© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Οι μπομπαρντιέροι, η νηστεία και το λουτρό

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Η Αγία Βαρβάρα, της οποίας τη μνήμη γιορτάζουμε, κάθε χρόνο, στις 4 του Δεκέμβρη, μέσα στη μεγάλη βαρυχειμωνιά και στο προεόρτιο κλίμα των Χριστουγέννων, είναι η μάρτυς εκείνη, που τ’ όνομά της έχει συνδεθεί με την ίαση των λοιμικών ασθενειών και προ πάντων αυτήν της βλογιάς ή ευλογίας, όπως λέγεται από το λαό μας κατ’ ευφημισμό.
Κόρη του ειδωλολάτρη Διόσκουρου, αποκεφαλίσθηκε από τον ίδιο της τον πατέρα, για την πίστη της. Λέγεται μάλιστα πως την στιγμή του μαρτυρίου της ο ασεβής γονιός τιμωρήθηκε, χάνοντας τη ζωή του από έναν κεραυνό, ο οποίος έπεσε από τον ουρανό, εκδικητικά στο κεφάλι του. Για το λόγο αυτό η Μεγαλομάρτυς θεωρείται προστάτης του πυροβολικού.
Στην πρώτη πόλη, στο Κάστρο της Ζακύνθου, υπήρχε εκκλησία της, η οποία ανήκε στο Σώμα των Πυροβολητών (dei Scolari Bombardieri). Όταν καταστράφηκε, στις αρχές του 19ου αιώνα, από ένα σεισμό, η καθέδρα με την εικόνα της Αγίας μεταφέρθηκε στην εκκλησία του Αγίου Ελευθερίου του Δαμουλάνου, που βρισκόταν παλιότερα πάνω σ’ ένα ψήλωμα, κάτω από το λόφο του Κάστρου και εκεί γιόρταζαν οι Πυροβολητές την προστάτισσά τους.
Γνωστότερος, όμως, ήταν ο ναός της Αγίας, ο οποίος είχε κτισθεί από τον ιερωμένο Κωνσταντίνο Κρόκο, στις αρχές του 18ου αιώνα, στο προάστιο των Κήπων, σε ανταπόδοση της διάσωσης του νησιού από την επιδημία της βλογιάς. Σε ανάμνηση, μάλιστα, της θαυματουργικής αυτής επέμβαση της Αγίας και της λύτρωσης των κατοίκων του νησιού από το θανατικό, γινόταν κάθε χρόνο επίσημη λιτανεία της εικόνας της στην πόλη. Το ίδιο συνέβαινε και σε πολλά χωριά, όπου μετά από την απαλλαγή από την λοιμική νόσο, με τις πρεσβείες της Μάρτυρος ή έκτιζαν εκκλησίες προς τιμήν της ή έφτιαχναν καλλιτεχνικές, ξυλόγλυπτες και επιχρυσωμένες καθέδρες, στις οποίες τοποθετούσαν την εικόνα της.
Χαρακτηριστικό της μέρας της γιορτής της Αγίας είναι η εθιμική νηστεία, η οποία δεν επιβάλλεται από την επίσημη εκκλησία, αλλά τηρείται από το λαό, από φόβο, κυρίως, για την θανατηφόρο λοιμική ασθένεια. Είναι από τις πλέον αυστηρές και οι κάτοικοι του νησιού την σέβονταν πάντα και δεν την ξεχνούσαν. Χαρακτηριστική είναι μια παράδοση, που διασώζεται στο ριζοχώρι Φιολίτης, όπου και εκεί, όπως σε όλα σχεδόν τα χωριά, υπήρχε προσεισμικά σε περίτεχνη καθέδρα η εικόνα της Αγίας, στην εκκλησία της Παναγίας της Φιολίτισσας και γιορταζόταν με επισημότητα.
Λέγεται, λοιπόν, πως κάποιος χωριανός δεν σεβάστηκε τη νηστεία της γιορτής και την παραμονή αγόρασε από το μαγαζί του χωριού κρέας για το γεύμα της επόμενης μέρας. Μάταια όσοι τον είδαν προσπάθησαν να τον μεταπείσουν. Αυτός επέμενε και είπε πως όλα αυτά είναι βλακείες και δεισιδαιμονίες. Έφαγαν οι δικοί του το κρέας την ημέρα της γιορτής της Μάρτυρος και μετά από λίγο όλα τα παιδιά του ασεβή χωρικού πέθαναν από βλογιά. Τα έθαψε μόνο ο ιερέας του χωριού, που διάβασε τη νεκρώσιμη ακολουθία έξω από την εκκλησία. Όλοι οι συγχωριανοί απείχαν από φόβο. Από τότε η νηστεία κρατιέται με αυστηρότητα απ’ όλους τους κατοίκους της περιοχής και μάλιστα πολλοί δεν τρώνε ούτε λάδι.
Υπάρχει όμως και η εξαίρεση σε χωριά που τιμάται επίσημα η Αγία, όπως στα Πηγαδάκια και το Μπανάτο. Εκεί γίνεται, κατά το εκκλησιαστικό τυπικό, κατάλυση ιχθύος και το γιορτινό τραπέζι απαιτεί την πατροπαράδοτη αλιάδα, που συνήθως συνοδεύει τον μπακαλιάρο. Σε μερικά μέρη το παστό αυτό ψάρι μαγειρεύεται με πράσα και αυτό είναι το πατροπαράδοτο φαγητό της γιορτής.
Η γιορτή της Αγίας Βαρβάρας είναι η πρώτη ενός συνεχόμενου εορταστικού τριήμερου, το οποίο από το λαό μας ονομάστηκε «Νικολοβάρβαρα», μια και στις 5 του Δεκέμβρη τιμάται η μνήμη του Αγίου Σάββα και στις 6 του προστάτη «τση γης και του πελάου» Αγίου Νικολάου.
Ο εορταστικός αυτός προεόρτιος κύκλος έχει δεθεί με την βαρυχειμωνιά, τις ατέλειωτες βροχές και τα μεγάλα κρύα. Απόρροια όλων αυτών και το παρακάτω γνωστό τετράστιχο, που παραλλαγές του έχουμε σε ολόκληρη σχεδόν τη χώρα μας:

«Αγία Βαρβάρα μίλησε
ο Σάββας απεκρίθη
κι ο Άι– Νικόλας έφτασε
στα χιόνια φορτωμένος».

Για τον ίδιο λόγο ο λαός μας συνοψίζει επίσης:

«Νικολίτσα, Βαρβαρίτσα
μπρος οπίσω ειν’ ο χειμώνας».

Μα η γιορτή της Αγίας έχει και προγνωστικά του καιρού στοιχεία. Πιστεύεται πως ότι καιρό κάνει την ημέρα αυτή, θα κάνει και τα Χριστούγεννα.
Κλείνοντας το μικρό αυτό, επίκαιρο κείμενό μας, μια και την επόμενη Κυριακή είναι η γιορτή της Μεγαλομάρτυρος, ας θυμηθούμε και μια καθαρά γεωργική ιδιότητα της Αγίας. Πρόκειται για την εμπλοκή του ονόματός της στην διαδικασία της διατήρησης του σανού, η οποία εποχιακά είναι άσχετη με την χειμερινή γιορτή της και γίνεται μες το κατακαλόκαιρο. Και να πως πραγματοποιείται το τελετουργικό αυτό:
Όταν έμπαζαν οι χωρικοί της Ζακύνθου τον ξερό σανό για φύλαξη στις αποθήκες, ο ένας στεκόταν στην πόρτα και χτυπώντας δύο πέτρες έλεγε σ’ αυτόν που έμπαζε το δεμάτι:
- Τι κάνεις εκεί;
Και ο άλλος του απαντούσε:
- Εγώ βάνω τση Αγίας Βαρβάρας τα κλειδιά και του Αγίου Τρύφωνα τα φιλοκοτόπουλα και να μην πατσάρει τίποτα.
Μετά ο πρώτος έβανε τις πέτρες στο ξερό χόρτο.
Η επίκληση του Αγίου Τρύφωνα είναι φυσική, μια και ο μάρτυς αυτός είναι ο προστάτης των γεωργών και έχει σχέση και με τα πουλερικά («φιλοκοτόπουλα»), τα οποία εξέτρεφε και συχνά ζωγραφίζονται στις εικόνες του. Η αναφορά στο όνομα της Μεγαλομάρτυρος ίσως οφείλεται, μια και αναφέρονται «τα κλειδιά» της, στην γνωστή ιστορία του λουτρού με τα τρία παράθυρα, τα οποία επέβαλε η Αγία, σαν δείγμα της θεϊκής τριαδικότητας και αυτό ήταν η αφορμή του μαρτυρικού της θανάτου.

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

Η Μεγαλομάρτυς, οι εκκλησίες της, η λαογραφία της γιορτής της και ο «αρραβώνας» της

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Η Αγία Αικατερίνη, που αυτές τις μέρες γιορτάζει, είναι μία από τις λαοφιλέστερες μάρτυρες της εκκλησίας. Συνδεμένη στενά με την μονή του Σινά, όπου φυλάσσεται το λείψανό της, έχει αποκτήσει και τον τίτλο της «πανσόφου», ο οποίος την χαρακτηρίζει και την κάνει να ξεχωρίζει από τις άλλες ομότιμές της.

Η Αγία Αικατερίνη, σε σύγχρονη τοιχογραφία του Γιάννη Τσολάκου.
Ναΰδριο Αγίας Αικατερίνης στο Ψήλωμα Ζακύνθου.
Η λατρεία της πρέπει να έγινε γνωστή από πολύ νωρίς και στο νησί μας, μια και εκκλησία της συναντάμε στην πρώτη πόλη, αυτήν, που για λόγους ασφάλειας, βρισκόταν προφυλαγμένη μέσα στα τείχη του Κάστρου, αλλά και πολλές άλλες, οι οποίες βρίσκονταν διάσπαρτες, πριν την θεομηνία του 1953, στην Χώρα και τα χωριά του νησιού και μερικές απ’ αυτές έχουν ξαναχτιστεί, δείχνοντας την ευλάβεια του λαού μας προς την Αθλοφόρο και την τιμή που της αποδίδει.

Γνωστότερη απ’ αυτές, που ακόμα παραμένει στην θέση της, ετοιμόρροπη, όμως, και τελευταία, ως εκ τούτου, αλειτούργητη, είναι αυτή του προαστίου των Κήπων, χτισμένη το 1664 από τον Γρηγόριο Σαβόγια, παππού, από μητέρα, του μεγάλου θεατρικού συγγραφέα Σαβόγια Ρούσμελη, ο οποίος είχε σαν όνομά του το επώνυμο του νόνου του και μας χάρισε, εκτός των άλλων, και την περίφημη «Κωμωδία των Ψευτογιατρών», γνωστή και σαν «Γιαννιώτες».

