© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2008

Huub Oosterhuis, ΚΑΘΩΣ ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ (Μετάφραση από τα Ολλανδικά: Μαρίνα Ιωσήφ)

[Συνέντευξη από το Περιοδικό Plus Magazine 12 - 2003, σ. 14-19]

Σαν ήμουνα παιδί, ήμουνα συχνά άρρωστος και μόνος. Το πιο δυνατό στον άνθρωπο είναι η ψυχή, η κλίση. Η εσωτερική δύναμη είναι η κλίση, στην ζωή του Χιούμπ Οουστερχάους. Ακόμα κι ο πρίγκιπας Κλάους, μπόρεσε να στηριχτεί σ’ αυτήν τις τελευταίες του ώρες.

Παλαιότερα ήμουνα συχνά άρρωστος. Θυμάμαι καλά, πως ήμουνα πέντε χρονών και είχα οστρακιά. Έπρεπε να είμαι ξαπλωμένος και μόνος έξι εβδομάδες σ’ ένα δωμάτιο. Στην μητέρα μου επιτρεπόταν τέσσερις φορές τη μέρα να μ’ επισκέπτεται. Σχεδόν, δεν περνούσε ο καιρός. Ήμουνα ένα παιδί που αγαπούσε την μελωδία κι έτσι τραγουδούσα λίγο και μπορούσα λίγο να διαβάζω, και κατά τα άλλα περίμενα ολόκληρα μεσημέρια. Μετά, ξαφνικά σκοτείνιασε, μια ελπίδα φανερωνόταν στην ατμόσφαιρα και ονειρευόμουνα ξαπλωμένος. Εγώ και η οικογένειά μου, κάναμε βόλτες με το ποδήλατο, κατά μήκος του ποταμού Άμστελ, όπου υπήρχαν πανέμορφα αγροτικά σπιτάκια με φανταστικούς κήπους. Έβαζα με το μυαλό μου ότι υπήρχε ένας διάδρομος από το σπίτι μας, ως ένα πανέμορφο κήπο. Είχα προσβληθεί από ένα μικρόβιο και δεν έπρεπε να με αγγίξουν, αλλά όλοι οι άνθρωποι σ’ εκείνον τον κήπο, θα με άγγιζαν. Θα ερχόταν όποιος μου άρεσε, θα ερχόταν ακόμα και ο μανάβης, με το κάρο του.
Η οστρακιά αρχίζει ορμητικά και ο πατέρας μου είχε τοποθετήσει ένα κουδουνάκι στην κρεβατοκάμαρά μου, για την περίπτωση που είχα πολλή ανάγκη την μητέρα μου. Τα πρώτα βράδια, θα είχα χτυπήσει γύρω στις τέσσερις φορές. «Μην παρακουδουνίζεις», έλεγε η μητέρα μου, «γιατί αν το κάνεις, δεν θα μπορώ να σε περιποιούμαι μέσα στη μέρα τόσο καλά». Κι έτσι, ξεκόλλησα το κουδουνάκι απ’ τον τοίχο. Ο πατέρας μου το ξανάφτιαξε, αλλά εγώ δεν το χτύπησα ποτέ ξανά. Ένοιωθα εγκαταλελειμμένος. Είναι φορές που από πολύ μικρή ηλικία, μαθαίνει κανείς πράγματα, που θα ήταν καλύτερα, να μην τα γνωρίζει. Υπήρξαν στιγμές στη ζωή μου, που σκέφτηκα «Το να είσαι μόνος, παραείναι εύκολο…».
Όταν τα παιδιά μου έφτασαν σ’ αυτήν την ηλικία, θέλανε να τα κρατάμε όλη μέρα αγκαλιά όταν αρρώσταιναν. Ο Τσιερτ δεν έφευγε από κοντά μου. Κάτι τέτοιες μέρες, έπρεπε να κάνω ακόμα και τα ψώνια. Έβλεπα τη μυτούλα του Τσιερτ κολλημένη στο παράθυρο και τότε ξαφνικά μου ήρθε ξανά στο νου μου εκείνο το κουδουνάκι. Την επόμενη μέρα μίλησα με την μητέρα μου. Μου είπε: «Ήσουνα τόσο δυνατό».
Σαν παιδί ήμουνα πολύ προσκολλημένος στον πατέρα μου. Τον χειμώνα του πολέμου, πηγαίναμε κάθε πρωί μαζί στην εκκλησία. Με το χέρι μου στην τσέπη του. Πριν να πέσω να κοιμηθώ, με σταύρωνε στο μέτωπο. Αυτό το έκανε, μέχρι το βράδυ που χειροτονήθηκα ιερέας. Μου είπε τότε: «Από ΄δω και μπρος, θα με σταυρώνεις εσύ». Και αυτό έκανε κάθε φορά που βλεπόμασταν. Το 1966 απεβίωσε. Κι εγώ έβαλα στο φέρετρό του έναν σταυρό στο μέτωπό του.
