© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

ΕΝΑ ΑΓΝΩΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΚΑΛΥΜΜΑ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΖΗΜΟΥΡΗ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ

Του Αρχιμ. Διονυσίου Λυκογιάννη
Ιεροκήρυκα Ι. Μ. Ζακύνθου-Υποψ. Διδάκτορος Θεολογίας
(Ανακοίνωση στο Δ΄ Επιστημονικό Συμπόσιο Νεοελληνικής Εκκλησιαστικής Τέχνης, 13-15 Νοεμβρίου 2015, Θεολογική Σχολή Αθηνών)


Ο αργυρογλύπτης ή χρυσικός, όπως συνηθιζόταν να αποκαλούν όσους δούλευαν το ασήμι και το χρυσό, Αθανάσιος Τζημούρης γεννήθηκε στους Καλαρρύτες της Ηπείρου. Ο πατέρας του Νικόλαος αναφέρεται ότι ήταν και αυτός αργυροχόος. Η καταστροφή των Καλαρρυτών από τους Τούρκους οδηγούν τον Αθανάσιο και την οικογένειά του, τη σύζυγό του Στασινή ή Τάσιο από το ευκατάστατο γένος του Θεόδωρου Παράσχη και τα ανήλικα πέντε παιδιά του Δημήτριο, Μαρία, Ελένη, Αικατερίνη και το μικρότερό του κορίτσι αγνώστου ονόματος, πρόσφυγες το καλοκαίρι του 1821 στη Ζάκυνθο.
Ο Τζημούρης κατέφυγε στο νησί της Επτανήσου, έχοντας βιαστικά αποχωρήσει από τους Καλαρρύτες, στους οποίους πρόλαβε να κρύψει τον χρυσό και τον άργυρο που είχε στην κατοχή του και τα ατσάλινα καλούπια των σταχώσεων των Ευαγγελίων του. Αναφέρει σε ιδιόχειρη επιστολή «ούτε βελώνη δεν εγλείτωσα από τα σύνεργά μου». Ο θάνατος της μικρής του κόρης, με το που έφτασαν στη Ζάκυνθο, κατά την παραμονή τους στο Λοιμοκαθαρτήριο ή Λαζαρέτο, η απότομη κοινωνική, επαγγελματική και οικονομική αλλαγή και οι εργασιακές δυσχέρειες πιθανόν συνετέλεσαν στην επιβάρυνση της υγείας του και στο να ασθενήσει σοβαρά, όπως αναφέρει στη διαθήκη, που συνέταξε στις 11 Μαΐου 1823. Κοιμήθηκε μετά από έναν σχεδόν μήνα, στις 3 Ιουνίου και κηδεύτηκε στον Αγ. Γεώργιο του Λατίνου ή των Φιλικών.
Οι μέχρι σήμερα αρχειακές μαρτυρίες από την περιοχή της Ηπείρου και της Ζακύνθου είναι σχεδόν μηδαμινές για την οικογένεια του Αθανάσιου Τζημούρη, δυσχεραίνοντας τη σκιαγράφηση της προσωπικότητας αλλά και της παραγωγικής του καλλιτεχνικής δραστηριότητας. Η φυσιογνωμία του εύστοχα περιγράφεται από την κ. Πόπη Ζώρα, γράφοντας για το ιδιόρρυθμο του χαρακτήρα του. Εμείς προσθέτουμε με τα νεότερα αρχειακά στοιχεία ότι παρά τα ελάχιστα ορθογραφικά λάθη, γνώριζε την ελληνική γραφή, κάτι σπάνιο για τους ομότεχνους της εποχής του. Αυτό επιβεβαιώνει τις μαρτυρίες για το ανεπτυγμένο πολιτισμικό επίπεδο των Καλαρρυτών την περίοδο του 18-19ου αι. , απόρροια του ανεπτυγμένου εμπορίου και της οικονομικής ευρωστίας που επέφερε.
Η επιφανής για τα δεδομένα της εποχής καταγωγή της συζύγου του και το διάσημο σε όλη την Οθωμανική αυτοκρατορία και την Επτάνησο καλλιτεχνικό εργαστήρι του, δικαίως ανύψωνε την ηπειρώτικη υπερηφάνεια του Τζημούρη, η οποία καταρρακώθηκε με την απώλεια της προσφυγιάς. Ενδεικτικά, αναφέρουμε ότι η σύζυγος μετά το θάνατό του εργαζόταν ως καθαρίστρια σε σπίτια για να μπορέσει να επιβιώσει.
Στη Ζάκυνθο ο Αθανάσιος Τζημούρης φαίνεται πως δεν άνοιξε δικό του εργαστήριο αλλά συνεργάστηκε με άλλους συντοπίτες του Καλαρρυτινούς, όπως τον Γεώργιο Διαμάντη Μπάφα που είχε νωρίτερα εγκατασταθεί και εργαζόταν εκεί και τον Χριστόδουλο Γκρέτζο. Δε σώζεται καμία αρχειακή μαρτυρία για παραγγελία έργου για έναν τόσο σημαντικό καλλιτέχνη και για τους λόγιους της εποχής είναι αδιάφορος. Μέχρι σήμερα είναι γνωστά δύο ενυπόγραφα ευαγγελιοκαλύμματα του Αθανάσιου Τζημούρη στο νησί της Ζακύνθου, ένα στη Μονή Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου και το άλλο στο ναό της Αγίας Μαύρας Μαχαιράδου. Στον Κατεστραμμένο με τους σεισμούς του 1953 ναό της Ευαγγελίστριας στην πόλη της Ζακύνθου αναφέρεται ότι βρισκόταν άλλο ένα, που θεωρείται ότι έχει απολεσθεί.
Σε αποθήκη του Βυζαντινού και Μεταβυζαντινού Μουσείου Ζακύνθου πρόσφατα εντοπίσαμε άλλο ένα Ευαγγέλιο με αργυρή στάχωση και την υπογραφή του Καλαρρυτινού δημιουργού, με αύξοντα αριθμό καταγραφής Α.Α. 872 (εικ. 1).
Το συγκεκριμένο ευαγγελιοκάλυμμα είναι άγνωστο μέχρι σήμερα και κατά συνέπεια έρχεται να προστεθεί στα μέχρι τώρα δεκατρία σωζόμενα ενυπόγραφα γνωστά έργα του Αθανάσιου Τζημούρη. Στον ίδιο αποδίδονται ακόμη άλλο ένα κάλυμμα Ευαγγελίου στην Άρτα και άλλο ένα στη Μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην Πάτμο.
Είναι ασυντήρητο με εμφανή τα σημάδια της φθοράς. Το δέρμα στη ράχη έχει υποστεί απολέπιση και απώλεια εξωτερικής επιφάνειας. Η προσβολή εντόμων, που έχουν δημιουργήσει οπές στο σώμα του βιβλίου και στη δερμάτινη επιφάνεια, η αποκόλληση των πινακίδων, οι λεκέδες υγρασίας, η φθορά και ο αποχρωματισμός του βελούδινου υφάσματος, η οξείδωση του αργύρου, είναι κάποια συμπτώματα παθογένειας του αντικείμενου που επιβάλλουν τη συντήρησή του.