Μια άλλη εκκλησία της Αγίας υπήρχε στο Ψήλωμα, κτητορική της οικογένειας Γρυπάρη, η οποία, απέναντι από το υπαίθριο θέατρο, ξαναχτίστηκε πρόσφατα, έστω και μικρότερη και κρατά τη θύμηση της παλιότερης, για να μην μείνει μόνο ανάμνηση σε συλλογές προσεισμικών φωτογραφιών.

Άλλες ιερές στέγες, αφιερωμένες στην «πανεύφημον νύμφην του Χριστού», υπήρχαν στο Ακρωτήρι, μέσα σε μια σπηλιά, με την επωνυμία του Μπέμπου ή στα Μαρμάρια, στη θέση Αμούντη ή στα Καστέλια του χωριού Μεσινό Γερακαρίο, στο Μουζάκι, φαμιλιακή των Μακρή, όπου υπάρχει και σήμερα, φιλοξενώντας απότμημα του λειψάνου του Αγίου μας, στο χωριό Καταστάρι και στο Σταυρό του δήμου Υριαίων.

Αξίζει, επίσης, ν’ αναφερθούμε και στην εκκλησία της Αγίας, η οποία βρισκόταν μέσα στο σπίτι του ευπατρίδη Βαδοέν, στην αρχή, το οποίο αργότερα αποκτήθηκε από την οικογένεια Κονοφάου, για να καταλήξει στον Σπυρίδωνα Λ. Καρρέρ. Στη θέση της σήμερα υπάρχει ένα προσκυνητάρι, με την εικόνα της Μάρτυρας και η εκκλησία αυτή έμεινε στην ιστορία και λόγω του αγάλματος του Αγίου Κρεσέντιου, το οποίο ο πολύς Δημήτριος Γουζέλης σατιρίζει στον μοναδικό «Χάση» του, λόγω της κακοτεχνίας του, χτυπώντας συγχρόνως και την κακογουστιά και την παιδεία των Ευγενών.

Αλλά και η λαογραφία της γιορτής της Αγίας Αικατερίνης στο νησί μας δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητη. Συμπίπτοντας με την τελευτή του Φθινόπωρου και την προετοιμασία της αναγέννησης της γης, με την σπορά των χωραφιών, έχει προσλάβει και γεωργικό χαρακτήρα και έχει αποκτήσει προλήψεις και δεισιδαιμονίες.

Υπήρχε, λοιπόν, διάχυτη η αντίληψη πως αν ο γεωργός έσπερνε την ημέρα της γιορτής της Μεγαλομάρτυρος, στις 25 Νοεμβρίου και δεν σεβόταν την αργία, ο σπόρος του θα γινόταν παπαρούνες και η σοδειά θα πήγαινε χαμένη. Το αγριολούλουδο της εκδίκησης παραπέμπει στο αίμα της Αγίας, που χύθηκε με το μαρτύριό της και η εκδικητικότητα οφείλεται σε ιδιότητες που απέκτησε η εξ Αλεξανδρείας προερχομένη Μάρτυς από το Δωδεκάθεο και ιδιαίτερα από μικρότερες θεότητες των Αρχαίων, που ριζωμένες στην ψυχή των πιστών, δεν μπόρεσαν να εξαλειφθούν και πέρασαν στις διάφορες χριστιανικές μορφές.

Και η περίπτωση αυτή δεν είναι η μόνη. Ας θυμηθούμε την παράδοση των «Άσπρων Πανιών» του Σκοπού, που ο λαός μας τα θέλει σαν πετρωμένα σεντόνια της μπουγάδας μια γριάς, που δεν σεβάστηκε την γιορτή των Γενεθλίων του Προδρόμου (24 Ιουνίου), την συνήθεια να μην κλαδεύουν τα αμπέλια στην γιορτή των Αγίων Σαράντων (9 Μαρτίου), για να μην πιάσουν σκαθάρι τα κλήματα ή τέλος την αποχή των κηπουρών από την εργασία τους, την ημέρα του προστάτη τους Αγίου Τρύφωνα (1 Φεβρουαρίου), που αν δεν την σέβονταν, τότε θα τους «ρουφούσε» το χώμα. Χαρακτηριστικό για την λαϊκή αυτή αντίληψη είναι και το παράδειγμα της εξάπλωσης της επιδημίας της πανούκλας, μετά την ιερόσυλη κλοπή της εικόνας του Αγίου Γεωργίου του Καμαριώτη, από την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου του Κόλα και η απαλλαγή του νησιού από την θανατηφόρο απειλή, όταν θεμελιώθηκε η εκκλησία του. Συχνά, τέλος, οι διάφοροι άγιοι, που οι γυναίκες δεν σέβονταν την αργία της γιορτής τους και κένταγαν ή έπλεκαν, έρχονταν τη νύχτα και τρυπούσαν εκδικητικά το εργόχειρο, τιμωρώντας αυτήν που δεν τους τίμησε και ενστερνιζόμενοι μια μακραίωνη και θεμελιωμένη στο φόβο του θείου ειδωλολατρική παράδοση.

Πολλές γιορτές, όμως, έχουν και μια μικρή δόση εθιμικής εργασίας, η οποία κρύβει και την ευλογία της φύσης. Έτσι στην γιορτή των Αγίων Σαράντων, που αναφέραμε, παρά την υποχρεωτική αργία των αμπελουργών, υπάρχει η αναγκαστική σπορά του βασιλικού, που μόνο τότε βγαίνει σαραντάφυλλος ή και το κλάδεμα της κληματαριάς, το οποίο δεν θεωρείται αμαρτία, αλλά συμβολικός αγιασμός της αναγεννώμενης φύσης.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την γιορτή της Αγίας Αικατερίνης, στις 25 Νοεμβρίου. Η ημέρα αυτή ενδείκνυται για το φύτεμα των γαρυφαλλιών και πιστεύεται πως μόνο τότε πιάνουν τα μοσχεύματα του όμορφου αυτού καλλωπιστικού φυτού, που τα ευωδιαστά του λουλούδια, σε χρώμα γκρενά, μαζί με φρέσκιες μυρτιές, θα γίνουν τα μπουκετάκια της γιορτής της Πεντηκοστής, που θα μοιραστούν στους πιστούς στις εκκλησίες την Κυριακή της γενέθλιας γιορτής.

Ας κλείσουμε το σημερινό, εορταστικά επίκαιρο κείμενό μας με μια αναφορά σ’ ένα ιδιόρρυθμο, για τον ορθόδοξο χώρο, εικαστικό θέμα, το οποίο είναι αγαπητό και στη Ζάκυνθο. Πρόκειται για δύο εικόνες, οι οποίες απεικονίζουν τον «Αρραβώνα της Αγίας Αικατερίνης», θέμα καθαρά Δυτικό. Η μια σώζεται στην σημερινή εκκλησία του Αγίου Λαζάρου της πόλης και η άλλη στη συλλογή Κολυβά, του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων. Η ύπαρξή τους δείχνει τον μη φανατισμό των Ζακυνθινών, την συνύπαρξη των δύο δογμάτων και το ότι αυτό το νησί ήταν, όπως συχνά έχουμε τονίσει, αντιγράφοντας τον Διον. Ρώμα, η Ανατολή της Δύσης και η Δύση της Ανατολής.

Αυτό αποτελεί και την ταυτότητα του πολιτισμού μας. Ας φροντίσουμε να μην χαθεί.
«Χρόνια πολλά» σε όσες γιορτάζουν.

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Ένας πολιτισμός δίχως ρυτίδες

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Στο προηγούμενο κείμενό μας, αν θυμάστε, είχαμε ασχοληθεί, με αφορμή το συνέδριο που έγινε στο νησί μας για την Γκιόστρα στον Επτανησιακό χώρο, με το πώς θα μπορούσε να βελτιωθεί ο τουρισμός μας, αν εκμεταλλευτούμε σωστά και χωρίς φολκλόρ διαστάσεις τον πολιτισμό μας. Αφορμή γι’ αυτές μας τις σκέψεις στάθηκε ένα κρουαζιερόπλοιο, το οποίο, κατά ευτυχή σύμπτωση, σταμάτησε για λίγες ώρες στο λιμάνι της πόλης μας και οι επιβάτες του είχαν την ευκαιρία να ξεπεράσουν την αμηχανία της μη οργάνωσης και να γευθούν κάτι από την παράδοση του τόπου που επισκέπτονταν.

Σήμερα θα μας απασχολήσει μια άλλη, εκ διαμέτρου αντίθετη, αλλά εξίσου σημαντική, πλευρά αυτού του σημαντικού συνεδρίου, το οποίο, εκτός των άλλων, απέδειξε πως μπορεί να γίνουν θαύματα με λίγα χρήματα και πως το κοινό διψά για ποιοτικές εκδηλώσεις και δεν χρειάζεται να του δίνουμε μασημένες τροφές και εύπεπτα κατασκευάσματα.

Πρόκειται για την αθρόα προσέλευση των φοιτητών του Τ.Ε.Ι. της Ζακύνθου στις εργασίες του συνεδρίου, την συγκινητική συμμετοχή τους και προ πάντων την επαφή τους με τον τόπο που ζουν και σπουδάζουν και προπάντων τον πολιτισμό του.

Αριθμός, λοιπόν, πολύ μεγαλύτερος από τον αναμενόμενο, που ξεπέρασε κάθε προσδοκία, παιδιών που σπουδάζουν στο νησί των Δοξαράδων, του Κουτούζη και του Κανούνη την σωτήρια τέχνη της συντήρησης, τη στιγμή μάλιστα που τα σπαράγματα της θεομηνίας του σεισμού και της φωτιάς περιμένουν την επαναφορά τους στην καθημερινότητα του τόπου τους, προσήλθαν αυθόρμητα στο χώρο της διεξαγωγής του συνεδρίου, παρακολούθησαν προσεκτικά όλες τις εργασίες του και κατάλαβαν πως εκτός από την επιδημία που επιβάλει η τηλεοπτική ψυχαγωγία και έχει πλήξει ακόμα και τον με ιστορία και παράδοση ιόνιο χώρο, υπάρχει και κάποια άλλη, που συνεχίζοντας και επεκτείνοντας, δίνει μια ποιότητα στη ζωή των κατοίκων και μια ευκαιρία ανάτασης στους επισκέπτες και ενοίκους αυτού του νησιού, που συχνά διαλαλεί πως ακολουθεί την πορεία του με τον πολιτισμό που παράγουν οι εσχάτως επιπλέουσες, σαν τους φελλούς, αγράμματες, χρυσές μετριότητες.

