© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 13 Ιουλίου 2010

Αρχιμανδρίτου Φιλαρέτου Ναπ. Σπανοπούλου, Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΩΛΕΝΗΣ ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ, ΕΝΑΣ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΗΣ ΗΛΕΙΑΣ

[Από το ετήσιο περιοδικό ΗΛΕΙΑΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ, εκδ. Βιβλιοπανόραμα, Αμαλιάδα 2009, σσ. 288-296]

Αφιερούται στην μνήμη του πατέρα μου

Είναι μεγίστη τιμή να φέρεις το όνομα ενός σπουδαίου Αγίου της εκκλησίας μας, ο οποίος μάλιστα έλαβε και την προσωνυμία «ελεήμων», χάρης στην αρετή της φιλανθρωπίας την οποία κατείχε. Ο Όσιος Φιλάρετος ο ελεήμων, έτσι τoν αναφέρουν τα περισσότερα Αγιολόγια της Εκκλησίας μας, ήταν αυτός που διαμοίρασε όλα τα υπάρχοντά του για να απαλύνει τον πόνο και την δυσκολία των συνανθρώπων του.
Είναι μεγίστη τιμή όμως να φέρεις και το όνομα μίας σπουδαίας προσωπικότητας της τοπικής μας και όχι μόνο ιστορίας, το όνομα εκείνου που υπήρξε πνευματικός ταγός της Ηλειακής γης, αλλά και εθνομάρτυρας της πίστεως και της πατρίδος μας, του Ιεροεθνομάρτυρα Επισκόπου Ωλένης Φιλαρέτου.
Δια τούτο, ως ένδειξη ελαχίστης τιμής και σεβασμού στον εθνομάρτυρα Επίσκοπο Ωλένης ΦΙΛΑΡΕΤΟ, καταθέτω αυτό το άρθρο.

* * *

Δεν είναι ο Επίσκοπος Ωλένης Φιλάρετος ο μόνος Κληρικός της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας που θυσιάστηκε και εμαρτύρησε στα 400 χρόνια της σκληρής και απάνθρωπης Τουρκοκρατίας, που ταλάνιζε και κατέτρωγε τις σάρκες και τις ψυχές του υπόδουλου Ελληνισμού. Η Εκκλησία πρόσφερε πολλούς κληρικούς στο βωμό της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού και πλειάδα νεομαρτύρων «για του χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία».
11 Πατριάρχες, 100 Μητροπολίτες και πιο πολοί από 6.000 Ιερείς και Μοναχοί θυσιάστηκαν και μαρτύρησαν σε εκείνα τα χρόνια.
Ας δούμε όμως εμείς σήμερα αναλυτικότερα την πορεία και το μαρτύριο του εθνομάρτυρα της Ηλείας Φιλαρέτου, μέσα από τις σωζώμενες πηγές.

ΚΑΤΑΓΩΓΗ: Τον Επίσκοπο Ωλένης Φιλάρετο συναντάμε πρώτη φορά το 1804 σε Πατριαρχικό σιγγιλιώδη γράμμα, γραμμένο σε μεμβράνη, του Οικουμενικού Πατριάρχου Κυρίλλου εκδοθέν στις 4 Οκτωβρίου του 1804, το οποίο μας μαρτυρεί και τον πλήρη τίτλο του τότε Μητροπολίτου Ωλένης: «....Αρχιερέως ιερωτάτου Μητροπολίτου Ωλένης Υπερτίμου και εξάρχου πάσης Ήλιδος, εν Αγίω Πνεύματι αγαπητού αδελφού και συλλειτουργού κύρ. Φιλαρέτου......».
Για 20 ολόκληρα χρόνια ο Επίσκοπος Φιλάρετος υπηρέτησε και ποίμανε θεοφιλώς την Επισκοπή Ωλένης. Ο Ωλένης Φιλάρετος καταγόταν από την πόλη των θρύλων και των παραδόσεων, την Κωνσταντινούπολη, εξ ου είχε και την προσωνυμία «ο Βυζάντιος». Το κοσμικό του όνομα ήταν Αναγνώστης Αρβανίτης. Ο Ιστορικός Πρωτοσύγκελος Αμβρόσιος Φραντζής μας πληροφορεί σχετικά δια την καταγωγή του: «Φιλάρετος ο Μητροπολίτης Ωλένης εκ Κωνσταντινουπόλεως......»

