© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΟΙ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΗΠΟΥΡΙΚΗΣ

(Προσωπικὲς διαπιστώσεις)

Ἄν καὶ σὲ προηγούμενο κείμενό μου ἀναφερόμουν στὴν ὀμορφιὰ ποὺ χαρίζει στὴν ψυχὴ ἡ καλλιέργεια ἑνὸς κήπου, ἐδῶ θὰ προσπαθήσω, μὲ ὅσο γίνεται λιτὸ τρόπο νὰ ἐκφράσω τὰ βιώματά μου. Βιώματα, ποὺ ἐξάπαντος ἀποτελοῦν καὶ εἶναι ἀποτέλεσματα μιᾶς μακρᾶς ἐνασχόλησής μου μὲ τὴν καλλιέργεια τῆς γῆς. Γιατὶ, στὸ περιθώριο τῶν ποιμαντικῶν καθηκόντων, τὸ διακόνημα αὐτὸ τῆς καλλιέργειας τοῦ κήπου γίνεται αὐτόματα γιὰ τὸν ποιμένα ἕνα ἄλλο σχολεῖο, ὅπου μαθητεύει: τὶ ἄλλο ἀπὸ τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, καθὼς παρατηρεῖ μὲ ὑπομονὴ καὶ καρτερία, ἐργασία καὶ κόπο νὰ μεταποιεῖται τὸ χέρσο ἔδαφος σὲ μιὰ σιωπηλὴ κοινωνία φυτῶν ποὺ μέρα τὴ μέρα, στιγμὴ τὴ στιγμὴ αὐξάνονται, ἀνθοφοροῦν, καρποφοροῦν, ἀλλὰ καὶ φθίνουν, χλομιάζουν, μαραίνονται καὶ στὸ τέλος ξηραίνονται. Ἕνα μεγαλεῖο εἶναι ἡ ὅλη αὐτὴ διαδικασία ποὺ δὲν περιγραφεται μὲ λόγια, ὡστόσο ὁμολογεῖται, γιατὶ κατανοεῖ ὁ κάθε πιστός -πόσο μᾶλλον ὁ ποιμένας- τὸ χέρι τοῦ Δημιουργοῦ νὰ στεφανώνει τὶς πράξεις αὐτὲς καὶ ἀσχολίες του. Ὅντως, «ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα Σου, Κύριε..» (Ψαλμ.103, 24).
Ὡστόσο, δὲν θὰ πρέπει νὰ λησμονηθεῖ καὶ ἡ ἄλλη παράμετρος τῆς κηπουρικῆς ἐνασχόλησης. Αὐτῆς δηλαδὴ ποὺ σχετίζεται μὲ τὴν θεραπεία τῆς ψυχῆς, τὴν ἀποφόρτωσή της καί, κυρίως, τὴν εἰρήνευσή της. Γιατὶ ἡ καλλιέργεια, ὅταν συνοδεύεται ἀπὸ τὴν προσευχή, τότε γίνεται δοξολογία φωτεινή, ποὺ διανοίγει τοὺς κλειστοὺς τοὺς πόρους τῆς ψυχῆς καὶ τῆς χαρίζεται ἀφειδώλευτα τὸ ὀξυγόνο τῆς θείας εὐλογίας.
Θυμᾶμαι ἐδῶ μὲ συγκίνηση τὸν Γέροντα Μωυσῆ ποὺ μᾶς διηγεῖτο κάποτε γιὰ ἕνα ἐνάρετο γιορείτη μοναχό, ποὺ ζοῦσε στὴ Σκήτη τους κι ὁ ὁποῖος, ὅταν καλλιεργοῦσε τὸν κῆπο του, φοροῦσε πάντα τὸ κουκούλι του, γιὰ νὰ αὐτοσυγκεντρώνεται καὶ νὰ μὴν περισπᾶται.
Αὐτὴ τὴν αὐτοσυγκέντρωση βιώνει κι ὁ κάθε πιστὸς καλλιεργητής-κηπουρὸς μέσα στὴ σιωπηλὴ κοινωνία τοῦ κήπου του. Γιατὶ ἀφοσιώνεται στὸ ἀντικέιμενό του καὶ μὲ σπουδή, φιλοτιμία κι ργατικότητα προσπαθεῖ νὰ καλλιεργήσει καὶ φροντίσει τὰ φυτά του. Κι εἶναι ἀναμφίβολα ἐτούτη ἡ διακονία μάθημα θεοδίδακτο, ἀφοῦ μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴ διαδικασία πληροφορεῖται καὶ διδάσκεται ἕνα πλῆθος ποιμαντικῶν θεμάτων, ποὺ τὸν ψυχωφελοῦν καὶ συνάμα τὸν συνδράμουν. Μὲ λίγα λόγια, δὲν εἶναι καὶ μικρὸ τὸ παράδειγμα τοῦ εὐπρεπισμοῦ ἀρχικὰ τοῦ χωραφιοῦ, πρὶν σκαφτεῖ καὶ στὴ συνέχεια φυτευτεῖ. Γιατὶ κάπως ἔτσι συμβαίνει καὶ στὴν ἴδια τὴν ψυχὴ τοῦ ποιμένα καὶ κατ᾿ ἐπέκταση τοῦ κάθε πιστοῦ μέλους τῆς ἐνοριακῆς του κοινότητας. Ἄν, δηλαδή, τὸ χωράφι δὲν καθαριστεῖ ἀπὸ τὰ ξεράδια, τὶς πέτρες καὶ ἄγρια τὰ χόρτα, τότε δὲν εἶναι δυαντὸ νὰ γίνει τὸ πρῶτο τὸ βῆμα: τὸ προσεχτικὸ τὸ σκάψιμο, μὲ φροντίδα στε τὸ χῶμα νὰ γίνει πιὸ εὔφορο, γιὰ νὰ δεχτεῖ τὰ σπόρια ἤ καὶ τὰ φυτά. Καὶ γιὰ νὰ καταστεῖ εὔφορη ἡ γῆ, θὰ πρέπει νὰ ἀπομακρυνθοῦν τυχὸν ρίζες ποὺ ἀπόμειναν στὸ χῶμα, κρυμμένα λιθαράκια, ἀκόμα καὶ ἄλειωτοι σβόλοι ἀπὸ χῶμα. (Κάπως ἔτσι δὲν τὰ δίδαξε κι ὁ Χριστὸς στὴν ὑποδειγματική Του παραβολὴ τοῦ σπορέως; [βλ. Λκ.] Ἤ, γιὰ λέμε τὰ πράγματα μὲ τ᾿ ὄνομά τους, ἄν δὲν ἀρχίσει σωστὰ ἡ καλλιέργεια τῆς ψυχῆς, τότε εἶναι ἀδύνατο νὰ καταστεῖ δεκτικὴ τῆς ἁγιοπνευματικῆς χάριτος).
Στὴ συνέχεια, ἀφοῦ λιπανθεῖ ὁ κῆπος κι αὐλακιαστεῖ, ἀρχίζει τὸ φύτεμα, ποὺ δὲν εἶναι καὶ εὔκολη ἐργασία, ἀφοῦ ἀπαιτεῖται μεγάλη προσοχή, ἐπιμέλεια καὶ ὑπομονή. Τὸ φύτεμα ἀκολουθεῖ τὸ πότισμα, ποὺ κι αὐτὸ χρειάζεται νὰ γίνει μὲ φροντίδα κι ὄχι βιασύνη. Γιατὶ τὸ μέτρο πρέπει νὰ πρυτανεύει καὶ στὴν περίπτωση αὐτή, ἐπειδὴ τὸ ἀπότομο νερὸ μπορεῖ νὰ καταστρέψει τὰ νεόφυτα. (Γι᾿ αὐτὸ καὶ στὴν πνευματικὴ ζωὴ ἀπαιτεῖται μὲ προσεχτικὸ καὶ ἐπιμελημένο τρόπο νὰ προσλαμβάνουμε τὰ σα διδασκόμαστε καὶ νὰ τὰ φροντίζουμε, ὥστε νὰ αὐξάνεται μέσα μας ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ θεοσέβεια. Μόνο ποὺ ἀπαιτεῖται ὑπομονὴ κι ὄχι ἀπότομες κινήσεις. Κινήσεις, δηλαδή, ἐπιζήμιες, ὅπως ἡ βιασύνη καὶ ἡ ἀγωνία, συνοδευμένες ἐξάπαντος ἀπὸ τὸ ἄγχος νὰ φανοῦμε «τοῖς ἀνθρώποις» ὅτι τάχα προκόψαμε στὰ πνευματικά. Γιατὶ τότε ὅλα καταστρέφονται).
Ὅμως ἡ διαδικασία τῆς καλλιέργειας δὲ σταματᾶ μὲ τὸ φύτεμα καὶ τὴν ἀναμονὴ γιὰ λήψη τῶν καρπῶν. Ἀπαιτεῖται συνεχὴς ἐπίβλεψη, ὥστε νὰ φροντίζονται τὰ φυτά. Ἔτσι ἔχουμε τὸ σκάλισμα, τὸ ξεφύλλισμα, τὴν τοποθέτηση στηριγμάτων, ὥστε τὸ φυτό, καθὼς μεγαλώνει καὶ ὑψώνεται, νὰ προφυλάσσεται ἀπὸ τοὺς βίαιους ἀνέμους καὶ νὰ εἶναι, κατὰ τὸ δυνατὸ, στερεωμένο καὶ δεμένο προσεχτικά.
Γιὰ τὴν ἀναπτυξή του τώρα ἀπαιτεῖται τὸ πότισμα κατὰ τὸ θέρος, ἡ τροφή του μὲ ζωικὴ λίπανση (κοπριά), ἀλλὰ καὶ ἡ προφύλαξή του ἀπὸ τυχὸν ἀσθένειες. Ἔτσι, κατὰ τακτὰ διαστήματα θειαφίζεται, γιὰ νὰ ἀπομακρύνονται τὰ μικρόβια. Φυσικὰ κάθε τόσο θὰ πρέπει νὰ «βοτανίζεται» ὁ κῆπος, δηλαδή, νὰ ἀποβάλλονται τὰ ζιζάνια, τὰ γριοχόρταρα, τὰ ὁποῖα αὐξάνονται μὲ ἐπιθετικὸ τρόπο, ὥστε νὰ κινδυνεύουν τὰ φυτὰ νὰ ἀσθενήσουν καὶ νὰ ἀτονήσουν μὴ δίδοντας καρπὸ στὸ μέλλον. Κι ἐδῶ ἔρχεται στὸ νοῦ, γι᾿ ἄλλη μιὰ φορά, ἡ ὑπέροχη παραβολὴ τοῦ σπορέως, στὴν ὁποία ὑπάρχουν ὅλες οἱ παραπάνω ὑποδείξεις. Ὑποδείξεις ποὺ χρειάζεται νὰ τὶς ἀναγνώσει ὁ κάθε πιστὸς μὲ λεπτομερῆ τρόπο, ὥστε νὰ καταστεῖ ὁ κῆπος τῆς ψυχῆς του καρποφόρος κι πωροφόρος.
Ὅταν, τώρα, τὰ φυτὰ ἀρχίζουν νὰ μεγαλώνουν, χρειάζονται καὶ στήριγμα, γιὰ νὰ μὴν κινδυνέψουν νὰ ξεριζωθοῦν σὲ περίπτωση ποὺ θὰ ξεσπάσει κάποια θύελλα ἤ ραγάνι, γι᾿ αὐτὸ καὶ φροντίζει ὁ κηπουρὸς νὰ τὰ προφυλάξει μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ καὶ νὰ τὰ στηρίξει.   