Αν σκεφτούμε, δε, πως, όπως τα έχουμε αναγκάσει, όλα αυτά τα παιδιά, περιμένουν την φυγή και διαφυγή τους κάθε μεσημέρι Παρασκευής, με επιστροφή το βράδυ της Κυριακής, τότε η παραμονή τους στο νησί το σαββατοκύριακο του συνεδρίου, πρέπει να θεωρηθεί μια ιδιαίτερη επιτυχία και η συμβίωσή τους μαζί μας μια ελπίδα και μια απαρχή βελτίωσης.

Κάποιοι, μάλιστα, από αυτούς τους φοιτητές, που ίσως αύριο συμβάλλουν στην αποκατάσταση του κινδυνεύοντος να σαπίσει πολιτισμού μας (αυτό ερμηνεύστε το όπως θέλετε, κατά λέξη ή μεταφορικά) συμμετείχαν πιο ενεργά στην όλη διεξαγωγή και διοργάνωση, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους άψογα και υποδειγματικά στην γραμματεία και βοηθώντας την όλη προσπάθεια με μεράκι, αγάπη και προθυμία.

Το Τ.Ε.Ι. της Ζακύνθου είναι το μόνο ανώτερο πνευματικό ίδρυμα του νησιού μας. Λειτουργεί από χρόνια, αλλά ελάχιστοι, πιστεύω (και μακάρι να κάνω λάθος) τον έχουν αγκαλιάσει. Ενώ θα έπρεπε το σημαντικό αυτό κομμάτι της κοινωνίας μας, το έστω και περαστικό, να το έχουμε αφομοιώσει και (με την σωστή ερμηνεία της λέξης) να το έχουμε εκμεταλλευτεί, εμείς σχεδόν το αγνοούμε και σίγουρα χάνουμε πολλά από αυτήν μας την αδιαφορία.

Η παρουσία των παιδιών αυτών στο συνέδριο που έγινε με θέμα του την Γκιόστρα στον επτανησιακό χώρο απέδειξε πως οι φοιτητές των Τ.Ε.Ι. επιδιώκουν την συμμετοχή τους στα κοινά του νησιού, που φιλοξενεί τις προσδοκίες τους, αλλά εμείς τους την αρνούμεθα, τυρβάζοντας περί πολλά και κυνηγώντας το εύκολο κέρδος.

Παλιότερα, αν θυμάστε, οι φοιτητές της Ζακύνθου ή για την ακρίβεια οι εν Ζακύνθω φοιτητές, έβγαζαν ένα περιοδικό, με τον εύστοχο και χαρακτηριστικό τίτλο «Ευτοιχισμένοι». Μπορεί ο υπολογιστής να υπογραμμίζει με κόκκινο την λέξη του τίτλου, θέλοντας με «υ» την δεύτερη συλλαβή, αλλά εκείνο το σωστά λαθεμένο «οι» της έχει πολλά να μας πει και να μας διδάξει.

Λένε συχνά οι κινδυνεύοντες από την γραφή του Μιχαήλ το ξημέρωμα της 8ης Νοεμβρίου (θυμηθείτε την χαρακτηριστική αυτή τοπική παράδοση) πως η νέα γενιά έχει χάσει τον προσανατολισμό της, πως δεν έχει ενδιαφέροντα, πως δεν ερωτεύεται, πως δεν διασκεδάζει, πως δεν ζει.

Διαφωνώ κάθετα μ’ αυτήν την μίζερη αντιμετώπιση. Ο κόσμος προχωρεί και βελτιώνεται, η κοινωνία εξελίσσεται και προοδεύει κι εμείς οι πεπερασμένοι, δεν μπορούμε ν’ ακολουθήσουμε, δεν είμαστε σε θέση να βελτιωθούμε. Είναι σαν αυτούς τους γερασμένους και πάσχοντες από ζαχαρώδη διαβήτη, ασθένεια που προστίθεται στο σύνδρομο της Κατοχής και του σέμπρου και κάνει τους προς το τέλος οδεύοντες να ζηλεύουν τους νέους που τρώνε.

Τα παιδιά των Τ.Ε.Ι. έδωσαν ζωή στο συνέδριο και υποσχέσεις στην αυριανή Ζάκυνθο. Δεν έχουν ψήφο στις τοπικές κάλπες, αλλά μπορούν να εκλέξουν ικανούς ηγέτες. Αν τ’ αγνοήσουμε, αναγνωρίζουμε τα γηρατειά μας. Είναι ένας πολιτισμός δίχως ρυτίδες.

Σαν πρόεδρος του σωματείου “Giostra di Zante”, που διοργάνωσε το συνέδριο τα ευχαριστώ από την ψυχή μου. Ήταν μια από τις πιο ευχάριστες νότες του τριήμερου. Ας είναι καλά.

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ / ΣΚΗΝΗ ΣΠΥΡΟΥ ΣΑΜΑΡΑ / «ΚΡΗΤΙΚΟΠΟΥΛΑ»

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Ο Σπυρίδων-Φιλίσκος Σαμάρας γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1861 και πέθανε στην Αθήνα το 1917. Ο πατέρας του καταγόταν από επιφανή ηπειρώτικη οικογένεια και η μητέρα του, Fanny-Louise Courtenay, ήταν Αγγλίδα. Από νωρίς έδειξε την κλίση του στη μουσική. Σπούδασε στο ωδείο Αθηνών με καθηγητή τον Ενρίκο Στανκαμπιάνο και το 1882 συνεχίζει τις μουσικές του σπουδές στο Ωδείο του Παρισιού υπό τον Λεό Ντελίμπ. Με το μελόδραμά του «Flora Mirabilis» κατακτά το Μιλάνο και κερδίζει μία θέση ανάμεσα στους πρώτους μουσουργούς της εποχής όπως ο Πουτσίνι και ο Λεονκαβάλλο. Το έργο του αγοράζεται από τον εκδοτικό οίκο «Edoardo Sonzogno»[1836-1920] του Μιλάνου με τον οποίο συνεργάζεται ως το θάνατό του. Πρωτοπόρος του «βερισμού», συνέθεσε έργα ισάξια αν όχι ανώτερα από αρκετά έργα της Ιταλικής Σχολής κατά τα τελευταία χρόνια του ΙΘ΄ αιώνα και των αρχών του Κ’.

Μεταξύ των έργων του συμπεριλαμβάνεται και ο «Ύμνος των Ολυμπιακών Αγώνων» σε ποίηση Κωστή Παλαμά. Τον Ύμνο αυτό συνέθεσε για να ακουστεί στο καλλιμάρμαρο Στάδιο της Αθήνας το 1896 επ’ ευκαιρία της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων, καταργημένων το 394 μ. Χ από το Θεοδόσιο τον Α’. Ήταν δε ο ίδιος ο συνθέτης που ανέβηκε στο πόντιουμ για να διευθύνει τις Ορχήστρες: της «Φιλαρμονικής Εταιρείας», του «Ομίλου των «Φιλομούσων», των Στρατιωτικών Μουσικών «Πεζικού», «Πυροβολικού» και «Ναυτικού». Διακόσιοι ήταν περίπου οι εκτελεστές κι άλλοι διακόσιοι αποτελούσαν τη χορωδία των ανδρών, σκορπίζοντας ρίγη συγκίνησης στο συγκεντρωμένο πλήθος.

Το ξεχασμένο αριστούργημα του Σπύρου Σαμάρα, «Κρητικοπούλα», αποκατέστησε πρόσφατα ο Μουσικολόγος Γιάννης Τσελίκας, ύστερα από έρευνα επτά διαφορετικών ντοκουμέντων: χειρόγραφη παρτιτούρα του συνθέτη από το ιστορικό αρχείο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, έξη χειρόγραφα από ιδιωτικές συλλογές και από το Θεατρικό Μουσείο.


Η τέχνη του Σαμάρα, αριστοκρατική, αυθόρμητη, λυρική αποτυπώθηκε και στη γραφή της «Κρητικοπούλας», το κύκνειο άσμα του, σε ποιητικό κείμενο των Νικολάου Λάσκαρη [1868-1945] και Πολύβιου Δημητρακόπουλου [1864-1922] που παρακολουθήσαμε στη Λυρική Σκηνή στις 13-11-2011. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1916 στο γκρεμισμένο σήμερα νεοκλασικό «Δημοτικό Θέατρο της Αθήνας», από το Μουσικό Θίασο του Απόστολου Κονταράτου, με μεγάλη επιτυχία και με το κοινό να επευφημεί όρθιο το συνθέτη παρουσία του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ωστόσο να θυμίσουμε ότι η ΕΛΣ παρουσίασε σε επετειακές εκδηλώσεις των ετών 1944,1946 και 1952 την πρώτη πράξη της Κρητικοπούλας.


Η υπόθεση της Οπερέτας διαδραματίζεται στην ενετοκρατούμενη Κρήτη [1211-1715] αλλά η αφορμή για τη σύνθεση του έργου ήταν η άγρια εκείνη ιστορική εποχή όπου ο λαός της μεγαλονήσου, γονατισμένος από τη δυσβάσταχτη φορολογία, εξεγείρεται ενάντια των Τούρκων κατακτητών και απαιτεί την ίδρυση της Κρητικής Πολιτείας [1896-1913] και την ένωσή της με την Ελλάδα. Κατά την κρίση μας, το συγκεκριμένο έργο προσφέρεται σε μια δεύτερη ανάγνωση, αυτήν της Αναγέννησης, εφ όσον εμπεριέχει την περιπέτεια της ζωής.

Η ηρωίδα του έργου η νεαρή κρητικοπούλα, Αρετή -άραγε τυχαία η ονομασία της;- μεταμφιέζεται σε άνδρα και παίρνει το όνομα Μανωλιός, για να υπηρετήσει τον αγώνα των συμπατριωτών της και για να αποσπάσει προνόμια από τον Βενετό Δούκα της Κρήτης. Αυτή η μεταμφίεση θα φέρει μια σειρά από κωμικές καταστάσεις που δημιουργούν μια χαρούμενη, ψυχαγωγική ατμόσφαιρα και παρασύρουν το θεατή έξω από τη σκληρή καθημερινότητά του στον κόσμο μιας άλλης εποχής όπου Ενετοί και Έλληνες συναντώνται μέσα από τα μουσικά ιδιώματα κατεχόντων και κατεχομένων. Οι ρυθμοί του πεντοζάλη και των εμβατηρίων τον ταξιδεύουν στην ύπαιθρο της Κρήτης και του γνωρίζουν τη λεβεντιά των ανθρώπων της, τον πατριωτισμό τους, τον ηρωισμό τους αλλά και την κρυφή λαχτάρα τους για ελευθερία και τον πόθο τους για έρωτα, ενώ οι ρυθμοί του βαλς και της πόλκας, στοιχεία της βιεννέζικης οπερέτας, τον μυούν στο ευρωπαϊκό ιδίωμα.

