© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ: Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Θεία Λειτουργία - Μοναχισμός

[Εισήγηση κατά το Συνέδριο FOCOLARI, την 29η Απριλίου 2010, στην Κωνσταντινούπολη]


Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,

Εἶμαι πολὺ εὐγνώμων στὸν Παναγιώτατο Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη μου κ. Βαρθολομαῖο γιὰ τὴν τιμὴ ποὺ μοῦ ἔκαμε νὰ μὲ προσκαλέσῃ στὸ Συνέδριο αὐτὸ τῶν πάντοτε ἀγαπητῶν Του Φοκολάρι. Μὲ πολλὴ χαρὰ λοιπὸν εὑρίσκομαι ἀνάμεσά σας καὶ καλωσωρίζω τὴν παρουσία σας στὴν Κωνσταντινούπολι, τὸ πάντοτε ὁλόφωτο Φανάρι τῆς Χριστιανικῆς Ἀνατολῆς! Μέσα στὸ κλῖμα τῆς ἀναστάσιμης χαρᾶς ποὺ βιώνει ἡ Ἐκκλησία, ἡ παρουσία ἐπὶ τὸ αὐτὸ τόσων ἀδελφῶν, μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς συγκλήσεως στὴν Βασιλεύουσα τοῦ παρόντος Συνεδρίου, εἶναι πραγματικὴ εὐλογία!

Μοῦ ἐζητήθη νὰ σᾶς πῶ μερικὰ πράγματα ἐπὶ τοῦ θέματος «Ἡ πνευματικὴ ζωὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», μὲ ἀναφορὰ κυρίως στὴν Θεία Λειτουργία καὶ στὸν Μοναχισμό. Ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι τὸ θέμα εἶναι τεράστιο καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ παρουσιασθῇ, στὰ στενὰ ὅρια μιᾶς εἰσηγήσεως, μία πλήρης ἤ ἔστω μία στοιχειωδῶς ἱκανοποιητικὴ εἰκόνα του. Γι’ αὐτὸ μᾶλλον μερικὲς πολὺ βασικὲς θέσεις μόνον θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς σκιαγραφήσω, περισσότερο ὡς ἀφορμὴ γιὰ βαθύτερη προσωπικὴ ἀναζήτησι καὶ μελέτη, κατὰ τὸ «δίδου σοφῷ ἀφορμὴν καὶ σοφώτερος ἔσται». (1)

Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἀγαπητοί μου, ἔχει τὴν αὐτοσυνειδησία ὅτι εἶναι ἕνα ἐργαστήριο θεραπείας, ἀποκαταστάσεως καὶ ἁγιασμοῦ τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, τῆς εἰκόνος δηλ. τοῦ Θεοῦ, καὶ τῆς ἀναγωγῆς του στὴν Θέωσι, ἡ ὁποία εἶναι ὁ ἀπώτερος προορισμὸς καὶ τελικὸς σκοπὸς τῆς πλάσεώς του. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μία κολυμβήθρα λυτρώσεως ἀπὸ τὴν πτῶσι στὴν ἁμαρτία καὶ τὶς συνέπειές της, δηλ. τὸν θάνατο -αὐτὸ θὰ ἦταν κάτι ὑπερβολικὰ λίγο, πτωχό, ἀνεπαρκὲς καὶ ὄχι ἀντάξιο τῆς κενωτικῆς μέχρι Σαρκώσεως καὶ Σταυροῦ καὶ Θανάτου καὶ Ἅδου ἀγαπητικῆς Θείας Οἰκονομίας!. Εἶναι μία μήτρα Θεώσεως, ἑνώσεως δηλαδὴ μὲ τὸν Θεόν, κατὰ χάριν καὶ ὄχι κατὰ φύσιν, διὰ τῶν Ἀκτίστων Θείων Ἐνεργειῶν, καὶ ὄχι βεβαίως μἐ τὴν Θείαν Οὐσίαν, ἡ ὁποία παραμένει πάντοτε ἀπρόσιτος. (2) Εἶναι ἕνα ἀτέλειωτο Πάσχα (Passover) πού, εὐδοκίᾳ τοῦ Πατρός, οἰκονομίᾳ τοῦ Υἱοῦ καὶ χάριτι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διαβιβάζει ἀκατάπαυστα ἀνθρώπους «ἐκ θανάτου πρὸς Ζωὴν καὶ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν». (3) Ζῶντας ἡ Ἐκκλησία διαρκῶς τὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς, ἡ ὅλη ζωή της, σὲ ὅλες της τὶς ἐκφάνσεις, φέρεται ἀπὸ τὴν πνοὴ τοῦ Παρακλήτου καὶ σφραγίζεται ἀπὸ τὴν ἀδιάκοπη καθαρτική, ἁγιαστική, φωτιστικὴ καὶ θεουργικὴ ἐνέργειά Του. Μὲ θεμέλιο (4) τὸ Θεανδρικὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν εἰς Αὐτὸν ὀρθὴ καὶ ἀκριβῆ προφητική, εὐαγγελική, ἀποστολική, μαρτυρική, πατερικὴ καὶ ἁγιοσυνοδικὴ πίστι, πορεύεται δι’ Αὐτοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ Ὁδός, (5) «σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις» (6) πρὸς τὸν Πατέρα, (7) ὑπὸ τὴν σκέπη, τὴν καθοδήγησι καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁδηγεῖ συστηματικὰ τὰ τέκνα της στὴν θεία υἱοθεσία (8) «ἐν ὑπομονῇ πολλῇ, ... ἐν νηστείαις, ἐν ἁγνότητι, ἐν γνώσει, ..., ἐν χρηστότητι, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, ἐν ἀγάπῃ ἀνυποκρίτῳ, ἐν λόγῳ ἀληθείας, ἐν δυνάμει Θεοῦ». (9) Παρὰ τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καὶ τὶς ἁμαρτητικὲς πτώσεις τῶν μελῶν της, ἡ πορεία τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν ἐσχατολογικὴ δόξα τῆς Βασιλείας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ εἶναι σταθερά, ἀσφαλὴς καὶ ἀταλάντευτη, διότι ἡ Ἐκκλησία ὀντολογικῶς δὲν εἶναι κάτι ἄλλο παρὰ τὸ δοξασμένο καὶ τεθεωμένο Σῶμα τοῦ ἐκ νεκρῶν Ἀναστάντος καὶ αἰωνίως ζῶντος Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο, ἀναληφθὲν ἔμψυχο στοὺς οὐρανούς, παρεδρεύει διὰ παντὸς εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός. (10) Τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μέλη καὶ κύτταρα τούτου ἀκριβῶς τοῦ Ἁγίου Σώματος.

