα, τότε θα είχαμε κυβέρνηση κι αντιπολίτευση που θα διακήρυσσαν: H Ελλάδα, γενέτειρα του αθλητισμού και του ανθρωπισμού, φωνάζει: Όχι άλλο Ολυμπιακοί Αγώνες. Όχι άλλο ξεπούλημα του αθλητισμού στους οικονομικούς κολοσσούς. Όχι άλλο επαγγελματικός αθλητισμός και υπεραθλητές. H Ελλάδα δεν ξανασυμμετέχει σε μεγάλους αγώνες, δεν ξαναδίνει την Ολυμπιακή Φλόγα. Θα καταργήσει στο έδαφός της τον επαγγελματικό αθλητισμό και θα χτίσει δημόσια γυμναστήρια για όλους, σε κάθε γειτονιά. «Για τον αγώνα που δεν έχει σκοπό τα έπαθλα», όπως έγραψε ελληνοπρεπέστατα ένας Σύριος, ο Λουκιανός ο Σαμοσατέας,
«αλλά την ανθρώπινη ευδαιμονία, την προσωπική ελευθερία του καθενός και την κοινή της πατρίδας, τον πλούτο, τη δόξα και την απόλαυση των γιορτών».
N.: Αχ, μιλάς γι' άλλους ανθρώπους κι άλλες Ελλάδες... Δες όμως πόσο μικρόψυχοι είμαστε όλοι! Αλίμονο, δεν μας αξίζουν τα Ηλύσια, μα οι σκοτεινές μασέλες του Καιάδα.

[Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 24.8.2004]

Σπύρου Καρυδάκη, Ο ΜΟΥΡΟΥΤΣΟΣ ΧΟΡΕΥΕΙ (διήγημα)

KATINA: Αχ, και σας το 'πα! Πόσες φορές δεν σας παρακάλεσα να μη γυρνάτε ντυμένος έτσι, σαν φαλιρισμένο ψιλικατζήδικο! Μα, μην κουνιέστε! Σταθείτε να σας βάλω αυτή την κρέμα στα βλέφαρα. Πω, πω, κατάμαυρα είναι! Δεν μπορείτε να τ' ανοίξετε;
ΝΙΟΝΙΟΣ: Αμ τι νομίζετε, ότι σας κλείνω πονηρά το μάτι; Αχ, αχ, προσέχτε! Πονάει.
K.: Με τα παθήματά σας θα χάσουμε τον Μουρούτσο.
N.: Γίνατε θαυμάστριά του, βλέπω.
K.: Δεν συλλαμβάνω το ακριβές νόημα όλων αυτών που κάνει επί σκηνής, οι κινήσεις του, όμως, νομίζω ότι συνθέτουν έναν υπέροχο, απόλυτα ανδρικό χορό. Στους καιρούς μας, καιρούς εκθήλυνσης ­ δεν είναι καρφί εναντίον σας ­, αυτός ο χορός μου φαίνεται αφάνταστα ερωτικός.
N.: Τυπικά γυναικεία προσέγγιση του αθλητισμού... Άσε που ονομάζετε «σκηνή» την άγρια αρένα του τεκ βο ντο. Αχ, σιγά! Πάντως, νιώθω ευτυχισμένος που τα χεράκια σας ευαρεστούνται επιτέλους να διεγείρουν τις αισθήσεις μου, έστω και κάνοντάς με να πονώ.
K.: Προσεγγίζω τον αθλητισμό, όπως και καθετί, αισθητικά και όχι χρησιμοθηρικά, αξιολογικά ή με βάση την αρχή του ανταγωνισμού, όπως εσείς οι άνδρες. Φάγατε πολύ ξύλο, ε;
N.: Δεν έχω παράπονο.
K.: Κι εσείς, ευλογημένε, τι ζητούσατε νυχτιάτικα στην Ομόνοια έτσι, άθλια, ντυμένος;
N.: Απλό τζιν φορούσα. Και άσπρο πουκάμισο...
K.:... Δεκαετίας του '70.
N.: Πεντακάθαρο.
K.: Ασιδέρωτο.
N.: Και αυτό τι τους έκοφτε τους μπάτσους;
K.: Έπρεπε να προστατέψουν από τα χάλια σας τη σπανίου κάλλους αισθητική της ελβετίζουσας πλέον Ομόνοιας, εφόσον δεν τους άφησαν οι εφημερίδες να φτιάξουν το πρώτο Άουσβιτς της μεταπολεμικής Ιστορίας. Μα κι εσείς δεν φορούσατε κάτι πιο τρέντι, μια γαλανόλευκη, ένα Γκούτσι, ένα αθλητικό φανελάκι για να φαίνονται οι φο-μπιζού μυώνες σας, όπως κάνουν οι συνομήλικοί σας! Με αυτή την πουκαμίσα, ανάμεσα στα υπερρεαλιστικά λιόδεντρα, θα μοιάζατε σίγουρα σαν μεταβουκολική τύψη της Ελλάδας μας για το φουστανελοφόρο παρελθόν της. Αντισταθήκατε;
N.: Μόνο με λόγια. Τους είπα: «Σύμφωνα με το Ελληνικό Σύνταγμα, μπορώ να περάσω ντυμένος όπως θέλω από την Ομόνοια και από παντού. Ακόμη και μπροστά από το σπίτι της κυρίας Αγγελοπούλου». Τότε είναι που μ' έδειραν.
K.: Είχαν δίκιο. Τα έσχατα σύνορα της ελευθερίας του πολίτη βρίσκονται εκεί όπου τροχίζονται τα μαχαίρια των επιχειρήσεων και όπου η μεγαλαυχούσα, λυκίσια ευπρέπεια του μικροαστισμού, ο οποίος στηρίζει κάθε ολοκληρωτισμό, στήνεται μπροστά στις κάμερες τσιρίζοντας: «Καθαρίστε την Αθήνα μας από τα πρεζόνια, τους ζητιάνους, τους μετανάστες, τους ασουλούπωτους». Λες και η Αθήνα δεν είναι επίσης Αθήνα των πρεζονιών, λες και μια καλοντυμένη κυρία έχει περισσότερα δικαιώματα στην πόλη από μια ζητιάνα. Αλήθεια, εσάς πού σας κατέταξαν;
N.: Οι γνώμες διχάστηκαν. Άλλος μ' έλεγε πρεζόνι κι άλλος Αλβανό. Κάποιος παρενέβη: «Αδερφή είναι, ρε! Δε βλέπετε πώς χαμογελάει ενώ τις τρώει; Του αρέσει!».
K.: Σας άρεσε;
N.:... Λιγάκι... Σκεφτόμουν τους μάρτυρες της Εκκλησίας μας. Θυμόμουν, επίσης, τους βασανισμένους της Μακρονήσου ή του EAT-ΕΣΑ που, δερόμενοι, δεν έχασαν τον ανθρωπισμό τους. Υποφέροντας στωικά τις μπουνιές, ένιωσα να τους φτάνω σχεδόν ως τα γόνατα.