Ο νεαρός Σκηνοθέτης, Πέτρος Ζούλας εκμεταλλεύτηκε το στοιχείο της «Σαιξπήρειας» πλοκής, έδωσε μυστήριο και ρυθμό, ανέδειξε τα κωμικά μέρη και δημιούργησε το κλίμα ώστε να κάνει ο θεατής τις αναφορές στο σήμερα, να βρει τις δικές του αλήθειες. Τα καλαίσθητα σκηνικά και κοστούμια της Αναστασίας Αρσένη ανέδειξε με τους φωτισμούς της η Κατερίνα Μαραγκουδάκη.

Εξαιρετικοί οι ερμηνευτές, με προεξάρχουσα την υψίφωνο Σοφία Κυανίδου στο ρόλο της Κοντέσας να χειρίζεται με άνεση την εκπληκτική φωνή της και να την προσαρμόζει στην οπερέτα. Δεν υστέρησε η Ελένη Βουδουράκη στο διπλό ρόλο της Αρετής-Μανωλιού και με χάρη απέδωσε τη μεταμφίεσή της σε νεαρό δυναμικό κρητικόπουλο. Ο Φουρλάνος, Ζαφείρης Κουτελιέρης, ήταν ο αιώνιος ευέλικτος, αστείος γελωτοποιός. Ωραίες ερμηνείες απέσπασε ο σκηνοθέτης και από τον Διονύση Τσαντίνη [Πασχάλης Σιγώνης], τον Νίκο Στεφάνου [Παύλος],το Δημήτρη Ναλπάντη [Μιχάλης] και τον Παύλο Σαμψάκη [Ντον Πλάσιντο].

Μας εντυπωσίασε επίσης η ερμηνεία της Αλεξάνδρας Ματθαιουδάκη, μια λυρική υψίφωνος που την έχουμε δει τα τελευταία χρόνια να εξειδικεύεται τόσο στη Βιεννέζικη όσο και στην Ελληνική Οπερέτα, κρατώντας βασικούς ρόλους στις παραστάσεις της Λυρικής Σκηνής. Στο ρόλο της Δούκισσας, με καθαρή diction, πράγμα δύσκολο για τραγουδιστή που έχει εξασκηθεί να στηρίζει τη φωνή του στην τεχνική του τραγουδιού, χειρίστηκε θαυμάσια τα διαλογικά μέρη και με καλλιτεχνικό ένστικτο, απέφυγε τις υπερβολές, κρατώντας με την ωραία φωνή και άρτια τεχνική της, τις λεπτές εκείνες ισορροπίες, τόσο εύθραυστες στην κωμική πράξη.

Η Χορωδία της Λυρικής με το Μαέστρο της Νίκο Βασιλείου, αποδείχτηκε άξια ακόμα μια φορά και βέβαια η Ορχήστρα με τον Αρχιμουσικό της Ηλία Βουδούρη, συνέβαλλαν τα μέγιστα στην τόσο επιτυχημένη αυτή παράσταση.

Αν δεχθούμε ότι το θέατρο είναι χώρος συλλογικής πνευματικότητας, τότε ίσως θα πρέπει να δεχθούμε ότι είναι και χώρος συλλογικής ανησυχίας και ευθύνης.


Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Για τις "Κρυφές ενοχές" του Δημήτρη Μαγριπλή

Γράφει η Ελένη Κοφτερού

Οι "Κρυφές ενοχές", το νέο βιβλίο του συγγραφέα Δημήτρη Μαγριπλή, είναι από τα πιο αξιόλογα βιβλία που έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό. Τα διηγήματά του, κείμενα πολιτικά και συγχρόνως ποιητικά, τρυφερά και καταγγελτικά, αιχμαλωτίζουν τον αναγνώστη έτσι ώστε το βιβλίο δεν "αφήνεται" απ' τα χέρια, παρά μόνο αφού τελειώσει..

Περιδιαβαίνοντας τις "Κρυφές ενοχές" -που δεν είναι και τόσο κρυφές, αλλά προβάλλονται με τρόπο άλλοτε άμεσο και ευθύ κι άλλοτε πίσω από λεπτές κουρτίνες χιούμορ ή σαρκασμού- ένοιωσα ότι είναι και δικές μου ενοχές...

Από τις πρώτες σελίδες σε κυκλώνει η νοσταλγία του "Καβαλότι και Ερεχθείου γωνία" και το άλγος γίνεται οξύτερο απ' τη νόστο..

Οι φόβοι, το άγχος, η αγωνία, αλλά και η τρυφερότητα που ακολουθούν στον "Σύγχρονο Βασάλο" και στις "Κρυφές ενοχές" είναι τόσο οικεία που σου δίνουν την εντύπωση ότι γράφτηκαν για σένα!

Κι ύστερα η μελαγχολία της "Εθνικής Αποστολής" (που τόσο όμορφα, θα έλεγα, κινηματογραφικά αποτυπώνεται εδώ) και του "Είδη δώρων" σερβίρει με χιούμορ και πικρία (χτυπημένα στις σωστές δόσεις) τα τραύματα της γενιάς που ονειρεύτηκε και συνεχίζει να ονειρεύεται..

Η τοιχογραφία της Ελλάδας, που ποτέ δεν πεθαίνει (άλλο αν έχει πεθάνει και δεν το ξέρει ακόμη...), αλλά με τόση ευκολία σκοτώνει τα παιδιά της και φυσικά τους ξένους της, ενώ χαϊδεύει τους κάθε είδους "Ερίφηδες" στην προσπάθεια "Ανάπτυξης της υπαίθρου".

Προχωρώντας στους "Προσκυνητές στο Άγιο Όρος" και "Το νησί του μυστηρίου" ο αναγνώστης αισθάνεται στο πετσί του αυτο το: "Υπάρχει ακόμη κόσμος;" - ρητορική ερώτηση που κάνει στον εαυτό του ο ήρωας του δεύτερου. Και τα δυο κείμενα περιέχουν τη διαπεραστική αλήθεια, που σαν σφάχτης σε κυνηγά και μετά το τέλος της ανάγνωσης..

Ενώ στις "Ιστορίες μορέον" η πτώση ενός κίτρινου φύλλου καταφέρνει ν' αποτυπώσει με άψογη λογοτεχνική προσέγγιση την πτώση του ανθρώπου που ζει με τα ζωτικά του ψεύδη... γιατί ίσως δεν ανακάλυψε ποτέ "Εκείνο που μας λείπει".

Και μετά από τη γροθιά στο στομάχι, που προκαλούν τα προηγούμενα κείμενα (αυτό, άλλωστε είναι που τα καθιστά τόσο αληθινά) έρχονται τα πέντε τελευταία διηγήματα-ποιήματα..

Από "Το μονοπάτι του ελαφιού" και "το λαϊκό δικαστήριο", μέχρι "την πετούμενη γλαύκα" το παιχνίδι της πεζογραφίας με την ποίηση είναι άκρως γοητευτικό...

Είναι εκπληκτικά τα πέντε αυτά κείμενα... Σα "ζαχαρωμένα βότσαλα" της πεζογραφίας, χαρακτηρισμός που δανείζομαι από ένα ποίημα του Αργύρη Χιόνη..

"Η ποίηση πρέπει να' ναι
ένα ζαχαρωμένο βότσαλο
Πάνω που θα' χεις γλυκαθεί
Να σπας τα δόντια σου.."

Τέλος θέλω να μεταφέρω την παρατήρηση που έχω γράψει δίπλα στο "Μονοπάτι του ελαφιού".

"Γυρίστε κατά τη θάλασσα" προστάζει η εξουσία... Με τέσσερις λέξεις, μ' αυτόν τον αιχμηρό συμβολισμό, ο συγγραφέας ξεδιπλώνει την ιστορία της Ελληνικής πραγματικότητας.

Κατά τη θάλασσα γυρίζαμε τις περισσότερες φορές όταν καιγόταν το βουνό πίσω μας... Καιρός ν' αντικρίσουμε τη φωτιά κατάματα!

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΚΑΝΕ ΤΣΙΓΑΡΟ, ΕΧΕΙ ΔΟΥΛΕΙΑ (νέο διήγημα)

Με την τελευταία φτυαριά κάτσαμε για τσιγάρο.
« Βλάπτει σοβαρά την υγεία», διάβασε ο Άκης στο περιτύλιγμα.
- Ποιος διαφωνεί;
Μαζέψαμε τα εργαλεία και περιμέναμε. Είχε ένα καυτό ήλιο. Η θάλασσα λάδι και πάνω μας στάλες ιδρώτα, να κάνουν σεργιάνι στο σώμα μας.
- Σκληρό χώμα.
- Έχει να  βρέξει καιρό.
- Την είδες;
- Ήμουν εκεί που την στόλιζαν. Νυφούλα.
- Εσύ δεν θα παντρευτείς;
- Δεν βαριέσαι, τυχερά είναι αυτά.
Πήγαμε μέχρι τη μάντρα. Σκουπίδια. Μπουκαλάκια, στρώματα, παπούτσια, μια ρόδα, ένα πεταμένο καρότσι.  Μια γάτα πήρε κατόπι ένα ποντίκι. Ο σκύλος του γείτονα κόπηκε.
- Θεριό.
- Και φύλακας. Όποιος περάσει τη μάντρα, τον έκοψε.
Γυρίσαμε πίσω. Έπιασα το χώμα και το έτριψα στην παλάμη μου. Πλούσιο.
- Εδώ φυτρώνουν τα πάντα.
Ο Άκης χαμογέλασε και πέταξε πέτρα μακριά.
- Την είδες;
- Δεν πρόλαβα. Έφυγε γρήγορα.
Το φως τ' ουρανού  χόρευε με το μπλε της αρμύρας. Καθρέπτης. Έβαλα μαύρο γυαλί. Ένα ψαροκάικο άφηνε ήχο κι εμείς ταξιδεύαμε προς το λιμάνι. Ένα κοράκι πέταξε πάνω από τον κάμπο. Ακολουθούσε την σπορά. Κάθε τόσο καθόταν και σκάλιζε. Ένα σκουλήκι τρυπούσε το λόφο. Πάτησα  δίπλα του. Το αποτύπωμα έμεινε ακέραιο. 42. Ο Άκης έφτυσε κάτω. Μια λίμνη σε οροπέδιο. Ένα φύλλο ελιάς σαν βάρκα ταρακουνήθηκε. Ακούστηκαν βήματα.
- Έρχονται.
- Τους είδες;
- Σκιές, στο βάθος του δρόμου.
Τραβηχτήκαμε πίσω από το σκάμμα. Κανείς δεν μιλούσε. Ο κύκλος έκλεισε. Ακούστηκε το ξύλο να ακουμπάει τη γη, μετά έφυγαν όλοι. Μείναμε πάλι μονάχοι. Η  πρώτη φτυαριά, βροχή στο σανίδι. Ύστερα πάλι σιωπή. Μια πεταλούδα φτερούγισε.
- Την είδες;
- Όμορφη.
Πατήσαμε λίγο το χώμα στην άκρη. Βάλαμε τα πανωφόρια μας.
- Βγήκε και σήμερα το μεροκάματο.
- Κάνε τσιγάρο, έχει δουλειά.

