© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2020

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΗΜΕΡΑ ΟΝΤΩΣ ΣΕΒΑΣΜΙΟΣ

ἤ, Διαβαίνοντας  τὸ σύνορο τῶν σαραντάχρονων ἐπετείων Ἱερατικῆς διακονίας

ΜΝΗΜΗ ΙΕΡΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΧΑΛΚΙΔΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Α΄


Εἶναι, πράγματι, ἱερὴ ἡ ἀνάγκη νὰ θυμᾶσαι. Γιατὶ μέσω αὐτῆς τῆς Μνήμης τιμᾶς πρόσωπα, τιμᾶς ἐπετείους, ξαναγυρίζεις πάλι σὲ χλωρὲς στιγμὲς πασπαλισμένες κατάνυξη, φόβο Θεοῦ καὶ ποτισμένες μὲ δάκρυα. Δάκρυα συγκινήσεως, ἀλλὰ καὶ εὐγνωμοσύνης. Δάκρυα, ποὺ δροσίζουν ἀκόμα τὴν ψυχή, ὅταν ἀποκάμει καὶ ἀναζητᾶ νὰ ξαποστάσει σὲ τοῦτο τὸ σκαλὶ τοῦ Χρόνου,  ἀναθυμούμενη... Ναί, ἀναθυμούμενη ἐκείνη τὴ μέρα, τὴ σημαδιακὴ μέρα τῆς ἄλλης, τῆς προσωπικῆς Πεντηκοστῆς. Τῆς χειροτονία σου σὲ πρεσβύτερο.

Ἀνοχὴ Θεοῦ θεωρεῖς, λοιπόν, πὼς εἶναι αὐτὴ ἡ σαραντάχρονη διακονία σου, ὡς ἱερέα Του στὸ πανίερο Θυσιαστήριο, αὐτὴ ἡ ἐπέτειος ἡμέρα. Ἡ τριακοστὴ τοῦ Μηνὸς Μαρτιου, ὅπου τιμᾶται ἡ Μνήμη ἑνὸς κορυφαίου Ἁγίου: Τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου συγγραφέως τῆς Κλίμακος, τοῦ Σιναΐτου. Ἄσχετα, ἄν τότε ἦταν ἡ ἄλλη σου ἡ ἀγαπημένη γιορτή: Ἡ Κυριακὴ τῶν Βαΐων. Βλέπεις, ὁ Θεὸς ποὺ μᾶς καλεῖ νὰ Τόν διακονήσουμε διαλέγει πάντα μέρες φωτεινές, μέρες ποὺ διακρατοῦν περίσσιο νόημα καὶ σωτηριολογικό. Αὐτό, δηλαδή, ποὺ ἀναζητᾶ ὁ κάθε πιστός. Κι αὐτό,  ἐπειδὴ «σωτηρία ἡμῶν τῶν μελωδούντων Του» εἶναι μιά καὶ μόνη  λέξη «Λυτρωτά»!!!!