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015

Για το βιβλίο της Ελένης Λαδιά “Οι θεές” (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2015)

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ 

«Σε ανασταίνω γράφοντας στηριγμένη σε λιγοστές αναμνήσεις» 

Η Ελένη Λαδιά μας έχει συνηθίσει σ’ έναν τρόπο γραφής, όπου το συναίσθημα βρίσκεται στο κέντρο της αφήγησης, χωρίς να παραγκωνίζει τη λογική και χωρίς να στέκεται στην επιφάνεια. Πάντα ανοιχτά πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής της και με αυτά παρατηρεί και καταγράφει την καθημερινή εμπειρία, εμβαπτισμένη στην πείρα την πικρή που έχει πια κατασταλάξει και έχει κατακάτσει σαν την τρύγα στο βαρέλι. Από εκεί αντλεί, ή καλύτερα, και από εκεί αντλεί, στο πρόσφατο βιβλίο της με τίτλο Οι θεές. Και ποιες είναι αυτές; Η Δήμητρα και η Κόρη της η Περσεφόνη, αλλά και όλες εκείνες οι γυναίκες που ως κόρες, εγγονές, μητέρες έσπασαν τα σύνορα του κόσμου τούτου για να περάσουν στην αιωνιότητα. Και συμβαίνει να βιώνουμε περισσότερο τραυματικά την αναχώρηση της μητέρας, των γονιών μας γενικά, αν αυτή η αναχώρηση ήταν διαδικασία μακρά και δύσκολη, οπότε οι αναχωρούντες αγιοποιούνται και τότε «δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν», όπως λέει ο ποιητής και, φυσικά, ποτέ δεν θα πεθάνουν, γιατί «μας βαραίνουν», με την έννοια πως η καρδιά και το μυαλό μας βουλιάζει από τη μνήμη. Είναι αυτή η πλατιά και βαθιά και βαριά κληρονομιά μας. 

Η Λαδιά, έμπειρη συγγραφέας, ξέρει πώς να διευθετήσει το υλικό που έχει στη διάθεσή της. Και εκεί έγκειται και η πρωτοτυπία της αφήγησής της, η οποία έχει τριπλή μορφή. Είναι η αφήγησή της από μέσα, η αφήγηση απέξω και η αφήγηση από μακριά που βλέπει το ίδιο πράγμα από διαφορετική γωνία. Και ό,τι από το μακρινό και βαθύ παρελθόν φτάνει στον αφρό, όσο και αν φαίνεται κοινό, είναι προσωπικό. Είναι συναίσθημα που γεννιέται από την κοινή μοίρα. Υπάρχει κοινοκτημοσύνη και στις χαρές και στα πένθη. Και όταν το προσωπικό ανακατεύεται με την εμπειρία και την μακρόχρονη πείρα, το «κοντά» και «από μέσα» γίνεται «εγώ που πάσχω», το «απέξω» γίνεται «εγώ που παρατηρώ», και το «από μακριά» ισοδυναμεί με την εξ αποστάσεως φιλοσοφική ενατένιση του κόσμου. 

Το θέμα είναι η μάνα. Η μάνα που πέθανε. Η ζωή της, η δική της μάνα και ο δικός της πατέρας, ο θείος, το χωριό, η φτώχεια, και, τέλος, η μακρά κατάκλιση, η ακινησία και το μυαλό χαμένο στον δικό του άγνωστο και αχαρτογράφητο κόσμο. 

Μέσα από την ιστορία της μάνας προβάλλει η ιστορία της Ελλάδας και η μοίρα της. Πόλεμοι, περιπέτειες, χαρακτήρες, άνθρωποι που οι συνθήκες της ζωής τους τούς επέβαλαν συμπεριφορά ακατανόητη, αν ελεγχθεί μέσα σε κανονικές συνθήκες. Κι όμως όλα τα αντέχει ο άνθρωπος και με όλα, στην ψυχή ή στην πλάτη του, ζει. 

