© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΗΣ ΚΟΡΥΦΗΣ

Στὸν πολυσέβαστον Μητροπολίτη Φιλαδελφείας κύριον Μελίτωνα, ταπεινὸν ἐπετειακὸν εὐχετήριον γιὰ τὴν εἰς Ἐπίσκοπον χειροτονίαν του ( 28-10-2000)

Συλλογίζομαι πολλὲς φορὲς τὴν δεινὴ τὴ θέση ποὺ βρίσκεται ὁ κάθε συνειδητὸς Ἀρχιερεύς, ὅταν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ χοροστατεῖ ἤ καὶ νὰ λειτουργεῖ. Γιατὶ δὲν πρέπει μονάχα νὰ συντονίζει καὶ νὰ ἀγρυπνεῖ τὰ περὶ τῆς κάθε ἱεροτελεστίας, πανηγύρεως καὶ λειτουργίας, ἀλλὰ καὶ νὰ «νήφει ἐν πᾶσι»(Β΄ Τιμ. 4, 5 ). Μὲ λίγα λόγια πρέπει νὰ κατορθώνει νὰ ξεπερνᾶ πολλὲς συμπληγάδες, τὶς ὁποῖες ὁ μισόκαλος τοῦ ἐμφανίζει κι ὀφείλει νὰ τὶς διαβεῖ. Διαφορετικὰ θὰ συντριβεῖ πάνω τους, ὅπως τὰ πλοῖα σὲ κεῖνες τὶς ὀμηρικὲς συμπληγαδες.
Συλλογίζομαι, λοιπόν, τὸν Ἐπίσκοπο αὐτὸν πόσες ἰσορροπίες ὀφείλει νὰ διατηρήσει μέσα σὲ κάθε ἱεροτελεστία ἤ λειτουργία. Ἰσορροπίες ἐξάπαντος ἀναγκαῖες, γιὰ νὰ ἐμφανιστεῖ μιὰ νοικοκυρεμένη κατἀσταση καὶ νὰ δοθεῖ ἕνα μάθημα συνεργασίας καὶ φιλοτίμου ὑπακοῆς. Μὲ πρῶτο ἀποδέκτη τὸν ἴδιο καὶ στὴ συνέχεια ὅλους τοὺς συλλειτουργούς του. Τελικὸς κι ἀλάνθαστος ἀποδέκτης ἀπομένει, ὅπως καταλαβαίνουμε, πάντα ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.
Ὅμως γιὰ νὰ κατορθωθεῖ αὐτὸ ἀπαιτεῖται μιὰ ματωμένη πορεία δοκιμασίας, ποὺ πρωτίστως ὀφείλει νὰ ὁδηγεῖ στὴν αὐτογνωσία. Καὶ μάλιστα στὴν αὐτογνωσία, ποὺ τὴ συνοδεύει ἡ εἰλικρινὴς συναίσθηση τῶν ὁρίων τοῦ καθενὸς μέσα στὰ ὁποῖα ἁπλώνει καὶ κατευθύνει τὴν ὅποια του διακονία-δραστηριότητα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ σταυρωμένη βιοτὴ καὶ διακονία ἑνὸς Ἐπισκόπου εἶναι ἕνας διαρκὴς ἀγώνας αὐτογνωσίας καὶ διορθώσεως βίου. Γιατὶ μοναχα μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ μπορεῖ νὰ κηρύξει τὴ σωτηρία καὶ τὴ μετάνοια. Μὲ διορθωμένο πρῶτα τὸ δικό του ψυχισμό, ὥστε νὰ καταφέρει στὴ συνέχεια νὰ καθοδηγήσει τὸ ποίμνιό του εἰς σωτηρίους ὁδοὺς καὶ εὔδιους λιμένες. Μὲ λίγα λόγια πραγματοποιεῖ ὅσα τοῦ παραδόθηκαν κατ᾿ ἐκείνην τὴν εὔσημο ἡμέρα τῆς εἰς Ἐπίσκοπον χειροτονίας του, ὡς ἄλλη παρακαταθήκη καὶ ἱερὴ ἐντολή: «ποίησον αὐτὸν μιμητὴν σοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Ποιμένος, τιθέντα τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν προβάτων σου, ὁδηγὸν εἶναι τυφλῶν, φῶς τῶν ἐν σκότει, παιδευτὴνἀφρόνων, διδάσκαλον νηπίων, φωστῆρα ἐν κόσμῳ ἵνα, καταρτίσας τὰς ψυχὰς τὰς ἐμπιστευθείσας αὐτῷ ἐπὶ τῆς παρούσης ζωῆς, παραστῇ τῷ Βήματί σου ἀκαταισχύντως, καὶ τὸν μέγα μισθὸν λάβῃ». Μόνο ποὺ αὐτὸς ὁ ἱκετήριος λόγος θὰ χρειαστεῖ προηγουμένως νὰ γαλβανιστεῖ στὸ καμίνι τῆς ἄλλης μεγαλης ἐντολῆς ποὺ λίγο πρὸ τοῦ τιμίου σταυροῦ Του καὶ τοῦ πάθους, παρέδωσε τὴν ἀκόλουθη ἐντολή-πυξίδα γιὰ κάθε ἡγέτη, πομένα καὶ διδάσκαλο: «Οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριέυουσιν αὐτῶν· καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσίαζουσιν αὐτῶν. Οὐχ οὕτω δὲ ἔστι ἐν ὑμῖν· ἀλλ᾿ ὅς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται διάκονος ὑμῶν» (Μαρκ. 10, 42-43). Κι ἕνας Ἐπίσκοπος ποὺ βηματίζει καθημερινὰ πάνω στὸ τεντωμένο σχοινὶ τῆς ἡγεσίας, ξέρει πολὺ καλὰ ὅτι τὸ μοναδικὸ κλειδὶ ποὺ ἀνοίγει τὶς καρδιὲς τῶν συνεργατῶν, φίλων, συνανθρώπων καὶ ὅλου τοῦ ποιμνίου του εἶναι ἡ ἀνόθευτη διακονία, τὴν ὁποία ὀφείλει νὰ φέρει «λεντίῳ διεζωσμένος» (Ἰω. 13, 5). Μακάριοι ὅσοι τὸ προσπαθοῦν καὶ τρισμακάριοι ὅσοι τὸ κατορθώνουν.  

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΑΝΙΕΡΟ ΑΝΑΚΛΗΜΑ ΗΜΕΡΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ

(Σκέψεις καὶ βιώματα ἀπὸ μιὰ Ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία σὲ μιὰ λησμονημένη ἐνορία)