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

PETER BROOK ΕΝΑΣ ΜΑΓΙΚΟΣ ΑΥΛΟΣ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ «ΑΠΟΨΕ, ΜΕ ΜΟΤΣΑΡΤ, ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑΖΟΥΜΕ»

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ






Μας εξέπληξε ευχάριστα ο Πήτερ Μπρουκ, αυτοσχεδιάζοντας με τον Μότσαρτ. Μια παραλλαγή του «Μαγικού Αυλού» σε θεατρική μορφή, απαλλαγμένη από τα πυκνά νοήματα και τους φιλοσοφικούς συμβολισμούς της μοτσάρτειας γραφής παρακολουθήσαμε στην αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» στις 2 Νοεμβρίου 2011 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Η πρώτη παρουσίαση της παράστασης δόθηκε στο μικρό ατμοσφαιρικό χώρο του Θεάτρου Μπουφ ντυ Νορ του Παρισιού.
Η  εισαγωγή, τα ορχηστρικά μέρη, τα χορωδιακά καθώς και τα πρόσωπα των τριών αγοριών και των τριών κυριών απουσίαζαν από την κατά Πήτερ Μπρουκ διασκευή του Μαγικού Αυλού. Μόνο ο σπουδαίος πιανίστας και μεταγραφέας για   πιάνο της Όπερας του Μότσαρτ, Φρανκ Κράβτσυκ,  συνόδευε τους ξυπόλυτους ήρωες της παράστασης πάνω στη σκηνή.
Ο σκηνοθέτης, μαζί με τη συνεργάτιδά του Μαρί-Έλεν,  διασκεύασαν ελεύθερα το λιμπρέτο του Εμάνουελ Σικανέντερ και  περιορίστηκαν στο  ανάλαφρο παραμύθι το οποίο και  «συνέθεσαν» με λεπτότητα, τρυφερότητα και γοητεία. Στην  ανάδειξη του έργου  συνέβαλαν τα μέγιστα οι εκπληκτικοί ηθοποιοί του θιάσου και οι υπέροχοι μονωδοί, οι οποίοι  αυτοσχεδιάζοντας «επιμελώς» έφτασαν στο αποκορύφωμα της μιμητικής πράξης και   σμίλεψαν  με την ευαισθησία  και τη  χάρη τους  τόσο τον αφηγηματικό λόγο   όσο και το τραγούδι.
Τα σκηνικά απέριττα, λιτά αποτελούνταν  από όρθια καλάμια που με περισσή δεξιοτεχνία διαμόρφωναν οι ηθοποιοί σε δέντρα, σε αδιαπέραστους τοίχους, σε δύσβατα μονοπάτια, σε ιερούς ναούς, σε φυλακές ενώ το κόκκινο βελούδινο ύφασμα, ουράνιος θόλος η ριγμένο στο πάτωμα και άλλοτε στον ώμο,   υποδήλωνε τη βασιλική, ιερατική πορφύρα  τονίζοντας έτσι, ακόμα περισσότερο την απλότητα  των κοστουμιών.
Θα χαρακτηρίζαμε τρίγλωσση την παράσταση, αν προσθέταμε και τους ελληνικούς υπέρτιτλους. Ακολουθώντας την πρωτότυπη γραφή τα μέρη του τραγουδιού ήταν στα γερμανικά ενώ η πρόζα σε θαυμάσια  γαλλικά, χωρίς αυτό να εμποδίζει την παρακολούθησή τους  από τη μεριά του θεατή.
Αυτή η σπάνιας ομορφιάς   παράσταση μας έκανε να αναρωτηθούμε πως θα ήταν ο πραγματικός «Μαγικός Αυλός» του Μότσαρτ σκηνοθετημένος από ένα τόσο  μεγάλο  σκηνοθέτη όπως ο Άγγλος Πήτερ Μπρουκ. 

Από το γκρι, στο χρώμα

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Πρωί Σαββάτου, 5 Νοέμβρη 2011. Θέλοντας να συναντήσω τους καλεσμένους του συνεδρίου, πoυ με θέμα του "η Γκιόστρα στον Επτανησιακό χώρο" οργάνωσε η Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία “Giostra di Zante”, κατέβηκα στη Χώρα από τον τόπο της αυτοεξορίας μου, το χωριό του Φιολίτη και βαδίζοντας στους κεντρικούς δρόμους της πόλης μας και προ πάντων στην επιτέλους πεζοδρομημένη Πλατεία Ρούγα συνάντησα, ενώ είχε τελειώσει η τουριστική σεζόν, δεκάδες ξένους επισκέπτες, που άσκοπα περιπλανιόταν στην αγορά, φωτογραφίζοντας πραμάτειες στα πεζοδρόμια, υπαίθρια παζάρια και την νάιλον προέκταση της απομίμησης της αρχιτεκτονικής μας παράδοσης. Κοιτάζοντας προς το λιμάνι, είδα αρόδου ένα τεράστιο κρουαζιερόπλοιο και τότε κατάλαβα το τι είχε συμβεί.

Μια ακόμα επίσκεψη ξένων στο νησί μας, σκέφθηκα, έστω και για λίγες ώρες και ο καλός καιρός, ο αληθινά ανοιξιάτικος, παρότι στην αρχή του Φθινόπωρου, βοήθησε πολλούς από τους ταξιδιώτες να βγουν στην στεριά, με βάρκα φυσικά, όπως ακριβώς περιγράφουν την άφιξή τους στο Τζάντε οι διάφοροι περιηγητές των προηγούμενων αιώνων και να γνωρίσουν ένα νησί, που λόγω Φώσκολου, κυρίως, είναι γνωστό και εκτός συνόρων για τον πολιτισμό του.

Η αμηχανία όλων ήταν κατάφορα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους. Τριγύριζαν, έβλεπαν και πιθανόν να έπλητταν. Αυτά που μπορούσαν να τους κρατήσουν και να τους ευχαριστήσουν ήταν από ελάχιστα μέχρι ανύπαρκτα. Για κάποιον που περνά, βλέπει και φεύγει, η σύγχρονη Ζάκυνθος δεν έχει πολλές επιλογές. Αν δεν είχε γίνει ο σεισμός, αν η ιστορία τόσων αιώνων δεν αποτεφρωνόταν και τα σπαράγματα του πολιτισμού μας δεν γίνονταν μπάζα, τότε ίσως κάτι απασχολούσε το νεότερο επισκέπτη. Η σημερινή, όμως, πραγματικότητα τι έχει να του δώσει;

Ξαφνικά εκεί κατά τις έντεκα παρά, μπρος από το Πνευματικό μας Κέντρο [;], στην πλατεία Σολωμού ήχοι και χρώματα δίνουν ζωή. Στολές μιας άλλης εποχής, ιππότες, τυμπανιστές, σμπαντιερατόροι, χορευτές από τις Μαριές και τον Άι–Λιο, με το ταμπουρλονιάκαρο μάλιστα, μαζεύονται και δίνουν αναπνοή στην πλατεία. Ακούγονται ταμπούρλα, παίζουν οι παραδοσιακοί οργανοπαίχτες, οι σημαίες πετιούνται ψηλά και ξαναγυρίζουν στα χέρια των παιδιών και η μονοτονία γίνεται γιορτή.

Είναι οι συμμετέχοντες στην εκδήλωση, που γίνεται παράλληλα με το συνέδριο και θέλουν να δώσουν χρώμα εποχής στους ομιλητές και τους κατοίκους του τόπου μας.

Η πομπή ξεκινά και συγχρόνως και οι φωτογραφίσεις. Όλοι οι ξένοι ακολουθούν και ενθουσιάζονται. Η αμηχανία γίνεται ενέργεια. Η παρέλαση σταματά στην πλατεία του Διοικητηρίου και όλοι παρακολουθούν τις επιδείξεις. Άλογα πηγαινοέρχονται με ιππότες εποχής, ήχοι παμπάλαιοι ζωντανεύουν, δίχως φολκλόρ επιδιώξεις, βηματισμοί παράδοσης επαναλαμβάνονται και τα πάντα χάνουν το μουντό τους χρώμα και γίνονται σολωμικά χαρούμενα.

Οι ξένοι απαθανατίζουν και πάλι και ξέρουμε όλοι ότι αυτές οι ευχάριστες στιγμές θα κάνουν το γύρο του κόσμου και θα διαφημίσουν θετικά το νησί μας, ισοφαρίζοντας το πρώην κιτς και αγνοώντας την εικόνα εκείνη, που το αποτέλεσμά της όλοι αυτές τις μέρες βλέπουμε, σαν σήριαλ κακόγουστο και απαίδευτο στην τηλεόραση.

Εκείνη την ημέρα η Ζάκυνθος έδειχνε ένα καλό πρόσωπο και όσοι την επισκέπτονταν θα κρατούσαν κάτι θετικό στην ανάμνησή τους, μεταφέροντάς το στις πατρίδες τους. Είναι, πιστεύω, μια από τις πιο σημαντικές προσφορές της Γκιόστρας, η οποία, εκτός από τον πολιτισμό, μπορεί να βοηθήσει και τον τουρισμό.

Μπορεί αυτό το κείμενο να φανεί σαν αυτολιβάνισμα, μια και είμαι ο πρόεδρος του σωματείου, που οργανώνει όλες τις εκδηλώσεις, τις σχετικές με τους ιππικούς αγώνες της Ζακύνθου, αλλά σίγουρα δεν είναι. Σαν πολίτης αυτού του τόπου, όπου ηθελημένα και νοιώθοντας καθαρά Επτανήσιος, από επιλογή του, μένει σ’ αυτό το μέρος, θέλω να εκφράσω δημόσια το πώς μπορούμε να αξιοποιήσουμε το μόνο μας πια βιοποριστικό αγαθό, τον τουρισμό και να ζήσουμε πιο άνετα μ’ αυτό, δίχως να καταντήσουμε οι σέμπροι των σέμπρων.

Η Γκιόστρα και όλα αυτά που κάνει όλο το χρόνο, από τις επιστημονικές αναζητήσεις, έως τις εκδηλώσεις στους δρόμους και τις πλατείες, μπορούν να αξιοποιηθούν και να καλυτερεύσουν τα πάντα. Αρκεί αυτό να το καταλάβουν οι αρμόδιοι και να βοηθήσουν. Αν αγαπήσουμε το νησί μας και το προσέξουμε, θα το αγαπήσουν και θα το προσέξουν και οι ξένοι. Αυτά και όποιος κατάλαβε!