Καθώς, λοιπόν, ἀνηφορίζεις τὸ δυσκολοδιάβατο μονοπάτι τῆς πέμπτης δεκαετίας, γιατὶ τὰ χρόνια βάρυναν τὸ κορμί καὶ οἱ πρῶτες ἀντοχὲς ἄρχισαν νὰ ἐξατμίζονται, νοιώθεις πὼς πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔκανες, ἕνα- ἕνα σὲ ἐγκαταλείπουν. Βλέπεις,  δὲ γράφτηκε τυχαῖα  «τὸ μέν πνεῦμα πρόθυμον ἡ δὲ σάρξ ἀσθενής» (Μτθ, 26, 41), ἐπειδὴ εἶναι ἀσθενὴς κι ἡ καρδιά, ποὺ ἦταν μὲ ἐνθουσιασμὸ γεμάτη, καὶ τώρα  κι αὐτὴ φορτώθηκε μύριες ἔγνοιες, μὲ πρώτη καὶ κυριώτερη τὸ ποιὰ ἀπολογία θὰ δώσουμε στὸ φοβερό Του βήμα, ἀφοῦ -ἄς μὴ τὸ λησμονοῦμε- πὼς τὸ τέλος  ὅλο καὶ σιμώνει. Ναί, περνοῦν τὰ χρόνια, οἱ ἐμπειρίες μας πληθύνονται, οἱ ψυχωφελεῖς διδαχὲς γίνονται βιώματα ἱερά καὶ ἡ λειτουργική μας ζωὴ καὶ συμπεριφορὰ ἐνέχει περισσότερη συγκίνηση, ἱερότητα καὶ μεταφυσικὸ ρῖγος. Κι ὅσο παρέρχεται ὁ καιρὸς, τόσο καὶ πιὸ πολὺ συνειδητοποιεῖς ὅτι «μήτε πρὸς δόξαν ἀνθρωπίνην βλέπωμεν» (Μ. Βασίλειος), ἀλλὰ «νηφόντως ... μετὰ συντριμοῦ καὶ δακρύων προσπαθοῦμε νὰ προσφέρουμε τὴν σωσίκοσμον καὶ ἱερὰν θυσίαν» (ὄσιος Θεόγνωστος). Καὶ μήτε ποὺ σκέφτεσαι πιὰ  ἐκεῖνο τὸ «ὡσανά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος» (Ιω. 12, 13), ποὺ ἔζησες τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, κατὰ τὴν ὑποδοχή σου, κι ἀργότερα τὸ εἶδες νὰ ἀτονεῖ, νὰ μεταβάλλεται καὶ  νὰ μακραίνει. Γιατὶ μὲ τὰ χρόνια  ἀρχίζει νὰ τὸ παραμερίζει τὸ ἄλλο Κυριακὸ λόγιο ποὺ πραγματικὰ συντρίβει κάθε λίθο ποὺ φυλακίζει τὴν Ἀναστάσιμη χαρὰ καὶ εὐλογία:τό, «ἄφες αὐτοῖς...» (Λκ. 23, 34)

Πορεύεσαι κι ἐφέτος, λοιπόν, «αἵρων τὸν σταυρόν σου» καὶ γνωρίζοντας πολὺ καλά, πὼς σιμά σου βρίσκεται Ἐκεῖνος, ὁ παντοτινός Σίμων Κυρηναῖος μας.

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2020
π. κ. ν. κ.   

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2020

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΕΡΙ ΙΕΡΑΤΙΚΩΝ ΚΛΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΚΛΗΣΕΩΝ


Στοὺς συμπρεσβυτέρους μου Ἱερομονάχους καὶ Ἱερεῖς

Στ᾿ ἀλήθεια, δὲ γνωρίζω πόσοι θυμήθηκαν, μέσα σὲ τοῦτον τὸν ὀρυμαγδὸ καὶ ἀποσυντονισμό, ποὺ προκάλεσε ὁ νέος ἰὸς covid-19, πὼς ἡ ἑβδομαδα αὐτή, ἡ Τρίτη τῶν Νηστειῶν εἶναι ἀφιερωμένη, χρόνια τώρα, στὴν ἱερατικὴ κλήση καὶ κλίση. 

Μὲ λίγα λόγια, πόσοι ἀπὸ μᾶς τοὺς ἤδη διακονοῦντες ἱερεῖς, μποροῦν νὰ κατανοήσουν τὴν μεγαλη τιμὴ ποῦ μᾶς χαρίζει ἡ Ἐκκλησία σὲ ὧρες καὶ μὲρες πανίερες, ὅπως εἶναι αὐτὲς τῆς πανσέπτου Σταυροπροσκυνήσεως. Τιμὲς ποὺ μᾶς συγκινοῦν, καθὼς μᾶς θυμίζουν ὅτι ὅλοι ἐμεῖς, “οἱ τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ ἀράμενοι...” ἀκολουθήσαμεν Αὐτῷ, σὺν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις Του -  ἄσχετα ἄν κάποιοι ἀπὸ μᾶς στὴν πορεία τους τὸ μετάνοιωσαν, ὅπως ὁ ἕνας τῶν Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, κι ἔκαμαν πίσω, δηλαδή, ἀθέτησαν τὴν ὑπόσχεσή τους, ἐξαπάτησαν τὸν ἴδιο τους τὸν ἑαυτό, χαλάλισαν τὶς δυνατότητες ποὺ εἶχαν γιὰ προσφορὰ καὶ διακονία στὰ ἐγωπαθῆ τους θελήματα, ἔτσι γιὰ νὰ περάσει τὸ δικό τους τὸ θέλημα. 

