© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Η σταφίδα του Αγίου Παύλου

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Μια από τις μεγαλύτερες γιορτές της απαρχής του Καλοκαιριού είναι και αυτή των πρωτοκορυφαίων και πρωτόθρονων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, την οποία η εκκλησία μας τιμά κάθε χρόνο στις 29 Ιουνίου. Την μεγάλη σημασία της, μάλιστα, αποδεικνύει και η με κατάλυση ιχθύος παράξενη νηστεία, η οποία ξεκινά την Δευτέρα, μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων και κρατά μέχρι την παραμονή της επετείου της μνήμης τους. Και την χαρακτήρισα «παράξενη», επειδή οι ημέρες της, λόγω της κινητής ημερομηνίας του Πάσχα, είναι διαφορετικές κάθε χρονιά και κάπου-κάπου, όταν η Λαμπρή είναι μαγιάτικη, τυχαίνει να μην υπάρχει και καθόλου ή έστω να κρατά ελάχιστες μόνο ημέρες.
   Συνήθως οι περισσότεροι ναοί είναι αφιερωμένοι στο όνομα  και των δύο Αποστόλων. Συμβαίνει, όμως, και το φαινόμενο να τιμώνται στο όνομα του ενός μόνο από αυτούς. Έτσι είχαμε εκκλησίες του Αγίου Πέτρου στο Κρυονέρι, στο Σχοινάρι, στον Πλάνο, στο Αργάσι, στον Καληπάδο, στο Μπουγιάτο, στο Λαγοπόδο, στο κάποτε Μικρό Γαλάρο, στα Λαγκαδάκια, στο Μέσο Γερακαρίο, στην Λιθακιά και στα Ρίγκια, ενώ ομώνυμο χωριό υπήρχε παλιότερα στο νησί, το οποίο καταγράφεται από το νοδάρο Αλ. Φραγκόπουλο  το 1515 και την επόμενη χρονιά, το 1516, σύμφωνα με το «Χρονικό» του Βαρβιάνη, είχε έξι οικογένειες.
   Πιο σπάνιες είναι, στο νησί μας τουλάχιστον, οι εκκλησίες που ήταν αφιερωμένες στον Απόστολο Παύλο.
Μια από αυτές κι αν όχι η μοναδική, η πιο γνωστή, αυτή της Πάνω Μερίας, εκεί που σήμερα βρίσκεται το ομώνυμο πλάτωμα, για να θυμίζει και να συγκινεί.
   Η ιστορική αυτή εκκλησία, που χαρακτήρισε ολόκληρη περιοχή και ολόκληρη κοινωνία, ήταν χτισμένη πριν το 1577, οπότε μνημονεύεται σε συμβόλαιο του Αναστασίου Λογοθέτη. Ανήκε στην οικογένεια Βαρζού και στις 13/25 Ιουλίου 1835, παραχωρήθηκε, όπως οι περισσότερες φαμιλιακές, σε αδελφάτο, για να μπορέσει να διατηρηθεί και να επιβιώσει. Εφημέριός της ήταν ο αξιόλογος  ζωγράφος Σπυρίδων Στέντας. Η σημαντική ιερή αυτή στέγη, που η εμπορική γειτονιά της αποθανατίστηκε από τον Δημήτριο Γουζέλη, στον περίφημο «Χάση» του, μαζί με έναν από τους κτήτορές της, γκρεμίστηκε και στην συνέχεια κάηκε τον Αύγουστο του 1953 και σήμερα υπάρχει μόνο σαν θύμηση και σαν τοπωνύμιο.
   Όπως ήταν φυσικό, ο ναός πανηγύριζε κάθε χρόνο, στις 29 Ιουνίου, την επέτειο της μνήμης του πάτρωνά του. Όλα τα απαραίτητα ήταν στην εντέλεια, από τις μερτίες και τις πιπεριές, ως τα «κυπαρίσσια» στην «ουρανία» και τα στεφάνια στις πόρτες. Επίσης οι απαραίτητες φ(ρ)ιτούρες και τα ολόγλυκα παστέλια, καθώς και τα αναγκαία μάσκουλα. Μα το χαρακτηριστικό του πανηγυριού ήταν η πρώτη σταφίδα, που κρεμιόταν στο καμπαναριό. Και να πως είχε το αντέτι.
   Την παραμονή της γιορτής, με το τελευταίο και εναρκτήριο της ακολουθίας του εσπερινού σένιο, ο νόντσολος κρεμούσε από το καμπαναρίο μια σταφίδα, η οποία μόλις άρχισε να μαυρίζει. Αυτά, βέβαια, όταν ίσχυε το παλιό ημερολόγιο, με τον μισό, περίπου, μήνα διαφορά στις ημέρες του. Όταν μπήκε σε εφαρμογή το νέο, που το φρούτο ήταν ακόμα άγουρο, έτσι για να τηρηθεί το πατροπαράδοτο αντέτι, που στη Ζάκυνθο ήταν και είναι νόμος απαράβατος, ο πονηρός νεωκόρος έφτιαχνε μια δική του πρόχειρη μπογιά με νερό και βερνίκι παπουτσιών και μέσα βουτούσε την σταφίδα για να… ωριμάσει! Έτσι το έθιμο δεν χανόταν και η παράδοση συνεχιζόταν.
   Σημαντική αυτή η ενέργεια, η οποία σηματοδοτούσε το πανηγύρι της εκκλησίας του Αγίου Παύλου, αλλά και είχε και έναν συμβολικά χαρούμενο χαρακτήρα, μια και προειδοποιούσε τους κατοίκους του νησιού για τον ερχομό του «μαύρου χρυσού», που κάποτε χαρακτήριζε την οικονομία του τόπου. Μην ξεχνάμε πως το εμπόριό της, που έδωσε σε πολλούς χρήματα και τίτλους, ήταν μια από τις αιτίες, που κατέβηκε η πόλη από το Κάστρο στον Αιγιαλό και πως αυτή, εκτός από ευμάρεια, έδωσε στο νησί και παιδεία, μια και όταν πήγαινε καλά και πουλιόταν, υπήρχαν τα χρήματα για τα δίδακτρα και η πολυτέλεια για μετάβαση των γόνων του νησιού στα λαμπρά πανεπιστήμια της Εσπερίας. Πώς, λοιπόν, ο ερχομός της να μην αναγγελθεί και να μην γιορταστεί, παίρνοντας μάλιστα την ευλογία ενός από τους μεγαλύτερους Αγίου της πίστης μας, που οι επιστολές του ακούγονταν σε όλες σχεδόν τις λειτουργίες του χρόνου!
   Μα μην ξεχνάμε και κάτι το πολύ σημαντικό, που στάθηκε αφορμή για την δημιουργία των περισσότερων εκκλησιαστικών εθίμων. Οι τότε εφημέριοι δεν ήταν μισθωτοί, όπως σήμερα, αλλά ζούσαν «από το πετραχήλι τους», όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται σε πολλούς κώδικες ναών, κατά την σύναξη του αδελφάτου για την εκλογή τους. Έτσι αναγκάστηκαν να δημιουργήσουν αιτίες, για την προσέλευση του κόσμου και ως εκ τούτου και του δικού τους κέρδους. Γι’ αυτό και τα τόσα ωραία έθιμα, προπάντων στην Χώρα. Μετά ακολούθησε η κρατικοποίηση, άρα και η ισοπέδωση.
   Ο Άγιος Παύλος εξαφανίστηκε από την θεομηνία του 1953 και η σταφίδα παρέδωσε την σκυτάλη στον τουρισμό. Γι’ αυτό το αντέτι αν υπήρχε, πιθανόν να είχε ατονήσει, όπως τόσα άλλα. Ασχοληθήκαμε, όμως, μ’ αυτό στο σημερινό μας κείμενο για να το θυμηθούν οι παλιότεροι, όσοι υπάρχουν και να το μάθουν οι νεότεροι, όσοι ενδιαφέρονται, όσο ελάχιστοι κι αν είναι.
   Είναι ένα δείγμα της διαφορετικότητας και του πολιτισμού μας. Χαρακτηρίζει κι αυτό την Ιόνια νοοτροπία μας. Ας το κρατήσουμε έστω και σαν θύμηση!

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΜΟΡΦΟΧΩΡΙΟ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ]

Ὁμιλία 
τῆς Α.Θ.Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου 
κατὰ τὴν Θείαν Λειτουργίαν ἐν τῷ Ἱερῷ Ναῷ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Εὐμορφοχωρίου (ΤΖΑΛΕΛΑ) 
(Κυριακή, 22 Ἰουνίου 2014)


Θεοφιλέστατοι ἅγιοι ἀδελφοί, 
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά, 

Ἑορτάσαντες κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Κυριακὴν τὴν ἑορτὴν τῶν Ἁγίων Πάντων, ἐπιτελοῦμεν σήμερον τὸ ἐτήσιον προσκύνημά μας εἰς τὴν Καππαδοκίαν, τὸν ἡγιασμένον αὐτὸν τόπον, ὁ ὁποῖος προσέφερεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ πλείστους ὅσους ἱεράρχας, μάρτυρας, ὁσίους καὶ θεοφόρους πατέρας, ἀσκητὰς καὶ ὁμολογητάς, ὥστε δικαίως νὰ ὀνομάζεται Ἁγιοτόκος. 

Ἤλθαμε ἐδῶ εἰς τὴν Τζάλελαν, εἰς τὸ Ἀσημοχώρι, ὅπως ἦτο τὸ παλαιόν του ὄνομα, ἢ Εὐμορφοχώριον, ὅπως ὠνομάσθη ἀργότερον, διὰ νὰ τελέσωμεν τὴν Θείαν Λειτουργίαν, διὰ πρώτην φορὰν μετὰ ἐννέα δεκαετίας, εἰς τὸν Ἱερὸν τοῦτον Ναὸν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ νὰ μνημονεύσωμεν τοὺς ἀοιδίμους κτίτορας καὶ τοὺς ἀνακαινιστὰς αὐτοῦ, ὡς καὶ τῶν παλαιῶν παρεκκλησίων τοῦ ἁγίου Βλασίου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τοῦ ἁγίου πρωτομάρτυρος καὶ ἀρχιδιακόνου Στεφάνου καὶ τῆς Μονῆς τῶν Ἀρχαγγέλων, καὶ νὰ ζητήσωμεν τὰς πρεσβείας των διὰ τὴν συνέχισιν τῆς ἐν τῷ βίῳ τούτῳ πορείας μας. 

Kαὶ ἠκούσαμεν, ἀδελφοί, τὰς περικοπὰς ἀποστολικὴν καὶ εὐαγγελικήν, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπιθυμοῦμε νὰ ἐπικεντρώσουμε τὴν προσοχήν μας καὶ νὰ σχολιάσουμε τρεῖς λέξεις-κλειδιά. Εἶναι δὲ αἱ λέξεις αὐταί, συνείδησις, ἐκ τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος τῆς πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολῆς, καὶ Γαλιλαία καὶ Εὐθέως ἐκ τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς τοῦ κατὰ Ματθαῖον ἁγίου Εὐαγγελίου. 

Eἰς τὸν χθεσινὸν ἑσπερινὸν εἴπαμε ὅτι τὸ φυσικὸν περιβάλλον ἐπηρεάζει ἀρκούντως τὸν χαρακτῆρα τῶν ἀνθρώπων. Σήμερα προσθέτουμε ὅτι ἐπηρεάζει καὶ τὸ ἐπάγγελμα αὐτῶν. Τοῦτο φαίνεται ἐκ τῆς στάσεως τῶν ὑπὸ τοῦ Κυρίου κληθέντων εἰς τὸ ἀποστολικὸν ἀξίωμα δύο δυάδων Γαλιλαίων ἀδελφῶν, πτωχῶν μὲν καὶ ἀγραμμάτων ἁλιέων τὸ ἐπάγγελμα, ἁπλουστάτων δὲ καὶ ἀλογίστων τὴν σκέψιν. Εἶναι δὲ αὐτοὶ οἱ Σίμων Πέτρος καὶ Ἀνδρέας, υἱοὶ τοῦ Ἰωνᾶ, καὶ Ἰωάννης καὶ Ἰάκωβος, υἱοὶ τοῦ Ζεβεδαίου. 

Ὁ μέγας ἁλιεὺς τῶν ψυχῶν, ὁ Θεάνθρωπος Κύριος Ἰησοῦς, ἀρξάμενος τὴν τριετῆ διδασκαλικὴν δραστηριότητά Του, περιπατεῖ εἰς τὴν ἀκτὴν τῆς γραφικῆς λίμνης Γενησαρὲτ καὶ ρίπτει τὰ πνευματικὰ δίκτυα πρὸς ἄγραν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπρόκειτο νὰ γίνουν οἱ μελλοντικοὶ κύριοι συνεργάται Του, εἰς τὸ ἔργον τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ καλεῖ παραδόξως ὄχι σοφοὺς καὶ ἐπιφανεῖς κατὰ κόσμον ἀλλὰ τὰ ἀσθενῆ καὶ πτωχὰ στοιχεῖα, τοὺς ἀγραμμάτους ἁλιεῖς, διὰ νὰ καταισχύνουν τὰ ἐπῃρμένα πνεύματα τῆς νομικῆς λατρείας τῶν Ἰουδαίων καὶ τῆς κοσμικῆς σοφίας τῶν εἰδωλολατρῶν. 

Καί, πόσον θαυμαστῶς καὶ ἀμέσως ἐνήργησεν ὁ κλητικὸς λόγος Του! Εὐθέως καὶ τὰ δύο ζεύγη τῶν ἀδελφῶν ἀφέντες, οἱ μὲν πρῶτοι τὰ καταρτιζόμενα δίκτυά των, οἱ δὲ δεύτεροι τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα των, ἀκολούθησαν ὡς ἄκακα πρόβατα τὸν ἀληθῆ Ποιμένα. 

 Καὶ ἡ κλῆσις αὐτὴ τῶν πρώτων ἁγίων Ἀποστόλων γίνεται εἰς τὴν τόσον ἀντίθετον πρὸς τὴν τραχεῖαν καὶ ἀγριωπὸν φύσιν τῆς Καππαδοκίας, Γαλιλαίαν μὲ τὴν ἐξαιρετικὴν ὡραιότητα καὶ γαληνεύουσαν ἡμερότητά της, εἰς τὴν περιοχὴν τῆς ὁποίας συνέβησαν τὰ περισσότερα γεγονότα, ἐλέχθησαν αἱ πλεῖσται διδασκαλίαι καὶ ἐτελέσθησαν τὰ περισσότερα θαύματα τοῦ Κυρίου. 

Οὕτω πως θὰ ἠμπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι καὶ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν πρέπει νὰ ἐνθυμῆται καὶ νὰ εὐγνωμονῇ τὴν ὥραν τῆς προσωπικῆς του Γαλιλαίας, δηλαδὴ ἐκείνην τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν αἰσθάνθηκε τὴν ἐσωτάτην ἀνάγκην καὶ ἐπιθυμίαν νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν σταυρικὴν ὁδὸν τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, χωρὶς νὰ ὑπολογίσῃ τὰς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους συνεπείας τῆς τοιαύτης ἀποφασιστικῆς ἐπιλογῆς του. 

