© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟΥ Η ΑΛΛΗ ΑΝΑΜΟΝΗ

(Ποιμαντικοὶ προβληματισμοὶ σὲ διαπιστωμένες ἐφηβικὲς συμπεριφορές)

Στὸν παπα-Βασίλειο Θερμό, μαθητείας καὶ σπουδῆς ἕνεκεν


Στὴ μικρὴ ἐπαρχιακή μας πόλη, ὅλο τὸ χρονικὸ διάστημα τοῦ χειμώνα βλέπει κανεὶς ἀναρτημένες ἀφίσες, οἱ ὁποῖες καὶ ἀναγγέλλουν «πάρτυ» σὲ διάφορα νυχτερινὰ κέντρα. Σημειώνω ἐδῶ μάλιστα ὅτι οἱ ἀφίσες αὐτὲς ἐμφανίζονται ἀπὸ τὴν Τετάρτη ἤ τὴν Πέμπτη καὶ ἀναρτῶνται σὲ κεντρικὰ σημεῖα τῆς πόλεως, κυρίως δὲ ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὶς αἴθουσες τῶν φροντιστιρίων. Ἀναγγέλλουν δὲ πὼς  τὸ «πάρτυ» τὸ διοργανώνει ἡ Β΄ λ. χ. ἤ ἡ Γ΄ Λυκείου,  μὲ καθορισμένη εἴσοδο τόσα εὐρώ. Ὣς ἐδῶ τὰ πράγματα εἶναι, ἄς ποῦμε, φυσικά. Ὡστόσο ὑπάρχει καί κάτι ἀκόμα: ἡ ὥρα τῆς εἰσόδου καὶ συνάμα τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἐν λόγῳ ψυχαγωγικοῦ προγράμματος. Ὥρα μεσονύχτιος παρακαλῶ ἤ κοντὰ στὸ μεσονύχτιο εἶναι ἡ ὥρα τῆς ἐνάρξεως τοῦ προγράμματος. Ὁπότε ὅλοι καταλαβαίνουμε καὶ τὴν ὥρα τῆς λήξεως: ποὺ εἶναι δηλαδή,  οἱ πρῶτες πρωϊνὲς ὧρες γύρω στὶς 5 ἤ καὶ 6 τὰ χαράματα.  Σὲ σημεῖο νὰ συναντᾶ κάποια ἀπὸ τὰ παιδιὰ αὐτὰ ὁ ἐφημέριος στὸ δρόμο, καθὼς ὁ ἴδιος πορεύεται γιὰ τὸ ναὸ κι ἐκεῖνα ὁδεύουν γιὰ τὰ σπίτια τους, γιὰ τὸν... νυκτερινό τους ὕπνο!!!
Αὐτὴ ἡ πρωϊνὴ συνάντηση, λοιπόν, δίνει τὴν ἀφορμὴ γιὰ ἕνα ξετύλιγμα κάποιων σκέψεων καὶ προβληματισμοῦ τοῦ ἐφημερίου. Γιατὶ δὲν ξεχνᾶ πὼς τὰ παιδιὰ αὐτὰ κομμάτι τοῦ ἐνοριακοῦ σώματος εἶναι, τὸ ὁποῖο καὶ τάχτηκε νὰ διακονήσει. Μὲ συνέπεια, ἀξιοπρέπεια καὶ ἔνθεο ἦθος. Ὅμως ποιὰ θὰ εἶναι ἡ ποιμαντικὴ ποὺ ὀφείλει νὰ ἐξασκήσει, ὥστε  κάποια ἀπὸ αὐτὰ τὰ παιδιὰ νὰ τὰ πλησιάσει περισσότερο; Γιατί, ναὶ, τὰ βλέπει στὸν Ἐπιτάφιο, στὴν Ἀνάσταση, ἄντε καὶ σὲ καμμιὰ ἄλλη γιορτή -συνήθως τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν- ὅμως δὲν εἶναι εὐχαριστημένος ἀπὸ αὐτὴν τὴν τυπικὴ συνάντηση. Ἐπιθυμεῖ νὰ τὰ πλησιάσει, μήπως καὶ καταλάβουν ὅτι σιμὰ στὴν ἀναμονὴ τοῦ Σαββατόβραδου ὑπάρχει κι ἐκείνη τῆς Κυριακῆς. Πῶς ὅμως θὰ γίνει αὐτό;
Ἡ ἐφηβεία γνωρίζουμε πὼς εἶναι μιὰ σκληρή, γρανιτένια ἡλικία, γιατὶ κυριαρχεῖ στὴν ψυχὴ τοῦ ἐφήβου ἡ προσπάθεια νὰ φανεῖ, νὰ «φιγουράρει», νὰ προβάλει δηλ. τὸν ἑαυτό του μὲ τρόπο, τὶς περισσότερες φορές,  ἀπότομο, αὐθάδη καὶ προκλητικό. Κι ὄχι γιατὶ τὸ θέλει, ἀλλ᾿ ἐπειδὴ μὲ τὴ συμπεριφορά του αὐτὴ θὰ κατορθώσει νὰ κεντρίσει τὸ ἐνδιαφέρον κάποιων, ὥστε νὰ τὸν προσέξουν, νὰ καταστεῖ δηλ. τὸ κέντρο τῆς κάθε σύναξης. Γι᾿ αὐτὸ καὶ συγκρούεται μὲ τὴν οἰκογένειά του, τοὺς δασκάλους καὶ μὲ ὅ,τι θεωρεῖται κατεστημένο. Ἀκόμη καὶ μὲ τοὺς φίλους του προκειμένου νὰ φανεῖ, νὰ προβληθεῖ.
Ὡστόσο, ποιὰ εἶναι ἡ θέση τοῦ ποιμένα καὶ ἡ στάση ποὺ ὀφείλει νὰ διακρατήσει ἀπέναντι σ᾿ αὐτὲς τις ἐφηβικές συμπεριφορές; Γιατὶ τὸ νὰ συγκρουστεῖ μὲ ὅπλο τὴν ἐπιτίμηση τοῦ τύπου, «Δὲ ντρεπόσαστε παιδιὰ ποὺ γυρίζετε αὐτὴν τὴν ὥρα στὸ σπίτι» καὶ ὅλα τὰ συναφῆ, τότε τὸ μόνο ποὺ θὰ πετύχει εἶναι τὸ  ν᾿ ἀνοίξει ἀκόμα περισσότερο τὸ χαντάκι ποὺ τοὺς χωρίζει. Κι ὁ σκοπὸς εἶναι ἄλλος. Νὰ προσεγγίσεις τὸν ἄλλο κι ὄχι νὰ τοῦ ἐναντιωθεῖς. Γι’αὐτὸ ἀπαιτεῖται μιὰ ψύχραιμη καὶ προσεκτικὴ στάση, ἡ ὁποία καὶ ἐπιμερίζεται σὲ κάποιες ἐνεργειες τοῦ ποιμένα. Ἐνέργειες ἄμεσες καὶ ἔμμεσες.
Ἡ πρώτη καὶ πλέον βασικὴ κατὰ τὴ γνωμη μου, λοιπόν,  ἐνέργεια εἶναι ἡ προσευχὴ τοῦ ποιμένα γι᾿ αὐτὰ τὰ παιδιά. Καὶ δὲν εἶναι ὑπερβολὴ αὐτὴ ἡ πρόταση, πιστεύω, ἀφοῦ τὴν προτροπὴ τὴν ἔχουμε μέσα στὴν ἴδια τὴ  θεία Λειτουργία: «Τὴ νεότητα παιδαγώγησον», θὰ μᾶς θυμίσει ὁ Μ. Βασίλειος κι ἄδικο δὲν ἔχει, ἀφοῦ σὲ ὥρα κρίσιμη μέσα στὴν Εὐχαριστιακὴ Σύναξη δεόμαστε, ἄρα παρακαλοῦμε τὸν Ποιμένα τῶν ψυχῶν μας, νὰ συντρέξει καὶ τὴ νεότητα. Μὲ παιδαγωγία, μόρφωση παναπεῖ καί  μάλιστα μόρφωση, καλλιέργεια δηλαδή πρωτίστως τῆς ψυχῆς. Πῶς λοιπόν, νὰ ἀδιαφορήσει ὁ παπᾶς καὶ νὰ μὴν προσευχηθεῖ καὶ γιὰ τὰ παιδιὰ αὐτά; Ἄσχετα ἄν τὸν ὑπολογίζουν ἤ ὄχι. Αὐτὸ δὲν ἔχει τόση σημασία ὅση ἔχει ἡ ἐκ βαθέων δέηση τοῦ ἱερέα, γιὰ νὰ κατορθώσει ἡ νεότητα νὰ βρεῖ τὰ ἀπαραίτητα δεκανίκια, ὥστε νὰ ἀνακαλύψει τὸν πραγματικὸ σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο βρέθηκε στὸν κόσμο αὐτό. Καὶ δὲν εἶναι, νομίζω, ὑπερβολὴ νὰ προσπαθήσουμε νὰ τῆς θυμίσουμε, κυρίως μὲ τὸ ἱερατικό μας ἦθος καὶ ὕφος, ὅτι ἡ ἁγιότητα κι ὄχι ἡ ἀγριότητα εἶναι ἡ μοναδική της ἐπιλογή. Κι αὐτὸ γιὰ νὰ παραμείνει  ὁ Κόσμος καὶ τὰ ἐν αὐτῷ «καλὰ λίαν» (Γεν. 1), ὅπως δηλαδή ἐξῆλθαν ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Δημιουργοῦ.  