Το Ευαγγέλιο από το Μουσείο Ζακύνθου, σύμφωνα με χειρόγραφη σημείωση στο άνω δεξιό μέρος της σελίδας τίτλου, προέρχεται από το ναό της Αγίας Αικατερίνης του Γρυπάρη της πόλης Ζακύνθου (εικ. 2,3). Η ενθύμηση «Ἐκ τοῡ Ἱερ. Ναοῡ/ Ἁγ. Αἰκατερίνης Γρυπάρη» φέρει την υπογραφή του Επιμελητή του προσεισμικού μουσείου Φιλόλογου Σπυρίδωνα Στρούζα, ο οποίος μετά την καταστροφή της πόλης από τους σεισμούς το 1953 και την περισυλλογή των εκκλησιαστικών αντικειμένων από τους ερειπωμένους ναούς, προχώρησε στην καταγραφή τους.
Ο ναός της Αγίας Αικατερίνης κτίστηκε το 1642 από τον ιερωμένο Νικόλαο Γρυπάρη και το 1819 έγινε αδελφάτο. Ερειπώθηκε με τους σεισμούς του 1953, ευτυχώς δεν κάηκε, όπως άλλοι ναοί της πόλης και οι καλλιτεχνικοί θησαυροί περισυνελλέγησαν και φυλάσσονται στο Βυζαντινό και Μεταβυζαντινό Μουσείο Ζακύνθου.


Το βιβλίο περιέχει το Θείον και Ιερόν Ευαγγέλιον μαζί με το Ευαγγελιστάριον του Εμμανουήλ Γλυζωνίου και τυπώθηκαν το 1811 στη Βενετία από το τυπογραφείο του εξ Ιωαννίνων καταγόμενου Πάνου Θεοδοσίου (εικ. 4). Οι εξωτερικές διαστάσεις του είναι 36,6 × 25,6 × 5,5 εκ. . Η εκτύπωση έγινε με μαύρο και κόκκινο τυπογραφικό μελάνι και στις σελίδες τίτλων υπάρχει εικονογράφηση με επιζωγραφισμένη χαρακτική. Επιζωγραφισμένα είναι όλα τα διακοσμητικά χαρακτικά στο εσωτερικό του βιβλίου και οι απεικονίσεις των Ευαγγελιστών.
Η βιβλιοδεσία είναι δυτικού τύπου. Η ραφή των τευχών έγινε σε τέσσερα νεύρα από σπάγγο. Τα κεφαλάρια αποτελούνται από χοντρό σπάγγο τυλιγμένα και κολλημένα στη ράχη με χαρτί, που αγγίζουν στο γύρισμά τους το πάχος του βιβλίου. Αυτά προστατεύονταν, από το γύρισμα της δερμάτινης απόληξης, τη «σκούφια» του καλύμματος, η οποία αναδίπλωνε 1,5 εκ. εντός της κάσας και την επένδυση αργότερα από βελούδο, η οποία τα κάλυπτε όλα, εισχωρώντας στις άκρες της ράχης.
Οι πινακίδες του βιβλίου είναι ξύλινες, πάχους 0,3 εκατοστά με κυρτωμένες τις πλευρές που έρχονται σε επαφή με τη ράχη. Η ράχη και οι γωνίες ευδιάκριτα είναι καλυμμένες με δέρμα χρώματος καστανού, πάνω στο οποίο έχουν κολληθεί. Δεν μπορέσαμε να διαπιστώσουμε εάν όλη η πινακίδα καλύπτεται με δέρμα, θεωρούμε όμως ότι αυτό είναι το πιθανότερο. Η δερμάτινη ράχη χωρίζεται σε επτά διάχωρα με εμπίεστη χρυσή διακόσμηση από επαναλαμβανόμενο γραμμικό μοτίβο μιας μικρής γραμμής διακοπτόμενης από τρεις κύκλους. Στο δεύτερο διάχωρο διακρίνεται στην άκρη ένα χρυσό κεφαλαίο γράμμα Ν, που υποδηλώνει την επιγραφή με χρυσοτυπία : ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ. Στην πρώτη πινακίδα υπάρχουν στην πλευρά του ανοίγματος, σε οπή του δέρματος καρφωμένες στο ξύλο, οι δύο μεταλλικές υποδοχές των κλείστρων και στη δεύτερη πινακίδα τα μεταλλικά υπολείμματα των χυτών κλείστρων, που έχουν αποκοπεί. Οι ακμές είναι χρυσωμένες.