ΜΟΡΦΩΣΗ: «Φιλάρετος ο Μητροπολίτης Ωλένης εκ Κωνσταντινουπόλεως, μέτοχος παιδείας, μεγαλοπρεπής και στολισμένος με διάφορα προτερήματα.....»· Αυτά τα σχόλια του ιστορικού Φραντζή φρονούμε πως μας παρουσιάζουν την πολυσήμαντη και πολυδιάστατη προσωπικότητα του Επισκόπου Φιλαρέτου. Αδιαμφισβήτητα λοιπόν κατείχε σπουδαία και αξιόλογη μόρφωση για την εποχή του και γι’ αυτό ήταν και Πατριαρχικός Αρχιμανδρίτης πριν εκλεγεί Επίσκοπος Ωλένης. Το σημαντικότερο στοιχείο όμως της προσωπικότητάς του είναι ότι ήταν στολισμένος με πολλές αρετές. Μας το μαρτυρεί ο υπασπιστής του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη Φωτάκος στο έργο του «Βίοι Πελοποννησίων ανδρών», εφόσον στην αναφορά την οποία κάνει προς τον Επίσκοπο Ωλένης Φιλάρετο καταγράφει ότι ήταν ένας «εκ των εναρέτων....» της εποχής εκείνης. Ο Δεσπότης Φιλάρετος ήταν μεγαλοπρεπής και με πολλά προτερήματα και η μεγαλοπρέπειά του και το μεγαλείο της ψυχής και της καρδιάς του φάνηκε την στιγμή του μαρτυρίου του που θα παρακολουθήσουμε πιο κάτω.

ΠΡΟΣΦΟΡΑ: Ο Επίσκοπος Ωλένης Φιλάρετος διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο τον προκάτοχό του Χριστοφόρο τον Σεπτέμβριο του 1802. Όλα αυτά τα χρόνια της διακονίας του στην περιοχή της Ηλείας το ποιμαντικό και κοινωνικό του έργο ήταν πολυσήμαντο.
Οι Επίσκοποι στα χρόνια της Τουρκοκρατίας είχαν μεγάλη επιρροή στο ποίμνιό τους, γιατί ήσαν πιο κοντά τους και ενδιαφερόντουσαν σημαντικά γι’ αυτούς. Η δύναμή τους ήταν μεγάλη και πολλές φορές έπαιζαν τον ρόλο του δικαστή, του επιθεωρητή, ακόμα και του συμβολαιογράφου αν χρειαζόταν. Από τις πηγές έχουμε έγγραφες μαρτυρίες ότι ο Επίσκοπος Φιλάρετος αρκετές φορές είχε διαδραματίσει τέτοιους ρόλους.
Άξιο μνείας είναι και το γεγονός ότι ο Ωλένης Φιλάρετος ήταν από τους πρώτους Επισκόπους που μετείχαν στην συγκρότηση της Ιεράς Αδελφότητος. Η Ιερή Αδελφότης συστήθηκε στον Ελλαδικό χώρο λίγο πριν από την έκρηξη της Επαναστάσεως και ήταν μια μυστική οργάνωση Ελλήνων Επισκόπων. Κύριος σκοπός της οργάνωσης αυτής ήταν η μετά τη μύηση στην Φιλική Εταιρία καλλίτερη οργάνωση, κυρίως της τοπικής κοινωνίας, με σκοπό την επιτυχία του Αγώνος της Ανεξαρτησίας.
Την οργάνωση αυτή αποφάσισαν και συγκρότησαν εκτός από τον Επίσκοπο Ωλένης Φιλάρετο και οι κάτωθι Ιεράρχες:
- ο Μητροπολίτης Ανδρούσης Ιωσήφ
- ο Μητροπολίτης Δημητσάνης Φιλόθεος
- ο Μητροπολίτης Κορίνθου Ζαχαρίας
- ο Μητροπολίτης Μονεμβασίας Χρύσανθος
- ο Μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους Γρηγόριος και
- ο Μητροπολίτης Χριστιανουπόλεως Γερμανός.
Στην συνέχεια θα αναφέρουμε δειγματοληπτικά στοιχεία της προσφοράς του Επισκόπου Φιλαρέτου κυρίως σε τοπικό επίπεδο.
Πρωτίστως να αναφέρουμε το πλέον σημαντικό, ότι η γενικότερη φιλική και ηγεμονική σύνδεση του Επισκόπου με τους αγάδες του τόπου, απάλλασσε τους Χριστιανούς από τα βασανιστήρια και τους κατατρεγμούς των Τούρκων. Μεμαρτυριμένως κατά τα τελευταία χρόνια της σκλαβιάς οι αγάδες της Γαστούνης και του Λάλα είχαν καλές σχέσεις με τον Δεσπότη της Ωλένης Φιλάρετο και τούτο όπως φαίνεται από επιστολές των αγάδων προς τον Γιωργάκη Αυγερινό στην πόλη του Πύργου ευνοούσε τις κινήσεις των Χριστιανών για την προετοιμασία τους στον αγώνα.
Από το άλλο μέρος ο Δεσπότης, παρά την πρέπουσα φιλαλήθειά του για χάρη του ιερού απελευθερωτικού αγώνα, παραπλανούσε τις γνώμες των Τούρκων περί μεμονωμένων αταξιών των Χριστιανών της Ηλείας.
Ο ιστορικός του Πύργου Βύρων Δάβος μας πληροφορεί ότι ειδικά κατά το 1804 οι Πύργιοι κάτοικοι άρχισαν να ξεσηκώνονται με μικροκινήματα. Οι Τούρκοι τα μάθαιναν και για τούτο ζητούσαν πληροφορίες από τον προεστό και έμπιστό τους Γιωργάκη Αυγερινό (ο οποίος ήταν γραμματικός και συγκέντρωνε τα χρήματα της πώλησης των εισοδημάτων τους), αλλά και από τον Δεσπότη Φιλάρετο στους οποίους είχαν μεγάλη εμπιστοσύνη. Οι διαβεβαιώσεις περί των πέντε – έξι ραγιάδων που ξεσηκώνονταν ήσαν πειστικές και οι Τούρκοι έδιωχναν κάθε τους υποψία. Έτσι λοιπόν με την δήθεν φιλία τους προς τους Οθωμανούς κολάκευαν αυτούς και καθησύχαζαν κάθε τους υποψία περί προετοιμασίας εξεγέρσεως των Ηλείων.
Γύρω στο 1815-1816 πέρασε από την Ηλεία και από τον Πύργο ο Γάλος περιηγητής Pouqueville (Πουκεβίλλ), ο οποίος αναφέρει ότι την εποχή αυτή ελκύστηκε προς τον Πύργο πολύς Ελληνικός Πληθυσμός μετά του Επισκόπου Ωλένης Φιλαρέτου εδρεύοντας πλέον εν Πύργω. Ο εν λόγω περιηγητής μας πληροφορεί ότι την αυτή εποχή βρήκε στον Πύργο ωραία εργοστάσια, δύο ναούς κεκοσμημένους τερπνώς και μιαν καλή Οικία του Επισκόπου. Ο Επίσκοπος Φιλάρετος ήταν εκείνος ο οποίος επέβλεπε την διδασκαλία των μαθητών, που μάθαιναν και εξυμνούσαν το Θεό στους Ναούς, συνεδρίαζε με τους προύχοντες για την απονομή της δικαιοσύνης και την διανομή των φόρων.

ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Πρωτίστως πρέπει να μιλήσουμε για την περίφημη σύσκεψη της Βοστίτσας που έλαβε χώρα στις 26 με 29 Ιανουαρίου του 1821. Το μεγάλο επαναστατικό κέντρο υπήρξε η Πελοπόννησος απ’ όπου ξεκίνησε στην ουσία η Επανάσταση και διαδραματίστηκαν τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα. Θα μπορούσαμε να πούμε πως όλη η προεπαναστατική οργάνωση βρισκόταν στα χέρια των προκρίτων και των κληρικών. Η σύσκεψη αυτή ήταν αποφασιστικής σημασίας, διότι αποφασίστηκε η ημερομηνία (υπό αίρεσιν) της ενάρξεως του Αγώνος (25 Μαρτίου ή 23 Απριλίου, ή 21 Μαΐου).
Περίπου ένα μήνα πριν από την έκρηξη της Επανάστασης, το Φεβρουάριο του 1821, η τουρκική διοίκηση αποφάσισε να προσκαλέσει στην Τριπολιτσά τους προύχοντες και αρχιερείς της Πελοποννήσου, υπό το πρόσχημα διαβουλεύσεων. Σκοπός τους ήταν να αποφύγουν απρόβλεπτες εξελίξεις, οι οποίες θα ανέτρεπαν το κλίμα ηρεμίας στη χώρα.
Το έργο ανέλαβε ο Μεχμέτ Σελήχ, αναπληρωτής τού απουσιάζοντος πασά, γνωστός ως καϊμακάμης (Προϊστάμενος διοικητικής υπηρεσίας). Οι προύχοντες και οι αρχιερείς, παρά τα συμφωνηθέντα στη Βοστίτζα, ανταποκρίθηκαν στις τουρκικές αρχές της Τριπολιτσάς, προκειμένου να διασκεδάσουν τις βάσιμες υποψίες τους και να μη δώσουν επιχειρήματα για γενικευμένες σφαγές.
Το πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου 1821 (8-9 του μηνός) εμφανίστηκαν ενώπιον του καϊμακάμη δεκαέξι προεστοί και οκτώ αρχιερείς με τις συνοδείες τους• οι προεστοί Αναστάσης Μαυρομιχάλης, γιος του Πετρόμπεη, Ιωάννης Τομαράς, Αντωνάκης Καραπατάς, Ιωάννης Βιλαέτης, Πανάγος Κυριακός, Αναγνώστης Κωστόπουλος, Ανδρέας Καλαμογδάρτης, Μήτρος Ροδόπουλος, Σωτηράκης Νοταράς, Ιωάννης Περούκας, Γιαννούλης Καραμάνος, Αναγνώστης Κοπανίτζας, Μελέτης Μελετόπουλος, Νικόλαος Γεωργακόπουλος, Θεόδωρος Δεληγιάννης και ο Παπαλέξης και οι αρχιερείς, Τριπολιτσάς Δανιήλ, Μονεμβασίας Χρύσανθος, Ανδρούσης Ιωσήφ, Δημητσάνης Φιλόθεος, Ναυπλίου Γρηγόριος, Χριστιανουπόλεως Γερμανός, ο πρωτοσύγκελός του και ιστορικός Αμβρόσιος Φραντζής, ο Κορίνθου Κύριλλος και ο Ωλένης Φιλάρετος.
Οι προύχοντες και αρχιερείς των Πατρών και Καλαβρύτων δεν προσήλθαν, εφαρμόζοντας τη σχετική απόφαση της Βοστίτζας, παρά τις επίμονες προσκλήσεις και τις διαβεβαιώσεις των Τούρκων για την ασφάλειά τους.
Η απόφαση της Βοστίτσας ήταν σαφής: Αν το μυστικό της εξεγέρσεως είχε γίνει γνωστό να μην προσέλθουν, αν δεν είχε γίνει τότε να προσέλθουν υποκρινόμενοι τους αθώους προς παραπλάνηση των αρχών. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο οποίος είχε αντιληφθεί την πλεκτάνη, τους είχε συμβουλέψει να μη πάνε αλλά αυτοί τον αγνόησαν.
Επίσης οι προσελθόντες προεστοί και αρχιερείς είχαν μαζί τους και τους διακόνους τους και υπηρέτες τους. Τον Επίσκοπο Ωλένης Φιλάρετο συνόδευε και ο διάκονός του Ιωαννίκιος.
Και εδώ αρχίζουν τα φρικτά μαρτύρια και τα δεινά της ειρκτής!