Μιὰ ἄλλη ἐνέργεια τοῦ ποιμένα εἶναι ἡ προσεκτική καὶ μὲ ὑπομονὴ καλλιεργημένη προσπάθεια προσέγγισης τῶν παιδιῶν, μὲ πρῶτο σκαλοπάτι τὴ συνομιλία του μὲ τοὺς γονεῖς τους. Ὅσοι ἐκ τῶν γονέων, φυσικά, ἐπιθυμοῦν νὰ τὸν ἀκούσουν, γιατὶ δὲν εἶναι καὶ λίγοι ποὺ ἀδιαφοροῦν ἤ καὶ θεωροῦν αὐτὲς τὶς συπεριφορὲς τῶν παιδιῶν τους πολὺ φυσικές, ἐπιχειρηματολογώντας ὅτι «παιδιὰ εἶναι, θὰ καταλάβουν...».
Ἀλλὰ καὶ μὲ ὅσους γονεῖς μπορεῖ νὰ ἔλθει σὲ ἐπικοινωνία κι ἐκεῖ θὰ συναντήσει πολλὰ ἐμπόδια, καθὼς θὰ παρεμβάλλεται στὶς συζητήσεις καὶ ἡ ἄκριτη δικαιολόγηση τῶν ἴδιων ὡς γονιῶν, μήπως καὶ ἐκπέσουν στὰ μάτια τοῦ ἱερέα τους, λὲς κι ἐκεῖνος δὲν εἶναι γονιός, ἄν εἶναι ἔγγαμος ἤ ὡς ἄγαμος δὲν ἔχει ὑπόψη του τοῦ τὶ γύρω του συμβαίνει. Ὡστόσο ὑπάρχουν κι οἱ περιπτώσεις ἐκείνων τῶν γονιῶν ποὺ χαίρονται αὐτὲς τὶς συναντήσεις καὶ μάλιστα ἐπιμένουν νὰ ἔχουν περισσότερη ἐπικοινωνία μὲ τὸν ἱερέα τους, θεωρώντας ὡς μεγάλη εὐλογία αὐτὴ τὴν ἐν διαλόγῳ συντυχία.   
Ἕνας ἄλλος δρόμος ἐπικοινωνίας εἶναι καὶ οἱ καθηγητὲς τῶν Σχολείων ποὺ φοιτοῦν αὐτὰ τὰ παιδιά. Γιατὶ παρεμβάλλοντας στὸ μάθημα καὶ τὴν συμβουλευτική τους προτροπή, ὥστε νὰ ἀναζητοῦν στὴ ζωή τους τὰ παιδιὰ αὐτὰ πρότυπα ἱκανὰ ποὺ θὰ τὰ συνδράμουν στὴν αὐριανή τους ἔξοδο στὴν κοινωνία, εἶναι κι αὐτὸ ἕνα μάθημα καὶ μάλιστα μέγιστον ἀλλὰ κι ἀπὸ τὰ πλέον ἀλλησμόνητα. Ἀρκεῖ νὰ ἐξελίσσεται ἡ συμβουλευτικὴ αὐτὴ μὲ ἐμβιωμένη σοβαρότητα κι ὄχι μὲ προχειρότητα. Καὶ θεωρῶ σημαντικὴ αὐτὴ τὴ συναντηση τοῦ ποιμένα μὲ κάποιους ἐξ αὐτῶν, κυρίως μὲ ἐκείνους ποὺ εἶναι γονεῖς, γιατὶ οἱ ἐμπειρίες διδάσκουν περισσότερο καὶ βοηθοῦν στὶς περιπτώσεις αὐτές.  Φυσικὰ κι ἐδῶ τὰ πράγματα εἶναι δυσχερῆ καὶ ἀκανθώδη. Γιατὶ διαπιστώνονται κάποιες συγκρούσεις τοῦ εἴδους «ξέρουμε τὴ δουλειά μας» ἤ πάλι τὸ ἄλλο: «Μά, τὶ νὰ τοὺς πεῖς... Αὐτοὶ δὲν παίρνουν ἀπὸ λόγια» κ.λ.π., ποὺ ἀμβλύνουν τὶς ἀποστάσεις καὶ καταργοῦν μιὰ δυνατότητα, ἡ ὁποία παρέχεται γιὰ συνδρομή, διδαχή καὶ νουθεσία. Γιατὶ, κακὰ τὰ ψέματα, τὸ κῦρος ἑνὸς σοβαροῦ καὶ  ἔντιμου Δασκάλου ἔχει ἄλλο εἰδικὸ βάρος ἀπὸ ἐκεῖνο τοῦ γονιοῦ π.χ. Μάλιστα, ἄν ὑπάρξει καὶ σωστὴ συνεργασία ποιμένα καὶ δασκάλου, ὄχι σὲ ἐπίπεδο κατήχησης ἀλλὰ προσεγμένης συμβουλευτικῆς καὶ ἐπιμελημένης καθοδήγησης τῶν παιδιῶν, ὥστε ν᾿ ἀποφεύγουν τοὺς κινδύνους ποὺ παραμονεύουν δίπλα τους- ἄραγε τοὺς μέτρησε κανένας τους σοβαρά; βλ. ναρκωτικά, ἀλκοόλ, μεταδοτικὲς ἀσθένειες, σταδιακὴ ἐξασθένηση τοῦ ὀργανισμοῦ, ροπὴ πρὸς τὴν ἐπιθετικότητα κ.ἄ- τότε πολλὰ μποροῦν ν᾿ ἀποφευχθοῦν.   
Κι ἕνα τρίτο εἶναι ἡ προσέγγιση τοῦ ποιμένα στὰ παιδιά, χωρὶς τὴν παρεμβολὴ ἄλλου. Φυσικὰ αὐτὸ ἀποτελεῖ καὶ εἶναι μιὰ ἐνέργεια σαφοῦς διακινδύνευσης, ἀλλὰ καὶ μιὰ τόλμη, ποὺ ἐλάχιστοι τὴν ἐπιχειροῦν. Γιατὶ ἔχει κόστος καὶ μάλιστα ἀπὸ τὰ πλέον βεβαρυμμένα, μιὰ κι οἱ δυσκολίες ποὺ προκύπτουν -χλευασμός, ἀπόρριψη, ἀπουσία ἔντιμου διαλόγου, ἀφοῦ ὁ νέος δὲν ἐπιθυμεῖ συμβουλὲς καὶ πατρικὸ ἐνδιαφέρον, ἐπειδὴ τὰ θεωρεῖ «καταπιεστικά»- ἀκόμη καὶ βλάσφημες ἐκφράσεις, εἶναι οἱ γρανιτώδεις ἀσφάλειες ποὺ δὲν ἐπιτρέπουν καμμία παραχώρηση στὸ ναρκισσιστικὸ ἐγὼ νὰ δεχτεῖ κι αὐτὲς τὶς προτάσεις. Ἐκτὸς κι ἄν ἐπιμείνει καὶ δὲν ἀπογοητευτεῖ. Ἐπιμείνει δηλαδή, στὸ ν᾿ ἀνακαλύψει μὲ ὑπομονὴ μεγαλη καὶ συνεχῆ ἐπαγρύπνηση τὸ ὅποιο κρυμμένο, κάτω ἀπό σωροὺς ἀλαζονείας καὶ ἐπιπολαιότητας, μεταλλεῖο ποὺ ἀσφαλῶς σὲ κάθε ψυχὴ ὑπάρχει. Ὑπάρχει ἀλλὰ κρύπτεται, ὅπως τὸ τάλαντον τοῦ Εὐαγγελίου (βλ. Μτθ. 25, 14-30) . Ἀπὸ κεῖ θ᾿ ἀρχίσει, λοιπόν, καὶ ἐπίμονα θὰ προσπαθήσει νὰ τὸ καταστήσει ἐνεργό, ἄν φυσικὰ ἐπιθυμεῖ κι ὁ ἴδιος ὁ νέος καὶ πολὺ περισσότερο ὁ «κύκλος» του. Γιατὶ ἔχει σημασία αὐτὸ καί, μάλιστα, πολὺ μεγάλη.  Καὶ τοῦτο, ἐπειδὴ  ἀρκετοὶ τῶν γονιῶν καὶ φίλων ἐπικροτοῦν τέτοιες συμπεριφορές, καμαρώνοντας μάλιστα, ἀφοῦ στὸ βάθος τῆς συνείδησής τους ἀπομένει τὸ δικό τους ἀνικανοποίητο κατὰ τὴν ἐφηβεία τους. Ἔτσι στὸ πρόσωπο τοῦ παιδιοῦ τους ἤ τοῦ δικοῦ τους ἀνθρώπου βλέπουν τὸν ἑαυτό τους, μὴ γνωρίζοντας πὼς ἡ χρονικὴ ἀπόσταση ποὺ τοὺς χωρίζει ἦταν τόσο διαφορετικὴ (καὶ πιὸ ἀνθρώπινη, γιατὶ νὰ μὴν τὸ ποῦμε κι αὐτό;). Μὲ λίγα λόγια, ἄλλο τὸ χθὲς κι ἄλλο τὸ σήμερα. Γιὰ νὰ μὴν ἀναφερθοῦμε στοὺς κινδύνους...
Ἕνα ὡστόσο εἶναι τὸ ζητούμενο καὶ φυσικὰ τὸ ἀξιοπρόσεχτο. Πῶς μπορεῖ νὰ ἀποτύχει στὴν προσπάθειά του ὁ ποιμένας νὰ ἔχει μεγάλα καὶ οὐσιαστικὰ ἀποτελέσματα. Ὅμως αὐτὸ δὲν ἔχει τόση σημασία, ὅσο ἔχει τὸ ὅτι προσπάθησε. Ποιὸς ξέρει...Ἴσως ὁ σπόρος ποὺ σκόρπισε κάποτε ν᾿ ἀναστήσει καὶ νὰ φέρει «καρπὸν ἑκατονταπλασίονα». Κι ἴσως τότε ἡ ἀναμονὴ τοῦ Σαββατόβραδου νὰ εἶναι γιὰ μιὰ σοβαρὴ προετοιμασία προσέγγισης τῆς Κυριακῆς. Ποιὸς ξέρει; 