Το ένα φύλλο του κάθε δίφυλλου στην αρχή και στο τέλος του βιβλίου, είναι κολλημένο στην εσωτερική επιφάνεια της πινακίδας ενώ το άλλο παραμένει ελεύθερο. Πάνω σε αυτά έχει κολληθεί βιομηχανικό τυπωμένο χρωματιστό χαρτί με τη μορφή πλέγματος από τετράγωνη επαναλαμβανόμενη σφραγίδα (εικ. 5). Μετά την τοποθέτηση του βελούδου για να καλυφθεί η άκρη του υφάσματος στο εσωτερικό των πινακίδων κολλήθηκε από πάνω γαλαζοπράσινο λεπτό χαρτί μπροκάρ με εμπίεστο χρυσωμένο φυτικό διάκοσμο, τυπωμένο από τον Γερμανό Johann Lechner. Στο εσωτερικό της πρώτης πινακίδας έχουν κολληθεί δύο κομμάτια από το συγκεκριμένο πολύτιμο διακοσμητικό χαρτί, που έχουν στην άκρη τα στοιχεία του τυπογράφου και πιθανόν τον αριθμό του μοτίβου, ενώ κάποια στοιχεία διακρίνονται και στο χαρτί της δεύτερης πινακίδας: JOHANN LECHNER [NURNBERG]; No 12.
Στο εσωτερικό και περίπου στο κέντρο της πρώτης πινακίδας βρίσκεται κολλημένο ορθογώνιο παχύ λευκό χαρτί. Στο πάνω και κάτω μέρος φέρει έκτυπη τη σφραγίδα με καλλιτεχνικά λατινικά γράμματα τα αρχικά του αργυρογλύπτη «ΑΖ» δηλαδή Attanasio Zimuri, όπως η ιταλική υπογραφή στη ράχη του Ευαγγελίου της Πλατυτέρας στην Κέρκυρα, με την οποία υπάρχουν γραφολογικές ομοιότητες. Στις άκρες των έκτυπων σφραγίδων υπήρχαν και άλλες παρόμοιες με κόκκινο βουλοκέρι από τις οποίες σώζονται υπολείμματα.
Την ίδια σφραγίδα συναντούμε και στα Ευαγγέλια της Μονής Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου στη Ζάκυνθο και στο ναό της Παναγίας των Ξένων στην Κέρκυρα. Ο τεχνίτης σημειώνει ιδιόχειρα την καθαρότητα του ασημιού, την τιμή, που ήταν 600 γρόσια, βάζοντας στη συνέχεια την υπογραφή του και τον αύξοντα αριθμό παραγωγής 4 : τό σίμι του εἶναι/λαγάρα/ἡ τιμί του γρ(όσια) ἑξακό/σια ἥτι εἴ 600/ἀθανασιος/τζιμούρις/4.
Όταν το Ευαγγέλιο αγοράστηκε από τον αργυρογλύπτη καλύφθηκε όλη η στάχωση με κόκκινο βελούδο και στη συνέχεια καρφώθηκαν με μικρά μεταλλικά καρφιά στην ξύλινη πινακίδα τα ευάριθμα αργυρά επιχρυσωμένα σφυρήλατα, φουσκωτά, σκαλιστά ελάσματα, εκτός των ελασμάτων της ράχης, που προσηλώθηκαν στο βελούδο.
Η διακόσμηση του Ευαγγελίου ακολουθεί με ακριβή λεπτομέρεια το διακοσμητικό πρότυπο που υιοθέτησε ο Αθανάσιος Τζημούρης σε όλα τα γνωστά ευαγγελιοκαλύμματα. Η πρώτη πινακίδα φέρει στις γωνίες παραστάσεις των τεσσάρων Ευαγγελιστών καθήμενων με τα σύμβολά τους και επιγραφές των ονομάτων τους. Οι εικονογραφικές αυτές συνθέσεις είναι κλεισμένες μέσα σε περίτεχνα δαντελωτά πλαίσια, στολισμένα με καμπυλοειδή ανθέμια, αχιβάδες και ροκάλια , που κάποιες φορές καταλήγουν σε τριανταφυλλένια άνθη, κιονίσκους με πλεγμένους στους κορμούς τους κληματίδες, όλα ενταγμένα σε ύφος ροκοκό, όπως είχε εφαρμοστεί στις διακοσμητικές τέχνες και στην περιοχή της σημερινής Κεντρικής και Βόρειας Ελλάδας κατά τα τέλη του 18ου αρχές 19ου αι. .