Την Κυριακή του Θωμά (17 Απριλίου 1821), καθώς εξιστορεί ο Ιωσήφ Ζαφειρόπουλος, οι όμηροι μεταφέρθηκαν «εις το κάτω μέρος του Σεραγίου, εις δεινοτάτην και φρικτοτάτην ειρκτήν των καταδίκων... Αύτη δε η ειρκτή περιωρισμένη εις εν δωμάτιον έκειτο υπό τo Σεράγιον επί του εδάφους, αριστερώθεν του εισερχομένου δια της του Σεραγίου Πύλης" και δέθηκαν όλοι στο φοβερό Κούτσουρο, "εις τας οπάς του οποίου εισήρχοντο οι πόδες των βασανιζομένων... Εισελθόντες δε εις ταύτην την φυλακήν συνέδεσαν διά μακράς αλύσεως τους Αρχιερείς και Προύχοντας την εσπέραν εκείνην". Φόβος και αγωνία κατέλαβε τους ομήρους. Ο προεστός Μήτρος Ροδόπουλος "ένεκα του φόβου ηρνήθη την πατρώαν ημών θρησκείαν" και απέφυγε τα δεινά της φυλακής, ενώ ο καϊμακάμης παρέλαβε υπό την προστασία του τον Αναστάση Μαυρομιχάλη τον Ανδρέα Καλαμογδάρτη τον Κορίνθου Κύριλλο και τον Σωτηράκη Νοταρά, οι οποίοι δεν φυλακίστηκαν, αλλά παρέμειναν στο σεράγι καθ' όλη τη διάρκεια της πολιορκίας».
Στην στενή αυτή φυλακή οι κρατούμενοι δεν πλύθηκαν, δεν άλλαξαν φορέματα, είχαν εκεί κοντά τους τα δοχεία ακαθαρσιών και τρέφονταν κάκιστα. Μερικές φορές δε έριχναν μέσα στο στενάχωρο εκείνο κελί και μερικούς πληγωμένους με ανίατες πληγές εκ των οποίων αναδύετο αφόρητη κακοσμία.
Την επομένη, Δευτέρα 18 Απριλίου, εκτελέστηκαν δεκαοκτώ Έλληνες υπηρέτες και σωματοφύλακες των αιχμαλώτων, "αφού έρριψαν επάνω τους επτακοσίας βολάς τηλεβόλων, απέτεμαν τας κεφαλάς", εκτός ενός νέου, ο οποίος δείλιασε, εξώμοσε και αφέθηκε ελεύθερος. Δικαιολογήθηκαν οι Τούρκοι στους ομήρους ότι την εκτέλεση διέταξε ο καϊμακάμης για να σώσει τις ζωές τους από τη μανία του τουρκικού όχλου της Τριπολιτσάς, ο οποίος ορκίστηκε να εισβάλει στο σεράγι και να τους θανατώσει. Οι Τούρκοι ιθύνοντες ήλπιζαν ακόμη σε ειρηνικές διαπραγματεύσεις με τους πολιορκητές, χρησιμοποιώντας τους προεστούς και αρχιερείς ως όπλο και δόλωμα.
Η φρικτή εκείνη φυλακή δεν μπορούσε να αεριστεί από το μονάκριβο σιδερόφραχτο παραθυράκι το οποίο είχε. Εκεί λοιπόν έσπρωξαν μέσα τους προεστούς και δεσποτάδες και τους πέρασαν αμέσως τις αλυσίδες με σύστημα φρικτό. Από το λαιμό του καθ’ ενός πέρασαν μια βαριά σιδερένια λαιμαριά που ανοιγόκλεινε πίσω από το λαιμό και τελείωνε μπροστά σε δύο μεγάλους κρίκους που συνδεόταν με τους επόμενους ομήρους. Με μία δεύτερη τέτοια αλυσίδα οι βασανιστές είχαν παγιδεύση και τους διακόνους και υπηρέτες των δεσποτάδων και προκρίτων.
Ήταν τόσο στριμωγμένοι μέσα στο κελί, που δεν μπορούσαν να ξαπλώσουν αλλά ούτε και τα πόδια τους να τεντώσουν. Μονάχα χνώτα και αδιάκοπος ιδρώτας που τους σάπιζε τα ρούχα. Οι μεγάλοι κρίκοι του λαιμού έλιωσαν σε λίγες μέρες, ρούχα και πουκάμισα και πλήγιασαν τα κρέατά τους.