Καὶ ἡ ἀνταπόκρισις εἰς τὴν κλῆσιν αὐτὴν συνιστᾷ τὴν ὑπεύθυνον συμμόρφωσίν μας πρὸς τὰς εὐαγγελικὰς ἐπιταγάς, ἡ ὁποία πραγματοποιεῖται μὲ τὴν ἑκουσίαν συμμαρτυρίαν τῆς συνειδήσεώς μας, τῆς ἐσωτερικῆς αὐτῆς φωνῆς τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἀνεξαιρέτως θεόθεν ἔχουμε μέσα μας ἤδη ἀπὸ τῆς συλλήψεώς μας. Ἡ φωνὴ αὐτὴ τῆς συνειδήσεως εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία μαρτυρεῖ τὴν πορείαν τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, καὶ τῆς ἐν γένει συμπεριφορᾶς τοῦ βίου μας. Καὶ ἄλλοτε μᾶς διορθώνει ἐλέγχουσα τὰ σφάλματά μας, ἄλλοτε δὲ μᾶς ἐνισχύει εἰς τὴν περαιτέρω σταυρικὴν πορείαν μας, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ πρὸς τὸν τελικὸν σκοπὸν τῆς ὑπάρξεώς μας, τὴν ἐν Χριστῷ θέωσιν. 

Εἰς αὐτὴν δὲ τὴν συνειδησιακὴν λειτουργίαν καὶ τὴν ἔμφυτον ἀναζήτησιν τῆς ἀληθείας ἀπευθύνθηκαν καὶ ἀπευθύνονται διαχρονικῶς οἱ κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου, ἀρχαῖοι καὶ σύγχρονοι, ρίπτοντες τὰ πνευματικὰ δίκτυά τους καὶ γινόμενοι ἁλιεῖς ἀνθρώπων, ὅπως ἐβεβαίωσε τοὺς σήμερον κληθέντας Μαθητάς Του ὁ Σωτήρ, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γίνουν. 

Ἡμεῖς δὲ οἱ ἐδῶ σήμερα συνεκκλησιασθέντες καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς εὐλογήσαντες τὸν Κύριον καὶ ἀκούσαντες τοὺς λόγους τοῦ Εὐαγγελίου, ἂς ἐπιστρέψουμε οἴκαδε, μεταφέροντες ἕκαστος, ἐκτὸς τῆς εὐλογίας τῶν ἐν Καππαδοκίᾳ διαλαμψάντων Ἁγίων, τὸ σημερινὸν εὐαγγελικὸν μήνυμα ὅτι ἡ ἄμεσος ἀνταπόκρισίς μας εἰς τὴν κλῆσιν τοῦ Χριστοῦ, εἰς τὴν προσωπικήν μας Γαλιλαίαν, εἶναι ἡ ἄρσις τοῦ προσωπικοῦ μας Σταυροῦ, ἡ ὁποία πραγματοποιεῖται διὰ τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καλλιεργείας τῆς προσωπικῆς μας συνειδήσεως. 

 Τὴν ἀλήθειαν αὐτὴν ὑπενθυμίζει εἰς ἡμᾶς καὶ ἡ σημερινὴ Θεία Λειτουργία εἰς τὸν Ἱερὸν Ναὸν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἡ ὁποία μᾶς παραπέμπει εἰς τὸν λόγον τοῦ Κυρίου ὅτι «ὅστις θέλει ὀπίσω» Αὐτοῦ «ἀκολουθεῖν», ὀφείλει νὰ Τὸν ἀκολουθῇ αἴρων τὸν σταυρόν του. Τὸ τοιοῦτον ἀποτελεῖ ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν, διότι ἄνευ σταυροῦ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀκολουθήσῃ τὸν Χριστόν, καθὼς δὲν ὑπάρχει ἄλλη ὁδὸς παρὰ μόνον ἡ ὁδὸς τοῦ Σταυροῦ. 

 Εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ Σταυροῦ ἀκολούθησαν τὸν Χριστὸν καὶ πάντες «οἱ καλῶς ἀθλήσαντες καὶ στεφανωθέντες» ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ «ἐν τοῖς ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς» τῆς Καππαδοκικῆς γῆς ἀσκήσαντες, ὅλοι ἐκεῖνοι, γνωστοὶ καὶ ἄγνωστοι εἰς ἡμᾶς, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα καὶ τοὺς ἀσκητικοὺς πόνους καὶ τὰς ἀγρυπνίας καὶ τὰς προσευχὰς ἀσφαλῶς γνωρίζει ὁ Θεός. 

 Εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ Σταυροῦ ἀκολούθησε τὸν Χριστὸν καὶ ὁ ἐκ τῆς πλησιοχώρου Ναζιανζοῦ καταγόμενος ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, καὶ ὅταν ἡσύχαζεν εἰς τὰ ἐρημητήρια τῆς περιοχῆς ταύτης καὶ ὅταν ὑπερμαχοῦσε τῆς ἀληθοῦς πίστεως ἐν Κωνσταντινουπόλει. 

Τὴν ὁδὸν τοῦ Σταυροῦ ἀκολούθησαν καὶ οἱ εἰρηνικοὶ καὶ φιλοπρόοδοι κάτοικοι τῆς Τζαλέλα (τῆς βυζαντινῆς Ταμισοῦ), ἀναγκασθέντες νὰ ἐγκαταλείψουν τὰς πατρογονικάς των ἑστίας καὶ νὰ ἀναζητήσουν, διὰ πολλῶν κόπων, νέαν πατρίδα, εἰς τὸ Ὀμορφοχώρι Λαρίσης καὶ ἀλλοῦ. Αἱ ψυχαί των ἀγάλλονται ἀσφαλῶς μαζί μας διὰ τὴν τελεσθεῖσαν σήμερον πρώτην Πατριαρχικὴν Θείαν Λειτουργίαν εἰς τὸν διατηρηθέντα τοῦτον ναὸν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τῆς πατρίδος των, διὰ τὴν ὁποίαν μεριμνοῦσαν μὲ πολλὴν ἀγάπην, εἴτε εὑρισκόμενοι καὶ ἐργαζόμενοι ἐδῶ, εἴτε μετοικήσαντες καὶ δραστηριοποιηθέντες ὡς ἔμποροι εἰς τὴν Κωνσταντινουπόλιν καὶ ἱδρύσαντες ἐν αὐτῇ τὴν Ἀδελφότητα τῶν Ταξιαρχῶν. 

 Ἡ δὲ βαθυτάτη εὐσέβειά των ἐξεφράσθη διὰ τῆς ἀνιδρύσεως πολλῶν ναῶν καὶ παρεκκλησίων, εὑρισκομένων τόσον ἐντὸς ὅσον καὶ ἐκτὸς τῆς μικρᾶς αὐτῆς κώμης, τὰ ὁποῖα πιστοποιοῦν μέχρι τῶν ἡμερῶν μας τὸν σεβασμόν τους πρὸς τοὺς ἁγίους. 

Συνεχὲς ὑπῆρξεν ὅμως καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τους διὰ τὰ γράμματα καὶ τὴν μόρφωσιν τῶν νέων καὶ τῶν νεανίδων, διὰ τὸν ὁποῖον σκοπὸν ἀνίδρυσαν Ἀστικὴν Σχολὴν καὶ Παρθεναγωγεῖον, ἐνῷ διὰ τὸν μισθὸν τῶν διδασκάλων συνεισέφερε καὶ ἡ προαναφερθεῖσα «Ἀδελφότης τῶν Ταξιαρχῶν». Τοιουτοτρόπως, οἱ κάτοικοι τῆς Τζαλέλας οὐδόλως ὑστέρησαν τῶν λοιπῶν Καππαδοκῶν, οἱ ὁποῖοι διεκρίνοντο διὰ τὴν μεγάλην πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὴν παιδείαν ἀγάπην των. 

Ἐπὶ τῆς ἀκροτόμου πέτρας τῆς διττῆς αὐτῆς ἀγάπης ἐθεμελίωσαν οἱ πατέρες μας τὴν ζωήν των, ὡς ἐλάξευσαν τὰς οἰκίας καὶ τοὺς ναούς των ἐπὶ τῆς λευκῆς πέτρας τῆς κυριαρχούσης εἰς τὴν Καππαδοκίαν, τὸ ὀξυκόρυφον σχῆμα τῆς ὁποίας ὑπενθυμίζει τὰς χιλιάδας τῶν προσευχηθέντων ἀνὰ τοὺς αἰῶνας μοναχῶν καὶ ἀσκητῶν της. Αἱ δεήσεις καὶ ἱκεσίαι τους συνοδεύουν καὶ ἐνισχύουν πάντας τοὺς Καππαδόκας ἕως τῆς σήμερον, διατηροῦσαι αὐτοὺς ἑδραίους καὶ ἀμετακινήτους εἰς τὴν πίστιν καὶ τὴν εὐλάβειαν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τὴν ἀγάπην πρὸς τὸν γενέθλιον αὐτῶν τόπον, τὸν ὁποῖον καὶ πολλοὶ ἐπισκέπτονται συνοδεύοντες ἡμᾶς εἰς τὰ ἐτήσια Πατριαρχικὰ ἐδῶ προσκυνήματά μας -ὅπως καὶ ἐφέτος, ὅπως καὶ σήμερα. 

Χθὲς ἐτελέσαμε τὸν Ἑσπερινὸν εἰς τὴν Σινασσὸν καὶ σήμερα ἐδῶ εἰς τὴν Τζαλέλαν, εἰς τὸ Ὀμορφοχώρι, τὴν Θείαν Λειτουργίαν, διὰ νὰ ἐνθυμηθοῦμε καὶ νὰ μνημονεύσουμε ὅλους τοὺς Καππαδόκας, σήμερα δὲ ἰδιαιτέρως τοὺς ἐνορίτας τοῦ μεγαλοπρεποῦς αὐτοῦ ναοῦ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, καὶ ὅλους τοὺς Τζελαλιῶτες καὶ τοὺς κατοίκους τῶν γειτονικῶν κωμῶν καὶ χωρίων, τῆς Σαζάλτζας, τῶν Στεφάνων, τῶν Ποταμιῶν (τῆς ἀρχαίας Μεγαρισσοῦ), ἀλλά, μαζί τους καὶ τοὺς προσκυνητὰς ἀπὸ τὴν Σινασσόν, τὸ Προκόπιον, τὴν Μαλακοπήν, οἱ ὁποῖοι ἤρχοντο ἐδῶ διὰ νὰ πανηγυρίσουν τόσον τὴν ἑορτὴν τῶν Ταξιαρχῶν, τὴν μεγάλην πανήγυριν τῆς Τζαλέλας, ὅσον καὶ τὴν δευτέραν πανήγυριν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου εἰς τήν «Ἁψηλὴν Παναγίαν». 

Καὶ τοὺς ἐνθυμηθήκαμε καὶ ἐμνημονεύσαμε τὸν κόπον καὶ τὴν εὐσέβειάν τους καὶ τὴν ἀγωνίαν τους νὰ διαφυλάξουν καὶ νὰ περισώσουν τὰς ἱερὰς εἰκόνας καὶ τὰ κειμήλια τῶν ἱερῶν ναῶν τους. Ὅταν δὲ ἦλθεν ἡ εἴδησις διὰ τὴν ἀναχώρησιν ἀπὸ τὴν πατρίδα τους, ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ χωριοῦ συνεσκεύασε τὰ ἱερὰ κειμήλια, προκειμένου νὰ τὰ μεταφέρουν εἰς τὴν νέαν πατρίδα. Ἔτσι διετηρήθησαν πολλαὶ ἐκ τῶν φορητῶν εἰκόνων, αἱ ὁποῖαι ἐκόσμουν καὶ τὸν ἱερὸν τοῦτον ναὸν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Τὰς ἀναπαριστῶμεν νοερῶς σήμερα, ἀναπολοῦντες τὴν ἱστορίαν τῶν πατέρων καὶ τῶν προγόνων μας καὶ τῶν εὐσεβῶν ἁγιογράφων καὶ δωρητῶν, ἀνάπτοντες κερὶ εἰς τὴν μνήμην των καὶ καίοντες τὸ θυμίαμα εἰς ὀσμὴν εὐωδίας πνευματικῆς. Τοιουτοτρόπως ἐκπληρώνουμε χρέος τιμῆς καὶ εὐγνωμοσύνης πρὸς αὐτούς, καὶ παίρνουμε ὡς ἀνταπόδοσιν τὴν χάριν τοῦ προσκυνήματος καὶ τὴν χαρὰν τῆς συναντήσεώς μας ἐδῶ εἰς τὴν Καππαδοκίαν, εἰς τὸν τόπον αὐτὸν, ὁ ὁποῖος συνδυάζει τὴν ἀσκητικὴν αὐστηρότητα τῶν βράχων του καὶ τῶν ὑποσκάφων ναῶν του μὲ τὴν γαλήνην καὶ τὴν ἠρεμίαν τὴν ὁποίαν ἀποπνέουν.   
Εἴμεθα δὲ βέβαιοι ὅτι καὶ ἐσεῖς ὅλοι, οἱ συμπροσευχηθέντες μαζί μας, προσκυνηταὶ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἄλλα μέρη, αἰσθάνεσθε τὴν ἰδίαν χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν μαζί μας, ἱστάμενοι εἰς τὸν εὐλογημένον καὶ ἡγιασμένον αὐτὸν τόπον, ὅπου τὰ ἴχνη τῆς ἱστορίας παραμένουν ἀνεξίτηλα, καὶ οἱ λίθοι ὁμιλοῦν διὰ τὴν παρουσίαν τῆς Ρωμηοσύνης ἐπὶ δύο περίπου χιλιετίας, τῆς Ρωμηοσύνης ποὺ ἐδημιούργησεν αὐτὰ τὰ θαυμαστὰ μνημεῖα τοῦ χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ, τὰ ὁποῖα, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ μοναδικὸν φυσικὸν κάλλος τῆς περιοχῆς, πλημμυρίζουν τὴν ψυχήν μας μὲ τὸν ἴδιον θαυμασμὸν τὸν ὁποῖον ἐκφράζει καὶ ὁ μεγάλος νομπελίστας ποιητὴς Γιῶργος Σεφέρης εἰς τὸ περίφημον ὁδοιπορικόν του εἰς τὴν Καππαδοκίαν. 

 Τὸ κερὶ τὸ ὁποῖον ἀνάψαμε σήμερα δὲν σβύνει, διότι τροφοδοτεῖται ἀπὸ τὴν ἀγάπην ὅλων μας διὰ τὸν τόπον τοῦτον καὶ τὴν προσφοράν του εἰς τὸ Γένος καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Δὲν σβύνει, διότι θὰ τὸ ἀνανεώνουμε διὰ τῶν ἐπισκέψεών μας καὶ διὰ τῶν προσπαθειῶν πρὸς βελτίωσιν τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν λαῶν. Δὲν σβύνει, διότι τὸ χρειαζόμεθα διὰ νὰ φωτίζῃ τὴν ζωήν μας καὶ τὴν πορείαν μας, καὶ διὰ νὰ μᾶς ὑπενθυμίζῃ ὅτι μετὰ τὸ βαθύτερον σκότος ὁ ἥλιος ἀνατέλλει λαμπρότερος καὶ φωτεινότερος, καὶ μετὰ τὸν Σταυρὸν ἀκολουθεῖ πάντοτε ἡ Ἀνάστασις. 

Αὐτῆς τῆς Ἀναστάσεως γεῦσιν λαμβάνομεν καὶ ἡμεῖς εἰς κάθε Θείαν Λειτουργίαν ὅπως σήμερα, καὶ αὐτῆς τῆς Ἀναστάσεως ἡ χαρά, μαζὶ μὲ τὴν εὐλογίαν τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας, εὐχόμεθα νὰ γεμίζῃ τὰς ψυχὰς καὶ τὰς καρδίας ὅλων μας. Ἀμήν.