K.: Γιατί λέτε «θυμόμουν»; Εσείς δεν είστε ούτε 25 χρονών.
N.: Έχω συνείδηση κλεφτρόνι. Κλέβει μνήμες παλιότερων, βασανισμένων ανθρώπων. Ποτέ των ευτυχισμένων.
K.: Ζήστε επιτέλους στο παρόν! Και το μόνο παρόν είναι αυτό των συγχρόνων σας που φορούν μια στολή στο σώμα ή στη σκέψη και βασανίζουν ή εκμεταλλεύονται ποικιλοτρόπως τους ανίσχυρους.
N.: Το παρόν τους δεν είναι παρόν μου.
K.: Το παρόν σας, λειτουργώντας με χρονοκαθυστέρηση σαν χρηματοκιβώτιο, γίνεται απώτατο παρελθόν για τους συγκαιρινούς σας.
N.: H αλήθεια είναι μια χημική ένωση που ολοκληρώνεται πάντα στο μέλλον. Εμείς προσφέρουμε απλώς τα στοιχεία.
K.: Όμως, δεν γίνεται χημική ένωση δίχως βίαιη αντίδραση. Εσείς, αντιθέτως, προτιμάτε να σας δέρνουν και να σας εκμεταλλεύονται από το να δέρνετε εσείς και να μεταχειρίζεστε βία πάνω στους άλλους... Αλήθεια, στο μεταξύ δεν καταλαβαίνω σε τι χρειάζονται όλες αυτές οι Ανεξάρτητες Αρχές Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, τα Συμβούλια της Επικρατείας, οι νομικοί, οι συνταγματολόγοι, όταν καταστρατηγούνται ολοφάνερα το Σύνταγμα και οι νόμοι.
N.: Είπε το κριάρι στον βασιλιά των λύκων: «Τελευταία, κάθε που έρχομαι στο ανάκτορό σας για να διαμαρτυρηθώ εννόμως περί της αρπαγής των αρνιών μου, με σταματάει στην πύλη μια αλεπουδίτσα με πολύ τροχισμένα δόντια και, αφού μου συστηθεί ως Ανεξάρτητη Αρχή Προστασίας Απροστάτευτων Πολυκατασπαραγμένων Αμνών (ΑΑΠΑΠΑ) με πιέζει ν' αναφέρω στο εξής μόνο σ' αυτήν τις κατασπαράξεις των υπηκόων μου. Αλλ' εγώ έχω συνηθίσει παλαιόθεν να έρχομαι κατευθείαν σ' εσάς, να φωνάζω οργισμένος μπροστά στον θρόνο σας και στις κάμερες και να με κερνάτε μετά κι ένα λικεράκι, όχι να επαφίεμαι σε απροσδιορίστου προελεύσεως και χρησιμότητας αλεπουδίτσες».
«Μη δίνεις σημασία», είπε ο βασιλιάς. «Αυτή η αλεπουδίτσα είναι για μερικά ενοχλητικά αρνιά, όχι για σένα, κι έχει ως εμμίσθως εξαργυρωνόμενη αποστολή να κάνει την πύλη του ανακτόρου μου πιο απροσπέλαστη και τον δρόμο για τον θρόνο μου πιο διαφιλονικούμενο. Εσύ, σαν νόμιμος αντίπαλος και κρεατοπρομηθευτής μου, θα έρχεσαι από την πίσω πόρτα, θα διαμαρτύρεσαι κοσμίως και μετά θα πίνουμε το λικεράκι μας κουβεντιάζοντας όπως πάντα φιλικά».
K.: Τι είν' αυτό; Μύθος του Αισώπου;
N.: Είναι το τελευταίο μου διήγημα.
K.: Είναι φανερό ότι δεν θα σας επαινέσουν ποτέ οι σοβαροί κριτικοί, αυτοί που ενθουσιάζονται με τις μεγάλες εθνικές τοιχογραφίες. Πάντως, εκείνο που μου κάνει πιο πολύ εντύπωση είναι η αδιαφορία του κοσμάκη για την καταβρόχθιση του εθνικού πλούτου και για την καταβαράθρωση βασικών δικαιωμάτων του, αδιαφορία που διολισθαίνει ακατάσχετα προς την απόλυτη συναίνεση. Διαμαρτύρονται για οτιδήποτε άλλο εκτός από το ουσιώδες.
N.: Είπαν τ' αυγά στην κότα: «Δεν μπορείς, αγαπητή μας, να κάθεσαι κανονικά στη φωλιά όταν μας γεννάς, αντί να τρέχεις ολοένα βιαστική και να μας κάνεις καθ' οδόν; Πέφτουμε κάτω, πολλά σπάζουμε κι έτσι πάμε χαμένα».
«Είμαι μια πολυάσχολη μεγαλεμπόρισσα αυγών και δεν έχω ποτέ χρόνο. Όμως, σ' αυτό έχετε δίκιο, μικρούλια μου, πρέπει να γίνουμε επιτέλους ανταγωνιστικότεροι», απάντησε η κότα κι άρχισε να ξεπετά τ' αυγά της κατευθείαν στις μαλακές αυγοθήκες του σούπερ μάρκετ.
K.: Δεν σας αντέχω όταν γίνεστε τόσο ηθικολόγος. Άντε, πάμε να δούμε τον αγαπημένο μου Μουρούτσο.
N.: Και δαρμένος και επιπλέον να σας έχω να καλοκοιτάτε τον Μουρούτσο και τον αντρίκειο, ερωτικό χορό του που δεν θα χορέψω ποτέ εγώ για χάρη σας. Νιώθω σχεδόν ευτυχής.

[Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 17.8.2004]

Σπύρου Καρυδάκη, ΣΤΟΛΕΣ ΠΑΝΤΟΥ (διήγημα)


ΝΙΟΝΙΟΣ: Να τι όμορφα είναι εδώ. Κι εσείς που κάνατε τόση φασαρία, μη θέλοντας να έρθουμε στο Ολυμπιακό Στάδιο...
KATINA: Τι φρίκη! Αφέθηκα να με παρασύρετε σαν άβουλο κοριτσάκι.
N.: Μη μου δίνετε φρούδες ελπίδες. Πω, πω, τι κόσμος, τι αθλητές! Εσείς που έχετε πάθος με την παρατήρηση του ανθρώπινου προσώπου, νομίζω ότι εδώ θα βρείτε πολύ υλικό.
K.: Δεν βλέπω και πολλά πρόσωπα. Παντού υπάρχουν μόνο στολές.
N.: Κοιτάξτε εκείνη την ωραιότατη αθλήτρια από το Μπαλί. Αλλά τι εννοείτε με τα περί στολών;
K.: Μα δεν βλέπετε ότι οι περισσότεροι εδώ φοράνε στολή; Εθνικές ομάδες, εθελοντικά συμμετέχοντες, αμέτρητοι αστυνομικοί, στρατιωτικοί, σεκιουριτάδες, διάφορες φυλές εργαζομένων στις Ολυμπιακές εγκαταστάσεις. Ακόμα και οι θεατές φορούν στολές με τα εθνικά χρώματα της ομάδας που υποστηρίζει ο καθένας. Στολές κάθε είδους, στολές παντού λες, και βρισκόμαστε στη Γερμανία του 1936.