Καὶ μπορεῖ νὰ τὸ κατάφεραν, μπορεῖ νὰ παράτησαν τὸ πετραχήλι τους στὴν Ἁγία Τράπεζα, νὰ ἐξαφάνισαν τὰ ράσα καὶ τὰ ὑπόλοιπα ποὺ τοὺς θύμιζαν τὴν Ἱερωσύνη ποὺ ἔλαβαν, ὡστόσο ἕνα δὲν μπόρεσαν καὶ δὲν θὰ μπορέσουν νὰ καλύψουν ἤ νὰ ἐξαφανίσουν ποτέ: Τὴν ἱερατική τους συνέιδηση, ποὺ θὰ τοὺς ἀκολουθεῖ πάντα, ὅσα κι ἄν λάβουν μέτρα νὰ λησμονήσουν. Γιατὶ τὴν θεία ἐκείνη ὥρα ποὺ ἔλαβαν τὸ τῆς Ἱερωσύνης μέγα ὑπούργημα καὶ τὴ Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡ Ὁποία «ἀτελῆ τὰ θεραπεύει καὶ τὰ ἐλλείποντα ἀναπληροῖ» ἔπρεπε νὰ τὸ καταλάβουν ὅτι «Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται». Εἶχαν τὸν χρόνο τους νὰ σκεφτοῦν νὰ ἀποφασίσουν, νὰ βροῦν τὸν δρόμο τους...

Γι᾿ αὐτὸ κάθε χρόνο ἡ Ἐκκλησία, στὴ μέση τῆς Μ. Σαρακοστῆς, στὸ λεγόμενο «Μεσοσαράκοστο» μᾶς ὑπενθυμίζει μὲ εὐδιάκριτο τρόπο, μαζί μὲ τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου μας ποὺ προσκυνοῦμε καὶ τὸν κάθε «ἐσταυρωμένο» κληρικό. Ὅπως δηλαδή βλέπουμε στὶς μεταβυζαντινὲς τοιχογραφίες τὸν «ἐσταυρωμένον μοναχόν», δὲν εἶναι διόλου ἄτοπο νὰ θεωρήσουμε καὶ νὰ πιστέψουμε, πὼς κι ἐσταυρωμένος κληρικός ὑπάρχει Ὅλων τῶν βαθμίδων τῆς Ἱερωσύνης  κι ὅλων τῶν ἡλικιῶν. Ἀρκεῖ ὁ ἴδιος νὰ τὸ πιστέψει αὐτό. Κι ὄχι μονάχα νὰ τὸ πιστέψει, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ ἀποδείξει σὲ ὅλο του τὸ ποίμνιο, παραφράζοντας κάπως τὸν Κυριακὸ λόγο «Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός.» ( Ἰω. 20, 26)

Μὲ τὴν τιμή αὐτή, λοιπόν, ποὺ μᾶς βραβεύει ἡ Ἐκκλησία «ἐν μέσῳ τῷ πελάγει» τῶν παντοίων ἀσκήσεων, θλίψεων καὶ δοκιμασιῶν, εἴμαστε κι ἐφέτος σίγουροι ὅτι θ᾿ ἀξιωθοῦμε τῆς ἄλλης χαρᾶς, τῆς Ἀναστάσεως. 

Σκύβουμε καὶ ἀσπαζόμεθα τὰ Τίμια Ξύλα, ἀκούγονας συνάμα καὶ τὸ τροπάριο «Προσκυνήσεως ἡμέρα τοῦ τιμίου Σταυροῦ δεῦτε πρὸς τοῦτον πάντες· τῆς γὰρ Ἐγέρσεως Χριστοῦ, τὰς αὐγὰς φωτοβολῶν, προτίθεται νῦν· Αὐτὸν ἀσπασώμεθα ψυχικῶς ἀγαλλόμενοι». Ἡ εὐωδιὰ τοῦ ἀθισμένου δενδρολίβανου ραντίζει πανηγυρικά τὴν ψυχή μας καὶ στεφανώνει τὴν Ἱερωσύνη μας 

π. κ.ν.κ.

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2020

Γιώργου Λέκκα: Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΩΡΑΙΟΥΣ (νέο ποίημα)


Οι κορφούλες των δέντρων κάηκαν πάλι απόψε στη δύση. 
Θάνατος, ο μεγάλος παρεξηγημένος αυτής της ζωής.
Κι αν ο θάνατος είναι μόνο το φως
που κάνει ερωτεύσιμο το πρόσωπό σου –
συναρπαστικά ωραίο γιατί ξέρει πως είναι εφήμερο;

Εύθραυστοι, τρυφεροί, καταδεκτικοί –
ο θάνατος τελικά μας κάνει ωραίους.
Κατώδυνη γνώση· πόσο θάνατο φέρει η ζωή,
πόσο σκοτάδι το φως, πόση οδύνη η χαρά
και πόση ασχήμια η ομορφιά για να μπορεί να σ’ αρέσει.