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [ΕΣΠΕΡΙΝΗ ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ ΣΙΝΑΣΣΟ]

Ὁμιλία 
τῆς Α.Θ.Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου 
κατὰ τὸν Ἑσπερινὸν ἐν τῷ Ἱερῷ Ναῷ τῶν Ἁγ. Κωνσταντίνου καί Ἑλένης Σινασσοῦ 
(Σάββατον, 21 Ἰουνίου 2014)


Ἱερώτατοι καὶ Θεοφιλέστατοι ἅγιοι ἀδελφοί, 
Ἐξοχώτατοι, 
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά, εὐλαβεῖς συμπροσκυνηταὶ τῆς ἁγιοτόκου Καππαδοκικῆς γῆς, 

 Ἀκολουθήσαντες, διὰ μίαν ἀκόμη φοράν, τὴν προτροπὴν τοῦ ἱεροῦ ὑμνογράφου «κυκλώσατε, λαοί, Σιὼν καὶ περιλάβετε αὐτήν• καὶ δότε δόξαν ἐν αὐτῇ τῷ ἀναστάντι ἐκ νεκρῶν», ἐκυκλώσαμεν καὶ ἡμεῖς τὴν νοητὴν Σιών, τὸ ἱερὸν θυσιαστήριον τοῦ ναοῦ τούτου τῶν ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης Σινασσοῦ, καὶ ἐδώκαμεν δόξαν τῷ ἀναστάντι ἐκ νεκρῶν Ἀρχηγῷ καὶ τελειωτῇ τῆς πίστεώς μας. Τὸν εὐχαριστήσαμε, διότι μᾶς ἀξίωσε καὶ ἐφέτος νὰ προσκυνήσουμε εἰς τὸν τόπον τοῦτον τὸν ἅγιον, εἰς τὴν ἁγιοφρούρητον Καππαδοκίαν, καὶ νὰ τελέσουμε τὸν ἑσπερινόν, μὲ τὴν εὐγενῆ ἄδειαν τῶν τοπικῶν ἀρχῶν, εἰς τὸν ἱερὸν τοῦτον ναὸν ὁ ὁποῖος ἀνεπέτασε τὰς πύλας του διὰ νὰ ὑποδεχθῇ ἐγκαρδίως τοὺς προσκυνητὰς ἐξ Ἑλλάδος καὶ ἀλλαχόθεν, διὰ νὰ ὑποδεχθῇ τὰ τέκνα τῶν κτιτόρων, ἀνακαινιστῶν καὶ εὐλαβῶν ἀπογόνων αὐτῶν. 

 Διακόσια ὀγδόντα πέντε ἔτη συμπληρώνονται ἐφέτος ἀπὸ τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ ἱεροῦ τούτου ναοῦ καὶ ἑκατὸν ἑξῆντα τέσσαρα ἐκ τῆς ἀνακαινίσεως αὐτοῦ, ὡς μαρτυρεῖ ἡ κτιτορικὴ ἐπιγραφή, καὶ ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ δείγματα τῆς εὐσεβείας τῶν Σινασσιτῶν, οἱ ὁποῖοι, ὅπως καὶ οἱ λοιποὶ Καππαδόκαι, οὐδέποτε ἐφείσθησαν χρημάτων, προκειμένου νὰ ἀνεγείρουν ἱεροὺς ναοὺς πρὸς δόξαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἔπαινον τῶν ἁγίων του. Διὰ τοὺς Καππαδόκας, ἄλλωστε, κάθε σπήλαιον, κάθε ὀπὴ βράχου ἦτο ἱκανὴ νὰ μετατραπῇ εἰς ναὸν τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἦτο ἐπαρκὴς διὰ νὰ κοσμηθῇ διὰ τῶν ὑπερόχων τοιχογραφιῶν, ἔργων ταπεινῶν καὶ ἁπλῶν ἁγιογράφων, οἱ ὁποῖοι καταπλήσσουν μὲ τὴν αὐθεντικότητά τους, συγκινοῦν μὲ τὴν ἀμεσότητα τῶν εἰκόνων τους, ἐντυπωσιάζουν μὲ τὴν ἐφευρετικότητά τους νὰ ἐκμεταλλευθοῦν κάθε ἑκατοστὸν τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς, διὰ νὰ ἐκφράσουν τὴν ἀγάπην τους πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὴν προσευχητικήν τους διάθεσιν. 

 Ἡ ὑπομονὴ μὲ τὴν ὁποίαν ἐπεξειργάζοντο τὴν πέτραν καὶ ἀποτύπωναν εἰς αὐτὴν τὰς μορφὰς τῶν ἁγίων ἦτο μία ἄλλη μορφὴ προσευχῆς πρὸς τὸν Θεόν, τὸν δημιουργήσαντα τὸ θαυμάσιον αὐτὸ φυσικὸν περιβάλλον, τὸ ὁποῖον καλεῖ καὶ προσκαλεῖ τὸν ἄνθρωπον νὰ ὑψώσῃ τὰ μάτια του καὶ τὴν ψυχήν του πρὸς τὸν Θεὸν καὶ νὰ προσευχηθῇ, στηρίζων ἐπ᾽ Αὐτὸν ὅλην τὴν μέριμναν τῆς ζωῆς του.

Εἶναι, ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ καὶ εὐλαβεῖς συμπροσκυνηταί, γενικῶς ἀποδεκτόν, ὅτι τὸ φυσικὸν περιβάλλον διαμορφώνει κατὰ μέγα μέρος τὸν χαρακτῆρα τῶν ἐντὸς αὐτοῦ διαβιούντων ἀνθρώπων. Ὡς ἐκ τούτου, τὸ ἀσκητικὸν καὶ ἀπαράκλητον καππαδοκικὸν τοπίον, μὲ τοὺς ὑψιτενεῖς καὶ παραδόξους ψαμμιτικοὺς σχηματισμοὺς καὶ τὰ ἀπειροπληθῆ σπήλαια καὶ τὰς ἡφαιστειογενεῖς τρώγλας, συνέβαλεν ὥστε νὰ δημιουργηθῇ τὸ ἀσκητικὸν φρόνημα τῶν Καππαδοκῶν, τὸ ὁποῖον, συζευχθὲν μὲ τὸ εὐαγγελικὸν κήρυγμα, ἀπέδωκεν ἀγλαοὺς καρποὺς εἰς τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν, τὸ ἄπειρον πλῆθος τῶν ἁγίων της, ἀπὸ τῶν μαρτύρων τῶν πρώτων χριστιανικῶν χρόνων ἕως τῶν ἐπ᾿ ἐσχάτων διαλαμψάντων. Αἱ ἱστορικαὶ ἐναλλαγαὶ ἐπέφεραν ἀναγκαστικῶς τὴν μεταφύτευσιν τοῦ γηγενοῦς Καππαδοκικοῦ πληθυσμοῦ, χωρίς, ἐν τούτοις, αὐτὴ νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ τὸ παραδοσιακὸν ἐκκλησιαστικὸν φρόνημα. Μάλιστα, εἰς τοὺς τόπους τῶν ἀνὰ τὴν οἰκουμένην νέων ἐγκαταστάσεών τους, μετέφεραν οἱ εὐσεβεῖς Καππαδόκαι καὶ τὸ ἰδιαίτερον αὐτὸ ἦθος, τὸ ἀποπνέον τὴν εὐωδίαν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ θυμιάματος τῶν ἐνταῦθα ἀπειροπληθῶν ναῶν, ἀσκητηρίων καὶ ναϋδίων. 

Καὶ εἶναι τοιοῦτον τὸ κάλλος τῆς περιοχῆς αὐτῆς, ὥστε ὅποιος ἔρχεται διὰ μίαν φορὰν ἐνταῦθα ἐπανέρχεται, καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ ἐπιστρέφῃ διαρκῶς διὰ νὰ δύναται «νὰ ἰδεῖ καὶ νὰ ξαναϊδεῖ• ν᾽ ἀργοπορήσει, νὰ στοχαστεῖ καὶ ν᾽ ἀναμετρήσει», κατὰ τοὺς λόγους τοῦ ποιητοῦ Γιώργου Σεφέρη.

Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητὰ καὶ περιπόθητα, 

Ἡ περὶ ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἐξηγεῖ τὴν πνευματικὴν ἕλξιν τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ εἰς κάθε Ὀρθόδοξον ψυχὴν ἡ εὐλογημένη Καππαδοκικὴ γῆ, καθ᾽ ὅσον καὶ ὁ τόπος ἁγιάζεται ἐκ τῆς παρουσίας τῶν ἁγίων, μεταβαλλόμενος, τρόπόν τινα, εἰς μικρογραφίαν τοῦ οὐρανοῦ, παρὰ τὴν ἐναλλαγὴν τῶν χρόνων καὶ τῶν καιρῶν. 

Αὐτῆς τῆς διαχρονικῆς πνευματικῆς ἕλξεως τῆς Καππαδοκίας θύματα ἑκούσια καὶ ἐμεῖς, θέλουμε νὰ εὑρισκώμεθα ἐδῶ ὅσον γίνεται συχνότερα, καὶ ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν νὰ ἀναμιμνησκώμεθα οἰκοδομητικῶς τῶν ἁγίων προσωπικοτήτων τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ νὰ μνημονεύωμεν τὰς μακαρίας ψυχὰς τῶν ἐδῶ ἀναπαυομένων εὐσεβῶν χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς λίπασμα ἀθανασίας λιπαίνουν τὴν κατὰ τὰ ἄλλα ἄγονον καππαδοκικὴν γῆν. 

Καί εἶναι τόσον μεγάλο τὸ βάρος τοῦ παρελθόντος καὶ τῆς ἱστορίας, εἶναι τόσον πολὺ τὸ πλῆθος τῶν ἀναμνήσεων καὶ τῶν μαρτυριῶν τῆς παρουσίας τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἔζησαν ἐπὶ αἰῶνας εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ὥστε μᾶς παρασύρει καὶ μᾶς ὁδηγεῖ εἰς ἄλλας ἐποχάς, ὅταν οἱ προπάτορες καὶ οἱ πατέρες μας λειτουργοῦσαν τὰς ἐκκλησίας καὶ τὰ παρεκκλήσια, ἀνήγειραν σχολεῖα διὰ νὰ σπουδάζουν οἱ νεαροὶ βλαστοί των• ὅταν τὰ πλήθη τῶν μοναζόντων πλημμύριζαν μὲ τὰς ψαλμωδίας των τὴν Μονὴν τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς Σινασσοῦ καὶ τὰς λοιπὰς Μονὰς καὶ τὰ ἀσκητήρια τῆς Καππαδοκίας• ὅταν οἱ εὐλαβεῖς ἁγιογράφοι ἱστοροῦσαν τὰς μορφὰς τῶν ἁγίων ἐπὶ τῆς πέτρας τὴν ὁποίαν ἐλάξευον μὲ προσοχὴν καὶ εὐλάβειαν διὰ νὰ τὴν μεταμορφώσουν εἰς ναὸν τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅταν ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσσος, ὁ ἅγιος Δημήτριος ἀπὸ τὸ Μιστί, ὁ ἅγιος Δημήτριος, ὁ ἐκ τῆς Νίγδης, ὁ ὅσιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης, καὶ ὅλοι οἱ πολυάριθμοι ἅγιοι αὐτοῦ τοῦ ἱεροῦ τόπου, παλαιότεροι καὶ νεώτεροι, περιπατοῦσαν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων καὶ τοὺς παρηγοροῦσαν εἰς τὰς θλίψεις καὶ τὰς δυσκολίας τῆς ζωῆς, καὶ τοὺς προέτρεπαν νά κρατοῦν ζωντανὴν τὴν πίστιν καὶ τὴν εὐλάβειάν τους εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τοὺς ἁγίους του, νὰ προσεύχωνται πρὸς Αὐτὸν διὰ νὰ ἔχουν τὴν εὐλογίαν καὶ τὴν χάριν Του εἰς τὴν ζωήν τους. 

 Τὸ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνουν καὶ σήμερα πρὸς ὅλους ἐσᾶς, τὰ τέκνα των, οἱ ὁποῖοι συγκεντρωθήκατε διὰ νὰ συμπροσευχηθῆτε μαζὶ μὲ τὸν Πατριάρχην σας εἰς τὸν ναὸν αὐτὸν τῶν ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης, τὸ καύχημα τῆς Σινασσοῦ. Σᾶς προτρέπουν νὰ διατηρῆτε τὴν καθαρὰν καὶ γνησίαν πίστιν τῶν πατέρων σας εἰς τὸν Θεόν, διότι μόνον δι᾽ αὐτῆς προοδεύει ἀληθινὰ καὶ εὐτυχεῖ ὁ ἄνθρωπος. Σᾶς προτρέπουν νὰ διατηρῆτε εἰς τὴν ψυχὴν σας πάντοτε τὴν μνήμην τῶν ἱερῶν αὐτῶν τόπων, οἱ ὁποῖοι ἕως τῆς σήμερον ὁμιλοῦν διὰ τὴν εὐγένειαν καὶ τὴν ἀρχοντιὰν τῶν παλαιῶν κατοίκων τους, ὄχι διὰ νὰ λυπῆσθε ἀλλὰ διὰ νὰ σεμνύνεσθε δι᾽ αὐτούς. 

 Ἡ ἰδική τους, βεβαίως, στάσις ἔρχεται εἰς κραυγαλέαν ἀντίθεσιν πρὸς τὴν στάσιν τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐκτοπίσει ὡς περιττὴν τὴν προσευχὴν ἀπὸ τὴν καθημερινήν του ζωὴν καὶ στερεῖται τῆς γλυκύτητος καὶ τῆς παρηγορίας της. Ἐκεῖνοι τότε ἀναζητοῦσαν τὴν ἄνεσιν τῆς ψυχῆς εἰς τὴν ἐπικοινωνίαν μὲ τὸν Θεόν-Πατέρα, εἰς τὴν συνομιλίαν μὲ τὴν Παναγίαν καὶ εἰς τὴν νοερὰν συναναστροφὴν μὲ τοὺς Ἁγίους, τῶν ὁποίων τὰς ἱερὰς μορφὰς ἀπεικόνιζαν εἰς τοὺς ταπεινοὺς καὶ λαξευμένους εἰς τὴν πέτραν ναούς. Ἐμεῖς σήμερα ἀναζητοῦμε τὴν ἄνεσιν εἰς πολυτελεῖς κατοικίας, ἐξωπλισμένας διὰ τῆς συγχρόνου τεχνολογίας καὶ εἰς «μωρὰς καὶ ἀπαιδεύτους ζητήσεις» (Β´ Τιμ. β´ 23), ἀλλὰ δὲν τὴν εὑρίσκομεν εἰς αὐτάς, διότι πάντα ταῦτα μικρὰν μόνον καὶ πρόσκαιρον ἀνάπαυσιν δύνανται νὰ προσφέρουν εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ οὐδὲν πλέον τούτου. 

