© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (δοκίμιο)


1. Τι δεν ζητά η Θεολογία από την Λογοτεχνία
Κατ’ αρχήν επιθυμώ να γίνει σαφές ότι, στην προσπάθειά μας να ψαύσουμε την ενδεχόμενη σχέση της Τέχνης του Λόγου με την Θεολογία ή -πιο συγκεκριμένα εδώ- της Ποίησης με την Εκκλησιαστικότητα, μην αποπειραθούμε να θέσουμε στην προκρούστεια κλίνη κάποιους στίχους ποιημάτων και, με την μεζούρα των όποιων θρησκευτικών παραδεδομένων ή κατεστημένων μας, να βγάλουμε αβασάνιστα συμπεράσματα για τον ποιήσαντα. Θα ήταν λάθος επί της ουσίας και θα οδηγούσε σε ανάρμοστο και αδιέξοδο αποπροσανατολισμό εαυτών και αλλήλων.
Δεν είναι δυνατό και θεμιτό ν’ αναμένουμε ή και κάποτε -πράγμα άπρεπο- ν’ απαιτούμε ομολογία χριστιανικής ή άλλης πίστης από τον όποιον τεχνίτη του λόγου, επειδή ακριβώς η λογοτεχνία λειτουργεί κατά βάσιν ελεύθερα και αλογόκριτα, υπαινικτικά και μυστικά, επιθυμώντας να προσεγγίσει όσο γίνεται περισσότερους ευαίσθητους συνοδίτες και μάλιστα να προσληφθεί αρμοδίως από αυτούς. Οπωσδήποτε δεν είναι δυνατόν όλοι να συμπίπτουμε ως προς τα πιστεύματα με τους διπλανούς μας. Ο καθένας, ιδιαίτερα σε αυτή την εποχή της πολυπολιτισμικής δικτύωσης και της αμετροεπούς διαδικτύωσης, διαθέτει ανετότερη την ελευθερία της δικής του όρασης, της δικής του αντίληψης και της προσωπικής έκφρασής του.
Κατά συνέπειαν, χρειάζεται να κυριαρχεί ένας ειδικός / προσεκτικός τρόπος συνάντησης των θεολόγων ή θεολογούντων με την ετερότητα του Άλλου, την εκπεφρασμένη δια της λογοτεχνικής ενασχόλησης∙ χρειάζεται μια ιδιαίτερη μέθοδος ώσμωσης των πεποιθήσεων δύο υποθετικών συνομιλητών, ενός λογοτέχνη κι ενός θεολόγου, η οποία θα σέβεται αφενός μεν την δημιουργία του πρώτου, αφετέρου δε την εκκλησιαστική θέαση του δεύτερου, δίχως εκατέρωθεν ετικετοποιήσεις και περιθωριοποιήσεις, εάν διαπιστωθεί ότι υπάρχει κάτι (και σίγουρα θα γίνει αυτό), που δεν θα συνάδει με τις προσωπικές τού καθενός πεποιθήσεις. 