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

ΜΟΝΑΧΙΚΕΣ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΕΣ - ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΙ | ΚΡΑΤΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΑΘΗΝΩΝ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ | BEETHOVEN - STRAUSS

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, μετά το αστέρι του Βιολιού, την Κινέζα Tianwa Yang, μας παρουσίασε στις 6 Φεβρουαρίου 2015, ένα  αστέρι του πιάνου, τον Έλληνα πιανίστα Απόστολο Παληό, στο Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 3 σε ντο ελάσσονα, έργο 37  του Ludwig van Beethoven, καθώς και το Συμφωνικό ποίημα, Η Ζωή ενός ήρωα, έργο 40, του Richard Strauss, στον εξαιρετικό κύκλο Γερμανοί Ρομαντικοί {ΙΙΙ}, με τον τίτλο Μοναχικές Φυσιογνωμίες σε μια, όπως μας έχει συνηθίσει τελευταία, εξαιρετική συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, με την ευγενική υποστήριξη της Γερμανικής  Πρεσβείας Αθηνών. 

[Μπετόβεν]
Τα πρώτα σχεδιάσματα του Κοντσέρτου για πιάνο και ορχήστρα αρ. 3 σε ντο ελάσσονα, έργο 37 του Beethoven [1770-1827] χρονολογούνται από το 1797, ενώ το χειρόγραφο φέρει ημερομηνία 1800. Τρία χρόνια αργότερα στις 5 Απριλίου του 1803 στις συναυλίες της Ακαδημίας, παρουσιάστηκε το Κοντσέρτο  για πρώτη φορά στη Βιέννη, στο Theather  an der Wien, μαζί με τη  Συμφωνία σε ρε μείζονα αρ. 2  έργο 36  και το Ορατόριο Ο Χριστός στο Όρος των Ελαιών, υπό την διεύθυνση του συνθέτη, ο οποίος ήταν και ο σολίστ του  Κοντσέρτου. Από τη μαρτυρία του Ignaz von Seyfried, που γύριζε τις σελίδες, μαθαίνουμε  ότι ο Beethoven ερμήνευσε από μνήμης το μέρος του πιάνου. Όπως αναφέρει, «Έβλεπα σχεδόν άδειες τις σελίδες, σε μερικές υπήρχαν κάτι κακογραμμένα ιερογλυφικά καθ’ όλα άγνωστα σε μένα, κάποια κλειδιά που μόνο ο ίδιος μπορούσε να αναγνώσει. Αυτό ήταν άλλωστε κάτι που το συνήθιζε καθώς δεν είχε χρόνο να τα γράψει όλα στο χαρτί». Την παρτιτούρα του κοντσέρτου τη συμπλήρωσε αργότερα, όταν ο μαθητής και φίλος του Ferdinal Ries έπρεπε να παίξει το κοντσέρτο. Το έργο δημοσιεύτηκε το 1804 και είναι αφιερωμένο στον πρίγκιπα Φερδινάρδο της Πρωσίας. Πηγή έμπνευσης για τον Beethoven ήταν  το Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 24 Κ491  του  Mozart, για το οποίο έλεγε, «Ποτέ δε θα καταφέρουμε να κάνουμε κάτι σαν αυτό».

[Απόστολος Παληός]
[Στέφανος Τσιαλής]
Η δομή του Κοντσέρτου ακολουθεί τα κλασικά πρότυπα και προαναγγέλλει την Ηρωική Συμφωνία του Τιτάνα. Το πιάνο, μέγας πρωταγωνιστής, λιγότερο «κεκοσμημένο», περισσότερο αρρενωπό, σε έναν υψηλού επιπέδου  διάλογο και σε μια ευγενή άμιλλα με την Ορχήστρα, άγγιξε την τελειότητα. Ο Απόστολος Παληός, με δύναμη και σαφήνεια διατήρησε εξαίσια την ταραχώδη εκείνη συγκίνηση που σηματοδοτεί το έργο, την οποία ο Αρχιμουσικός Στέφανος Τσιαλής με εκπληκτική ευαισθησία μετέδωσε στην Ορχήστρα, αναδεικνύοντας τη μοναδικότητα της μπετοβενικής ατμόσφαιρας και τη μαγεία της γραφής του.  Και ήταν αυτή η μαγεία που μας έφερε στη μνήμη ότι ανάμεσα στα ονόματα που έχουν δοθεί στους κρατήρες του Άρη, τρία είναι αυτά που ξεχωρίζουν: Rembrandt, Beethoven, Goethe. Τρεις μεγάλοι άνδρες ενωμένοι με την τέχνη τους ταξιδεύουν με τα αστέρια ανά τους αιώνες! 

[Στράους]
Ακολούθησε το Συμφωνικό Ποίημα, Η ζωή ενός Ήρωα του Strauss. Δύο συνθέτες με διαφορά τεσσάρων χρόνων μεταξύ τους, ο Gustav  Mahler {1860-1911} και ο Richard Straus {1864-1949}, γεφύρωσαν τον  19ο με τον 20ό αιώνα και εξέλιξαν την βαγκνερική ρομαντική παράδοση. Και οι δύο ανέπτυξαν τη μεγάλη Ορχήστρα και έκαναν θαύματα με την ενορχήστρωση. Η Όγδοη Συμφωνία του Mahler αναφέρεται ως η Συμφωνία των χιλίων, ενώ το Συμφωνικό ποίημα  του Straus [Tone Poem για το Συνθέτη], απαιτεί οκτώ κόρνα, πέντε τρομπέτες, τετραπλά ξύλινα πνευστά. Ο Strauss γράφει τα αριστουργήματά του την εποχή του Johannes Brahms και του Anton Bruckner, ενώ φτάνει ώς την εποχή του Pierre Boulez και του Stockhausen. Ο Strauss στην εποχή του εθεωρείτο ο μεγαλύτερος συνθέτης του κόσμου κι ένας από τους μεγαλύτερους αρχιμουσικούς. Η κάθε νέα του σύνθεση ήταν καλύτερη από την τελευταία και όλοι περίμεναν το επόμενο έργο του. Κάθε τι που έγραφε γινόταν πρωτοσέλιδο, όπως θα λέγαμε σήμερα. Από τα πολλά του έργα αναφέρουμε τις πασίγνωστες όπερές του Ο Ιππότης με το ρόδο, Σαλώμη, το συμφωνικό ποίημα Τάδε έφη Ζαρατούστρας, Τη Συμφωνία των Άλπεων και τα περίφημα Lieder. Τη Ζωή ενός ήρωα άρχισε να συνθέτει το 1898 στις βαβαρικές Άλπεις. Ήθελε να  ονομάσει το έργο του Eroica κατά το μπετοβενικό πρότυπο, αλλά καθώς έλλειπε το πένθιμο εμβατήριο, κράτησε το σημαίνον ηρωικό στοιχείο, το εκφρασμένο από  την αρχή. Παράλληλα δούλευε τον Δον Κιχώτη και πίστευε ότι η μία δημιουργία του συμπλήρωνε την άλλη. Το έργο θεωρείται αυτοβιογραφικό και ο συνθέτης κατηγορήθηκε για μεγαλομανία. Ωστόσο ο ίδιος απάντησε: «Δεν είμαι ήρωας ούτε φτιαγμένος για μάχες» και συμπλήρωσε ότι συνθέτοντας τη Ζωή ενός Ήρωα, δεν είχε πρότυπο μια ξεχωριστή ποιητική ή ιστορική μορφή, αλλά γενικότερα μια ελεύθερη ιδέα του Ηρωισμού. Τη σύνθεσή του αυτήν αφιέρωσε στον Ολλανδό μαέστρο Joseph Willem Melgelberg [1871-1951] και στην ορχήστρα Concertgebouw του Άμστερνταμ. Παρά το γεγονός ότι είπε στους δημοσιογράφους ότι «Επιτέλους βρήκα μια ορχήστρα ικανή να παίξει τα πάντα ώστε να μην ανησυχώ πια όταν συνθέτω δύσκολα μέρη», δεν είχαν την τιμή της πρώτης εκτέλεσης, αφού ο συνθέτης διηύθυνε ο ίδιος το έργο του στις 3 Μαρτίου του 1899 στη Φρανκφούρτη.