Διὰ τοῦτο καὶ ἐπισκεπτόμενοι σήμερα προσκυνηματικῶς τὴν Σινασσὸν καὶ τὰ περὶ αὐτὴν μνημεῖα τῆς εὐσεβείας τῶν πατέρων μας, ἂς θελήσουμε νὰ μιμηθοῦμε καὶ ἡμεῖς τὸ παράδειγμά των. Ἂς ἀνταποκρινώμεθα προθύμως εἰς τὴν πρόσκλησιν τοῦ ἱεροῦ ὑμνογράφου καὶ ἂς κυκλοῦμεν τὴν Σιών, ἡ ὁποία δι᾽ ἡμᾶς εἶναι ἡ Μητέρα μας Ἐκκλησία. Ἂς ἔχουμε ὡς κέντρον τῆς ζωῆς μας, ὅπως καὶ οἱ πατέρες μας, τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ, ἐντὸς τοῦ ὁποίου τελεσιουργοῦνται τὰ ὑπερφυῆ μυστήρια τῆς πίστεώς μας, ἐντὸς τοῦ ὁποίου καθαγιάζεται ἡ ζωή μας, ἀπὸ τῆς ἐλεύσεως μέχρι καὶ τῆς ἀναχωρήσεώς μας ἀπὸ τὸν κόσμον τοῦτον. Ἂς καταστήσουμε τὴν προσευχὴν πρὸς τὸν Θεὸν διαρκῆ σύντροφον τῆς ζωῆς μας καὶ εἰς τὰς εὐχαρίστους καὶ εἰς τὰς λυπηρὰς αὐτῆς στιγμάς, ὅπως ἔπραττον καὶ οἱ πατέρες μας, ἰδίᾳ δὲ οἱ ἐν ἁπάσῃ τῇ Καππαδοκίᾳ ἐν προσευχῇ καὶ ἀγρυπνίᾳ διαλάμψαντες ὅσιοι θεοφόροι πατέρες. 

Τὴν καθολικὴν αὐτὴν πίστιν τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας καὶ ἡμεῖς ἀκολουθοῦντες, «ἐλθόντες ἐπὶ τὴν ἡλίου δύσιν καὶ ἰδόντες φῶς ἑσπερινόν, ὑμνοῦμεν Πατέρα, Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, Θεόν» εἰς τὸν ἐρειπωμένον ναὸν τῶν ἐνδόξων βασιλέων καὶ ἰσαποστόλων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης, καὶ δεόμεθα τοῦ Παναγάθου Τριαδικοῦ Θεοῦ, νὰ ἀναπαύσῃ τὰς μακαρίας ψυχὰς πάντων τῶν Ὀρθοδόξων Σινασσιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀσφαλῶς καὶ θὰ ἀγάλλωνται βλέποντες οὐρανόθεν τὴν ἀποψινὴν λατρευτικὴν μας σύναξιν μετὰ ἀπὸ 90 χρόνια ἀχρηστίας καὶ ἀναγκαστικῆς σιωπῆς τοῦ ἱεροῦ τούτου σεβάσματος. Ὤ! καὶ νὰ ἠμποροῦσαν νὰ ὁμιλήσουν οἱ περιβάλλοντες ἡμᾶς γυμνοὶ τοῖχοι τῆς πάλαι ποτὲ λαμπρᾶς αὐτῆς ἐκκλησίας! Πόσα ἀξιοθαύμαστα θὰ μᾶς διηγοῦντο, τὰ ὁποῖα διεδραματίσθησαν καὶ ἐτελεσιουργήθησαν ἐν τῷ πεπτωκότι σκηνώματι τούτῳ τῆς δόξης τοῦ Κυρίου! Ἀλλὰ οὕτως ἔδοξε τῷ Παντοδυνάμῳ Θεῷ καὶ εἴη τὸ Ὄνομα Αὐτοῦ εὐλογημένον πάντων ἕνεκεν! 

 Καὶ κατακλείομεν τὸν Πατριαρχικόν μας λόγον διὰ τῶν ἑξῆς παραμυθητικῶν, πιστεύομεν, παραινέσεων ἐκ τῆς διδασκαλίας τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας, αἱ ὁποῖαι, εἴμεθα βέβαιοι, θὰ ἁπαλύνουν τὴν θλῖψιν καὶ θὰ τὴν μετατρέψουν εἰς γλυκεῖαν προσευχητικὴν ἀνάμνησιν καὶ ἐσχατολογικὴν προσδοκίαν: 

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ οἰκουμενικὸς αὐτὸς διδάσκαλος τοῦ Εὐαγγελίου, γράφων πρὸς τοὺς Ἑβραίους ἔλεγεν: "Οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν", θέλοντας διὰ τῶν λόγων του τούτων νὰ προσδιορίσῃ τὴν ἀδιάλειπτον στόχευσιν τοῦ Παραδείσου, τῆς ἀσαλεύτου Ἱερουσαλήμ, τῆς μονίμου πατρίδος πάντων τῶν Ἁγίων, τῆς ὁποίας «τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός». 

Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Ἅγιος προκάτοχος τῆς ἡμετέρας Μετριότητος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος παραινοῦσε τοὺς ἀκροατάς του καὶ ἔλεγε: «Καταφρονήσωμεν τοίνυν τῶν παρόντων, καὶ προσμείνωμεν ἐκεῖνα τὰ μόνιμά τε καὶ διαρκῆ». 

Σᾶς καλωσορίζομεν, λοιπόν, ὅλους μὲ πολλὴν πατρικὴν ἀγάπην καὶ στοργὴν καὶ εὐχόμεθα ἡ χάρις τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης καὶ πάντων τῶν Καππαδοκῶν ἁγίων νὰ σᾶς συνοδεύῃ εἰς τὸ προσκύνημά σας αὐτὸ καὶ εἰς τὴν ζωήν σας. Ἀμήν.

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [ΠΡΟΠΟΣΗ ΣΤΟ ΙΔΡΥΜΑ ΙΑΤΡΟΒΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ]

Πρόποσις 
τῆς Α.Θ.Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου
 κατὰ τὸ πρὸς τιμὴν Αὐτοῦ Δεῖπνον τοῦ Ἱδρύματος Ἰατροβιολογικῶν Ἐρευνῶν τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν 
(19 Ἰουνίου 2014) 

Ἱερώτατοι καὶ Θεοφιλέστατοι ἅγιοι ἀδελφοί Ἀρχιερεῖς,
Ἐντιμολογιώτατε κύριε Γρηγόριε Σκαλκέα, Πρόεδρε, καὶ ἐντιμότατα μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἱδρύματος Ἰατροβιολογικῶν Ἐρευνῶν τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν,
Ἐλλόγιμοι ἐρευνηταί,
Ἐκλεκτοί συνδαιτυμόνες,

Μετὰ πολλῆς τῆς χαρᾶς συναντώμεθα μετὰ πάντων ὑμῶν κατὰ τὴν παροῦσαν ἑσπέραν, παρὰ θῖν᾿ ἁλός, κατόπιν εὐγενοῦς καὶ φιλόφρονος προσκλήσεως τοῦ Προέδρου ὑμῶν, Ἐντιμολογιωτάτου Καθηγητοῦ καὶ Ἀκαδημαϊκοῦ κ. Γρηγορίου Σκαλκέα, Ἄρχοντος Μ. Ρεφερενδαρίου τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, καὶ τῶν Ἐλλογιμωτάτων συνεργατῶν αὐτοῦ. Συναντώμεθα παρὰ θῖν᾿ ἁλός, ἀλλὰ ἡ σκέψις ἡμῶν ἀνέρχεται εἰς τὸ εὐφήμως γνωστὸν Κέντρον Ἰατροβιολογικῶν Ἐρευνῶν, τὸ κείμενον ὑπό τήν σκιὰν τοῦ περιφήμου ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων, ὄρους τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ μελιχροῦ Ὑμηττοῦ, ὅπως τὸ ὀνομάζει ὁ λόγιος Μητροπολίτης Ἀθηνῶν Μιχαὴλ ὁ Χωνιάτης, ἐκεῖ ὅπου φίλεργοι μέλισσαι συλλέγουν ἐκ τῶν ἀνθέων τὸ ἡδύτατον μέλι, εἰς τροφὴν καὶ τέρψιν τῶν ἀνθρώπων. Ὁ νοῦς μας ἀνέρχεται εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν ταύτην κυψέλην, εἰς τὴν ὁποίαν πλειὰς ἐκλεκτῶν καὶ διαπρεπῶν ἐπιστημόνων, ὡς ἄλλαι φίλεργοι μέλισσαι, διεξάγουν πρωτοποριακὴν ἔρευναν εἰς ποικίλους τομεῖς τῶν Ἰατροβιολογικῶν ἐπιστημῶν, στοχεύοντες εἰς τήν ἀριστείαν καὶ εἰς τὴν ἀπ᾿ αὐτῆς ὠφέλειαν τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου.

Χαίρομεν δὲ ὅλως ἰδιαιτέρως πληροφορούμενοι ὅτι κατὰ τὴν δεκαετῆ λειτουργίαν του τὸ Ἵδρυμα τοῦτο παρήγαγε πλουσίους ἐπιστημονικοὺς καρπούς, καὶ προσέφερεν ἰδανικὸν ἐρευνητικὸν περιβάλλον διὰ τὴν κατάρτισιν νέων ἐπιστημόνων καὶ ἐρευνητῶν, τόσον ἐξ Ἑλλάδος ὅσον καὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Χαίρομεν ὅμως καὶ διὰ τὸ ἐπιδεικνυόμενον ὑφ᾽ ὑμῶν, τῶν μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν ἐρευνητῶν, ἐνδιαφέρον διὰ θέματα ἀπασχολοῦντα καὶ προβληματίζοντα τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον, ὡς τὰ θέματα τῆς ἐνεργείας καὶ τοῦ περιβάλλοντος, ἡ σχέσις τῶν ὁποίων μετὰ τῆς ἀνθρωπίνης ὑγείας ἀπετέλεσε τὸ ἀντικείμενον τῆς πραγματοποιηθείσης κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς Ἡμερίδος τοῦ Ἱδρύματός σας.

Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ὡς καλῶς γνωρίζετε καὶ ὡς εἴχομεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὑπενθυμίσωμεν καὶ χθὲς κατὰ τὴν ὁμιλίαν μας, ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν τονίζει τὴν ἀναγκαιότητα τῆς προστασίας τοῦ περιβάλλοντος, ὄχι μόνον ὡς τοῦ δωρηθέντος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ κοινοῦ οἴκου ἁπάντων τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῶν τραγικῶν συνεπειῶν τὰς ὁποίας ἔχει ἡ κατάχρησις καὶ καταστροφή του διὰ τὴν ὑγείαν καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν καὶ ἐπιβίωσιν. Εὐελπιστοῦμεν δὲ καὶ εὐχόμεθα ἡ πραγματοποιουμένη ἐν τῷ Ἱδρύματι τούτῳ ἔρευνα νὰ συμβάλῃ εἰς τὴν εὐαισθητοποίησιν κατὰ τὸ δυνατὸν περισσοτέρων ἀνθρώπων εἰς τὰ σοβαρώτατα θέματα τὰ ὁποῖα ἐρευνᾶτε, ὡς αὐτὸ τῶν ἐπιπτώσεων τῆς μὴ ὀρθολογικῆς διαχειρίσεως τῆς ἐνεργείας καὶ τῶν πηγῶν της εἰς τὸ περιβάλλον καὶ εἰς τὴν ὑγείαν, ἅμα δὲ καὶ εἰς τὴν ἀφύπνισιν τῶν συνειδήσεων τῶν κρατούντων καὶ ἐπηρεαζόντων τὸν κόσμον καὶ τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ, προκειμένου νὰ μὴ παραδώσωμεν εἰς τὰς νεωτέρας γενεὰς τὸν καλῶς λίαν κτισθένα ὑπὸ τοῦ Θεοῦ κόσμον κατεστραμμένον καὶ ἀβίωτον, τόσον διὰ τὸν ἄνθρωπον ὅσον καὶ διὰ τὰ λοιπὰ ἔμβια ὄντα καὶ τὴν χλωρίδα καὶ πανίδα.

Κατακλείοντες, ἐπιθυμοῦμεν νὰ εὐχαριστήσωμεν ἀπὸ καρδίας ὅλα τὰ μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἱδρύματος Ἰατροβιολογικῶν Ἐρευνῶν τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, ἰδίᾳ δὲ τὸν φίλτατον πρόεδρον αὐτοῦ Ἐντιμολογιώτατον καθηγητὴν καὶ Ἀκαδημαϊκὸν κύριον Γρηγόριον Σκαλκέαν, διὰ τὴν ἀπευθυνθεῖσαν πρὸς τὴν ἡμετέραν Μετριότητα εὐγενῆ πρόσκλησιν νὰ προσέλθωμεν καὶ νὰ ὁμιλήσωμεν εἰς τὴν ἐπίσημον ἔναρξιν τοῦ Συνεδρίου κατὰ τὴν προλαβοῦσαν ἑσπέραν καὶ νὰ ἀπολαύσωμεν τὰς ὡραιοτάτας μελωδίας εἰς τὸ ἱστορικὸν Ὠδεῖον Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ. Ἀκόμη εὐχαριστοῦμεν διὰ τὴν παρατιθεμένην κατὰ τὴν ὥραν ταύτην δεξίωσιν πρὸς τιμὴν τῆς ἡμετέρας Μετριότητος, ἡ ὁποία προσφέρει εἰς ἡμᾶς τὴν χαρὰν τῆς ἀμέσου ἐπικοινωνίας καὶ συναναστροφῆς μὲ τὰς διακεκριμένας προσωπικότητάς σας.

 Εὐχόμεθα δὲ ὁ δοὺς εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὴν ἐπιστήμην «ἐνδοξάζεσθαι ἐν τοῖς θαυμασίοις αὐτοῦ» νὰ εὐλογῇ δαψιλῶς τοὺς ὑμετέρους καὶ τῶν ἀξίων συνεργατῶν τοῦ Ἱδρύματος ἐρευνητικοὺς πόνους, πρὸς κοινὴν ὠφέλειαν καὶ ἔπαινον τοῦ Γένους ἡμῶν καὶ ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος.