2.  Το βλέμμα του αναγνώστη, κριτήριο ερμηνείας
Αυτό το περίγραμμα ισχύει πολύ περισσότερο για τον ποιητικό λόγο, ο οποίος διακρίνεται για την πυκνότητα, την αυτοσυγκράτηση, την νυκτικότητα και -γιατί όχι;- την νηπτικότητά του, έστω και αν δεν εντάσσεται σε πλαίσια συγκεκριμένων δογμάτων. Η Ποίηση εν γένει διακρίνεται για την ανοικτότητά της. Εάν επιζητήσουμε μια ποίηση ακραιφνώς και σαφώς ορθόδοξη, θα έχουμε σφάλει, με την έννοια ότι δι’ αυτού του χαρακτηρισμού θα τής έχουμε προσδώσει a priori μια πρώτη χροιά στράτευσης. Και στράτευση δεν επιδέχεται η ανένταχτη και ασυμβίβαστη τέχνη του λόγου και δη του ποιητικού[1].
Κατά τον ποιητή και δοκιμιογράφο Δημήτρη Κοσμόπουλο, «Η Χριστιανικότητα (καλύτερα: η εκκλησιαστική συνειδητότητα), δεν μπορεί επ’ ουδενί να αποτελέσει στοιχείο ιδεολογικής ταυτότητας. Είναι χάρισμα μετοχής σε μια κοινή εμπειρία. Ο όρος “χριστιανική ποίηση” παραπέμπει σε μια ιδεολογική κατάχρηση. Κι επειδή, στην ποίηση, […], τοποθετούμαστε και κρίνουμε εκ του αποτελέσματος, μόνο θυμηδία ή θυμό μάς προκαλούν τα ποιήματα μιας συγκεκριμένης “χριστιανικής” κατηγορίας»[2].
Σύμφωνα με τον Hans-George Gadamer, τον Jacques Derrida και τον Umberto Eco, η ανάγνωση ενός λογοτεχνικού κειμένου υπό το φως της θεολογίας αφορά περισσότερο στον τρόπο, με τον οποίον ο αναγνώστης ανταποκρίνεται και ελεύθερα καθορίζει την θεολογική σημασία, που μπορεί να έχει ένα λογοτεχνικό κείμενο. Τότε ο αναγνώστης αποτιμά θεολογικά το κείμενο, δίχως να νοιάζεται αν η ερμηνεία του ανταποκρίνεται στις προθέσεις του συγγραφέα ή αν και κατά πόσον αυτή η «ανάγνωση» συνιστά τη μία και μοναδική σωστή ερμηνεία του συγκεκριμένου κειμένου[3]. Η πείρα μάς έχει καταδείξει ότι, εάν ο εκάστοτε αναγνώστης κοινωνεί του Θείου, εμφορούμενος από ασκητικό πνεύμα και νήφουσα καρδιά, όλα (μα όλα) τα θεωρεί θεούμενα και θεοειδή∙ αντίθετα, εάν είναι επενδυμένος το σαρκικό φρόνημα και τα συμπαρομαρτούντα, όλα (μα όλα) τα θεωρεί σαρκοεξαρτώμενα και σαρκοπρεπή. Όσο εγγύτερα λοιπόν βρίσκονται οι άνθρωποι στην τελείωση διά της θείας συνάφειας, τόσο συχνότερα αναγνωρίζουν τον βηματισμό του Θεού παντού τριγύρω τους, ακόμη και στα πιο απίθανα ή απόξενα σημεία της ύπαρξης, διότι έχει την δύναμη και την θέληση να υπάρχει ως «πανταχού παρών και τα πάντα πληρών»[4]. Το υποστηρίζει τούτο ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, προσεγγίζοντας ερμηνευτικά το Άσμα Ασμάτων, το έξοχα ποιητικό και εντούτοις αμφίσημο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης[5].