[Δημήτρης Σέμσης]
Η σύνθεση αποτελείται από έξι μέρη που παρακολουθούν την πορεία του  Ήρωα, ο οποίος ξεκινά από τα χαμηλά, με τα άξια βαθύχορδα  και  κόρνα να τον οδηγούν, για να κατακτήσει τα ύψη με τα πανέμορφα βιολιά. Στη συνέχεια έρχεται η σύγκρουση με τους αντιπάλους του, τι κρίμα να είναι οι μουσικοκριτικοί και όχι οι μεγάλοι δημιουργοί. Αυτό όμως του δίδει  την άνεση του εμπαιγμού τους και στα ξύλινα πνευστά και στην τούμπα την ευκαιρία για εκπληκτικές ερμηνείες. Ακολουθεί η γαλήνη με τον ύμνο στην σύντροφό του από το εξαίσιο, λυρικό, ερωτικό βιολί του Δημήτρη Σέμση, που δε θέλαμε να τελειώσει. Οι αντίπαλοι είναι εδώ και δηλώνουν την παρουσία τους, με τις τρομπέτες  εκτός σκηνής, να καλούν τον Ήρωα να αγωνιστεί στο πεδίο της μάχης, της «καλύτερης μουσικής μάχης», τόσο συνθετικά όσο και ερμηνευτικά από τον Αρχιμουσικό και την Ορχήστρα. Οι μάχες κάποτε τελειώνουν και η Ειρήνη θα φέρει τους δημιουργικούς καρπούς της. Η αγάπη θα ανθίσει ξανά και η οικογενειακή θαλπωρή θα ολοκληρώσει την ευτυχία του Ήρωα. Όμως ο κύκλος της ζωής κλείνει και η αποχώρηση του Ήρωα, είναι αναπόφευκτη, με το -θα το ξαναπούμε- εξαίσιο βιολί του Σέμση και το κόρνο, να υμνούν την υπέρτατη, εσωτερική ακύμαντη ειρήνη, την τελική συμφιλίωση με τον έσω κόσμο του Ήρωα. Ερμηνεία μοναδική από τον Αρχιμουσικό Στέφανο Τσιαλή και την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. Ανέδειξαν άριστα τη φιλοσοφική θεώρηση και γαλήνη που ενυπάρχει στο δύσκολο αυτό, μα τόσο όμορφο και σημαντικό έργο.

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

Από το Α έως το Ω: Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ

ΙΩΑΝΝΑ ΜΠΛΑΤΣΟΥ | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ | 2.2.2015


Συναντηθήκαμε το καλοκαίρι στο γραφείο της στην Πλάκα. Ευδιάθετη και φιλόξενη, αποκρίνεται στο γνωστό μας παιχνίδι αυθόρμητων συνειρμών με διαβρωτικό χιούμορ, ευθείες απαντήσεις και υπέροχες αφηγήσεις. Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ είναι μια χαρισματική προσωπικότητα, μια αειθαλής δασκάλα που απολαμβάνει κανείς να ακούει, μια δυναμική γυναίκα που δεν διστάζει να συγκρουστεί με την καθεστηκυία άποψη όταν δηλώνει ότι «Είμαστε οι πιο μεγάλοι ρατσιστές της Ευρώπης. Και αυτό γιατί θεωρούμε τον εαυτό μας καλύτερο από τους άλλους». Παράλληλα, λύνει μια μεγάλη παρεξήγηση: «Δεν έφυγα με το Ματαρόα! Δέκα χρόνια μετά πήγα στη Γαλλία», ενώ συμβουλεύει τους νέους «να έχουν ένα όνειρο και να το κυνηγήσουν με τα πόδια στη γη και τα μάτια στον ουρανό».

Απώλεια: «Πραγματική απώλεια είναι όταν οι γυναίκες κρύβουν τα χρόνια τους και χάνουν αναμνήσεις. Είναι αυτό που έλεγε ο Τσαρούχης: μια κυρία όλο και έκοβε τα χρόνια της στα γενέθλιά της, οπότε, κάποια στιγμή, εκείνος της ευχήθηκε να τα μηδενίσει!».

Βαρβαρότητα: «Το μόνο πράγμα που μπορεί να κάνει καλύτερους τους ανθρώπους είναι να ξέρουν τον διπλανό τους. Να μάθουν να αναγνωρίζουν το δίκιο και στον διπλανό τους. H γνώση του Άλλου είναι αυτό που καθιστά κάποιον μη βάρβαρο. Η αποδοχή της αλήθειας του Άλλου εκπολιτίζει τον άνθρωπο».

Γεννήθηκα: «Από τα έξι παιδιά της οικογένειάς μου, είμαι το μόνο παιδί που γεννήθηκα στην Αθήνα, στον Βύρωνα. Από τον τελευταίο μου αδερφό έχω έξι χρόνια διαφορά και από τον μεγαλύτερο δεκαπέντε. Οι γονείς μου ήρθαν από τη Μικρά Ασία το ‘22. Η μάνα μου, πρόσφυγας τότε, χωρίς σπίτι, χωρίς λεφτά, ήθελε να «με ρίξει», όπως λέγανε τότε. Η μαμή της περιοχής, η κυρία Ξηρουχάκη, της είπε: «Βρε, Καλλιρόη, μπορεί αυτό το παιδί να είναι το καλύτερο». Ε, ήταν και θεοφοβούμενη η μάνα μου και τελικά με άφησε και γεννήθηκα. Τη μέρα που γεννήθηκα, δηλαδή 28 προς 29 Αυγούστου του 1926, ο πατέρας μου είχε βάλει την οικογένειά του σε κάτι καράβια. Και τα δύο βούλιαξαν στις Φλέβες, στη Βουλιαγμένη, τη μέρα που γεννήθηκα. Και έτσι ήμουν το ‘μικρό και το γρουσούζικο’ της οικογένειας».

Δώρο: «Εμείς λέμε ‘δώρο Θεού’. Και, όντως, θεωρώ πως δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει ένα δώρο Θεού. Το τι το κάνει μετά είναι άλλη ιστορία. Τώρα, το πρώτο θεϊκό δώρο είναι η ανθρωπιά. Φέρουμε τον Θεό μέσα μας, αρκεί να είμαστε σε θέση να το συνειδητοποιήσουμε».

Ελλάδα-Εμφύλιος: «Αν υπάρχει μία κατάρα μεγάλη στην Ελλάδα, αυτή είναι η διχόνοια. Αν θέλομε να αποδείξουμε, με κάποιο τρόπο, ότι έχουμε σχέση με τους αρχαίους Ελληνες, είναι μόνο αυτό. Από τον διχασμό, στην αρχαιότητα δεν έμεινε κανένας όρθιος. Αυτός ο διχασμός, η διχόνοια, ο εμφύλιος είναι η καθημερινότητά μας. Η Ελλάδα, ως πνεύμα, είναι συνώνυμη με αυτή την εριστική, εμφυλιακή τάση».

Ζορίζομαι: «Με τον χρόνο. Γιατί, ναι μεν ο χρόνος δεν υπάρχει, είναι ανθρώπινη επινόηση, αλλά, από την άλλη μεριά, είναι σίγουρο ότι όλη η οργάνωση ενός ανθρώπου, σε επίπεδο καθημερινότητας, είναι το πιο δύσκολο πράγμα. Ολοι έχουν όνειρα στη ζωή για το τι θα κάνουν σε δέκα χρόνια, που θα πάνε διακοπές σε έξι μήνες, ποιον θα ερωτευθούν, αλλά το θέμα είναι πως τα βγάζεις πέρα την κάθε μέρα. Ε, εδώ ζορίζομαι πολύ γιατί η μέρα έχει μόνο είκοσι τέσσερις ώρες».

Ήρωες: «Αν υποφέρει από κάτι η παιδεία μας σήμερα, είναι ότι οι μόνοι ήρωές μας είναι οι ποδοσφαιριστές και οι τηλεπαρουσιαστές. Η έννοια του ήρωα είναι προφανώς υποβαθμισμένη. Ο Βολταίρος είχε γράψει κάτι σπουδαίο: ‘Δεν θεωρώ ήρωες τους πολεμιστές-καταστροφείς των πόλεων, αλλά αυτούς που έχουν πολεμήσει για τα δικαιώματα του ανθρώπου’. Επίσης, αν ξέραμε καλά την ιστορία, θα είχαμε διαγράψει πολλούς ‘ήρωες’ και κατά συνέπεια θα αλλάζαμε πολλά ονόματα δρόμων και πλοίων που φέρουν τα ονόματά τους. Ηρωες είναι αυτοί που η ιστορία έχει καταγράψει ως ήρωες, άσχετα αν ήταν ηρωικοί ή όχι».

Θεός: «Στη Γαλλία, με ρωτούν συχνά οι δημοσιογράφοι: ‘Υπάρχει Θεός;’, και απαντώ: ‘Δεν θα πω ποτέ ότι δεν υπάρχει’».

Θαύμα: «Στα Γαλλικά, σε αντίθεση με τα Ελληνικά, ο ‘έρωτας’ και η ‘αγάπη’ είναι η ίδια λέξη (amour). Το θαύμα είναι να μην είσαι υποχρεωμένος να διαλέξεις ανάμεσα σε αυτά τα δύο, αλλά τα δύο να είναι ένα. Ακούω να λένε, ‘όταν πεθαίνει ο έρωτας, μένει η αγάπη’. Μα, η αγάπη δεν είναι παρηγόρια».

Ιστορία: «Μικρή θυμάμαι ήμουν αντάρτικο παιδί. Στο Βύρωνα, που μέναμε, κάναμε διάφορα. Για παράδειγμα, τεντώναμε ένα σκοινάκι χαμηλά από τη μία άκρη του δρόμου στην άλλη και όποιος πέρναγε, σκοτωνόταν. Μετά, το αφήναμε κάτω, όπου δεν φαινόταν μέσα στο χώμα και τα χαλίκια, και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Φαντάσου, παίζαμε τόσο ελεύθερα και ανέμελα, γιατί δεν περνούσε ούτε δείγμα αυτοκινήτου».