Χίλιους τρόπους έβρισκαν τα όργανα του μαρτυρίου για να κάνουν την ζωή των κλεισμένων ακόμα πιο μαρτυρική. Ένα μεσημέρι που έτρωγαν το πικρό φαί του βασανισμένου, οι Τούρκοι στην κάμαρη που ήταν από πάνω από το κελί, είχαν επίτηδες σκορπίσει στάχτες και ακαθαρσίες κι ύστερα τις σάρωναν για να πέφτουν από τ’ ανοίγματα των σανιδιών και τις τρύπες στα φαγιά των φυλακισμένων. Οι προεστοί και οι δεσποτάδες έβαλαν τα μαντίλια τους στο κεφάλι και στο πρόσωπό τους για να φυλαχθούν από τις βρωμιές.
Όμως η βρώμα, η ψείρα, οι πληγές, οι πόνοι, τα φοβερά μουδιάσματα του κορμιού απ’ την ακινησία και το στρίμωγμα, ήσαν ελάχιστα μπροστά στην αγωνία τους.
Οι ανηλεείς βασανιστές μια μέρα, έστειλαν ένα Τούρκο για να δει τάχα τι κάνουν οι όμηροι. Πήγε να ζυγώσει κοντά στο παράθυρο της φυλακής, μα αμέσως έκανε πίσω. Η φρίκη τον πήρε από την μύτη, τα μάτια και τα αυτιά, απ’ όλα αυτά που ατένισε και άκουσε. Η βρώμα μέσα σε εκείνες τις εκατόν πενήντα πήχες του μπουντρουμιού, ήταν κάτι αφάνταστο και απερίγραπτο. Η βαριά μπόχα της μούχλας, της σαπίλας, της γάγγραινας, του έφερναν λιγοθυμιά. Μέσα από το μισόφωτο του παραθύρου είδε σουρωμένες, κιτρινισμένες μορφές, χαμένες μέσα σε λόγκους από μαλλιά και γένια, ψειριασμένα και ακούρευτα όλες εκείνες τις μέρες, λαιμά πληγιασμένα σε σιδερένιες λαιμαριές. Είδε πόδια πρησμένα φοβερά, πλάσματα που είχε φρικτά παραμορφώσει το πολυχρόνιο μαρτύριο. Άκουσε άλλους να βογγούν βαθιά και άλλους να στενάζουν ξέψυχα. Το τέλος πλησίαζε για τους περισσότερους. Κανείς όμως δεν δείλιαζε. Θάρρος έδινε ο ένας στο άλλον. Ο ένας εξομολογούσε τον άλλον. Όλοι έτοιμοι για το τέλος του μαρτυρίου.
Το τέλος για κάποιους από αυτούς ήταν δεδομένο!!!
Για κάποιους άλλους όμως ιδού η ελπίδα, η πρόσκαιρη και παροδική όμως ελπίδα. Φωνή ακούγετε: «Κουράγιο άρχοντες και δεσποτάδες», φωνάζει, «κουράγιο, ο καπετάν Κολοκοτρώνης με έστειλε να σας πω πως απόψε το βράδυ θα σας λευτερώσει…». Αγαλλίασαν οι σουρωμένες μορφές αλλά για λίγο.
Και το βραδύ εκείνο ελευθερώθηκαν, αλλά οι περισσότεροι απέθαναν από τις κακουχίες και κακοπάθειες της φυλακής. Ο Κολοκοτρώνης φρόντισε να ελευθερωθούν όλοι, αλλά δεν ήσαν όλοι τυχεροί. Μαζί με αυτούς και ο Ωλένης Φιλάρετος που πέθανε ευθείς αμέσως από την απελευθέρωσή του από τα μπουντρούμια της Τριπολιτσάς.
Ο πολυπαθής Επίσκοπος Ωλένης Φιλάρετος, σύμφωνα με πληροφορίες του Ιωσήφ Ζαφειρόπουλου, ετάφη κοντά στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου Βόρειο-Δυτικά της Τριπόλεως.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΠΗΓΕΣ

1) http://www.wikipedia.org
2) Αθανασίου Μητροπολίτου Ηλείας. «Μορφές και σκηνές από τον Αγώνα του 1821». Πύργος 1971.
3) Αντωνίου Μητροπολίτου Ηλείας. «Η Επισκοπή Ηλείας δια των Αιώνων». Ανάτυπον εκ της Θεολογίας 1928.
4) Βελισσάριου Παναγιώτου. «Στην φυλακή της Τριπολιτσάς» αναδημοσίευση από την εφημερίδα ¨Ελευθεροτυπία¨ (25 Σεπτ. 2003).
5) Βορβίλα Ιωάννου. «Η Επισκοπή Ωλένης». Πύργος 1983.
6) Γερμανού Μητροπολίτη Ηλείας. «Η Μητρόπολη Ηλείας στο Λυκαυγές του 2000» Πύργος 2000.
7) Γερμανού Μητροπολίτου Ηλείας. «Αχαΐα – Ηλεία επί δύο χιλιετίες εντός του Χριστιανικού Πελοποννησιακού χώρου». Ανάτυπο από τον Α΄ τόμο των πρακτικών του ΣΤ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών. Αθήναι 2001.
8) Γριτσοπούλου Τάσου. «Η Εκκλησία στον απελευθεροτικό Αγώνα». Αθήναι 1971.
9) Γριτσοπούλου Τάσου. «Ιστορία της Γαστούνης». Τόμοι Α΄ και Β΄. Αθήνα 1998-1999.
10) Δάβου Βύρονος. «Η Ηλεία πριν και μετά την Επανάσταση του 1821». Αθήνα 1995.
11) Θ.Η.Ε. Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια. Λήμμα: Ιερά Μητρόπολη Ηλείας και Επίσκοπος Ωλένης Φιλάρετος.
12) Κυριακοπούλου Κωνστ/νου. «Η Ιερά Μητρόπολη Ηλείας και Ωλένης». εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Ηλείας. Αθήναι 1991.
13) Μαυραειδοπούλου Βασιλικής.«Επίσκοποι Ωλένης, οι ξεχασμένοι Ήρωες». Αθήνα 1997.
14) Μαυραειδοπούλου Βασιλικής.«Η Ώλενα, Ιστορία και Παράδοση» εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Ηλείας 1994.
15) Μελά Σπύρου «Ο Γέρος του Μοριά» εκδ. Μπίρης Αθήναι 1957.
16) Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ηλίου. Τόμος 1. σελ. 427 και σχετικά λήμματα.
17) Παπανδρέου Γεωργίου. «Η Ηλεία δια μέσου των αιώνων». εκδ. ΝΕΛΕ Ηλείας 1991.
18) Παρασκευοπούλου Στάθη. «Η προσφορά της Εκκλησίας και του κλήρου της στην Τουρκοκρατία και στην Επανάσταση του 1821». εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Ηλείας. Πύργος 1995.
19) Σιδηρά Ιωάννου. «Η προσφορά και οι θυσίες του Ορθόδοξου κλήρου στον απελευθερωτικό Αγώνα της Ελλάδος». www.pathfinder.clubs
20) Φρατζή Αμβροσίου. «Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος». Τόμοι Α΄-Γ΄ Αθήναι 1976.
21) Χαμάλη – Κλουκίνα Φωτεινής. «Άγνωστες διαδρομές της Ηλείας» εκδ. Βιβλιοπανόραμα 2008.
22) Χρυσανθακοπούλου Φωτίου ή Φωτάκου. «Βίοι Πελοποννησίων Αδρών». Αθήναι 1888.
23) Ψυχογιού Ντίνου «Ηλειακά».