Το ορθόδοξο προκύπτει, δεν προϋποτίθεται, πολλές φορές μάλιστα με όχημα την αμφιβολία, την δυσπιστία ή κάποτε και την -σε πρώτη ανάγνωση- απάρνηση του θείου. Ο θεολογικός λόγος, έστω κι αν είναι συγκεκαλυμμένος, αποπνέει ευθύς εξ αρχής «οσμήν ευωδίας πνευματικής», την οποία συλλαμβάνουμε δια των πνευματικών δικών μας δυνατοτήτων, κάποτε μάλιστα τις ιδρύουμε εμείς ως αναγνώστες / αποδέκτες ενός λογοτεχνικού κειμένου. Διότι το ζητούμενο στην Τέχνη του Λόγου -θα μού επιτρέψετε να ισχυρισθώ- δεν είναι τόσο το τι πραγματολογικά απορρέει από το κείμενο, αλλά κυρίως το τι ο αποδέκτης συλλαμβάνει, συχνά δε το τι νέο αυτός μπορεί να δημιουργήσει για την δική του ωφέλεια. Γι’ αυτό ακριβώς πάντοτε πίστευα ότι αποτελεί αστοχία ή και στάση βεβήλωσης για ένα λογοτεχνικό κείμενο το να αναλύεται τόσο συγκεκριμένα και τόσο ιατρικοχειρουργικά από πλευράς των φιλολόγων, να εξετάζεται μάλιστα δι’ αυτών των μεθόδων π.χ. στις πανελλαδικές εξετάσεις και το μόνο βέβαιο που προκύπτει εντέλει απ’ όλη αυτή την διαδικασία είναι η καταγεγραμμένη απέχθεια της νέας γενιάς προς τα λογοτεχνικά κείμενα, επειδή ποτέ τους δεν κατάφεραν να προσλάβουν όλα εκείνα, τα οποία δήθεν «θέλει να πει ο ποιητής» και που τούς καλεί ν’ αποστηθίζουν με κάθε τρόπο -δυνατό και αδύνατο- η παιδεία και κυρίως η παρα-παιδεία της σύγχρονης Ελλάδας. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η φράση «τι θέλει να πει ο ποιητής», χρησιμοποιούμενη μάλιστα και από τη νέα γενιά ειρωνικά ή περιπαικτικά, δηλοί την αδυναμία κατανόησης των λεγόμενων του συνομιλητή μας, όταν εκείνος εκφράζεται ακαταλαβίστικα…
Αναφέρω δύο χαρακτηριστικές ενστάσεις επί της ανωτέρω λανθασμένης φιλολογικής τακτικής: Η Κική Δημουλά κατέθεσε προ ετών δημόσια την βαθιά στεναχώρια της ότι οι μαθητές μπαίνουν στην διαδικασία μιας συγκεκριμένης και δυσνόητης ερμηνείας της ποίησής της, ως κριτηρίου μάλιστα για την εισαγωγή τους στα πανεπιστήμια. Ο Οδυσσέας Ελύτης, εξάλλου, εξέφραζε συχνά-πυκνά την απογοήτευσή του για τον τρόπο με τον οποίον τον ερμηνεύουν οι διάφοροι. Επειδή στις κρίσεις μας όμως χρειάζεται να προτείνουμε μια κάποια διέξοδο, προσωπικά ονειρεύομαι ένα μάθημα λογοτεχνίας στα σχολεία μας, κατά το οποίο θα εκπαιδεύεται από τα πρώτα χρόνια του ο μαθητής, εξ αφορμής ενός συγκεκριμένου λογοτεχνήματος, να καταθέτει τα δικά του βιώματα, τις δικές του σκέψεις, τις δικές του ψυχοπνευματικές τάσεις κι ενστάσεις. Έτσι θα προέκυπτε μια νέα δημιουργία, τα παιδιά θα εξέφραζαν την ψυχή τους ανετότερα και ειλικρινέστερα, ίσως μάλιστα να προέκυπταν δι’ αυτής της μεθόδου οι νεότεροι λογοτέχνες μας, προς τους οποίους θα είχε δοθεί η ευκαιρία να ξανοίξουν τον έσω άνθρωπό τους.