Καλοσύνη: «Μία από τις μεγάλες βυζαντινές αρετές είναι η φιλανθρωπία, με την έννοια της κατανόησης του Άλλου. Ένα από τα αυτοκρατορικά σύμβολα στο Βυζάντιο είναι η ακακία ή ανεξικακία, που θεωρείται μιμητής Θεού. Η καλοσύνη είναι να είσαι μιμητής Θεού».

Λάθη: «Το μόνο λάθος μου ή μάλλον η μόνη έγνοια που μπορεί να με κάνει να πετάγομαι κάποια βράδια στον ύπνο μου είναι ότι μπορεί να έχω κάνει το λάθος να έχω ταπεινώσει ανθρώπους που εξαρτώνται από μένα -είτε το κατάλαβα, είτε όχι».

Μητρότητα: «Οι μόνες ιδιότητες που αναγνωρίζω στον εαυτό μου είναι ότι είμαι μάνα και δασκάλα».

Ματαρόα: «Α, έλα να λύσουμε επιτέλους αυτή την παρεξήγηση. Δεν έφυγα με το Ματαρόα! Δέκα χρόνια μετά πήγα στη Γαλλία».

Ντροπή: «Είχα αρχίσει το κάπνισμα στα δώδεκα-δεκατρία μου. Καταλαβαίνεις ότι κρυβόμουν για να καπνίσω. Αυτό συνεχίστηκε στην Αντίσταση και στη Γαλλία, όπου δίδασκα και κάπνιζα τέσσερα πακέτα Gauloises την ημέρα. Αυτή ήταν η ντροπή μου τότε. Το έκοψα το 1975 και πια δεν έχω καμία ντροπή».

Νέα Γενιά: «Κάθε γενιά είναι νέα και οι χαμένοι παράδεισοι είναι δικαίωμα των γέρων. Ολες οι ωραίες κυρίες που ήταν κάποτε Ταναγραίες, γίνανε έπειτα γραίες». (γελάει)

Ξένος: «Είμαι στην Αμερική και προεδρεύω σε ένα μεγάλο μουσείο. Πολλά χρόνια πριν, μετά την Κατοχή, ένας ανιψιός του πατέρα μου, που είχε μεταναστεύσει στην Αμερική, του στέλνει σε ένα φάκελο εκατό δολάρια. Ο πατέρας μου από δω τα πήγαινε, από κει τα έφερνε, δεν ήξερε τι να τα πρωτοκάνει. Κάποια στιγμή, πεθαίνει ο πατέρας μου, και κανείς μας δεν ήξερε που ήταν τα εκατό δολάρια, που τόσο είχαμε ανάγκη. Και να, που χρόνια μετά, στην Αμερική πάλι, σε αυτό το μουσείο, εγώ, η ξένη, να υπογράφω ως Ελένη Αρβελέρ για την αγορά ενός πίνακα μια επιταγή τρία εκατομμύρια δολάρια».

Όνειρα: «Αν είχα να δώσω μια συμβουλή στους νέους, θα ήταν να έχουν ένα όνειρο και να το κυνηγήσουν με τα πόδια στη γη και τα μάτια στον ουρανό».

Πολιτική και Πολιτικοί: «Από παιδί, όταν υπέφεραν οι δικοί μου από τη Μικρασιατική καταστροφή, εγώ άκουγα πάντα στο σπίτι μου ότι είναι δύο τα θηλυκά κακά που μας κατέστρεψαν: η ιστορία και η πολιτική. Τώρα, ό,τι και να κάνει κανείς είναι πολιτική –και δεν είναι ανάγκη να είναι πολιτικάντης. Από τη στιγμή που οι πράξεις μας αφορούν και κάποιον άλλον, είμαστε πολιτικά όντα. Γι’ αυτό και οι πολιτικοί πρέπει να σκέφτονται τον Άλλον και όχι τον εαυτό τους».

Ρατσισμός: «Είμαστε οι πιο μεγάλοι ρατσιστές της Ευρώπης. Και αυτό γιατί θεωρούμε τον εαυτό μας καλύτερο από τους άλλους».

Σημείο Μηδέν: «Το να μην ξέρεις που πας, να κάνεις πράγματα που δεν ελέγχεις και να λες ότι φταίει πάντα ο άλλος. Αυτές οι πρακτικές σε καθηλώνουν και δεν πας πουθενά. Μένεις στο μηδέν, δηλαδή».

Τραύμα: «Όταν έχεις πάθει ένα τραύμα, δεν μπορείς ποτέ να το ξεχάσεις. Είναι όπως το λάστιχο, το οποίο κάθε φορά που το τεντώνεις, δεν επανέρχεται ποτέ στην αρχική του θέση –είναι κάθε φορά λίγο πιο χαλαρωμένο. Ε, και το τραύμα ομοίως σου αφαιρεί δυνάμεις, είτε σωματικές είτε πνευματικές-ψυχικές. Και από τα τραύματά του δεν γλιτώνει κανείς. Και, βέβαια, το μεγαλύτερο τραύμα είναι η ζωή, γιατί είναι, εντέλει, θανάσιμο».

ΥΠΠΟ: «Δεν απαντώ».

Φόβοι: «Άκου, πέρασα την Κατοχή. Όταν με έπιασαν οι Ταγματασφαλίτες που ήταν με τους Γερμανούς, με άφησαν κάποια στιγμή στο Παγκράτι. Είχα να ανέβω μια ανηφόρα. Καθώς προχωρούσα, ήμουν σίγουρη πως θα μου ρίξουν από πίσω. Όταν, πια, πέρασα το οπτικό τους σημείο και δεν μπορούσαν πια να μου ρίξουν, κουτρουβάλησα την κατηφόρα». 

Χρήματα: «Καμία σχέση. Δεν ξέρω ούτε να μετρώ! Σκέψου, έφερα εδώ κάτι οικονομίες μου, όταν όλοι κοίταγαν να βγάλουν τα χρήματά τους έξω. Προέδρευα στο Pompidou, το οποίο είχε προϋπολογισμό πενήντα εκατομμύρια φράνκα -χωρίς να υπολογίσουμε τα χρήματα που μας έδιναν για να αγοράσουμε πίνακες- και δεν ήξερα πόσα μηδενικά ήταν μπροστά στα μάτια μου κάθε φορά. Δεν είναι τα χρήματα το φόρτε μου! Μολονότι λέω πως όποιος έχει το χρήμα, έχει και το σχήμα».

Ψέματα: «Το ψέμα δεν είναι το αντίθετο της αλήθειας. Αυτό είναι ψέμα. Το ψέμα είναι αυθύπαρκτο. Επίσης, είναι αυτό που κρατά ανθρώπους όρθιους. Δείτε τι ψέματα λέμε στον εαυτό μας. Είμαστε αυτοψεύτες».

Ωραίοι Έλληνες: «Ε, όχι, φτάνει πια! Οι Ελληνες είναι τόσο ωραίοι, όσο είναι και οι υπόλοιποι άνθρωποι».

* INFO: Από τον Οκτώβριο του 2014, κυκλοφορεί το νέο βιβλίο της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ «Εικασίες, Βεργίνα-Αμφίπολη» (εκδόσεις Ερμής).

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Ecumenical Patriarch Bartholomew: BUILDING BRIDGES. Interfaith Dialogue, Ecological Awareness, and Culture of Solidarity

ADDRESS
By His All-Holiness Ecumenical Patriarch Bartholomew
At the Conferral of an Honorary Doctorate in Sociology
From the Izmir University of Economics
(February 9, 2015)

Eminent Rector, Professor Oğuz Esen,
Esteemed Faculty of Izmir University of Economics,
Distinguished clergy, honorable diplomats and precious audience,
Beloved students, ladies and gentlemen,

Introduction

It is a unique pleasure and a great privilege to receive an honorary doctorate from the Izmir University of Economics. You are an institution that is both young and vibrant, with creativity and productivity, committed to making a difference in our country and in the world, but also dedicated to preserving and promoting the legacy of the foremost statesman and first president of the Republic of Turkey, Kemal Atatürk. We therefore express our wholehearted gratitude to the administration of this university, and in particular to its Rector, Dr. Oğuz Esen, and also to the school’s administration, faculty and students, but above all to Mr. Ekrem Demirtaş, our dearest friend.

We accept this generous distinction in the name of the Ecumenical Patriarchate, which is devoted to the areas of interfaith dialogue, ecological awareness and the culture of solidarity. Our Church has traditionally sought to build bridges between diverse faiths, cultures and peoples, between humanity and the natural environment, as well as to promote peace and solidarity in the name of God and for the sake of the human person.

1. The four functions of religion

A sign of the times at the beginning of this new millennium is “the return of God”, the reevaluation of the role and function of religion. The modernistic expectation of a “post-religious secular age” is replaced by talk of a “post-secular period” or even of a “religious explosion”. 
Religion appears as a central dimension of human life, both at the personal and the social levels. It claims a public role and it participates in all central contemporary discourses. Without reference to religion, it is impossible to understand the past, to analyze the present, or to imagine the future of humanity.