Μετά το θάνατό του, βρήκα όλα τα γράμματα που του είχα γράψει μετά τα δεκαοχτώ μου, που εισήλθα στο τάγμα των Ιησουϊτών. Συναντιόμασταν μόνο δυο φορές το χρόνο, σε μια Αίθουσα, γι’ αυτό αλληλογραφούσαμε. Πάντα με ρώταγε: «Ποια βιβλία πρέπει να διαβάσω»; Στα δε βιβλία του έβρισκα σχόλια, όπως «Να ρωτήσω τον Χιούμπ, σελίδα τριάντα οχτώ». Όταν το 1965 χειροτονήθηκα ιερέας της Εκκλησίας των Φοιτητών, καθόταν πάντα εκεί. Τον έψαχνα με τα μάτια μου και μετά κοιταζόμασταν στα μάτια.
Ήμουνα έξι χρονών, όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Ο πατέρας μου έκανε τη θητεία του, δεν ξέραμε τι είχε απογίνει. Η μητέρα μου τότε είχε τέσσερα παιδιά, Αργότερα, κατά τη διάρκεια του πολέμου ήρθε και άλλη καταστροφή για την οικογένεια. Τρία παιδιά πέθαναν πάνω στη γέννα τους. Οι γονείς μου είχαν ασύμβατο ρέζους. Τα παιδιά είχαν αναιμία, πήραν αίμα απ’ τον πατέρα μου και μετά πέθαναν. Είδα τον πατέρα μου να κλαίει.
Μετά ήρθε η απελευθέρωση. Πακέτα τρόφιμα, έπεφταν απ’ τον ουρανό σαν να τα έστελνε κατ’ ευθείαν ο Κύριός μας, ο Αγαπητός. Χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα στο Χάρλεμ, ανεβασμένος πάνω σ’ ένα καναδέζικο τανκ. Τέτοιο παιδί, εξαιρετικά παθιασμένος, μπορούσα να παρασυρθώ από κάτι: Οι γονείς μου έπρεπε να με ψάχνουν ταχτικά, ενώ εγώ βρισκόμουνα σε άλλη γειτονιά ή στην ταράτσα.
Στα δεκατέσσερά μου χρόνια, καθώς χτένιζα τα μαλλιά μου, έσπασα το λαιμό μου: Οι κλειδώσεις είχανε μολυνθεί απ’ την οστρακιά και τον υποσιτισμό του πολέμου. Τα πόδια μου είχαν παραλύσει και είχα προετοιμαστεί, πως δεν θα μπορούσα να ξαναπερπατήσω. Αντίθετα, ανάρρωσα. Θυμάμαι, ότι μετά απ’ αυτό πήγαμε διακοπές στο Βέικ αν Ζεει και ότι είχα έντονη την ανάγκη, να είμαι μόνος μου. Περπατούσα πολύ στην αμμουδιά. Ήμουνα χαρούμενος που ανάρρωσα, αλλά παράλληλα μου ήταν και λίγο ασυνήθιστο.
Το ότι ήθελα να γίνω και λίγο ιερέας, είχε ίσως να κάνει μ’ αυτό. Είχα σωθεί. Πίστευα πως κάτι έπρεπε να δώσω πίσω. Το χειρότερο που θα συνέβαινε, αν γινόμουνα ιερέας, ήταν ότι δεν θα αποκτούσα ποτέ παιδιά. Γι’ αυτό και το έβρισκα δύσκολο να διαλέξω, γιατί σκεφτόμουνα τα παιδιά που χάθηκαν στην οικογένειά μας. Το 1967 αποφάσισα ν’ απαρνηθώ την υποχρεωτική αγαμία του ιερέα, γιατί διαπίστωσα πως δεν ήταν αυτή η ζωή που ήθελα να ζήσω. Ήθελα μια συνηθισμένη ζωή. Είχα αποφασίσει νωρίτερα πως ήθελα μια οικογένεια και όχι έναν σύντροφο. Είμαι εξαιρετικά ευτυχισμένος με το γεγονός πως έχω δικά μου παιδιά, παρ’ όλο που ο γάμος μου δεν πήγε καλά. Έχουν σφραγίσει τη ζωή μου, το ότι μπορείς να τα φροντίζεις, το ότι αυτό πέτυχε, το ότι σ’ έχουν ανάγκη, σ’ αγαπάνε, το ότι θα υπάρχουν πάντα.