Α΄ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Κεντρικὸς πυρὴν τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ἡ Θεία Λειτουργία. Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας σημειώνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία «σημαίνεται», δηλ. φανεροῦται, ὁρίζεται «ἐν τοῖς μυστηρίοις», (11) καὶ ἐννοεῖ τὴν Θεία Εὐχαριστία. Ἡ Εὐχαριστία ἤ Θεία Λειτουργία, δὲν εἶναι μία ἁπλῆ προσευχητικὴ σύναξις τῶν πιστῶν, οὔτε ἕνα (ἀνάμεσα σὲ πολλὰ) μυστήριο. Ἕνα εἶναι τὸ Μυστήριον, τὸ παμμυστήριον, ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία, καὶ συνισταμένη τοῦ παμμυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ Θεία Εὐχαριστία τῶν πιστευόντων καὶ βεβαπτισμένων. Ἡ σύναξι στὴν Εὐχαριστία εἶναι βέβαια κίνησις ἀνθρώπινη, ἔργο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ (ἐξ οὗ καὶ Λειτουργία), ἀλλὰ κυρίως εἶναι ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος: «Σήμερον ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡμᾶς συνήγαγε», ψάλλομε τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, ἀλλ’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἰσχύει γιὰ κάθε Θεία Λειτουργία. Ὁ ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συναγμένος λαὸς τοῦ Θεοῦ, ἐπικαλεῖται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τὸν Ἕνα Μεσίτην Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων (12) Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ («οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν ἤ μὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ»), (13) δοξάζει δι’ Αὐτοῦ τὸν Πατέρα, ἀκούει τὴν φωνή Του ἀπὸ τὰ Ἁγιογραφικὰ ἀναγνώσματα (Ἀπόστολο καὶ Εὐαγγέλιο) καὶ τὸ ἱερὸ κήρυγμα, καὶ προσφέρει διὰ τῶν χειρῶν τοῦ Ἐπισκόπου (ἤ Πρεσβυτέρου) του στὸν Θεὸ τὸν ἄρτο τοῦ βίου του καὶ τὸν οἶνο τῆς κατανύξεώς του, τὸν κόπο καὶ τὸν καρπὸ ὅλου τοῦ γεωργικοῦ ἔτους, δηλ. τὰ δικά Του πρὸς ἐμᾶς δῶρα, ὡς ἀντίδωρο εὐχαριστίας γιὰ ὅλες τὶς φανερὲς καὶ ἀφανεῖς εὐεργεσίες Του πρὸς τὸ πλάσμα Του. (14) Μὲ τὴν ἐπίκλησι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (καὶ ὄχι ἁπλῶς μὲ τὴν ἐπανάληψι τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ: -Λάβετε, φάγετε,... Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες ... [15] ), ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος, τὰ προσφερόμενα «ἀντίτυπα» (antitypes / figures) (16) τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, μεταποιοῦνται διὰ τῆς ἁγιαστικῆς καὶ θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Παρακλήτου εἰς ἀληθὲς Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, ζῶν, ἔμψυχον, τέλειον, ἔνδοξον, τεθεωμένον καὶ θεοποιοῦν. Τοῦτο κοινωνοῦντες οἱ πιστοὶ «μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης», (17) κατόπιν καθαρτικῆς, νηστευτικῆς, προσευχητικῆς, ἐξομολογητικῆς τῶν ἡμαρτημένων, ἀλληλοσυγχωρητικῆς καὶ ἀγαπητικῆς προετοιμασίας, ἀφοῦ δηλ. «δοκιμάσουν ἑαυτοὺς» κατὰ τὴν ἀποστολικὴ προτροπή, (18) δὲν «ἀναμιμνήσκονται» (19) ἁπλῶς τοῦ Χριστοῦ, οὔτε «καταγγέλλουν» μόνον τὸν ζωηφόρον Θάνατόν Του, (20) οὔτε ὁμολογοῦν μόνον τὴν Ἀνάστασίν Του, ἀλλὰ καθίστανται «θείας κοινωνοὶ φύσεως». (21) Γίνονται σύσσωμοι, σύναιμοι καὶ σύμψυχοι Χριστοῦ καὶ ἀλλήλων. «Μέλη Χριστοῦ γινόμεθα, μέλη Χριστὸς ἡμῶν δε, / καὶ χεὶρ Χριστὸς καὶ ποῦς Χριστὸς ἐμοῦ τοῦ παναθλίου», ὅπως λέγει σχετικῶς ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος. Καὶ πάλι, ἐκφράζοντας τὴν προσωπική του ἐμπειρία τῆς Θεώσεως καὶ ὑπεραμυνόμενος τῆς ἀληθείας ποὺ ἐζοῦσε μὲ τὴν ἄξια κοινωνία τῶν Τιμίων Δώρων, ὑπογραμμίζει: «Κινῶ τὴν χεῖρα καὶ Χριστὸς ὅλος ἡ χείρ μου ἐστιν. / -Ἀμέριστον γὰρ νόει μοι Θεότητα τὴν θείαν!- / Κινῶ τὸν πόδα καί, ἰδού, ἀστράπτει ὡς Ἐκεῖνος• μὴ εἴπῃς ὅτι βλασφημῶ, ἀλλ’ ἀπόδεξαι ταῦτα / καὶ τῷ Χριστῷ προσκύνησον τοιοῦτον σε ποιοῦντι!» (22)

Στὴν Θεία Μετάληψι πραγματώνεται φανερῶς τὸ ὅτι «οἱ πολλοὶ ἕν σῶμα ἐσμέν ἐν Χριστῷ, ὁ δὲ καθεὶς ἀλλήλων μέλη», (23) δηλαδὴ κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ ἀδελφοί. Μὲ τὴν μετάληψι τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων οἱ πιστοὶ λαμβάνουν ἀπὸ τὸν Χριστὸ «ζωὴν» καὶ «περίσσειαν» ζωῆς, κατὰ τὸν λόγο Του: «ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσόν ἔχωσιν». (24) Αὐτὸ τὸ «περισσὸν» εἶναι ἡ κατὰ χάριν μυστικὴ ἀλλ’ ὀντολογικὴ ἕνωσις μὲ τὸν Θεόν, ἡ Θέωσις. Ὅπως ὡραιότατα τονίζει σχετικῶς ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, «ἡ τῶν ἁγίων καὶ ζωοποιῶν Μυστηρίων μετάληψις, τὴν ἐπὶ πᾶσι καὶ ἐπὶ πάντων τῶν ἀξίων ἐσομένην διὰ τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν υἱοθεσίαν, ἕνωσίν τε καὶ οἰκειότητα, καὶ ὁμοιότητα θείαν καὶ θέωσιν δηλοῖ• δι’ ἧς πάντα ἐν πᾶσιν ἔσται τοῖς σωζωμένοις αὐτὸς ὁ Θεός, ὁμοίως». (25) Υἱοθεσία, ἕνωσις καὶ οἰκειότης μὲ τὸν Θεόν, ὁμοίωσις μὲ Αὐτόν, Θέωσις. Ἰδοὺ σὲ ἁδρὲς γραμμὲς ὁ καρπὸς τῆς μετοχῆς στὸ Ποτήριον τῆς Εὐχαριστίας. Καὶ τοῦτο, εἶναι δῶρο τῆς ἀγαθότητος τοῦ Θεοῦ! Οἱ κοινωνοῦντες πιστοὶ μποροῦν τότε, κατάπληκτοι καὶ ἀποροῦντες, νὰ λένε μαζὶ (καὶ πάλι) μὲ τὸν ἅγιο Συμεὼν τὸν Νέο Θεολόγο: «Τίς ἡ ἄμετρος εὐσπαχνία Σου Σῶτερ; / Πῶς ἠξίωσας μέλος Σόν με γενέσθαι; / Πῶς ἐνέδυσας στολήν με λαμπροτάτην / ἀπαστράπτουσαν αἴγλην ἀθανασίας / καὶ φῶς ποιοῦσαν ἅπαντά μου τὰ μέλη;.../ Τὸ γὰρ ρυπαρὸν καὶ φθαρτὸν τοῦτο σκῆνος / τῷ παναχράντῳ ἑνωθὲν Σώματί Σου / καὶ μιγὲν τὸ αἷμα μου τῷ Αἵματί Σου / ἡνώθην, οἶδα, καὶ τῇ Θεότητί Σου / καὶ γέγονα Σὸν καθαρώτατον Σῶμα, / μέλος ἐκλάμπον, μέλος ἅγιον ὄντως, / μέλος τηλαυγὲς καὶ διαυγὲς καὶ λάμπον». (26)

Ἀπὸ τὴν Θεία Λειτουργία, ὡς ἄλλο νοητὸ ἥλιο, ἐξακτινώνονται ὅλα τὰ ἐπὶ μέρους ἁγιαστικὰ καὶ θεουργικὰ Μυστήρια, πολλὰ τῶν ὁποίων στὴν ἀρχαιότητα ἐτελοῦντο συναπτῶς μὲ τὴν Θεία Λειτουργία, ὅπως λ.χ. τὸ Βάπτισμα, ὁ Γάμος, ὁ Ἐξοδιασμὸς καὶ τὸ Μνημόσυνο τῶν κεκοιμημένων, ἐνῷ σήμερα μόνον ἡ Ἱερωσύνη (χειροτονίες Ἐπισκόπων, Πρεσβυτέρων καὶ Διακόνων) καὶ τὰ Μνημόσυνα, σπανίως δὲ καὶ Βάπτισμα ἤ Γάμος. Ὅμως, ὅλες οἱ πτυχὲς τῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ, ὅλες οἱ ἀνάγκες, ὅλα τὰ προβλήματα, ὅλες οἱ χαρές, ὅλες οἱ σχέσεις, ὅλα τὰ «ἀνθρώπινα» τοῦ βίου καὶ ὅλα τὰ ἀναμενόμενα τοῦ «ἐπέκεινα», ἀναφέρονται καὶ καταπιστεύονται ἐπ’ ἐλπίδι στὸν Θεὸ μέσα ἀπὸ τὴν Θεία Λειτουργία καὶ διὰ τῆς Θείας Λειτουργίας, ὅπως μαρτυροῦν οἱ εὐχὲς τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς, συνοπτικώτερα μὲν στὴν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου Θεία Λειτουργία, ἐκτενέστερα δὲ καὶ λεπτομερέστερα στὴν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.

Ἡ Θεία Λειτουργία ἐκράτησε ἀδιαλώβητη τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης κατὰ τὴν μακρὰ νύκτα τοῦ φοβεροῦ χειμῶνος τῆς μαχητικῆς ἀθεΐας! Ἡ Θεία Λειτουργία κρατᾶ ἀναμμένο τὸ Φανάρι τῆς Πόλεως ποὺ μᾶς φιλοξενεῖ, παρὰ τοὺς τυφωνικοὺς ἀνέμους τῶν συστροφῶν τῆς Ἱστορίας! Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι ἡ κιβωτὸς τῆς Πίστεως, τῆς Ἐλπίδος καὶ τῆς Ἀγάπης γιὰ ὅλους τοὺς πιστούς! Εἶναι τέτοια ἡ σημασία τῆς Θείας Λειτουργίας γιὰ τὸν Ὀρθόδοξο πιστό, ὥστε ἡ σοβαρότερη ἐπιτίμησις ποὺ μπορεῖ νὰ καταγνωσθῇ σὲ κάποιο ἀθεράπευτα παρεκτρεπόμενο περὶ τὸ δόγμα ἤ τὸ ἦθος μέλος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ «ἀφορισμός», δηλαδὴ ὁ ἀποκλεισμὸς (προσωρινὸς ἤ μόνιμος) ἀπὸ τὴν μετοχὴ στὴ Λειτουργία καὶ στὴν κοινωνία τῶν Θείων Μυστηρίων! Τὴν σημασία τῆς Λειτουργίας ὑπογραμμίζει ἐξ ἀντιθέτου ὁ ἀπαξιωτικὸς ὅρος «ἀλειτούργητος», ποὺ ἀκούγεται στὴν γλῶσσα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ σημαίνει τὸν ἄθεο, τὸν ἀθεόφοβο, τὸν ἀκοινώνητο, κάποτε καὶ τὸν ἀντικοινωνικὸ ἤ τὸν μισάνθρωπο!