Η κεντρική παράσταση εικονίζει την Ανάσταση του Χριστού κατά τον δυτικό τύπο (εικ. 6), με τον Ιησού σε ακτινωτή δόξα να πατεί πάνω στον μισανοιγμένο τάφο, με ανεμίζον περίζωμα τυλιγμένο γύρω από το σώμα, κρατώντας λάβαρο στο αριστερό χέρι και με το δεξί υπερυψωμένο σε στάση ευλογίας. Στην παράσταση απεικονίζονται ακόμη Άγγελος καθήμενος στην πλάκα του τάφου και δύο έντρομοι στρατιώτες σε στάση άμυνας, γνώριμες εικονογραφικά μορφές στη δυτική χαρακτική και ζωγραφική. Ψηλά η επιγραφή « Η ἈΝΑCΤΑCIS TΟῩ ΧΡΙΣΤΟΥ ».
Η δεύτερη πινακίδα ακολουθεί την ίδια εικονογραφική δομή, με παραστάσεις των προφητών Δαυίδ, Σολομώντα, Δανιήλ και Ιερεμία στις τέσσερις γωνίες. Είναι όρθιοι, κρατούν ειλητάρια και σε χαμηλό ανάγλυφο οι επιγραφές των ονομάτων τους. Ο διάκοσμος με τον όποιον πλαισιώνονται είναι ίδιος με αυτόν της πρώτης πινακίδας.


Στο κέντρο εικονίζεται « Ἡ ΣΤΑΥ΄ΡΩCIS ΤΟῩ ΧΡΙΣΤΟῩ » με την Παναγία δεξιά του Ιησού και τον Ιωάννη αριστερά, στο βάθος τα κτίρια της Ιερουσαλήμ, κάτω στη βάση το στόμιο μιας μικρής σπηλιάς με το κρανίο και τα οστά του Αδάμ και πάνω από την οριζόντια κεραία του σταυρού μετά την επιγραφή, τα αστρονομικά σύμβολα του Ηλίου και της Σελήνης (εικ. 7). Παρά την επιμέρους απώλεια του αργυρού ελάσματος μέρους του σώματος του Χριστού και της αριστερής χειρός της Παναγίας, εύκολα μπορούμε με την αντίστοιχη παράσταση άλλων ευαγγελιοκαλυμμάτων του Τζημούρη να συμπληρώσουμε την εικόνα των μορφών.
Η θρηνητική στάση της Παναγίας με την αριστερή παλάμη στην παρειά και το δεξί χέρι να εξέχει του σώματος σε στάση απορίας και ταυτόχρονα έκστασης, ο Ιωάννης με τα χέρια εμπρός κλειστά, τα μαλακά υφάσματα που ανεμίζουν ανάλαφρα, οι οξυκόρυφες απολήξεις των πυργωτών οικημάτων η στάση του σώματος του Ιησού και οι ραδινές φιγούρες των προσώπων, παραπέμπουν σε δυτικά πρότυπα, ευρέως διαδεδομένα και σε χαρακτικά της Βόρειας Ελλάδας στο α΄ μισό του 19ου αι. . Τα ενδιάμεσα διαστήματα των παραστάσεων στον κόκκινο βελούδινο κάμπο κοσμούνται με έξη εξαπτέρυγα στην κάθε πινακίδα και στα διάχωρα της ράχης.
Οι κεντρικές παραστάσεις παρά το ανάγλυφο, το δυτικότροπο σχέδιο και το συγκινησιακό ύφος των μορφών , μας εκπλήττουν ευχάριστα με τη λιτότητα και τη σαφήνεια της εικονογραφίας, καθώς και για το συγκρατημένο συναίσθημα, που εκπέμπουν τα πρόσωπα. Ο Τζημούρης κοινωνός μακραίωνης ανατολικής παράδοσης προσπάθησε να συνταιριάξει, επιτυχώς θεωρούμε, τις δύο καλλιτεχνικές εκφράσεις, ακολουθώντας τις διακοσμητικές τάσεις της εποχής του και τονίζοντας ευκρινώς το χαρακτήρα του θρησκευτικού βιβλίου.
Ο συγκεκριμένος τύπος διακόσμησης του Ευαγγελίου διαφοροποιείται από τα μέχρι τώρα γνωστά ενυπόγραφα έργα του Αθανάσιου Τζημούρη, μιας και δεν είναι τόσο φορτωμένος στη διακόσμηση. Αυτός είναι και ο λόγος που η τιμή του ήταν κατά 1000 γρόσια φθηνότερη. Αντίστοιχο Ευαγγελιοκάλυμμα αυτού του τύπου, ανυπόγραφο όμως, υπάρχει στο Σκευοφυλάκιο της Ιεράς Μόνης του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο. Παρά τις όποιες μεταγενέστερες επεμβάσεις που έχει δεχθεί στη βιβλιοδεσία και στα αργυρά επιχρυσωμένα ελάσματα μαρτυρεί τα ίδια καλούπια του Καλαρρυτιώτικου εργαστηρίου του Αθανάσιου Τζημούρη.
Οι αργυρές σταχώσεις του Τζημούρη αποτελούνταν από μεταλλικά ελάσματα διαφόρων σχημάτων και μεγεθών, τα οποία συνέθετε όπως εκείνος επιθυμούσε, ανάλογα με το κόστος που ήθελε να έχουν. Δημιούργησε λοιπόν δύο τύπους διακόσμησης. Έναν απλό με τις κεντρικές παραστάσεις της Σταύρωσης και της Ανάστασης του Χριστού και τους τέσσερις Ευαγγελιστές και τέσσερις προφήτες στις γωνίες, με κόστος 600 γρόσια και έναν πιο σύνθετο προσθέτοντας δώδεκα μεταλλικά εικονίδια με σκηνές δωδεκάορτου και πιο στέρεα βιβλιοδεσία, με τιμή πώλησης 1600 γρόσια. Το κέντρο παραγωγής όλων των ευαγγελιοκαλυμμάτων του θεωρούμε ότι ήταν οι Καλαρρύτες. Εκεί ο Τζημούρης είχε το εργαστήριο με τα εργαλεία του, όλα τα υλικά που χρειαζόταν, το σώμα του βιβλίου, τον άργυρο, το χρυσό, το χρωματιστό χαρτί, που μπορούσε εύκολα να τα προμηθευτεί από τους συμπατριώτες και συγγενείς του εμπόρους στα Ιωάννινα και στην Ιταλία.
Η ομοιότητα έξαλλου ακόμα και στις λεπτομέρειες όλων των αργυρών του σταχώσεων και η εσωτερική τους διακόσμηση με πολυτελές ή χρωματιστό χαρτί που συναντάμε να είναι ίδια σε Ευαγγέλια που βρίσκονται σε διαφορετικά σημεία της Ελλάδας, όπως το συγκεκριμένο που εξετάζουμε, έχει το ίδιο πολυτελές χαρτί μπροκάρ με αυτό της Παναγίας των Ξένων στην Κέρκυρα, συνηγορούν για τη δημιουργία τους στο ίδιο καλλιτεχνικό παραγωγικό κέντρο κατά την περίοδο 1811, που έχουν τυπωθεί τα βιβλία μέχρι το καλοκαίρι του 1821, που ο Τζημούρης εγκατέλειψε τους Καλαρρύτες.

