© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

Gustavo Adolfo Bécquer: ΠΟΙΗΜΑΤΑ (Μετάφραση: Ελένη Δημάκου)


[Από το βιβλίο "Γουσταύο Αδόλφο Μπέκερ: Ποιήματα".
Επιλογή - Μετάφραση - Εισαγωγή: Ελένη Δημάκου, εκδόσεις Κουλτούρα, Αθήνα 2009]


XXI

-Τι είναι η ποίηση; Με ρωτάς
ενώ καρφώνεις τα γαλάζια μάτια σου
στα δικά μου.
Τι είναι η ποίηση...! Και με ρωτάς;
Εσύ είσαι η ποίηση!


XXXVIII

Οι στεναγμοί είναι αέρας
και σπάνε στον αέρα!
Τα δάκρυα είναι νερό
και πάνε στη θάλασσα!
Πες μου, γυναίκα, όταν η αγάπη
λησμονιέται,
ξέρεις εσύ πού πάει;


LXXXIV

Μπορεί να σκοτεινιάσει για πάντα ο ήλιος,
μπορεί να στεγνώσει σε μια στιγμή η θάλασσα,
μπορεί να σπάσει της γης ο άξονας
σαν εύθραυστο κρύσταλλο.
Όλα μπορούν να γίνουν! Μπορεί κι ο θάνατος
να με σκεπάσει με το πένθιμο πέπλο του,
όμως ποτέ δεν μπορεί να σβήσει μέσα μου
η φλόγα της αγάπης σου.


ΧΧΧ

Στα μάτια της κρεμόταν ένα δάκρυ
και στα χείλη μου λόγια συγνώμης,
μίλησε η περηφάνεια της και στέγνωσε το κλάμα
και τα λόγια δεν βγήκαν απ' τα χείλη μου.

Τώρα ο καθένας μας παίρνει το δρόμο του,
όμως σαν σκέφτομαι την αγάπη μας αναρωτιέμαι:
γιατί σώπασα εκείνη τη μέρα;
Κι' αυτή ίσως πει: γιατί δεν έκλαψα;


LXIII

Σαν σμήνος από θυμωμένες μέλισσες
από μια σκοτεινή γωνιά της μνήμης
βγαίνουν και με καταδιώκουν
οι αναμνήσεις απ' τα περασμένα.

Πόσο θέλω να φύγουν! Όμως, μάταιος κόπος!
Με τριγυρίζουν όλες, με καταδιώκουν,
και να καρφώσουν έρχονται το μυτερό κεντρί τους
που την ψυχή φλογίζει.


ΧΧΙΙΙ

Για μια ματιά, τον κόσμο.
Για ένα χαμόγελο, τον ουρανό.
Για ένα φιλί... Κι' εγώ δεν ξέρω
τι θα σού έδινα για ένα φιλί!


XLIV

Σαν ανοιχτό βιβλίο διαβάζω
το βάθος των ματιών σου.
Γιατί τα χείλη σου να προσποιούνται πως γελούν
ενώ τα διαψεύδουν τα μάτια σου;

Κλάψε! Μη ντρέπεσαι να ομολογήσεις
πως μ' αγάπησες λίγο.
Κλάψε! Κανείς δεν μάς κοιτάζει.
Και με βλέπεις;
Είμαι άντρας.... κι' όμως κι' εγώ κλαίω.


ΧΧ

Να ξέρεις, εάν κάποτε
ένας ζεστός αέρας κάψει
τα κόκκινα χείλη σου,
ότι η ψυχή, όπως μπορεί
να μιλάει με τα μάτια,
έτσι μπορεί να σε φιλάει
με το βλέμμα.


XVII

Σήμερα η γη κι' ο ουρανός μού χαμογελούν,
σήμερα φτάνει στα βάθη της ψυχής μου ο ήλιος,
σήμερα την είδα... την είδα και με κοίταξε...
Σήμερα πιστεύω στο Θεό!

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2009

π. Βασιλείου Θερμού: Η ΑΔΗΛΗ "ΠΟΙΗΣΗ" ΤΩΝ ΚΡΥΦΩΝ "ΙΕΡΕΩΝ"

Υπάρχουν ιερείς που γράφουν ποίηση. Για να φανερώσουν στον κοινό έλεγχο τις μύχιες ευαισθησίες πού ακούσαμε προηγουμένως. Για να υποβάλουν τα αισθήματά τους στο γονιμοποιό άγγιγμα του αδελφού και να τού τα παραδώσουν φιλάδελφα για τη δική του γονιμοποίηση. Ιερείς οι οποίοι, πέρα από τη φωτιά του Θυσιαστηρίου που είναι πάντα το μείζον, «ανάβουν στίχους να ξορκίσουν το κακό που πλάκωσε τη χώρα», για να θυμηθούμε τον Ρίτσο.
Υπάρχουν όμως άνθρωποι που ζουν την ποίηση. Η ποιότητα των αισθημάτων τους είναι ποιητική, ο ίλιγγος της ακροβασίας στον οποίο επιδίδεται η ψυχή τους διαθέτει δημιουργική δύναμη, τα αγκομαχητά της ύπαρξης τους μεταμορφώνουν αργά την καρδιά και τον λόγο. Είναι οι άνθρωποι που παράγουν ποίηση, η οποία όμως δεν θα φτάσει ποτέ στο χαρτί. Τους δόθηκε η χάρη «να μιλήσουν απλά, χωρίς πολλά μαλάματα», για να θυμηθούμε τον Σεφέρη. Ίσως να μην καταλαβαίνουν την ποίηση και οι ίδιοι όταν την διαβάζουν. Σ' αυτούς πιθανόν ν' ανήκουν και κάποιοι από σάς.
Υπάρχουν επίσης άνθρωποι πού παλεύουν στη ζωή με ιερατικό ήθος. Είναι οι άτυποι «ιερείς» που ανταποκρίνονται στη διαχρονική ιερατική κλήση του Θεού προς το ανθρώπινο γένος, χωρίς να το γνωρίζουν, και φυσικά, χωρίς να καυχώνται γι' αυτό. Είναι αυτοί πού προσφέρουν όχι αναίμακτη αλλά αιματηρή (από το αίμα της ψυχής τους) ιερουργία στην αγία τράπεζα τού είναι τους. Αυτοί οι οποίοι στηρίζουν τον κόσμο, που ευεργετούν ανεπίγνωστα όλους μας. Σ' αυτούς πάλι ίσως ν' ανήκουν και κάποιοι από σάς.
Τότε γιατί να χρειάζεται ξεχωριστή μνεία και δημόσια πανήγυρη το γεγονός ότι κάποιοι ιερείς γράφουμε ποίηση; Αφού δεν είναι αυτονόητο ότι διαθέτουμε ιερατικό ήθος και μόνο από την ιδιότητα μας. Και εφ' όσον άλλοι ενδέχεται να εκβάλλουν φωνήεντες στεναγμούς, περισσότερο ποιητικούς από τούς δικούς μας, αλλά τούς λείπει ἡ ικανότητα να τούς βάλουν σε λέξεις. Αφού των αισθημάτων η συνειδητοποίηση και η αποτύπωσή τους στο χαρτί μπορεί και να είναι υπόθεση κάποιων κυτταρικών κυκλωμάτων του εγκεφάλου. Κάτι δηλαδή για το οποίο δεν μοχθήσαμε, δόθηκε.
Να γιατί δεν αποτελεί επιβεβλημένη τυπική αβροφροσύνη αλλά αυτονόητη αλήθεια να ομολογήσουμε ότι μία τέτοια βραδιά ανήκει σ' εκείνους πού δεν έγραψαν ποτέ ποίηση, ούτε καν το διανοήθηκαν. Σ' εκείνους που ίσως και να μην καταλαβαίνουν την ποίηση όταν την ακούν. Σ' εκείνους ακόμη που μένουν μακριά από την ιεροσύνη χωρίς να έχουν ποτέ φιλοσοφήσει την ουσία της. Αλλά που ζουν ποιητικά και ιερατικά. Που ενσαρκώνουν το στίχο του Ελύτη: «Λάμπει μέσα μου εκείνο πού αγνοώ κι ωστόσο λάμπει».