Β΄ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ

Ἀπὸ τοὺς πρώτους Χριστιανικοὺς αἰῶνες, καὶ κυρίως μετὰ τὴν κατάπαυσι τῶν κατὰ τῆς Ἐκκλησίας διωγμῶν μὲ τὸ «Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων» τοῦ Ἁγίου Βασιλέως Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου καὶ Ἰσαποστόλου, ἱδρυτοῦ τῆς Νέας Ρώμης ποὺ φιλοξενεῖ τὸ παρὸν Συνέδριο, ἡ ὁποία ἐν συνεχείᾳ ὀνομάσθηκε Κωνσταντινούπολις πρὸς τιμήν του, ἐμφανίσθηκε στὶς τάξεις τῶν Χριστιανῶν μία μερίδα πιστῶν ποὺ διεκρίνοντο ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία ἀπολύτου συνεπείας πρὸς τὶς ἀρχὲς τοῦ Εὐαγγελίου μέχρι κεραίας, καὶ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀφιέρωσι στὸν Χριστὸ ἐν παρθενίᾳ. Τοῦτο μὲ τὴν ἔξοδο τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὶς Κατακόμβες καὶ τὴν κρατικὴ θεσμοποίησί της τοὺς ἐφαίνετο πολὺ δύσκολο νὰ ἐπιτευχθῇ μέσα στὶς ἐγκόσμιες κοινότητες τῶν πόλεων μὲ τὴν πολυμέριμνη καθημερινότητα. Ἔχοντας ἐνώπιόν των ὡς πρότυπο τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τὸ εὐωδέστερο ἄνθος τῆς παρθενίας καὶ τῆς ἀπολύτου ἀφοσιώσεως στὸν Θεὸ καὶ ὑποταγῆς στὸ θέλημά Του, ἀλλὰ καὶ τὰ παραδείγματα ἁγίων ἀνδρῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὅπως ὁ μέγας Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς καὶ Πρόδρομος, ὁ ζηλωτὴς Προφήτης Ἠλίας κ. ἄ., ἀνεζήτησαν τὴν τελειότητα μέσα ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τοῦ ἀσκητικοῦ, παρθενικοῦ καὶ προσευχητικοῦ βίου, κυρίως κατ’ ἀρχὴν στὶς ἐρήμους. Σ’ αὐτοὺς ἐφαρμόσθηκε ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς»! (27) Καὶ τοῦτο ὄχι ἀπὸ μισανθρωπία, οὔτε ἀπὸ βδελυγμία τῶν ἀνθρωπίνων, οὔτε ἐξ ἀποστροφῆς πρὸς τὸ ἄλλο φύλο, οὔτε ἀπὸ φυγομαχία πρὸς τὰ δύσκολα, ἀλλ’ ἀπὸ ἔνθεο ζῆλο καὶ θεῖο ἔρωτα! Ἐγνώριζαν ὅτι «ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται, καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν» (28) καὶ θέλησαν νὰ ἀνήκουν σ’ αὐτούς! Στὰ ὦτα τους εἶχαν ἔναυλο τὸν λόγο τοῦ Ἱερομάρτυρος Ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου: «ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται καὶ οὐκ ἔστιν ἐν ἐμοὶ πῦρ φιλόϋλον» (29) καὶ ἐφιλοτιμήθησαν νὰ ἄρουν καὶ αὐτοὶ τὸν σταυρό τους καὶ νὰ ἀκολουθήσουν τὸν Ἐσταυρωμένο Ἔρωτα τῆς Ἐκκλησίας, ὑπακούοντες στὴν προτροπή Του: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι», (30) στὴν πιὸ ἀπόλυτη (μὲ ἐξαίρεσι τὸ μαρτύριο τοῦ αἵματος) ἐκδοχή της. Ἔθεσαν, λοιπόν, ὡς βάσι τῆς νέας ζωῆς των, τὴν γιὰ χάρι τοῦ Χριστοῦ ἀποταγὴ κάθε κοσμικῆς ματαιότητος, ἀκόμα καὶ τῶν ἴδιων τῶν οἰκείων καὶ συγγενῶν τους, τὴν ἀπάρνησι καὶ τῶν νομίμων καὶ ἀκατηγορήτων χαρῶν καὶ ἀναπαύσεων τῆς ζωῆς, τὴν ἀκριβῆ τήρησι τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν καλλιέργεια ὅλων τῶν ἁγίων εὐαγγελικῶν ἀρετῶν, μὲ ξεχωριστὴ ἔμφασι σὲ ἐκεῖνες τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἐπιθυμιῶν, τῆς παρθενίας, τῆς μέχρι τελείας ἀκτημοσύνης πτωχείας, τῆς ταπεινώσεως, τῆς ὑπομονῆς, τῆς συγχωρητικότητος, τῆς ἀγάπης, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐκκοπῆς τοῦ ἰδίου θελήματος διὰ τῆς ὑπακοῆς στὸν πνευματικό τους πατέρα καὶ διδάσκαλο (Γέροντα), ποὺ συνήθως ἦταν ἕνας ἀσκητὴς ποὺ εἶχε φθάσει σὲ ὑψηλὰ μέτρα ἀρετῆς καὶ ἁγιότητος. Ἔτσι ἀγωνίσθηκαν ὑπεράνθρωπα, μακρυὰ ἀπὸ τὴν τύρβη καὶ τοὺς θορύβους τοῦ κόσμου, «νήφοντες» (31) μέσα σὲ ἱερὰ ἡσυχία, γιὰ νὰ καθαρίσουν ἐπιμελῶς τὴν καρδιὰ καὶ τὴν συνείδησί τους ἀπὸ τὰ ἐμφωλεύοντα πάθη, μὲ δάκρυα μετανοίας, μὲ πένθος ἔνθεο καὶ μνήμην θανάτου, νὰ «τηρήσουν» μὲ πολλὴ προσοχὴ τὸν νοῦν τους ἀλώβητο ἀπὸ τὰ «πεπυρωμένα βέλη τοῦ πονηροῦ», δηλ. ἀπὸ τοὺς ἐμπαθεῖς, ἀκαθάρτους, αἰσχροὺς ἤ βλασφήμους λογισμούς, καὶ προσευχόμενοι, κατὰ τὴν ὑπόδειξι τοῦ Κυρίου: «γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν». (32) Ἐνθυμούμενοι ὅτι ὁ μέγας Παῦλος ἐσημείωνε: «ὑποπιάζω μου τὸ σῶμα καὶ δουλαγωγῶ, μήπως ἄλλοις κηρύξας αὐτὸς ἀδόκιμος γένωμαι» (33) ἐφιλοτιμοῦντο νὰ ἀγωνίζωνται καὶ αὐτοὶ μὲ αὐστηρὲς νηστεῖες, μὲ ὁλονύκτιες ἀγρυπνίες, μὲ ὀρθοστασίες, μὲ «μετάνοιες», μὲ «χαμευνίες», μὲ κόπους, μὲ κακουχίες καὶ σωματικὲς κακοπάθειες, προκειμένου νὰ δαμάσουν τὴν σάρκα καὶ τὸ φρόνημά της καὶ νὰ τὴν ὑποτάξουν στὸ πνεῦμα, ἤ μᾶλλον νὰ τὴν παρουσιάσουν στὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ ὡς «θυσίαν εὐάρεστον», κατὰ τὴν Παύλεια ὑπόδειξι: «παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, ἀδελφοί, διὰ τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ Θεοῦ, παραστῆσαι τὰ σώματα ὑμῶν θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν, εὐάρεστον τῷ Θεῷ». (34)

Ὁ πνευματικὸς ἀγών τῶν Μοναχῶν ἑστιάζετο σὲ δύο κυρίως ἄξονες: Στὴν προσοχὴ καὶ στὴν προσευχή. Ἡ πρώτη ἀφορᾷ στὶς εἰσόδους τῆς ψυχῆς, τὶς αἰσθήσεις, «ἐξ ὧν τὸ πταίειν καὶ περὶ ἅς ὁ πόλεμος, εἰσδεχομένας τὸ κέντρον τῆς ἁμαρτίας», κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο. (35) Ἡ δεύτερη εἶναι ἡ ἀναπνοὴ τῆς ψυχῆς, χωρὶς τὴν ὁποία ἡ ψυχὴ ἀποθνήσκει, καὶ γι’ αὐτὸ ὁ ἴδιος Ἅγιος ἐσημείωνε: «Μνημονευτέον γὰρ Θεοῦ μᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον• καί, οἷον τε τοῦτο εἰπεῖν, μηδὲ ἄλλο ἤ τοῦτο πρακτέον», (36) σὲ πλήρη συστοιχία μὲ τὴν ἀποστολικὴ ἐπιταγὴ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε». (37) Μὲ ὅλα αὐτά, παραδεδομένοι ὁλότελα, χωρὶς κρατούμενα, στὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐκζητοῦντες τὴν βοήθεια τῶν πρεσβειῶν τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν προσευχῶν τῶν Ἁγίων, ἀγωνίσθηκαν νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὸ «παρὰ φύσιν» τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ βιώσουν τὸ «κατὰ φύσιν» τῆς ἀρετῆς, καὶ στὸ τέλος ἀξιώθηκαν νὰ ἀναχθοῦν στὸ «ὑπὲρ φύσιν» τῆς ἑνώσεως μὲ τὸν Θεό (Θεώσεως). Δέχθηκαν στὴ ζωή τους ποικιλία ἁγιοπνευματικῶν χαρισμάτων μὲ ἰδιαιτέρως διακρινόμενα ἐκεῖνο τῆς ἐμπειρικῆς Θεολογίας (ἱερὰ Θεωρία) τὸ τῆς διοράσεως, τῆς διακρίσεως τῶν πνευμάτων, τῆς προφητείας καὶ τῶν θεραπειῶν (ἰαμάτων).