Ευχαριστώ τον κ. Ιωαννη Χουλιαρά και την κ. Χριστίνα Μερκούρη, πρώην και τωρινή αντίστοιχα Έφορο Αρχαιοτήτων Ζακύνθου για τη διευκόλυνση που μου παρείχαν στην έρευνα και τους υπαλλήλους της Εφορείας.

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΟΙ ΣΤΕΡΝΕΣ ΟΙ ΤΗΓΑΝΙΤΕΣ...

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος φτάσει σὲ μιὰν ἡλικία προχωρημένη, δηλαδή περάσει τὸ φράγμα τῶν πενήντα-ἑξήντα χρόνων, τότε ὁ Θεὸς τοῦ χαρίζει τὸ μεγάλο τὸ προνόμιο τῆς ἀναπόλησης καὶ τῆς νοσταλγίας. Γιατὶ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐπιστρέφει. Ἐπιστρέφει ἐκεῖ ποὺ ἔζησε, ἐπισκέπτεται χώρους ποὺ λησμονήθηκαν σήμερα, ὅπως εἶναι οἱ παλιὲς γειτονιὲς καὶ τὰ ἐρειπωμένα ἤ ἐξαφανισμένα σπίτια καὶ ἀναπολεῖ μὲ συγκίνηση ἁπλὲς συνήθειες καὶ ἀνθρώπους σεμνοὺς καὶ σιωπηλούς. Τοὺς δικούς του ἀνθρώπους, μὲ τοὺς ὁποίους ἔζησε χρόνια φωτεινά.
          Μπορεῖ νὰ ἦταν δύσκολα, μίζερα καὶ καχεκτικὰ χρόνια. Ὅμως, μὲ τὴ χρονικὴ ἀπόσταση ποὺ τὰ σημαδεύει, σήμερα φαίνονται τόσο τρυφερά, στοργικά καὶ χαρισματικά. Ἴσως γιατὶ ἦταν χωνεμένα στὴν ἁπλότητα καὶ τὴν καλωσύνη ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων. Τῶν ἀνθρώπων ποὺ σὲ ἀνάθρεψαν, σὲ στύλωσαν, σοῦ χάρισαν κομμάτια τῆς ψυχῆς τους καὶ θυσίασαν τὸν ἑαυτό τους, καθὼς σοῦ προσφέρανε ἕνα παραπάνω σκαλοπάτι ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ στέκονταν, γιὰ νὰ φανεῖς στὸν κόσμο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ σήμερα, καθὼς τοὺς ἀναπολεῖς μέσα στὸ σύθαμπο τῆς συγκίνησης ποὺ ἀνεβαίνει μέσα σου, τοὺς εὐγνωμονεῖς. Τοὺς εὐγνωμονεῖς γιὰ πάρα πολλά. Ὅπως γιὰ κάποια ἁπλᾶ, συνηθισμένα καὶ λιτὰ πράγματα ποὺ τἂ θυμᾶσαι ἀκόμα... Ὅπως τὶς τηγανίτες ἐκεῖνα τὰ παγωμένα χειμωνιάτικα πρωϊνά.
Ἀπὸ τὶς εὐλογημένες συνήθειες τῆς κάθε παλιᾶς νοικοκυρᾶς ἦταν κι ἡ ἑτοιμασία τοῦ χυλοῦ («τοῦ λάμα» δηλ.) μὲ νερὸ, ἀλεύρι κι λάτι, γιὰ νὰ κάμουν τὶς τηγανίτες. Γιατὶ τὸ καλοῦσαν οἱ κρύες μέρες τοῦ χειμώνα, ἰδιαίτερα ὅταν τὸ χιόνι ἔκλεινε τοὺς ἀνθρώπους στὰ σπίτια τους. Ἔτσι, εὐκαιρία ἦταν νὰ τηγανίσουν τὶς εὔγευστες ἐκεῖνες λιχουδιές, ποὺ τὶς τρώγανε μὲ μπόλικο πετιμέζι καὶ πασπαλισμένες μὲ κανέλλα.