Ομορφιά μου εσύ, και τι δεν χρωστάς στον θάνατό σου
που καραδοκεί και τόσο άσπλαχνα τον απαρνιέσαι
μέχρις ότου συμφιλιωθείς οριστικά με τη σκιά σου.
Γιατί, πώς ν’ αντέξεις μετά σε φως καθαρό από σκοτάδι
χωρίς σχετική προπαιδεία σε σκοτάδι που να ’ναι από φως.

25.3.2020

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Βελγίου.]

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2020

Γιώργου Λέκκα: ΑΝΟΙΞΗ (νέο ποίημα)


Ένα σμήνος πουλιά σηκώνεται μες απ’ τη λίμνη.
Νέο ζευγάρι στρώνει τώρα σεντόνι στο φρέσκο γρασίδι.
Δυο κορίτσια παραβγαίνουν στον ήλιο καταϊδρωμένα.
Άνοιξη είναι να ζω μες από σένα.

Με ποδήλατα πάνε στο δάσος δίπλα-δίπλα οι φίλοι.
Υπερήλικες μαζί στο παγκάκι με σφιγμένα τα χείλη.
Γελαστά παιδικά προσωπάκια ξάφνου τώρα κλαμένα.
Άνοιξη είναι να ζω μες από σένα.

Αναπηδούν καθρεφτάκια από φως καθώς ριγούν τα νερά.
Η αγάπη που απ’ το χέρι κρατάς μοιάζει τώρα αρχαία θεά.
Ούτε ξέρω ποια γλώσσα μιλάς - τα λόγια σου ηχούν μπερδεμένα.
Άνοιξη είναι να ζήσεις κι εσύ μες από μένα.  

17.3.2020

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Βελγίου.]

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2020

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2020

Η ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ. Λόγος για την ποιητική συλλογή του π. Παναγιώτη Καποδίστρια «Λευκότερος καίγεσαι»