Και επειδή κάποιοι από σάς ίσως ήδη αναρωτιέστε τι σημαίνει αυτό και ποιοι είναι αυτοί, ας αφήσω τους ίδιους τους ποιητές να το εκφράσουν. Ποιος είναι ο άδηλος «ποιητής» και κρυφός «ιερέας»;
Κατ' αρχήν είναι εκείνος πού διασώζει την απλότητα μέσα στη χαρά του, όπως μάς το διατύπωσε ο πεζογράφος ποιητής μας, ο κυρ-Αλέξανδρος:
«Τόσον πολύ ευτυχής ώστε ούτε το υποπτεύει».
Ύστερα έρχεται εκείνος που αποκρυπτογραφεί τη σιωπή, όπως μνημειακά το διέσωσε ο Τάσος Λειβαδίτης:
«Και κάθε φορά πού μου μιλούσαν για τον Θεό δεν τούς πίστευα. Αλλά ύστερα, όταν έμενα μόνος με τη σιωπή, καταλάβαινα και τον Θεό και το έργο του».
Κατόπιν ακολουθεί ο έλλογα εμπιστευόμενος, ο διακρίναντας την των πάντων αιτίαν, ο αυτοπαραδινόμενος στον Πλάστη του, ο Οποίος διά του Ρωμανού αποκαλείται:
«Ο ηνιοχεύων την των κινουμένων πνοήν».
Και μετά ιδού ο ποθών εν αγωνία την θεία τροφή του, ο επιπίπτων εις την Βασιλείαν ως «βρώσιν και πόσιν», κατά το υμνογραφικό της Εξόδου: «Νάουσαν ακρότομον προστάγματι σω / στερεάν εθήλασε πέτραν ισραηλίτης λαός / η δε πέτρα συ, Χριστέ, υπάρχεις και ζωή...».
Έπεται ὁ εραστής της συνεργίας, ο διά της πράξεως τον Θεόν εισάγων εις την οικουμένην. Πάλι ο Λειβαδίτης το εδήλωσε: «Κύριε, τι θάκανες χωρίς εμένα; Είσαι η μεγάλη σιωπηλή άρπα / κι είμαι το εφήμερο χέρι πού ξυπνάει τις μελωδίες σου».
Και από κοντά ο επ' ελπίδι αρδεύων και αρδευόμενος, κατά τον Σολωμό:
«Στον κόσμο τούτον χύνεται και σ' άλλους κόσμους φθάνει».
Και ακόμη εκείνος πού προσδοκά την αλήθεια μετά από το κατώφλι του θανάτου και γι' αυτό (και μόνο γι' αυτό) δεν φοβάται. Όπως μας το θύμισε ο Ελύτης:
«...Αλλ' / η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται».
Κι εκείνος που πασχίζει ν' αντέξει την όποια αναπηρία και ανημπόρια του και παρ' όλα αυτά να βγάλει μελωδία. Κυρίως μάλιστα όταν η αναπηρία δεν περνάει για τέτοια, όταν δεν τυγχάνει αναγνωρίσεως. Όπως μαστορικά ο Λειβαδίτης το αποτύπωσε:
«Ακριβώς όπως ένας άνθρωπος, ίσως, μπορεί να παίξει και μ ένα χέρι βιολί, όταν με το άλλο πρέπει να κρατήσει τη ζωή του».
Κι ακόμη εκείνος που χτυπιέται με το κακό και με τον Κακό, που πληγώνεται αλλά σηκώνεται, όπως ο Αρχηγός του, «κατάστικτος τοις μώλωψι και πανσθενουργός» κατά την Κασσιανή, την ποιήτρια της θεοσώμου ταφής. Που φροντίζει δημιουργικά να ιερατεύει τον πόνο, ώστε να πληρωθή το ρηθέν διά Ελύτη του ποιητού λέγοντος:
«Εάν μάς χτυπούν, να βγάζουμε ήχο καθαρό».

Αυτοί (σίγουρα και άλλοι που παρέλειψα) είναι οι κρυφοί «ιερείς» πού γράφουν άδηλη «ποίηση». Αύριο το πρωί θα ξαναγίνει ακόμη μια φορά εκείνο πού περιγράφει ο Κάλβος: «Τα μυρισμένα χείλη / της ημέρας φιλούσι / το αναπαυμένον μέτωπον / της οικουμένης». Και θα ξαναπάρουν τον δρόμο της καθημερινότητας που τούς δόθηκε και την αποστολή που έχουν να ολοκληρώσουν.
Ξένοι φαινομενικά και προς την ιεροσύνη και προς την ποίηση - και αυτό είναι το σκάνδαλο. Πώς γίνεται έξω από τη μάνδρα νάσαι πιό δεκτικός από τους μέσα ή πιο αγόγγυστος οδοιπόρος; «Είχα φτάσει τόσο μακριά που ένιωθα στον ώμο μου το στεναγμό του Θεού» δηλώνει πάλι ο Λειβαδίτης. Και μήπως είναι πιότερο μακάριοι που δεν το γνωρίζουν;
Και το σκάνδαλο κορυφώνεται όταν διαπιστώνεις στην πράξη ότι ξεφεύγουν από τα στερεότυπα που περίμενες, ίσως και να σε απογοητεύουν ή να σε κουράζουν με τη πρώτη ματιά. Πριν από χρόνια είχα άτεχνα αποπειραθεί να μιλήσω γι' αυτούς τους χειρώνακτες των αισθημάτων, αυτούς οι οποίοι θα αποτελέσουν τίς τύψεις μας των εσχάτων κι έτσι βγήκε αυτό το μικρό ποίημα:
«Πρόσωπα, αλλοίμονο!/ των αδελφών που βαστάζουν / επάνω τους τραχέα, / ιδιόρρυθμα, δυσήνια, / τα περάσματα της Αλήθειας / - όσα αρνηθήκαμε».
Είχαμε προειδοποιηθεί γι' αυτή την ξενότητα από τα παλιά τα χρόνια, όταν φιλοτεχνούντο τα σχέδια για τη Νέα Σιών. Εξαγγέλλει ο Ησαΐας: «Και οικοδομήσουσιν αλλογενείς τα τείχη σου... και ήξουσιν αλλογενείς ποιμαίνοντες τα πρόβατά σου και αλλόφυλοι αροτήρες και αμπελουργοί». Δεν είναι προσωπολήπτης ὁ Θεός μας. Και αυτό που προσπαθούμε να κάμουμε οι ιερείς ποιητές είναι τίποτε περισσότερο από το να ανοίξουμε την ψυχή μας στη μοναδικότητα του καθενός από αυτούς τούς διπλά ξένους, να τους αφουγκραστούμε σεβαστικά, να αναλάβουμε τις δοκιμασίες τους στην καρδιά μας, να γίνουμε η φωνή τους, όπως άλλωστε η λειτουργική μας διακονία μάς χρέωσε.
Σ ένα ιαμβικό τροπάριο των Χριστουγέννων ο Ιωάννης Δαμασκηνός λέει στον Χριστό: «Ήκεις, πλανήτιν πρός νομήν επιστρέφων / την ανθοποιόν εξ ερημαίων λόφων, / η των εθνών έγερσις, ανθρώπων φύσιν, / ρώμην βιαίαν του βροτοκτόνου σβέσαι, / ανήρ φανείς τε και Θεός προμηθεία».
Με την Ενανθρώπηση του Λόγου, δηλαδή, η περιπλανώμενη ανθρώπινη φύση επιστρέφει από τις ερημιές στην «ανθοποιόν νομήν». Ανθοποίησις - μήπως αυτός δεν είναι ο κλήρος του καθενός μας, και πιο πολύ του κλήρου;

[Η παραπάνω Ομιλία του π. Βασιλείου Θερμού εκφωνήθηκε κατά τη μουσικοφιλολογική εκδήλωση για την ΙΕΡΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, που διοργάνωσε στην Πάτρα ο θεολόγος και μουσικός Παναγιώτης Ανδριόπουλος, στις 14 Ιανουαρίου 2007. Από εκεί και η παραπάνω φωτό του π. Θερμού.

Ανάλογη Ομιλία έκαμε το ίδιο βράδυ και ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας, με τον τίτλο "Νύξεις για την ποίηση των ιερέων", την οποία μπορείτε ν' αναγνώσετε εδώ.]