N.: Μα κι εσείς πια! Κάνετε κάτι συγκρίσεις, ανεπίτρεπτες. Πάντως τα τελευταία χρόνια διαπιστώνω κι εγώ μια αλλόκοτη, ύπουλη στρατιωτικοποίηση της ελληνικής νεολαίας. H κατακόρυφη αύξηση του αριθμού των εισαγόμενων στις παραγωγικές Σχολές της Αστυνομίας, η ίδρυση του Σώματος των Ειδικών Φρουρών, η αύξηση του αριθμού των λιμενικών και των εργαζομένων στην Άμεση Επέμβαση, η απίστευτης κλίμακας επαγγελματικοποίηση των Ενόπλων Δυνάμεων, η ταχύτατη ανάπτυξη των εταιρειών ιδιωτικής αστυνόμευσης έχουν καταστήσει δέσμιους της στολής εκατοντάδες χιλιάδες νέους. Το κράτος προωθεί συστηματικά την ανεργία εφευρίσκοντας όμως όλο πιο πολλές θέσεις εργασίας μέσα στα ατσαλένια κελιά των στολών του. Εκεί εγκλωβίζεται το ίσως υγιέστερο και δυναμικότερο - από άποψης βιολογικής, αν όχι πνευματικής - κομμάτι της ελληνικής νιότης. Παλιότερα ξέραμε μόνο τις στολές του στρατού, οικείες και σχεδόν συμπαθητικές, αφού τις φορέσαμε όλοι. Τώρα περπατάς στον δρόμο και βλέπεις παντού άγνωστες παγερές στολές, με σιρίτια, με κονκάρδες, με εχθρικά χρώματα, με μπότες και σπιρούνια, λες και βρίσκεσαι στη σκηνή μιας εφιαλτικής οπερέτας. Παντού ένστολοι νέοι οι οποίοι αντί να γίνουν σιδεράδες, τεχνικοί, οικοδόμοι, αγρότες, παρέχοντας έτσι δημιουργικό έργο στην πατρίδα τους και πλούτο στους εαυτούς τους, σπαταλούν την αλκή και τα νιάτα τους (αλλά κυρίως επίσης τα χρήματα των φορολογουμένων, όσοι κρατικοδίαιτοι) πουλώντας αμφίβολης αποτελεσματικότητας προστασία στους έχοντες να πληρώσουν. Επιτέλους, ποιος μοιράζει επιλεκτικά το νταβατζιλίκι του κράτους επί τας κεφαλάς των θνητών;
K.: Ο κ. Βουλγαράκης. Όμως, εσείς που έχετε πάει στρατιώτης, θα παρατηρήσατε σίγουρα πόσο μεταλλάσσει η στολή τον άνθρωπο ηθικά και τον παροπλίζει κοινωνικά. Αυτό είναι το ζητούμενο.
N.: Πράγματι. H ατσάλινη πανοπλία τής άνωθεν εξουσίας, το αρχαϊκό κουκούλι της ομοιομορφίας, η συντριπτική για το πνεύμα αλλά και δικαιολογητική κάθε αυθαιρεσίας ιεραρχία, όλος αυτός ο αρρωστημένος πατριαρχικός ρομαντισμός της στολής καθιστά ευχείρωτους τους ανθρώπους. Το πριν ευγενικό παλικάρι παραδίνεται έτσι σ' ένα είδος πρωτογονισμού οπισθοδρομώντας από το εξελικτικό στάδιο της κοινωνίας σ' αυτό της φυλής, καθώς η ηθική του συνείδηση χάνεται στους ατέλειωτους μαιάνδρους της ιεραρχίας. Ο εργαζόμενος εγκλείεται, αλλά ο ένστολος ανήκει.
K.: Ο ένστολος δεν έχει πρόσωπο, ξέρει ότι το συλλογικό πρόσωπο της «φυλής» του είναι αυτό του διοικητή του, του υπουργού, του προέδρου, πρόσωπα τοτεμικά που η συνθετικότητά τους και το περίπλοκο υφάδι των μίτων της εξουσίας τα καθιστά ανεύθυνα.
N.: Ίσως γι' αυτό όλο και περισσότερες εταιρείες επιβάλλουν στους υπαλλήλους τους ένα είδος στολής, κάνοντάς τους να μοιάζουν με στρατιώτες. Το 1936 είναι λοιπόν μπροστά μας.
K.: Ίσως. H στολή, πάντως, είναι μια ανδρική εφεύρεση που έχει να κάνει με τον πόλεμο, τη βία και την αρσενικής επίνευσης μανία για κυριαρχία. Είναι χαρακτηριστικό ότι κάθε τείνουσα προς τον ολοκληρωτισμό κοινωνία, όπως η χιτλερική ή η δική μας, προσπαθεί να φορέσει στολές στις γυναίκες και μάλιστα διαφημίζοντας ως νίκη των γυναικών και της ισότητας αυτήν την παράδοση της ειρηνικής θηλυκότητας στο πιο αρσενικό σύμβολο της πατριαρχίας.
N.: Προσθέστε σ' όλα αυτά την υποδόρια σεξουαλική γητειά της στολής... A, παρεμπιπτόντως, να και η συμπαθέστατη κυρία Φ. Πάλλη-Πετραλιά, που στεφανώνει την ωραία Μπαλινέζα.
K.:... Παρεμπιπτόντως θυμήθηκα ότι «ανελληνόστολος» κατά τον Αισχύλο ήταν αυτός που φέρει μη ελληνική ενδυμασία. Νομίζω, λοιπόν, ότι υπάρχει επίσης στοχασμός και λόγος που λες και φοράνε στολή και κράνος των MAT... ανελληνόστολος λόγος.
N.: Εννοείτε τις ιστορικές δοκιμές του αμερικανόφερτου κυρίου Καλύβα, περί της κόκκινης τρομοκρατίας κατά των πτωχών γερμανόστολων Χιτών και των λοιπών ηρωικών μας δωσίλογων;
K.: E, καλά, δεν θα έπεφτα και τόσο χαμηλά. Θυμήθηκα, απλώς, ότι η γλυκύτατη κυρία Πάλλη-Πετραλιά είπε προ ημερών πως «το πρώτο χρυσό μετάλλιο ανήκει στους Έλληνες εργάτες και τεχνικούς». H φαινομενικά ελληνόστολη, συγκινητική ευγένεια τούτης της φράσης όχι μόνο αναιρείται πλήρως από το γεγονός ότι χύθηκε τόσο αίμα εργατών με απόλυτη υπευθυνότητα του κράτους, το οποίο εκπροσωπεί η κυρία Πετραλιά, αλλά και γίνεται εωσφορικός σαρκασμός εφόσον όλοι ξέρουμε πως η συντριπτική πλειοψηφία των εργατών δεν είναι Έλληνες, μα κακοπληρωμένοι και ποικιλοτρόπως βασανιζόμενοι μετανάστες. Όμως ούτε λέξη γι' αυτούς. Ούτε ένα ευχαριστώ ή μια αίτηση συγγνώμης.