Τώρα αναγνωρίζω τον εαυτό μου στο παθιασμένο παιδί του τότε. Το ότι αφήνεις να παρασυρθείς από κάτι. Όταν τις Κυριακές πρέπει να κάνω το κήρυγμα, ή όταν πρέπει κάποιον να θάψω, επωφελούμαι απ’ αυτήν την κλίση. Τότε αφήνω τα πράγματα όπως είναι και συνεχίζω μέχρις ότου γίνονται καλά. Τα παιδιά μου έχουν κι αυτά κλίση, στη Μουσική: Τρέιντγε και Τσιερτ. Τους φώναξα κάποτε: «Ριχτείτε σ’ αυτό». Από πολύ νωρίς κατάλαβα ότι έπρεπε να τους αφήσω να πάρουν τον δρόμο τους με την ερημιά που είχαν μέσα τους. Κάποτε έγραψα ένα ποίημα για τον Τσιέρτ:
Θα μπορούσα επίσης
Χωρίς εσένα
Να ζήσω ευτυχισμένος
Αλλά όχι τώρα πια.
Έχω μια σύντροφο. Δεν μιλάω εύκολα για την αγάπη. Αυτό που έχω να πω, το λέω καλύτερα μ’ ένα ποίημα. Το ν’ αγαπάς, το βρίσκω πολύ ανήσυχο. Έχει να κάνει με τα χρόνια μου της Αγαμίας. Η φιλία είναι πιο ήρεμη. Όλα υπάρχουν στη ζωή, τα ορμητικά, οι απογοητεύσεις.
Είμαι ένας φανατικός ουτοπιστής. Τι άλλο μας απομένει; Πολλά όνειρα έχουν πραγματοποιηθεί. Θέλαμε να πετάξουμε: Τώρα, πετάμε. Πιστεύω πως το απίθανο είναι πιθανό. Πιστεύω πως η Ειρήνη είναι πιθανή, πρέπει να το πιστεύουμε. Δεν είμαι καθόλου απαισιόδοξος, αλλά έχω μάθει καλά να ζυγίζω καταστάσεις που δεν θάχουν καλή εξέλιξη. Η φαντασία μου κεντρίζεται εύκολα. Τώρα σχεδιάζω ένα βιβλίο για Αγγέλους που να εικονογραφηθεί από έναν εικαστικό καλλιτέχνη. Αυτή η επινόηση διαρκεί όλη την ημέρα. Έτσι, έχω έναν Άγγελο στο σπίτι, που κλέβει τα ρολόγια μου. Αυτό μου συμβαίνει όταν οδηγώ ή πριν πέσω να κοιμηθώ, κάνω τέτοια σχέδια. Όταν ήμουνα παιδί, είχα τη μεγαλύτερη δυσκολία να διαχωρίζω την αλήθεια απ’ το παραμύθι. Είναι επίσης πολύ δύσκολο, να ζεις με την Αλήθεια. Γι’ αυτό ψάχνεις την κατάλληλη χρεία για να την πεις και διαρρυθμίζεις τη φαντασία σου.
Έχω περάσει από πολύ δύσκολες καταστάσεις. Ευτυχώς αυτό δε σήμανε για μένα ότι βυθίστηκα στο μίσος. Υπήρξαν χρόνια που δεν ήξερα πώς θα τέλειωναν. Το ότι τα πράγματα έγιναν καλά, είναι η ευτυχία μου. Είμαι ανήσυχα ευτυχής. Πάντα υπάρχει κάτι, αλλά είμαι ευτυχής.

Στο μέλλον: Σε λίγο ελπίζω να γίνω νεότερος απ’ ό,τι τώρα. Ίσως τότε, να έχω λιγότερες έγνοιες και ν’ αποκτήσω μια δεύτερη αθωότητα.
Έχω στο σώμα μου μερικά πράγματα για τα οποία γνωρίζω, πως δεν προοδεύουν: Αρχίζω να κουφαίνομαι κι όταν λειτουργώ κουράζομαι, εξαντλούμαι πολύ περισσότερο απ’ ό,τι πέντε χρόνια πριν. Το να γίνεις 70 είναι πολύ κουραστική υπόθεση. Οι σκέψεις ότι αρχίζει η τελευταία περίοδος. Χάνεις πολλούς ανθρώπους.