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΤΟΠΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ ΩΣ «ΚΑΤΟΠΤΡΑ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ» ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΥΤΗ


Έχει κατά καιρούς υποστηριχθεί η άποψη ότι η Τέχνη δεν εκφράζεται ως τρόπος ζωής, αλλά ως απόσταγμα ζωής. Εντοπίζοντας το ενδιαφέρον στην Τέχνη του Λόγου και μάλιστα στην Ποίηση, ισχυριζόμαστε ανεπιφύλακτα ότι, όχι μόνον αποτελεί τρόπο ζωής, μέθοδο ψυχικής αναπνοής κι εξωτερίκευσης μυστικών εσωτερικών μιλημάτων, αλλά (ως εκ τούτου) είναι ταυτόχρονα και μνήμη θανάτου, με δύο συγκεκριμένους εντέλει στόχους: Την εξοικείωση μαζί του και -ει δυνατόν- την υπέρβασή του.

Ο Ποιητής, συνθέτοντας το έργο του, αποσυνθέτει πράγματα και καταστάσεις, μικρά και μεγάλα του ορατού και αόρατου κόσμου -πραγματικού και μεταπραγματικού- επίσημα και απλοϊκά, κατεστημένα και ανατρεπτικά του κοινωνικού γίγνεσθαι, αλλά κι εκείνα του περιθωρίου, με στόχους ανάλογους: Την υπέρβαση δηλαδή της φθοράς, το όσο γίνεται πιο ανώδυνο πέρασμα της ανθρώπινης υπόστασης προς το Αιώνιο. Ο Ποιητής δεν πανικοβάλλεται από την θέα και την συνάφεια με τον θάνατο. Αντίθετα, συνομιλώντας γι’ αυτόν (ή κάποτε και με αυτόν) αποκτά την ευκαιρία καταλλαγής μαζί του, μεταχειριζόμενος τις δυνατότητες που η Ποίηση ελεητικά τού παρέχει. Ο αρχέγονος εχθρός της ανθρώπινης φύσης, η κυριότερη αφύσικη απόρροια της προπατορικής πτώσης (κατά την παλαιοδιαθηκική θεώρηση) αποτελεί στο εξής για τον Ποιητή κατάσταση κατ’ ανάγκην φυσική. Συνυπάρχουν και μάλλον αλληλοπεριχωρούνται.

Όλες οι παραπάνω θέσεις, που εντελώς συνοπτικά ιχνογραφούν τις σχέσεις Ποίησης-Θανάτου, ισχύουν ασφαλώς, όπως θα δειχθεί στην συνέχεια, και για την περίπτωση του ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ, του σημαντικότερου -θεωρούμε- ποιητή του εικοστού αιώνα.


Όταν το φθινόπωρο του 1991 γιορτάσθηκαν παγκοσμίως τα ογδόντα χρόνια του, εκείνος -αντί άλλων κερασμάτων- μάς προσέφερε (αυτό κι αν ήταν προσφορά!!!) το ιδιαίτερα προχωρημένο απ’ όλες τις επόψεις ποιητικό έργο του, με τίτλο «Τα Ελεγεία της Οξώπετρας». Τότε λοιπόν οι πλείστοι όσοι άκριτοι κριτικοί νόμισαν ότι, λόγω ηλικίας, με το συγκεκριμένο βιβλίο του ήδη μάς αποχαιρετούσε. Η περί τον Ελύτην «θανατολογία» των ημερών εκείνων άνθισε τόσο, ώστε ο ίδιος ο Ποιητής αναγκάσθηκε δημόσια τότε να διαμαρτυρηθεί, δηλώνοντας με έμφαση τα ακόλουθα (Εφημερίδα Το Βήμα της Κυριακής, 1.12.1991, σ. Β6):

«Είναι κρίμα που ορισμένοι ερμηνεύουν τα “Ελεγεία” σαν ένα διάλογό μου με το θάνατο, επειδή ίσως σκέφτονται ότι είναι ένα θέμα που με απασχολεί περισσότερο απ’ όσο οτιδήποτε άλλο σήμερα στα ογδόντα μου χρόνια (…). Αυτοί οι άνθρωποι όμως δεν έχουν παρατηρήσει ότι το θέμα του θανάτου με απασχολεί σε όλα μου τα έργα κι όχι μόνον τα τελευταία χρόνια, που είχα μια περιπέτεια με την υγεία μου ή επειδή συμπλήρωσα την όγδοη δεκαετία του βίου μου. Λένε τώρα: έγινε ογδόντα ετών, φοβάται. Νομίζω πώς αυτή τη φορά με τα “Ελεγεία” το παράκαναν. Εγώ τύπωσα ένα ποιητικό βιβλίο κι εκείνοι το αντιμετώπισαν σαν να έβγαλα αγγελτήριο κηδείας! Μόνο που δεν βάλανε πένθος στο μανίκι. Κι είναι άσχημο, να τους δίνεις φως και να στο επιστρέφουν μοιρολόι».

Η τελευταία αυτή φράση του Ελύτη είναι σαφέστατη. Μιλώντας για τον θάνατο, σε καμιά περίπτωση ούτε μεμψιμοιρεί, μήτε μοιρολογάει. Απλώς, δίνει φως! Φωτίζει το έρεβος και τον αγνωστικισμό, που συνήθως σκιάζουν τον περί θανάτου προβληματισμό μας και, κατά συνέπειαν, ως κορυφαίος αυτός μελωδός της ανθρώπινης τραγωδίας (αν όχι κάποτε και κωμωδίας), οδηγεί όλους εμάς στην κάθαρση της ύπαρξης.

Από την πρώτη ήδη ποιητική έξοδό του στον κόσμο (ή, αν θέλετε καλύτερα, την πρώτη είσοδό του στην ψυχή), με το βιβλίο «Προσανατολισμοί», ο θάνατος διαφαίνεται στο σκηνικό, αλλά δίχως ιδιαίτερη ισχύ. Το αντίπαλον δέος του εκφράζεται με την αγάπη προς κάθε τι το έμψυχο ή το άψυχο. Με την αποφασιστική δύναμη της νεότητας φέρει δυνάμει τις προοπτικές για την αχρήστευση του αρχαίου εχθρού. Η διακήρυξή του στο ποίημα «Ελένη» (σ. 75) είναι δηλωτική αισιοδοξίας και σιγουριάς:

«Δεν είναι ο θάνατος που θα μας ρίξει κάτω
Μια που Εσύ υπάρχεις…»

Και στις «Αιθρίες» (σ. 93) επίσης σαφέστατη:

«Ω νεότητα
Πληρωμή του ήλιου
Αιμάτινη στιγμή
Που αχρηστεύει το θάνατο».

Μα ο θάνατος, κατά τον Ελύτη, δεν αχρηστεύεται μόνο με την αγάπη και με την ορμή της ήβης. Έρχονται κάποιοι δίσεκτοι καιροί, κατά τους οποίους η απώλεια μιας συμβατικής και συμβιβασμένης ενδεχομένως ζωής οιωνίζεται την αθανασία. Η αυτοθυσία π.χ. του «χαμένου ανθυπολοχαγού της Αλβανίας» καρπίζει «άσμα ηρωικό και πένθιμο», μες από το οποίο, με λόγο πασχαλινό - αναστάσιμο, αθανατίζεται ο θανατωμένος πολεμιστής (σ. 36):

«Πουλιά καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!»
«Σύντροφοι σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει!»

Το ίδιο συμβαίνει στην συνέχεια και στο μεγαλόπνοο  σύνθεμά του, «Το Άξιον Εστί» (σ. 70):

«Τώρα το χέρι του Θανάτου
αυτό χαρίζει τη Ζωή
και ο ύπνος δεν υπάρχει»,

για να δώσει πολύ αργότερα μες στο έργο του «Ο Μικρός Ναυτίλος» (σ. 96) διαστάσεις μεσσιανικές στον ποιητικό λόγο του, παραπέμποντας στα υπαινικτικά περί του Μεσσία κείμενα του Πλάτωνα και του Αισχύλου:

«Και αφού σ’ εξοντώσουν θα ‘ναι ακόμη ωραίος
ο κόσμος εξαιτίας σου
η καρδιά σου - καρδιά
Πραγματική στη θέση εκείνης που μας πήρανε
Ακόμη θα χτυπά και μια ευγνωμοσύνη
Από τα δέντρα που άγγιξες θα μας σκεπάζει».

Παράλληλα όμως και πίσω από την επιφαινόμενη αισιοδοξία του Ποιητή, ξεδιακρίνουμε να υποφώσκει το δέος του Τέλους, που φθάνει στις «Έξη και μία τύψεις για τον ουρανό» (σ. 18) να γίνει «καημός»:

«Ο καημός του θανάτου τόσο με πυρπόλησε, που η
λάμψη μου επέστρεψε στον ήλιο».

Στο ερωτικό «Μονόγραμμά» του, εξάλλου, αναλογιζόμενος τον κόσμο (ποιον κόσμο;) μετά την δική του προσωπική κατάληξη, επανέρχεται περισσότερο ελεγειακός:

« Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς…» (σ. 13)

Όσο περνούν τα χρόνια και σωρεύουν στο σώμα τα στίγματα της φθοράς ανεξίτηλα και πάνω στην ασθμαίνουσα καρδιά σπαράγματα ελπίδων και ανέλπιδης  κάποτε αγάπης, τόσο η αγωνία επιτείνεται. Η απόλυτη βιολογική ολοκλήρωση με την επιστροφή στην χοϊκή υπόστασή μας και την ανάλυση στα στοιχεία μας, η αναπότρεπτη αποδέσμευση από τους «δερμάτινους χιτώνες» (Γεν 3,21) και μάλιστα ο σκεπτικισμός για τα πέραν της εντάφιας εμπειρίας συνιστούν πρωταρχικά υπαρξιακά προβλήματα ιδιαίτερα για τον ποιητή, τον κάθε ποιητή και μάλιστα για τον Οδυσσέα Ελύτη.

Και όμως, αντιστέκεται!... Στην πρώτη κιόλας σελίδας των «Εν λευκώ» θεωρητικών κειμένων του (σ. 17) συλλογιέται:

«… Ο θάνατος μπορεί να είναι λιγότερο ή περισσότερο σωστός, θέλω να πω λιγότερο ή περισσότερο ένας χαμός ανεπανόρθωτος, ανάλογα με τον τρόπο που θα τον δεχτείς…».