N.: Ανελληνόστολοι άνθρωποι. Από την επιφάνεια της ευγένειας και της φιλοφροσύνης τους, όπως από το φιλιατρό του σολωμικού πηγαδιού, προβάλλει τα μαύρα κερατάκια του ο καγχάζων Σατανάς. Εμείς, όμως, όπως ο συμπατριώτης και συνονόματός μου Διονύσιος ο ιερομόναχος στην πολλαπλά ταιριάζουσα μ' αυτήν τη συζήτηση «Γυναίκα της Ζάκυθος», δεν έχουμε τίποτ' άλλο παρ' εχτός να μετράμε με τα δάχτυλα τους δίκαιους.
K.: Ευοί. Ευοί και στην ωραία κι αθώα για όλ' αυτά Μπαλινέζα.

[Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 1.8.2004]

Σπύρου Καρυδάκη, ΑΝΕΞΙΤΗΛΟ ΚΟΚΚΙΝΟ (διήγημα)

ΝΙΟΝΙΟΣ: Δεσποινίς Αικατερίνη!
KATINA: A, εσείς είστε; Σας έχω εξηγήσει τουλάχιστον εκατό φορές ότι δεν θέλω να με λέτε Αικατερίνη, αλλά Κατίνα.
N.: Χμ, ναι, όμως ντρέπομαι να φωνάξω «Κατίνα» μες στην Πανεπιστημίου. Ξέρετε, οι «Κατίνες» της γειτονιάς...
KAT.: Κατίνα λέγαν τη γιαγιά μου, Κατίνες και τις προγιαγιάδες μου εδώ και πολλές γενιές. Είμαστε μια φυλή Κατίνων. Εξάλλου, προτιμώ να είμαι μια παλιοκατίνα, παρά πολιτικώς ορθή σαν τις φίλες σας.
N.: Ο καθένας έχει τους φίλους που του αξίζουν, όπως μου είχατε πει άλλοτε.
KAT.: Δεν θα έλεγα ποτέ κάτι τόσο κοινότοπο. Είχα πει ότι ο καθένας έχει ως φίλους εκείνους που, κατά βάθος, τους επιτρέπει να τον αγαπήσουν.
N.: Καλά. Όμως, πέστε μου, τι αλλόκοτα ρούχα είν' αυτά που φοράτε;
KAT.: Είναι η στολή μου. Συμμετέχω στην Τελετή Έναρξης της Ολυμπιάδας.
N.: Τι; Μα εσείς μέχρι πριν λίγον καιρό λυσσούσατε εναντίον των δύστυχων Ολυμπιακών Αγώνων!
KAT.: Ναι. Αλλά, πρώτον, δεν έχω καμιά υποχρέωση έναντι του εαυτού μου, να κουτσουρεύω την ακόρεστη περιέργειά μου προς χάριν της εντιμότητάς μου...
N.: Θεέ μου, τι ειλικρίνεια! Και τι αναξιοπιστία!
KAT.: ...Δεύτερον, ήθελα να γνωρίσω τον κ. Δ. Παπαϊωάννου, που τον θαύμαζα από μικρή. Είχα καταγοητευθεί από τα κόμικς του, αριστουργήματα ευαισθησίας και ανθρωπισμού. Μιλάω, βέβαια, για τη δεκαετία του '80, τότε που ήμουν μια μικρή με ροζ καλτσάκια, σχεδόν αθώα ακόμα.
N.: Φαντάζομαι ότι ποτέ δεν θα ήσασταν εντελώς αθώα. Όμως, μιλήστε μου για το μεγάλο μυστικό. Τι περιλαμβάνει αυτή η περίφημη Τελετή Έναρξης;
KAT.: A, αυτό; Ευχαρίστως! Που λέτε, την τελετή ανοίγει ένας χορός από μελανειμονούσες με επικεφαλής κάποιον λευκοντυμένο, μεταμφιεσμένον σε Γιάννη Τσαρούχη...
N.: Γιατί σε Τσαρούχη;
KAT.: Διότι ο Τσαρούχης ήταν δάσκαλος του κ. Παπαϊωάννου κι έλεγε σε όλους εξόχως δραματοποιημένα ψέματα, τόσο ευφυή ώστε άξιζαν περισσότερο από κάθε στεγνή και τρέντι αλήθεια. Μπαίνουμε, λοιπόν, ολολύζοντας: «Ουέ! Αλίμονο σε σένα Ιερουσαλήμ, που αποκτείνεις τους ελεύθερα σκεπτόμενους».
N.: Απίστευτο! Μα πώς...
KAT.: A, μη με διακόπτετε! Μετά μπαίνει η κα Γιάννα Αγγελοπούλου ντυμένη Σαλώμη κι αποκτείνει τον Τσαρούχη μ' έναν διπλό πέλεκυ.
N.: Με δουλεύετε!
KAT.: Τότε εισέρχονται εν πομπή οι συμμετέχοντες στους Ολυμπιακούς, χορεύοντας τσα-τσα: Οι κολοσσιαίες εταιρίες αθλητικών, οι τράπεζες, οι σπόνσορες, οι διαφημιστές, οι έμποροι οπλικών συστημάτων και συστημάτων ασφαλείας, κατασκευαστικές εταιρείες, χιλιάδες αστυνομικοί, σεκιουριτάδες, κρατικά πιράνχας, επίσημοι, πράκτορες, ρουφιάνοι ημεδαποί και αλλοδαποί.
N.: Και οι αθλητές;
KAT.: A, ναι, μπαίνουν και οι αθλητές. Τότε συμβαίνει κάτι τρομερό.