 Η κόρη βιώνει τραυματικά την κατάσταση της μητέρας. Η φροντίδα, που εκείνη κατ’ αποκλειστικότητα ανέλαβε, είναι ένα χρέος αλλά παράλληλα είναι και τιμή, κι ας ομολογεί πως «κουράστηκε» από αυτή τη φροντίδα και την έγνοια. Όλα είναι φυσικά και το πιο φυσικό είναι το επίσης κουρασμένο σαρκίο να ξεκουραστεί. Η άλλη πλευρά του θέματος όμως μας δείχνει πως αυτός που έχασε άνθρωπο «κουρασμένο», όσο «κουρασμένος» και να ήταν, θα ευχόταν να τον είχε ακόμα, εκεί, ζωντανό, έστω και ταπεινωμένο, στο κρεβάτι του, έστω και φευγάτο από καιρό. Ο ορθολογισμός -«ξεκουράστηκε»- φυσικά και δεν ισχύει. Ο πεθαμένος δεν ξεκουράζεται. Δεν ζει για να καταλαβαίνει την «ξεκούραση». 

 Η συγγραφέας, λοιπόν, έζησε τα τελευταία χρόνια πλάι στη μητέρα της. Την φρόντισε η ίδια. Και όταν ήρθε η στιγμή του αποχωρισμού ένοιωσε σαν ορφανό παιδί που χάνει το στήριγμά του. Συγκλονίστηκε. Και τότε οι ψυχοσωματικές δυνάμεις σε συνεργασία, ανέλαβαν να την αναστήσουν. Η οδύνη από το θάνατο της μητέρας έφερε ωδίνες τοκετού στην κόρη. Είναι η σειρά της να γεννήσει τη μάνα, όχι όμως με το σώμα, αλλά όπως ο Δίας την Αθηνά, με το κεφάλι. Η προσπάθειά της τελεσφόρησε. Η μητέρα έγινε το κέντρο στο νεογέννητο βιβλίο και το έναυσμα για να ανταλλάσσει τη σκυτάλη με την Ελλάδα και έτσι να αναβλύσει η ιστορία της Ελλάδας, εντός και εκτός συνόρων, η Ελλάδα του χωριού και της πόλης, τα ήθη και τα έθιμα, οι νοοτροπίες και οι ιδεοληψίες, τα πάθη· εν τέλει η ζωή και ο θάνατος. Και τι προκύπτει από αυτήν την πλατιά και βαθιά περιδιάβαση; Η επανεπιβεβαίωση ότι η ζωή έχει περισσότερη φαντασία από την τέχνη ή αλλιώς ότι η τέχνη και η πραγματικότητα είναι συγκοινωνούντα δοχεία και δεν χρειάζεται να είναι κανείς υπερρεαλιστής για να το καταλάβει. 

Η συγγραφέας περνάει με άνεση από την αφήγηση των προσωπικών στα κοινά και από αυτά στον αρχαίο μύθο, στον Όμηρο, στην τραγωδία και στη λαϊκή παράδοση μέσα από τις «Μπάμπες», τις σοφές εκείνες γυναίκες που φορτώνονται όλη την ιστορική μνήμη. Γιατί οι «Μπάμπες», εν είδει ιντερμεδίων, αναλαμβάνουν το ρόλο της διερεύνησης της βιβλιογραφίας, της ανακάλυψης εκ νέου του σύμπαντος κόσμου και σύμπασας ιστορίας. Και από την περιφέρεια η αφήγηση επανέρχεται στο κέντρο και το αντίστροφο. Κεφάλαιο κεφάλαιο πλαταίνει και μαζεύει, ανοίγει και κλείνει, σαν ακορντεόν που ανασαίνει πλατιά για να συμπεριλάβει τον κόσμο και κλείνει πάνω στο στήθος, αφήνοντας ήχους που αγγίζουν τον ακροατή /αναγνώστη, αλλά βγαίνουν από την δεξιοτεχνία και το πάθος του παίχτη. Και αν τύχει και ο αναγνώστης έχει λίγο πολύ παρόμοιες εμπειρίες, τότε θα ανακαλύψει στο βιβλίο της Λαδιά πόσο το προσωπικό μας είναι γενικό και το μόρσιμον κοινή μοίρα, κληρονομιά της ανθρώπινης υπόστασής μας και υποταγή επιβεβλημένη άνωθεν. Εκεί ψηλά είναι που παίρνονται οι αποφάσεις. Η μονομαχία της Αθηνάς υφάντρας με την Αράχνη που επίσης ήταν καλή υφάντρα είναι ένα ενδιαφέρον παράδειγμα απονομής δικαιοσύνης. Η θεά τιμωρεί την ταλαντούχα αλλά αλαζόνα Κόρη, δείχνοντάς της ποιος έχει το πάνω χέρι. Διότι ισχύει πάντα το δίκαιο του ισχυροτέρου. Είναι κοινός τόπος στο μύθο και στη ζωή ότι όποιος πάει να σηκώσει το κεφάλι του στα αφεντικά, το τρώει τελικά. Ο ιστορικός, βέβαια, θα πει ότι «Δεν είναι φθονερό το θείο αλλά μεγάλη η ανθρώπινη ύβρις», που και αυτό σωστό είναι. Δεν πρέπει να παραβιάζουμε τα όρια και πρέπει να τηρούμε τις αποστάσεις (παρεμπιπτόντως, ο αγώνας της Αθηνάς με την Αράχνη απεικονίζεται στον γνωστό πίνακα του Γκόγια Οι υφάντρες). Η συγγραφέας επ’ ευκαιρία μας θυμίζει και τις άλλες υφάντρες του Μύθου· την Πηνελόπη, την Κίρκη και την η Καλυψώ στην Οδύσσεια, αρχαιολογικά ευρήματα σχετικά με τον αργαλειό, αλλά και τραγούδια γνωστά μας, όπως το «τάκου τάκου ο αργαλειός μου, τάκου κι έρχεται ο καλός μου», πράγμα που δείχνει ότι στην παραδοσιακή κοινωνία, η κόρη «πλέκει τα προικιά» λέει ο Γιάννης Ρίτσος ή τα υφαίνει στον αργαλειό, περιμένοντας τον καλό της «για φιλί και για στεφάνι». 