Εἶναι ἀλήθεια πὼς πολλὰ χάνουμε στὸ μάκρος τοῦ ἐπίγειου βίου μας. Πολλὰ καὶ ποικίλα, ποὺ μᾶς θλίβουν ἀφάνταστα, καθὼς μᾶς τὰ ἀφαιρεῖ ἡ σκληρὴ καθημερινότητα, αὐτὸ τὸ λαίμαργο θηρίο ποὺ παραμονεύει τὴ ζωή μας.
Ὡστόσο ὑπάρχει καὶ κάτι, ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς τὸ ἀφαιρέσει ποτέ. Κι αὐτὸ εἶναι οἱ ἀναμνήσεις μας καὶ μάλιστα οἱ ἀναμνήσεις ἐκεῖνες οἱ πολύτιμες, τῆς παιδικῆς καὶ πρώτης ἐφηβικῆς ἡλικίας οἱ ἱερὲς μνῆμες, ποὺ στολίζουν τὶς πλέον ἀκριβὲς κοσμηματοθῆκες τῆς ψυχῆς μας. Κι αὐτὲς ἀναμφίβολα εἶναι ἡ ἀέναη παραμυθία μας σὲ καιροὺς σκληροὺς καὶ σὲ μέρες στεγνὲς ἀπὸ ἀνθρώπινη φιλοτιμία καὶ συναντίληψη.
Αὐτὲς τὶς ἀναμνήσεις ξαναέζησα καὶ σήμερα, μιὰ μέρα, ὄντως, ξεχωριστὴ στὸν ἱερατικό μου βίο, καθὼς βρέθηκα στὸν γενέθλιο τόπο μου καί, μάλιστα, στὴν παλιά μας τὴν ἐκκλησιά τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων τοῦ Κάτω Χωριοῦ. Κι αἰτία ἦταν ἡ Ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία, τὴν ὁποία μὲ χαρισματικὴ ἐπιμέλεια καὶ ἰερὸ δέος ἐτέλεσε ὁ Ἐπίσκοπός μας, ὁ Μητροπολίτης Χαλκίδος, Ἰστιαίας καὶ Βορείων Σποράδων κ. Χρυσόστομος Β΄, μὲ συλλειτουργούς του τοὺς ἐφημερίους καὶ τῶν ἑπτὰ ἐνοριῶν τῆς νήσου, δύο ἀδελφῶν ἱερομονάχων καὶ τοῦ Ἀρχιδιακόνου τῆς Μητροπόλεώς μας.
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι, πλὴν τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Ἐπισκόπου Ὀλύμπου κυροῦ Δημητρίου, οὐδένα Ἀρχιερέα θυμᾶμαι νὰ ἔχει ἔλθει καὶ νὰ λειτουργήσει στὸ ναὸ αὐτό. Ἴσως δὲ ἡ πρώτη καὶ ἐσχάτη Ἀρχιερατικὴ θεία Λειτουργία νὰ ἦταν ἐκείνη ποὺ ἐτελέσθη κατὰ τήν Θείαν Ἱερουργίαν, διὰ τήν τῶν ἱ. Ἐγκαινίων καθίερωσιν τοῦ ναοῦ αὐτοῦ, περίπου στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰ., ἀπὸ τόν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Χαλκίδος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα μέχρι σήμερα δὲν ἔχουμε πληροφορηθεῖ. Γι᾿ αὐτὸ κι ἦταν μιὰ ξεχωριστὴ ἡμέρα, ποὺ πραγματικὰ τέμνει τὸ χρόνο, ἀφαιρεῖ τὶς ὅποιες πληγὲς καὶ κακοφορμήσεις στὸ σῶμα τῆς παλιᾶς αὐτῆς ἐνοριακῆς Κοινότητας καὶ ἀνακαλεῖ ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ Χρόνου τοὺς πρώτους κτήτορες ἑνὸς χθαμαλοῦ καὶ ταπεινοῦ ναΐσκου τὸ 1828, τὸν Καπετὰν Μαρίνο Στεριανό, δηλαδή, ἀπὸ τὸ Γομάτι τῆς Χαλκιδικῆς, κι ὕστερα τοὺς ὅσους πάσχισαν νὰ ἀνακαινίσουν τὸ ναὸ καὶ νὰ τὸν ἐπεκτείνουν τὸ 1875... Ὅλων ἐκείνων, Ἱερέων, Ἐπιτρόπων, Συνδρομητῶν... Ὀνόματα ποὺ ἐπιμένουν νὰ πολιορκοῦν σήμερα τὴ Μνήμη τοῦ Θεοῦ, καθὼς εἶναι γραμμένα «ἐν βίβλῳ ζωῆς», ἄγνωστα, δυστυχῶς ἤ εὐτυχῶς, σὲ μᾶς τοὺς ἐπιλοιπομένους.
Κάπου μακρυά, σὲ χρόνο ἀνύποπτο, σὲ ὥρα ἀπόβραδη ἐπανεγγράφεται, χωμένη στὴν ἰσχνὴ τὴ μνήμη τῶν πάνω ἀπό μισὸ αἰῶνα ἐτῶν ποὺ παρῆλθαν, ἡ ἐπίσημη ἐπίσκεψη τοῦ Μητροπολίτου Χαλκίδος, Ξηροχωρίου καὶ Βορείων Σποράδων κυροῦ Γρηγορίου.
Ἀκούστηκαν οἱ καμπάνες, εἶπαν ὅτι πέρασε ὁ Δεσπότης κι ὅτι μαζὺ μὲ τὸν ἐφημέριο τοῦ χωριοῦ μας, τὸν ἀγαθὸ καὶ φιλότιμο παπα-Εὐάγγελο Διομή, ἦταν κι ὁ γιός του, ὁ παπα-Δημήτριος Διομής. Κι ὕστερα ἀπὸ λίγο ὅλα σώπασαν.
Ἀπ΄ ὅσα γνωρίζω μόνο ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Χαλκίδος κυρὸς Χρυσόστομος ὁ Α΄ ξαναπέρασε κάποτε καὶ εἶδε τὸ ναὸ μονάχα... Γιατὶ τότε στὸ Κλῆμα ἦταν ἀκόμα νωπὴ ἡ ἀπουσία τοῦ παπα-Γρηγορίου Ξανθούλη...
Γιὰ νὰ παρέλθουν τρεῖς καὶ πλέον δεκαετίες, ὥστε νὰ εἰσοδεύσει ὁ νέος Μητροπολίτης καὶ νὰ ἀναρριγήσουν οἱ κτήτορες, οἱ εὐκλεῶς καὶ ἱεροπρεπῶς ἐφημερεύσαντες-ἀπὸ ἀρχῆς ἕως τοῦ ἐσχάτως κοιμηθέντος παπα-Βαρσαμᾶ Ἀπ. Γλύνη, Κληματιανοῦ πρεσβυτέρου· οἱ διακονήσαντες τὸ ἱ. Ἀναλόγιο -ἐν οἷς καὶ ὁ ἀλησμόνητος μπάρμπα-Ἀλέκος Ξανθούλης· οἱ ἐπίτροποι, οἱ ἐνορίτες καὶ μαζύ τους ἡ χορεία τῶν εὐλαβῶν διακονισσῶν (μεταξύ τους οἱ ἀδελφές, Ἀναστασία, Ἀναργυρὼ καὶ Μαγδαληνίτσα Κωνσταντάκη) καὶ φυσικὰ ἡ θειὰ τὸ Μαχώ, ἡ οἰκονόμος καὶ ἐσχάτη κάτοικος τοῦ παλιοῦ κελλιοῦ ἀπέναντι ἀπὸ τὴ θύρα τοῦ ἱεροῦ, ποὺ μᾶς ἐτοίμαζε τὰ κάρβουνα: γιὰ τὸ θυμιατὸ καὶ τὸ «ζέον».
....Καὶ καθὼς κοίταζα ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη ἀπέναντι, νόμιζα ὅτι θὰ ξαναδῶ τὸν παπποῦ μου τὸ Νικολάκη πίσω ἀπὸ τὸ παγκάρι, νὰ εἶναι σκυμμένος πάνω στὰ πενηνταράκια καὶ τὶς δεκάρες -ποῦ νὰ τὰ βροῦν τὰ πλιότερα οἱ Κληματιανοὶ καὶ νὰ τὰ προσφέρουν- καὶ νὰ τὰ ξεχωρίζει μὲ τὸ κερὶ ἀναμμένο πάνω στὸ παλιό, χάλκινο κουτί. Γιὰ νἄρθει ἡ σειρὰ τοῦ μπάρμπα-Παντελῆ Χατζηνικολάου νὰ βγάλει τὸν δίσκο μὲ τὴν κολώνια. Κολώνια ραντισμένη ἀπὸ κεῖνο τὸ ἀλαβάστρινο «κανί», μὲ τὸ ἀνοιχτὸ θαλασσὶ τὸ χρῶμα... Κι ἀπὸ δίπλα ν᾿ ἀκούγεται ἡ εὐκατάνυκτη ψαλμωδία ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ πάντα εὐλαβοῦς ψάλτη μας, τοῦ μπάρμα-Ἀλέκου τοῦ Ξανθούλη. Κι ἐδῶ κι ἐκεῖ τὰ πρόσωπα τῶν ἁπλῶν συγχωριανῶν μου, αὐστηρά, παιδεμένα, μὲ τὴν κόπωση νὰ ἔχει χαραχτεῖ στὴ μορφή τους, ποὺ τὴ χρύσωνε τὸ χλωμιασμένο φῶς τῶν κεριῶν καὶ τῶν λαδοκάντηλων.
Ὅλ᾿ αὐτὰ ξαναεῖδα σήμερα... Ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια, μὲ ὁριακὸ σημεῖο ἐκείνη τὴς Μεγάλη Πέμπτη τοῦ 1965, ὅταν μὲ πόνο ψυχῆς ἀφήσαμε τὴν παλιά μας ἐνοριακὴ ἐκκλησιά, τὴ μισοκαταστρεμμενη, γιὰ κάνουμε Ἐπιτάφιο κι Ἀνάσταση στὸ Σχολεῖο, ποὺ μᾶς φιλοξένησε μέχρι νὰ γίνει ὁ μικρὸς ναΐσκος τῆς Μεταμόρφωσης στὸ Γήπεδο. Τὰ ξαναεῖδα καὶ δόξασα τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ ποὺ ὁδήγησε τὸν Ἐπίσκοπό μας ν᾿ ἀνοίξει καὶ τούτη τὴ θλιμμένη καὶ κλεισμένη ἐνορία, ποὺ χρόνια καὶ χρόνια εἶχε νὰ ἀγαλλιάσει, νὰ εὐφρανθεῖ πανήγυρι μεγαλοπρεπῆ καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα τρισευλογημένη.
Ἄς δώσει ὁ Κύριος νὰ ἐπαναληφτεῖ αὐτὴ ἡ πανευλόγητη Ἀρχιερατικὴ παρουσία...
Πέμπτη, 15 Ὀκτωβρίου 2015
( Οἱ φωτ. εἶναι τοῦ Ἀποστόλου, υἱοῦ τοῦ μακαριστοῦ παπα-Βαρσαμᾶ Γλύνη)
π. κ. ν. κ  
   