N.: Μα τι; τι;
KAT.: Ο σφαγιασθείς Τσαρούχης ανασταίνεται. Με έναν οργιαστικό και κάπως άσεμνο χορό, σκορπίζει τους έντρομους συμμετέχοντες στους αγώνες. Ανακαλεί εμάς τις μελανειμονούσες, που σχίζουμε πάραυτα τα μαύρα πέπλα. Οι στολές που φοράμε από μέσα συμβολίζουν τους αληθινούς πρωταγωνιστές των Ολυμπιακών Αγώνων. Προπορεύονται οι εκατοντάδες σκύλοι και γάτες με τις ματωμένες τους γούνες, που σφαγιάστηκαν από τα συνεργεία των Δήμων. Ακολουθούν οι ζητιάνοι, τα πρεζόνια, οι άστεγοι, οι μετανάστες, οι κακοντυμένοι (όπως εσείς, παρεμπιπτόντως) και οι λοιποί μη τρέντι, που χαλούν την εικόνα της αγαπημένης μας Μητρόπολης. Κρατούν ένα πλακάτ με χολιγουντιανά λαμπιόνια που σχηματίζουν τη φράση: ΑΟΥΣΒΙΤΣ, ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ. Έπεται ένας γυμνός Εσταυρωμένος και υπεράνω της κεφαλής αυτού υπάρχει επιγραφή Ελληνικά, Λατινικά κι Εβραϊκά: «Ούτος εστί ο εργαζόμενος ο πληρώνων τη νύφη, αλλά μην ανησυχείτε, θα μας ξαναψηφίσει». Μετά έρχεται μια ομάδα κουβαλώντας με κόπο τεράστια μάτια, αυτιά κι ένα Ζέπελιν, που συμβολίζουν την ηλεκτρονική ρουφιανιά. Την παρέλαση κλείνει μια κυλιόμενη πλατφόρμα επί της οποίας βρίσκεται ένα τεράστιο καζάνι βαμμένο στα εθνικά μας χρώματα. Ο Τσαρούχης βουτάει σ' αυτό μια πελώρια κουτάλα και τη βγάζει γεμάτη μ' ένα κόκκινο υγρό. Φωνάζει: «Αγαπητοί θεατές, ένα από τα ωραιότερα ελληνικά δημοτικά τραγούδια, λέει, Αν δεν στοιχειώσετε άνθρωπο, γεφύρι δεν στεριώνει. Αυτό κάναμε κι εμείς. Φέραμε ξένους, φτωχούς νέους ανθρώπους δίχως δικαιώματα, δίχως πατρίδα να παρέμβει για χάρη τους με τους κομάντος της, δίχως καν πρόσωπο για να το δείξει η τηλεόραση. Εργάστηκαν σχεδόν τζάμπα για να φτιαχτεί η Νέα Ελλάδα. Σκοτώσαμε κάμποσους. Πάνω από εξακόσιοι πενήντα εργάτες έχουν σκοτωθεί από το 2000. Τους λιώσαμε κάτω από μπουλντόζες, τους ρίξαμε από τα καλατράβεια ύψη, τους παλουκώσαμε στις σιδερόβεργες, τους θάψαμε ζωντανούς στα ορύγματα. Έτσι, τα υπέροχα ολυμπιακά και άλλα έργα θα στεριώσουν καλά πάνω στους δολοφονημένους και θα μείνουν αθάνατη κληρονομιά για τα παιδιά μας. Όταν το αίμα χύνεται, τότε μόνο καταλαβαίνεις πόσο πολύ έχει στο κορμί του ο άνθρωπος: μια σταγονίτσα θα φτάσει για όλους. Και για σας, κύριοι επίσημοι. Και για σας, καλοπληρωμένοι υπεραθλητές, παρατρεχάμενοι, εθελοντικά συμμετέχοντες, αστυνομικοί, υπάλληλοι κάθε λογής. Ιδιαιτέρως για σας, σεβαστοί μου θεατές, Έλληνες και ξένοι, που ήρθατε εδώ για να ενθουσιαστείτε και να χειροκροτήσετε. Μια σταγόνα ανεξίτηλο κόκκινο αίμα για τον καθένα σας».
Και ο λευκοντυμένος γέρος άνθρωπος σκορπίζει με την κουτάλα το αίμα στα αλαλάζοντα πλήθη.
N.: Αδύνατον να είναι αυτή η Τελετή Έναρξης!
KAT.: Έχετε δίκιο. Συνέθεσα εκ του προχείρου το στόρι μπόαρντ ενός μελό κόμικ της δεκαετίας του '80, πολύ κατώτερο βεβαίως απ' αυτά που έκανε τότε ο κ. Παπαϊωάννου.
N.: Μιλούσατε σιγά, λέγοντας πράγματα που συνήθως τα κραυγάζει κανείς.
KAT.: Όταν ουρλιάζεις για το χυμένο αίμα, αυτό πολλές φορές ξεθωριάζει. Αλλά και εσείς είστε χλωμός.
N.: Ξέρετε, έχω αγοράσει εισιτήριο...
KAT.: Κι εγώ. Ας πάμε λοιπόν. Και το αίμα των αθώων εφ' ημάς και επί τα τέκνα ημών.
[Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 3.8.2004]

Σπύρου Καρυδάκη, O ΔIΓENHΣ ΣTHN ΠENTEΛH (διήγημα)

Στον Ανδρέα Μαδαράκη, τον μετρονόμο.

Οι πελώριοι γκρεμοί διαφύλασσαν έναν τόπο όπου το κοκκινόχωμα κοιμόταν ξερό κι άνυδρο εδώ και χιλιετίες. Θραυσμένοι βράχοι από κατάλευκο μάρμαρο γκρίζαιναν κάτω από το βαρύ φως. Έσιαξα νοικοκυρίστικα τον ιώδη βελουδένιο μανδύα μου με τις χρυσές ταινίες. Τι κακόγουστο ντύσιμο! σκέφτηκα. Όμως μου άρεσε πολύ.
«Ο ευσεβής και φιλόχριστος αυτοκράτωρ καίσαρ Αύγουστος, εν Χριστώ Βασιλεί αιωνίω βασιλεύς Ρωμαίων, νικητής, τροπαιούχος, κύριος της Ανατολής και της Δύσεως», απάγγειλα με άνεση και κάπως αυτάρεσκα, «στέρνει την πατρική ευλογία του στον γενναιότατο Διγενή...».
«Τι υπερβολικός τίτλος για έναν απόλεμο αυτοκράτορα!» είπε η Μαξιμώ, η βασίλισσα των Αμαζόνων.
«Μην διακόπτετε τον αυτοκρατορικό μανδάτορα!» φώναξε ο μέγας μετρονόμος Ανδρέας κραδαίνοντας το κουτί με τα ζάρια.
Έριξα ένα περιφρονητικό βλέμμα στη Μαξιμώ. Πάντα γλυκοκοίταζε τον Διγενή, όπως όλες τους άλλωστε. Είναι ένα είδος φυσικής καταδίκης, τελικά, το να έχεις γεννηθεί τόσο εντυπωσιακός και τόσο βλάκας, σκέφτηκα εκδικητικά ατενίζοντας τον Διγενή Ακρίτα, υψηλό κι ευθυτενή, με τα δεκάδες καλοπλεγμένα χρυσόξανθα κοτσιδάκια να προβάλλουν από το κράνος του και να λάμπουν στον ήλιο. Μετά, συνέχισα δυνατά:
«Ο ευσεβέστατος αυτοκράτωρ διακοινώνει ότι ευαρεστείται, εν τω πλήθει της φιλανθρωπίας του, να μεσιτεύσει στους απελάτες για να απελευθερώσουν τη σύζυγο του ανδρειωτάτου Διγενή, ώστε να λήξει αυτή η εξαιρετικά δυσάρεστη διαμάχη μεταξύ των πιστών τέκνων της φιλοχρίστου βασιλείας του...».
H Μαξιμώ χτύπησε το κοντάρι στην ασπίδα της καγχάζοντας:
«Και ποιος θέλει τη μεσιτεία του;».
Ο Ανδρέας, αυτή τη φορά οργίστηκε στ' αλήθεια.