Μιλήσαμε ήδη για την υφαντική. Αλλά και η αιώρα έχει τη θέση της και την αλήθεια που κρύπτεται πίσω από τον μύθο. Και από το μύθο πάλι στη σύγχρονη ιστορία. Οι πρόσφυγες, η παλιά μορφή της Αττικής με τα περιβόλια και τους κήπους, τις αυλές των σπιτιών και το πηγάδι. Το πηγάδι με την ιστορία, την προϊστορία και την ατίμωσή του. Το πηγάδι στόμα του Άδη για τους αρχαίους που έγινε τάφος άτιμος και φριχτός στον Εμφύλιο (δες και Φλώρα Αντωνακοπούλου, «Από το βαθύ πηγάδι στην αναθηματική στήλη», Διάστιχο 29 Μαρτίου 2015). Και φυσικά, ποιος ξεχνάει την όμορφη Γερακίνα που «έπεσε μες στο πηγάδι κι έβγαλε φωνή μεγάλη, ντρουμου ντρουμου ντρουμ». Και ο πόλεμος, οι Γερμανοί, η Βέμπο και τα τραγούδια της, ο Γλέζος και ο Σάντας που κατεβάζουν τη γερμανική σημαία στην Ακρόπολη, οι θηριωδίες των κατακτητών, το Δοξάτο, το Ελ Αλαμέιν, όπου περιφερόταν έφιππος ο Άγιος Μηνάς, προστάτης του στρατού μας, η ερμηνεία του κονιορτού στη Σαλαμίνα, η ιστορία πίσω από τις ζωγραφιές στην Ποικίλη Στοά, η απεικόνιση της μάχης του Μαραθώνος και ο αγρότης που πολέμησε και σκότωσε πολλούς εχθρούς κι έπειτα εξαφανίστηκε, τα άλογα που ακούγονται τις νύχτες να χρεμετίζουν στη μάχη, το μεγάλο και λαμπερό φως στο Θριάσιο πεδίο και η δυνατή φωνή και ο κονιορτός πάνω από τα πλοία, ο σεισμός που έγινε. Στο στρατόπεδο της Ελ Ντάμπια οι Έλληνες αιχμάλωτοι των Άγγλων (δες και Ανδρέα Μήτσου Ο Κίτρινος Στρατιώτης, Καστανιώτης 2012). 

 Το βιβλίο της Λαδιά θα μπορούσε να διαβαστεί ως λαογραφικό, μελέτη ηθών και εθίμων, μυθολογία, ιστορία αρχαία, νεότερη και σύγχρονη, κοινωνιολογία. Έτσι προκύπτει από τα τρία διαφορετικά είδη της αφήγησης, τα οποία πηγάζουν από την προσωπική της μνήμη, τις θεολογικές και αρχαιολογικές σπουδές της. Μπορεί, όμως, και κυρίως, να διαβαστεί ως μνημόσυνο της κόρης για τη μητέρα. 

«Κάποτε στην Ελευσίνα διαδραματίστηκε το μέγα δράμα μεταξύ μητέρας και Κόρης, αποδεικνύοντας συγχρόνως την βαθειά τους αγάπη». Όσο για το ρόδι, αυτό το όμορφο στρογγυλό κόκκινο φρούτο, που κοσμεί και το εξώφυλλο, από το οποίο η Κόρη έφαγε ένα σπυρί, θα συμβολίζει πάντα την υποχρεωτική επιστροφή. Η συγγραφέας, κόρη, έγραψε αυτό το βιβλίο για να μιλήσει για τη μητέρα της, αλλά τελικά μίλησε για όλες τις μητέρες και κόρες. Και επειδή δεν αφήνει τίποτα στον αέρα, παραθέτει μια ενδιαφέρουσα βιβλιογραφία, σαν να μας δείχνει ότι απομακρύνεται συναισθηματικά από κάτι που δεν έχει ακόμη κόψει τον λώρο και που πιστεύω πως ποτέ δεν θα κόψει.