Ἡ ἔρημος τοῦ Ἰορδάνου στὴν Παλαιστίνη, ἡ ἔρημος τῆς Νιτρίας καὶ τῆς Θηβαΐδος στὴν Αἴγυπτο, ἡ χερσόνησος τοῦ Σινᾶ, ἡ Συρία καὶ ἡ Μεσοποταμία, ἦσαν οἱ πρῶτες περιοχὲς ὅπου ἄνθισε ὁ ἀνατολικὸς Μοναχισμός. Ἀκολούθησε ὁ Ὄλυμπος τῆς Βιθυνίας, ὁ Πόντος, ἡ Καππαδοκία, τὰ γύρω ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι μέρη, ἡ Γεωργία, τὸ Ἅγιον Ὄρος τοῦ Ἄθωνος στὴν Ἑλλάδα, τὰ Μετέωρα, ἡ Πάτμος, ὁ Ὄλυμπος, ἡ Πελοπόννησος καὶ ἡ Κρήτη, ἡ Κύπρος, ἡ Ἰταλία. Ἀργότερα τὸ Κίεβο, ἡ Μόσχα, ἡ Μολδαβία, τὸ Κοσυφοπέδιο, ὁ Αἶμος, ἡ Βαλτική. Παντοῦ ἁπλώθηκε ὁ νέος καρπὸς ποὺ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐχάρισε στὴν Ἐκκλησία. Ἐρημητήρια στὴν ἀρχή, Σκῆτες καὶ Λαῦρες ἀργότερα, Κοινόβια Μοναστήρια στὴ συνέχεια, κατὰ τὴ νομοθεσία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ τοῦ Ἁγίου Βενεδίκτου, ἁπλώθηκαν παντοῦ. Ὀνόματα ὅπως Ἀντωνίου καὶ Εὐθυμίου τῶν Μεγάλων, Παύλου τοῦ Θηβαίου, Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου, Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου, τοῦ πράγματι εὐλογημένου Βενεδίκτου, Ἐφραὶμ καὶ Ἰσαὰκ τῶν Σύρων, Ἰωάννου καὶ Ἀναστασίου τῶν Σιναϊτῶν, Συμεὼν τοῦ Στυλίτου, Γερασίμου τοῦ ἐν Ἰορδάνῃ, τῆς Ἀμμᾶς Συγκλητικῆς, Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, Μωυσέως τοῦ Αἰθίοπος, Ὀνουφρίου, Ἀθανασίου καὶ Πέτρου τῶν Ἀθωνιτῶν, Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, Θεοφάνους τοῦ Γραπτοῦ, Βενεδίκτου, Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου καὶ πλεῖστα ἄλλα, ἔγιναν ἐνωρίτατα πολὺ σεβαστὰ στὴ συνείδησι τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ. Οἱ Μοναχοὶ ἦσαν πλέον ἡ συνέχεια τῶν Μαρτύρων. Ἦσαν ἡ «ἀγρυπνοῦσα καρδία» (38) τῆς Ἐκκλησίας, ἡ προφητικὴ συνείδησίς της, ἡ θεολογικὴ γλῶσσα της, ἡ παρηγορία καὶ ὁ στηριγμός της. Ὑπερασπίσθηκαν μὲ ζῆλο τὴν Ὀρθοδοξία στὴ μάχη κατὰ τῶν αἱρέσεων καὶ στὴν κρίσι τῆς Εἰκονομαχίας. Στάθηκαν φιλάνθρωπα δίπλα στὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ σὲ ὧρες δύσκολες. Μοιράσθηκαν μαζί του τοὺς σταυρούς του. Τὸν ἐσιτοδότησαν δίχως φειδώ, καὶ πνευματικῶς καὶ ὑλικῶς. Τὰ Μοναχικὰ καθιδρύματα ἦσαν πάντοτε τὸ πρόχειρο καταφύγιο ὅλων τῶν ἐν περιστάσει καὶ ἀνάγκαις. Ἀναρίθμητοι Μοναχοὶ καὶ Μοναχὲς ἀναδείχθηκαν Ἅγιοι καὶ μάλιστα θαυματουργοί. Οἱ ἐν τῷ κόσμῳ Χριστιανοὶ ἐθεωροῦσαν πάντοτε τοὺς Μοναχοὺς ὡς ὑπόδειγμα γνησίων φίλων τοῦ Χριστοῦ, τοὺς ἀγαποῦσαν, προσπαθοῦσαν νὰ τοὺς μιμηθοῦν, ζητοῦσαν τὶς προσευχὲς καὶ τὶς συμβουλές των. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Θεολόγος Γρηγόριος, ὁ Χρυσόστομος Ἰωάννης, ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ ἄλλοι μεγάλοι Πατέρες καὶ Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας ἔζησαν ὡς Μοναχοί, διδάχθηκαν ἀπὸ τὸν Μοναχισμό, μετάγγισαν τὴν μοναχικὴ ἐμπειρία στὴν ἐν τῷ κόσμῳ Ἐκκλησία. Τὸ λατρευτικὸ Τυπικὸ τῶν Μοναχῶν σιγὰ-σιγὰ πέρασε στὴ λειτουργικὴ πρᾶξι τῶν Ἐνοριῶν. Ἡ ἐνδυμασία τῶν Μοναχῶν πέρασε στοὺς Ἱερωμένους. Πολλοὶ Μοναχοὶ ἀναδείχθηκαν Ποιμένες ἐκκλησιαστικοὶ καὶ διδάσκαλοι. Στὸ τέλος ἡ Ἐκκλησία ἀπεφάσισε συνοδικῶς νὰ λαμβάνῃ τοὺς Ἐπισκόπους της ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὶς τάξεις τῶν Μοναχῶν. Μία ὤσμωσις συνετελέσθη μεταξὺ τῆς «Ἐκκλησίας τῆς ἀναχωρήσεως» καὶ τῆς «Ἐκκλησίας τοῦ κόσμου», μὲ πολλὴ ὠφέλεια γιὰ τὴν δεύτερη. (Σᾶς παρακαλῶ, ὅπου ἐχρησιμοποίησα παρελθοντικοὺς χρόνους -παρατατικὸ ἤ ἀόριστο- ἐσεῖς νὰ θεωρῆτε ὅτι ἐξ ἴσου ἰσχύει καὶ ὁ ἐνεστώς. Πάντοτε, καὶ στὶς ἡμέρες μας, αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τοῦ Μοναχισμοῦ καὶ τῶν Μοναχῶν στὴν Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία). Τὸ ἀπόσταγμα τῆς μυστικῆς ἐμπειρίας τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ θησαυρίζεται στὶς σελίδες τῆς «Φιλοκαλίας τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν», ἡ ὁποία εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν σᾶς εἶναι ἄγνωστη, καθ’ ὅσον ἔχει γνωρίσει πολλὲς μεταφράσεις τελευταίως σὲ εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες. Ἐνθυμοῦμαι μὲ πολλὴ συγκίνησι ἕναν φίλο Αὐστραλὸ πολιτικὸ (Πρωθυπουργὸ τῆς Νοτίου Αὐστραλίας), Προτεστάντη, νὰ μοῦ ἐμπιστεύεται ὅτι εἶχε ἀρχίσει νὰ μελετᾶ συστηματικὰ τὴν Φιλοκαλία, καὶ εἶχε ἀνοίξει μπροστὰ στὰ μάτια τῆς ψυχῆς του ἕνα πελώριο παράθυρο γεμᾶτο μὲ πρωτόγνωρο φῶς!

Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ σᾶς καταπονήσω περισσότερο. Θὰ ἤθελα νὰ κλείσω μὲ μιὰ μικρὴ γεῦσι ἀπὸ τὴν μοναχικὴ γραμματεία, ποὺ ἐκφράζει, φρονῶ, ὑπέροχα καὶ ἐπιγραμματικὰ τὸ φρόνημα καὶ τὴν πνευματικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, ἕνας μεγάλος νηπτικὸς Πατὴρ τοῦ Ϛ΄ αἰῶνος καὶ Ἡγούμενος τῶν Μοναχῶν τοῦ Σινᾶ, κατατάσσει τοὺς πιστοὺς σὲ τέσσερεις κατηγορίες: Στοὺς Χριστιανούς, τοὺς Θεοφιλεῖς, τοὺς Ἐγκρατεῖς καὶ τοὺς Μοναχούς, στὴν κορυφὴ τῆς πυραμίδος. «Χριστιανός ἐστι», λέγει, «μίμημα Χριστοῦ κατὰ τὸ δυνατὸν ἀνθρώπῳ, λόγοις καὶ ἔργοις καὶ ἐννοίᾳ εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα ὀρθῶς καὶ ἀμέμπτως πιστεύων. Θεοφιλής ἐστιν, ὁ πάντων τῶν φυσικῶν καὶ ἀναμαρτήτων ἐν μετουσίᾳ ὑπάρχων, καὶ τῶν κατὰ δύναμιν ἀγαθῶν μὴ ἀμελῶν. Ἐγκρατής ἐστιν, ὁ ἐν μέσῳ πειρασμῶν καὶ παγίδων καὶ θορύβων ἀναστρεφόμενος, καὶ τοὺς τῶν θορύβων ἀπηλλαγμένων τρόπους πάσῃ δυνάμει μιμεῖσθαι φιλονικῶν. Μοναχός ἐστι τάξις καὶ κατάστασις ἀσωμάτων, ἐν σώματι ὑλικῷ καὶ ρυπαρῷ ἐκτελουμένη. Μοναχός ἐστιν, ὁ μόνον τῶν τοῦ Θεοῦ ἐχόμενος ὅρων καὶ λόγων, ἐν παντὶ καιρῷ καὶ τόπῳ καὶ πράγματι. Μοναχός ἐστι βία φύσεως διηνεκής, καὶ φυλακὴ αἰσθήσεων ἀνελλιπής. Μοναχός ἐστιν ἡγνισμένον σῶμα καὶ κεκαθαρμένον στόμα καὶ πεφωτισμένος νοῦς. Μοναχός ἐστι, κατώδυνος ψυχή, ἐν διηνεκεῖ μνήμῃ θανάτου ἀδολεσχοῦσα». (39)

Ἄς μᾶς ἀξιώνῃ ὁ ἐν Τριάδι Πανάγιος Θεὸς νὰ βιώνουμε στὶς χαλεπὲς ἡμέρες ποὺ διερχόμεθα τὸ Εὐαγγέλιόν Του κατὰ τὴν ἁγία Παράδοσι τῆς ἀρχαίας κοινῆς πνευματικῆς κληρονομίας μας, βασικοὶ πυλῶνες τῆς ὁποίας εἶναι τόσον ἡ Θεία Λειτουργία, ὅσον καὶ ὁ ἡσυχαστικὸς – νηπτικὸς Μοναχισμός!

Σᾶς εὐχαριστῶ γιὰ τὴν προσοχή σας!



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 

1. Παροιμ. 9: 8.
2. Πρβλ. Μεγ. Βασιλείου, Ἐπιστολὴ 234 Πρὸς Ἀμφιλόχιον Ἰκονίου: «Ἡμεῖς δὲ ἐκ μὲν τῶν Ἐνεργειῶν γνωρίζειν λέγομεν τὸν Θεὸν ἡμῶν, τῇ δὲ Οὐσίᾳ αὐτῆ προσεγγίζειν οὐχ ὑπισχνούμεθα. Αἱ μὲν γὰρ Ἐνέργειαι Αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς καταβαίνουσιν, ἡ δὲ Οὐσία Αὐτοῦ μένει ἀπρόσιτος» P.G. 32, 869 AB.
3. Κανὼν τοῦ Πάσχα.
4. Πρβλ. Α΄ Κορ. 3: 11.
5. Ἰωάν. 14: 6.
6. Πρβλ. Ἐφεσ. 3: 18.
7. Πρβλ. Ἐφεσ. 2: 18.
8. Πρβλ. Γαλ. 4: 5.
9. Β΄ Κορ. 6: 6-7.
10. Πρβλ. Ἑβρ. 8: 1.
11. Ἑρμηνεία εἰς τὴν Θ. Λειτουργίαν, Migne, P.G. 150, 452.
12. Α΄ Τιμ. 2: 5.
13. Α΄ Κορ. 12: 3.
14. Εὐχὴ τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς: «Ὑπὲρ τούτων ἁπάντων εὐχαριστοῦμεν Σοι, καὶ τῷ Μονογενεῖ Σου Υἱῷ καὶ τῷ Πνεύματί Σου τῷ Ἁγίῳ, ὑπὲρ πάντων ὧν ἴσμεν καὶ ὧν οὐκ ἴσμεν, τῶν φανερῶν καὶ ἀφανῶν εὐεργεσιῶν τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων...».
15. Ματθ 26: 26-27.
16. Εὐχὴ Καθαγιασμοῦ τῆς Θ. Λειτουργίας τοῦ Μεγ. Βασιλείου.
17. Θεία Λειτουργία, πρόσκλησις πρὸς μετάληψιν.
18. Πρβλ. Α΄ Κορ. 11: 28.
19. Πρβλ. Α΄ Κορ. 11: 24.
20. Πρβλ. Α΄ Κορ. 11: 26.
21. Β΄ Πέτρ. 1: 4.
22. Θεῖοι Ἔρωτες, Ὕμνος ΙΕ΄, ΕΠΕ ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ 19Ε σσ. 154-156.
23. Πρβλ. Ρωμ. 12: 5.
24. Ἰωάν. 10: 10.
25. Μυσταγωγία, ΕΠΙ ΤΑΣ ΠΗΓΑΣ, 1, Ἀθῆναι 1973, σ. 240.
26. Ἔνθ’ ἀνωτ. Ὕμνος Β΄, σ. 66.
27. Ἑβρ. 11: 27-28.
28. Ματθ. 11: 12.
29. Ρωμαίοις Ἰγνάτιος, VII, ΒΕΠΕΣ 2, σ. 276.
30. Μάρκ. 8: 34.
31. Α΄ Πέτρ. 1: 13.
32. Μάρκ. 14: 38.
33. Α΄ Κορ. 9: 27.
34. Ρωμ. 12: 1.
35. Λόγος ΜΕ΄Εἰς τὸ Πάσχα. ΕΠΕ 5, σ. 180.
36. Λόγος ΚΖ΄ (Θεολογικὸς Α΄), ΕΠΕ 4. σ. 16.
37. Α΄ Θεσ. 5: 17.
38. Πρβλ. Ἆσμα Ἀσμάτων 5: 2.
39. Κλῖμαξ, Λόγος Α΄, Περὶ Ἀποταγῆς, Ὠρωπὸς 1978, σ. 39.

Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: Ο ΑΝΑΜΟΡΦΩΜΕΝΟΣ (διήγημα)


Τον πήγαν στο τρίτο Τάγμα.

- Πιστεύεις στην μεγάλη Ελλάδα, ρε;

- Πιστεύω, ψέλλισε.

Τον πλάκωσαν στο ξύλο γιατί έλεγε ψέματα. Αίματα και μύξες σε όλο το πρόσωπο. Μελανιές παντού. Τον γύρισαν τέσσερεις και τον πέταξαν στην σκηνή. Ξύπνησε από τις φωνές.

- Σήκω ρε Βούλγαρε.

Τον έσυραν έξω στο κρύο.

- Πιστεύεις στην μεγάλη Ελλάδα, ρε;

- Όχι, απάντησε.

Τον έκαναν τ’ αλατιού. Δεν του άφησαν ούτε δόντι και αφού απόκαμαν από την κούραση άναψαν τσιγάρο και κοιτούσαν την αυγή. Αυτός κοίταγε ένα μυρμήγκι που έβγαινε πίσω από την ρίζα του ραδικιού. Ήρθε κοντά στη λίμνη μύρισε το αίμα και απομακρύνθηκε. Δεν είχε όρεξη φαίνεται. Έκανε στροφή και πλησίασε στο ανοιχτό του στόμα. Εκεί έχασε κάθε οπτική επαφή. Τι απέγινε κανείς δεν ξέρει. Μπορεί και να έκανε το γύρο των σωθικών του, μπορεί και να έφυγε από τα δεξιά πίσω ακριβώς από το σπασμένο σαγόνι του.

Για μέρες δεν τον πείραξαν. Αναθάρρησε. Τον φρόντισε και ο φοιτητής της ιατρικής, με ό,τι μπόρεσε… Κάποτε σηκώθηκε όρθιος. Βγήκε από τη σκηνή και ένας γεναριάτικος ήλιος τον ζάλισε. Έπεσε πάλι στη γη. Το μυρμήγκι τον υποδέχθηκε χαρούμενα. Έτρεξε προς το μέρος του και ανέβηκε στο πιο ψηλό σημείο του κεφαλιού του. Ένας άνεμος το πέταξε πάλι κάτω και έκανε μια αστεία τούμπα μπροστά στα μάτια του. Έμεινε κάτω για ώρα. Τον σήκωσε κάποιος με βία.

- Πιστεύεις στη πατρίδα, ρε;

- Πιστεύω, του απάντησε.

- Υπόγραψε, και του έτεινε μια κόλλα χαρτί και ένα στυλό.

Έβαλε την υπογραφή του και λοξοκοίταξε με φόβο τον φρουρό.

Πάνω στο φορείο τον πήγαν στο αναρρωτήριο.

Μετά από καιρό, μόνο μια ζάλη, πιο πολύ όταν θυμόταν, του έμεινε. Και πόνοι σε όλο του το κορμί.