Γιατί «μαρίνα» σημαίνει θάλασσα

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Της Αγίας Μαρίνας το επόμενο Σάββατο και η γιορτή αυτή ήταν -και είναι, θέλω να πιστεύω- μια από τις σημαντικότερες και μεγαλύτερες του Καλοκαιριού, αλλά και όλου του ετήσιου εορταστικού κύκλου. Στην καρδιά του θέρους η επέτειος της μνήμης της δεκαπεντάχρονης, μόλις, Μεγαλομάρτυρος, την εποχή με τις μεγάλες ζέστες και τις ανυπόφορες υγρασίες, τότε που τα νερά ηρεμούν και τα μυαλά σαλεύουν, έχει δεθεί με την θεραπεία του κάθε μεσημβρινού και δαιμονιώδους και πολλοί παρετυμολογούν το όνομά της και πιστεύουν πως «μαραίνει» το κακό και εκδιώκει τον παμπόνηρο.

Τον τελευταίο, μάλιστα, πολλές από τις άπειρες και καλλιτεχνικότατες εικόνες της τον εικονίζουν στην άκρη τους να κατατροπώνεται από την ίδια την Αγία, που του συνθλίβει το κεφάλι με σφυρί ή και πιο σπάνια τον καταπατεί και του στερεί την επίφοβη για το ανθρώπινο γένος δύναμή του.

Μέχρι και την εποχή του σεισμού και της γενικότερης καταστροφής και αποστροφής του Αυγούστου του 1953, δίπλα από την φημισμένη και ομώνυμη εκκλησία στο Φαγιά -«Αγία Μαρίνα» ονομάζουν οι ανίδεοι το χωριό, μη γνωρίζοντας την ιστορία- υπήρχε το κτίριο με τις αλυσίδες, με τις οποίες έδεναν, κάποτε, τους δαιμονισμένους, για να βρουν την υγειά τους και να καθαριστούν από το πονηρό πνεύμα, που πίστευαν πως τους κυρίευε.

Επίσης στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας στα Καμίνια, που σήμερα ξανακτίστηκε, όπως κτίστηκε και σε ό,τι ρυθμό υποβάλλει η άρνηση της αισθητικής μας, τα παλιότερα χρόνια, όπως μας διασώζουν οι ιστορικοί και οι ερευνητές μας, γινόταν κάθε χρόνο στις 17 Ιουλίου, μέρα της επετείου της Αγίας, η εκλογή του βασιλιά των τρελών και η ιστορική αυτή γειτονιά της Ζακύνθου, με τους απλούς ανθρώπους και την μεγάλη βιοτεχνική της παράδοση, ζούσε στιγμές παρόμοιες μ’ αυτές που παρουσιάζονται στις σελίδες της «Παναγίας των Παρισίων» του Βίκτωρος Ουγκώ και με τον τρόπο αυτό οι ευαίσθητοι οικιστές της σκοντράδας του Αγίου Βασιλείου του Απάνου, στην οποία ανήκε η εκκλησία της Μάρτυρος, γιόρταζαν κάθε χρόνο την Αγία τους και διασκέδαζαν την καθημερινότητά τους.

Αυτά για την παρετυμολογία του ονόματος, γιατί μαρίνα στην πραγματικότητα θα πει θάλασσα και η ερμηνεία αυτή δεν φαίνεται να αφήνει αδιάφορο το λαό, ο οποίος έχει συνδέσει την γιορτή της Αθληφόρου με το υγρό στοιχείο και το κομμάτι αυτό της γης όπου δικαιωματικά μας έχει παραδοθεί να προστατεύει ο επίσκοπος των Μύρων της Λυκίας Νικόλαος, με την χειμωνιάτικη λατρεία του στην καρδιά της βαρυχειμωνιάς και την κληρονομιά που απέκτησε από τον προκάτοχό του, τον Ποσειδώνα.
Στην γιορτή της Αγίας Μαρίνας, μάλιστα, στο νησί μας, τη Ζάκυνθο, σύμφωνα με παλιά παράδοση δεν επιτρέπεται να κάνουμε μπάνιο, γιατί, όπως πιστεύεται, το πρωί αυτής της ημέρας «ρίχνουν τα μάγια στη θάλασσα» και όποιος κολυμπήσει αυτό το εικοσιτετράωρο κινδυνεύει από την επήρεια τους.


Όσοι πρόλαβαν κάτι από την αληθινή Ζάκυνθο και τον ξεχωριστό πολιτισμό της, αυτόν που δεν παρουσιάζει ό,τι πουλά και ό,τι αρέσει, μετά την επιδημία του «Ζορμπά», στους τουρίστες μας, θα θυμούνται, πως για τον ίδιο ακριβώς λόγο, η παραλιακή οδός, αυτή που σήμερα ονομάζουμε, λέμε και γράφουμε ανερυθρίαστα «Κωνσταντίνου Λομβάρδου», προσθέτοντας συχνά από επαρχιακό κόμπλεξ και τον χαρακτηρισμό «Λεωφόρος» [!] λεγόταν κάποτε -και πολύ σωστά- «Στράτα Μαρίνα» και έτσι την γνώριζαν μονάχα οι πατεράδες μας και οι νόνοι μας, σαν έκαναν σ’ αυτήν, τέτοιο καιρό, τις εσπερινές τους βόλτες, για ξεκούραση και δροσιά και σαν την περπατούσαν -γιατί κάποτε περπατιόταν- και συναντούσαν σ’ αυτήν γνωστές φάτσες και φιλικές φυσιογνωμίες.