The crucial functions of religion are evident at the following four areas of the human existence and co-existence:

a.Religion is connected with the deep concerns of the human being. It provides answers to crucial existential questions, which permanently affect the human soul. It gives orientation and meaning of life. This is why negligence or oppression of religiousness results in various alienations in human life.
b.Religion is related to the identity of peoples and civilizations, a fact which has definitely been obvious after the fall of the “iron curtain” in 1989. Systematic atheistic ideology and indoctrination failed to uproot religious identity, which constitutes the core of cultural identity. This is why, knowledge of the belief and the religion of the other is an indispensable precondition of understanding otherness and of the establishment of communication and dialogue.
c.Religions have created and preserved the greatest cultural achievements of mankind, essential moral values, and respect of human dignity and of the whole creation. The sacred texts of the religions include precious anthropological knowledge. Religion is the arc of wisdom and of the spiritual inheritance of humanity. Culture has in general the stamp of religion. Even modern humanistic secular movements, for example the human rights-movement, cannot be understood and evaluated independently of their religious roots. 
d.The fourth essential function of religion is peacemaking. Religions constitute central factors in peace processes. Hans Kűng puts forward that peace between religions is the main precondition for peace between peoples and civilizations, for universal peace. Religions can, of course, divide; they can cause intolerance and violence. But this is their failure, not their essence, which is the protection of human dignity. The revival of religions -if that were a regeneration and expression of their genuine elements- was always related to a contribution to reconciliation and peace. In our times, the credibility of religions depends largely on their commitment to peace. The way to peace and reconciliation is interreligious dialogue and cooperation in view of the main contemporary challenges, like the destruction of the natural environment and the growing economic and social crisis. 

Our world is in crisis, indeed. Yet, never before in history have human beings had the opportunity to bring so many positive changes to so many people and to the global community simply through encounter and dialogue. While it may be true that this is a time of crisis, it must equally be underlined that there has also never been greater chances for communication, cooperation and dialogue.

Let us explore three distinct areas of this task:
a.Building Bridges with other Faiths
b.Building Bridges with Nature
c.Building Bridges of Solidarity

2. Building Bridges with other Faiths 

There is a symbolical mosaic that adorns the foyer at the entrance to the headquarters of our Patriarchate in Istanbul. It silently represents a decisive moment in the rich and complex story of a city and a state where Christians and Muslims have coexisted over the centuries. This magnificent image depicts Gennadios Scholarios (1405-1472), first Rum Patriarch of the Ottoman period, with hand outstretched, receiving from the Sultan Mehmet II the “firman” or legal document guaranteeing the continuation and protection of the Orthodox Church. It is a symbol of the beginnings of a long coexistence and interfaith commitment.

The Ecumenical Patriarchate has always been convinced of its responsibility for rapprochement and dialogue. This inspires its tireless efforts for unity among Orthodox Churches throughout the world as well as its pioneering efforts for ecumenical dialogue. All of you will be aware of our meetings during this past year with Pope Francis: In May, we met in Jerusalem to commemorate the historical meeting there of Patriarch Athenagoras and Pope Paul VI in 1964; in June, we accepted the invitation of the Pope to join him in a prayer for peace at the Vatican in the presence of President Peres of Israel and President Abbas of Palestine; and in November, His Holiness accepted our invitation to attend the patronal feast of our Church in Phanar, Istanbul.

However, even at the cost of defamation for “ecumenistic” or “syncretistic” choices, we have never restricted such engagements. The Ecumenical Patriarchate has always labored to serve as a bridge between Christians, Muslims, and Jews. Since 1977, it has pioneered bilateral inter-religious dialogue with the Jewish community (on such topics as law and social justice); since 1986, it has initiated bilateral interfaith dialogue with Islam (on such matters as peace and pluralism); and since 1994, it has organized international multi-faith gatherings for deeper conversations between Christians, Jews and Muslims (on such issues as respect and tolerance). We continue these efforts with sincerity and confidence.

As a young boy, we remember seeing the then Ecumenical Patriarch Athenagoras, an extraordinary leader of profound vision and ecumenical sensitivity. He was a tall man, with piercing eyes and a very long, white beard. Patriarch Athenagoras was known to resolve conflict by inviting the embattled parties to meet, saying to them: “Come, let us look one another in the eyes.” This notion of “looking at each other in the eyes” honestly, in order to understand and cooperate with one another, is both inspiring and critical for contemporary concepts of intercultural and interfaith dialogue.

Of course, some people have strong convictions that they would rather sacrifice their lives than change their views. Others -we might say fundamentalists- are unfortunately even willing to take the lives of innocent victims to defend these views. This is why we are obliged to listen more carefully, “look at one another” more deeply “in the eyes.” For, in the final analysis, we are always closer to one another in more ways than we are distant from or different to one another. We share far more with each other and resemble one another far more as human beings than we differ in terms of culture and religion. A human being, which grounds its identity exclusively on belonging to a nation and not on being a member of humanity (namely, on the fact that it is human), this creature “has not been really born as a human being”, according to Eric Fromm.

As communities, we are called to face the problems of our world with new eyes. We must constantly pursue alternative ways to order human affairs. We must persistently proclaim ways that reject war and violence, and instead strive for tolerance and peace. Conflict may be inevitable in our world; but war and violence are certainly not. Human perfection may be unattainable in this life, but peace is definitely not impossible. If this century will be remembered, it may be for those who sincerely dedicated themselves to the cause of peace.

The pursuit, however, of peace calls for a radical reversal of what has become the normative and defensive way of survival in our world. Peace does not result from economic and cultural development, from the progress of science and technology, from high living standards. Peace is always a duty; it requires vision, commitment, struggle, sacrifice and patience.

We believe that in the great religious traditions there are potentials and inexhaustible reserves of peacemaking. Yet, being able is not enough. We have to work and cooperate for peace; we have to become effective factors of human progress.  

3. Building Bridges with Nature 

One of our most passionate concerns during our ministry as Patriarch has been protecting the natural environment, raising ecological awareness across academic disciplines, ecological movements and political governments, as well as advocating for a change in established lifestyles in order that people might become more sensitive to the irreversible destruction that threatens the natural environment today.

Orthodoxy is committed to ecology; it is the “green” Church par excellence. Our faith and our worship strengthen our commitment for the protection of creation and promote the “eucharistic use” of the world, the solidarity with creation. The Orthodox Christian attitude is the opposite of the instrumentalisation and exploitation of the world. 

We believe that the roots of the environmental crisis are not primarily economic or political, nor technological, but profoundly and essentially religious, spiritual and moral. This is because it is a crisis about and within the human heart. The ecological crisis reflects an anthropological impasse, the spiritual crisis of contemporary man and contradictions of his rationalism, the titanism of his self-deification, the arrogance of his science and technology, the greed of his possessiveness (“the priority of having”), his individual and social eudaemonism.

For Orthodoxy, sin has a cosmological dimension and impact. The theology of the Orthodox Church recognizes the natural creation as inseparable from the identity and destiny of humanity, inasmuch as every human action leaves a lasting imprint on the body of the earth. Moreover, human attitudes and behavior towards creation directly impact on and reflect human attitudes and behavior toward other people, especially the poor. Ecology is inevitably related to sociology and economy, and so all ecological activity is ultimately measured and judged by its effect upon the underprivileged and suffering of our world. The ecological problem is essentially a sociological one.

We are convinced that the theological perspective cannot only discover hidden dimensions of the ecological crisis, but can also reveal possibilities to face and overcome it. What is required of us, at the threshold of the third millennium, is that we overcome the ways in which we looked upon creation in the past, which implied an abusive, domineering attitude toward the natural world. The solution of the ecological problem is not only a matter of science, technology and politics but also, and perhaps primarily, a matter of radical change of mind, of new values, of a new ethos. In Christian theology we use the term metanoia, which means a shift of the mind, a total change of mentality. This is very important, because of the fact that during the last century, a century of immense scientific progress, we experienced the biggest destruction of the natural environment. It seems that scientific knowledge does not reach the depth of our soul and mind. Man knows; and he still continues to act against his knowledge. Knowledge did not cause repentance, but it brought up cynicism and other obsessions. 

Our way to the establishment of an ecological culture has to be an ecological one. It is not proper to intend an ecological culture and to make decisions without taking into account their impact on the environment. Religions can contribute essentially to this aim. In the last three decades, the Ecumenical Patriarchate was the protagonist in ecological sensibilisation and action. If there is one thing that we have learned over the last years, it is the way that all of us are intimately and inseparably interconnected with the natural environment. We know now that even the slightest aspect of pollution and climate change on our planet has transparent and tangible implications for the last speck of dust in every corner of our planet. 

We are all called to common responsibility for the common good. We must work towards solutions for the challenges that we jointly face. 

4. Building Bridges of Solidarity 

We are nowadays facing a worldwide economic crisis and its social outcomes on a global scale. We regard this crisis as a “crisis of solidarity”, as an ongoing process of “desolidarization”. Solidarity is the term, which contains the very essence of social ethos, referring to the pillars of freedom, love and justice. It means steadiness in the struggle for a just society, the respect of human dignity beyond any division of social classes. We are convinced that the future of humanity is related to the establishment of the culture of solidarity. 

Religions cannot ignore this immense crisis of solidarity. Economic and social problems affect human beings at the center of their life, their freedom and dignity. Religions developed an impressive tradition of philanthropy and solidarity. Even modern adversaries of religion are astonished at the social power and impact of faith. 

The famous biblical parable of the Good Samaritan (Luke 10.25-37), describes the spontaneous compassion and support for the suffering person, despite the fact that this person was a foreigner, or even an “enemy”. Christian love is always concrete and personal. Another truth in this parable is expressed in the answer of Jesus to the initial question: “Who is my neighbor?” For Jesus, the truth of love is to become a “neighbor” for everybody who needs our support. In modern terms: if our help can reach people far from us, it is the sense of the commandment of love to support them, to be their brother and sister. In the same parable, we can also detect the call to work for the improvement of the social conditions, which produce need, injustice, poverty and violence. Indeed, religion is not only a matter of personal life and of privacy, but it plays a pivotal role at the level of society.