- Περαστικά, του είπε ο υπίατρος και του έδωσε κάμποσες ασπιρίνες. Γύρισε στη σκηνή.

Στην πρωινή αναφορά έβγαλε λόγο.

- Αποτάσσομαι, έλεγε ξανά και ξανά.

Χειροκροτήματα δέχθηκε μόνο από τους βασανιστές του. Αυτό τον προβλημάτισε. Ευτυχώς η δημόσια ομολογία δεν κράτησε πολύ. Ύστερα τον πήραν στον λόχο διοικήσεως. Του έδωσαν καινούργια φορεσιά και πηλήκιο με ένα αστραφτερό έμβλημα. Ήταν επιτέλους αναμορφωμένος. Ο λόγος του εστάλη ταχυδρομικώς για να διαβαστεί από τον παπά του χωριού του στην εκκλησία. «Δήλωση μετανοίας», έγραφε σαν τίτλος. Ήταν κάτι σαν πιστοποιητικό βάφτισης και έπρεπε να το είχε πάντα μαζί του.

Τις πρώτες μέρες πήγαινε σε αγγαρείες ρουτίνας. Θαλαμοφύλακας, μαγειρεία, καντηλανάφτης… Εκεί γνώρισε και τον νεαρό Αρχιμανδρίτη από την Πρέβεζα. Καλό παιδί. Επαγγελματίας. Πήγαιναν οι κρατούμενοι για εξομολόγηση και κρατούσε ημερολόγιο. Ό,τι του έλεγαν το μετέφερε στη διοίκηση. Το ήξερε, αλλά δεν τον πείραζε. "Μέρος της αναμόρφωσης", σκέφτηκε και ξεκούραζε το μυαλό του. Καλό παιδί. Αυτός τον ευλόγησε μαζί με καμιά εικοσαριά άλλους αναμορφωμένους και τους παρέδωσε κάτι ευλογημένα ρόπαλα. Ήταν άνδρες ξανά. Μετέλαβαν και κατηφόρισαν από την εκκλησία. Αυτός διάλεξε τη σκηνή του. Εκεί δοκίμασε το ρόπαλο. Γερό. Με ένα χτύπημα έσπασε ένα κεφάλι. Λίμνη το αίμα. Έσκυψε. Το μυρμήγκι έκανε το γύρο της λίμνης.

- Το βλέπεις; ρώτησε τον φοιτητή.

Καμία απάντηση. Το πήρε στη παλάμη του και το άφησε μέσα στη λίμνη.

- Κολυμπάει, είπε και έφυγε γελώντας.

Το βράδυ δεν είχε ύπνο. Έφαγε πολύ; Μα το κρέας τού άρεσε. Άλλωστε, κανείς δεν είχε παραπονεθεί. Τι να είχε;

Το πρωί ήταν καλύτερα και μάλιστα κατάφερε να λουφάρει στην εκκλησία. Κοιμήθηκε του καλού καιρού. Το μεσημέρι έφαγε φασολάδα και κάθισε στη λιακάδα με μια οδοντογλυφίδα να σκαλίσει τα δόντια του. Αγνάντευε την ακτή απέναντι και επιθυμούσε τη Μαριγώ. Πόσο καιρό είχε να νοιώσει τη φύση του... Μια ακταιωρός εμφανίστηκε στον ορίζοντα. Ερχόταν στο νησί. "Εφοδιασμός", σκέφτηκε.

Την επομένη βρέθηκε να δέρνει ώρες ολόκληρες. Από παντού άκουγες ριπές και ποδοβολητά όχλου. Καθόταν πάνω από τον δρόμο και χτύπαγε ό,τι ερχόταν. Στα τυφλά. Αρκεί να εύρισκε αντίσταση. Όποτε ένοιωθε τον αέρα στο ξύλο του σταμάταγε. Ήξερε ότι είχε διάλειμμα.

Σαν απόκαμαν οι φύλακες και η ακταιωρός έπαψε να βάλει, μέτρησαν τα πτώματα. Αυτός τα βρήκε τριακόσια και τα είχε τετρακόσια όσο κι αν ο διοικητής επέμενε ότι ήταν γύρω στα είκοσι.

- Εντάξει τα υπόλοιπα, είπε, κάνω λάθος, αλλά στην αριθμητική;

Δεν το χώνεψε. Βρήκε και τον νεαρό Αρχιμανδρίτη και το εξομολογήθηκε.

Εκείνο το βράδυ ο επιλοχίας τον έβγαλε με τα σώβρακα έξω από τον θάλαμο. Έκανε κρύο πολύ και τουρτούριζε.

- Ξέρεις να μετράς ρε;

- Ξέρω, απάντησε.

Το πρωί το κεφάλι του ήταν σαν καρπούζι. Βγήκε στην αναφορά και όταν τον ρώτησαν τι έπαθε, είπε ότι έπεσε από το κρεβάτι.

- Ελεύθερος υπηρεσίας, ανακοίνωσε ο επιλοχίας.

- Ο παπάς, σκέφτηκε κι έφτυσε αίμα. Το πάτησε με την αρβύλα και κανείς δεν πρόλαβε να το δει.

Παραφύλαξε. Ήταν όλοι στο γήπεδο. Κάποιος επίσημος έβγαζε λόγο για τις αρετές του έθνους. Πήγε στην εκκλησία. Κατέβασε τις εικόνες και τις έβαλε τη μια πάνω στην άλλη. Άνοιξε τον αναπτήρα, έβγαλε το μπαμπάκι που ήταν ποτισμένο βενζίνη και το έβαλε κάτω από τον σωρό. Άναψε σπίρτο.

- Φωτιά, φωτιά, ακούστηκε από το λόχο.

Η εκκλησία ζωσμένη στις φλόγες και κείνος ατάραχος, με ένα χαρτί στα χέρια ούρλιαζε:

- Τα τριάκοντα αργύρια ρε! Τα τριάκοντα αργύρια.

Μόνο το χαρτί σώθηκε. Το σήκωσε ο καπνός και το πήρε ο άνεμος. Καψαλισμένο κάθισε πάνω στη θάλασσα.

«Δήλωση μετανοίας», έγραφε, όταν το κύμα το διέλυσε σε τριάντα κομμάτια.

 [Φωτογραφία από την ταινία-ντοκιμαντέρ "Μακρόνησος" (2008) των Ηλία Γιαννακάκη και Εύης Καραμπάτσου]

Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Η οικογενειακή μας Γκιόστρα

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ



Ήταν το δειλινό της περασμένης Παρασκευής 23 Απριλίου 2010, την ώρα που με την μπάντα των τυμπανιστών της Γκιόστρας πηγαίναμε, διασχίζοντας αυτό που θα έπρεπε να είναι το, έστω και σε απομίμηση ή αποκατάσταση, ιστορικό μας κέντρο, αλλά εμείς το κάναμε ομαδικό τόπο παρκαρίσματος και επέκταση της επαίσχυντης επιθυμίας μας για πλουτισμό, όταν συνέβη το παρακάτω περιστατικό, όπου θα σας περιγράψω σήμερα και θα προσπαθήσω να το εξηγήσω, πρώτα για μένα και ύστερα για σας, μια και με προβλημάτισε και μ’ έκανε πολλά και διάφορα να σκεφτώ.

Όταν, λοιπόν, πηγαίναμε με το καπίτουλο του Σωματείου επικεφαλής και τα παιδιά, που άοκνα και με μεράκι, από καιρό τώρα, συνοδεύουν με τους ρυθμικούς τους ήχους και την εφηβική τους αγάπη, τις διάφορες ιπποτικές αναμετρήσεις, της έστω και σ’ επαναφορά και αναβίωση Γκιόστρας της Ζακύνθου, με την δημιουργική και ανάργυρα προσφέρουσα καθοδήγηση του δασκάλου τους Νίκου Αρβανιτάκη, μια γιαγιά, ακούγοντας την μουσική και βγαίνοντας στο μπαλκόνι της κοίταξε και αυτή, σαν την άλλη προκάτοχό της, εκείνη την ανεπανάληπτη, που με τζαντιώτικο χιούμορ του περιγράφει μοναδικά ο πολυγραφότατος Γρηγόρης Ξενόπουλος στο κείμενό του για την «Λιτανεία του Φώσκολου» και ρώτησε:

- Καρναβάλι έχουμε;

Αυτό βέβαια, γιατί η εικόνα και η σκηνή γενικότερα της θύμιζε τις αποκριάτικες στιγμές του τελευταίου Σαββάτου της ανέμελης αυτής εορταστικής περιόδου, που η επανερχόμενη στην ζωή μας και την καθημερινότητά της και καθημερινότητά μας Γκιόστρα, χαρακτηριστικό κομμάτι του παλιότερου, αλλά ευτυχώς και του νεότερου Καρναβαλιού, περνούσε μπρος από το σπίτι της, στο αλλοτινό «αφάλι τση Χώρας» και της χάριζε ακούσιες, γι’ αυτό και σημαντικές, στιγμές της επαναφοράς της ταυτότητάς της.

- Όχι γιαγιά -το «νόνα» είναι πια αραιό και σπάνιο- τής απάντησε κάποιο από τα παιδιά. Για την Γκιόστρα του Άι - Γιώργη πάμε.