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΔΗΜΑΡΧΕΙΟ ΤΗΣ ΥΔΡΑΣ]

Ὁμιλία 
τῆς Α.Θ.Παναγιότητος  τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου 
κατὰ τὴν Ἐπίσκεψιν Αὐτοῦ εἰς τὸ Δημαρχεῖον Ὕδρας 
(19 Ἰουνίου 2014) 

Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Ὕδρας, Σπετσῶν καὶ Αἰγίνης κύριε Ἐφραίμ, 
Ἱερώτατοι καὶ Θεοφιλέστατοι ἅγιοι ἀδελφοὶ Ἀρχιερεῖς, 
Ἐντιμότατε κύριε Δήμαρχε, 
Τέκνα ἐν Κυρίω ἀγαπητά, 
Μὲ αἰσθήματα βαθυτάτης χαρᾶς ἐπισκεπτόμεθα τὴν νῆσον τῆς Ὕδρας καὶ τὸν Δῆμον αὐτῆς καὶ μετὰ πολλῆς συγκινήσεως δεχόμεθα τὴν προσγενομένην εἰς τὴν ἡμετέραν Μετριότητα τιμὴν τῆς ἀπονομῆς τοῦ τίτλου τοῦ ἐπιτίμου Δημότου τῆς ἱστορικῆς καὶ ἀρχοντικῆς νήσου σας, τῆς ἐρατεινῆς Ὕδρας. Τὴν δεχόμεθα μετὰ συγκινήσεως διότι ὡς νησιῶται καὶ ἡμεῖς, καὶ μάλιστα καταγόμενοι ἀπὸ μιᾶς μικρᾶς νήσου ὡς εἶναι ἡ Ἴμβρος, τρέφομεν ἰδιαιτέραν συμπάθειαν καὶ στοργὴν πρὸς τοὺς νησιώτας, διότι αἰσθανόμεθα μίαν συγγένειαν καὶ οἰκειότητα πρὸς αὐτοὺς ὡς ἀνατραφέντες ἐν τῇ κοινῇ μητρικῇ ἀγκάλῃ τῆς θαλάσσης, ἡ ὁποία προσδίδει εἰς τοὺς ἀνθρώπους ὡρισμένα κοινὰ χαρακτηριστικά, ὅπως εἶναι τὸ ἀνοικτὸν καὶ φιλοπρόοδον πνεῦμα, ἡ γενναιότης καὶ ἡ τόλμη τῆς ψυχῆς. 
Ὅλως ἰδιαιτέρως μᾶς συγκινεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ λίαν τιμητικὸς τίτλος τοῦ ἐπιτίμου Δημότου, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐλάβομεν, ἀπονέμεται εἰς ἡμᾶς ἀπὸ μίαν νῆσον μικρὰν μέν, ἔνδοξον δὲ καὶ περιφανῆ, τῆς ὁποίας τὸ ὄνομα εἶναι εὐφήμως γνωστὸν καὶ σεβαστὸν τοῖς πᾶσι διὰ τὴν ἀνδρείαν καὶ τὴν προσφορὰν τῶν εὐγενῶν αὐτῆς κατοίκων εἰς τὸ εὐσεβὲς ἡμῶν Γένος, ἐπιβεβαιωσάντων τὸ καὶ εἴς τινας ἄλλας περιπτώσεις ἰσχῦον, ὅτι οὗτοι δὲν ἔλαβον τὴν δόξαν ἐκ τῆς γενεθλίου γῆς ἀλλὰ αὐτοὶ προσέφερον εἰς αὐτὴν δόξαν καὶ τιμὴν διὰ τῆς ζωῆς καὶ τῶν κατορθωμάτων αὐτῶν. 
Ἡ ἔνδοξος καὶ λαμπρὰ ἱστορία τῆς νήσου μας ἀνάγεται μὲν εἰς τοὺς προϊστορικοὺς χρόνους, συνεχίζεται δὲ ἀδιάπτωτος μέχρι τῆς σήμερον. Διότι τὰ τέκνα αὐτῆς, ἅπαντες ὑμεῖς οἱ προσφιλεῖς ἀπὸ τῆς σήμερον συμπολῖται τῆς ἡμετέρας Μετριότητος, δὲν ἐπανεπαύθητε ἁπλῶς εἰς τὰς δάφνας τοῦ παρελθόντος, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν ἐλησμονήσατε αὐτὰς διαγράψαντες ταύτας ἐκ τῆς συλλογικῆς μνήμης σας, ἀλλ᾽ ἐτιμήσατε τὴν ἱστορίαν τῶν πατέρων σας, σεβόμενοι τοὺς προγόνους σας καὶ ἀναδεικνύοντες τὴν μεγίστην προσφορὰν αὐτῶν εἰς τὸ Γένος καὶ τοὺς ἀγῶνας αὐτοῦ.
Τὸ τοιοῦτον γίνεται εὐκόλως ἀντιληπτὸν ἐὰν στρέψῃ κανεὶς τὸ βλέμμα εἰς τὴν νῆσον τῆς Ὕδρας καὶ δὴ εἰς τὴν πρωτεύουσαν αὐτῆς, ὅπου τὰ ἀρχοντικὰ κτίσματα δὲν μαρτυροῦν μόνον τὸν πλοῦτον τῶν Ὑδραίων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀγάπην αὐτῶν πρὸς τὸ ὡραῖον καὶ τὸν σεβασμόν των εἰς τὸ περιβάλλον καὶ τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου των. Γίνεται τοῦτο εὐκόλως ἀντιληπτὸν εἰς τὸν ἐπισκέπτην τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ καὶ Βυζαντινοῦ Μουσείου, τοῦ Ἱστορικοῦ Ἀρχείου τῆς Ὕδρας καὶ τῶν ἱστορικῶν οἰκιῶν τῆς περιφήμου οἰκογενείας Κουντουριώτου, ἀλλὰ καὶ τῆς ναυτικῆς Ἀκαδημίας, ἡ ὁποία συνεχίζει τὴν λαμπρὰν παράδοσιν τῶν σπουδαίων καὶ τολμηρῶν ναυτικῶν τῆς Ὕδρας. 
Ταῦτα πάντα ὅμως συνδυάζονται ἁρμονικῶς μὲ τὰ εὐγενῆ καὶ φιλόξενα αἰσθήματα τῶν κατοίκων τῆς νήσου, οἱ ὁποῖοι ὑποδέχονται τοὺς ἐπισκέπτας των «ὑπτίαις χερσίν», ὅπως ἡ θάλασσα ἡ ὁποία περιβάλλει τὴν Ὕδραν, καὶ τοὺς ξεναγοῦν εἰς τὰ ἀξιοθέατά της καὶ εἰς τὴν ἱστορίαν της. 
Δικαίως ἡ Ὕδρα καυχᾶται διὰ τοὺς τολμηροὺς καὶ γενναίους ναυμάχους της, οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Γένους ὄχι μόνον τὴν περιουσίαν των ἀλλὰ καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν ζωήν των, γράψαντες διὰ τῆς τόλμης καὶ τῆς γενναιότητός των ὑπερόχους σελίδας ἡρωϊσμοῦ καὶ ἀνεξιτήλως τὰ ὀνόματα αὐτῶν ἐν τῇ βίβλῳ τῆς ἀδεκάστου Ἱστορίας. 
Καὶ ἐὰν ἡ προσφορὰ τῶν τέκνων της εἰς τὸ εὐσεβὲς Γένος μας ὑπῆρξεν ὄντως μεγίστη, οὐδόλως εὐκαταφρόνητος τυγχάνει καὶ ἡ προσφορά των εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Διὰ τοῦτο καὶ δικαίως δύναται νὰ σεμνύνεται ἡ Ὕδρα, διότι ἐξ αὐτῆς προῆλθεν ὁ κατὰ τὸν 7ον αἰῶνα πλοηγήσας τὴν νοητὴν ὁλκάδα τῆς Ἐκκλησίας ἐν ἁγίοις προκάτοχος ἡμῶν Θωμᾶς, ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως• εἰς ταύτην ἐμόνασε καὶ ὁ λόγιος μητροπολίτης Κορίνθου καὶ ἐκ τῶν ἡγετικῶν μορφῶν τῆς πνευματικῆς ἀναγεννήσεως τοῦ 18ου αἰῶνος, ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς, καὶ ἐδῶ συνηντήθη μετὰ τοῦ λαϊκοῦ εἰσέτι καὶ μετέπειτα μοναχοῦ καὶ πνευματικοῦ συναγωνιστοῦ αὐτοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου• ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν ἐγεννήθη καὶ ἀνετράφη ὁ μετέπειτα ὁμολογητὴς τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐν Ρόδῳ μαρτυρήσας ἅγιος νεομάρτυς Κωνσταντῖνος, ὁ Ὑδραῖος. Τὴν εὐσέβειαν ἄλλωστε τῶν Ὑδραίων μαρτυροῦν καὶ αἱ ἐν τῇ νήσῳ σωζόμεναι πολυάριθμοι ἱεραὶ Μοναί, εἰς τὰς ὁποίας ἠσκήθησαν ἀνὰ τοὺς αἰῶνας εὐσεβεῖς λάτρεις τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἡσυχίας, καὶ ἀνῆλθον ἐντεῦθεν, διὰ τῆς νοητῆς κλίμακος τῶν πνευματικῶν ἀγώνων καὶ παλαισμάτων, εἰς τὸν οὐρανόν. 
Ἡ εὐγένεια καὶ ἡ εὐσέβεια τῶν κατοίκων τῆς Ὕδρας συνδυάζεται ἁρμονικῶς μὲ τὴν ἀγάπην καὶ τὴν εὐαισθησίαν διὰ τὸ φυσικὸν περιβάλλον. Ὁ δωρεοδότης Θεὸς σᾶς ἐχάρισε κάλλος φυσικὸν καὶ πλοῦτον χλωρίδος καὶ πανίδος, διὰ τὴν προστασίαν καὶ διαφύλαξιν τοῦ ὁποίου ἀξιεπαίνως φροντίζετε. Ἡ ἡμετέρα Μετριότης ἔσχε πρὸ δεκαετίας τὴν τιμὴν νὰ λάβῃ τὸν τίτλον τοῦ Ἐπιτίμου προέδρου τοῦ δραστηρίου Συλλόγου Οἰκολόγων Ὕδρας καὶ ἔκτοτε παρακολουθεῖ τὰς ἀναλαμβανομένας ὑπ᾽ αὐτοῦ πρωτοβουλίας καὶ δράσεις πρὸς διαφύλαξιν τοῦ πλούτου τῆς βιοποικιλότητος καὶ τοῦ φυσικοῦ κάλλους τῆς νήσου, ἀλλὰ καὶ γενικώτερον διὰ τῆς δραστηριοποιήσεως αὐτοῦ εἰς θέματα ἁπτόμενα τῆς προστασίας τοῦ πολιτισμικοῦ πλούτου αὐτῆς, ὡς τοῦ ἀρχαιολογικοῦ τοῦ κρυπτομένου εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης, τοῦ προερχομένου ἀπὸ τῶν ναυαγίων, καὶ κινδυνεύοντος καὶ τούτου ἐκ τῶν ἀρχαιοκαπήλων. 
Πάντα ταῦτα ἔχουν καταστήσει τὴν Ὕδραν πόλον ἕλξεως ἐπισκεπτῶν ἐντεῦθεν καὶ ἀλλαχόθεν ἐρχομένων διὰ νὰ ἀπολαύσουν τὸ φυσικὸν αὐτῆς κάλλος, νὰ γνωρίσουν τὴν λαμπρὰν ἱστορίαν της, νὰ θαυμάσουν τὴν ἐξαίρετον ἀρχιτεκτονικὴν τῶν κτισμάτων της, καὶ νὰ περιέλθουν τὰς ρύμας καὶ τὰς ὁδοὺς αὐτῆς ἐλευθέρας παντὸς τροχοφόρου, ρυπαίνοντος τὴν ἀτμόσφαιραν καὶ προκαλοῦντος θορύβους διακόπτοντας τὴν γαλήνην τῆς φύσεως καὶ τοὺς εὐχαρίστους ἤχους αὐτῆς, καὶ νὰ ἀναπαυθοῦν ἐκ τῶν κόπων καὶ τῶν μεριμνῶν τῆς καθημερινότητος, αἱ ὁποῖαι ἐπιβαρύνουν ἰδιαιτέρως τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον, καὶ δυστυχῶς ἐνίοτε διαταράσσουν τὴν ψυχικὴν αὐτοῦ ἠρεμίαν. Τοῦτο ὅμως δὲν ἰσχύει διὰ τὴν νῆσον σας, ἀποτελοῦσαν μίαν εἰκόνα, μίαν ζωγραφιὰν τοῦ παραδείσου, τὸν ὁποῖον δύναται νὰ χαρῇ ὁ ἐπισκέπτης της καὶ τὸν ὁποῖον βεβαίως ἅπαντες οἱ Ὑδραῖοι ἀπολαμβάνουν, χάρις καὶ εἰς τὴν μέριμναν τῶν ἐντίμων ἀρχόντων αὐτῶν μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν φίλτατον κ. Δήμαρχον.
Σᾶς συγχαίρομεν ἀπὸ καρδίας διὰ τὰ ἄχρι τοῦ νῦν ἔργα σας, ἀποβλέποντα εἰς τὴν πρόοδον καὶ τὴν ἀνάδειξιν τῆς νήσου καὶ τὴν εὐημερίαν τῶν εὐγενῶν κατοίκων αὐτῆς, καὶ ἐπευλογοῦμεν τὰς προσπαθείας σας χάριν τῆς Ὕδρας καὶ ὅλων τῶν Ὑδραίων, ἀπὸ τῆς σήμερον δὲ καὶ ἀγαπητῶν συμπολιτῶν μας. 
Σᾶς εὐχαριστοῦμεν καὶ πάλιν καὶ πολλάκις διὰ τὴν τιμητικὴν πρόσκλησιν καὶ τὴν ἀπονεμηθεῖσαν τιμὴν τοῦ Ἐπιτίμου Δημότου Ὕδρας, καὶ εὐχόμεθα νὰ συνεχίσετε τὴν λαμπρὰν παράδοσιν τῶν πατέρων σας, πρὸς δόξαν τῆς εὐκλεοῦς νήσου σας καὶ χαρὰν καὶ καύχησιν ἡμῶν καὶ τῆς Μητρὸς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας.

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [ΟΜΙΛΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΥΔΡΑ]

Ὁμιλία
τῆς Α.Θ.Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου
μετά τό πέρας τῆς Δοξολογίας ἐν τῷ Καθεδρικῷ Ἱερῷ Ναῷ τῆς Ὕδρας
(19 Ἰουνίου 2014) 


Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Ὕδρας, Σπετσῶν καί Αἰγίνης, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀγαπητέ ἀδελφέ καί συλλειτουργέ τῆς ἡμῶν Μετριότητος κύριε Ἐφραίμ,

Ἱερώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἅγιοι ἀδελφοί Ἀρχιερεῖς,
Ἐντιμότατε καί ἀγαπητέ κύριε Δήμαρχε  καί λοιποί ἐκπρόσωποι τῶν τοπικῶν ἀρχῶν,
Ἀγαπητοί μας Ὑδραῖοι,

Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός διά τήν ἡμετέραν Μετριότητα, τόν Πατριάρχην τοῦ Γένους προσωπικῶς, ἀλλά καί διά ἐσᾶς ὅλους, διότι τό φυσικόν φῶς τό ὁποῖον περιλούζει τήν ὡραιοτάτην καί ἱστορικήν αὐτήν νῆσον, ἀκόμη καί κατά τάς ἡμέρας τοῦ χειμῶνος, σήμερον εἶναι ἐντονώτερον καί λάμπει εἰς τά προσφιλῆ πρόσωπα ὅλων. Φῶς, λοιπόν, ἔχομεν σήμερον. Διότι ἐπικοινωνοῦμεν ὑπό τό φῶς τοῦ θέρους, ὑπό τό φῶς τῆς ἀγάπης. Φῶς καί ἀγάπη εἶναι αἱ δύο καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι ταυτίζονται πρός τόν Θεόν. Ὁ Θεός εἶναι φῶς ἀπρόσιτον, ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη.

Ἐξ ἀγάπης πολλῆς κινηθέντες καί ἡμεῖς ἤλθομεν ἐκ τῆς ἕδρας τῆς Μητρός Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, συνεχίζοντες ἐπί τά ἴχνη τοῦ ἐν Πατριάρχαις ἀοιδίμου προκατόχου ἡμῶν Προκοπίου Πελεκάση, ἐπισκεφθέντος τήν νῆσον σας κατά τό ἔτος 1801, ἤλθομεν, λέγομεν, εἰς τήν ὡραίαν Ὕδραν, διά νά εὕρωμεν ἠγαπημένους καί ἡνωμένους ὅλους τούς Ὑδραίους, τούς ἀπογόνους θρυλικῶν ἡρώων ναυτικῶν, οἱ ὁποῖοι συνέβαλον θυσιαστικῶς εἰς τήν κατάκτησιν τοῦ ἀγαθοῦ τῆς ἐλευθερίας. Ἤλθομεν, κομίζοντες ἀγάπην ἐκ τῆς ἀκενώτου Πηγῆς τῆς ἀγάπης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, καί συγχρόνως φῶς ἐκ τοῦ ἀειφώτου Φαναρίου, εἰς ἐσᾶς οἱ ὁποῖοι ἔχετε πάντοτε φῶς ἡλίου, ἀλλά καί ἐσωτερικόν φῶς καρδίας καί ζωῆς. 