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

Γιώργου Γαστεράτου: ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΑΝΑΠΛΑΔΕΣ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΟΥ. ΑΝΑΣΚΕΥΗ ΕΝΟΣ ΜΥΘΟΥ

Ένα από τα ερωτήματα που κατά καιρούς τίθενται σχετικά με το παρελθόν είναι αυτό της καταγωγής και προέλευσης ανθρώπων, οικογενειών και οικισμών. Το ερώτημα αυτό, όπως και την προσπάθεια απαντήσεων, το συναντάμε συχνά στην ιστοριογραφία και έρευνα και ειδικά την επτανησιακή, καθώς υπάρχει – ειδικά στην Κέρκυρα - τεράστιο υλικό προς διερεύνηση, που φυλάσσεται στοργικά στο οικείο ιστορικό αρχείο, θησαυρό γνώσεων και πληροφοριών.
Στην Κέρκυρα, συχνά τίθεται το ερώτημα για την καταγωγή του χωριού Αναπλάδες της περιοχής της Λευκίμμης, χωρίς, ωστόσο, να έχει δοθεί μέχρι σήμερα κάποια πειστική απάντηση. Αρκετές φορές, μάλιστα, γίνεται λόγος για πελοποννησιακή καταγωγή, η οποία στηρίζεται σε κάποιες ενδείξεις όπως το όνομα που παραπέμπει στη λέξη Ανάπλι, όπως λεγόταν παλιότερα το Ναύπλιο1, η πελοποννησιακή(;) κατάληξη –όπουλος των επιθέτων που απαντούν εκεί, όπως Χρυσικόπουλος, Παπαβλασόπουλος και η συνοικία Μανιουράτικα, της οποίας το όνομα θυμίζει Μάνη. Όμως, οι ενδείξεις δεν είναι πάντα ασφαλής βοηθός στην προσπάθεια για την ανάσυρση των ψηγμάτων του παρελθόντος, το οποίο σαν άβυσσος μας περιβάλλει.
Πρώτος ο Γερμανός γεωγράφος Ιωσήφ Πάρτς (Josef Partsch, 1856-1925) είχε υποστηρίξει την πελοποννησιακή καταγωγή του χωριού Αναπλάδες2 και ακολούθως ο Σπύρος Κατσαρός3, στηριζόμενος σε σχετική μελέτη του ιστοριοδίφη Λαυρεντίου Βροκίνη, ο οποίος, όμως, δεν λέει ακριβώς κάτι τέτοιο αλλά, αναφερόμενος στο γνωστό στρατιωτικό σώμα των stradioti της Κέρκυρας, υποστηρίζει ότι «…μέγα μέρος τν πογόνων τν ν λόγ ποίκων διεσπάρη μικρν κατ μικρν κα ν τος γρος τς νήσου…».4
Ως γνωστόν με την βενετοτουρκική συνθήκη του 1540 η Βενετία, ανάμεσα στα άλλα, αποδέχεται την παράδοση του Ναυπλίου και της Μονεμβασιάς στους Τούρκους. Φεύγοντας οι Βενετοί παραλαμβάνουν στα καράβια τους όσους κατοίκους ήθελαν να φύγουν, συμπεριλαμβανομένου και του στρατιωτικού σώματος των ελαφρώς οπλισμένων stradioti5, που αποτελούσαν τη φρουρά στα δύο αυτά πολύ σημαντικά κάστρα της Πελοποννήσου. Το σώμα αυτό σκορπίστηκε σε όλες σχεδόν τις ενετικές κτήσεις από την Κύπρο και την Κρήτη έως την Κέρκυρα, όπου με επικεφαλής τον Αυγουστίνο Μπαρμπάτη εγκαταστάθηκε σε μία περιοχή νοτίως της πόλης, η οποία ονομάστηκε «Αναπλιτοχώρι» ή «Στρατιά».6 Εκεί οργανώθηκε σε τέσσερα αποσπάσματα των δεκαπέντε ανδρών, όσα και τα διαμερίσματα του νησιού (Λευκίμμης, Μέσης, Όρους και Γύρου) με αποστολή να διευκολύνει και να ενισχύει το τοπικό σώμα των cernidi στην επίβλεψή του. Επικεφαλής ήταν ο κυβερνήτης, ο «γουβερναδούρος», όπως λεγόταν, που εκλεγόταν από τη Βενετική Γερουσία και τελούσε υπό την επίβλεψη του Προβλεπτή της Κέρκυρας.7
Επανερχόμενοι στο θέμα της προέλευσης των Αναπλάδων, θα πρέπει να τονίσουμε ότι το όνομα αυτό είναι σχετικά νεώτερο. Έως τα τέλη του 17ου αιώνα εντοπίζουμε τον οικισμό στα διάφορα νοταριακά έγγραφα με το παραπλήσιο όνομα Στανοπουλάδες από το οποίο προέρχεται το σημερινό όνομα Αναπλάδες με την πρόθεση στις. Έτσι, στις πράξεις του νοταρίου του «Λευκίμμου» Κωνσταντίνου Μοναστηριώτη πληροφορούμαστε: (φ.10v) «αφζ΄ μέρα στ΄ το ουλίου μηνς, νδικτινος ι΄. ντς σπιτίου κυρς Καλς (…) κ χωρίον τν Στανοπουλάδων…» ή (φ.12v) αφζ΄ μέρα η΄ το Σεπτεμβρίου μηνς, νδικτινος ια΄. Παπ κρ Μάρκος Κουμμερκιάρης κ τν |2 πρακτορείαν το λεύχιμμου κ χωρίον τν Στανοπουλάδων…».8 Επιπλέον, στις 21 Νοεμβρίου 1532 ο ιερέας Δημήτριος Μουρμούρης, ο Βασίλειος Κωστής και ο Μιχαήλ Καλαμινός παραχώρησαν στον ιερέα Δημήτριο Κοντομάρη «…απ τν σήμερον κα εις τν παντα αιωνα τον ημοισόν ναν» του Αγίου Αρσενίου χωρίου Στανοπουλάδων (Α.Ν.Κ., Συμβ. Μ.225, φ. 394r).9
Αργότερα, εντοπίζουμε τον οικισμό με την ονομασία νω Πλάδες στο νοτάριο Βασίλειο Βλάσση (πράξεις από 1548 έως 1574), άλλοτε και τα δύο ονόματα συνυπάρχουν, ενώ το 1753 στις πράξεις του νοταρίου Σπυρίδωνος Μυρίλλα ο οικισμός εμφανίζεται πια με το όνομα Αναπλάδες.10 Το ίδιο και στην περιγραφή των ναών και των μοναστηριών της Κέρκυρας που πραγματοποιεί το ίδιο έτος ο Μέγας Πρωτοπαπάς Κερκύρας Σπυρίδων Βούλγαρης: «μοίως πλθεν ες τ χωρίον ναπλάδων κα πρτον ες τν Μονν το γίου ρσενίου δελφάτο…» ή «μοίως πλθεν ες τν Μονν τε ρημοκλήσιον τς ναλήψεως ες τὸ βουνό |13 τῶν Ἀναπλάδων γιούς τς γενες Μοναστηριώτη…».11
Το όνομα, δε, Στανοπουλάδες είναι προφανές ότι προέρχεται από το επίθετο Στανόπουλος, που υπήρχε στην περιοχή, όπως προκύπτει, άλλωστε, από τις πράξεις του νοταρίου του «Λευκίμμου» Κωνσταντίνου Μοναστηριώτη: «αφιβ΄ μέρα ιβ΄ το πριλίου μηνός, νδικτινος ιε’. Καραβοκύρης κρ Ερετς Μάνεσης ες το πλευστι|2κ ξύλο το κρ Δημητρίου Φαναριώτη κα ο σύντροφοι ατο, κρ ρσένιος Στανόπουλος…».12 Τα επίθετα του χωριού ήταν τα ίδια περίπου με τα σημερινά, όπως Χρυσικόπουλος, Παπαβλασόπουλος, Κοντομάρης, Γαρδικιώτης, Κουλούρης13, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που έχουν εκλείψει από εκεί, όπως Καψοκαβάδης, Στανόπουλος, Κουμμερκιάρης, Αυθίνος, Σουλάνης κλπ.14