Αυτή τότε κοντοστάθηκε, στράφηκε προς τη νότια πλευρά της πόλης μας, εκεί κατά την είσοδο και έξοδο της Καμάρας του Αγίου Λαζάρου και κάνοντας μισοδακρυσμένη το σταυρό της, συμπλήρωσε συγκινημένη:

- Α, γι’ αυτά που γίνονταν πάνω στον Άι - Γιώργη του Πετρούτσου, μού λέτε.

Και με την πολλά καθρεφτίζουσα ματιά της αγκάλιασε τα νεαρά βλαστάρια της Ζακύνθου και τούς έδωσε την ευχή της!

Σ’ αυτήν την σκηνή και σ’ αυτόν τον μικρό, αλλά περιεκτικό, διάλογο, κρύβεται, πιστεύω, όλη η σημασία και η αξία της αναβίωσης, φέτος, για πρώτη φορά, μετά το πολλαπλά καταστρεπτικό 1953, της περίφημης, λαϊκής Γκιόστρας του Άι - Γιωργιού, από την Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία “Giostra di Zante”.

Η επαναφορά της άλλης και κεντρικής, αυτής του Καρναβαλιού, η οποία έχει καθιερωθεί πια και έχει γίνει θεσμός για το νησί μας και πρόταση ιστορικής και σε βασισμένης σε ερευνητικά στοιχεία έκφρασης των κατοίκων του, αλλά και τρόπος επιστροφής τους στις ρίζες και τις ιδιαιτερότητές τους, έχει τα πρωτεία, αποτελεί, όπως και στα χρόνια της ακμής και της νεότητάς της, ένα σπουδαίο γεγονός, αλλά αυτή της 23ης του Απρίλη, η λαϊκή στην ουσία εκδοχή της προηγούμενης και η για την διάσωσή της μετάλλαξή της, είναι κάτι ιδιαίτερο και αν και όχι μοναδικό, μια και είναι σχεδόν πανελλήνιο και πανευρωπαϊκό έθιμο, σε κατά νοοτροπίες, βέβαια, προσαρμοσμένη, μορφές, είναι ο τρόπος έκφρασης και διασκέδασης των κατ’ ουσίαν και σάρκα προγόνων μας και μια γλυκιά ανάμνηση των προσεισμικών συγγενών μας, οι οποίοι ακόμα αντιστέκονται και επιμένουν, έστω και με την αποκαταστατική τους ενθύμηση.

Μ’ άλλα λόγια, εάν η Γκιόστρα της Αποκριάς είναι πολυδιάστατη και πολυσυζητημένη, με τα υπέρ και τα κατά της, αυτή της επετείου της μνήμης του Τροπαιοφόρου Μεγαλομάρτυρα, στην απαρχή της επικράτησης του φωτός και της πορείας μας προς το καλοκαίρι, επικρατεί αυτόφωτα και διαλαλιέται μόνη της, δίχως τυμπανοκρουσίες και φανφάρες, δίχως την ανάγκη διαφήμισης και προβολής. Η πείρα και η γνώση της γιαγιάς, που προαναφέραμε, είναι γι’ αυτό η πιο αδιάψευστη επιβεβαίωση.

Η ιππική αυτή αναμέτρηση δεν είχε, όπως έχουμε ξαναγράψει, καμιά σχέση με τη μητέρα της, παρ’ ότι έχει αποδειχτεί πως είναι γνήσια και πιστή της κόρη. Ούτε επίδειξη δύναμης περιέχει, ούτε επιβολή περικλείει, αλλά μήτε και η αντιγραφή δεν την κάνει νόθα ή -για να μην ξεχνάμε και τα δικά μας- «παιδί φυσικό». Είναι η μίμηση μιας άλλης, προγενέστερης και πιο λαμπρής, μα όχι και η απομίμηση. Δεν αντιγράφει, αλλά γράφει ή πιο σωστά υπογράφει. Έχει το γνήσιο και το αυθεντικό και πάνω απ’ όλα δεν φωτοτυπεί το πρωτότυπο, μα το αποδίδει με τις δικές της γνώσεις και τις μοναδικές της ευαισθησίες και ικανότητες.
Εγκαταλείπει, μάλιστα, την ειδωλολατρική -όπως θέλετε ερμηνεύσετε την λέξη- διαβίωση και δίχως να αποκοπεί από τις ρίζες της και την παράδοσή της, την γνήσια ελληνοπρέπειά της και την αρχαιοελληνική φινέτσα της, τιμά με τρόπο όμοιο έναν έφιππο Μεγαλομάρτυρα, ο οποίος πολλούς μεγάλους και μικρότερους θεούς έχει διαδεχτεί και συντηρήσει.

Ίσως ο μύθος του Αγίου Γεωργίου είναι μια μεγάλη ιπποτική ιστορία. Ίσως να είναι και μια μικρογραφία μιας αληθινής Γκιόστρας. Υπάρχει η νίκη του παλικαριού, η γυναικεία παρουσία, το αήττητο του καβαλάρη και επικράτηση της δικαιοσύνης και της αρχοντιάς. Το ίδιο συμβαίνει και με τις δυτικές, αλλά και τις επτανησιακές, όπως είναι φυσικό, ιστορήσεις του Αγίου στις πολυάριθμες εικόνες του. Σε κάποιες τοπικές, μάλιστα, εικονίζονται οι τυμπανιστές, οι σαλπιγκτές και τα πολύχρωμα λάβαρα, που κρέμονται από τα μπαλκόνια του πύργου. Και είναι αναγκαίο. Ο ζωγράφος την εποχή του απέδωσε στον Άγιο και μέσα στον τόπο του και τον χρόνο του τον τοποθέτησε. Αυτό είναι, ίσως, η μεγαλύτερή του ευλάβεια, ικεσία και προσευχή.

Στους αγώνες του Άι-Γιωργιού και την δική του ζακυνθινή Γκιόστρα η εξιστόρηση αυτή μένει στην ασημόντυτη εφέστια εικόνα της καθέδρας της εκκλησίας του ή ακόμα και την δεσποτική της προσπετίβας του. Έξω οι ολιγαρκείς, λόγω σοφίας και πείρας, πιστοί του, οι ενορίτες, αδελφοί και γείτονές του, έχουν καλλωπίσει το άλογό τους, του έχουν φορέσει την πιο πολύτιμη ιπποσκευή και καμαρωτοί πάνω στη σέλα του τιμούν τον προστάτη τους και γιατί όχι και συναγωνιστή τους, αμιλλώμενοι και αγωνιζόμενοι, «στο τρέξιμο και το λιθάρι», όπως θα έλεγε και ο ποιητής.

Δεν ψάχνουν για περίτεχνα κεντημένα Palio, ούτε για ασημένια σπαθιά και χρυσά σπιρούνια. Η πατροπαράδοτη κουλούρα του ζακυνθινού πανηγυριού τούς αρκεί και ίσως κάπου - κάπου κάτι πιο χρήσιμο και ουσιαστικό τους φτάνει. Ένα ζευγάρι σκαλτσούνια, για παράδειγμα ή ένα ρολόι χειρός, ένα μαντήλι ή έστω ένα απλό δάφνινο στεφάνι χαράς και πανάρχαιας δόξας τους είναι έπαθλα πολύτιμα. Αυτό τους επαρκεί και τους περισσεύει. Η διάκρισή τους, εδώ, εξάλλου, είναι καθαρά εσωτερική τους ικανοποίηση. Πανηγυρίζουν κυριολεκτικά και γιορτάζουν καθαρότατα. Με τον τρόπο τους αποκτούν το κατ’ εικόνα και επιδιώκουν το καθ’ ομοίωση.

Να γιατί η φετινή αναβίωση της πολυαγάπητης Γκιόστρας του Άι - Γιωργιού έχει και αυτή εξίσου μεγάλη σημασία με αυτήν της επαναφοράς του Καρναβαλιού και ίσως μεγαλύτερη. Να γιατί άξιζε τον κόπο να επανέλθει στην από μυριάδες κινδύνους επαπειλούμενη ζωή μας.

Μια άλλη προσφορά της τριήμερης εκδήλωσης ήταν, που πολλοί έψαχναν να βρουν το μέρος όπου βρισκόταν η περιλάλητη εκκλησία του Πετρούτσου. Υπάρχεις από την στιγμή που αναζητάς τις ρίζες σου, από την ώρα που τις γνωρίζεις και τις αγαπάς. Απ’ όταν γίνονται βίωμά σου.

Μακάρι και η Γκιόστρα του Άι-Γιωργιού να καθιερωθεί και να γίνει και αυτή θεσμός. Θα είναι η οικογενειακή μας Γκιόστρα.

Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

π. Βασιλείου Θερμού: ΠΥΡΑΓΟΣ ΕΠΙ ΤΙΜΗ (10 ποιήματα)


[Επιλογή από τη νέα ποιητική συλλογή "Πυραγός επί τιμή" (έκδ. 2010) του π. Βασιλείου Θερμού. Το κολάζ είναι του ίδιου και κοσμεί, μαζί με άλλα, το βιβλίο.]



Καρδία εύφλεκτη

Και μέσα στον ορυμαγδό ήθελα να πω κάτι
διαφορετικό. Αλλά δεν είχα
μετά από τόσα και τόσα λόγια (κάποιοι πήραν και βραβεία).