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2015

Για το βιβλίο του Δημήτρη Γαβαλά “Στη σιωπή του νου. 45 χρόνια κομμάτια (1966-2011)”, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2013

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Το 2013 στέφεται επετειακό αφού ο Δημήτρης Γαβαλάς κάνει τις επιλογές του και αφαιρώντας από τους κορμούς των παλιών συλλογών του τα κλαδιά που του αρέσουν πιο πολύ φτιάχνει νέο σώμα και του δίνει νέο όνομα Στη σιωπή του νου. Και εκεί βρίσκεται η πιο μεγάλη δράση· στη σιωπή. Ο Γαβαλάς είναι, εκτός από ποιητής, homo universalis. Υπηρετεί, μεταξύ άλλων, και την τέχνη και την μαθηματική επιστήμη και τη φιλοσοφία επίσης με την οποία έχει ασχοληθεί. Ο νους, μας έχει πει ο Πλάτων, είναι Δημιουργός και κυβερνήτης και θεός, άρα είναι η γενεσιουργός δύναμη και τροφοδότης της ποίησης, στην προκειμένη περίπτωση. Όταν αυτή η δύναμη σιωπά, είτε την πεις έμπνευση και μούσα είτε ψυχική δύναμη και δημιουργία είναι το ίδιο. Όμως στην παρούσα περίσταση πρόκειται για μια δημιουργική σιωπή. Γιατί, όπως λέει και ο Οδυσσέας Ελύτης, εκεί «στην άκρα σιγαλιά … ακούγονται οι πιο αποτρόπαιοι κρότοι», ήτοι εκεί ο ποιητής συνομιλεί με τον εαυτό του και ακούει από τα βάθη της ψυχής και του νου του τα ανάκουστα.

Η συλλογή περιλαμβάνει ποιήματα από όλες τις περιόδους του, όπως ήδη είπαμε, και απαρτίζεται από τέσσερα μέρη ή, αλλιώς, σειρές. Κάθε «σειρά» απέχει μια δεκαετία από την επόμενη ή την προηγούμενη με εξαίρεση την τέταρτη που εμφανίζεται στην πενταετία. Σύνολο ποιημάτων εκατόν εβδομήντα. Πλουσιότατος αμητός, αν λάβουμε υπόψη μας ότι πρόκειται για επιλογή.

Η «Πρώτη σειρά» διακλαδίζεται σε τριάντα οχτώ ποιήματα. Και σ’ αυτά ο ποιητής κάνει ό,τι κάνει κάθε νέος ποιητής. Δυσανασχετεί με την καθημερινότητα. Προσπαθεί να εκφράσει την εσωτερική του ανησυχία, από την οποία προκύπτουν τα αιώνια αναπάντητα ερωτήματα: «Σκέψεις και συναισθήματα παράξενα / ξυπνάνε μέσα σου / δίχως να ξέρεις . ποια δύναμη / πότε τα γέννησε και πώς / λες είναι εκεί αιώνια φωλιασμένα / τώρα μόλις τα ένιωσες να ζουν». Έχουμε λοιπόν, το πρώτο ξύπνημα της συνείδησης του ανθρώπου, την πρώτη καταγραφή μιας εσωτερικής αγωνίας, η οποία πασχίζει να πάρει μορφή. Ωστόσο από το πρώτο αυτό ποίημα που το ονομάζει «Συλλογική μνήμη» φαίνεται ότι γρήγορα θα πέσει στα βαθιά νερά. Η παρατήρηση του κόσμου γύρω του θα φέρει στο φως «υπάρξεις ανύπαρκτες», «βρώμικα μυαλά» και «χρυσά προσωπεία». Θα ανακαλύψει κοινωνικές συμβατικότητες «προτιμάμε το τίποτα / από το κακό και το άσχημο». Θα αναρωτηθεί «πού είναι τα ιδανικά». Θα αποκαλύψει την αδυναμία να υπερβεί το σύνηθες: «Όλοι μαζί ανεβαίνουμε / κατάφορτοι στον ήλιο. / Μεγάλο βάρος / κέρινα φτερά».

Γενικώς, στα ποιήματα αυτής της πρώτης σειράς ο ποιητής ακονίζει τα όπλα του με τα οποία θα διεκδικήσει καλύτερα τις μελλοντικές του δάφνες. Τα ποιήματα είναι μικρές στοχαστικές καταγραφές, φιλοσοφικές ανησυχίες, αναδιατυπωμένες γνωστές θέσεις. Ο καθείς και τα όπλα του.