3. Τρεις περιπτώσεις, δείγματος χάριν
Μια και αναφερθήκαμε στους δύο ανωτέρω Νεοέλληνες Ποιητές μας, ιδιαίτερα αναγνωρίσιμους και αγαπητούς από το αναγνωστικό κοινό του τόπου μας και όχι μόνον, αξίζει να μείνουμε για λίγο στο έργο τους, χάριν παραδείγματος. Και οι δύο -όπως κι ένας τρίτος, εξίσου αγαπητός, ο Γιάννης Ρίτσος, που επίσης επικαλούμαστε- ουδέποτε έκαμαν ομολογία χριστιανικής ή ελληνορθόδοξης πίστης, αλλά στο έργο τους ξεδιακρίνουμε στίχους-κλειδιά, δια των οποίων μπορούμε ν’ ανοίξουμε τις πύλες τού πραγματικά ορθόδοξου κόσμου μιας βαθιάς και ειλικρινούς εκζήτησης του θείου, μιας εναγώνιας προσδοκίας των Εσχάτων. Μεταχειρίζομαι μικρά σπαράγματα από έργα τους:
α) Γράφει η Κική Δημουλά:
«[...]
Όχι όχι μη μου μιλάς για τις αόρατες
συνεχείς εκείνες παρουσίες. Είδαμε
σε τι μαρτύριο ψαύσεως τυφλής μάς υπέβαλαν.

Μεγάλωσα όχι θέλω ξεκάθαρους πια
ορατούς λογαριασμούς

ή σε αγγίζω Ιησού
ή Ανασταίνεσαι δια παντός από κοντά μου»[6].
Πώς προσεγγίζω τους στίχους αυτούς; Είναι τόσο σφοδρή και επιτακτική η διάθεση της ποιήτριας για άμεση ψαύση του Ιησού, ώστε οδηγείται, όχι πια σε μια δεητική εκζήτηση, αλλά στην διεκδικητική απαίτηση του ζωοποιού και ζωογόνου αγγίγματος του Κυριακού Σώματος. Η απαίτηση είναι τόσο γοερή, ώστε νομίζει κανείς -σε μια πρώτη ανάγνωση- ότι πρόκειται για μια σχεδόν ασεβή ενατένιση του Αναστάντος. Και όμως! Συμβαίνει το αντίθετο. Η ποιήτρια αποτείνεται σ’ Εκείνον, με την ίδια απαιτητική παρρησία, με την οποίαν το κάθε παιδί (έστω και ως άσωτος γιος) εκμαιεύει από τον γονέα του ό,τι τού είναι ποθητό, δίχως ν’ ανέχεται την αναβολή δι’ ενός νεότερου «μη μου άπτου»! Επειδή, κατά την εύστοχη έκφραση του Μοναχού Νικοδήμου, ενός αξιόλογου συγκαιρινού μας τεχνίτη του λέξεων, «Ο ποιητής, όπως ο άσωτος γιος, ζητάει συνειδητά από τη θεότητα το μερίδιο που του ανήκει»[7].
β) Γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης:
«Αν είναι να πεθάνεις
πέθανε
αλλά
κοίτα να γίνεις
ο πρώτος πετεινός μέσα στον Άδη»[8].
Τι θεολογικότερο θα μπορούσε να εκφράσει ένας μη θεολόγος ποιητής τής σήμερον σταυρικής εποχής μας; Το βέβαιο του θανάτου δύναται να ανατραπεί δια του εγερτήριου κηρύγματος της Ανάστασης στο κράτος του Άδη. Το κεντρί του Χαμού δεν θα δύναται πια να ισχύει, εφόσον ακουσθεί το άγγελμα της νέας ημέρας (ως λάλημα πετεινού κατάφασης και όχι άρνησης ή προδοσίας), το οποίο μπορεί να κηρυχθεί από τον κάθε κεκοιμημένο, εάν με τον βίο και την πολιτεία του έχει χαριτωθεί με αυτή την αναστάσιμη προοπτική!
γ) Εν τω μεταξύ, παντού στα πέριξ καραδοκεί η Απουσία. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα παραπέμπει σε υπαρξιακή έκπτωση, σε μεγαλοβδομαδιάτικη θλίψη και ανεστιότητα. Μόνον η θυσία του Ενός, του μόνου επιμένοντος στην άκρα ταπείνωση εξ Αγάπης πολλής, ανθίσταται στην παρακμιακή αυτήν κατάσταση του τοπίου. Είναι σκέψεις που διατυπώνω, καθώς μελετώ το ποίημα «Τα καρφιά» του Γιάννη Ρίτσου:
«Κι αυτό περιττό κι εκείνο και τ’ άλλο.
Ψόφησε το σκυλί, ψόφησε τ’ άλογο.
Ο άδειος κουβάς κάτω απ’ τη σκάλα.
Πλανόδιοι ψαράδες φωνάζουν στο δρόμο.
Το σπίτι βουίζει απουσία και μες στον καθρέφτη
χλωμός ο Εσταυρωμένος σφίγγει
φιλάργυρα στις φούχτες του τα δυο καρφιά του.[9]»