Όταν δεν μένει τίποτε που να μην έχει ειπωθεί
οι παραιτημένοι σου λένε να σωπάσεις
οι βιαστικοί προτείνουν να δοκιμάσεις άλλη γλώσσα
και κάποιοι λοξοί σου λένε να βάλεις φωτιά στην καρδιά σου.


Προειδοποίηση

Κάθε φορά που μιλούμε
ό,τι και να λέμε
μεταφράζουμε από ένα πρωτότυπο που έχει χαθή.


Αλλεργικό σοκ

Λέξεις λόγια λέξεις σμήνος μελισσών.
Άλλοι σκορπίζουν μακριά το συντομώτερο.
Άλλοι τις υποτάσσουν με καπνούς ιδεών.
Άλλοι τσιμπήθηκαν από μία και μόνη
και έκτοτε δεν συνήλθαν ποτέ.


Υπενθύμιση

Από τη νοσταλγία
κανένας δεν επέζησε
για να μάς πει πώς είναι εκεί.


Πυρ εκ πυρός προϊόν

Επιπαφλάζει άρμα πύρινο
που ήλθε ν’ αφαρπάσει καρδίες.
Ψαράδες πολύγλωσσοι
άνευ λεξικών αγορεύουν.
]Υγρή φωτιά πυρπολεί τα σπλάχνα
και σκάνε τα πυρομαχικά που οι αιώνες
εμπιστεύθηκαν.

Καλό να περπατάς εσύ στα νερά.
Μέγα να περπατά η φωτιά σε σένα.


Προσευχή

Συ όλα τα γνωρίζεις, Θεέ μου
και όμως είσαι ο πλέον εύπιστος.
Πάντα εμπιστεύεσαι μια καινούργια αρχή.


Πανήγυρις Αποστόλου Θωμά

Όλοι παρόντες, κλήρος και λαός
και ο λαμπροφορεμένος επίσκοπος.
Μόνο ένας έλειπε, Κύριε, τι στο καλό 
ένας πλαστικός χειρουργός δεν βρέθηκε
για να Σού κλείσει τις πληγές;


Ποίηση ρέζους θετικού

Γράφω για όσους βρέχουν άκοντες
τα πόδια τους στα ποτάμια του χάρτη.
Που παρέταξαν τα αιμοσφαίριά τους
μπαλίτσες σε αριθμητήριο άλλων.
Που απρόθυμα υπέγραψαν
φιλική δήλωση ατυχήματος
στη μετωπική σύγκρουσή τους με τον χρόνο.


Βιογραφικό σημείωμα

Η Κόλαση πάντ' άγρυπνη σού στάθηκε τριγύρω
στον ερημόβραχο απάνω που άπλωνες
τις τύψεις να στεγνώσουν.
Κάθε πρωί η μοναξιά γεννούσε μια τόλμη
που ώς το βράδυ κείτονταν γερασμένη
και πια λεγόταν φθόνος.


Φυσικό φαινόμενο

Γύρω μας ίπτανται πανάρχαιες
σοφίες υπερηχητικές
που ευλόγως δεν ακούγονται.
Στην εποχή μας οι αλήθειες προστίθενται μόνο
χάριν ευφωνίας.

Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ: ΠΕΝΤΕ ΝΕΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


ΟΡΦΑΝΑ ΦΙΛΙΑ

Ἀρχίσαμε σταυροφορία ἐναντίον τοῦ καπνίσματος
καὶ στὴν καπνοπαραγωγὸ Ἑλλάδα μας,
Χριστέ μου!
Ρεκλάμες, προειδοποιήσεις,
ἀνατριχιαστικὰ ἰατρικὰ
καὶ θλιβερὰ στατιστικὰ στοιχεῖα
στὴ δημοσιότητα,
κατατοπιστικὴ ἐνημέρωση γιὰ τὶς ἀπαίσιες,
τὶς τρομερὲς συνέπειες τοῦ τσιγάρου.

Κι ὅμως τὰ πεζοδρόμια, οἱ δρόμοι,
οἱ γωνίες, τὰ παρτέρια, τὰ τασάκια,
εἶναι γεμάτα μὲ μυριάδες ἀποτσίγαρα.
Ρίξε τους μιὰ προσεκτικὴ ματιά!
Δὲν τὰ ἀναγνωρίζεις;
Εἶναι τὰ ὀρφανὰ φιλιὰ
ποὺ δὲ βρῆκαν τὸ δρόμο
γιὰ τὸ φῶς τοῦ προσώπου Σου,
μήτε γιὰ τὴν περίπυστή Σου εἰκόνα,
τὸν Πλησίον.

Πειραιεύς, 21-1-2010


ΕΑΡ ΓΛΥΚΥΤΑΤΟN !...

Τὴν ἄνοιξη, ὡς γνωστόν,
τὴν ψάλλουν τὰ πουλιὰ κ’ οἱ ποιητές•
τὴ λούζει ὁ ἥλιος
μὲ φῶς ἀνθέων καὶ μὲ χρώματα,
ἀπ’ τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ἀπουσιάζει
τὸ μενεξελὶ τοῦ πένθους.
Τὴν ἄνοιξη τὴ χαϊδεύει ἡδονικὰ ὁ ἄνεμος
μὲ εὐωδία νιότης ἁρμυρῆς,
οἱ μέλισσες τῆς δίνουν τραταμέντο
μέλι καὶ κηρύθρα
καὶ τὴν καλωσορίζουνε ὁλόδροσα
χαμογελώντας τὰ δελφίνια.

Τὴν ἴδια ὥρα ἀκριβῶς, ἡ Ἄνοιξη,
ἤρεμα σταυροχεριασμένη,
χρυσοκέρινη, μέσα στὶς πασχαλιὲς
καὶ μέσα στοὺς λεμονανθούς,
κυκλωμένη ἀπὸ νέφη θυμιάματος,
ἀπὸ λαμπάδες, ἑξαπτέρυγα
καὶ μάτια ἀπορημένα παιδικά,
κάτω ἀπὸ ἤχους ἀντρίκιας φοβερῆς καμπάνας
καὶ ἐγκωμίων τρυχομένης Μάννας λυρικῶν,
δέχεται θρῆνο χαρμολύπης ἐπιτάφιο
καὶ ἑτοιμάζεται χαράματα τῆς Κυριακῆς
νὰ ἀνατείλει ὡς Νυμφίος
ἔρωτος κάλλει ὡραῖος, ὁλοφώτεινος,
ἐκ παστάδος μετὰ δόξης ἐξερχόμενος!

Πειραιεύς, 26-2-2010


ΑΝΑΣΤΑ Ο ΘΕΟΣ

Μᾶς ξεκούφανες μεγαλοσαββατιάτικα
μὲ τὸ ἐζάνι σου στὴ διαπασῶν τῶν μεγαφώνων
καρσὶ στ’ ἀφτιὰ τοῦ Ἅη Γιώργη!
Φώναζε ὅσο θὲς ὥς τὰ μεσάνυχτα•
καὶ τότε θὰ ἀκούσεις καὶ τοῦ λόγου σου
ἕνα μυριόστομο Χριστὸς ἀνέστη!
νὰ βγαίνει ἀπὸ τὰ ἔγκατα τοῦ ἅδη,
νὰ τὸ φχαριστηθεῖ κ’ ἡ ἀφεντιά σου!

Φανάρι, Μ. Σάββατο, 3-4-2010


ΜΠΑΛΟΥΚΛΙ

Ἀπὸ τ’ ἀριστερὰ μπαξὲς μὲ ὀβελίσκους•
ἀπὸ τὰ δεξιὰ κῆπος μὲ σταυρούς.
Ἀπὸ ‘κεῖ τὸ νεκροραφεῖο•
ἀπ’ ἐδῶ τὸ κοιμητήριο.
Καὶ στὴ μέση ἡ Ὁδός.
Χωρίζουσα ἤ συνδέουσα•
ἀναλόγως• ὅπως τὴν πάρεις!...

Φανάρι, Μ. Σάββατο, 3-4-2010


ΕΛΛΑΣ, ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟΝ ΣΟΥ!...

Ξεκινήσαμε μ’ ἕναν μέλανα ζωμὸ
κι ἕνα «μολὼν λαβέ»∙
φθάσαμε αἰσίως στὸ «ἐν τούτῳ νίκα»
καὶ σὲ μιὰν Ἁγιὰ Σοφιά∙
προχωρήσαμε σ’ ἕνα «ἐλευθερία ἤ θάνατος»
μὲ ἕνα τσίπουρο κι ἕνα ξερίχι∙
ἀνεβήκαμε σ’ ἕνα «ὄχι!» καὶ σ’ ἕνα «ἀέρα!»
μὲ κρυοπαγήματα πυρπολούμενου στήθους∙
ξελαρυγγιαστήκαμε φωνάζοντας
«ψωμί, παιδεία, ἐλευθερία»,
γιὰ νὰ καβαλικέψουμε, ἐπὶ τέλους!
ἕνα ἀστραφτερὸ καλάμι
διπλοῦ διαφορικοῦ ἑλληναράδικο,
φιλοσοφοῦντες φραπεστί,
ρεβόμενοι ἀστακομακαρονάδα
καὶ τιραμισοὺ πατροπαράδοτο,
ὥσπου νὰ προσγειωθοῦμε –Oh Mon Dieu!
σὲ ἕνα «ὅ,τι ἔχετε εὐχαρίστηση!».

Πειραιεύς, 22-4-2010
Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email