Τρίτη, 3 Μαρτίου 2009

Εκδόσεις Περίπλους / Διονύσης Βίτσος: [Αποσπάσματα από έξι αθηναϊκές ιστορίες]


ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
Το σπίτι και ο χρόνος


Η γειτονιά «καλλιτέχνιζε». Αρκετοί γνωστοί των Γραμμάτων και Τεχνών ζούσαν στα πέριξ. Συχνά ανεβαίνοντας την οδό Ροβέρτου Γκάλι λίγο πριν την ανοιχτωσιά του «Διόνυσου», γωνία με την οδό Ουέμπστερ, στο ισόγειο έμενε ο Μποστ. Εάν το παράθυρο του γραφείου του, που έβλεπε την Ροβέρτου Γκάλι ήταν ανοικτό, σταματούσα προς στιγμή να κοιτάξω κλεφτά μέσα γιατί είχε πολλά έργα του αναρτημένα στον απέναντι του παραθύρου τοίχο. Θυμάμαι το ανάπτυγμα, σε κατά το μήκος τομή, ενός πλοίου μέσα στο οποίο μάλλον περίεργα πράγματα γινόντουσαν, αλλά η απόσταση και το μέγεθος δεν μου τα μαρτυρούσε. Από την κουνιάδα του, με την οποία έτυχε να παίρνουμε μαθήματα αγγλικών από την ίδια δασκάλα, έμαθα ότι ήταν η «Χριστίνα» του Ωνάση. Του το είπα όταν τον γνώρισα στην Θεσσαλονίκη το ’75, σε προεκλογική παρουσία του ΚΚΕ με το οποίο κατέβαινε υποψήφιος. Μαζί του ήταν και ο συνυποψήφιος του, ο εκλιπών πλέον, καθηγητής του Α.Π.Θ. Παύλος Πετρίδης.
Στην οδό Ουέμπστερ κατοικούσε και ο Σπύρος Βασιλείου. Το σπίτι ήταν όψιμου νεοκλασικισμού, στο οποίο είχαν κάνει προσθήκη δύο ορόφων, όπου βρισκόταν το διαμέρισμα και το ατελιέ. Λόγω της γνωριμίας μου με τις δύο θυγατέρες του, επισκεπτόμουν το σπίτι όπου και με εντυπωσίαζε ο μεγάλος πίνακας αναπαράστασης της θέας που είχε από την πίσω πλευρά, προς την Ανατολή.
Η εικόνα ξεκινούσε από τα Προπύλαια της Ακρόπολης και έφτανε στην νότια κορυφογραμμή του Υμηττού. Σχεδόν στη μέση στο κάτω μέρος, έβλεπα το σπίτι του αγαπημένου φίλου Γιώργου Π. Η αυλή του οποίου είχε μεσοτοιχία με το σπίτι των Βασιλείου και ήταν και ο λόγος γνωριμίας μας με τα κορίτσια. Όχι πολύ μακριά από τον Σπύρο Βασιλείου, μένει ακόμη ο Μίκης Θεοδωράκης.
Στη συμβολή των οδών Μισαραλιώτου και Βεΐκου ήταν μέχρι τα μέσα του ’60 και η διώροφη κατοικία της οικογένειας του ζωγράφου Αλ. Αλεξανδράκη. Από τα ωραιότερα εκλεκτιστικά κτίρια της παλιάς Αθήνας με μεγάλο κήπο και με κάποια, απ’ ό,τι θυμάμαι, «ντροπαλά» στοιχεία Αρ Νουβώ.
Δίπλα στο σπίτι μας, από δεξιά, σε μία διώροφη οικοδομή έμενε το ζεύγος Φραντζεσκάκη του «Ζυγού». Όταν το σπίτι έγινε πολυκατοικία (η πρώτη της γειτονιάς), έφυγαν. Δεν έτυχε να ξανασυναντηθούμε.
Τους κτυπούσα το κουδούνι, παιδί τότε για μία καλημέρα, με την ελπίδα όμως να μπω για λίγο στο διαμέρισμα, όπου θαύμαζα στους τοίχους ωραία έργα ζωγραφικής και χαρακτικά. Μου προκαλούσαν γοητεία οι πρωτότυπες μήτρες για ακουαφόρτε και ξυλογραφία, που αναρτούσαν μαζί με άλλα έργα. Αρκετά χρόνια μετά, ένας αμερικανός φίλος χαράκτης με έβαλε στα μυστήρια αυτής της τέχνης, κάνοντας μαζί του τα πρώτα βήματα στην χάραξη του χαλκού και του τσίγκου.
Οι παλαιότεροι καλλιτέχνες εγκατεστημένοι στην περιοχή ήσαν, ο γλύπτης Γεωργαντής και ο Παρθένης. Ο πρώτος είχε το εργαστήρι του στην αρχή, σχεδόν, της Διονυσίου Αρεοπαγίτου και ο δεύτερος στο τέρμα της οδού, εκεί που σήμερα βρίσκεται ένα παρκάκι. Το πρώτο υπάρχει ακόμη., Αυτό του Παρθένη υπέκυψε στην περί κατεδαφίσεων πολιτική βούληση του Καραμανλή του Α΄, έτσι ώστε να μην μολύνει την θέα προς την Ακρόπολη από το εστιατόριο- bar- καφετέρια ο «Διόνυσος». Στην ίδια οικογενειακή γραμμή επιμένει και ο Καραμανλής ο Β΄ με την απόφαση κατεδάφισης των δύο ωραίων κτιρίων της Δ. Αρεοπαγίτου για να προσφερθεί θέα προς την Ακρόπολη, χωρίς παρεμβολές, στους θαμώνες του bar- καφετέρια του Νέου Μουσείου Ακροπόλεως. Η πρόσφατη αντιπαλότητα σχετικά με την κατεδάφιση, ή διατήρηση των δύο αυτών κτιρίων, μου αναζωπύρωσε το παλαιό συναίσθημα θλίψης και ματαίωσης που με κυριεύει όταν επιστρέφω στην Αθήνα, βλέποντας την επιταχυνόμενη αλλοίωση του αποτυπωμένου στα κτίριά της χρόνου, που παρασέρνει η κατεδάφιση όλων ό,τι αποτελούσε για μένα το ελάχιστο των εναπομεινάντων αναφορών μιας πόλης που απεμπόλησε το παρελθόν της. Γιατί το παρελθόν γίνεται σαν χημική ουσία, απλωμένη σε τοίχους και λιθόστρωτα, στα περίτεχνα κάγκελα, ή σε ξυλόγλυπτες θύρες, ουσία φωτογραφικού φιλμ που αποτυπώνει την αφή ανθρώπων και γεγονότων. Και είναι τραγικό να ψάχνω την Αθήνα που χάθηκε, ανατρέχοντας σε βιβλία που αναφέρονται στης πόλης τα συμβάντα, όπως οι φωτογραφίες του DMITRI KESSEL του Δεκέμβρη 1944. Κάποιοι αποφάσισαν να σβήσουνε τις ενοχές τους ξηλώνοντας το σκηνικό της τραγωδίας.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΔΗΜΟΥ
Είναι όμορφα εδώ στην Κυψέλη