Our anthropology, our image of the human being and the purpose of its life, defines our attitude toward humanity and social action. If we see the human being as homme machine, we can easily transform the human person into an object. If we regard the human being as a person (prosopon) created “in the image” of God, then our attitude changes. This person-centered anthropology resists the contemporary objectivization of humanity in the name of scientific progress, the modern glorification of the individual as homo clausus; it resists the oppression of human rights in the name of communitarian structures or by totalitarian regimes, as well as the elimination of the dignity and uniqueness of man within the impersonal process of globalization. 

The most serious contemporary threat of the culture of solidarity is economism, the fundamentalism of market and profit. We are not qualified economists, but we are convinced that the purpose of economy should be for the service of humankind. The terms economy and ecology have the same etymological root. They contain the Greek word oikos (household). Oikonomia means care or management of our household; oikologia,-ecology- means study, appreciation of our home, keeping our world as oikoumene, as a place where we live and we can live. 

We reject “economic reductionism”, the reduction of the human being to homo oeconomicus. We resist the transformation of society in a gigantic market, the subordination of the human person to the tyranny of the needs, of consumerism, the identification of “being” with “having”, of dignity with property. We demand the respect of social parameters in economy, which are the basis for a life in freedom and dignity; we work for the protection of fundamental human rights and for the establishment of justice and peace. 

True faith does not release us from our responsibility to the world. On the contrary: it strengthens us to give witness of reconciliation and peace. The tension between our being “in the world” but, at the same time, “not of the world”, provides for our action orientation, sensibility and effectiveness.

Conclusion: The Future as Openness

Interfaith dialogue, environmental awareness and the culture of solidarity are responsibilities that we owe not only to the present generation. Future generations are entitled to a world free from fanaticism and violence, unspoiled by pollution and natural devastation, a society as a place of solidarity. 

We hear it often stated that the last two centuries were times of struggle for freedom and equality. This must become an era of fraternity and solidarity.  However, this cannot be achieved without the contribution of religion. Thus, we can realize the gravity of the error of those modern thinkers, who underestimated or rejected the religious phenomenon, the fault of those who were blind in front of the dynamism of religion, of the culture it created, of its contribution to peace and its enormous social impact. They have easily but wrongly identified the negative aspects of religion, such as violence in the name of God, with its very essence.

Progressive intellectuals are in a way accused of having indirectly strengthened fundamentalistic excesses in religion, since they downgraded religious faith and practices. Fundamentalistic explosion is often a reaction against an offense of faith. 

Dialogue or openness is the antidote to fundamentalism. It is a gesture and source of greater solidarity. Openness to the “other” does not threaten our particular identity. On the contrary, it deepens and enriches it. Openness resists both fanaticism and acceptance of everything, the nihilism of “anything goes”. It affirms plurality and intercultural exchange. Obviously, everything depends on our attitude toward pluralism and otherness. Pluralism is a hopeful chance and a positive challenge. Fear of difference and otherness leads to the enclosure within the boundaries of our particular culture and consequently to fundamentalism. 

Another major challenge for religions in our days is the human rights movement. Modern human rights claim to function as fundamental common values, as universal humanistic criterion. If religions approach human rights in a spirit of openness, they will discover part of their own basic principles and core values. In this way, religions can contribute to a deeper understanding of human rights, of their normative elements and of their limits. This attitude gives religions the chance to promote their own traditional ethos in its proper content and to point out the religious dimension of freedom. After all, the history of freedom does not begin with the history of modern human rights.

Dear students of the Izmir University of Economics: Looking into your eyes means drawing encouragement, inspiration and hope for a bright future.

Distinguished Professors: Your sacred task is to transmit to your students the spirit of openness. It 
is they who shall carry the responsibility for social values, for religion and culture, for freedom and justice, for the respect of otherness, for solidarity with creation and with humanity. Education has to offer the vision of a culture of participation and sharing, of existence as coexistence, of life as communion. 

Weremain thankful for this encounter and express once again our gratitude to your University for the exceptional award and the invitation to address you today.

Thank you very much. And God bless you!

Πρωτοπρεσβυτέρου Παναγιώτη Καποδίστρια: ΤΟ "ΜΕΓΑΛΟ ΙΕΡΟ ΤΑΓΜΑ" ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ. Τέσσερις αιώνες μνημοσύνης Γασπάρου Καστελιού





Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015

Για το βιβλίο της Μαριέλλης Σφακιανάκη-Μανωλίδου «εν χορώ τότε, με τη Χορωδία του Τρίτου...» (εκδ. Κέδρος, 2014)

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ  ΔΑΝΙΗΛ

                                                           De la musique avant toute chose
                                                          De  la musique encore et toujours!

Με αυτούς του στίχους του Πωλ Βελραίν θα έπρεπε να αρχίσουμε να μιλάμε για το βιβλίο της Μαριέλλης Σφακιανάκη-Μανωλίδου που αυτοβιογραφούμενη συνθέτει τη βιογραφία της χορωδίας του Τρίτου Προγράμματος. Συγγραφέας και χορωδία ωριμάζουν παράλληλα, εξελίσσονται και διαπρέπουν. Η συγγραφέας μπαίνει στο θέμα της με έναν ποιητικότατο πρόλογο, όχι χορεύοντας, αλλά σίγουρα εν χορδαίς, εν φωναίς  και οργάνοις. Το βιβλίο της, με τον τίτλο εν χορώ τότε, με τη Χορωδία του Τρίτου... από τις εκδόσεις Κέδρος, είναι μια περιπετειώδης εξιστόρηση του τι συμβαίνει σ’ αυτόν τον τόπο και οι ικανοί παιδεύονται και βασανίζονται για να αποδείξουν το αυτονόητο. Η Σφακιανάκη, εκτός από χορωδός είναι και συγγραφέας και σπουδαία συνθέτις, ανήκει σε  καλλιτεχνική γενιά, επομένως, εξ απαλών ονύχων ζει και ανασαίνει ως καλλιτέχνης μέσα στις χορωδίες, μέχρι να έρθει ο καιρός και να βρεθεί στη χορωδία της  ΕΡΤ που έμελλε να μεγαλουργήσει, παρά τις πολλές της περιπέτειες.

Η αφήγηση κινείται φυσιολογικά στον άξονα του χρόνου. Το νήμα πιάνεται  από τα μακρινά μαθητικά χρόνια και αφού περάσει από τα πρώτα στάδια, στα οποία η  φιλοδοξία για  σπουδές και τα όνειρα για καλλιτεχνική καριέρα γαλουχηθούν επαρκώς, αφού περάσει από πολλές ορχήστρες και ακροάσεις,  θα φτάσει επιτέλους στο επίμαχο σημείο που ο Μάνος Χατζιδάκις αναλαμβάνει  τη Δ/νση του Τρίτου Προγράμματος. Η Χορωδία της Έλλης Νικολαΐδου είναι εκείνη που θα αναλάβει με τη σειρά της ρόλο και δράση. Η αφηγήτρια χορωδός θα λάβει και εκείνη υπό μάλης την άρια αντίκα του Κατσίνι Amarilli, η οποία πρέπει να είναι η τυχερή της, αφού αυτή ήταν το εισιτήριό της σε κάθε χορωδία.  Τα σχέδια ναυάγησαν όμως όταν η Νικολαΐδου διαφώνησε με τον Χατζιδάκι. Ωστόσο, οι πύλες του παραδείσου θα ξανανοίξουν, όταν έρθει η ώρα του Μουσικού Αύγουστου, στο θέατρο του Λυκαβηττού, το 1977, και ο Μίκης Θεοδωράκης θα παρουσιάσει όλα τα χορωδιακά του έργα. Η Νικολαΐδου ετοίμασε τη χορωδία συστηματικά, φωνή –φωνή και ομαδικά, «σαν δαντέλα κοπανέλι, πόντο πόντο». Και έρχεται ο Μίκης, σίφουνας, θυμάται η Σφακιανάκη, που «σήκωσε τα χέρια και μας τράβηξε όλους μαζί με μια πνοή όπως εκείνος ήθελε, έντονα σαν ξεσηκωμένος λαός, και ποιες δαντέλες και ποια κοπανέλια! Τα σάρωσε όλα … παρασύροντας ακόμη και το κοινό να τραγουδήσει μαζί μας».   

Και επανέρχεται το θέμα της χορωδίας του Τρίτου. Και ξαναπάει με  την άρια αντίκα στη μασχάλη για να εξεταστεί. Αυτή τη φορά εξετάζεται σ’ ένα κείμενο πρίμα βίστα.  Επιτροπή ήταν ο Βύρων Φιδετζής (μέχρι πρόσφατα Διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών), ο Ευθύμιος Καβαλιεράτος και ο Αντώνης Κοντογεωργίου. Τα  καταφέρνει και πάλι. Και έρχεται η εποχή που το Τρίτο αλλάζει, ανανεώνεται και απλώνεται, με επιτυχία  σε νέο κοινό. Το καλό και αξιοσημείωτο είναι πως ο Χατζιδάκις είχε απαιτήσει από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή απόλυτη ελευθερία και καμιά λογοκρισία. Το ίδιο ζήτησε και ο μελλοντικός μαέστρος  Κοντογεωργίου, που μόλις είχε έρθει από την Γερμανία, από το Μόναχο, συγκεκριμένα, «κουβαλώντας τον αέρα της βαυαρικής ραδιοφωνίας». Η συγγραφέας περιγράφει με θαυμασμό εκείνη την περίοδο: «Ο καλπασμός των αλόγων του Ομήρου, η μουσική του ωμέγα και του όμικρον, όπως θα ακουγόταν ξεχωριστά στην αρχαία ελληνική γλώσσα, μια μελωδία του Απόλλωνα που βρέθηκε σε επιτύμβια πλάκα, ορφικοί ύμνοι. Παλιά μοτέτα … γρηγοριανές μελωδίες, αναγεννησιακά πολυφωνικά τραγούδια, ελληνικά έντεχνα μοιρολόγια, καντάτες του Μπαχ. Κλασική και σύγχρονη μουσική. Ένα σφιχτοδεμένο πλέγμα γνώσης, τέχνης και βαθιάς μουσικής παιδείας».