Όσον αφορά, δε, το όνομα Μανιουράτικα της ομώνυμης συνοικίας των Αναπλάδων, είναι φανερό ότι ουδεμία σχέση έχει με τη Μάνη. Άλλωστε, αν ετυμολογείτο από την Μάνη, θα έπρεπε να λέγεται «Μανιάτικα». Αποδεδειγμένα δηλώνει το μέρος όπου κατοικούσαν οι έχοντες το επίθετο Μαν(ι)ούρας, όπως κατ’ επανάληψη αυτό εμφανίζεται στα νοταριακά έγγραφα του ιστορικού αρχείου Κερκύρας, και δηλώνει προφανώς αυτόν που ασχολείται με την τυροκομία.15 Επιπλέον, η κατάληξη – όπουλος μερικών επιθέτων που απαντώνται εκεί παραπέμπει σε βυζαντινά επίθετα (πχ. Αργυρόπουλος, Στρατηγόπουλος κ.α.). O Χρυσικόπουλος, για παράδειγμα, είναι ο γιος του χρυσικού, όπως λεγόταν από τους βυζαντινούς ο πωλητής χρυσών αλλά και αργυρών αντικειμένων.16
Άλλωστε, η Κέρκυρα για αιώνες αποτελούσε τμήμα της βυζαντινής επικράτειας και μάλιστα από τις αρχές περίπου του 10ου αι. ήταν η έδρα του Θέματος της Κεφαλληνίας, καθώς είχε έναν αναβαθμισμένο ρόλο στο πλαίσιο της προσπάθειας των βυζαντινών να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στην νότια Ιταλία αντισταθμίζοντας την απώλεια της Σικελίας. Άμεση συνέπεια ο εξοπλισμός της Κέρκυρας με βυζαντινά στρατεύματα και κάστρα.17 Αναφορικά με το επίθετο Γαρδικιώτης, που επίσης απαντάται στην περιοχή, αξίζει να σημειωθεί ότι είναι από τα παλαιότερα καταγεγραμμένα.18 Ειρήσθω εν παρόδω ότι η λέξη «Γαρδίκιον» ή «Γαρδίκι» (πληθ.: Γαρδίκια), από όπου προέρχεται ο Γαρδικιώτης, ετυμολογούμενη από τους παλαιοσλαβικούς τύπους гордьсь ή градьсь, δηλώνει γενικά το κάστρο, τον οχυρωμένο οικισμό, την κώμη, την πολίχνη και εχρησιμοποιείτο κατά κόρον στη βυζαντινή εποχή.19
Επιπλέον, στοιχείο ενδεικτικό της παλαιότητας του οικισμού είναι η ύπαρξη του ναού του αγίου Αρσενίου. Ο άγιος Αρσένιος, αρχιεπίσκοπος της Κέρκυρας κατά τον 10ο αιώνα, ήταν ο άγιος - προστάτης του νησιού πριν από την έλευση, κατά τον 15ο αιώνα, του λειψάνου του αγίου Σπυρίδωνα, γεγονός που συνετέλεσε, μαζί με άλλους λόγους, στη συρρίκνωση της σχετικής ευλάβειας. Αξίζει, δε, να σημειωθεί ότι επρόκειτο για μία ευλάβεια - λατρεία τοπικής εμβέλειας και επομένως, αν οι κάτοικοι του οικισμού Στ’Ανοπ(ου)λάδες ήταν έποικοι, θα ήταν αδύνατον να κτίσουν εκκλησία σε έναν άγνωστο γι’ αυτούς άγιο.20
Τέλος, για την παλαιότητα του οικισμού και των κατοίκων του αξίζει να ανατρέξουμε και στα κατάστιχα του συμβολαιογράφου ιερέως Σταματίου Κοντομάρη, που καλύπτουν πράξεις από το 1588 έως το 1614. Εκεί έχει διασωθεί μία προγενέστερη συμβολαιογραφική πράξη που συντάχθηκε στις 20 Ιουνίου 1400 από το νοτάριο Ιωάννη Σπαρμιώτη. Για την εν λόγω πράξη, που αντιγράφθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 11 έως 20 Μαρτίου 1598, έχει γίνει η υπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος που την προσκόμισε ήταν είτε απόγονος των συμβαλλομένων είτε άλλο πρόσωπο, στο οποίο θα είχε περιέλθει η νομή ή η κυριότητα των αναφερόμενων περιουσιακών στοιχείων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την πράξη, ο Θεόδωρος Μαυρόπουλος, πράκτορας της δεκαρχίας21 των Εξωκαστρινών και της πρακτορίας της Μέσης22, και ο πρωτόγηρος της δεκαρχίας Γεώργιος Κομπολίτης, εκ μέρους της δεκαρχίας, συμφώνησαν με τον ιερέα Καλοϊωάννη Παπαβλασόπουλο από το χωριό Στανοπουλάτες για παραχώρηση περιουσιακών στοιχείων, που ανήκαν στη δεκαρχία των Εξωκαστρινών και βρίσκονταν στην περιοχή των χωριών Πολιτάδες και Στανοπουλάτες της πρακτορίας Λευκίμμης. Με την ίδια πράξη ο ιερέας Καλοϊωάννης Παπαβλασόπουλος μαζί με την αδελφοσύνη του, καθώς επίσης και οι κληρονόμοι και οι διάδοχοί τους, υποχρεώνονταν να καταβάλουν στον εκάστοτε πράκτορα της Μέσης και στον πρωτόγηρο της δεκαρχίας των Εξωκαστρινών κάθε έτος, την τελευταία ημέρα του Αυγούστου, έξι δουκάτα ως σολιάτικο αποκτώντας έτσι το δικαίωμα για νομή εις το διηνεκές των περιγραφόμενων περιουσιακών στοιχείων με δυνατότητα πωλήσεως, δωρεάς, ανταλλαγής προικοδότησης και κληροδότησης υπό τον όρο της καταβολής ανελλιπώς του σολιάτικου.23
Το έγγραφο αυτό, εντός των πολύτιμων στοιχείων για την οργάνωση και τη λειτουργία των δεκαρχιών στην Κέρκυρα, είναι σημαντικότατο γιατί εμφανίζεται ο οικισμός των Στανοπουλάτων/Στανοπουλάδων και το επίθετο Παπαβλασόπουλος τουλάχιστον από το έτος 1400, εκατόν σαράντα χρόνια δηλαδή πριν την πτώση του Ναυπλίου και της Μονεμβασιάς στους Τούρκους και τον εποικισμό στην Κέρκυρα μέρους των κατοίκων τους.
Ανακεφαλαιώνοντας, το όνομα Αναπλάδες αποτελεί εξέλιξη του παλαιότατου ονόματος Στανοπουλάδες προερχόμενου από το επίθετο Στανόπουλος. Ο οικισμός διατηρεί την τοπική κερκυραϊκή ευλάβεια προς τον Άγιο Αρσένιο, αρχιεπίσκοπο Κερκύρας, που ήταν διαδεδομένη στο νησί πριν το 15ο αιώνα, και εμφανίζεται στις πηγές τουλάχιστον από το έτος 1400. Επομένως, δεν απέχουμε από την αλήθεια αν δεχτούμε ότι ο οικισμός των Αναπλάδων είναι από τους παλαιότερους στην Κέρκυρα, με γηγενή πληθυσμό και πανάρχαιες ρίζες που ανάγονται στη μεσαιωνική (βυζαντινή) περίοδο.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1 Η λέξη Ανάπλι προέρχεται από την ιταλική απόδοση του Ναυπλίου ως Napoli κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Μάλιστα, για να διαχωρίζουν την πόλη από την Napoli dItalia την ονόμαζαν Napoli di Romania.