Άλλη μια μέρα εδώ στο Βρετανικό Νησί της Κυψέλης. Μείναμε αποσβολωμένοι με το θαύμα της φύσης. Τουτέστιν, ένα σμήνος από μαύρα πουλιά που είχαν καλύψει τον ουρανό από την Κυψέλη έως το βουνό απέναντι. Πώς το λένε αυτό το βουνό δεν ξέρω. Θα ρωτήσω το Στηβάκι.
Το Στηβάκι ξέρει όλα τα βουνά της Αθήνας με τ’ όνομα τους και όχι μόνο. Ξέρει πού είναι ακριβώς. Εγώ πριν χρόνια νόμιζα ότι η Πεντέλη ήταν η Πάρνηθα και ο Υμηττός, μισός Υμηττός και μισός Πεντέλη. Νόμιζε ο άθεος προτεστάντης ότι θα μάθει από μένα τα τοπογραφικά χαρακτηριστικά της Αττικής!
Ευτυχώς το κατάλαβε γρήγορα και χωρίς να με προσβάλλει, γιατί είναι τζέντλεμαν, άρχισε να με ξεναγεί στις ομορφιές του τόπου. Είδα ξανά το Πεδίο του Άρεως, το Ζάππειο, τον Εθνικό Κήπο. Αν και το Στηβάκι φοβάται να περνάει από εκεί όταν σκοτεινιάζει, γιατί μαζεύονται, λέει, πολλοί αστυνομικοί.
«Τι κάνουν εκεί οι αστυνομικοί, μωρό;» με ρωτάει. «Κάνα τσιγάρο θα κάνουν ρε μωρό μου», του απαντάω για να τον καθησυχάσω. Γιατί το Στηβάκι έχει ακούσει πολλές ιστορίες για την Ελληνική Αστυνομία απ’ τους αριστερούς φίλους μας και αγριεύεται άμα τους βλέπει.
Έλεγα, λοιπόν, ότι θαυμάζαμε το σμήνος με τα μαύρα πουλιά που πετούσαν πάνω από την Αθήνα. Εγώ και το Στηβάκι μόνοι στην ταράτσα του Βρετανικού Νησιού. Ποτέ δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο. Και δεν θα το έβλεπα, αν δεν είχα τον φιλοπερίεργο μικρό εξερευνητή, να με πάρει σηκωτή και να με ανεβάσει επάνω.
Το σμήνος που κάλυπτε τον ουρανό, πετούσε επί σαράντα λεπτά. Ανέβαινε και κατέβαινε, γυρνούσε, χωριζόταν και ενωνόταν ξανά. Κάποια στιγμή βγήκε ένα παιδάκι στο μπαλκόνι κι αναθάρρησα. Αλλά γρήγορα το επανέφεραν στην τάξη: «Τι κάνεις παιδί μου στο μπαλκόνι; Έλα εδώ που καθόμαστε όλοι! Έχει επανάληψη τις ‘Πεθερές’ που σ’ αρέσουν».
Δεν ξέρω αν το έχετε παρατηρήσει, αλλά άμα σου λένε συνέχεια από μικρό ότι κάτι σου αρέσει ή δεν σου αρέσει, στο τέλος το πιστεύεις. Μου συνέβη με τις αγκινάρες. Για χρόνια η μάνα μου έλεγε: «Έφτιαξα αγκινάρες που δεν τις τρως. Θες να σου κάνω μια μπριζόλα;» Πείστηκα. Πολύ αργότερα, στα τριάντα δύο, ανακάλυψα ότι μ’ αρέσουν. Και μια μέρα, στο Κυριακάτικο τραπέζι, έγινε η μεγάλη αποκάλυψη. Πικράθηκε η μάνα μου…
Τέλος πάντων, για να επανέλθω, ο μικρός Γιωργάκης πήγε να δει τις «Πεθερές» σε επανάληψη κι εμείς συνεχίσαμε να βλέπουμε το ανεπανάληπτο θέαμα των πουλιών, που είχε φτάσει στους τίτλους του τέλους.
«Μωρό μου», φωνάζει το Στηβάκι, «όλα αυτά τα πουλιά μένουν στη Φοκίοουνις». Βλέμμα δυσπιστίας. «Αλήθεια, τα έχω ακούσει» επιμένει ο φυσιολάτρης, παρουσιάζοντας ακλόνητα στοιχεία. Και πράγματι, τα πουλιά άρχισαν τη μαζική τους κάθοδο και, λίγα-λίγα, χάνονταν στα δέντρα της Φωκίωνος Νέγρη.
Ο ήλιος έδυε, ο Γιωργάκης γλάρωνε στην τηλεόραση, το σμήνος κούρνιαζε στα άνω διαμερίσματα της πάλαι ποτέ ένδοξης Φωκίωνος, κι εμείς είπαμε να κλείσουμε τη μέρα μ’ ένα-άντε δύο επεισόδια Σταρ Τρεκ, για να το γλεντήσουμε.


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΓΑΡΗΣ
Η μεγάλη απόφαση

¨Τον θυμάσαι τον Γιώργο, τον γιο της Ασπασίας, από την απέναντι πολυκατοικία; Για δυο χρόνια, είπε ότι θα πήγαινε στην Αθήνα, μόνο για όσο θα διαρκούσε η φοίτηση του σε εκείνο το ΙΕΚ και μετά θα επέστρεφε. Έξι χρόνια έχουν περάσει και ακόμα τον περιμένει η μάνα του, για να αναλάβει το ψιλικατζίδικο.
Της έχει πέσει η μέση, της κακομοίρας της Ασπασίας, να κουβαλάει όλη τη μέρα, τα καφάσια με τις Amstel, για να γεμίζει τα ψυγεία και ο κανακάρης της, ακόμα να φανεί. Δεν την αλλάζει, λέει, με τίποτα την Αθήνα, τώρα, που την έζησε. Τη λάτρεψε, λέει, και δεν θέλει να γυρίσει στο νησί. Ακούς καμώματα ο Γιωργάκης; Και εσύ μου λες, πως θες να σπουδάσεις εκεί; Θέλεις δηλαδή, να πάθεις κι εσύ τα ίδια; Να σου ρίξουν τίποτα στο ποτό σου, κανένα βράδυ, και να μην μπορείς να φύγεις ποτέ από εκεί;
Γιατί δηλαδή, κακή είναι η Πάτρα, που είναι και σχεδόν δίπλα μας; Μια ώρα με το καράβι, άλλη μια με το λεωφορείο και έφτασες. Θα πηγαίνεις την Κυριακή το βράδυ και το μεσημέρι της Παρασκευής θα μπαίνεις στο λεωφορείο και θα έρχεσαι να σε βλέπουμε λίγο και εμείς. Τι τη θες την πρωτεύουσα; Τόσα χρόνια, στην πρωτεύουσα του νησιού δεν μένουμε; Σου έλειψε ποτέ ο πρωτευουσιάνικος αέρας; Όχι πες μου, σου έλειψε;¨
Η διαπεραστική φωνή της κυρά Βασιλικής, αψηφώντας τα ωράρια κοινής ησυχίας και τα ευαίσθητα νεύρα της γειτονιάς, εκείνο το κυριακάτικο μεσημέρι, ακουγόταν πιο αγχωμένη από ποτέ. Ανεβασμένη πάνω στη ¨Σκάλα του Μιλάνο¨, έτσι είχε βαπτίσει ο άντρας της, τη σιδερένια σκάλα που οδηγούσε στην ταράτσα, έδινε για μια ακόμη φορά τη δική της παράσταση, έξω από το παράθυρο του Περικλή, αφού για κακή του τύχη, η συγκεκριμένη σκάλα περνούσε ακριβώς μπροστά από το δωμάτιό του.
¨Κάνεις πως δεν ακούς τώρα, έτσι; Ξέρεις πως έχω δίκιο και δεν απαντάς!¨ Κρατώντας στο ένα της χέρι, τα φρεσκοπλυμένα ρούχα που επρόκειτο να απλώσει σε λίγα λεπτά και στο άλλο τη σακούλα με τα μανταλάκια, συνέχιζε ακάθεκτη την υψηλόφωνη διάλεξή της, αν και κατά βάθος ήξερε, πως οι ωτασπίδες που συνήθιζε να φοράει ο Περικλής, όταν κοιμόταν, ήταν εξαιρετικά καλής ποιότητας και δεν υπήρχε περίπτωση, όσο δυνατά κι αν φώναζε, να βγει κερδισμένη, σ’ αυτή την άνιση μάχη με την τεχνολογία.
¨Πάω να απλώσω τα ρούχα και τα υπόλοιπα θα τα πούμε σε λίγο, στο τραπέζι. Σήκω και ντύσου να φάμε, μεσημέριασε και εσύ ακόμα κοιμάσαι, σε χειμερία νάρκη έχεις πέσει; Προπόνηση για την Αθήνα κάνεις;
Η τελευταία φράση, αν και όλα έδειχναν πως θα έκλεινε την αυλαία, προσωρινά έστω, εντούτοις, προς μεγάλη ατυχία των γειτόνων, που είχαν ήδη βλαστημήσει όλους τους γνωστούς Αγίους, από τη στιγμή που η Βασιλική ξεκίνησε να ωρύεται, και είχαν τώρα περάσει στους λιγότερο δημοφιλείς, όπως ο Άγιος Ιωακείμ και η Αγία Χρυσή, εκτινάχθηκε από το στόμα της, προσέκρουσε στα νυσταγμένα βλέφαρα του Περικλή και προσγειώθηκε ανώμαλα στα αυτιά του άντρα της, του Παναγιώτη, που τη στιγμή εκείνη, έμπαινε στο σπίτι.
¨Πάλι το ζαλίζεις το παιδί; Γιατί δεν το αφήνεις να κάνει αυτό που επιθυμεί; Αφού θέλει να πάει στην Αθήνα, εσένα τι σε κόφτει; Για σπουδές θα πάει, δεν θα πάει να ψήνει κάστανα στην Ομόνοια. Πάλι του λες να πάει στην Πάτρα, για να σε έχει συνέχεια μέσα στα πόδια του; Ήμαρτον!¨ Ο Παναγιώτης, πριν προλάβει να βγάλει το μπουφάν του και να αφήσει στην κουζίνα, τις μπίρες που είχε πεταχτεί να αγοράσει από το ψιλικατζίδικο της Ασπασίας, έλαβε θέση μάχης στα δυο πρώτα σκαλοπάτια, αφενός για να υπερασπιστεί το γιο του, το ¨καμάρι του¨, όπως τον αποκαλούσε, μετά από εκείνο το βράδυ στο καφενείο, όπου τον ενημέρωσαν πως είδαν τον Περικλή, στην καφετέρια της πλατείας, μαζί με μια πανέμορφη, ξανθιά συμμαθήτριά του και, αφετέρου, για να υποστηρίξει για μια ακόμη φορά, το προφίλ του ανοικτόμυαλου, εκσυγχρονισμένου πατέρα, που με τόσο ζήλο καλλιεργούσε στη γειτονιά, από τότε που αποφάσισε να κατέβει υποψήφιος, στις επόμενες Δημοτικές Εκλογές, με το Προοδευτικό Κίνημα Αγίας Τριάδας.


ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΑΛΜΟΥ
Αγαπούσε τον άνεμο


Αγαπούσε τον άνεμο. Αγαπούσε τις συμμαχίες του μ’ εκείνο το φως των Εξαρχείων που περνούσε τα κυριακάτικα πρωινά ανάμεσα απ’ τις σκισμένες αφίσες απλώνοντας σκιές στους τοίχους της αφθονίας. Αγαπούσε τις μυρωδιές του τρίμμενου καφέ καθισμένος στα κατακάθια των πρωινών ονείρων των χνότων και των ελπίδων που λιάζονταν στις καφετέριες της πλατείας. Αγαπούσε εκείνες τις μυρωδιές που σκαρφάλωναν ως το Λόφο. Τη μεθούσαν καθώς τα μυριάδες φωτάκια της πόλης χόρευαν στα μάτια της. Αγαπούσε το φως και το γλυπτικό άγγιγμα του εκείνο που ζωγράφιζε το κορμί της. Απ’ το φως αναδύονταν η αγάπη της για τα λάθη κι εκείνη η παράλληλη σχέση της με το θρόισμα των φύλων, το άγγιγμα της βροχής, τις χοντρές ψιχάλες που έσταζαν απ’ τις σκισμένες σημαίες στα μπαλκόνια της επανάστασης.
Περπατούσε ανηφορικά στη Θεμιστοκλέους. Η γραφικότητα των χρόνων υψώνονταν στο τρίξιμο των κλειδώσεων στα παράθυρα των κτιρίων. Ζωγράφιζε την αρμονία στο περπάτημα της, μα στα μάτια της βυθιζόταν διαστροφή της αλήθειας. Κοίταξε αθόρυβα τις πλάκες του βρεγμένου δρόμου, το βλέμμα της σκαρφάλωνε στους γκριζαρισμένους τοίχους, στα ματωμένα τους γράμματα, στα συνθήματα που μοιάζουν να ζωντανεύουν στο χρόνο, στα χρώματα πινακίδων, στους περαστικούς. Ένας νέος κατέβαινε το δρόμο, τον κοίταξε επίμονα. Την κοίταξε κι εκείνος, χαμογέλασε, του χαμογέλασε και εκείνη. Απόλαυσε για μια στιγμή την ασφάλεια της μυστικής τους συνεννόησης και συνέχισε τον ασυλλόγιστο βηματισμό της.


DANA SEMITECOLO
Είμαι ο Τάκης και είμαι ποδήλατο

Είμαι ο Τάκης και είμαι ποδήλατο. Μην απορείς, δεν είμαι ένα τυχαίο ποδήλατο. Είμαι το ποδήλατο του Νίκου. Γι’ αυτόν και για την παρέα του μιλάει αυτή η ιστορία που θα σου διηγηθώ και κάθε λέξη της, είναι αληθινή.
Το βρίσκεις παράλογο που μπορώ και σου γράφω; Δεν είναι! Απλά εσύ τα τελευταία χρόνια έχεις το πρόβλημα που ονομάζω «υπερβολική λογική» και ό,τι δεν εντάσσεται σε αυτήν, το θεωρείς «παραμύθια της Χαλιμάς».
Ξεπέρασε λοιπόν γρήγορα το όποιο σοκ και πάμε παρακάτω. Άλλωστε, κανείς γύρω σου δεν μπορεί να ξέρει πως αυτό που διαβάζεις είναι γραμμένο από ένα ποδήλατο. Αντιθέτως, εγώ ξέρω τα πάντα για το αφεντικό μου, τον Νίκο και τους φίλους του. Τον ακολουθούσα και τον ακολουθώ σχεδόν παντού και έχω ακούσει πολλά πράγματα. Όσα δεν ξέρω, μου τα έχουν πει τα άλλα ποδήλατα, των φίλων του, με το νι και με το σίγμα που λέτε κι εσείς.
Εκείνη τη περίοδο λοιπόν, πριν λίγα μόλις χρόνια, ήταν όλοι στη παρέα ενθουσιασμένοι με την νέα αγαπημένη τους συνήθεια που είχε έρθει να γεμίσει τις ώρες της βαρεμάρας τους: τα ταράτσα-πάρτι. Η ιδέα ενός τέτοιου πάρτι, είχε έρθει με απευθείας πτήση από το πουθενά, όταν ένα απογευματάκι απολάμβαναν τον καφέ τους και παραφιλοσοφούσαν, στο σπίτι του αφεντικού μου, στα Εξάρχεια. Εκεί που ακούγανε στο ραδιόφωνο ζωηρές μουσικές και χωρίς να το πολυκαταλάβουν, βρέθηκαν στην ταράτσα της πολυκατοικίας αγκαλιά με το ραδιόφωνο, να χορεύουν ξέφρενα και να πίνουν μπίρες. Αυτά το πάρτι συνήθως, κρατούσαν ένα δίωρο κι έτσι ξαφνικά όπως άρχιζαν, έτσι κι απότομα σταμάταγαν και όλοι επέστρεφαν στις υποχρεώσεις τους.
Οι πιο σταθεροί θαμώνες στα ταράτσα-πάρτι, ήταν ο Νίκος, ο Γιάννης, η Άννα, η Σόνια, η Μαρία, ο Άλεξ, η Φωτεινή και ο Αντώνης όποτε ερχόταν από το νησί για να τους δει. Όλοι από το ίδιο νησί προερχόμενοι, κυνηγούσαν το μεγάλο τους όνειρο στις γειτονιές της Αθήνας. Ο καθένας με τον τρόπο του και με σταθερό μέσο το ποδήλατό του. Άλλοι στα Πανεπιστήμια, άλλοι στα ΙΕΚ, άλλοι σε ιδιωτικές σχολές. Όλοι όμως στο δρόμο για την απόκτηση "ενός χαρτιού", που έλεγαν κι οι γονείς τους, ώστε να μπορέσουν να διεκδικήσουν στο μέλλον, μια δουλειά της προκοπής. Και πράγματι, στο μέλλον, βρέθηκε η "δουλειά της προκοπής" για τον καθένα, ανεξάρτητα από το πτυχίο, το δίπλωμα και το degree. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο, διαφορετικό κεφάλαιο.
Οι θαμώνες των πάρτι δεν ξεπερνούσαν τους δέκα γιατί έτσι είχε αποφασίσει η παρέα ότι ήθελε να γίνει. Το νούμερο δέκα ήταν ένα ευέλικτο σχήμα για ταράτσα-πάρτι, όπως έλεγε ο Άλεξ. Οι περισσότεροι από δέκα, θα έκαναν υπερβολική φασαρία. Βέβαια υπήρξαν φορές που ο αριθμός μειωνόταν, όμως ποτέ δεν άφηναν να αυξηθεί. Ήταν ένας άγραφος κανόνας της παρέας και αυτός. Το ποιοι και πότε θα συμμετείχαν δεν το προγραμμάτιζαν ποτέ. Απλά γινόταν. Αν τύχαινε κι ερχόταν κανείς, ενώ ο αριθμός είχε συμπληρωθεί τον έδιωχναν διακριτικά ή έπαιρνε τη θέση κάποιου που ετοιμαζόταν να φύγει λόγω κάποιας υποχρέωσης.