Γράφει ο π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΕΚΚΑΣ
Ο ιερός χαρακτήρας των λέξεων δηλώνεται ευθαρσώς στην ποίηση του Καποδίστρια: «κάπου παράπεσαν τα Υστερόγραφά σου / και δεν τα βρίσκω / ωστόσο ψαύω εδώ κι εκεί λέξεις προηγιασμένες», Η Μάνα θρηνωδούσα ξανά (σελ. 127).
Στην πραγματικότητα, οι λέξεις του Καποδίστρια μοιάζει να παραπατούν εν νηφαλίω μέθη, κυρίως μέσω ομόηχων συλλαβών -όχι αναγκαστικά καταληκτήριων- έτσι ώστε να αποκαλύπτουν στον αναγνώστη τους διαρκώς νέα ακουστικά και λογικά πεδία, «όμορφα σαν την απρόσμενη συνάντηση σε ανατομικό τραπέζι μιας ραπτομηχανής και μιας ομπρέλας» (Comte de Lautréamont).
Δείτε, για παράδειγμα, «αρά η χαρά», «οργή η στοργή», Σημειώσεις Απριλίου, 3 (σελ. 15) ή στο Θεωρία Εl Greco, 3 (σελ. 61) «Άδης / άδειος αδη- / μονεί να πλημμυρίσει / με φιγούρες άπλαστες» ή ακόμα το Δειλινό (σελ. 56): «Το δειλινό ως δίλημμα: / Να δειλιάσεις / ή να εκδηλωθείς;»
Στον Ακροκόρινθο (σελ. 76), πάλι, ο νοηματικός μίτος της ανάβασης υπηρετείται από το φώνημα «ακρο» στις λέξεις Ακροκόρινθος, ακροδάχτυλο, ακρώρεια, άκρων, ακροβάτες, ακρωτηριάζει, ενώ στο ποίημα Οδυσσείς (σελ. 114), το φώνημα «νιξ» τίθεται στην υπηρεσία μιας πνευματικής πορείας από τη μετάνοια στην ανάταση: «Συνήθως την κατάνυξη / διαδέχεται άνοιξη/ ακάθιστη και γοερή».
Ο ποιητής συλλέγει «σπειρί-σπειρί τις λέξεις» (Εναγκαλισμός, σελ. 17) κι ύστερα «επιθέτει σπλάχνα λέξεων / ψιχουλάκια συλλαβών / στο δισκάρι της Διάρκειας / και λογχίζοντάς τους την πλευρά της Ανάγκης / χλοΐζουν κι αιωνίζονται», Ο ιερέας ποιητής (σελ. 41).
Το μόνιμο ξάφνιασμα του αναγνώστη από την απρόσμενη μουσική συντυχία των λέξεων στην ποίηση του Καποδίστρια τρέφεται, πάντως, από το Μυστήριο του Σταυρού και τη δόξα της Ανάστασης (Όργιο Πρωτομαγιάς, σελ. 16: «κι αν λίγο σκύψεις / πάνω απ’ τις βουές θα δεις: / Μαινάδες Φαύνοι / Σιληνοί κλίνουν γόνυ / μπροστά στον Αναστάντα.»)
Οι λέξεις του Καποδίστρια στην πραγματικότητα είναι τα ρούχα της σιωπής, που μας δανείζει μακρόθυμα ο Λόγος για να μας δώσει τη χαρά να Του απευθυνθούμε: «Δος μοι λόγον, Λόγε / με τις θωπείες / των λέξεων ντύσε με / τον πολέμιο.» (Λόγω Λόγου, σελ. 19. Δες και Σπαργανωμένος Ήλιος, σελ. 22).
Πρόκειται για μια ιεροτελεστία λέξεων, που στήνοντας «καβγά με το μαύρο» (Τεριρέμ, β΄, σελ. 108), τίθεται στην υπηρεσία της Ποιήσεως ως κατεξοχήν εκκωφαντικής σιωπής: «ενώ μας ξεκουφαίνει/ μια σιωπή προσποιητή», Σημειώματα προς Ποιητή, 2 (σελ. 115).
Ο ποιητής αυτός προπαιδεύεται συνεχώς στην αυστηρότητα της μορφής, κυρίως μέσω της φόρμας του χαϊκού, η ποίησή του, όμως, απογειώνεται εντελώς σε ποιήματα πλήρους μορφικής ελευθερίας, όπως Οι γάτες της Αρχαίας Εφέσου (σελ. 86), Εξόδιος ασπασμός (σελ. 100), Το χωνευτήρι εξοντώνει ονόματα (σελ. 126) και το Η Μάνα θρηνωδούσα ξανά (σελ. 127).
Αποδέχτηκα πρόσκληση επίσκεψης στις κατά Καποδίστρια Σπέτσες (Των Σπετσών, σελ. 81), έτσι όπως επιθυμώ να τις επισκέπτομαι ξανά και ξανά:
Οι Σπέτσες έχουν
δειλινά μυρωδικά
έρωτες μικρούς
κάνοντας ποδήλατο 
προσποιούνται ανεμελιά
πάνω-κάτω



ενίοτε αράζουν στου Ορλώφ
για παγωτό και τα τοιαύτα


ή πιο συχνά σκουριάζουνε
πλοία παροπλισμένα
στο Παλιό Λιμάνι .


Ευχαριστώ θερμά τον Ποιητή για την φιλοξενία και τον χαιρετώ εγκαρδίως με λίγους στίχους του για την υστεροφημία της Ποίησης, εκ των οποίων ο τελευταίος είναι εξόχως καβαφικός:
μόνον η Ποίηση
μητέρα όλων των μαχών παρηγορήτισσα
και θαλασσομαχούσα
των ηττημένων στέγαστρο
χώμα πατρίδας εν γη αλλοτρία
θα διενεργεί αντί για ‘σε
αναψηλάφηση ανθών δεδικασμένων
διόρθωση παθών
λέξεων σωθικών εξάσκηση
-μια τέτοια υστεροφημία λοιπόν ασήμαντη δεν είναι.
[Από Το χωνευτήρι εξοντώνει ονόματα (σελ. 126)].

[Βρυξέλλες, 16.3.2020]

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2020

Γιώργου Λέκκα: COVID-19 (νέο ποίημα)


Μια συμφορά που μας ενώνει
παύει να είναι συμφορά.
Κι όταν ακόμα μας χωρίζει
μια συμφορά που μας ενώνει
                   στη συγγνώμη
δεν είναι πλέον συμφορά.

15.3.2020

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Βελγίου.]