Οι εμφανίσεις της ορχήστρας σε μεγάλες αίθουσες, στο Βυζαντινό Μουσείο και στην Πινακοθήκη ήταν καλλιτεχνικό γεγονός. Παρά τις κακόβουλες φωνές, η χορωδία πήγε καλά και ταξίδεψε στο εξωτερικό  και στο εσωτερικό και ενεργοποίησε πηγές έμπνευσης στην χορωδό. Ωστόσο η χορωδία δεν είχε γίνει ακόμα θεσμός και μερικοί από τους ιθύνοντες της ΕΡΤ αγνοούσαν την ύπαρξή της. Ο Χατζιδάκις πελαγωμένος στις δυσκολίες δεν ήξερε τι να κάνει αλλά ο Κοντογεωργίου επέμενε να κρατά καλά τη χορωδία σε τακτές πρόβες, έστω και «χωρίς αμοιβή, μέχρι να περάσει η κρίση» (και η κρίση, όπως η γραφειοκρατία, ποτέ δεν πεθαίνει στην Ελλάδα!!!). Και επειδή ο επιμένων νικά, τελικώς, ιδρύθηκε το σωματείο «Χορωδοί του Τρίτου». Και άρχισαν οι ηχογραφήσεις αξιόλογων έργων Ελλήνων συνθετών, που είχαν ξεχαστεί στο συρτάρι, όπως του Ανδρέα Νεζερίτη που πριν από το θάνατό του πρόλαβε να ακούσει τους Πέντε Ψαλμούς του Δαυίδ.  Του Γιώργου Πονηρίδη η Μικρή βυζαντινή λειτουργία, για  γυναικεία χορωδία, σόλο σοπράνο και εκκλησιαστικό όργανο. Όμως, του Γιάννη Χρήστου το έργο Πύρινες Γλώσσες δεν παίχτηκε λόγω απεργίας των μουσικών (διότι και ο συνδικαλισμός ποτέ δεν πεθαίνει) . Το 1980 στο Ηρώδειο τραγούδησαν τον Ηλία του Μέντελσον. Την ίδια χρονιά ο Χατζιδάκις έπαιξε την Εποχή της Μελισσάνθης και η Σφακιανάκη ετοίμασε τραγούδια από τον Τάφο του Παλαμά. Και, ενώ ο Χατζιδάκις έλειπε από το στούντιο, συχνά, η Σφακιανάκη διαπίστωσε ότι ήταν εκεί με το μυαλό και την ψυχή του και δεν του διέφευγε τίποτα, ούτε το πιο αμελητέο, όπως η ίδια είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει και όχι μόνο μια φορά. Και ήταν και γενναιόψυχος και συναδελφικότατος, και ενισχυτικός και επαινετικός, διότι την ενίσχυσε να συνεχίσει να συνθέτει και ενέταξε στο πρόγραμμα τα έργα της.

Από τις αναμνήσεις της δεν λείπουν και τα δυσάρεστα ή ευτράπελα, όπως π.χ. η συναυλία ματαιώθηκε λόγω απεργίας. Όταν στο Ηρώδειο Ιάννις Ξενάκης είδε το έργο του στην παρτιτούρα απλοποιημένο (για τις ανάγκες της ερμηνείας) και θύμωσε αλλά στο τέλος έμεινε ικανοποιημένος. Όταν με χίλιες, ταξιδιωτικού τύπου ταλαιπωρίες, έφτασαν στη Σαντορίνη να τραγουδήσουν α καπέλα και ο δήμαρχος περίμενε μπάντα. Όταν στην Κρήτη, σε μια προωθημένη ξέρα, ξεπάγιασαν από το κρύο και ο αέρας τους έπαιρνε τις παρτιτούρες και το κοινό δεν ήρθε. Όταν λόγω τροφικής δηλητηρίασης όλο το πούλμαν ζητούσε από τον οδηγό κάθε λίγο στάση λόγω επείγουσας ανάγκης. Κι ένα πικρό, όταν ο νεαρός συνθέτης Θεόδωρος Παπακωνσταντίνου έφυγε στα 21 χρόνια του να υπηρετήσει στην Κύπρο και πέθανε. Κι άλλο πικρό, όταν ο Μάνος πήρε στο τηλέφωνο την Μελίνα να την συγχαρεί για την εκλογή της με το ΠΑΣΟΚ κι εκείνη αρνήθηκε να βγει στο τηλέφωνο κι εκείνος το κατάλαβε (γιατί, αγαπημένη μας Μελίνα;).

Και ο Μάνος φεύγει και «όλο το παλιό αρχείο του Τρίτου πετάχτηκε στα σκουπίδια». Κάποιοι  διέσωσαν ό,τι μπόρεσαν αλλά χάθηκαν οι μαγνητοταινίες με την Λιλιπούπολη,  η Χορωδία, ο μαέστρος της, η σειρά «Συνομιλίες με τους Έλληνες συνθέτες» του Θόδωρου Αντωνίου, οι ηχογραφήσεις της Ελένης Καραΐνδρου με τους αυτοσχεδιασμούς παικτών λαϊκών οργάνων, από όλη την Ελλάδα. Κι εδώ η Σφακιανάκη θυμάται τον Καβάφη και  το «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον» σε μουσική Κυριάκου Σφέτσα. Σαν να λέμε  Απολείπειν ο θεός όχι Αντώνιον αλλά το Τρίτο Πρόγραμμα. Ο εκδιωχθείς Κοντογεωργίου κατέφυγε στα δικαστήρια. Δικαιώθηκε μετά από εννέα χρόνια, ενώ την ώρα που το Τρίτο τον «έδιωχνε» ως «ανεπαρκή,  η Ακαδημία Αθηνών τον βράβευε για την προσφορά του στην ΕΡΤ!

Την ορχήστρα αναλαμβάνει τώρα ο Δον Κιχώτης,  Γιάννης Μάντακας, που πηγαινοέρχεται. Επανέρχεται και η Έλλη Νικολαΐδου να καλύψει το κενό του Μάνου (!), αλλά ο χρόνος και οι αλλαγές που έχουν επέλθει δυσκολεύουν τα πράγματα και αδικούν την καλλιτέχνιδα. Παρελαύνουν και άλλοι: η Φάνη Παλαμίδη της Λυρικής Σκηνής που ήξερε να χειρίζεται τις φωνές και να μην τις καταπονεί. Ο Σέρβος Σάβιτς και η αδελφή του Άννα, και πάλι η Νικολαΐδου. Και παίχτηκε στο Ηρώδειο το Κατά Σαδδουκαίων  σε μουσική του Θεοδωράκη, που εκτελέστηκε τέλεια, και ποίηση Μιχάλη Κατσαρού που «εκτελέστηκε» και αυτή, γι’ αυτό κι ο ποιητής θυμωμένος έφυγε χωρίς να χαιρετήσει το κοινό. Και επιτέλους επέστρεψε ο Κοντογεωργίου και ανέλαβε και πάλι σαν να μην είχε λείψει ποτέ. 

Και η ορχήστρα, όπως η ζωή, συνεχίζεται. 1991. Ο Γεχούντι Μενουχίν στο Μέγαρο διευθύνει το Ρέκβιεμ του Μότσαρτ· και το αλλοπρόσαλλο: η ΕΡΤ από το ραδιόφωνο δεν αναμεταδίδει από το Μέγαρο αλλά «την ίδια ώρα, το ίδιο έργο με τη Συμφωνική της Βιέννης» (τι να πει κι ο Μενουχίν;). 1993. Διευθυντής Μουσικών Συνόλων γίνεται ο Θεοδωράκης και σ’ αυτά τα σύνολα ανήκει και η χορωδία πλέον. Ταξίδια στο εξωτερικό, επιτυχίες και συγκίνηση. 1994. Στην Αμερική με Άξιον Εστί και Μαουτχάουζεν, θρίαμβος και συγκίνηση. 1998. Η Σφακιανάκη γράφει την όπερα Μίνως, εκατό χρόνια μετά τα φριχτά γεγονότα στο νησί της, την  στέλνει στη Βιέννη με τον τίτλο Κρητικό παραμύθι και βραβεύεται  το 2008.

Το βιβλίο κλείνει με έναν ποιητικό  επίλογο, όπως είχε αρχίσει,  από την συνθέτρια και χορωδό που ένα μέρος του εαυτού της «τις νύχτες δραπετεύει σαν παράνομος φυγάς κι επιστρέφει» στην γνωστή αίθουσα της ΕΡΤ πλάι στους συναδέλφους της και ξανακούει «το σφιχτοδεμένο πλέγμα από πολλές μελωδικές φωνές μαζί». Δυστυχώς η ηλεκτρονική διεύθυνση που αναγράφεται στο βιβλίο δεν ανοίγει στα έργα της, ενώ πολλές πληροφορίες για την ίδια και το έργο της παρατίθενται στο διαδίκτυο.

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email