«Στράτα Μαρίνα» μού την έλεγαν και σπίτι μου και έτσι την γνώρισα στα πρώτα μου βήματα, αλλά και σαν πρωτοάνοιξα τους «Σπουργίτες» του μπαρμπέρη ποιητή και εκδότη Γιάννη Τσακασιάνου ή και την «Αυτοβιογραφία» του άλλου υμνητή της δικής μας πατρίδας και του αποθανατίσαντος στις σελίδες του έργου του το προσεισμικό «Φιόρο του Λεβάντε», Γρηγόρη Ξενόπουλου, που αν τους την έλεγες αλλιώς, σίγουρα θα γέλαγαν ειρωνικά, όσο θα γέλαγαν και στις μπερδεμένες και επίφοβες μέρες μας, αν έβλεπαν να χορεύεται -όπως δυστυχώς χορεύεται στην εποχή της μεγάλης αυτοεξευτέλισης- ο γυαργητός ή ο συρτός ζακυνθινός με … παλαμάκια!

Να γιατί αν αυτοί που έκαναν κουμάντο σ’ αυτόν τον ταλαίπωρο τόπο, αν είχαν ευαισθησία, σύνεση και προ πάντων παιδεία -μα υπάρχει πανελλήνια πολιτικός, παντός καιρού και χρώματος, με αληθινή παιδεία;- θα έπρεπε, όπως και παλιότερα είχαμε ξαναγράψει, δίπλα στην ονοματοδοσία «Κωνσταντίνου Λομβάρδου» ή όπως αλλιώς έχει καταντήσει η καθολική άγνοια των δήθεν «ορθοδόξων» τον δρόμο αυτό, να σημείωναν και την παλιά και σωστή, από τους αιώνες παραδομένη, ονομασία «Στράτα Μαρίνα», για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν -σωστά- οι νεότεροι.

Με τον τρόπο αυτό δεν θα καυχιόταν οι νεόπλουτοι πως και εμείς έχουμε «παραλιακή», αλλά θα ήταν περήφανοι οι συνειδητοί πολίτες αυτού του τόπου, της ξεχασμένης αυτής άκρης, που κάποτε ήταν Ανατολή της Δύσης και Δύση της Ανατολής, ενώ τώρα μια τεράστια ανυπαρξία, πως ο τόπος τους έχει ιστορία και δεν εποικίστηκε λίγο μετά τον σεισμό του 1953 ή την εποχή της καθόδου των τουριστικών αεροπλάνων, για να γίνει τόπος αναψυχής και μέρος εκτόνωσης καταπιεσμένων δήθεν πολιτισμένων.

Γιατί για όλους εμάς που αγαπάμε αληθινά αυτό το νησί η «Κ. Λομβάρδου» θα συνεχίζει να παραμένει «Στράτα Μαρίνα», η «Αλεξάνδρου Ρώμα» της δήθεν ευμάρειάς μας, «Πλατεία Ρούγα», η «Ελευθερίου Βενιζέλου», «Γιοφύρι», η «Αγίου Ιωάννου Λογοθετών», «τ’ Αγιαννιού το Καντούνι» και θα υπάρχουν ο «Πλατύφορος», ο «Στενόφορος», η «Μέσα» και η «Όξω Μερία», με την παροξύτονη μουσική της και με τον απόηχο μιας όπερας και μιας καντάδας, την εποχή που πάνω στα τραπέζια και τις πίστες οι νεοζακύνθιοι αυτομολούν και αυτοκαταστρέφονται, λικνίζοντας, στην καλύτερη περίπτωση, την κυτταρίτιδα τους.

Ο σεισμός, η φωτιά και η ύπαρξη στην εποχή της μεγάλης καταστροφής των πιο ανεύθυνων και ρηχών στις υπεύθυνες θέσεις, μας στέρησαν σήμερα από δείγματα καταγωγής και ιθαγένειας και έκαναν την πόλη μας αυτό που είδαμε σ’ αυτήν όσοι την αγαπάμε και γι’ αυτό την εγκαταλείψαμε.

Τα κτίρια είναι δύσκολο να ξαναχτιστούν και τα ερείπια είναι απίθανο να ανασυρθούν από εκεί που τα καταδίκασε η νοοτροπία της νεοελληνικής μπουλντόζας. Μερικές ονομασίες, όμως, μπορεί να διατηρηθούν και να θυμίζουν. Είναι ο λόγος, που μπορεί να κάνει μικρότερο το χάσμα του σεισμού και η διατήρηση της μνήμης, που μπορεί να απαλύνει τον πόνο της απώλειας.

Η πολύαθλη Αγία Μαρίνα της θάλασσας και των οικοπεδοποιημένων, μετά το 1953, εκκλησιών της, ας μας ελεήσει.

Ας ξαναδιαβούμε την Στράτα Μαρίνα. Έτσι θα ξεφύγουμε από την «Παραλιακή» και θα λυτρωθούμε. Διαφορετικά είμαστε άξιοι της τύχης μας.

Καληνύχτα!
Related Posts with Thumbnails

Follow by Email