ΦΩΤΗΣ ΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ
Απ’ τον Σινάτρα στην Καραγκούνα

Ήμουν στον αύλειο χώρο του Ιερού Ναού Αγίων Ισιδώρων Λυκαβηττού ένα τέταρτο πριν από την καθορισμένη –σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο προσκλητήριο- ώρα έναρξης της γαμήλιας τελετής. Ήταν περισσότερο από βέβαιο ότι πιο βασανιστικά παρά ποτέ θα κυλούσαν τα τουλάχιστον τριάντα λεπτά ανιαρής αναμονής μέχρι την εμφάνιση της νύμφης. Η «βασίλισσα» εκείνης της βραδιάς, η Φαίη (εκ του Ευφροσύνη), απησχολείτο ως τηλεφωνήτρια στο Paparazzo, το εβδομαδιαίο περιοδικό που, αφότου ανέλαβα τη διεύθυνσή του, πρωτεύει σε κυκλοφορία, αναγνωσιμότητα και παροχή «υπηρεσιών» στις μεσημβρινές τηλεοπτικές εκπομπές.
Όχι, δεν είμαι το αποφώλιον τέρας που εκβιάζει καλλιτέχνες ή «καλλιτέχνες», μοντέλες και λοιπούς μαϊντανούς, για να εξασφαλίζει τις αποκλειστικές και συνταρακτικές «ειδήσεις», όπως διαλαλούν οι κακεντρεχείς και φθονεροί ανταγωνιστές μου.
Απλώς, ξέρω (από ένστικτο;) τι θέλει η κοινή γνώμη. Πιάνω τον παλμό της. «The PULSE», όπως λέω, για να θυμίζω -στον εαυτό μου πρωτίστως- ότι είμαι δεινός χειριστής της γλώσσας του Σαίξπηρ.
Έλεγα νωρίτερα πως η Φαίη απησχολείτο στο περιοδικό ως τηλεφωνήτρια. Απησχολείτο, τρόπος του λέγειν. Γιατί κατά κανόνα απασχολούσε το τηλεφωνικό κέντρο με τις προσωπικού περιεχομένου κλήσεις της στους γονείς, στην αδελφή, στη φιλενάδα και κυρίως στον γκόμενο. Όχι αυτόν που σε λίγο θα αλυσόδενε ενώπιον Θεού και ανθρώπων.
Αναχωρώντας από την Εκάλη λίγο μετά τις οκτώ, εκείνο το σαββατιάτικο δειλινό, υπολόγιζα ότι θα έφθανα στο κέντρο της Αθήνας περίπου μία ώρα αργότερα, δηλαδή αφού θα είχε παρέλθει το δεκαπεντάλεπτο κατά το οποίο ο δυστυχής γαμπρός περιμένει τη νύμφη με την ανθοδέσμη ανά χείρας και φέροντας το χαμόγελο της αμηχανίας, δηλωτικό του άγχους και ενίοτε του εκνευρισμού για το στήσιμο.
Οι γυναίκες είναι συνεπέστατες στα ραντεβού τους μέχρι τον υμέναιο, ακόμη και οι απειροελάχιστες για τις οποίες ο υμένας δεν είναι μόνο μια ανάμνηση… Ωστόσο, ο υπολογισμός μου απεδείχθη λανθασμένος, επειδή μου διέφυγε ότι μεσούντος του θέρους η Αθήνα είναι άδεια και, συνεπώς, άδειες είναι και οι οδοί της. Σύντομα ήμουν στον περιφερειακό του Λυκαβηττού.
Ναι, βρήκα αμέσως θέση να παρκάρω. Αύγουστος γαρ. Την αρχική ικανοποίηση ότι απέφυγα την κατεξοχήν ταλαιπωρία των εν Αθήναις οδηγών, διαδέχθηκε η απογοήτευση, όταν συνειδητοποίησα ότι, για να φθάσω στον Ναό, έπρεπε να ανεβώ 99 σκαλοπάτια. Αμέσως, ανακάλεσα στη μνήμη μου την χιτσκοκική ταινία «Τα 39 Σκαλοπάτια» και ο συνειρμός του θρίλερ ήταν αυτονόητος. Ωστόσο, μόλις πάτησα το τελευταίο σκαλοπάτι, οι ελκυστικές εικόνες που αντίκρισα με αντάμειψαν και ανέσυραν στην επιφάνεια τον επίδοξο ποιητή που από παιδί κρύβω εντός μου.
Ο Φαέθων, σε πείσμα του μύθου, οδηγούσε καλά το άρμα του πατέρα του, Ήλιου, και το έστελνε ορμητικά εκεί στη Δύση, για να το κρύψει κάτω απ’ τη γραμμή του ορίζοντα. Οι εναλλαγές των χρωμάτων στον ουράνιο θόλο μετέβαλαν το ανθρώπινο μάτι σε ένα έκπληκτο λόγω ευχαρίστησης φασματοσκόπιο. Για έναν πιστό ακόλουθο του Βάκχου, όπως εγώ, το ηλιακό κίτρινο φάνταζε σαν το χρώμα της ξανθής μπίρας, που έδινε τη σειρά του στο κόκκινο της μοναστηριακής.
Από τη βορινή πλευρά του Ναού έβλεπα πανοραμικά το κέντρο της πόλης. Την Πανεπιστημίου, από το Σύνταγμα ως την Ομόνοια, κι από αριστερά μού φανερώνονταν, νοσταλγικά, οι συνοικίες της Αθήνας στις οποίες σύχναζα στα χρόνια τα φοιτητικά: Η περιοχή «όπισθεν Χίλτον», όπως έγραφαν παλαιότερα οι μικρές αγγελίες για να δελεάσουν τον ενοικιαστή, και το Παγκράτι. Και λίγο πιο δεξιά τους ο Ιερός Βράχος με τη λάμψη του τεχνητού φωτισμού μα κυρίως με την αυθεντική λάμψη του κάλλους και της δόξας του. Και τα τετράτροχα στους δρόμους πέρα δώθε. «Ας λένε ό,τι θέλουν για την Αθήνα», μονολόγησα και πρόσθεσα: «I love the PULSE of city life». Όπως το λέτε κι εσείς εδώ (παραφράζω τη Γεωργία Βασιλειάδου σαν «Θεία απ΄ το Σικάγο»), «αγαπώ τη ζωντάνια της πόλης». Αυτής της πόλης, που μας κρατάει εκούσιους δεσμώτες.
Την ονειροπόληση διέκοψε απότομα η συναίσθηση του λόγου για τον οποίο βρισκόμουν λίγο πιο κάτω από την κορυφή του Λυκαβηττού. Γύρισα το κεφάλι μου και είδα τον, όχι κατ’ ανάγκην εξαιτίας της υψηλής θερμοκρασίας, έφιδρο γαμπρό. Στην έκδηλη αμηχανία του προσετέθη και η δική μου, του προσκεκλημένου. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων (η Φαίη δεν ήταν και ο συμπαθέστερος των ανθρώπων στο Paparazzo), περιέφερα τη σακούλα που περιείχε το δώρο. Μια σακούλα από καθορισμένο –σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο προσκλητήριο- κατάστημα, στο οποίο οι μελλόνυμφοι είχαν ανοίξει «λίστα γάμου».

Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2009

Αποχαιρετισμός στην Ελλάδα

Tου Σάιμον Γκας*

Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο
τη μέρα τ’ όνομα τον τόπο
και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει.