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2020

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΩΝ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ ΤΑ ΜΥΡΩΜΕΝΑ ΑΠΟΒΡΑΔΑ



Ἀκόμα θαρρεῖς πὼς περνᾶς τὸ Ρέμα μὲ τὸ ἀέναο ποταμάκι νὰ κελαρύζει κατὰ τὴ θάλασσα, ἀφήνοντας μιὰν ἄχνα ἀπὸ μυρωδιὰ σαπισμένου χόρτου καὶ βρεγμένου χώματος. Οἱ στερνὲς λιαχτίδες ζωγραφίζουν πάνω στοὺς τοίχους τῶν λίγων σπιτιῶν χλωμές, παράξενες εἰκόνες, ἐνῶ τὰ κοτσύφια καὶ τὰ ἄλλα πουλιὰ ἀφήνουν τοὺς τελευταίους κουρασμένους τους κελαϊδισμούς, λίγο πρὶν κατηφορήσει ἡ Νύχτα.
Καθὼς ἀνεβαίνεις τὸ παλιὸ πέτρινο τὸ καλντερίμι, γιὰ νά φτάσεις στὴν ἐκκλησιά, σὲ συντροφεύουν οἱ παπαροῦνες, οἱ μαργαρίτες, οἱ ἀνθισμένες κουτσικιές, ποὺ φυτώνουν στὶς ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ τοῦ δρόμου πλαγιές. Μιὰ ἀόρατη εὐωδία, ἀνοιξιάτικη εὐωδια, ποτίζει τὸ εἶναι σου, ποὺ τὴ συνοδεύει ἀπαραίτητα τό ἄρωμα τῶν ἀνθισμένων τριαντάφυλλων.
μεγάλη καμπάνα ποὺ ἠχεῖ ἥρεμα καὶ σταθερὰ σὲ βρίσκει σιμὰ στὸ ναό, ποὺ εἶναι ντυμένος μὲ τὸ εὐκατάνυκτο ἡμίφως, τὸ ὁποῖο σκορποῦν τὰ ἀναμμένα λαδοκάντηλα καὶ τὰ λιγοστὰ κεριά. Εἰσοδεύοντας παρατηρᾶς τὶς σκιὲς τῶν λίγων πιστῶν νὰ στεκουν μπροστὰ στὰ παλαιὰ στασίδια περιμένοντας νὰ βάλει τὸ εὐλογητὸς ὁ παπᾶς ποὺ βρίσκεται μέσα στὸ ἱερὸ καὶ προετοιμάζεται. Ἥσυχες στιγμές, σιωπηλές, ἀκίνητες λὲς μέσα στὸ χρόνο. Λυτρωτικὲς στιγμὲς ποὺ ἐγγράφονται στὴν ψυχὴ μέ βιωματικὸ τρόπο κορυφαῖο καὶ πάντα θαλερό, ἀλησμόνητο. Ὅπως ἀλησμόνητες ἦταν ἐκεῖνες οἱ Ἀκολουθίες τῶν Χαιρετισμῶν, οἱ ντυμένες μὲ τὰ χρώματα τῆς Ἄνοιξης, ἀλλὰ καὶ τῆς Σαρακοστῆς. Ἀκολουθίες χωνεμένες στὸ πολύτιμο ἀρχεῖο τῆς ψυχῆς, ὡσὰν θησαυρός ἀτίμητος. Κι εἶναι ὄντως ἀτίμητος ὁ θησαυρός αὐτός, γιατὶ δίνει τὴ δυνατότητα σήμερα, ὕστερ᾿ ἀπὸ ἑξήντα χρόνια, νὰ προσπαθεῖ ὁ ὑπογραφόμενος νὰ περπατάει πάνω στὰ ἴδια ἐκεῖνα βήματα. Βήματα ἁπλότητας, γνησιότητας καὶ οὐράνιας ἐπίσκεψης.
Καθὼς μακραίνεις, λοιπόν, ἀπὸ κεῖνες τὶς θεῖες στιγμὲς καὶ εὐλαβικὲς ἱ. Ἀκολουθίες, ἀφοῦ τὰ χρόνια ὅλο καὶ περισσότερη στάχτη ἀδειάζουν πάνω τους, πασχίζεις νὰ τὴν παραμερίζεις καὶ νὰ ξαναζεῖς ὅ, τι σοῦ χάρισε ὁ Θεὸς στοὺς καιροὺς τῆς νεότητας.
π. κ. ν. κ.