2 Ιωσήφ Πάρτς, νσος Κέρκυρα - γεωγραφική μονογραφή, Κέρκυρα 1892, σ. 229.
3 Σπύρου Κατσαρού, Σύντομη Ιστορία της Κέρκυρας, Κέρκυρα 19924, σ. 110. Βλ. σχετ. και Μπάμπης Ν. Πανδής, Κέρκυρα – Το βαϊλάτο του Αλεύχιμου και το Πεντάχωρο, Αθήνα 1986, σ. 33-34.
4 Λαυρεντίου Βροκίνη, «Ἡ περὶ τὰ μέσα τῆς ΣΤ΄ἑκατονταετηρίδος ἐν Κερκύρᾳ ἀποίκισις τῶν Ναυπλιέων καὶ Μονεμβασιέων», αναδημ. σε Κερκυραϊκά Χρονικά, 17(1973), σ. 250, βλ. σχετ. και Σπύρου Κατσαρού, «Αναπλιτοχώρι», Χρονικά των Κορυφών, Κέρκυρα 1976, τ. Α΄, σ. 184.
5 Βλ. σχετ. Κ. Σάθα, Έλληνες Στρατιώται εν τη Δύσει, αναστατικές εκδόσεις Διονυσίου Νότη Καραβία, Αθήνα 1986.
6 Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη 1968, τ. Γ΄, σ. 159-167, του ιδίου, «Η Βενετοτουρκική συνθήκη του 1540. Εκπατρισμός των Ναυπλιωτών και των Μονεμβασιωτών», στο βιβλίο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους [Ο ελληνισμός υπό ξένη κυριαρχία (περίοδος 1453-1669) τουρκοκρατία – λατινοκρατία], εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1979, τ. Ι΄, σ. 302-304 και Ερμάννου Λούντζη, Περί της Πολιτικής καταστάσεως της Επτανήσου επί Ενετών, Αθήνα 1856, σ. 191.
7 Σπύρου Κατσαρού, «Αναπλιτοχώρι», ό. π., σ. 174-175.
8 Χρυσικόπουλος Χρ. Μιχάλης, Μοναστηριώτης Κωνσταντίνος, νοτάριος Λευκίμμου, nodari dellisola, Σωζόμενες Πράξεις 1506-1516, Λευκίμμη 2010, σ. 48, 52.
9 Σπύρος Χρ. Καρύδης, Ορθόδοξες αδελφότητες και συναδελφικοί ναοί στην Κέρκυρα (15ος – 19ος αι.), Αθήνα 2004, σ. 93, υποσ. 30.
10 Χρυσικόπουλου Χρ. Μιχάλη, «πρακτορίας λευχήμου…» - Ταξίδι στο χρόνο και το χώρο, Λευκίμμη 2009, σ. 72-73.
11 Δημητρίου Χρ. Καπάδοχου, Ναοί και Μοναστήρια Κερκύρας – Παξών & Οθωνών στα μέσα του ΙΗ΄ αιώνα, Αθήνα 1994, σ. 108-110.
12 Χρυσικόπουλος Χρ. Μιχάλης, Μοναστηριώτης Κωνσταντίνος…, ό. π., σ. 147 .
13 Για την οικογένεια Κουλούρη ή Culuri, όπως εμφανίζεται στο Archivio di Stato di Venezia, Collegio-Risposte di Fuori (Φ.332), υπάρχει αναφορά ήδη από το έτος 1502 (στου Γεωργίου Σ. Πλουμίδη, Αιτήματα και πραγματικότητες των Ελλήνων της βενετοκρατίας (1554-1600), Δημοσιεύματα αρ. 1 Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Φιλοσοφική Σχολή Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Ιωάννινα 1985, τ. 1, σ. 47.
14 Βλ. σχετ. Αθανασίου Χ. Τσίτσα, «Πίνακας των ιερέων της υπαίθρου Κερκύρας (1641)», Περί Ιστορίας, 1(1996), σ. 58.
15 Χαρίλαος Β. Κόλλας, Χώρος και πληθυσμός της Κέρκυρας του 17ου αιώνα, Κέρκυρα 1988, σ. 123.
16 Φαίδωνος Κουκουλέ, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1952, τ. Β΄, σ. 228.
17 Σύμφωνα με ανακοίνωση του γράφοντος, υπό τον τίτλο Το Θέμα Κεφαλληνίας και η Κέρκυρα κατά τον 10ο αιώνα, στο 10ο Πανιόνιο Συνέδριο, Κέρκυρα 2014 (υπό έκδοση τα πρακτικά).
18 Χαρίλαος Β. Κόλλας, Χώρος και πληθυσμός…, ό. π., σ. 123, «Ο ναός της Υ. Θεοτόκου στο Μεσοχώρι του χωριού Άγιοι Θεόδωροι <Λευκίμμης>, όπως φαίνεται από αντίγραφο προικοσυμφώνου της 11-05-1552, είχε περιληφθεί μεταξύ των προικώων που έλαβε ο ιερέας Δημήτριος Μοναστηριώτης για λογαριασμό του γιου του Μάρκου από τον ιερέα Αναστάσιο Γαρδικιώτη…» (Σπύρος Χρ. Καρύδης, Ορθόδοξες αδελφότητες…, ό. π., σ. 94, υποσ. 34).
19 M. Vasmer, Die Slaven in Griechenland, Λειψία 19702, αρ. 58, σ. 26 και αρ. 23, σ. 88 και Fr. Von Miklosich, Lexikon Palaeoslovenico - GraecoLatinum, Βιέννη 1862-1865 (ανάτ. Αalen 1977), σ. 141 σε Δημήτριος Κ. Αγορίτσας – Ηλίας Αθ. Γιαρένης, «Ζητήματα σχετικά με την επισκοπή Γαρδικίου κατά την Βυζαντινή περίοδο», Ανάτυπο από τα Τρικαλινά, 23(2003), σ. 197.
20 Βλ. σχετ. Σεβαστιανού Νικοκάβουρα, Ακολουθίαι των Αγίων Ιάσωνος και Σωσιπάτρου, της Παρθενομάρτυρος Κερκύρας της βασιλίδος, του Αγίου Αρσενίου μητροπολίτου Κερκύρας κλπ, Κέρκυρα 1909, Σπυρίδωνος Παπαγεώργιου, Περί του Αγίου Αρσενίου Μητροπολίτου Κερκύρας (876-953), Κέρκυρα 1872 και Μεθοδίου Κοντοστάνου, Ο αρχιεπίσκοπος Κερκύρας Αρσένιος, Αθήνα 1923.
21 Δεκαρχία: Ενότητα φορολογικής φύσεως με εσωτερική οργάνωση. Βλ. σχετ. Σπ. Ασωνίτη, «Οι Δεκαρχίες της Κέρκυρας (Πρόδρομη ανακοίνωση)», Πρακτικά του ΙΒ΄ Πανελληνίου Ιστορικού Συνεδρίου (Μάιος 1991), Θεσσαλονίκη 1992, σ. 89-114.
22 Πρακτορία Μέσης: Ένα από τα τέσσερα διοικητικά-φορολογικά διαμερίσματα της Κέρκυρας επί κυριαρχίας Ανδηγαυών (Λευκίμμης, Μέσης, Όρους και Γύρου) (Ιωάννου Ρωμανού, «Ανδηγαυϊκόν Δίπλωμα του Ταραντίνου ηγεμόνος Φιλίππου του Β΄ περιέχον μετάφρασιν χρυσοβούλου Μιχαήλ του Β΄ Δεσπότου της Ηπείρου», Κερκυραϊκά Χρονικά, 7(1959) «Ιωάννου Ρωμανού ιστορικά έργα», σ. 104.
23 Σπυρίδωνος Χρ. Καρύδη, «Αντίγραφα νοταριακών πράξεων του 15ου αι. στα κατάστιχα του κερκυραίου νοταρίου ιερέα Σταματίου Κοντομάρη», Παρνασσός, 41(1999), σ. 157-163.