«Μαξιμώ, αν ξαναμιλήσεις εκτός μετρονόμησης, θα τιμωρηθείς!». Μετά, έριξε το ζάρι των Αποφάνσεων. «Τρία στα πέντε», ανακοίνωσε σηκώνοντας ψηλά το καρτελάκι με τον ανάλογο αριθμό. Χάρηκα. Με υψηλότερο βαθμό Απόφανσης το πέντε, ο χρυσοκοτσιδάκιας έπρεπε να δώσει μια ασαφή, πολύ διπλωματική απάντηση. Και ήταν πάντα δύσκολο γι' αυτόν να οργανώσει κάπως ικανοποιητικά τον συγκεχυμένο πολτό που περιείχε το αγέρωχο κεφάλι του.
«Της Αραβίας τα βουνά και οι έρημοι της Συρίας μιλούν για το κοντάρι μου», βροντοφώναξε το τούβλο. «Ευχαριστώ τον αυτοκράτορα, όμως την πολυαγαπημένη μου γυναίκα θα την λευτερώσω μονάχος μου και οι άνομοι απελάτες θα δαγκώσουν τις πέτρες αυτού του βουνού».
«Πολύ μπρούτα απάντηση για βαθμό Απόφανσης τρία», είπε ο μέγας μετρονόμος. «Έπρεπε να ήσουν πιο πολιτικός».
«Εγώ δεν ξέρω από πολιτικές και υποκρισίες!», διαμαρτυρήθηκε ο Διγενής. «Μεγάλωσα στην πετρώδη Καππαδοκία, και τα μόνα πράγματα που έμαθα καλά είναι η εντιμότητα, η ανδρεία, το να βοηθάω τους ανθρώπους, όχι να ρητορεύω!».
«Τρεις πόντοι Ανταμοιβή», αποφάσισε αμείλικτος ο Ανδρέας. Δεν μπόρεσα να κρύψω ένα χαμογελάκι κακίας. Με υψηλότερο βαθμό Ανταμοιβής το δέκα, τρεις πόντοι ήταν αληθινή συντριβή.
«H αρετή σου, Διγενή, είναι γνωστή στον αυτοκράτορα», είπα, αφού κοίταξα με χαρούμενη έκπληξη το καρτελάκι που σήκωνε βουβός ο μέγας μετρονόμος: βαθμός Απόφανσης πέντε! Επιτέλους, αυτή την ευκαιρία περίμενα, τρεις μέρες τώρα. «Ο σεβαστός κύριός μου πιστεύει ότι σπαταλιέσαι άδικα στα φαράγγια αυτών των ξερότοπων, απ' όπου έχει αποστρέψει τα μάτια του ο Θεός. Σε θέλει κοντά του, δεξί χέρι της βασιλείας του. Σου προσφέρει το αξίωμα του μεγάλου δομέστικου των Σχολών της Ανατολής».
Χε, χε! όλοι μείναν σέκοι ακούγοντας το μέγιστο στρατιωτικό αξίωμα της αυτοκρατορίας, μετά απ' αυτό του αυτοκράτορα. Ο γερο-Φιλοπαππούς μούγκρισε ανεβοκατεβάζοντας το φαλακρό κεφάλι του, οι υπόλοιποι απελάτες, ο Ιωαννάκης, ο Κίνναμος και ο Λέανδρος κουνήθηκαν ανήσυχα, ενώ η Μαξιμώ πρασίνισε. Ο Ανδρέας είπε κουρασμένα:
«Είναι πολύ μεγάλο αξίωμα. Καταστρέφεις την ισορροπία. Σου δίνω τη δυνατότητα μιας δεύτερης Απόφανσης».
Έκανα προκλητικά ένα βήμα προς τον αποσβολωμένο Διγενή τείνοντάς του το χέρι. Ο χιτώνας μου από κροκάτο μεταξωτό, ο βαρύς βελουδένιος μανδύας μου, θρόισαν. Με το ένα μάτι πρόσεχα πού πατάω: τα χρυσόκλαρα πασούμια μου δεν ήταν κατάλληλα γι' αυτούς τους αγριότοπους. «Είμαι το μάτι, το αφτί και η φωνή του βασιλέα...», είπα κομψά και με σεμνότητα τόσο επιτηδευμένη, ψιλοτορευμένη και καλοξομπλιασμένη, ώστε να φαίνεται αμέσως ότι είναι ψεύτικη, «... κι έχω βαθμό Απόφανσης πέντε. Έλα, Ακρίτα! Ο θεοδώρητος δεσπότης μας και η θεοφρούρητη Πόλις σε περιμένουν».
Μια γερή ματσουκιά από το κοντάρι ενός δόρατος, μου κούλανε το χέρι. H Μαξιμώ στεκόταν δίπλα μου αγριεμένη, ντιντίνιζαν οι κρίκοι του υπέροχου αλυσιδωτού θώρακά της και τα διάφορα άλλα στρατιωτικά λιλιά, που τόση εντύπωση προκαλούσαν στους ανεγκέφαλους θαυμαστές της - πρωτίστως στον Διγενή.
«Φίδι κολοβό!» ούρλιαξε μεσ' στ' αφτί μου κουφαίνοντάς με, «ύπουλοι κόλακες! παλατιανές αδερφάρες! Ο κερατάς ο βασιλιάς σου ποτέ δεν θα έδινε ένα τέτοιο αξίωμα σε κάποιον που θα το άξιζε στ' αλήθεια, γιατί τότε θα κινδύνευε ο θρόνος του. Το κάνεις επίτηδες για να απομακρύνεις τον Διγενή από τη Συρία, αφού μόνο εδώ είναι πανίσχυρος, ενώ στο παλάτι θα είναι μια διακοσμητική νούλα!».
Θεέ μου, έχει τρελαθεί εντελώς, σχεδόν μου έσπασε το χέρι! Τρίβοντάς το, έκανα ένα βήμα πίσω. Τι όμορφη που ήταν έτσι έξαλλη!
«Είσαι μια βάρβαρη κι άπλυτη πολεμίστρια, γι' αυτό δεν καταλαβαίνεις απ' αυτά», είπα θιγμένα μα και με χαριτωμένη νωχέλεια. «Εξ άλλου δεν σου πέφτει λόγος, εφ' όσον έχεις απλά προσκληθεί από τον Φιλοπαππού σαν σύμμαχός του. Είσαι μια ξένη, ένα τίποτα - ούτε καν άνδρας». Στράφηκα προς τους τέσσερις στρατιωτικούς. «Πάγια πολιτική του δικαιώτατου βασιλέα μας είναι να μην ανακατεύεται στα προσωπικά των πιστών υπηκόων του, και μάλιστα στην ευαίσθητη αυτή περιοχή, περικυκλωμένη από εχθρούς, χωρίς σύνορα, χωρίς νόμους, η οποία έχει για μόνο στρατό μερικούς μισοβάρβαρους (τόνισε τη λέξη κοιτάζοντας δήθεν αθώα προς τον Διγενή) Ακρίτες. Έτσι, δεν θα σας πρόσταζε ποτέ να παραδώσετε την αιχμάλωτη στον Διγενή, έναν απλό Ακρίτα. Όμως, τώρα πρόκειται για τη σύζυγο του μεγάλου δομέστικου των Σχολών της Ανατολής. Θα τολμούσατε να συγκρουστήτε, στο πρόσωπό του, με όλη την αυτοκρατορία και τον ίδιο τον θεοδώρητο βασιλέα μας; Αν κι απελάτες, δηλαδή ρέμπελοι, πρέπει να σκεφτείτε περινούστερα απ' αυτή την πρωτόγονη βασίλισσα».