Οἱ Ὑδραῖοι ἀποτελεῖτε τόν ἔμψυχον θησαυρόν ἀγάπης καί φωτός , διό καί βλέποντες τά φωτεινά πρόσωπά σας σήμερον, ἔχομεν ἐνώπιόν μας αὐτόν τοῦτον τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος ἦλθεν εἰς τόν κόσμον ἀποσταλείς ὑπό τοῦ Πατρός καί ἐπλήρωσε «πᾶσαν τήν οἰκονομίαν», καί μᾶς ἔδωκε τά ἐφόδια ἐκεῖνα διά νά εἰσέλθωμεν «πλήρεις χάριτος καί ἀληθείας» εἰς τήν Βασιλείαν Του, καί νά κατοικήσωμεν ἐν τῷ ἀνεσπέρῳ φωτί Αὐτοῦ.

Πολλά γνωρίζοντες, ἔκ τε τῆς μελέτης καί ἐκ τῶν προσωπικῶν ἐπικοινωνιῶν διά τήν ἱστορικήν πορείαν τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἐχούσης ὡς πρῶτον μηνυτήν καί κήρυκα τοῦ Εὐαγγελίου τόν ἅγιον ἀπόστολον Κρίσπον, χαίρομεν εἰλικρινῶς, παραγματοποιοῦντες τόν πόθον ἡμῶν νά ἴδωμεν καί θαυμάσωμεν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τήν παραδοσιακήν πίστιν καί τήν γνησίαν ἀφοσίωσίν σας πρός τά ἱερά θέσμια τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Γένους.

Οὐδόλως ἐκφεύγει τῆς μνήμης ἡμῶν ἡ διαχρονικῶς ἐγνωσμένη καί ποικιλοτρόπως ἐκφρασθεῖσα προσφορά τῶν λίαν δραστηρίων καί εὐλαβῶν Ὑδραίων ναυτικῶν, μαρτυρουμένη ἄλλωστε καί ἐκ τῆς ἐξαιρέτου οἰκιστικῆς παρουσίας τῶν χαρακτηριστικῶν κτηρίων, ἀλλά καί ἐκ τῆς θαυμαστῆς πληθύος τῶν μικρῶν καί μεγάλων Ἱερῶν Ναῶν, Μονῶν καί ἐξωκκλησίων, διά τῶν ὁποίων στεφανοῦνται αἱ ἀκρώρειαι καί τά ὑψώματα τῆς κατ᾿ ἐξοχήν νησιωτικῆς ταύτης Ἱερᾶς Μητροπόλεως. Κέντρον τῆς θρησκευτικῆς καί κοινωνικῆς ζωῆς τῶν Ὀρθοδόξων Ὑδραίων τυγχάνει ὁ περίκλυτος καί ἱστορικός οὗτος ναός τῆς Κοιμήσεως τῆς Κυρίας Θεοτόκου, τῶν Ὑδραίων, οἱ ὁποῖοι ἔχοντες ὑπ᾿ ὄψιν των τό τοῦ Θουκυδίδου «μέγα τό τῆς θαλάσσης κράτος» (Θουκ. Ἱστορία, 1, 143), ὤργωσαν κυριολεκτικῶς τά πελάγη τῆς ὑδρογείου, ἀναδειχθέντες ἐμπειρότατοι θαλασσοκράτορες, ἔχοντες τήν ἐλπίδα εἰς τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ ἀληθής Κυβερνήτης κάθε ἐπιτηδεύματος, καί μάλιστα τῶν ἐν θαλάσσαις καλῶς πλεόντων.

Ἡ διαπίστωσις ὅτι ἡ ὑπό τήν πεπνυμένην ποιμαντορικήν σύνεσιν τῆς ὑμετέρας ἀγαπητῆς Ἱερότητος, ἀδελφέ ἅγιε Ὕδρας κύριε Ἐφραίμ, ἱερά αὕτη Ἐπαρχία ἀντιπαραβάλλεται ὡς πρός τό πλῆθος τῶν ἐν αὐτῇ Ἱερῶν Μονῶν καί Ἡσυχαστηρίων πρός τό Ἅγιον Ὄρος τοῦ Ἄθω, τόν μοναδικόν τοῦτον Ὀρθόδοξον μοναστικόν χῶρον καί καύχημα τῆς Μητρός Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ μίαν ἰδιαιτέραν εὐλογίαν. Εἰς τό νησιωτικόν τοῦτο σύμπλεγμα τοῦ Σαρωνικοῦ κατέφυγον οἱ ἀρχηγέται τοῦ Κολλυβαδικοῦ κινήματος, οἱ ὅσιοι Μακάριος ὁ Κορίνθου καί Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης, καθώς καί ὁ κτίτωρ τῆς ὡς δίκην στεφάνου περιεπούσης τήν Ὕδραν Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ προφήτου Ἠλιού γέρων Ἱερόθεος, καί διά τῆς ὁσιακῆς βιοτῆς καί πολιτείας, ἀλλά καί διά τῆς διδασκαλίας καί τοῦ κηρύγματός των, ἑδραίωσαν τήν πίστιν, ἐμόρφωσαν τό ἦθος, ἀνέπτυξαν τό φρόνημα τῶν κατοίκων, καί ἔμειναν παρ᾿ αὐτοῖς, καί ἀποτελοῦν μέχρι σήμερον σημεῖον ἀναφορᾶς. Ἕπεται μακρά συνέχεια ἀνδρῶν θεοφιλῶν καί προσώπων προσφορᾶς. Εἶναι δέ γνωστόν, ὅτι  ἐκ τῶν σπλάγχνων τῶν νήσων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως ταύτης ἐξήνθησαν ὡς πανεύοσμα ρόδα οἱ Νεομάρτυρες Κωνσταντῖνος, Νικόλαος, Σταμάτιος καί Ἰωάννης, ἀλλά καί ἐδραστηριοποιήθησαν οἱ θαυματουργοί Ἱεράρχαι Διονύσιος Αἰγίνης καί ὁ ἐν ἐσχάτοις τοῖς χρόνοις θαυματουργός ἅγιος Νεκτάριος.

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά, εὐλαβέστατοι Ὑδραῖοι,

Ὅ,τι καλόν καί ἄν κατορθώσωμεν ἐπί τῆς γῆς, ἐάν δέν ἔχῃ τήν σφραγῖδα τοῦ Θεοῦ, θά ἔχῃ ἀναγκαστικῶς καί ἡμερομηνίαν λήξεως, διότι δέν μετέχει τῆς αἰωνιότητος, τῆς ὁποίας μόνον ἐν τῷ Θεῷ ζῶντες προγευόμεθα, ἔτι ζῶντες ἐπί τῆς γῆς.

Διά τοῦτο προτρεπόμεθα ὅλους πατρικῶς νά ἀγαπᾶτε ἐν ἐπιγνώσει τήν Ἐκκλησίαν, τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν μας. Μᾶς τήν ἐχάρισεν ὁ Φιλάνθρωπος Κύριος, ἀφοῦ τήν ἐθεμελίωσε μέ τό ἴδιον τό τίμιον Αἷμα Του, οὕτως ὥστε νά μᾶς δώσῃ τήν εὐκαιρίαν νά κληρονομήσωμεν τά ἐπίγεια καί τά ἐπουράνια ἀγαθά. Ὅλα μᾶς ἐπιτρέπει ἡ ἀγάπη Του νά τά ἀπολαύσωμεν, πλήν τῆς ἁμαρτίας. Καί τοῦτο ὄχι διότι ὁ Κύριος προσβάλλεται κατά τήν φύσιν καί τήν οὐσίαν Του ἀπό οἱανδήποτε ἰδικήν μας ἁμαρτίαν, ἀλλά διότι ἐπιθυμεῖ νά μᾶς δωρήσῃ τήν ἄφθαρτον δόξαν τοῦ παραδείσου, μαζί μέ ὅλους τούς Ἁγίους Του, σύν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις, ταῖς πρεσβείαις καί τῇ μεσιτείᾳ αὐτῶν.

Ἡ ζωή καί ὁ βίος μας πολλάκις γίνονται δύσβατοι καί ἀβίωτοι ἐμπρός εἰς τάς κρίσεις τάς ὁποίας ἀντιμετωπίζομεν. Κρίσεις ἰδεῶν, κρίσεις ὑλικάς, κρίσεις πνευματικάς, κρίσεις ζωῆς καί κρίσεις μεριμνῶν καί ἀσφαλείας τοῦ βίου ἀπό τούς καθ᾿ ἡμέραν ἐλλοχεύοντας κινδύνους τοῦ κακοῦ καί τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία ρέπει πάντοτε πρός τό πονηρόν. Αἱ κρίσεις αὐταί μᾶς καταβάλλουν ἐνίοτε μέ τά ποικίλα προβλήματα καί τά ἄγχη των. Ἐκ τῆς ποιμαντικῆς ἐμπειρίας μας σᾶς λέγομεν ὅτι χωρίς τόν Θεόν οὐδέποτε θά κατορθώσωμεν νά τά ὑπερβῶμεν, καί οὕτως ἀδύναμοι θά ὑποκείμεθα εἰς τά συνεχῆ βλήματα τοῦ πονηροῦ, μέ κίνδυνον νά ἀπολέσωμεν καί τό εὖ ζῆν καί τό κατά Θεόν ζῆν.

Ἰδού διατί ἤλθομεν εἰς τό νησί σας ἐν τῷ φωτί καί τῇ ἀγάπῃ τοῦ Χριστοῦ, διά νά σᾶς κομίσωμεν φῶς ἐλπίδος καί ζωῆς, φῶς Χριστοῦ, τό ὁποῖον φαίνει τοῖς πᾶσι, καί ἀκόμη ἀγάπην, ἀγάπην πολλήν μητρικήν καί στοργικήν, ἐκ τῶν ἀκενώτων σπλάγχνων τῆς Μητρός Ἐκκλησίας. Σᾶς τά κομίζομεν καί σᾶς τά μεταφέρομεν ὡς ἐφόδια ζωῆς καί μνήμης τῆς διελεύσεως ἐντεῦθεν τοῦ Πατριάρχου τοῦ σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως, τοῦ ὅλου μυστηρίου τῆς ζωῆς, τοῦ κορυφουμένου ἐν τῇ ἀγάπῃ καί ἐν τῇ ἀπολαύσει τοῦ φωτός.

Εὐχαριστοῦντες ἐκ βαθέων διά τήν λαμπράν καί ἐγκάρδιον ὑποδοχήν σας καί δι᾿ ὅλας τάς ἐκδηλώσεις βαθέος σεβασμοῦ καί ἀγάπης πρός τήν ἡμετέραν Μετριότητα, καταστέφομεν ὅλους σας καί ἕνα ἕκαστον διά τῶν ἐνθέρμων πατρικῶν καί Πατριαρχικῶν εὐχῶν μας, δεόμενοι τοῦ Κυρίου νά εὐλογῇ τά ἔργα τῶν χειρῶν σας καί νά ὁδηγῇ τά βήματά σας πρός τό ὡραῖον, τό μέγα, τό ἀληθινόν, καταπραΰνων καί γαληνεύων τά ἑκάστοτε ὑψούμενα ἀπειλητικῶς κύματα τῶν περιστάσεων τῆς θαλάσσης τοῦ βίου, καταστέφων πάντας διά τῆς ἀκυμάντου καί ἀσαλεύτου εἰρήνης Αὐτοῦ, ἡ ὁποία ὑπερέχει πάντα νοῦν.

Εὐχαριστοῦμεν καί πάλιν, σᾶς εὐλογοῦμεν ὅλους καί δεόμεθα καί ἱκετεύομεν: Κύριε, Κύριε, ἐπίβλεψον ἐξ οὐρανοῦ καί ἴδε, καί κατάρτισαι ἐν παντί ἔργῳ ἀγαθῷ τήν ἄμπελον ταύτην τῆς Ὕδρας καί τῶν Ὑδραίων, ἥν ἐφύτευσεν ἡ πανσθενουργός Δεξιά Σου. Ἀμήν. 

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Γιώργου Λέκκα: i. ΔΥΝΑΜΗ ΧΩΡΙΣ ΑΓΑΠΗ, ii. ΜΕΤΑΚΥΛΙΕΤΑΙ, iii. ΜΗΧΑΝΗ ΔΙΑΣΤΡΟΦΗΣ (3 νέα ποιήματα)


ΔΥΝΑΜΗ ΧΩΡΙΣ ΑΓΑΠΗ

Τόσους αἰῶνες μετὰ Χριστὸν
κι ἡ ἀνθρωπότητα ἀκόμα νὰ ἀφομοιώσει
πὼς δύναμη χωρὶς ἀντίστοιχη ἀγάπη
εἶναι πάντοτε μιὰ ἐπικίνδυνη
καὶ καλὰ καμουφλαρισμένη ἀδυναμία.

[11.6.14]


ΜΕΤΑΚΥΛΙΕΤΑΙ

Κύριε,
μετακυλίεται
τόσο πολὺ θάνατος
στὶς σχέσεις μας
ποὺ γινόμαστε
ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο
ἡ Κόλασή του
μέχρις ὅτου
βρεθεῖ κάποιος
ποὺ θὰ σοῦ παραδώσει
τὴν ἁλυσίδα τοῦ κακοῦ
καὶ κυρίως
ποὺ θὰ μεσολαβήσει
γιὰ νὰ ἀντιστραφεῖ τὸ ρεῦμα.

[12.6.14]


ΜΗΧΑΝΗ ΔΙΑΣΤΡΟΦΗΣ

Ἀγαπημένε,
ὡς καὶ τὰ λόγια σου μεταχειριστήκαμε
γιὰ νὰ καλύψουμε τὸ πρόσωπό μας
ἔτσι ποὺ νὰ μὴν βλέπουμε
οὔτε καὶ τὸ δικό σου.

[18.6.14]

[Ὁ π. Γεώργιος Α. Λέκκας εἶναι ἄμισθος πρωτοπρεσβύτερος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος]

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΣΤΟ ΗΡΩΔΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ]

Ὁμιλία
τῆς Α.Θ.Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου
κατά τήν ἐπίσημον ἔναρξιν τῆς Διεθνοῦς Ἡμερίδος τοῦ Ἱδρύματος Ἰατροβιολογικῶν Ἐρευνῶν τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν μέ θέμα τό Περιβάλλον
(Καλλιτεχνική Ἐκδήλωσις εἰς τό Ἠρώδειον Ἀθηνῶν)
(18 Ἰουνίου 2014)


Μακαριώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κύριε Ἱερώνυμε,
Ἱερώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἅγιοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι,
Ἐξοχώτατοι,
Ἐντιμολογιώτατε Ἄρχων κύριε Γρηγόριε Σκαλκέα,
Προσφιλεῖς Ἀθηναῖοι καί λοιποί λίαν ἀγαπητοί παρόντες,

Εὐχαριστίαν πολλήν ἀναπέμπομεν εἰς τόν Ἅγιον Θεόν μας, διότι εὐδόκησεν ἐν τῇ φιλανθρωπίᾳ Του νά εὑρισκώμεθα καί πάλιν εἰς τό κλεινόν Ἄστυ τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου ὁ λόγος καί ἡ σοφία καί τά γράμματα ἤνθησαν, καί ὅπου ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος ἐκήρυξεν εἰς τούς προπάτοράς μας τόν Ἄγνωστον μέχρι τότε Θεόν, «τόν κατασκευάσαντα τόν οὐρανόν καί τήν γῆν καί πάντα τά ἐν αὐτοῖς». Μᾶς ἀξιώνει νά εὑρισκώμεθα εἰς τήν ἔνδοξον πρωτεύουσαν τῆς Ἑλλάδος, εἰς τήν ὁποίαν ἐκαλλιεργήθη ἡ φιλοσοφία τοῦ Πλάτωνος καί τοῦ Ἀριστοτέλους καί τῶν ἄλλων σοφῶν, τήν ὁποίαν προσέλαβαν Διονύσιος ὁ Ἀεροπαγίτης, οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι καί οἱ ἄλλοι μεγάλοι Πατέρες καί Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας καί τήν μετουσίωσαν εἰς θεολογίαν τῆς ἀγάπης.