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: «ΕΙΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ ΑΙΩΝΙΟΝ...»

ἤ, καθὼς ξημερώνει ἡ πάνσεπτος ἑορτὴ τῶν ὁσίων Ἀνδρονίκου καὶ Ἀθανασίας

Στὸν πολυσέβαστό μου φίλο, τὸν καθηγητή κ. Π. Β. Πάσχο, ποὺ μοῦ γνώρισε τὸν Μωραϊτίδη

Μὲ βαθειὰ συγκίνηση ἀναπολοῦμε, ὅλοι ἐμεῖς ποὺ τιμᾶμε τὸν ἄλλον Ἀλέξανδρον τῆς Σκιάθου, τὸν Μωραϊτίδη, τὴν εὐγενική, φιλόχριστο καὶ φιλομόναχο Μορφὴ τοῦ σεπτοῦ καὶ ἁγίου αὐτοῦ Γέροντος, ποὺ ἀναμφισβήτητα ὑπῆρξε τέκνο ὑπακοῆς καὶ φιλοθέου βιοτῆς. Γιατὶ καθὼς ξημερώνει ἡ ἑορτὴ τῶν ὁσίων Ἀνδρονίκου καὶ τῆς συμβίου αὐτοῦ Ἀθανασίας, ἡ μνήμη εὐλαβικὰ ἀνακαλεῖ τὰ ὄντως ἱεροπρεπῆ πρόσωπα τῶν μοναχῶν Ἀνδρονίκου (κατὰ κόσμον Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδου) καὶ Ἀθανασίας (κατὰ κόσμον Βασιλικὴ Φουλάκη).
Ὅμως ἄς δοῦμε τὰ πράγματα μὲ τὴ σειρά τους.
Στὶς 18 Φεβρουαρίου 1901 νυμφεύεται στὴν Καπνικαρέα ὁ ἐκ Σκιάθου λόγιος καθηγητὴς καὶ δημοσιογράφος, ὁ πολὺς Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, Ἀκαδημαϊκός, τὴν Ἀθηναία, Βασιλικὴ Φουλάκη. Στὸν γάμο αὐτὸν παραβρέθηκε κι ὁ Παπαδιαμαντης.
«Εἰς τὰς ἀγρυπνίας τοῦ Προφήτου Ἐλισσαίου, θὰ μᾶς ἐξηγήσει ὁ Λαυριώτης μοναχὸς καὶ λόγιος ἰατρός, ὁ Σπυρίδων Καμπανάος, φίλος τοῦ Μωραϊτίδη, ἐσύχναζε τακτικώτατα κυρία τις ὀνόματι Βασιλική, γυνὴ εὐλαβεστάτη καὶ σωφρονεστάτη, ἔχουσα ψυχὴν οἷα καὶ μορφήν. Ἡ εὐγένεια τοῦ χαρακτῆρος καὶ ἡ χρηστότης τοῦ θους κατέκτησαν τὴν καρδιὰν τοῦ Μωραϊτίδου, ἀλλὰ καὶ τούτου τὸ ἐπίχαρι, τὸ ἀπαράμιλλον καὶ ἀκαταπόνητον καὶ πλῆρες ζήλου ἐν τῇ ἐργασίᾳ τῶν ἀρετῶν, κατέκτησαν τὴν καρδίαν ἐκείνης. Καὶ ἐπειδὴ τὸ ὅμοιον τῷ ὁμοίῳ ἀεὶ πελάζει, συνεφώνησαν συμφωνίαν ἀπίστευτον καὶ μάλιστα εἰς τὴν ἐποχήν μας. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος, συνεχίζει ὁ μ. Σπυρίδων, ὅπως ὑποχρεωμένος εἶναι κάθε καλῆς πίστεως ἐπιστήμων, νὰ διαλαλήσω τὴν ἀλήθειαν, ὅτι συνεφώνησαν νὰ στεφανωθῶσι ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ διέλθωσι τὴν ζωήν των ὡς ἀδελφοί, ἀπέχοντες τῶν συζυγικῶν καθηκόντων...».
Τὸ 1914, μετὰ ἀπὸ δεκαπέντε ἔτη κοινοῦ ὁσιακοῦ βίου, ἡ Βασιλικὴ κείρεται μοναχὴ καὶ λαμβάνει τὸ ὄνομα Ἀθανασία, τὸ ἴδιο δὲ ἔτος ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα καὶ ἐπίγεια, ἀφοῦ ἐν τῶ μεταξὺ ἔχει λάβει καὶ τὸ Μέγα Ἀγγελικὸ Σχῆμα.
Ἀναφέρει σχετικὰ ὁ ὁμόζυγός της Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης σὲ ἐπιστολή του στὴν δόκιμη μοναχὴ Θεοδώρα, τῆς Μονῆς τοῦ Κεχροβουνίου τῆς Τήνου, τὰ ἑξῆς σημαντικά. «Δὲν εἶμαι ἀξία ἔλεγε (ἡ Βασιλικὴ) εἰς τὸν πνευματικόν, τὰς τελευταίας ὥρας. Δὲν εἶμαι ἀξία νὰ λάβω τὸ Ἅγιον Σχῆμα. Ἐγὼ ἐγγυῶμαι, τῆς ἔλεγε, ἡ ζωή σου ἦτο καλογηρική... ἐσὺ τὸ ἔχεις λάβει πρὸ χρόνων». Γιὰ νὰ συνεχίσει ὁ Μωραϊτίδης καὶ νὰ ἐξομολογηθεῖ: «Εἰς τὸ σκαμνάκι ὑπάρχουν τὰ ἴχνη τῶν χειρῶν της ἔνθεν καὶ ἔνθεν ὁποῦ ἐμετάνοιζε. Θὰ τὸ φυλάξω εἰς ἀνάμνησιν καὶ εἰς ἔλεγχον. Ἡ ταπείνωσίς της τὴν κατέστησεν ἀξίαν καὶ ἔλαβε τὰ πάντα τοῦ Ἀγγελικοῦ Σχήματος».
Χρόνια ἀργότερα καὶ συγκεκριμένα τὸ 1929, σὲ ἠλικία 79 ἐτῶν ἀφήνει τὴν Ἀθήνα καὶ μεταβαίνει στὴν πατρίδα του τὴ Σκιάθο. «Εἶχε πάρει τὴν ἀπόφαση νὰ καλογερεύσει», μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἀνηψιός του καὶ βιογράφος του ὁ Ἰω. Ν. Φραγκούλας. Κι ἔτσι γίνεται. Στὶς 16 Σεπτεμβρίου τοῦ ἴδιου ἔτους, κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς ἁγίας Εὐφημίας, λαμβάνει τὸ Μέγα Ἀγγελικὸ Σχῆμα καὶ μετονομάζεται ἀπὸ Ἀλέξανδρος σὲ Ἀνδρόνικο.