Νωρίτερα, στο ποίημα του «Villa Natacha» από «Τα Ετεροθαλή» (σ. 46 εξ.) θεωρεί ότι

«Πρέπει και θάνατος να θανατώνεται και η φθορά
Να φθείρεται…»,

γι’ αυτό και στο «Σηματολόγιον» (σ. 13), με παρρησία και γενναιότητα, συμβουλεύει τον καθένα:

«Κάνε άλμα πιο γρήγορο από την φθορά».

Η Τέχνη στην κάθε μορφή της εκφρασμένη, (όταν πάντως είναι μεγάλη, άρα διασώζουσα), αποτελεί διέξοδο προς την Ζωή, θύρα προς την Αιωνιότητα, όντως «άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά». Μες από την «Ωδή στον Πικασό» («Τα Ετεροθαλή», σ. 23), καταγράφει ο Ελύτης κάποιες εικαστικές τεχνικές υπέρβασης του θανάτου, που αφορούν στη μεγαλοσύνη του Ισπανού Κυβιστή Καλλιτέχνη:

«(…) εσύ θυελλοχαϊδεμένε
Πικασσό Παύλε αρπάζεις τον θάνατο από τους καρπούς των χεριών
Και τον παλεύεις ωσάν ωραίο κι ευγενικό Μινώταυρο
Που όσο χάνει εκείνος το αίμα του τόσον εσύ αντρειεύεσαι»,

ενώ μιλώντας για την καταλυτική επιρροή της Μουσικής ισχυρίζεται στο «Εν λευκώ» (σ. 256), ότι «κάθε μεγάλη μουσική, στο βάθος, είναι μια καταφρόνεση θανάτου», μια και «η τέχνη, ακόμα και όταν οδηγείται προς τον θάνατο, τον ανεβαίνει, δεν πέφτει μέσα του» (ό.π., σ. 257).

Αλλά και ο ίδιος ο Ποιητής πράττει με την Τέχνη τού Λόγου τα ανάλογα. Αναλύοντας από κάθε οπτική τις δεδομένες και άδηλες εκδοχές του θανάτου, συνθέτει ταυτόχρονα λέξεις, στίχους, ποιήματα – αντίδοτα του Τέλους. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, που ο Ελύτης, σε μιαν όντως χαώδη χρονική περίοδο ιστορικής και πνευματικής παρακμής, κατά την οποίαν ενηλικιώνεται λογοτεχνικά, καταφέρνει γόνιμα να σπάσει την μεθόριο της γλώσσας και να καθιερώσει την δική του άποψη, δίχως να εγκλωβισθεί μόνιμα ποτέ στους όποιους συμβιβασμούς φόρμας και ιδέας. Ούτε είναι τυχαίο, που κατορθώνει να συναρμολογήσει με μαστοριά Κοσμοπλάστη τα τόσα και τόσα παραθεωρημένα θραύσματα συναισθημάτων κι ενοράσεων. Η αντίστασή του είναι τελικά στον θάνατο. Στο βιβλίο του μάλιστα, υπό τον τίτλο «Ο κήπος με τις αυταπάτες» (σ. 54), μιλάει γι’ αυτό ακριβώς: «Κόβω κάτι δαγκωνιές του θανάτου τόσο ισχυρές που, ώσπου να συνέλθει, προφταίνω να πάρω μια καινούργια παράταση».

Η κάθε λογοπλοκή μα και η λογοπλασία, η κάθε παύση του ή το εσκεμμένο λευκό της σελίδας, το σπάσιμο του συντακτικού ειρμού (συχνότερα στο προ τού θανάτου του εκδεδομένο ποιητικό βιβλίο του, δηλαδή το «Δυτικά της Λύπης») πειραματίζεται την αθανασία. Ψάχνει και ανακαλύπτει νεότερους τρόπους εξόδου από τα συμβατά της γλώσσας και της νόησης, για να προσπελάσει έτσι -σώος από την τύρβη και την τριβή της καθημερινότητας- στο Ανείπωτο και το Απερινόητο, όπου η διάρκεια δεν διανύεται και ο χρόνος δεν μετράει. Άρα, η Ποίησή του συμπεριφέρεται δισυπόστατα: Ως φορείο της τραυματισμένης από χίλιες αιτίες ύπαρξης, αλλά ταυτόχρονα δρα και ως «πάσχα» (πέρασμα, διάβαση δηλαδή) σωτηρίας, εκεί που όλα νομίζονται τετελεσμένα. Ως «Αντιφωνητής» στη «Μαρία Νεφέλη» (σ. 19) εξομολογείται με λόγους προσευχητικούς:

«Ποίηση ώ Αγία μου-συγχώρεσέ με
Αλλά ανάγκη να μείνω ζωντανός
να περάσω από την άλλη όχθη»,

επειδή έχει πεισθεί,

« Ότι έχει κι ο θάνατος τη δικιά του Ερυθρά Θάλασσα»,

καθώς προφητικά σημειώνει στο «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου» (σ. 26).

Στο έργο του «Ο Μικρός Ναυτίλος» (ποίημα XXIV, σ. 117), μιλάει για την άλλη, την υπερλογική θεώρηση των πραγμάτων, που ως Ποιητής πρεσβεύει και, που μέσω αυτής, έστω και δια του θανάτου, θεάται την αθανασία:

«ΓΙΑ ΟΠΟΙΟΝ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ είναι “τοπίο” - η ζωή μοιάζει εύκολη και ο θάνατος επίσης. Αλλά για τον άλλον είναι κάτοπτρο αθανασίας, είναι διάρκεια. Μια διάρκεια που μόνον το ίδιο της το εκθαμβωτικό φως δεν σ’ αφήνει να τη συλλάβεις.
Εάν υπήρχε τρόπος να βρίσκεται κανείς, την ίδια στιγμή, μπρος και πίσω απ’ τα πράγματα, θα καταλάβαινε πόσο το άνοιγμα του χρόνου που καταβροχθίζει απλώς γεγονότα, χάνει τη σημασία του, όπως, ακριβώς, μέσα σ’ ένα ποίημα. Και τότε -αφού είναι μια ανάπτυξη του ακαριαίου ή, αντίστροφα, μια σύμπτυξη του ατέρμονος το ποίημα- να κερδίσει την ελευθερία του χωρίς να καταφύγει σε κανενός είδους πυρίτιδα.

Μόνον ένα πράγμα να μπορούσε να συνειδητοποιήσει: ότι δεν τα κρατάνε όλα οι ζωντανοί».

Στην πρώτη (αβασάνιστη) αναγνώριση ορισμένων άλλων σημείων του ίδιου έργου («Ο Μικρός Ναυτίλος», σ. 99), νομίζει κανείς ότι ο Ποιητής υποκύπτει σ’ αυτό που λένε «πεπρωμένο», διότι  με κάποια δόση πικρίας διαπιστώνει:

«Και το πιο  σπουδαίο απ’ όλα: θα πεθάνεις.
Ο Κεράτιος ο άλλος θα σου ανοίξει
Στόμα να περάσεις με το πρόσωπο άσπρο
Ενώ και η μουσική θα συνεχίζεται και στα δέντρα επάνω
Που ποτέ δε γύρισες να δεις η πάχνη θ’ απολύει
Ένα-ένα τα έργα σου»,

αλλά ο ίδιος ετεροχρονισμένα στο «Σηματολόγιον» (σ. 95) μάς έχει δώσει λύση (κλειδί εξόδου), που είναι ταυτόχρονα λόγος παραμυθίας και παράγγελμα:

«Αν είναι να πεθάνεις
πέθανε
αλλά
κοίτα να γίνεις
ο πρώτος πετεινός μέσα στον Άδη».

Είναι σαφέστατη εδώ, αλλά και στην εν γένει λογοτεχνική συμπεριφορά τού Ελύτη, η προσδοκία της Ανάστασης, το να είναι αυτός ο Πρώτος, που θα ευαγγελισθεί την πρωτόφαντη αυτή αυγή της ύπαρξης, εκεί «δυτικά της λύπης» (όπου ασφαλώς ανατέλλει η Χαρά), ο Πρώτος, που θα κηρύξει την ασυναγώνιστη εμπειρία μετά την σκοτοδίνη και το σκιώδες του θανάτου, αρχίζοντας μάλιστα έργο αναστατικό απ’ αυτή κιόλας την πολιτεία του Άδη, ως άλλος Πρόδρομος Ιωάννης, ο οποίος, σύμφωνα με την υμνολογική παραδοχή, «χαίρων ευηγγελίσατο και τοις εν Άδη».
     
Στο ποίημα «Πάτμος», από το έργο «Μαρία Νεφέλη» (σ. 24), παραδέχεται ο Ποιητής ότι ο θάνατος, όχι τόσον ο βιολογικός όσον ο πνευματικός εδώ, απορρέει και λειτουργεί ως συνέπεια άρνησης ή ανικανότητας ν’ αφουγκρασθεί δημιουργικά ο άνθρωπος τα ενεργήματα μιας ουράνιας Αποκάλυψης. Λέει:

«Είναι πριν τον γνωρίσεις που αλλοιώνει ο θάνατος,
από ζώντας με τις δαχτυλιές του επάνω μας
ημιάγριοι το μαλλί αναστατωμένο σκύβουμε
χειρονομώντας πάνω σ’ ακατανόητες άρπες. Αλλ’ ο κόσμος φεύγει…
Άι άι δυο φορές τ’ ωραίο δε γίνεται
δε γίνεται η αγάπη.

Κρίμας κρίμας κόσμε
σ’ εξουσιάζουν μέλλοντες νεκροί,
και κανείς κανείς δεν έλαχε
δεν έλαχε ν’ ακούσει ακόμη
καν φωνήν αγγέλων και υδάτων πολλών
καν εκείνο το “έρχου” που σε νύχτες αϋπνίας μεγάλης ονειρεύτηκα».

Είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι ο Ελύτης, ευρισκόμενος «εν τη νήσω τη καλουμένη Πάτμω» (Απ 1,9), δεν μπορεί, παρά με τον τρόπο του, να θεολογεί. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαία η ενασχόλησή του με τη «Αποκάλυψη του Ιωάννου» και η απόδοση σε νεοελληνική μορφή του ιερού αυτού κειμένου, με την οποίαν έχει ήδη πλουτίσει την Γραμματεία μας. Η στέρηση της θέας του Θεού (όχι πια του θεού των θρησκειών, αλλά του ζωντανού Αποκαλυπτόμενου Θεού) επιφέρει «από ζώντας τις δαχτυλιές (του θανάτου) επάνω μας». Κι ετούτος ο θάνατος είναι -αλίμονο- ο πλέον επικίνδυνος, ο δίχως περιθώρια διάσωσης στην «απέναντι όχθη», δίχως επιστροφές. Για τον άλλον, τον βιολογικό, εκείνον που φοβίζει συνήθως τους ανθρώπους περισσότερο, ο ποιητής εισηγείται μιαν ακόμη διέξοδο παράκαμψής του («Μαρία Νεφέλη», σ. 116):

«Εάν υπάρχει τρόπος να πεθάνεις χωρίς
ν’ αφανίζεσαι – είναι αυτός: μία διαφάνεια
όπου τα ύστατα συστατικά σου - δρόσος,
φωτιά – όντας ορατά για όλους, έτσι κι
αλλιώς, θα υπάρχεις κι εσύ εσαεί».