Στη «Δεύτερη Σειρά» τα ποιήματα επαναλαμβάνουν το γνωστό σχήμα τους, αλλά η ανησυχία βρίσκει πιο μεστωμένους τρόπους για να αυτοπροσδιοριστεί: «Αέρας στο πήλινο λαγήνι/ κάποτε τραγουδάω φυλακισμένος». Αυτό το «πήλινο λαγήνι» το «κεραμεούν και φαύλον» που λέει και ο Καβάφης, είναι το σαρκίο με το οποίο πρέπει να επιζήσει και να δημιουργήσει. Διαβλέπει την ακατανόητη φθορά «Πρωί λόγια τρυφερά / μεσημέρι μας τύλιξε σιωπή / βράδυ ανάψαμε φωτιές μίσους / και καήκαμε». Διακρίνει τα άνισα και ακατανόητα «Στον κόσμο αυτό / κάθε γραμμάριο χαράς / αντιστοιχεί / σε έναν τόνο λύπης». «Είμαστε ποιητές σημαίνει / δεν ζούμε με τις λέξεις / Είμαστε ποιητές σημαίνει / ζούμε στο κενό ανάμεσα στις λέξεις» λέει στο ποίημα «Ποιητής και κενό» κι εδώ βέβαια παίζει σε τριπλό ταμπλό, παίρνοντας τον τίτλο από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «ο ποιητής ένα κενό», παραλλάσσοντας τον Σαραντάρη, «Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει», ακούγοντας από μακριά τον Στεφάν Μαλαρμέ, «Το ποίημα γράφεται με λέξεις». Κι ο Γαβαλάς, διασχίζοντας εποχές, τεχνοτροπίες αλλά μέσα στον μοντερνισμό πάντα, κοντά σε όλους και πέρα από αυτούς προσδιορίζει τον τόπο του μέσα στο ποίημα, «στο κενό ανάμεσα στις λέξεις», κρυμμένος να μη φαίνεται αλλά αόρατος να κινεί το νήμα του στίχου και να ρωτά «Συλλογίστηκε ποτέ κανένας / τι υποφέρει / ένας ευαίσθητος καθηγητής / που εφημερεύει;». Ερώτημα που απασχόλησε τον Σεφέρη «Συλλογίστηκε κανένας τί υποφέρει ένας ευαίσθητος φαρμακοποιός που διανυκτερεύει;» («Το ύφος μιας μέρας») για να δείξει τις ποικιλίες της ευαισθησίας ενός φαρμακοποιού, διπλωμάτη ή καθηγητή που όμως μέσα του, πρωτίστως, νοιώθει ποιητής.

Στην «Τρίτη σειρά» τα ποιήματα δείχνουν πιο υπαρξιακά. Ο ποιητής με τον καρπό της πικρής γνώσης στο χέρι: Οι ποιητές «παράδοξα άνθη… πεθαίνουνε… ζούνε την Άλλη Ζωή», «ο Κόσμος παλιωμένο ρούχο», «Εγώ είμαι η αλήθεια / Εγώ είμαι. Εγώ. / Ποιος είμαι εγώ; / Όλοι εγώ είμαστε», «Τόσες μορφές αγαπήθηκαν / τόσα κορμιά λατρεύτηκαν / κάτω από λαμπρό ήλιο / ασημένια σελήνη / έγιναν σκόνη». Καμιά φορά οι στίχοι γίνονται πολύ σκληροί, απογοητευτικοί, προσγειωμένοι σε μια αντιποιητική πραγματικότητα.

Στην «Τέταρτη σειρά» επεκτείνεται ο στοχασμός. «Ξεκινώ από τον θάνατο / τη μόνη βεβαιότητα / Μονάχα αυτός αποδεικνύει πια / πως υπήρξες», «Θάνατος: / Μεγάλη επιβεβαίωση / μεγάλος διχασμός. / Η μήπως ένωση;». «Στο όνειρο ο έρωτας / πάντα γοητεύει / Σε αυτό που λένε πραγματικότητα / πάντα απογοητεύει». «Στάχτες αρχαίου άστρου / ένα φωτόνιο ζει ακόμα. / Λαμβάνουν το σήμα του / άλγος επιστροφής. / Δε υπάρχει πια γαλαξίας γυρισμού / μονάχα ζωντανή λαχτάρα / αντηχεί στον Κόσμο».

Η συλλογή έχει ένα χαρακτηριστικό. Όλα τα ποιήματα είναι επιλεγμένα να μοιάζουν στην εξωτερική εικόνα. Όλα είναι παρεμφερή στη μορφή, μικρά στην έκταση, βαθιά στα νοήματά τους, στοχαστικά, απλά στη διατύπωση τους. Και, παρά τη διαδρομή τους, πάνω στον ίδιο ποιητικό δρόμο των σαράντα πέντε χρόνων, καταφέρνουν να δείχνουν με τον ίδιο επίμονο τόνο την αποσταγμένη εμπειρία και γνώση, ίδια ή εξελιγμένη, να μεταφέρουν με παρόμοιο τρόπο τη σιωπή του νου, ενός νου λίαν δημιουργικού ανθρώπου που δεν κουράζεται να ελέγχει ακούραστα αυτή την ίδια δημιουργική σιωπή.  

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2015

Γιώργου Γαστεράτου: Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΤΙΣ ΒΛΑΧΕΡΝΕΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