Ἡ κουρά του ἐτελέσθη ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Χαλκίδος καὶ γνωστό του, τὸν Γρηγόριο Πλειαθό, Τήνιο. Ἦταν πολὺ συγκινητικὲς αὐτὲς οἱ στιγμές, ποὺ, εὐτυχῶς, μᾶς τὶς διασώζει ὁ πολὺς Ἰω. Ν. Φραγκούλας. «Τὴν ὥρα ποὺ ὁ Μωραϊτίδης ἀσπαζόταν τὶς εἰκόνες τοῦ τέμπλου, μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἄρχισε νὰ ψάλλει τὸ ἀπολυτίκιο. “Τὴν ἄχραντον εἰκόνα Σου προσκυνοῦμεν ἀγαθέ”. Ὁ δεσπότης ἀμέσως τότε ἔκαμε νόημα στοὺς ψάλτες νὰ σταματήσουν καὶ μέσα σὲ μιὰ ὑποβλητικὴ σιγὴ ἀκούστηκε ἡ σιγανὴ καὶ γλυκειὰ φωνὴ τοῦ Μωραϊτίδη ποὺ κατασυγκίνησε τὸ ἐκκλησίασμα». Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Μωραϊτίδης περιγράφει τὴν τελετὴ τῆς κουρᾶς του σὲ ἐπιστολή του, ἀναφέροντας μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὰ ἀκόλουθα. «Σήμερον τῇ 16 7βρίου τοῦ 1829 ἑορτὴν τῆς Ἁγίας Εὐφημίας, ἡμέραν Κυριακήν, εἶχον τὴν μεγαλυτέραν ἑορτὴν τῆς ζωῆς μου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπόθουν ἀπὸ τόσα χρόνια, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ ψυχή μου ἐμελετοῦσε νύκτας καὶ ἡμέρας, τὸ ἀπήλαυσα, τὸ ἀπέκτησα. Τὸ Μέγα καὶ Ἀγγελικὸν Σχῆμα. Δὲν εἶμαι πλέον ὁ Διδάσκαλος Ἀλέξανδρος, ὁ πρεσβύτης, ὁ πολυάσχολος μὲ τὰς μερίμνας τοῦ κόσμου. Εἶμαι ὁ μοναχὸς Ἀνδρόνικος, λαβὼν τὸ Ἀγγελικὸν Σχῆμα ἀπὸ τὸν γλυκύτατον καὶ ἀηδονόστομον Μητροπολίτην Χαλκίδος σεβασμιώτατον Γρηγόριον εἰς μίαν πανέκλαμπρον λειτουργίαν τελεσθεῖσαν ἐν τῇ Μητροπόλει Σκιάθου ὑπὸ τὴν πανευφρόσυνον χαρὰν τοῦ κείραντός με καὶ τὴν εὐφροσύνην τῶν καλῶν καὶ ἀγαπώντων με συμπολιτῶν μου, ἐν τῶ Ναῷ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν μὲ τὸν ὁποῖον μὲ συνδέουσι ἀναμνήσεις παιδικῶν χρόνων».
Ὁ νεὸς μοναχὸς γράφτηκε στὸ μοναχολόγιο τῆς Μονῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς πατρίδας του Σκιάθου. Ἐπρόκειτο δὲ νὰ μονάσει στὸ κάθισμα καὶ μετόχιο τῆς ὡς ἄνω μονῆς, τὸν Ἅγιο Χαράλαμπο. Μάλιστα ἐπισκεύασε καὶ τὰ κελλιά, ὅπου θὰ ἔμενε. Ὅμως στὶς 9 Ὀκτωβρίου ἀσθένησε καὶ στὶς 25 τοῦ ἰδιου μήνα ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὰ ἐπίγεια.
Σαράντα ἡμέρες ἀπὸ τὴν κουρά του καὶ συγκεκριμένα στὸν ἴδιο ναό, τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ψάλλεται ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία του, κλείνοντας ἔτσι ἕναν κύκλο συγκινητικὸ μέν, ἀλλὰ προπάντων ἱεροπρεπῆ καὶ καθοσιωμένο. 
Ἀνάβοντας ἕνα κερὶ στὴ μνήμη τῶν ὁσιακῶν αὐτῶν Μορφῶν ταπεινὰ εὐχόμαστε: «Ἀνδρονίκου καὶ Ἀθανασίας τῶν μοναχῶν, αἰωνία ἡ μνήμη».

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΑ

ποὺ τὰ ξαναζοῦμε μέσα ἀπὸ παλιὲς φωτογραφίες...
Τοῦ καλοῦ καὶ ἔντιμου φίλου, τοῦ Γιατροῦ Κων. Σπ. Τσιώλη, ποὺ τὸν συγκινοῦν οἱ παλιὲς φωτογραφίες


Εἶναι βέβαιο πιὰ ὅτι ἡ κάθε φωτογραφία διασώζει μιὰ στιγμὴ τοῦ βίου μας. Κρυσταλλωμένη στιγμὴ, ποὺ μᾶς βεβαιώνει ὅτι ζήσαμε αὐτὰ ποὺ βλέπουμε στὸ τυπωμένο χαρτί, αὐτὰ ποὺ χαρήκαμε καὶ μετὰ τὰ ἀφήσαμε νὰ μαραθοῦν. Ὅπως τὰ φρεσκοκομμένα ἄνθη, μὲ τὴ δροσιὰ ἐπάνω τους ἀκόμα, ποὺ στολίζουν τὸ σπίτι γιὰ λίγο κι ὕστερα καταλήγουν στὸ χῶμα. Μόνο ποὺ οἱ φωτογραφίες καταλήγουν, οἱ περισσότερες τουλάχιστον, σὲ συλλογές. Τὰ λεγόμενα ξενιστὶ «ἄλμπουμ».
Στιγμὲς τοῦ χτές, λοιπόν, ἀνοίγουν αὐτὲς οἱ νοσταλγικὲς εἰκόνες μπροστά μας. Καὶ μᾶς προσκαλοῦν νὰ θυμηθοῦμε τὰ παλιὰ φθινόπωρα στὸ χωριό μας, τὸ Κλῆμα, νὰ μᾶς καλοῦν καὶ νὰ μᾶς τονίζουν ἕν πράγμα: Αὐτὸ ποὺ προφητικὰ ἔγραψε ὁ Ἐλύτης στὸ περιούσιο «Ἄξιον Ἐστί».
« Τῆς Δικαιοσύνης λιε νοητὲ καὶ Μυρσίνη ἐσὺ δοξαστική...
Μὴ λησμονᾶτε τὴ χώρα μου».
Κι ἐσεῖς, ἀδελφοὶ Κληματιανοί, τὸ παλιό μας τὸ χωριό, τὸ σήμερα ὀνομαζόμενο Παλιὸ Κλῆμα.