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2020

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟ ΙΕΡΟ ΘΑΛΠΟΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΩΝ ΕΣΠΕΡΙΝΩΝ

ἤ,  Τῆς Μ. Σαρακοστῆς τὰ θεῖα πρόσφορα


Δὲν εἶναι ἀσφαλῶς χωρὶς νόημα, διδαχὴ καὶ φιλανθρωπία τὰ ὅσα μᾶς παραθέτει στὸ πνευματικό Της τραπέζι ἡ Ἐκκλησία τώρα τὴ Σαρακοστὴ πρὸς καταρτισμόν μας, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐπίγνωση καὶ ἐμβιωμένη συνειδητοποίησή μας. Γιατὶ ὅλοι μας, λίγο-πολύ, «σκεύη κεραμέως» εἴμαστε καὶ ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ κινδυνεύουμε νὰ θραυστοῦμε, νὰ γίνουμε, δηλαδή, χίλια κομμάτια, τὰ ὁποῖα καὶ πολὺ δύσκολα μαζεύονται, ἀλλὰ καὶ δυσκολότερα ἑνοποιοῦνται. 

Ἔτσι, λοιπόν,  κάθε τόσο, αὐτή  ἡ Μάνα μας, ἡ Ἐκκλησία, ὅλο καὶ μᾶς κομίζει ἕνα πλοῦτο γνώσεων, ἀσκήσεων καὶ δυνατοτήτων, ὥστε νὰ ξαναβροῦμε τὸ χαμένο μας ἑαυτὸ καὶ μαζί του τὸ Θεό; Αὐτὸν ποὺ μᾶς δημιούργησε καὶ τὸν παρατήσαμε στὴν ἄκρη, ἔτσι, γιὰ νὰ γίνει τὸ θέλημά μας καὶ μόνο. Καὶ καθὼς βηματίζουμε στὸ θεοφίλητο μονοπάτι τῆς Μ. Σαρακοστῆς, μᾶς παρέχονται πολλὰ ἀγαθὰ ἀπὸ τὴν συνάντησή μας μὲ ἱερὲς καὶ φωτεινὲς περιπτώσεις, ἀνθρωπολογικοῦ χαρακτήρα ποὺ τὶς σφραγίζει ἡ ἀνεξίτηλη παρουσία Του, ὁ Ὁποῖος σιμά μας εἶναι, μᾶς παρακολουθεῖ καὶ μᾶς ἐπιτηρεῖ «Ὁ κατοικῶν ἐν βοηθείᾳ τοῦ Ὑψίστου», βλέπεις μήτε τὸ ποδι του δὲν θὰ προσκόψει πρὸς λίθον. Κι ὄχι μονάχα αὐτό, ἀλλὰ θὰ σταθεῖ ὄρθιος σὲ ὅλες τὶς τρικυμίες ποὺ θὰ συναντήσει, καθὼς θὰ ταξιδεύει μέσα στὴν κυμαινομένη καθημερινότητα, ξεπερνώντας τὶς ὅποιες συμπληγάδες ἀνταμώσει. 

Ἀπὸ τὶς πιὸ δυνατὲς ἀσκήσεις ποὺ μᾶς προσφέρει ἡ Ἐκκλησία, γιὰ νὰ μᾶς ἐνδυναμώσει καὶ συνάμα μᾶς ἐνισχύσει τὸ φρόνημα τῆς Πίστεως, εἶναι καὶ τὰ Μεγάλα Προκείμενα, τὰ ὁποῖα ψάλλουμε ἐναλλὰξ στοὺς Κατανυκτικοὺς Ἑσπερινούς. Πρόκειται γιὰ ἱκέσιες κραυγές, τὶς ὁποῖες, μέσα στὸ μισόφωτο τοῦ χωνεμένου στὸ δειλινὸ τὸ φῶς ναοῦ καταθέτουμε στὰ Χέρια Του, ὥστε νὰ μᾶς προσέξει. Κι ὄχι μονάχα αὐτό, ἀλλὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν πάντιμο εἰρήνη καὶ τὸ ἀμείωτο ἔλεος. Ποὺ τὰ χρειαζόμαστε τόσο στοὺς καιρούς μας, ἄλλωστε...