Ἑτοιμάζανε, λοιπόν, τὸ «λάμα» καὶ μετά, ἀφοῦ καίγονταν τὸ λάδι στὸ τηγάνι, ποὺ ἦταν βαλμένο πάνω στὴν τσιροτιά, στὸ τζάκι, ἔπαιρναν τὸ «λάμα»μὲ ἕνα κουτάλι καὶ τὸ ρίχνανε στὸ τηγάνι. Μὲ προσοχὴ γυρίζανε τὸ κάθε κομμάτι ποὺ τηγανιζόταν, μέχρι νὰ «ροϊδίσει», νὰ ξεροτηγανιστεῖ. Στὸ τέλος ρίχνανε καὶ τὸ ὑπόλοιπο τοῦ χυλοῦ στὸ τηγάνι κάνοντας μιὰ μεγαλη τηγανίτα, τὴν ὁποία συνήθως τρώγανε μὲ ἐλιές ἀργότερα, κοντὰ μὲ τὸ μεσημεριανὸ τὸ φαΐ.
Τὶς ἄλλες, τὶς μικρὲς τηγανίτες, ἀφοῦ τὶς συγκέντρωναν, τὶς μοίραζαν ὅλοι γύρω-γύρω στὴν οἰκογένεια ἤ καὶ σὲ γειτόνους, ποὺ τοὺς καλοῦσαν νὰ γευτοῦν αὐτὸ τὸ ὑπέροχο κι ἁγνὸ γλύκισμα. Μάλιστα οἱ ἄντρες πίνανε καὶ λίγο ρακὶ νὰ πάει ἡ «λαδιὰ» κάτω, ὅπως λέγανε. Φυσικὰ πρέπει νὰ θυμίσουμε πὼς ἦταν σχεδὸν ἀνέξοδο τὸ γλύκισμα αὐτό, ἀφοῦ ὅλα τότε τὰ ἀγαθὰ ἦταν τοῦ σπιτιοῦ, δηλαδή καὶ τὸ ἀλεύρι καὶ τὸ λάδι καὶ τὸ πετιμέζι, ἀλλὰ καὶ τὸ ρακί. Καταλαβαίνουμε δὲ ὅτι γιὰ καύσιμη ὕλη εἶχαν τὰ ξύλα, ποὺ καίγανε στὴν παραστιά, ὄχι μονάχα γιὰ μαγείρεμα, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ζεσταθοῦνε κιόλας.
Εὐωδίαζε τὸ χωριὸ τότε ἀπὸ τὸ φρεσκοτηγανισμένο λάδι, ποὺ ἀνέβαινε ἀπὸ τὶς καμινάδες τῶν σπιτιῶν. Εὐωδίαζαν καὶ τὰ φτωχικὰ τὰ σπίτια ἀπὸ τὶς ξεροψημένες τηγανίτες, τὸ ἀρωματισμένο περιμέζι, ἀλλὰ καὶ τὸ φασκόμηλο ποὺ ἔβραζε μέσα στὴν παραστιά.
Κάποτε ὅμως τέλειωσε καὶ τὸ στερνὸ τ᾿ ἀλεύρι καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὸ καὶ τὸ εὐωδιαστὸ τὸ πετιμέζι. Ἡ παραστιὰ ἔσβυσε, πετάχτηκε τὸ παλιό, τὸ μαυρισμένο τὸ τηγάνι καὶ μαζί μὲ ὅλα αὐτὰ ἔπαψαν νὰ γίνονται ἐκεῖνες οἱ εὐωδιαστὲς οἰ τηγανίτες, ἡ χαρὰ τῶν παιδιῶν , ἀλλὰ καὶ τῶν μεγάλων...

Για το βιβλίο "Νίκος Γρυπάρης, Ανέκδοτα Γράμματα του Μαρίνου Σιγούρου στον Σπύρο Αλ. Καββαδία, Εισαγωγή-Επιμέλεια-Διορθώσεις-Συμπληρώσεις, Διονύσης Σέρρας", εκδ. Επτανησιακά Φύλλα, Ζάκυνθος 2015

Γράφει η Δρ ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Η Επιστολογραφία ως φιλολογικό είδος φαίνεται πως ανήκει οριστικά στο παρελθόν. Οι πολύ ενδιαφέρουσες επιστολές που μας έδωσαν άνθρωποι του πνεύματος και της τέχνης, οι χρησιμότατες πληροφορίες τους για άλλους ομοτέχνους τους, η άποψή τους για θέματα πνευματικά κοινωνικά ή πολιτικά ανήκουν πλέον στο παρελθόν. Η εξέλιξη της τεχνολογίας έχει συρρικνώσει το είδος στα βιαστικά ηλεκτρονικά μηνύματα. Πάει πια η αλληλογραφία που αντάλλασσαν μεταξύ τους σημαντικοί άνθρωποι με θησαυρούς απόψεων, γνωμών, εξομολογήσεων και πληροφοριών. Επιστολές λογοτεχνήματα ή λογοτεχνικά δοκίμια, κείμενα που δεν γράφονται πια.