4. Η πολυσημία των λέξεων ως προφητεία κι έκφραση των Εσχάτων
Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι, ούτως ή άλλως, οι λέξεις όλες διακρίνονται για την πολυσημία τους, οι δε Πατέρες της Εκκλησίας ερμήνευαν και επανερμήνευαν το ίδιο έργο, αποκαλύπτοντας κάθε φορά νεότερα, λανθάνοντα ή κεκρυμμένα νοήματά του[10]. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, συλλαμβάνοντας άριστα την παράμετρο αυτήν και γράφοντας προς Ευνόμιον, ισχυρίζεται τα ακόλουθα αξιομνημόνευτα:
«[…] ο Κύριος ονομάζεται από τη Γραφή με διάφορα επι-νοήματα και “κατάρα” και “αμαρτία” και “δαμαλίδα ξέφρενη” και “λιονταρόπουλο” και “αρκούδα σε δύσκολη θέση” και “λεοπάρδαλη” και τα όμοια. Οι άγιοι και οι θεοφόροι άνδρες διατρανώνουν εύστοχα με αυτά τα ονόματα το σκοπό του νοήματος προς τον οποίο απέβλεπαν, αν και υπό μια πρώτη οπτική φαίνονται να είναι κάπως διαβλητά. Καθένα από αυτά, αν κάποιος δεν δεχτεί ότι λέγονται για το Θεό σύμφωνα με την ευσεβή πρόθεση του νοήματος, δεν θα αποτελούσε μία λέξη καθαρή από την υπόνοια της ασέβειας. […]»[11].
Κύριο μέλημα και (προσ)ευχής έργο θα ήταν να υπάρχει σ’ ένα λογοτέχνημα -και δη σ’ ένα ποιητικό έργο- ο προφητικός χαρακτήρας και προσανατολισμός του, ώστε να λειτουργεί αποκαλυπτικά και, μέσω της αναπαράστασης, να προσφέρει στους ανθρώπους ουσιαστική γνώση των όντων, σύμφωνα με την σχετική άποψη του Ζήσιμου Λορεντζάτου[12]. Ας θυμηθούμε τον ρόλο των Προφητών προ Χριστού: Με όποιο κόστος για την σωματική ακεραιότητά τους, αναλάμβαναν εγερτήριο έργο στις κοινωνίες που ζούσαν, αναστάτωναν αναστατικά τον λαό, ψέγοντας άρχοντες και αρχόμενους για την εφαρμοσμένη έπαρσή τους, ενώ ταυτόχρονα κήρυτταν την εγγύτητα του Ερχόμενου και Αναμενόμενου, την συνάντηση του οποίου θα πετύχαινε ο σκοτισμένος λαός μόνο με την Μετάνοια.
Προσωπικά θέλγομαι από τους ποιητές, οι οποίοι δρουν ως σύγχρονοι Προφήτες, καθώς συστενάζουν και αυτοί, ταλαίπωροι μέσα στον βαρυαλγούντα καιρό και τόπο μας! Και δεν είναι λίγοι ή αμελητέοι, αν και οι σύγχρονες πλατείες, όπου οι περισσότεροι (δια)δηλώνουν την παρουσία τους, είναι πλέον τα ιντερνετικά fora και συχνά η αγωνιώδης κραυγή τους επικαλύπτεται από την γρηγοράδα της διαδικτυακής πολυφωνίας και του κατακλυσμού των πληροφοριών.
 Υπάρχουν όμως αυτοί οι σύγχρονοι Προφήτες και λένε τα πράγματα ευθαρσώς, με τ’ όνομά τους! Καλούν τον λαό σε αλλαγή νοοτροπίας (έναν λαό, που ο Σολωμός έχει ονομάσει «πάντοτ’ ευκολοπίστευτο και πάντα προδομένο»[13]), έναντι της πτώσης, στην ροπή της οποίας ήδη έχουμε γλιστρήσει, εξαιτίας της πολυειδούς «λαμογιάς», που ευδοκιμεί εντός εκτός και τής επιτρέψαμε -αλίμονο- να μας οξειδώσει εντελώς. Στην πεποίθησή μου αυτήν βρίσκω σύμμαχο τον William Blake, ο οποίος, στο βιβλίο του Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης, γράφει: «η Ποίηση είναι προφητεία και ο Ποιητής σε όλες τις μεγάλες εποχές φέρνει για τους άλλους ή για λογαριασμό των άλλων το μήνυμα του Θεού»[14].
Όμως και με την άλλη σημασία θα μπορούσε να θεωρηθεί Προφήτης ο Ποιητής. Κατά τον Ματθαίο Μουντέ, «Είναι ένας προφήτης, ένας οραματιστής – ένας “nabi” κατά την εβραϊκή ονομασία. Δηλαδή ένας “βλέπων”. […] Έτσι μπορεί να δει, να νοιώσει, να μιλήσει και να εξηγήσει. Μην ξεχνάτε πως οι ποιητές στην αρχαιότητα εθεωρούνταν ως “ερμηνείς των θεών”»[15].
Αλλά και ο εσχατολογικός χαρακτήρας της σύγχρονης Ποίησης αποτελεί το ζητούμενο από πλευράς των θεολόγων, ώστε να συνταιριασθεί και να συμπορευτεί με τον εκκλησιαστικό λόγο. Η Εκκλησία ανά πάσα στιγμή και ώρα της δισχιλιετούς πορείας της εντός του ιστορικού γίγνεσθαι βιώνει λειτουργικά / λατρευτικά την ανάμνηση του Μέλλοντός της[16], δεδομένου ότι παραδεχόμαστε ότι η Εκκλησία είναι, όχι αυτό που είναι ή που ήταν, αλλά κυρίως αυτό που θα είναι, καθώς στην χριστιανική σκέψη τα Έσχατα είναι παράγοντες που νοηματοδοτούν τα πρώτα και όχι τα πρώτα στα Έσχατα[17]!
Κατ’ αναλογίαν της πεποίθησης αυτής, ο Ελύτης έχει γράψει: «Ζω για τότε που δεν θα υπάρχω»[18]. Τούτο -νομίζω- αποδίδει επακριβώς το ανωτέρω θεολογικό σκεπτικό και ζητούμενο. Τι καλά, να μπορούσαμε να είχαμε κατορθώσει να μην ζούμε τόσο δεμένοι με τον ενθάδε τόπο μας, μη έχοντες «μένουσαν πόλιν», αλλά να επιζητούσαμε την «μέλλουσαν»[19]! Πολλές κρίσεις θα είχαμε αποφύγει!...