Κάθε ἀπ;oβραδο τὶς Κυριακὲς τῆς Σαρακοστῆς, λοιπόν, ἀφοῦ ξανὰ ντυθεῖ ὁ ναὸς τὸ πένθος τῶν χαρμολυπικῶν αὐτῶν ἡμερῶν, τὴν ὥρα ποὺ ψάλλεται ὁ Κατανυκτικὸς Ἑσπερινὸς καὶ εἰσοδεύει ὁ ἱερέας στὸ «Φῶς ἱλαρόν» τότε εἶναι ποὺ λυγίζει ἡ ψυχὴ μαζὶ  μὲ τὴ μέρα. Γιατὶ ἀνεβαίνει μέσα μας, μαζὶ μὲ τὴν κατάνυξη τῶν στιγμῶν αὐτῶν,  καὶ ἡ προσδοκία ὅπως, «Μὴ ἀποστρέψῃ τὸ πρόσωπόν Του ἀπὸ τοῦ παιδός Του, ὅτι θλίβεται». Καὶ Τὸν ἱκετεύει σθεναρᾶ τῇ φωνῇ: «ταχὺ ἐπάκουσόν μου, πρόσχες τῇ ψυχῇ μου, καὶ λύτρωσαι αὐτήν».

Κι ἀκόμη, ὅταν κατανοήσει ὁ κάθε πιστὸς, πὼς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ «τὸν καταδιώκει πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς του», τότε τεντώνει ὅλο του τὸ εἶναι, γιὰ ν’ ἀγγίξει -ἄν εἶναι δυνατὸ- τὸν οὐρανό καὶ εὐγνωμονεῖ: «Ἔδωκας κληρονομίαν τοῖς φοβουμένοις τὸ Ὄνομά σου, Κύριε».

Κι ἀλήθεια, σὲ ὅλους μας εἶναι γνωστό, πὼς ἐμεῖς οἱ καθημερινοὶ  καὶ ἐν μερίμναις τοῦ βίου διασπώμενοι, ἐμεῖς ποὺ ἐπιθυμοῦμε τὶς κληρονομίες περιουσιῶν καὶ ὑπαρχόντων, ἴσως νὰ μὴν ἔχουμε ἀντιληφθεῖ ποιὸ εἰδικὸ βάρος ἔχει τὸ νὰ κληρονομήσουμε τὸ Ὄνομά Του κι ὄχι τὰ φθαρτὰ καὶ ἐφήμερα. Αὐτά, δηλαδή, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διορύσσουσι καὶ κλέπτουσι ...» (Μτθ 6, 20-21). Μάθημα κι αὐτό...

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2020

Παναγιώτη Καποδίστρια: ΑΠ' ΤΗΝ ΠΥΘΙΑΣ ΣΤΗ ΦΑΕΘΟΝΤΟΣ (νέο ποίημα)

αντίο στην Κική Δημουλά

Στωικά στο Εκεί παρίστασαι ήδη
ζαλισμένη απ' τις αναταράξεις του φευγιού
και του άλλου κόσμου το τζετ λαγκ
έχοντας προ-διανείμει ανεπαίσθητα
αυτόγραφους υπαινιγμούς
και νύξεις για την άνοιξη που θ' απουσιάζεις.

Να, γιατί ενέχεσαι:
Έστηνες θερμοκήπια ιδεών εκτός σχεδίου πόλεως
μεταφερόσουν παραπλεύρως για να κρύβεσαι
(απ' την Πυθίας στη Φαέθοντος θαρρώ)
ακινητούσες χάντρες της βροχής στο τζάμι
διαμαντάκια περιούσια
γυμνή από σώμα

και νάτους τώρα
της Τρομοκρατικής οι ανένδοτοι
σου διηγούνται απώλειες για να φοβάσαι
-όχι, δεν είσαι φοβισμένη-

ονειροεισπράκτορες καιροί
με απειλές του Τίποτε και υποσχέσεις του Ποτέ
καταλογίζουν πρόστιμα
αναστατώνουν τα κρυπτά
ώς και τα κάδρα των μικρών φιλιών σπασμένα.

Την ουσία κρατώ και πορεύομαι
τη μετουσίωση λόγων πτηνών σε αρχάγγελους
ότι θα στύβεις κι από Εκεί τις λέξεις σου
να στάζουν πένθη ανθηρά
ωσάν μεταποιήσεις κοστουμιών
ελπίδες ασιδέρωτες για τους μελλοθανάτους.

(25.2-3.3.2020)

Related Posts with Thumbnails

Follow by Email