Γιώργος Σεφέρης
Γυμνοπαιδία – Σαντορίνη

Σε λίγες μέρες η γυναίκα μου κι εγώ αφήνουμε την Αθήνα ύστερα από οκτώ ευτυχισμένα χρόνια στη χώρα σας – πρώτα στη δεκαετία του ’80 και για δεύτερη φορά αυτά τα τελευταία χρόνια. Η Ελλάδα ήταν καλή μαζί μας. Μας χάρισε τον πρώτο μας γιο, που γεννήθηκε εδώ πριν από 23 χρόνια. Μας χάρισε πολλούς φίλους. Μας χάρισε πολλές στιγμές ευτυχίας. Και ποτέ, μα ποτέ δεν μας άφησε να πλήξουμε.

Η Ελλάδα και οι Έλληνες ασκούν έντονη επίδραση στους ξένους. Ο Βρετανός συγγραφέας Lawrence Durrell έγραψε: «Άλλες χώρες μπορούν να σε κάνουν να ανακαλύψεις έθιμα ή παραδόσεις ή τοπία. Η Ελλάδα σου προσφέρει κάτι πιο σκληρό: την ανακάλυψη του εαυτού σου». Στην Ελλάδα εμείς οι Βορειοευρωπαίοι αφήνουμε πίσω μας λίγη απ’ την ψυχραιμία και την επιφυλακτικότητά μας και γινόμαστε πιο εξωστρεφείς, αναζητάμε πιο πολύ τη συντροφιά των άλλων ανθρώπων. Δεν εκπλήσσομαι που η λέξη privacy δεν μεταφράζεται ακριβώς στα Ελληνικά. Αλλά, πάλι, ούτε η λέξη παρέα μεταφράζεται στα Αγγλικά.

Η Ελλάδα άναψε τον πόθο του ταξιδιού σε γενιές και γενιές Βρετανών, και η Μαριάν κι εγώ προσπαθήσαμε να ακολουθήσουμε τα βήματά τους. Η μυρωδία του καπνού του ξύλου που καίγεται ένα φθινοπωρινό απόγευμα στην Ηπειρο, τα λιβάδια με τ’ αγριολούλουδα στην Πελοπόννησο την άνοιξη, τα κρυστάλλινα γαλανά νερά του Ιονίου το καλοκαίρι είναι μερικές από τις αναμνήσεις που θα πάρουμε μαζί μας φεύγοντας.

Οι Ζουλού λένε ότι οι άνθρωποι είναι άνθρωποι μέσα από άλλους ανθρώπους. Η Ελλάδα δεν θα σήμαινε τόσα πολλά για μας αν δεν υπήρχαν οι άνθρωποι που γνωρίσαμε εδώ. Η γιαγιά που μας φίλεψε ροδάκινα απ’ το καλάθι της όταν χάλασε το αυτοκίνητο της παρέας μας, στη Θεσσαλία το 1975. Το ζευγάρι που μας παραχώρησε το διαμέρισμά του, παρόλο που μόλις μας είχε συναντήσει, στο Ρέθυμνο το 1984. Ο ταξιτζής στη Χίο, το 1992, που όταν ο γιος μου ο Κρίστοφερ ζαλισμένος από το ταξίδι έκανε εμετό κι έκανε χάλια και το ταξί και τον ίδιο, αυτός ανησυχούσε μόνο αν ήταν εντάξει το παιδί. Θα μας λείψουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι στην Ελλάδα, που μας έδωσαν τη φιλία τους και τη συντροφιά τους.

Θα θέλαμε επίσης, η Μαριάν κι εγώ, να ευχαριστήσουμε όλους αυτούς που ήταν τόσο επιεικείς και συγχωρητικοί όσο εμείς κατακρεουργούσαμε την ελληνική γλώσσα. Θέλω να ζητήσω ιδιαιτέρως συγγνώμη από μια κυρία που γνώρισα σε μια δεξίωση πριν από λίγα χρόνια. Τη ρώτησα τι δουλειά έκανε ο άντρας της. Μου απάντησε ότι ήταν γεωπόνος. Δυστυχώς, μπέρδεψα τη λέξη γεωπόνος με τη λέξη Γιαπωνέζος. Καθώς η συζήτηση προχωρούσε, διαπίστωσα με έκπληξη ότι δεν ήξερε σχεδόν τίποτε για την Ιαπωνία. Και καθώς επέμενα με τις ερωτήσεις μου για τον ιαπωνικό πολιτισμό, έβλεπα σιγά σιγά τον πανικό να φουντώνει στα μάτια της.

Θα ήθελα ακόμη να ζητήσω συγγνώμη κι από τον προβεβλημένο εκείνον υπουργό, που παρέμεινε ατάραχος όταν τον ρώτησα πώς σκόπευε να αντιμετωπίσει όλες τις προσκλήσεις και όχι τις προκλήσεις του τομέα ευθύνης του. Τώρα ήρθε ο καιρός να πάμε σε μιαν άλλη χώρα. Χαιρόμαστε με την προοπτική των νέων εμπειριών, των νέων ενδιαφερόντων που πάντα φέρνει ένα νέο διπλωματικό πόστο. Όπως λέει κι ο ποιητής:

«Πολλά τα καλοκαιρινά πρωινά να είναι
που με τι ευχαρίστηση, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένες πρωτοϊδωμένους»

Aλλά, δεν θα είναι Ελλάδα.

Αυτό για το οποίο μπορούμε να είμαστε σίγουροι είναι ότι θα επιστρέψουμε. Δεν νομίζουμε ότι η Ελλάδα μας έχει δώσει ακόμη την άδεια να την εγκαταλείψουμε οριστικά. Και όταν επιστρέψουμε δεν θα το κάνουμε μόνο για τους ανθρώπους ή για το τοπίο, αλλά και γιατί η Ελλάδα είναι μια χώρα που θαυμάζουμε για πάρα πολλά πράγματα.

Αλλά αυτό που ιδιαίτερα θαυμάζουμε εδώ είναι η σημασία που δίνουν οι Έλληνες στους οικογενειακούς δεσμούς και τη φιλία, την επιμονή σας να χαίρεστε τη ζωή, την ανοιχτόκαρδη διάθεσή σας, τη γενναιοδωρία σας και την αίσθηση αξιοπρέπειας και ευπρέπειας. Το ταλέντο των Ελλήνων ξεχειλίζει σε κάθε τομέα, από τις καλές τέχνες ώς τον κάθε χώρο δουλειάς και δημιουργίας. Ένα από τα προνόμια που είχα ως πρέσβης στην Ελλάδα ήταν η ευκαιρία που μου έδωσε να συναντήσω τόσους προικισμένους, ζωντανούς ανθρώπους από φοιτητές μέχρι δισεκατομμυριούχους.

Ομολογώ ότι ακόμη και τώρα, μετά οκτώ χρόνια στην Ελλάδα, υπάρχουν ακόμη μερικά πράγματα που δεν καταλαβαίνω. Δεν καταλαβαίνω την ελληνική μανία να βουτάνε όλοι στη θάλασσα κάθε φορά που η θερμοκρασία ανεβαίνει πάνω από τους δέκα βαθμούς. Εγώ μεγάλωσα σε μια χώρα που η θάλασσα ήταν κρύα και γκρίζα και, γενικώς, έπρεπε να αποφεύγεται. Δεν καταλαβαίνω γιατί τα κινητά είναι τόσο δημοφιλή, ενώ τόσες και τόσες Ελληνίδες σε διακοπές έχουν τη συνήθεια να φωνάζουν τόσο δυνατά και σε τόσο ψηλές νότες ώστε οι φωνές τους να σκίζουν τον αιθέρα και λόγγοι και ραχούλες να αντηχούν «έλα Τούλααα…». Θαυμάζουμε το πάθος των Ελλήνων για προσωπική ελευθερία και ελευθερία του λόγου. Ακόμη δεν έχω καταλάβει τα παραθυράκια στην τηλεόραση. Πώς καταλαβαίνει ο ένας τι λέει ο άλλος όταν όλοι μιλούν ταυτόχρονα; Ο στρατηγός Ντε Γκολ αναρωτήθηκε κάποτε πώς είναι δυνατόν να κυβερνήσει κανείς μια χώρα που παράγει 246 διαφορετικά είδη τυριών. Αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να κυβερνήσει κανείς μια χώρα που έχει σχεδόν τόσους τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς όσα τυριά έχει η Γαλλία. Αυτό που καταλαβαίνω και ξέρω καλά είναι ότι η Μαριάν και εγώ αισθανόμαστε τεράστια τρυφερότητα, ευγνωμοσύνη και θαυμασμό για μια χώρα που μας φέρθηκε τόσο καλά. Σ’ ευχαριστώ, Ελλάδα.