5. Με το σφυρί των λέξεων
Όλα τούτα και άλλα τόσα είναι και μπορεί η Ποίηση ως πρέσβειρα της ανθρώπινης εσωτερικότητας είτε στην Εκκλησία του Δήμου, είτε στην Εκκλησία του Χριστού. Ευχή και προσευχή μας είναι να βρεθεί τρόπος σωστικής ενυδάτωσης του αφυδατωμένου λαού μας -κυρίως στην άνυδρη εποχή μας- με στίχους παυσίλυπους, με ποιήματα παραμυθητικά, με λογοτεχνήματα δροσιστικά της ψυχής. Μακάρι όλοι, ως αναγνώστες πλέον, ν’ αφουγκραζόμαστε και να προσλαμβάνουμε τον έλλογο λόγο όλων εκείνων, οι οποίοι με το σφυρί των λέξεών τους ξεκαρφώνουν τον κάθε αποκλεισμό απ’ τα περίκλειστα πατζούρια της ψυχής μας, ελπίζοντας κάποτε να διαπλατωθούν στο Φως, το αναστάσιμο Φως, που μάς μέλλει!!!
Κατακλείω τις σκέψεις μου μ’ ένα ποίημα του Θεσσαλονικιού δημιουργού Τάκη Βαρβιτσιώτη, υποστηρικτικό των όσων προαναφέρθηκαν:

ΑΝΕΡΜΗΝΕΥΤΕ ΛΟΓΕ[20]

La palabra un ala de silencio
PABLO NERUDA

Ανερμήνευτε λόγε
Του διαστήματος εσύ μουσική
Όπου η αιώνια αρχή
Αναπάλλεται
Ψίθυρε κανενός
Των λέξεων μαρμαρυγή
Ακαταμέτρητο φως
Που έρχεσαι να με συναντήσεις
Από τη στέρνα της σιωπής
Διάφανο κρύσταλλο που με διδάσκεις
Είδωλο της ψυχής
Έρως παντοτινά δικός μου
Άστρο κρυφό
Παραγνωρισμένο
Μέσα στην άβυσσο του κόσμου.


[1] Πρβλ. όσα αναφέρονται επ’ αυτού στο: Δημήτρη Αγγελή, «Η ποιητική ενοίκηση στον κόσμο. Μικρή σπουδή στην ποίηση του Γιώργου Θέμελη», Πρακτικά Ημερίδας «Θεολογία και Λογοτεχνία», εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας, Καλαμάτα 2011, σ. 55 εξ.
[2] Δημήτρη Κοσμόπουλου, «Ο λάκκος του άδειν», Σύναξη 70 (Απρίλιος – Ιούνιος 1999) 35 εξ. Πρβλ. την ακόλουθη απαισιόδοξη θέση: «[…] Αν εξακολουθήσουμε να ψάλλουμε τους νέους αγίους μας με τον τρόπο του π. Γερασίμου [εννοεί, του Μικραγιαννανίτη] και όχι στη ζωντανή μας γλώσσα, δεν θα έχουμε ποτέ λειτουργική νεοελληνική ποίηση. Γιατί η χριστιανική ποίηση σήμερα έχει μια παρουσία στα Γράμματά μας, που πρέπει να μπει στο λειτουργικό και ποιμαντικό χώρο (λ.χ. αρχικά στα κατηχητικά, στα κηρύγματα, στα σχολικά εγχειρίδια). Αλλά αυτό απαιτεί μιαν άλλη προοπτική, που δεν διαφαίνεται προς το παρόν.» [Πάνου Λαλιάτση, «Η λειτουργία της χριστιανικής ποίησης», Σύναξη 20 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1986) 43].
[3] Βλ. Σπ. Αθανασοπούλου, «Ορθοδοξία και Λογοτεχνία», στο: Σπυριδούλας Αθανασοπούλου-Κυπρίου – Σταύρου Γιαγκάζογλου – Αναστασίου Μαρά, Η Ορθοδοξία ως Πολιτισμικό Επίτευγμα και τα Προβλήματα του Σύγχρονου Ανθρώπου, εκδ. Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2008, τ. 3 (Ορθοδοξία και [Μετα-] Νεωτερικότητα), 87.
[4] Από το Δοξαστικό της Πεντηκοστής.
[5] «[…] τι γαρ αν γένοιτο τούτου παραδοξότερον ή το αυτήν ποιήσαι την φύσιν των ιδίων παθημάτων καθάρσιον διά των νομιζομένων εμπαθών ρημάτων την απάθειαν νομοθετούσαν τε και παιδεύουσαν; ου γαρ λέγει το δειν έξω των της σαρκός γίνεσθαι κινημάτων και νεκρούν τα μέλη τα επί της γης και καθαρεύειν από των εμπαθών ρημάτων τω στόματι, αλλ’ ούτω διέθηκε την ψυχήν, ως δια των απεμφαίνειν δοκούντων προς την καθαρότητα βλέπειν, διά των εμπαθών ρήσεων την ακήρατον ερμηνεύων διάνοιαν, έν μεν δη τούτο δια των προιμίων ημάς παιδευσάτω ο Λόγος, το μηκέτι ανθρώπους είναι τους επί τα άδυτα των του βιβλίου τούτου μυστηρίων εισαγομένους αλλά μεταποιηθήναι τη φύσει διά της του Κυρίου μαθητείας προς το θειότερον, […]» [Γρηγορίου Νύσσης, “In Cantium canticorum”, στο Langerbeck (επιμ.), Gregorii Nysseni opera, Brill, Leiden, The Netherlands 1986, τ. 6, 29]. Βλ. περισσότερα, στο: Σπ. Αθανασοπούλου, ό.π., σσ. 119-121 («Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης και η ερμηνευτική ευθύνη του/της αναγνώστη/τριας»).
[6] Κικής Δημουλά  Ήχος απομακρύνσεων, 5η εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2005, σ. 61.
[7] Από Τα ιερά Κείμενα ενός Μοναχού, του Μοναχού Νικοδήμου, 1998. Το βρίσκω στο: Του ίδιου, Αναδάσωση μνήμης, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2008, σ. 7.
[8] Οδυσσέα Ελύτη, Σηματολόγιον, εκδ. Ερμείας, Αθήνα 1980, σ. 95.
[9] Γιάννη Ρίτσου, Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1991, σ. 157.
[10] Βλ. Σπ. Αθανασοπούλου, ό.π., σ. 88.
[11] Βλ. ό.π.
[12] Ζ. Λορεντζάτου, Το Χαμένο Κέντρο, σ. 333 εξ. και 362.
[13] Από Επίγραμμα του Διονυσίου Σολωμού.
[14] W. Blake, Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης, μτφρ. Ζ. Λορεντζάτος, εκδ. Διάττων, Αθήνα 1986, σ. 18.
[15] Ματθαίου Μουντέ, «Οι Γείτονες του Θεού», Σύναξη 20 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1986) 28.
[16] Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου Ζηζιούλα, Ευχαριστίας Εξεμπλάριον, εκδ. Ευεργέτις, Μέγαρα 2009, σσ. 185-199.
[17] Βλ. Παντελή Καλαϊτζίδη, «Θεολογικές προϋποθέσεις του διαλόγου με τη μοντέρνα λογοτεχνία», Νέα Εστία 1776 (Μάρτιος 2005) 334 εξ.
[18] Οδυσσέα Ελύτη, Τα ελεγεία της Οξώπετρας, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1991, σ. 21.
[19] Εβρ 13, 14.
[20] Τάκη Βαρβιτσιώτη, Τα δώρα των μάγων, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1999, σ. 10.