Από την ξεχασμένη εποχή της ακμής, ακόμη, της επιστολογραφίας, ο Διονύσης Σέρρας, λόγιος και ποιητής από τη Ζάκυνθο, φέρνει στο φως τα ανέκδοτα Γράμματα του Μαρίνου Σιγούρου προς τον Αλ. Καββαδία, τα οποία βρίσκονταν στα χέρια του Νίκου Γρυπάρη. Οι επιστολές, εννέα τον αριθμό, γράφτηκαν όλες το έτος θανάτου του Σιγούρου, στο διάστημα δυόμισι μηνών, από 14-6-1961 έως 30-8-1961, και απευθύνονταν στον φοιτητή τότε Καββαδία, ο οποίος είχε αρχίσει την έρευνα γύρω από την επτανησιακή γραμματεία και επ’ αυτής ζητούσε πληροφορίες από τον Σιγούρο. Ο αριθμός των επιστολών, σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα αποτελεί, εκτός των άλλων, και δείκτη του ενδιαφέροντος από την πλευρά του Σιγούρου. Για κάθε μία από αυτές τις επιστολές υπάρχουν σημειώσεις χειρόγραφες του Γρυπάρη, σχόλια και υπομνηματισμοί για περαιτέρω επεξεργασία και πρέπει να ζητήθηκαν από τον ίδιο για να τις μελετήσει και να τις εκδώσει. Ο αδόκητος θάνατός του, όμως, εμπόδισε την έκδοση και οι επιστολές παρέμειναν στα χέρια της χήρας, Ευρυδίκης Γρυπάρης, μέχρι την παράδοσή τους στον Σέρρα, στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Ο χρόνος έτρεξε, η έκδοση επετεύχθη τώρα.

Ο Σέρρας, ως συστηματικός μελετητής, εμβριθής ερευνητής και άξιος επιστήμων, κάνει μια λεπτομερή περιγραφή αυτών των επιστολών, του τόπου κατοικίας του συντάκτη τους, στο Ακρωτήρι Ζακύνθου, και του παραλήπτη τους, στην Νέα Ελβετία, στην Αθήνα. Και εκτιμά ότι οι επιστολές αυτές συγκροτούν «ψυχοπνευματικό γέννημα ή αποτύπωμα της τελευταίας περιόδου ή των στερνών ημερών της ζωής του Μαρίνου Σιγούρου», ότι τα «μιλήματα» αυτά είναι γενικότερου ενδιαφέροντος, συνιστούν μια «εύγλωττη μαρτυρία για το ήθος και το ύφος ή για τη σκέψη και τη στάση ζωής» του συντάκτη τους, εφόσον το ενδιαφέρον του πολυμαθούς Σιγούρου δεν περιορίζεται στο επιστημονικό μόνο επίπεδο αλλά και, όπως προκύπτει από τις επιστολές, εξαπλώνεται με μια σχέση μοναδική, πολυφωνική και πολυσύνθετη σε πολλά θέματα παλαιά και σύγχρονα της Επτανησιακής Σχολής, καθώς και της ευρύτερης νεοελληνικής και ιταλικής πνευματικής ιστορίας και λογοτεχνικής ζωής.

Στις επιστολές αυτές αναφέρεται με τη σειρά: στον Ιταλό νεοελληνιστή Nicola Catone, τον Νικόλαο Σοφιανό, τον Λεοπάρντι, τον Κωνσταντίνο Σολδάτο, τον Γεώργιο Καλοσγούρο. Παραθέτει δύο ποιήματα της συλλογής του Άσβηστη Φλόγα (και εξ αφορμής γίνεται λόγος για τον Μαρκορά, τον Σολωμό, τον Πολυλά, την Δενδρινού), στη συνέχεια μιλάει για τον Μαρτελάο, τον Φάνη Μιχαλόπουλο (που επικρίνει το βιβλίο του για τον Σολωμό) και τη σχέση του Σολωμού με τη γλώσσα. Συνεχίζει με τον Γρ. Ξενόπουλο, δίνει οδηγίες για τη συγγραφή μιας «Ιστορίας της Επτανησιακής Λογοτεχνίας», προβαίνει σε εκτιμήσεις για τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη και τον αδελφό του Σπύρο, μιλά για τον Αντ. Μάτεση, το περιοδικό Νουμάς, τη δημοτική γλώσσα, πάλι για τον Πολυλά, για τη διατριβή, την οποία θα εκπονήσει ο Σπ. Καββαδίας με θέμα «Καθαρεύουσα και Διον. Σολωμός», αναφέρει ακόμα τον Λορέντζο Μαβίβη και, τέλος, κάνει λόγο για τον δεκαπεντασύλλαβο, τον Έκτορα και Ανδρέα Σιγούρο και τον Στέφανο Μαρτζώκη. Χαρακτηριστικός όλων των επιστολών είναι ο τρόπος με τον οποίο παραπέμπει, γράφει, σχολιάζει. Γιατί εκείνο που ιδιαιτέρως εκτιμά και τονίζει ο Σέρρας είναι το πλήθος και η πολυσημία, η όλη «εικόνα» και ο «χαρακτήρας» αυτών των επιστολών. Αν, μάλιστα, βρεθεί και το συμπλήρωμά τους, δηλαδή οι απαντήσεις σ’ αυτές τις επιστολές ή τα τιθέμενα ερωτήματα, θα φωτίσουν καλύτερα το περιεχόμενό τους.