Ἤλθαμε πρός ὑμᾶς, Μακαριώτατε, ἀδελφοί καί τέκνα, ἐκ τῆς ἕδρας τῆς Μητρός Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, καί ἐκ τῆς Βασιλίδος τῶν πόλεων, διά νά μεταφέρωμεν τό διαχρονικόν πνεῦμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί μέ ταπείνωσιν νά κηρύξωμεν, καί κατά τήν ἐποχήν αὐτήν τῆς κρίσεως καί τῶν ποικίλων κρίσεων, τόν ἐσταυρωμένον καί ἀναστάντα Κύριόν μας, ὁ Ὁποῖος ἐξωραΐζει, καί διά τῶν δαψιλῶν δωρεῶν τῆς Χάριτός Του ἀποκαθιστᾷ, τό μωλωπισμένον ἀλλά πάντοτε ζωντανόν σῶμα τῆς ἀνθρωπότητος.

Ἤλθαμε, ἀδελφοί, ἐκ τῆς Κωνσταντίνου πόλεως, νά χαιρετίσωμεν καί νά τιμήσωμεν ἕνα Λαόν, ὁ ὁποῖος ἔμαθεν ἐνωρίς νά ἀγαπᾷ, νά θυσιάζεται καί νά προσφέρῃ, ἕνα Λαόν, τόν Ἑλληνικόν, ἐκ τοῦ ὁποίου πολλοί κατακτηταί «ἔτρωγον», διά νά χρησιμοποιήσωμεν τούς λόγους τοῦ θρυλικοῦ ἥρωος Μακρυγιάννη, ἀλλά πάντοτε ἔμενεν ἡ «μαγιά», ἡ ἐκλεκτή «ζύμη».

Ἀγαπητοί παρόντες,

Πρωτίστως συγχαίρομεν ὁλοκαρδίως τό Κέντρον Περιβαλλοντικῆς Ὑγείας τοῦ Ἱδρύματος Ἰατροβιολογικῶν Ἐρευνῶν τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ἐπί κεφαλῆς αὐτοῦ Ἐντιμολογιωτάτου Ἄρχοντος ὀφφικιαλίου ἡμῶν, Ἀκαδημαϊκοῦ καί Καθηγητοῦ κυρίου Γρηγορίου Σκαλκέα, διά τήν πρωτοβουλίαν του νά ὀργανώσῃ τήν σημερινήν πολιτισμικήν ἐκδήλωσιν, ἐν συσχετισμῷ πρός τήν διοργανουμένην ὑπό τοῦ Ἱδρύματος τούτου Διεθνῆ Ἡμερίδα διά τό περιβάλλον.

Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε τό σύμπαν «καλόν λίαν», ἀλλά καί ὅτι ὁ ἄνθρωπος, καταχρώμενος τῆς ἐλευθερίας του, ἐπέλεξε νά ἀκολουθήση, διά τήν τελείωσίν του, ὁδόν διαφορετικήν ἀπό ἐκείνην τήν ὁποίαν τοῦ ὑπέδειξεν ὁ Θεός. Ἀποτέλεσμα τῆς αὐτονομήσεως τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ προτιμήσαντος, κατά τήν Ἁγίαν Γραφήν, νά γίνῃ ὡς Θεός, ἀντί νά εἶναι, ὡς ἐδημιουργήθη, υἱός τοῦ Θεοῦ καί κληρονόμος συμπάσης τῆς δημιουργίας, ἦτο νά αἰσθανθῇ ὅτι ἀπώλεσε μαζί μέ τήν υἱότητα καί τήν ἰδιότητα τοῦ κληρονόμου τῆς ἀπεράντου δημιουργίας τοῦ Θεοῦ Πατρός. Μή δυνάμενος δέ νά ἀνθέξῃ τήν διά τῆς ἀποστασίας του ἐπελθοῦσαν πτωχείαν του, ἐπεχείρησε νά ἀναπληρώσῃ τήν ἔλλειψιν τοῦ πλούτου τοῦ παραδείσου διά τῆς ἀποκτήσεως ὅσον τό δυνατόν περισσοτέρων ὑλικῶν ἀγαθῶν.

Ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν καί ζωῆς χορηγός Θεός, γνωρίζων ἐν τῇ πανσοφίᾳ Του τήν καταστρεπτικότητα τῆς πλεονεξίας τοῦ ἐκτροχιασθέντος ἀνθρώπου ἐνέβαλεν εἰς τήν κτίσιν τήν ἱκανότητα τῆς ἀναγεννήσεως καί τῆς κατ᾿ αὐτόν τόν τρόπον ἀειφορίας τῶν στοιχείων τῆς φύσεως.

Τοιουτοτρόπως τήν παραφωνίαν τοῦ θανάτου ἀποκαθιστᾷ ἡ γέννησις νέας ζωῆς, καί τήν παραφωνίαν τῆς φθορᾶς ἀποκαθιστᾷ ἡ ἀνάπλασις. Ὁ Θεός δέν ἦτο δυνατόν νά παραμείνῃ ἀδρανής ἐνώπιον τῆς φθοροποιοῦ ἐπιρροῆς τοῦ ἐκτροχιασμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἐναρμονίζει τήν νέαν κατάστασιν πρός τό ἀρχικόν σχέδιον Αὐτοῦ.

Ἐν τούτοις, ὁ ἄνθρωπος, καί κυρίως ὁ σύγχρονος, δέν κατενόησεν ἐπαρκῶς τό ἔργον τοῦ Θεοῦ πρός ἐναρμόνισιν τῆς φθορᾶς τοῦ περιβάλλοντος διά τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀρχικῶν ἰδιοτήτων του καί ἀντί νά ἐναρμονισθῇ πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖον ὑποδεικνύει, σύν τοῖς ἄλλοις, τήν ὀλιγάρκειαν καί τήν ἀποφυγήν τῆς σπατάλης τῶν πόρων τῆς κτίσεως, ἤρχισε νά ἐκμεταλλεύεται ληστρικῶς τό περιβάλλον. Ἀλλά ἡ ὑπερεκμετάλλευσις τοῦ περιβάλλοντος ὡδήγησεν εἰς καταστροφήν τῆς ὑπό τοῦ Θεοῦ ἐμβληθείσης εἰς τήν κτίσιν ἱκανότητος τῆς ἀειφορίας καί ἀναγεννήσεως τῶν πηγῶν της. Χρειάζεται, λοιπόν, ἐναρμόνισις ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά εὐαισθητοποιηθῇ ἡ ἀνθρωπότης ἐνώπιον τῆς διαφαινομένης πλέον προοπτικῆς ὅτι ἡ πλεονεξία μας δύναται νά καταστρέψῃ ὁλοσχερῶς τήν λειτουργίαν τῶν δυνάμεων τῆς φύσεως.

Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες παρετήρησαν μέ ἔκστασιν τήν ἁρμονίαν εἰς τό σύμπαν καί τόν ὠνόμασαν κόσμον, δηλαδή κόσμημα. Θαυμάζομεν μαζί τους τήν ἁρμονίαν τῆς φύσεως.

Ἀλλά ἐκεῖ ὅπου ἡ ἔκπληξις συναγωνίζεται τόν θαυμασμόν, εἶναι ἡ κίνησις τῶν ἐμβίων ὄντων. Τά ζῷα καί τά φυτά ὀργανώνονται εἰς βιοσυστήματα, καί ἀλληλοϋπηρετοῦνται θαυμαστῶς καί συμβιώνουν ἁρμονικῶς.

Καί εἰς αὐτήν τήν ὑπέρλαμπρον ἁρμονίαν, ὀχληρά καί βάναυσος προβάλλει ἡ παραφωνία τοῦ ὑπερηφάνου ἀνθρώπου, τοῦ ἀνθρώπου κάθε ἐποχῆς, ὁ ὁποῖος διά τοῦ «Πύργου τῆς Βαβέλ» ἐπιδιώκει ἀνοήτως νά ἐγγίσῃ τήν κορυφήν τοῦ οὐρανοῦ. Καί, ἐνῷ ἀπό τήν ἰδίαν τήν κτίσιν, τήν ὁρατήν καί τήν ἀόρατον, καταρτίζεται αἶνος καί δοξολογία πρός τόν Δημιουργόν, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, πλήρης πλεονεξίας, καταστρέφει τήν ἰσορροπίαν τῶν βιοτόπων, καί συνακολούθως ὑποβαθμίζει τό φυσικόν περιβάλλον. Ἡ ἄκρατος φιλοχρηματία ἀνατρέπει τήν ἰσορροπίαν τῆς λειτουργίας τῶν κοινωνιῶν καί προκαλεῖ οἰκονομικάς κρίσεις. Ἄν καί τό χρῆμα ἐφευρέθη διά τήν καλλιτέραν λειτουργικότητα τῶν ἀνθρωπίνων συναλλαγῶν, ἡ φιλοχρηματία ὁδηγεῖ εἰς κατάχρησίν του μέ ἀποτέλεσμα κρίσεις, πόνον καί ἀδικίαν. Καί ἀντί νά καλλιεργῆται τό ἦθος καί ἡ ἀρετή, μελετῶνται μέθοδοι κερδοσκοπίας καί ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ἄλλου, τοῦ συνανθρώπου, διά ποικίλων ἐφευρημάτων ἀδικίας.

Ἀδελφοί καί τέκνα,

Περιβαλλόμενος εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Περιβάλλον εἶναι τά οἰκοσυστήματα τῆς γῆς. Τά οἰκοσυστήματα, «ὁ ἀγρός τοῦ κόσμου», ἐδημιουργήθησαν ὑπό τοῦ Δημιουργοῦ, καλά λίαν, ὅπως εἴπαμεν. Ἐξισορροποῦν ὅλας τάς ἀνάγκας καί ἐξασφαλίζουν τήν ἀειφορίαν καί τήν συνέχισιν τῆς ζωῆς.

Τόν ἀγρόν τοῦτον τοῦ Θεοῦ ἡ ἀνθρωπότης, μέ τήν ἀλόγιστον συμπεριφοράν της της καταστρέφει, προκαλώντας φαινόμενα ὅπως ἡ ὀπή τοῦ ὄζοντος, ἡ αὔξησις τῆς θερμοκρασίας τῆς γηΐνης ἀτμοσφαίρας, ἡ ἐρημοποίησις περιοχῶν, ἡ μόλυνσις τῶν ὑδάτων, ἡ νέκρωσις τῶν θαλασσῶν, ἡ ἐξαφάνισις ζωϊκῶν καί φυτικῶν εἰδῶν, ἡ τῆξις τῶν πάγων, ἡ προβλεπομένη ὑπό τῶν ἐπιστημόνων ἐξαφάνισις περιοχῶν ξηρᾶς ὑπό τῶν ὑδάτων καί ἄλλα.

Ἀγαπητοί,

Οἰκία μας καί στενόν περιβάλλον μας ἔγινε πλέον ὁλόκληρος ὁ πλανήτης μας. Δέν δυνάμεθα νά ἐνδιαφερώμεθα μόνον διά τό περιβάλλον μιᾶς χώρας ἤ μιᾶς περιοχῆς ἤ τῆς αὐλῆς μας.

Αὐλή μας καί κῆπος μας εἶναι πλέον ὅλη ἡ γῆ καί ἀκόμη περισσότερον καί ἡ περιβάλλουσα τήν γῆν ἀτμόσφαιρα καί στρατόσφαιρα καί ἡ πέριξ τῆς γῆς ζώνη, μέχρι τῆς ὁποίας ἠμποροῦν νά ἐπεκταθοῦν αἱ ἐπεμβάσεις τοῦ ἀνθρώπου, μέ τούς τεχνητούς δορυφόρους καί τά διαστημόπλοια.

Πρέπει νά ἀγαπήσωμεν τήν ὡραιότητα καί τήν ἰσορροπίαν τοῦ πλανητικοῦ μας συστήματος, ὅλων τῶν χωρῶν καί τῶν θαλασσῶν τῆς γῆς, τῶν βουνῶν καί τῶν ποταμῶν. Ὄχι βεβαίως μόνον τήν φύσιν, ἀλλά πρωτίστως ἑαυτούς, τόν ἄνθρωπον «πάσης φυλῆς καί γλώσσης», καί νά εἴμεθα ἀλληλέγγυοι πρός αὐτόν. Τότε μόνον θά ὑπηρετήσωμεν ἐν ἁρμονίᾳ αὐτήν ταύτην τήν ζωήν, τόν «πολιτισμόν τοῦ ἀγροῦ» τοῦ Θεοῦ. Κατά τήν ἡμετέραν ταπεινήν γνώμην καί ἐμπειρικήν ἀποτίμησιν, τοῦτο εἶναι τό ἀληθές νόημα καί περιεχόμενον τῆς οἰκολογίας.

Πρέπει ὁ ἐσωτερικός μας κόσμος νά ἀγαπήσῃ τό ὡραῖον καί τό ὑγιές, τόν «κάλλει ὡραῖον παρά πάντας βροτούς» Κύριον, καί νά ἐνθυμῆται συνεχῶς τήν ἐντολήν Του πρός τούς πρωτοπλάστους, νά ἐργάζωνται καί νά φυλάσσουν τόν ἐπί γῆς παράδεισον. Πρέπει, ἐπί τέλους, νά ἀποκτήσωμεν τό ἀπαραίτητον συλλογικόν πνεῦμα εὐθύνης καί συνεργασίας.

Ἡ μέριμνα διά τήν διάσωσιν τοῦ περιβάλλοντος πρέπει νά μᾶς ἑνώνῃ, μακράν προσωπικῶν ὑλοφρόνων σκοπιμοτήτων καί φιλοδοξιῶν, διότι διαφορετικά, ἐντός μιᾶς μολυσμένης ἀτμοσφαίρας, μιᾶς νεκρωμένης θαλάσσης, μιᾶς διαβρωμένης ξηρᾶς, μιᾶς ὑπερθερμαινομένης γῆς, ἑνός δικτύου ρυπαρῶν ὑδάτων, θά θρηνήσωμεν ὅλοι τόν θανατόν μας.

Ἀπό τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας, καί δή τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, καί ἡ ἡμετέρα Μετριότης προσωπικῶς ἐκρίναμεν ὅτι ἔχομεν καθῆκον, ἐν τῇ σωτηριώδει ἀποστολῇ καί διακονίᾳ τῆς Μητρός Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, νά εὐαισθητοποιήσωμεν τήν ἀνθρωπότητα διά τόν κίνδυνον τοῦ ἀνεπανορθώτου κακοῦ, τό ὁποῖον ἐπέρχεται ἀπό τάς ἰδικάς μας πράξεις καί τήν ἰδιοτέλειάν μας.

Εὐχαριστοῦμεν τούς διεθνοῦς φήμης καλλιτέχνας, τόν τενόρον κ. Μάριον Φραγκούλην καί τόν πιανίσταν κ. Eugene Kohn καί τούς συνεργάτας των διά τήν μουσικήν πανδαισίαν τήν ὁποίαν θά μᾶς προσφέρουν, καί εὐχόμεθα εἰς αὐτούς πλήρη τήν ἔμπνευσιν καί τήν καθοδήγησιν τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά μᾶς μύησουν εἰς τήν οὐράνιον καί ὑπερουράνιον συμπαντικήν ἁρμονίαν, εἰς τήν ὁποίαν ὁ Δημιουργός θέλει νά μᾶς ὁδηγήσῃ, διότι Ἐκεῖνος ἀεί ἐναρμονίζει ὅσα ἡ ἀνθρωπίνη κακία καθιστᾷ δυσαρμονικά.