*** Τα έργα που κοσμούν το δοκίμιο είναι του Χρήστου Μποκόρου.

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΚΟΙΤΑ ΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ (νέο διήγημα)

Έργο Giannis Kounellis
Όλα ξεκίνησαν με δέος. Τους κοιτούσα που έκριναν και αποφάσιζαν. Κάθονταν μπροστά στα τερματικά και με μία μόνο κίνηση του χεριού τους εξαφάνιζαν επιχειρήσεις, κεφάλαια, ακόμη και κράτη.  Πανίσχυροι. Παρατηρούσα με πόση ευκολία αποφάσιζαν και με τι διάθεση έκαναν πράξη το λόγο τους. «Αγοράζω και πουλώ», φώναζαν και ύστερα ακολουθούσε ένας χαμός, μια βουή και στο τέλος καμπανάκι. Έπειτα κάτι είχε πάλι χαθεί. Κατόπιν έκλειναν τα τερματικά, άφηναν την αίθουσα και πήγαιναν για χαλάρωση. Τους άνοιγα την πόρτα, έμπαιναν μέσα στη λιμουζίνα και με χαμόγελο μου έδιναν εντολές. Συνήθως ακριβά εστιατόρια. Τι κλάση! Άρχοντες. Περίμενα πάντα απ’ έξω. Έπιανα κουβέντα με τους άλλους οδηγούς και κάποτε - κάποτε μας έφερναν πιάτο με ορεκτικά. Υπέροχες γεύσεις. Φουαγκρά, χαβιάρι, σολομό, ψωμάκια με μπρικ. Τρώγαμε και ρευόμασταν το όνειρο. Πού και πού αφήναμε αρωματικά αέρια κοιτώντας την πόλη από ψηλά. Φώτα νέον και σειρήνες στη διαπασών. Μια κραυγή και ύστερα άλλη. Προσπαθούσα να μαντέψω το φύλο, τη φυλή, το θρόισμα της ζωής που χάνεται πίσω από το χρόνο. Μάταια. Ποτέ δεν έπεσα μέσα. Κάποιος ανώνυμος, κάτω στα φώτα, σημάδευε την ευτυχία με αίμα. Μόνο για λίγο. Ύστερα ο πίνακας πάλι λευκός και η συνέχεια ασθμαίνοντας στο χώρο εναπόθεσης απορριμμάτων. Ο κάδος αδειάζει και η επόμενη μέρα καρμπόν. Αγοραπωλησίες, βουή, χλιδή και γυάλισμα στη λίμο. Ψωμάκια πασαλειμμένα στο βούτυρο, απελπισμένα κορμιά στη λίμνη του νέον, αίμα στο λευκό και επιστροφή στην έπαυλη.
Ανοίγω την πόρτα, κατεβαίνει ο μύθος και χάνεται μέσα στο σπίτι. Φεύγω, ανοίγω το ραδιόφωνο και στρίβω αριστερά στη λεωφόρο. Με κοιτούν και κοιτώ. Κόσμος στον κόσμο. Στην έξοδο περνώ κάτω από την γέφυρα. Πουτάνες και άστεγοι, χαμίνια και φωτιές δίπλα σε κάδους. Κάποιος κινείται πάνω στην άσφαλτο. Φοβάμαι και πατάω το γκάζι. Χάνομαι πίσω από βρισιές και μπουκάλια που πέφτουν με κρότο. Νυστάζω. Στο λάρυγγα ανεβαίνει το ψάρι. «Βαρύ, πώς το αντέχουν;»
Κάθομαι μες στο σκοτάδι. Ανάβω τσιγάρο και αρχίζω να βήχω. Ανοίγω μια μπύρα και πίνω γουλιές. Χτυπά το τηλέφωνο.
- Να έρθω; με ρωτά. Δεν  απαντώ. Κλείνω και περιμένω. Μετά από λίγο ανοίγω και μπαίνει. Τι όμορφη.
 - Πού ήσουνα σήμερα;
- Ξέρεις. Στο ναό και ύστερα πάλι στο δρόμο.
- Μαζί με τους θεούς;
- Πάντα αυτό κάνω. Ακολουθώ τα βήματά τους.
- Έχεις ξεφύγει. Τι τους πιστεύεις;
- Απλά πειθαρχώ.
- Φοβάσαι  να ζήσεις.
- Και συ τι προτείνεις; Το χάος; της λέω και μπαίνω στο μπάνιο. Γελά και το παίζει πως είναι η έξυπνη. Βάζει καφέ και κοιτάει στο τζάμι.
- Κοίτα τα αστέρια.
Πάω κοντά και βλέπω πάλι τα σύννεφα. Πηχτά και μαύρα ταξιδεύουν στη νύχτα.
- Πού τα δες ;
- Στα μάτια σου, μου απαντά και πιάνει το χέρι μου. Τραβιέμαι στον πάγκο. Δεν έχω το κέφι.
- Άρρωστη. Αυτό είσαι, τρελή.
Καμώνεται πως πειράχτηκε και αφήνει ένα «γιατί;».
- Γιατί δεν το βλέπεις. Είναι ανίκητοι  και αξίζουν λατρεία, της λέω με έμφαση.
Με κοιτά σιωπηλή.
- Κρέμασμα θέλουν, μου λέει στο τέλος.
- Πάρε σκοινί και βγες μόνη στο δρόμο.
- Το κάνω. Μου δείχνει το έντυπο. «Διαδήλωση».
- Μούφες. Και τι θα κερδίσεις;
- Αξιοπρέπεια.
- Παραμύθια, στους κάδους σε βλέπω και μάλιστα μέσα. Να, πάρε.
Της δίνω το αδιάβροχο και ύστερα γάντια μιας χρήσης.
- Κοίτα τα αστέρια, μου λέει ξανά.
Την κοιτώ με αηδία.
- Να πλένεις τα δόντια σου, μυρίζει το χνώτο.
Ανοίγει και φεύγει χτυπώντας την πόρτα.
Ξεμπέρδεψα. Απερίσπαστος κοιτώ την ομίχλη. Σκοτάδι βαρύ. Αύριο θα πρέπει να σηκωθώ αχάραγο. Να πλύνω το αμάξι και ύστερα να πάω στη βίλλα. Να πάρω το αφεντικό και να τον πάω στο χρηματιστήριο. Μπαίνω στο μπάνιο. Βούλωσε πάλι. Σκύβω, κοιτώ το σιφόνι. Γεμάτο σκατά. Βάζω μέσα τα χέρια και χάνομαι. Ξάφνου με παίρνει ο βόθρος. Ένα ποντίκι με σηκώνει στον ώμο του. Βγαίνω από τον εφιάλτη. Πετάγομαι, είναι ώρα να φύγω.
Το  καμπανάκι χτυπά. Ο κύριος δούλεψε και τώρα πεινά. Περιμένω σε στάση προσοχής. Υποκλίνομαι, ανοίγω την πόρτα.
- Ξέρεις…
Ξέρω και χάνομαι. Πατάω το γκάζι και κει που πετώ προσγειώνομαι πάνω σε κόσμο.
- Πορεία, του λέω, τι κάνουμε;
- Μην στρίβεις, ευθεία.
 Το σκέφτομαι, κάνω να κόψω, αλλά πιο πολύ φοβάμαι αυτόν. Πέφτω επάνω τους και ακούω τα κόκαλα. Εκείνο το βράδυ μας φέρανε ψάρι ξανά.
- Κηδεία έχουμε; Τολμώ να ρωτήσω.
Η πόλη παντού φωτιές και εκρήξεις. Μόνος κοιτούσα τα αστέρια που έτρεμαν πίσω από την κραυγή της.   

Related Posts with Thumbnails

Follow by Email