Δεν μπορώ να ξεκαθαρίσω το πού βρίσκεται η δουλειά μου. Καμιά φορά σκέφτομαι: «Βρίσκομαι στην μέση», άλλες πάλι φορές σκέφτομαι: «Αυτό, το έχω ήδη εκεί, μόνο πρέπει να του δώσω μια πιο καθαρή φόρμα». Με ξαφνιάζει, καθώς τραγουδάω ένα τραγούδι μου, κι αμέσως νοιώθω: υπήρχε ακόμα ένας στίχος που έγραψα το 1974. Τότε δεν ήμουνα ικανοποιημένος με το στίχο αλλά παρ’ όλα αυτά, ο στίχος αυτός ήταν καλύτερος. Συχνά βάζω στόχο να τελειώσω με όλα τα επόμενα 5 χρόνια και έτσι, όταν φτάσω στα 75, να ξανακοιτάξω απ’ την αρχή τι θα προκύψει. Ίσως τότε να γράψω παιδικά βιβλία ή τελείως διαφορετικά ποιήματα.
Το να είναι κανείς αμέριμνος, το συσχετίζω περισσότερο με τη φύση. Πριν πολλά χρόνια ανακάλυψα ένα μέρος στη νότια Γαλλία: μια ακρογιαλιά, με ήρεμη αμμουδιά, ένα ξύλινο μαγαζάκι, που μπορεί κανείς να φάει ψάρι. Ξανά και ξανά εκπλήσσομαι, με το πόσο όμορφη βρίσκω την καμπύλη αυτής της βουνοπλαγιάς, γνωρίζω όλες τις αποχρώσεις του φωτός. Και ξεπλένονται άσπρες πετρίτσες στην αμμουδιά. Μαζεύω μονάχα τις ακηλίδωτες: αυτές βρίσκονται σπίτι μου σε γυάλινα βαζάκια, πάνω στη βιβλιοθήκη. Σ’ αυτό το σημείο της γης θα ΄θελα να βρίσκομαι ως το πικρό τέλος.
Τα γηρατειά κάνουν τον άνθρωπο λιγότερο φανατικό. Όταν στην εκκλησία πρέπει να προσευχηθώ δυνατά κι αυτό είναι πια ο κλάδος μου, γίνομαι πιο προσεχτικός με τα λόγια μου: «Εσύ που ζεις, αν ζεις και που μόλις μπορούμε να το κατανοήσουμε», προσπαθώ την αμφιβολία που έχουν οι άνθρωποι, παρ’ όλο που δεν ξεγράφουν το Θεό, ν’ αρθρώσω. Σε κηδείες, μπορείς να αδικήσεις τους ανθρώπους, εάν αποσιωπήσεις την λύπη και τον πόνο.
Απήγγειλα στον πρίγκιπα Κλάους έναν ψαλμό (κατά την τελευταία φάση της αρρώστιας του) που αρχίζει με τις λέξεις:
«Σώσε με
το νερό έχει
ανέβει στο στήθος μου».
Τέτοιες εικόνες, τότε είπε αυτός: «Γενηθήτω». Έχω γράψει ένα ποίημα για τον συναρπαστικό λόγο των τριών γιων του, που με τη βροχή κρατούσαν φρουρά δίπλα στο φέρετρο. Μπορείτε να καταλάβετε πώς αισθάνθηκαν.
Δεν φοβάμαι να πεθάνω. Θα το έβρισκα λυπηρό, εάν χάνονταν χρόνια απ’ τη ζωή μου, μέσα στον πόνο. Στα 45 μου, έπαθα ένα πάρα πολύ σοβαρό αυτοκινητιστικό ατύχημα. Σύρθηκα για να βγω απ’ το σαράβαλο. Αυτή ήταν μια στιγμή που πίστεψα, ότι όλα είχαν τελειώσει. Δεν είχα άγχος, είχα θυμό. Ίσως αυτό να μ’ έσωσε, δηλαδή, το ότι δεν ήθελα να πεθάνω.
Παλεύω με το μυαλό μου, όταν μιλώ για το επέκεινα. Σχεδόν δεν είναι ευπρεπές, σ’ έναν κόσμο, όπου σύμφωνα με συθέμελες μουσουλμανικές φαντασιώσεις, αποκτά 70 παρθένες στον ουρανό. Δεν μπορώ παρά να ελπίζω, ότι ο Θεός της Βίβλου, έχει τον τελευταίο λόγο και θα είμαστε καλά. Το ελπίζω, το ελπίζω.
[Το ίδιο κείμενο, με πληροφορίες για τον Ολλανδό αυτόν πνευματικό άνθρωπο, αλλά και για τη μεταφράστρια, βλ. "Στον ίσκιο του Ήσκιου", εδώ.]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email