Και παρότι στο «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου» (σ. 35) έχει παραδεχθεί ότι

«Γεγονός είναι ο θάνατος που επίκειται
φορτωμένος κάτι ευτυχίες παλιές
και κείνη την πολύ γνωστή (που λευκάνθηκε στις άγριες ερημιές) απελπισία»,

στα «Ελεγεία της Οξώπετρας», περισσότερο φιλοσοφικός και στο έπακρο απαιτητικός από την Τέχνη του Λόγου, στο ναό της οποίας επάξια θήτευσε, συγκεφαλαιώνει τις ανατρεπτικές θεωρήσεις του για τα όσα Παρελθόντα και τα όποια Μελλούμενα, κυρίως τα δεύτερα. Ζει την αλήθεια των πραγμάτων, αποκρυπτογραφεί τα κρύφια μηνύματα που εκπέμπουν, προσδέχεται και μας αντιπροσφέρει την αλήθεια της ζωής, για να παραμείνει ζωντανός και μετά θάνατον. Μας δηλώνει ότι

«Ζω για τότε που δεν θα υπάρχω»
(«Περασμένα Μεσάνυχτα», σ. 21)

με την πεποίθηση ότι

«Η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται»
(«Ρήμα το σκοτεινόν», σ. 37).

Και όλα ετούτα, επειδή, όπως χαρακτηριστικά διακηρύσσει,

«Δεν εγεννήθηκα ν’ ανήκω πουθενά
Τιμαριώτης τ’ ουρανού κει πάλι ζητώ ν’ αποκατασταθώ
στα δίκαιά μου. Το λέει κι ο αέρας
από μικρό το θαύμα είναι λουλούδι και άμα μεγαλώσει θάνατος».
(«Ακινδύνου, Ελπιδοφόρου, Ανεμποδίστου», σ. 7 εξ.)

Είναι ολοφάνερο, ότι ο Ποιητής διαχωρίζει άρδην την θέση και την στάση του έναντι των λοιπών, ως προς το κορυφαίο ετούτο γεγονός της ύπαρξης. Στο ποίημα «LA PALLIDA MORTE» (σ. 19) γράφει:

«… οι άνθρωποι αγαπούν τους τάφους και με ευλάβεια σωρεύουν όμορφα λουλούδια
εκεί
Όμως απ’ αυτούς, ο θάνατος, κανένας δεν γνωρίζει τίποτε να πει
Μόνον ο ποιητής. Ο Ιησούς του ήλιου. Ο μετά κάθε Σάββατο ανατέλλοντας
Αυτός. Ο Είναι, ο Ήταν και ο Ερχόμενος»,

Αυτός, θα συμπληρώναμε εμείς, που κατέχει σε όλες τις πτυχές του το μυστηριώδες «μη λεγόμενον» (ό.π., σ. 18) και που ήδη όμως, από την εποχή της «Μαρίας Νεφέλης», μάς είχε σε άλλη διάλεκτο εκμυστηρευθεί. Ότι δηλαδή

«(…) ο μόνος θάνατος ο μόνος είναι αυτός
που έφτιαξαν με τον νου τους οι άνθρωποι»
(«Ο προπατορικός Παράδεισος», σ. 62),

επειδή, όταν Εκείνος έρχεται,

«Χλωμός και με ύφος ένοχο (σαν να μην ήθελε αλλά πρέπει)
[………………………………………………………………
………..] άφωνος μένει ο άνθρωπος
Η ψυχή μόνον. Αυτή
Σαν μητέρα νεοσσών όπου κίνδυνος κάνει φτερούγα
Και από τις καταιγίδες μέσα λίγα ψίχουλα
Γαλήνης υπομονετικά συνάζει (…)»
LA PALLIDA MORTE», σ. 18 και 19)

Τελικά, ο θάνατος δεν είναι, δεν υφίσταται για όσους ενσυνείδητα κι ευσυνείδητα βιώνουν την ασκητική της Αγάπης, της Αλήθειας, της Αυτοθυσίας, της Αθωότητας, της Απλότητας (μεγαλειώδους έτσι κι αλλιώς), της Ειλικρίνειας των σχέσεων, της Διαφάνειας των συναισθημάτων, του Έρωτα με τα πράγματα και τα είδη όλα, μια ζωή Σταυρού δηλαδή και Ανάστασης.

Στο «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου» (σ. 33) υπάρχει μια ποιητική παράθεση ονομάτων, ένα αλφαβητικό προσκλητήριο τόπων - συμβόλων, επί των οποίων δεν δύναται ο θάνατος να ισχύει πια. Θα υπέθετε κανείς ότι αφορούν σ’ ένα τέμπλο νοητό της πατρίδας, σε μορφές καθαγιασμένες από ένα εικονοστάσι ελληνικό, όπου ο καθείς αθανατίζεται με «αρετήν και τόλμην», που θάλεγε ο Κάλβος, εξ’ ού και απελεύθεροι πλέον από τα δεσμά της όποιας φθοράς (έχοντας ήδη καταργήσει «θανάτω θάνατον»), αντέχουν διαρκώς σ’ έναν -με τροπική έννοια- ουρανό ανέφελο και διαυγέστατον, αφού, όπως εμφατικά στο «Εν λευκώ» μας βεβαιώνει (σ. 27), «δεν υπάρχουν σύννεφα στον ορίζοντα του ελληνικού θανάτου». Να, το ποίημα:

«Σ’ ΟΛΟΥΣ ΤΟ ΨΙΛΟΒΡΟΧΟ κάτι λέει. Σε μένα τίποτα.
Σφάλισα τα τζάμια κι άρχισα να καλώ αλφαβητικά: τον Άγγελο της Αστυπαλαίας∙ την Βρησιίδα∙ τα Γαυγάμηλα∙ τον δούλο του Κριναγόρα∙ τον Ελλήσποντο∙ τα Ζαγόρια∙ τον Ηλία τον Προφήτη∙ τον Θεόδωρο νεομάρτυρα Μυτιλήνης∙ την Ισσό∙ τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο∙ την Λαΐδα∙ τον Μαστρ’- Αντώνη∙ τον Νικία∙ την ξέρα της Αγίας Πελαγίας∙ τον Όμηρο∙ (μαζί με ολόκληρη την Ιλιάδα του)∙ τους Πελασγούς∙ τη Ρωξάνη∙ τη Σθενελαΐδα∙ τα Ταταύλα∙ τον Ίβυκο (ερωτομανέστατο)∙ τη Φαιστό∙ τις Χοηφόρες∙ τα Ψαρά∙ και τον Ωριγένη.

Ξημερώθηκα έχοντας διατρέξει την ιστορία του θανάτου της Ιστορίας ή μάλλον την ιστορία της Ιστορίας του Θανάτου (και αυτό δεν είναι λογοπαίγνιο)».


Η χαρτογράφηση των τοπίων θανάτου, που προκύπτει, όχι απλά ως φιλολογική επισήμανση κάποιων σημάτων μελαγχολίας ή φοβίας, αλλά κυρίως ως ανίχνευση των διασωτικών «κατόπτρων αθανασίας», διάσπαρτων έτσι κι αλλιώς στην ποιητική ενδοχώρα του Οδυσσέα Ελύτη, δεν εξαντλείται οπωσδήποτε σ’ αυτήν εδώ την ενασχόλησή μας. Ίσως τώρα μόλις αρχίζουμε κάπως να υποψιαζόμαστε. Και τούτο, διότι μια τέτοια ποίηση, έμψυχη και μετα-ιστορική, ενέχει πάντοτε το στοιχείο των πολλαπλών εκδοχών και της δημιουργικής έκπληξης, πράγμα για το οποίο και ο ίδιος στα «Τρία ποιήματα με σημασία ευκαιρίας» (σ. 39) αυτοερμηνευτικά μάς προειδοποιεί:

«Μόνο που υπάρχει και μια διαφορετική εκδοχή: μη με πιστεύετε

                                 όσο γερνώ τόσο λιγότερο καταλαβαίνω

                                                                η πείρα μού ξέμαθε τον κόσμο».

Στην «πείρα», που τού «ξέμαθε τον κόσμο», αυτόν της αθωότητας και της διαφάνειας, θα προσθέταμε και την πυρά του θανάτου, που τού αποκαλύπτει όμως ολοένα και μοναδικά το πολυδιάστατο (ή καλύτερα, το αδιάστατο) του Απείρου.

Στις σκέψεις πάντως που προηγήθηκαν, δείχθηκε με κάθε δυνατή συντομία το αδούλωτο του πνεύματος απέναντι στο ευάλωτο της σάρκας, το δίκαιο του ποιήματος απέναντι στο απρεπές του θανάτου. Για τούτο, σε τελευταία ανάλυση, ο Ελύτης εθήτευσε μέχρι την ύστατη στιγμή στην Ποίηση. Το έχει δηλώσει ο ίδιος, άλλωστε, προ πολλού στα πάντοτε «Ανοιχτά Χαρτιά» του (σ. 39):

«Να γιατί γράφω. Γιατί η Ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος». Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι η ίδια με την πρώτη αλλά που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε ν’ ανιχνεύσει η ψυχή, στα σύνορα των αντίθετων, εκεί που ο Ήλιος και ο Άδης αγγίζονται. Η ατελεύτητη φορά προς το φως το φυσικό που είναι ο Λόγος, και στο φως το Άκτιστον που είναι ο Θεός. Γι’ αυτό γράφω. Γιατί με γοητεύει να υπακούω σ’ αυτόν που δε γνωρίζω, που είναι ο εαυτός μου ολάκερος, όχι ο μισός που ανεβοκατεβαίνει τους δρόμους και «φέρεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρρένων του Δήμου».
       Είναι σωστό να δίνουμε στο άγνωστο το μέρος που του ανήκει∙ να γιατί πρέπει να γράφουμε. Γιατί η Ποίηση μάς ξεμαθαίνει από τον κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε∙ τον κόσμο της φθοράς που, έρχεται κάποια στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά, με την έννοια που ο θάνατος είναι η μόνη οδός για την Ανάσταση».

[Από το βιβλίο του π. Παναγιώτη Καποδίστρια, Σχεδιάσματα εγκωμίων για τον Οδυσσέα Ελύτη, Αθήνα 1997, σσ. 7-28]

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email