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: «ΤΗΣ ΑΡΧΙΕΡΩΣΥΝΗΣ ΣΟΥ, ΜΝΗΣΘΕΙΗ ΚΥΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ...»

(Ταπεινὸς εὐχετήριος λόγος γιὰ τὰ εἰκοσιπεντάχρονα τῆς Ἀρχιερωσύνης τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σεβαστείας κυρίου Δημητρίου)

Μὲ συγκίνηση γράφονται αὐτὲς οἱ λέξεις, ποὺ πασχίζουν νὰ γίνουν εὐχετήριος κατάθεση στὸ τίμιο Πρόσωπο τοῦ Ἁγίου Σεβαστείας κυρίου Δημητρίου Κομματᾶ. Γιατὶ ἡ κάθε ἐπέτειος καὶ δὴ ἡ ἐπέτειος μιᾶς εἰκοσιπενταετίας -ἑνὸς τετάρτου δηλ. τοῦ αἰῶνα- εἶναι σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ μιὰ ἀφορμή: Ἀφορμὴ Μνήμης πρωτίστως καὶ κατὰ δεύτερο λόγο ἀφορμὴ ἐπανεξέτασης τοῦ εροῦ δρομολογίου ποὺ ἄρχισε στὶς δύο Ὀκτωβρίου τοῦ σωτηρίου ἔτους 1990. Ἑόρτιο ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποία τιμῶνται οἱ Ἅγιοι Κυπριανὸς καὶ Ἰουστίνη, οἱ μάρτυρες, ἀλλὰ καὶ παραλλήλως φίλοι τοῦ Νυμφίου. Γιατὶ τὴν πάντερπνο ἐκείνη ἡμέρα ἡ Σεπτὴ Σύνοδος τοῦ Οίκουμενικοῦ Θρόνου ἐξέλεξε τὸν Μ. Ἀρχιδιάκονο τῆς Μ. τ. Χ. Ἐκκλησίας, Ἐπίσκοπον καὶ Ποιμενάρχην τῆς θεοσώστου Μητροπόλεως Σεβαστείας. Κι ὅταν τὴν τετάρτην Νοεμβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους στὸν ἱστορικὸ Ναὸ τῶν τοῦ Χριστοῦ πενήτων, στὸν Ἅγιο Γεώργιο τοῦ ἀρχοντικοῦ Φαναρίου στὴν πολυαρχιερατικὴ Θ. Λειτουργία, κατὰ τὴν ὁποία προῒστατο ὁ μακαριστὸς Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Δημήτριος, συνειδητὰ καὶ μὲ ἄφατο συγκίνηση ἀπευθυνόμενος στὸν ἐψηφισμένο Ἱερὰρχη τοῦ Θρόνου Δημήτριο Κομματᾶ, τὸν ἀπὸ Μ. Ἀρχιδιακόνων καὶ παράλληλα εὐχόταν τό, «Ἡ Χάρις τοῦ παναγίου καὶ ζωοποιοῦ Πνεύματος, διὰ τῆς ἡμῶν ταπεινότητος, προχειρίζεταί σε Μητροπολίτην τῆς γιωτάτης Μητροπόλεως Σεβαστείας», ἕνα ρῖγος ἀσφαλῶς διαπέρασε Κλῆρο καὶ Λαό. Ρῖγος μεταφυσικό, γιατὶ ἐκείνη τὴν κορυφαία στιγμὴ ἕνας νέος Ἀρχιερεὺς τῆς Μεγαλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἑτοιμαζόταν νὰ ἄρῃ τὸν Σταυρὸν μιᾶς ἀπὸ τὶς «ἰδού, ζῶσες»( βλ. Β΄ Κορ.6, 1 ) Ἐπαρχίες τοῦ Οικουμενικοῦ Θρόνου, μυριάδες φωνὲς Ἁγίων τῶν κάτωθεν τοῦ Θυσιαστηρίου καὶ τοῦ Θρόνου τῆς Μεγαλωσύνης του (πρβλ. Ἀποκ. 6,9), οἱ ψυχὲς τῶν ἀπὸ συστάσεώς της τῆς Ἁγιωτάτης Μητροπολεως Σεβαστείας Ἀρχιερέων, ἱερέων, ἱερομονάχων, ἱεροδιακόνων, μοναχῶν, ἱεροψαλτῶν, ἐπιτρόπων, ἐνοριτῶν, μὲ μιὰ λαμπάδα ἀναμμένη στὰ πάνσεπτα χέρια τους, εὔχονταν. Εὔχονταν, ναὶ, τὶ ἄλλο, παρὰ αὐτὸ ποὺ ὅλοι μας δι᾿ ἑνὸς στόματος καὶ μιᾶς καρδίας κετεύουμε: «Τῆς Ἀρχιερωσύνης Σου, μνησθείη Κύριος ὁ Θεός».
Εἰκοσιπέντε χρόνια, λοιπόν... Μὲ βηματισμοὺς ἐν σχοινοβασίᾳ καὶ διακινδυνεύσει, ἀλλὰ καὶ παραλλήλως ἕνα σεργιάνισμα στὸν κῆπο μιᾶς νοητῆς Ἐδὲμ ποὺ τὴν ἐπισκέπτεται καθημερινὰ ὁ Θεός: Τὴν Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, τὴν Μητέρα Ἐκκλησία, ὅπου οἱ ἀφιερωμένοι νυχθημερὸν εὔχονται ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς. Τὸν Οἰκουμενικὸ Θρόνο τῆς Κωνσταντίνου Πόλεως, ποὺ ὁ ἐν λόγῳ Ἱεράρχης διακονεῖ «ἐκ νεότητός» του, μὲ ὑπακοὴ, φιλοτιμία καὶ θυσιαστικὸν φρόνημα. Καὶ τὸ ἔχει ἀποδείξει περιτράνως ὀ Ἐπίσκοπος Δημήτριος, «ἀφιερωμένος» (Σεβ. Πέργης Εὐάγγελος) ὤν στὴν «σκηνίτιδα Ἐκκλησίαν» (Οἰκ. Πατριάρχης Δημήτριος), ποὺ διακρατεῖ τὴν Πανίερον Σφραγίδα Δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου ἐν Τριάδι Θεοῦ.
Κυκλοῦντες τὸν Θρόνον τὸν Ἀρχιερατικὸν τῆς ἀρχαίας καὶ Θεοσώστου Μητροπολεως Σεβαστείας τὴν ἑόρτιο αὐτὴν ἡμέραν τῆς εἰκοσιπενταετοῦς σταυροαναστασίμου Διακονίας τοῦ ἀπὸ Μ. Ἀρχιδιακόνων Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου Αὐτῆς Δημητρίου υἱοῦ ἀξίου τῆς Ζωῆς καὶ τοῦ Κωνσταντίνου Κομματᾶ, ἐν ἀγαλλιάσει βοῶμεν: Εἴησαν πολλά, σῶα καὶ ἔντιμα τὰ ἔτη τῆς Ἀρχιερατείας Σας, Σεβασμιώτατε!
               Σκόπελος, 2-10 -2015  

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email