Ο Ανδρέας είπε απρόθυμα στον Φιλοπαππού, αφού έριξε το ζάρι:
«Πρέπει να απαντήσεις, αν και ο βασιλικός μανδάτορας καταστρέφει την ιστορία μας, και την Ιστορία γενικώς. Βαθμός Απόφανσης δύο».
Ο Φιλοπαππούς ξερόβηξε. Κακός βαθμός, αλλά ήταν παμπόνηρος ο γέρος. Είπε με την βαθιά φωνή του:
«Ο Θεός είναι απρόσιτος και ο κόσμος του παράξενος. Οι αχανείς αυτοί τόποι του, η Τρώσις, το Έμελ, το Μαυροχιόνιον, το τερπνό Βλαττολιβάδι, το Κουκουλιθάριον, το Βαγδά, η Τεφρική, όλος αυτός ο αναρχικός σωρός από ερήμους, βουνά και βαθυρρέματους ποταμούς που εκτείνεται ως τη Βαβυλώνα και πέρα ακόμα, ως τους τόπους των Αραβιτών, ανήκει μοναχά στους άνδρες που στέκουν όρθιοι, ζωντανοί ανάμεσα στους πεθαμένους. Είμαστε απελάτες και ληστές. Όμως ποτέ δεν θα διανοούμασταν να τα βάλουμε με τον ίδιο τον αυτοκράτορα, την εικόνα του Κυρίου πάνω στη Γη, ούτε με τον δομέστικο των Σχολών, τα δάχτυλα και το σπαθί του βασιλιά. Αν ο Διγενής δεχτεί το αξίωμα, θα του παραδώσουμε την πανέμνοστη κόρη. Αν όχι, θα συνεχίσουμε τον πόλεμο ώσπου ο παράδεισος ή η κόλαση ν' αστράψουν στα μάτια του ή στα μάτια μας».
«Ανιστόρητη εξέλιξη αλλά ενδιαφέρουσα», ανήγγειλε ο μέγας μετρονόμος, προσπαθώντας να συμμαζέψει την κατάσταση. «Οχτώ στα δέκα Ανταμοιβή για τον Φιλοπαππού, πέντε στη Μαξιμώ, εννιά στον αυτοκρατορικό μανδάτορα».
«Άξιζα για δέκα!» διαμαρτυρήθηκα.
«Τελείωσε!» είπε απότομα εκείνος. Τα βλέμματα όλων στράφηκαν στον Διγενή, που έστεκε όλην αυτή την ώρα κατάφατσα στο ροδίζον φως, ροδίζων κι ο ίδιος μες στην επίχρυση πανοπλία με τις φολίδες από ντουραλουμίνιο, θαυμαστός όπως είναι όλοι οι τυχεροί που έχουν σημαδευτεί ανεξίτηλα από τη ροχάλα της μοίρας. Στεκόταν έτσι ακίνητος διότι δεν ήξερε να κινηθεί με χάρη, σκέφτηκα χαιρέκακα. Τον μισούσα με όλη τη δύναμη της καρδιάς μου - μόνος εγώ, όλοι οι άλλοι τον θαύμαζαν, ακόμη κι οι εχθροί του. Ήταν καταδικασμένος να μου υποταχθεί. Δεν μπορούσε ν' αρνηθεί το αξίωμα που του πρόσφερα. Θα τον έσερνα σαν σκυλίτσα μπροστά στον σεβαστό μας αυτοκράτορα.
Το μοσχάρι, που περνιόταν για ταύρος, τεντώθηκε. Είπε απλά:
«Άρχειν μεν δεν αγαπώ, αλλά να είμαι μόνος».
«Δέκα στα δέκα», φώναξε ο Ανδρέας.
«A, όχι!» ούρλιαξα. «Τι σαχλαμάρες είναι αυτές. Είπαμε, πρέπει να υπάρχει ένα λογικό μέτρο, όχι να λέμε ό,τι μας κατέβει!».
«Ο στίχος αναφέρεται στο έπος», είπε γαλήνια ο μέγας μετρονόμος, ο απαραβίαστος κύριος του παιχνιδιού.
«Εσύ το λες αυτό;» άφρισα. «Μα εσύ ο ίδιος όρισες να μην μεταχειριζόμαστε στιχάκια από το έπος. H ελευθερία της φαντασίας...».
«Είναι φορές που τα γραμμένα συνιστούν την μόνη δυνατή ελευθερία της φαντασίας», είπε ο Ανδρέας και μετά χάσαμε πάλι τον έλεγχο, που μόλις πριν λίγο τον είχαμε επανακτήσει μετά από τρεις μέρες αλληλοφάγωμα. H Μαξιμώ, με ένα ουρλιαχτό χαράς όρμησε στον Διγενή. Το δόρυ τινάχτηκε προς το στήθος του αλλά εκείνος, με τη σιγουριά ενός κτήνους προοικονομημένου από τους θεούς του φωτός, απέκρουσε δίχως να σαλέψει καν τα δερματοντυμένα ποδάρια του. H ομάδα των απελατών άνοιξε σαν βεντάλια. Βράχοι και άνυδρα φτωχοβοτάνια του βουνού σκοτείνιασαν καθώς η μάχη άστραφτε με τα νερά της φαντασίας να συμβολοποιούνται στις συνειδήσεις μας, όπως λεκιασμένο τραπεζομάντιλο που γίνεται σημαία. Οι πελώριοι γκρεμοί από λαμπρό πεντελίσιο μάρμαρο αντιλαλούσαν τις φωνές και τα χουγιαχτά στέλνοντας τους ιριδισμούς των κρυστάλλων τους, μικροσκοπικών, απειράριθμων, να κεντούν πισωβελονιά την εικόνα του καθενός μας. Μου έρχονταν δάκρυα λύσσας. Πράξη! Πράξη! Και είχα τόσο πασχίσει να τους σύρω στην επικράτεια του λόγου, όπου θα μπορούσα να κάνω τον Διγενή πιστό αρνάκι μου, όπου η Μαξιμώ θα μ' αγαπούσε. Πού το είχε θυμηθεί ο βλίτος εκείνο το τσιτάτο; Οι αιχμές των κονταριών ακινητούσαν χορευτικά μπρος στα πάνοπλα στήθη. Ο απόστεγνος κι εύθρυπτος αέρας του απόβραδου εδονείτο λάγνα από τις άυλες χορδές των τοξευμάτων, τα οποία είχαν για στόχο στη γλώσσα της πραγματικότητας τη σάρκα και στη γλώσσα των συμβόλων τον ουρανό. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες είχε διαρκέσει κιόλας αυτό το παιχνίδι, «H αρπαγή της αγαπημένης του Διγενή», εκείνης που ήταν απλά ένας κατάλευκος χιτώνας στερεωμένος με πέτρες στο χείλος του μαρμάρινου γκρεμού. Τρεις μέρες πολεμούσε ο Διγενής τους απελάτες και τη Μαξιμώ. Ο Ανδρέας, μετρονόμος του παιχνιδιού, ευρέτης του και εταστής του, ήταν σαφής από την αρχή: Όλα θα γίνουν σαν να ήταν αλήθεια, είπε. Τα ρούχα, τα όπλα, τα λόγια. Θα δινόμασταν στη γοητεία της πιθανότητας, κι έτσι δεν θα ξέραμε από πριν την εξέλιξη της ιστορίας.