* Ο κ. Σάιμον Γκας είναι απερχόμενος πρεσβευτής της Μεγάλης Βρετανίας στην Ελλάδα.
Πηγή: Εφημερίδα
Η Καθημερινή, 28.12.2008

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2009

π. Παναγιώτη Καποδίστρια, ΟΙ ΖΑΚΥΝΘΙΝΕΣ "ΟΜΙΛΙΕΣ" ΩΣ ΕΚΦΡΑΣΗ ΟΝΤΩΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Είχα ανέκαθεν την κρυφή σκέψη, η οποία συν τω χρόνω έγινε φανερή πεποίθηση και μάλιστα ακλόνητη, ότι οι σύγχρονες καρναβαλικές εκδηλώσεις συντελούν τα μέγιστα στην διασκέδαση, όχι όμως και στον Πολιτισμό ενός τόπου. Ο Πολιτισμός είναι μια υπέρτερη πτήση, με άλλου είδους απαιτήσεις και απόρροιες. Δεν είναι απλώς μια κομφετί κατανάλωση, διανθισμένη με λάτιν (φευ!) ρυθμούς ή μια λαϊκίστικη - σκυλαδίστικη έξοδος απ’ τον εαυτό μας, αλλά κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο: Είναι (ή πρέπει να είναι) βηματισμός του λαού προς την Ποιότητα και την Αυτοσυνειδησία, κάτι τόσο πια δυσεύρετο στους καιρούς και τους τόπους μας.

Κατά την αποκριάτικη περίοδο, πλάι στις άλλες διασκεδαστικές εκδηλώσεις, ανθούν στη Ζάκυνθο (ανανεούμενες κάθε χρόνο) οι λεγόμενες «Ομιλίες», οι υπαίθριες παραστάσεις δηλαδή Λαϊκού Θεάτρου.
Στην περίπτωσή τους έχω τη βεβαιότητα, ότι, ως λαϊκή έκφραση, συντελούν καθοριστικά στην παραγωγή όντως Πολιτισμού, διότι κατορθώνουν να συνδυάσουν όλα τ’ ακόλουθα αξιώματα:

Α) Αποτελούν αξιοθαύμαστο θεατρικό δρώμενο, κατά κύριο λόγο κωμικό και οπωσδήποτε με άμεση πρόσληψη από τους θεατές τους.

Β) Έλκουν την καταγωγή τους από την εποχή της Ενετοκρατίας, με αίσιο πάντρεμα του Βενετικού με το Κρητικό Θέατρο, το οποίο εισήχθη το 1669 στο νησί από τους πρόσφυγες μετά την πτώση του Χάνδακα (μαζί με τον «Ερωτόκριτο» και τη «Θυσία του Αβραάμ» του Βιτσέντζου Κορνάρου), πράγμα που σημαίνει, ότι έχουν ως είδος διϋλισθεί μες από τους αιώνες και άντεξαν.

Γ) Στρατεύουν μέχρι και τις μέρες μας, ως συγγραφείς των δεκαπεντασύλλαβων δρώμενων, κάποιους απλούς, καθημερινούς ανθρώπους με λανθάνουσα ποιητική δυνατότητα. Σήμερα στη Ζάκυνθο παίζονται έργα των (κατ’ αλφαβητική σειρά): Αντώνη Αγαλιανού, Γιάννη Βουρτσάνη, Νίκου Γουσέτη, Διονύση Γιατρά, Γιάννη Θεοδόση, Ριχάρδου Καραμαλίκη, Αντώνη Μαρούδα-Σκάρπα, Στάθη Πίσκοπου, Κώστα Σούλη-Σκανδάλη, Ντίνου Σπίνου, Μιμίκας Σταμίρη και Γιάννη Σταμίρη.

Δ) Συνεγείρουν κρυφά ταλέντα ηθοποιΐας από τους καθημερινούς ανθρώπους του μόχθου (μόνον άνδρες), οι οποίοι ποτέ δεν θα είχαν άλλη ευκαιρία να εκφρασθούν τόσο γόνιμα στην απαγγελία, στη γλώσσα του σώματος, στον αυτοσχεδιασμό. Κάποτε αυτοί οι ερασιτέχνες αφήνουν άναυδους και τους πλέον απαιτητικούς τεχνοκριτικούς και ειδικούς θεατρολόγους. Έχω στο νου μου, για παράδειγμα, τον Τάκη Καποδίστρια-Κάκλη από το χωριό Μπανάτο του Τζάντε, ο οποίος, παίζοντας «Ομιλία» μεταμορφώνεται σύγκορμος σε αναγεννησιακή καρικατούρα. Όλο τον άλλο χρόνο ζει και κινείται στους ρυθμούς της αθέατης ανωνυμίας.

Ε) Απευθύνονται στην ευρεία μάζα του λαού, ως Θέατρο του Δρόμου που είναι, δίχως καμιά σκηνική απαίτηση (έτσι τουλάχιστον μάς το παραδίδουν οι αιώνες), οπότε στηρίζεται στον απρόσμενα έξυπνο δεκαπεντασύλλαβό τους, στην αφοπλιστική κίνηση των ερμηνευτών, στη γοητεία του αυθορμητισμού και κυρίως στη μετοχή του κόσμου.

ΣΤ) Συντελούν καθοριστικά στην κωμώδηση κοινωνικών, θρησκευτικών ή πολιτικών κατεστημένων και αξιοπερίεργων, μεγεθύνοντας (ως όντως σάτιρα) τα κακώς κείμενα της καθημερινότητάς τους.


* * *

Ως προς την απόπειρα καταγραφής των «Ομιλιών», μνημονεύουμε το, Μαριέττας Μινώτου, Ζακυνθινή λαογραφία, τ. 1 και 2. Αθήνα, χ.ε., 1933. Συνοπτική κι εύχρηστη μελέτη για το παραδοσιακό αυτό είδος θεωρώ το μελέτημα του, Διονύση Φλεμοτόμου, Προλεγόμενα στο, Ομιλίες Ο Κρίνος, Η Χαραυγή, Ο Μυρτίλος και η Δάφνη, εκδόσεις Θέατρο Αβούρη, Ζάκυνθος 1996, τ. 1, 7-13.

Ευτυχώς, κατά την τελευταία δεκαετία έχει σημειωθεί μια κινητικότητα ως προς την επιστημονική καταγραφή, μελέτη και αξιοποίηση της ιδιάζουσας αυτής ζακυνθινής θεατρικής έκφρασης, σε σχέση με άλλα είδη λαϊκού θεάτρου, παλαιότερα και νεότερα, μάλιστα δε με το ιταλικό δεδομένο της Commedia dell’arte. Αναφέρω απλώς τα Πρακτικά τριών σχετικών Συναντήσεων εν Ζακύνθω:

1) «Δεκέμβριος 2000», (οργανωτές: Δημοτική Επιχείρηση Πολιτιστικής Ανάπτυξης Ζακύνθου, Θέατρο τση Ζάκυνθος, Astragali Teatro di Lecce) Πρακτικά, Ζάκυνθος χ.χ.,
2) Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Συνάντησης Λαϊκού Θεάτρου, (Ζάκυνθος 27-28-29 Σεπτεμβρίου 2002), Ζάκυνθος 2003,
3) Πρακτικά Β΄ Διεθνούς Συνάντησης Λαϊκού Θεάτρου, (Ζάκυνθος 21-22-23 Νοεμβρίου 2003), Ζάκυνθος 2004.



Φωτογραφίες:
1η: Στιγμιότυπο από την "Ομιλία" στο χωριό Μπανάτο Ζακύνθου (Μάρτιο 2008).
2η: Στιγμιότυπο από την "Ομιλία" στο Μουσικό Σχολείο Ζακύνθου, (Μάρτιο 2008).

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email