Εἰς ἡμᾶς παραμένει ὡς καθῆκον ἡ καλλιέργεια τοῦ ἀγροῦ τοῦ Θεοῦ. Δέν δυνάμεθα νά ἐπηρεάσωμεν κατ᾽ ἄλλον τρόπον τήν συμπαντικήν ἁρμονίαν, παρά καλλιεργώντας τήν καρδίαν καί τήν θέλησίν μας, ὥστε νά παράγουν ἁρμονικούς παλμούς συντονισμένους μέ τήν ἁρμονίαν τοῦ σύμπαντος. Ὁ καλλιτέχνης καλλιεργεῖ τόν ἀγρόν τῆς τέχνης, καί μᾶς φανερώνει διά τῆς ἡδύτητος τοῦ μουσικοῦ ἀκούσματος πόσον γλυκεῖα καί μοναδική εἶναι ἡ θεϊκή ἁρμονία. Ὁ καλλιεργητής τῆς γῆς στολίζει μέ τά πολύχρωμα ἄνθη καί τούς εὐγεύστους καρπούς τόν κόσμον κατά τό μέτρον τῶν δυνάμεών του. Ἀλλά καί τό μικρόν ἄνθος, τό ὁποῖον φύεται ἐπί τοῦ ὑψηλοῦ ὀροπεδίου καί δέν εἶναι ὁρατόν ἀπό ἀνθρώπινον ὀφθαλμόν, ἐκπληρώνει τόν προορισμόν του νά στολίζῃ τήν δημιουργίαν καί νά ἐμπνέῃ τόν ποιητήν, ὁ ὁποῖος τό βλέπει διά τῆς φαντασίας του.

Ὁ Θεός στολίζει καί ἐναρμονίζει τά πάντα ἐντός τῆς δημιουργίας, θεατά καί ἀθέατα, ἀκουστά καί μή ἀκουστά, διότι ὁ κόσμος τοῦ Θεοῦ εἶναι «καλός λίαν» καί δέν χωρεῖ ἐντός αὐτοῦ καμμία ἀσχημία. Ἄς ἐμπνευσθοῦμε ἀπό τό κάλλος πού συλλαμβάνουν αἱ αἰσθήσεις μας, ὥστε νά τό μετατρέψωμεν εἰς ψυχικόν κάλλος ἐκφραζόμενον διά τῆς ἀγάπης πρός τόν Δημιουργόν, πρός τά ἔμψυχα καί πρός τά ἄψυχα δημιουργήματά Του, πρός τό περιβάλλον μας.

Θά ἠθέλαμε νά κατακλείσωμεν μέ τήν παράγραφον διά τό περιβάλλον ἀπό τήν πρόσφατον Κοινήν Δήλωσιν, τήν ὁποίαν ὑπεγράψαμεν εἰς τά Ἱεροσόλυμα μέ τήν Αὑτοῦ Ἁγιότητα, τόν Πάπαν Φραγκῖσκον:

«Εἶναι βαθεῖα πεποίθησίς μας ὅτι τό μέλλον τῆς ἀνθρωπίνης οἰκογενείας ἐξαρτᾶται ἀπό τό πῶς προστατεύομεν τό δῶρον τῆς κτίσεως, τό ὁποῖον ὁ Δημιουργός μᾶς ἐνεπιστεύθη. Πρέπει νά ἀναγνωρίσωμεν ἐν μετανοίᾳ τήν κακομεταχείρισιν τοῦ πλανήτου μας, ἡ ὁποία ἰσοδυναμεῖ πρός ἁμαρτίαν εἰς τά ὄμματα τοῦ Θεοῦ. Βεβαιοῦμεν τήν εὐθύνην μας καί τήν ὑποχρέωσίν μας νά ἀναπτύξωμεν αἴσθημα ταπεινότητος καί ἐγκρατείας, ὥστε νά αἰσθανώμεθα ὅλοι τήν ἀνάγκην νά σεβώμεθα τήν δημιουργίαν, καί νά τήν προστατεύωμεν μέ φροντίδα. Ἀπό κοινοῦ ὑποσχόμεθα τήν δέσμευσίν μας νά καλλιεργήσωμεν τήν συνείδησιν τῆς φροντίδος διά τήν δημιουργίαν καί τήν μέριμναν διά τήν προστασίαν της, ἐν ὄψει τῆς ἀρνήσεως καί τῆς ἀγνοίας καί ἀπευθυνόμεθα πρός κάθε ἄνθρωπον καλῆς θελήσεως νά σκεφθῇ τρόπον διαβιώσεως ὀλιγώτερον σπάταλον καί περισσότερον λιτόν, ἀποφεύγοντας τήν πλεονεξίαν καί ἐπιδεικνύοντας περισσοτέραν γενναιοδωρίαν διά τήν προστασίαν τοῦ κόσμου τοῦ Θεοῦ καί πρός ὄφελος τοῦ λαοῦ Του».

Σᾶς εὐχαριστοῦμεν καί σᾶς εὐλογοῦμεν.


Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ Μ.Κ.Ο. "ΑΠΟΣΤΟΛΗ" ΤΗΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΑΘΗΝΩΝ]


Ὁμιλία
τῆς Α.Θ.Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου
κ.κ. Βαρθολομαίου
κατά τήν ἐπίσκεψιν Αὐτοῦ εἰς τήν ἕδραν τῆς Μ.Κ.Ο. «ΑΠΟΣΤΟΛΗ» τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν

(18 Ἰουνίου 2014)



Μακαριώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κύριε Ἱερώνυμε,
Ἱερώτατοι καὶ Θεοφιλέστατοι ἅγιοι ἀδελφοὶ Ἀρχιερεῖς,
Ἐντιμότατε κύριε Κωνσταντῖνε Δήμτσα, Γενικὲ Διευθυντὰ τῆς Μὴ Κυβερνητικῆς Ὀργανώσεως τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν «ΑΠΟΣΤΟΛΗ»,
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητὰ καὶ εὐλογημένα, οἱ διακονοῦντες εἰς τὸ θεοφιλὲς ἔργον τοῦτο τῆς Ἐκκλησίας,

Ὁ Κύριος ὁμιλῶν πρὸς τοὺς μαθητάς Του, ὀλίγον πρὸ τοῦ Πάθους Του, προσδιώρισε τὸ χαρακτηριστικὸν γνώρισμα ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσουν διαχρονικῶς νὰ Τὸν ἀποδεχθοῦν ὡς προσωπικὸν Θεὸν καὶ Διδάσκαλόν των, λέγων: «ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις" (Ἰω. ιγ΄, 34-36) .

Τὴν αἰώνιον παρακαταθήκην ταύτην τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Πίστεώς μας παραλαβοῦσα ἡ Ἐκκλησία, μετ᾿ ἰδιαζούσης προσοχῆς καὶ ἐργώδους ἐπιμελείας ἐνεργοποίησεν, ἀπ᾿ αὐτῶν ἔτι τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς ἐπὶ γῆς παρουσίας της, ὡς μᾶς διδάσκουν αἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ἀρχικῶς καὶ ἔπειτα ἡ Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία καὶ οἱ βίοι τῶν Ἁγίων μας.

Ἦτο δὲ τοσοῦτον ἐντυπωσιακὴ ἡ ἀγαπητικὴ διακονία τῶν πρώτων Χριστιανῶν, ὥστε προεκάλεσεν ἔντονον τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὸν θαυμασμὸν τῶν ἐκτὸς Ἐκκλησίας ἑτεροθρήσκων συγχρόνων των, ἀφοῦ εἰς ἐκτάκτους θεομηνίας ἡ φιλάνθρωπος καὶ πολλάκις πολλοὺς κινδύνους περικλείουσα διακονία τῶν Χριστιανῶν ἐπεξετείνετο πρὸς πάντα χρήζοντα ταύτης, ἀνεξαρτήτως γένους καὶ θρησκεύματος.

Τὸ θεολογικὸν δὲ ὑπόβαθρον τῆς τοιαύτης φιλανθρώπου ἀγάπης εἶναι, ὡς γνωστόν, πρῶτον μὲν ἡ δογματικὴ ἀλήθεια, ὅτι ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί, καὶ δεύτερον, ὅτι ἕκαστος ἄνθρωπος τυποῖ ἐν ἐπιγνώσει ἢ ἀνεπιγνώστως Αὐτὸν τὸν Δημιουργόν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον διετύπωσεν εἰς τὴν Α΄ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολήν του ὁ μεγαλοκῆρυξ ἀπόστολος Παῦλος διὰ τῶν ἀνεπαναλήπτων στίχων του: "Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. Καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω οὐδέν εἰμι» (Α΄ Κορ. ιγ΄, 1-3).

Ἡ ἐξάσκησις τῆς ἀρετῆς τῆς ἀγάπης ἐκ μέρους τῶν κατὰ καιροὺς Χριστιανῶν, ἔχει ποικίλας ἐκφάνσεις. Καὶ ἄλλοτε ἐκδηλοῦται ὡς φροντὶς διὰ τοὺς πεινῶντας καὶ γυμνητεύοντας, ἄλλοτε ὡς μέριμνα διὰ τοὺς ἐν ἀσθενείαις καὶ φυλακαῖς ὄντας, ἄλλοτε ὡς συμπαράστασις πρὸς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανά, ἄλλοτε ὡς ἐπικουρία εἰς τοὺς ἐκ διαφόρων βιοτικῶν ἐναλλαγῶν ὑποφέροντας, ἄλλοτε ὡς φιλάδελφον καὶ ἱεραποστολικὸν ἐνδιαφέρον διὰ τὴν προσέλκυσιν εἰς τὴν σωτηριώδη πίστιν τοῦ Κυρίου, ὑπὲρ δὲ πάσας τὰς ἀνωτέρω ἐκδηλώσεις ἡ ὑπερβολὴ τῆς θείας ἀγάπης εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία παρεκίνησεν εἰς αὐταπάρνησιν καὶ ἑκουσίαν ἐπιλογὴν τοῦ μαρτυρίου τοῦ αἵματος καὶ τῆς συνειδήσεως τὰ ἑκατομμύρια τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ὅθεν, καὶ ἡ Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀθηνῶν, Μακαριώτατε, ὡς καὶ ἅπασαι αἱ ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἑλλάδι Ἱεραὶ Μητροπόλεις καὶ Ἐνορίαι, ὡς ἄριστα πράττουν καὶ ἐπιδεικνύουν θαυμάσιον καὶ λίαν θεάρεστον ἔργον ἀγάπης κατὰ τὰς δυσκόλους ταύτας ἡμέρας τὰς ὁποίας ἡ εὐλογημένη χώρα τῆς Ἑλλάδος διέρχεται, φανεροῦσαι τοιουτοτρόπως ὅτι συνεχίζουν νὰ ἀκολουθοῦν τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου, τῆς Αὐτοαγάπης, ὁ Ὁποῖος ἐξ ἀμετρήτου συγκαταβάσεως πρὸς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν μας ἐσαρκώθη καί «διῆλθεν εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος» (Πράξ. ι΄, 38), ἐπισφραγίσας διὰ τῆς σταυρικῆς θυσίας Του τὴν ὑπερτάτην ἀγάπην Του πρὸς τὸ ἀνθρώπινον γένος.

Βεβαίως, διὰ νὰ εἴμεθα ἀντικειμενικοί, οὐδέποτε θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξαλείψωμεν ὡς διὰ μαγείας μέσῳ τῆς ἐκκλησιαστικῆς φιλανθρωπίας μας τὰ κοινωνικὰ προβλήματα, ἀφοῦ ταῦτα θὰ συνυπάρχουν μετὰ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους μέχρι τῆς καταργήσεώς των κατὰ τὴν Δευτέραν παρουσίαν τοῦ Κυρίου. Ὅμως, ἡ κατὰ τὸ δυνατὸν ἐπίδειξις τῶν ἔργων ἀγάπης, ἕνεκα τῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου, εἶναι ἔργον καὶ ὀφειλὴ τῆς Ἐκκλησίας, βλεπούσης, ὡς πρoείπομεν, εἰς τὸ πρόσωπον ἑνὸς ἑκάστου τῶν συνανθρώπων μας Αὐτὸ τὸ ἴδιον Πρόσωπον τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Προσωπικῶς, Μακαριώτατε, λίαν συγκεκινημένη ἡ ἡμετέρα Μετριότης ἐκ τῆς ἐπιδεικνυμένης τοσαύτης ἐνεργετικότητος τῶν ἔργων ἀγάπης ἐκ μέρους τοῦ φιλοτίμου καὶ φιλοθρήσκου Ἑλληνικοῦ λαοῦ, συγχαίροντες ἐγκαρδίως, εὐλογοῦμεν ἀπὸ καρδίας καὶ τὴν ὑφ᾿ Ὑμᾶς ΑΠΟΣΤΟΛΗΝ, ἀλλὰ καὶ πάντας τοὺς ἀγαπητοὺς ἀδελφοὺς συνιεράρχας, ὡς καὶ τοὺς κατὰ τόπους κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, ὅσοι ἐθελοντικῶς διακονοῦν καὶ ἐκδαπανῶνται εἰς τὰ ἔργα τῆς ἐκκλησιαστικῆς φιλανθρωπίας, μιμούμενοι τὸν ὑπὲρ ἡμῶν θεϊκὴν ἀγάπην ἐπιδείξαντα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, παρὰ τοῦ Ὁποίου πολὺς ἔσται, ἀσφαλῶς, ὁ μισθὸς ἐν τοῖς οὐρανοῖς.

Μακαριώτατε, ἀκολουθοῦντες τὴν ρῆσιν τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου λέγοντος ὅτι «ἡ πίστις χωρὶς ἔργων νεκρά ἐστιν» (β΄,20-21), καθόσον ἀλλοιοτρόπως αὕτη θὰ καθίστατο δαιμονική, ἔχομεν χρέος ὡς πεπιστευκότες τῷ Θεῷ, τῷ ἀείποτε ἀγαθὰ ἐργαζομένῳ, νὰ ἐπιμελώμεθα «καλῶν ἔργων προΐστασθαι» (Τίτ.γ΄,8), καὶ δὴ τοιούτων τὰ ὁποῖα ἁπαλύνουν τὸν πόνον τῶν ἀδελφῶν μας καὶ ἐνισχύουν τὴν πορείαν τοῦ δυσαχθοῦς βίου των, πιστεύοντες ὅτι ἀναπαύομεν τὸν ἐπουράνιον Πατέρα «τὸν ἀνατέλλοντα τὸν ἥλιον καὶ βρέχοντα ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους» (πρβλ. Ματθ. ε΄, 45), διακονοῦντες καὶ ἐκπληροῦντες μετ᾿ εἰλικρινοῦς ἀγάπης καὶ διαθέσεως τὴν φιλανθρωπικὴν δραστηριότητα τῆς Ἐκκλησίας μας.

Καὶ πάλιν εὐχόμενοι πλουσίαν τὴν εὐλογίαν τοῦ Παναγάθου Κυρίου ἐπὶ τὰς ποικίλας δραστηριότητας τῆς εὐλογημένης Μὴ Κυβερνητικῆς Ὀργανώσεως "ΑΠΟΣΤΟΛΗ", εὐχαριστοῦμεν θερμῶς διότι μᾶς παρέσχετε τὴν εὐκαιρίαν ἐκ τοῦ σύνεγγυς νὰ ἴδωμεν καὶ θαυμάσωμεν τὸ ἔργον αὐτῆς, ἔργον δοξάζον τὸν ἐν οὐρανοῖς δοξαζόμενον Τριαδικὸν Θεόν, τὴν πηγὴν καὶ τὸ πρότυπον τῆς ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας.
Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email