Τρεις μέρες πολεμούσαμε στα αρχαία λατομεία της Πεντέλης, όπου ο ουρανός πρόβαλλε ανάμεσα στις κατακόρυφες πλαγιές σαν αποσιωπητικό σε απολιθωμένη πρόταση, όπου τα μισόξερα φυτά απελπίζονταν ίδια με τις καρδιές μας. Τα βράδια, διαλυμένοι από την πράξη της φαντασίας, τρώγαμε, πίναμε, τραγουδούσαμε και χορεύαμε στους ρυθμούς δολοφονικής χέβι-μέταλ στην κατασκήνωσή μας, στη σπηλιά του Νταβέλη.
Κάτω από τον μύθο που παίζαμε, είχε σηκώσει το φιδίσιο κεφάλι της η αλήθεια. Κάτω από την επίφαση του κερματισμένου τοπίου είχε προβάλλει αμείλικτη η τρομερή φύση του βουνού, το ιερό Πεντελικόν όρος, με τα πανάρχαια λατομεία, σχιστές τσεκουριές στο σώμα του λευκότατου μαρμάρου. H πέτρα καθοδηγούσε το αίμα, ο καιρός της νύχτας ιρίδιζε ποτίζοντάς μας ως τα φυλλοκάρδια με τη σκόνη των νεκρών. Ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας, κατά κόσμον Κωστής, υδραυλικός, φοιτητής TEI, πολεμούσε με το δόρυ, το σπαθί και το δοξάρι όπως εναρμόνια πελώρια βαλανιδιά, τέλειος ισορροπιστής του κορμιού του και του βουνού - όλοι ήμασταν απόξενοι απέναντί του.
«Ρε παιδιά», ούρλιαξα απελπισμένα καταλαβαίνοντας ξάφνου ακέραιο το νόημα, «παίζουμε, είναι παιχνίδι, ένα παιχνίδι ρόλων είναι, μη σκοτωθούμε κιόλας, ο Ανδρέας το σχεδίασε ρε παιδιά, τα σπαθιά είναι αντίγραφα, είμαστε ψεύτικοι ρε, ο Διγενής είναι ο Κωστής, είναι ψεύτικος!».
H Μαξιμώ, η ζόρικη Μαρία η γραφίστρια, που έκανε τόσο χαζά ρόδινα κόμικς, όλο γυναικείες μαλακιούλες, χούγιαξε και μου έριξε ένα πλαστικό βέλος φτερωμένο με πούπουλα κότας. Σφύριξε πάνω από το κεφάλι μου το φονικό παιχνίδι. Ο γερο-Φιλοπαππούς, ο τριανταπεντάχρονος, χοντρός και φαλακρός δικηγόρος, ούρλιαζε κραδαίνοντας το νικέλινο σπαθί του, με το στήθος ματωμένο, αν και υποτίθεται χτυπούσαμε τον γαλάζιο αέρα. Ο Ανδρέας σημείωνε σχολαστικά τους βαθμούς Ανταμοιβής σιωπηλός, σηκώνοντας κάθε τόσο τα καρτελάκια του. Τότε ακούστηκε η σειρήνα.
Το περιπολικό φρενάρισε τσιρίζοντας στον χωματόδρομο μπροστά στο αρχαίο νταμάρι. Ένας αστυνομικός με φαιοπράσινη στολή βγήκε, στυλώθηκε με ανοιχτά τα πόδια μες στις στερνές αχτές του ήλιου.
«Ρε κωλόπαιδα», κραύγασε, «έχετε αναστατώσει όλη την Πεντέλη, έχουμε κι Ολυμπιακούς, κι ανεβαίνουν οι τουρίστες για να δουν τα λατομεία... Για κατεβείτε, σκατοαλήτες, να πάμε στο τμήμα! Στη μάντρα του Ασπρόπυργου θα σας κλείσουν, γελοίοι. Άντε!».
Ο Ανδρέας κρυβόταν δίπλα μου. Σηκώθηκε, έριξε το ζάρι των Αποφάνσεων. Έφερε άσο.
«Διγενή!» φώναξε. «Έχεις πέντε. Μπορείς να δώσεις μια μπρούτα απάντηση».
Ο Διγενής, ο Κωστής ο υδραυλικός, ο καλύτερός μου φίλος, βγήκε από τους βράχους, σήκωσε ψηλά το τόξο δείχνοντάς το, είπε:
«Ταύτα γαρ εισίν όπλα δικαιοσύνης».
Το βέλος βρήκε τον αστυνομικό κατάστηθα. Έπεσε μονοκόμματα. «Δέκα στα δέκα», μουρμούρισε ο μέγας μετρονόμος, ο ποιητής κι αναρχικός Ανδρέας και σημείωσε τον βαθμό, ενώ η Μαξιμώ και οι απελάτες κομμάτιαζαν με τα σπαθιά τους τον άλλο αστυνομικό καθώς εκείνος προσπαθούσε να ξεμπερδέψει από τη θήκη το πιστόλι του.
Έτσι έγινε. Και τώρα κατέβαιναν το αρχαίο λιθόστρωτο αστραφτεροί, με τις αλουμινένιες πανοπλίες, τα σπαθιά - ρεπροντιξιόν, τα μπιχλιμπίδια αγορασμένα από το Μοναστηράκι. Κατέβαιναν προς τη μεγάλη πόλη που άναβε τα φώτα της. Ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας μπροστά αγέρωχος, κοντά του η ωραία Μαξιμώ, η βασίλισσα των Αμαζόνων, πίσω οι απελάτες.
«Τι τα θες;... ακόμα κι ο πιο χαμένος του παιχνιδιού, όλα τα μπορεί», είπε ο Ανδρέας ρίχνοντάς μου στα πόδια το ζάρι των Αποφάνσεων. Μετά, ακολούθησε τους άλλους σημειώνοντας ολοένα τους βαθμούς Ανταμοιβής.
Έμεινα μόνος με τον λευκό χιτώνα, την αγαπημένη του Διγενή, στερεωμένον με πέτρες στο χείλος του γκρεμού. Δεν μπορούσα να τους ακολουθήσω. Αλίμονό μου, πίστευα πάντα στην πραγματικότητα κι όχι στην αλήθεια.

[Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 29.7.2004]
Related Posts with Thumbnails

Follow by Email