Η έκδοση του παρόντος βιβλίου θα μπορούσε να θεωρηθεί επετειακή, αφού συμπληρώνονται εκατόν τριάντα χρόνια από τη γέννηση του Σιγούρου και, παρά ένα, σαράντα από το θάνατο του Γρυπάρη. Έτσι τιμώνται και οι δύο για την προσφορά τους, η οποία μπορεί να είναι χαμηλόφωνη, αλλά, όπως λέει ο Σέρρας, είναι «πολυεπίπεδη» και άπτεται όλων των πεδίων του πνεύματος και μεταξύ αυτών και της επιστολογραφίας που έχει, επίσης, δικαιωθεί και από «την πένα» του πολυσχιδούς και πνευματώδους Διονύση Ρώμα. Πολύ ενδιαφέρον και το απόσπασμα που παραθέτει από τα γραπτά του Α. Ρώμα: «Δεν υπάρχει τίποτε, νομίζω, συγκινητικώτερο και πιο διαφωτιστικό για την ‘‘μικρή ιστορία’’ από τα παλιά κιτρινισμένα γράμματα. Δεν είναι ανάγκη να φωτίζουμε καμμιά σκοτεινή πτυχή της ιστορίας… το γράμμα μιας μάνας στην ξενητεμένη κόρη της είναι αρκετό για να μας μεταδώση τη λεπτή νοσταλγική μυρωδιά μιας εποχής που πέρασε… Η ελαφρότερη κουβέντα, το πιο ανόητο κουτσομπολιό χρωματίζει ξάφνου τόσο έντονα τον λησμονημένο αποστολέα … σε βαφτίζει κυριολεκτικά μέσα στο κλίμα» [Εδώ βρίσκουμε μια ανάλογη παρατήρηση του Γιώργου Σεφέρη προς τον Γιώργο Θεοτοκά με αφορμή τη μόδα των Ημερολογίων της εποχής τους, στην οποία θίγει τη σημασία των απλών καθημερινών καταγραφών: «Το ημερολόγιο δεν είναι όλες οι στιγμές μας, μήτε η πεμπτουσία της ζωής μας, αλλά το σημάδι , σχεδόν τυχαίο, μιας οποιασδήποτε στιγμής κάθε τόσο, κι όχι πάντα της σπουδαιότερης… ‘‘Γιατί θες να διαγράψεις μια στιγμή του εαυτού σου;’ Ρωτώ» (Μέρες Γ΄, σελ. 177)].

Με την ίδια λογική «η μικρή» αλλά όχι αμελητέα «ιστορία» των δύο αλληλογράφων έχει βαρύνουσα σημασία για τον σημερινό αναγνώστη. Εντυπωσιακή είναι η παράθεση των επαινετικών επιθέτων / τίτλων που συσσωρεύει ο Σέρρας για τον «άξιο μνημοσύνης αποστολέα, τον εμβριθή Ζακυνθινό, επτανησιολόγο, ποιητή, πεζογράφο, κριτικό, φιλοσολωμικό μελετητή, καλλιεπή δημοτικιστή, βιβλιόφιλο κλπ. Μαρ. Σιγούρο». Και με τις ευχαριστίες του σε κάθε συνεπικουρήσαντα και ειδικά στην Φανή Καζαντζή και Θεοδόση Πυλαρινό, εξαιρετικά μέλη της πανεπιστημιακής μας κοινότητας, κλείνει την εμβριθέστατη εισαγωγή του.

Ακολουθούν οι σελίδες με φωτοτυπημένο δείγμα ερωτήσεων του Νίκου Γρυπάρη προς τον Σπυρ. Καββαδία και έπονται οι επιστολές, με τόπο και ημερομηνία αποστολής σε έντυπη πλέον εκδοχή. Παράλληλα παρατίθεται και η ίδια η χειρόγραφη επιστολή, καθώς και ο φάκελος σε φωτοτυπημένη φωτογραφία. Σ’ αυτήν, ο σημερινός αναγνώστης, πέραν της τυπικής μορφής και του ενδιαφέροντος περιεχομένου της, θα βρεθεί καταπρόσωπο με την επιμελημένη και καλλιγραφημένη επιστολή, δείγμα γραφής παλαιάς, την οποία όλοι μας, πλέον, έχουμε ξεχάσει. Για κάθε επιστολή ο επιμελητής παραθέτει τα δικά του σχόλια, διορθώνει και ενημερώνει για τυχόν λάθη και αβλεψίες. Από τις επιστολές αυτές ο σημερινός αναγνώστης θα αποκομίσει στοιχεία και θα συγκεντρώσει πληροφορίες, τις οποίες είναι σίγουρο ότι αγνοεί, όπως ότι ο πρώτος Πολυλάς είναι προτιμότερος του ύστερου, διότι η «τελευταία γλωσσική» εργασία του «είναι «σχεδόν η άρνηση του ξεκινήματός του» και ότι «η Επτανησιακή Σχολή τιμά κι’ αναγνωρίζει τον πρώτο Πολυλά». Και μια νόστιμη πληροφορία για να κλείσουμε, η οποία σχετίζεται με τον στρατηγό Καλλέργη, τον ήρωα του Συντάγματος της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, του οποίου σύζυγος ήταν η Σοφία, το γένος Ράπτη, «μία των ωραιοτάτων και επιφανεστάτων Ελληνίδων, δια την χείρα της οποίας φονικότατοι προ έξ ετών είχον γίνει πόλεμοι και χωρία εκάησαν και κατεστράφησαν και εβυθίσθη εις πένθος η Κορινθία». Ήτοι, η Ελένη της Σπάρτης επανέκαμψε στην συγχρονότερή μας Ελλάδα. Το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα και απολαυστικά και από τις σημειώσεις του. Ο άνθρωπος του σπουδαστηρίου αλλά και όποιος άλλος με πνευματικά ενδιαφέροντα θα απολαύσει. 

Related Posts with Thumbnails

Follow by Email