Δικαιολογημένα η Κωνσταντινούπολη κατά τους βυζαντινούς χρόνους εντυπωσίασε τους επισκέπτες καθώς είχε να επιδείξει, μεταξύ των άλλων, πληθώρα λαμπρών κτισμάτων και ναών. Ανάμεσα σ’ αυτούς περίοπτη θέση κατείχε ο ναός της Θεοτόκου, που είχε κτιστεί στη θέση «Βλαχέρναι».
Η περιοχή αυτή ονομάστηκε έτσι, κατά μίαν εκδοχή, από το όνομα ενός σκύθη αρχηγού που είχε βρεθεί εκεί νεκρός. Αρχικά βρισκόταν εκτός των θεοδοσιανών τειχών και αργότερα, επί Ηρακλείου, περιεβλήθη με το λεγόμενο «Έβδομον» τείχος.
Εκεί, λοιπόν, σε θεμέλια ειδωλολατρικού ναού η αυτοκράτειρα Πουλχερία το 435 έκτισε ναό επ’ ονόματι της Θεοτόκου. Αργότερα, ο αυτοκράτορας Ιουστίνος επέκτεινε το κτίσμα ενώ επί Ρωμανού Δ΄ του Διογένη πυρπολήθηκε, όπως και το 1434, δεκαεννέα έτη προ της Αλώσεως, «υπό τινών αρχοντοπούλων θελόντων πιάσαι τινάς νεοττούς περιστερών», όπως αναφέρει ο ιστορικός Γεώργιος Φραντζής. Ο ναός το 1204 μετετράπη από τους σταυροφόρους σε λατινικό. Σώζονται, μάλιστα, πολλές επιστολές του πάπα Ιννοκεντίου προς «τον αρχιερέα των Βλαχερνών».
Το συγκρότημα περιελάμβανε το ναό της Θεοτόκου, το παρεκκλήσιο της «Αγίας Σορού» και το αγίασμα ή «ιερόν Λού(σ)μα». Εντός του ναού ήταν αποθησαυρισμένη η θαυματουργική εικόνα της Παναγίας της Βλαχέραινας ενώ στο παρεκκλήσιο της Αγίας Σορού βρισκόταν το ιερότερο κειμήλιο της χριστιανοσύνης, η «εσθής», ο χιτώνας δηλαδή της Θεοτόκου, ο ονομαζόμενος και «μαφόριον» (ίσως εκ του λατινικού «manophorium» = χιτώνας με μανίκια ή εκ του εβραϊκού «μαφορά» = χιτώνας.
Πώς, όμως, βρέθηκε η εσθής στο ναό των Βλαχερνών; Σύμφωνα με το Θεόδωρο το Σύγγελο (7ος αι.) στη «Narratio in depositionem praetiosae Vestis Sanctae Mariae» και τον Άγιο Ανδρέα Κρήτης στο «Εγκώμιον εις την Κατάθεσιν της Τιμίας Εσθήτος…», δύο κωνσταντινοπολίτες πατρίκιοι, ο Γάλβιος και ο Κάνδιδος έκλεψαν το κειμήλιο αυτό από μία εβραία χήρα. Το γεγονός αυτό λέγεται ότι συνέβη επί αυτοκράτορος Λέοντος Α΄ και της συζύγου του Βερίνας.
Όμως, η λεγόμενη «Ευθυμιακή Ιστορία» ανωνύμου και ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στη δεύτερη ομιλία του για την κοίμηση της Θεοτόκου αναφέρουν ότι ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Ιουβενάλις, ανταποκρινόμενος σε αίτημα της αυτοκράτειρας Πουλχερίας, της έστειλε ένα σφραγισμένο κιβώτιο που περιείχε δύο ιμάτια και δύο σάβανα της Παναγίας , τα οποία η Πουλχερία «κατέθεσε» στο ναό των Βλαχερνών.
Τέλος, μία άλλη πηγή, το «Μηνολόγιο» του Βασιλείου Β΄(10ος αι.), αναφέρει ότι ο αυτοκράτορας Αρκάδιος (395 – 424) απέκτησε τη ζώνη της Θεοτόκου, την οποία και έστειλε στις Βλαχέρνες.
Όπως, όμως, και να έχει το πράγμα, το ρούχο αυτό πίστευαν ότι έχει θαυματουργικές ιδιότητες. Ότι είναι όπλο ακαταμάχητο και πηγή ιαμάτων για όποιον το έφερε. Έτσι, ο αυτοκράτορας Ρωμανός ο Λεκαπηνός την περιέβαλε ως θώρακα (την φόρεσε) και επιτέθηκε κατά των πολιορκούντων την Πόλη Βουλγάρων του τσάρου Συμεών, ενώ προηγουμένως, το έτος 906, μεταφέρθηκε το κειμήλιο με επισημότητα στο Ιερόν Παλάτιον προκειμένου να απαλλάξει από τα δαιμόνια την αυτοκράτειρα Ζωή, σύζυγο του Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού.
Αναλογικά, και η εικόνα θεωρήθηκε θαυματουργική. Μάλιστα, κατά την πολιορκία των Αβάρων το 626 λιτανεύτηκε στα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως και ενώπιόν της ακούστηκε για πρώτη φορά ο υπέροχος «ακάθιστος ύμνος», καθώς αποδόθηκαν σ’ αυτήν τα «νικητήρια» του χριστιανικού στρατού και η σωτηρία της Πόλης. Από τότε, αν παρίστατο ανάγκη, σαν στρατιώτης, ή καλύτερα σαν στρατηγός, εκστράτευε μαζί με τον αυτοκράτορα, όπως μας επιβεβαιώνει ο Μιχαήλ Ατταλειάτης «…ειώθει τοις πιστοίς βασιλεύσιν εκ εκστρατείας ως απροσμάχητον όπλον συνεκστρατεύεσθαι». Έτσι εξηγείται η παρουσία της εικόνας σε έναν από τους θριάμβους του αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή, σύμφωνα με σχετική μικρογραφία του Σκυλίτζη.
Παράλληλα, η εικόνα απέκτησε ρόλο ρυθμιστικό στις ανθρώπινες σχέσεις και τη δημόσια ζωή. Ο ίδιος ο Ατταλειάτης μας παραθέτει την πληροφορία ότι ο αυτοκράτορας Ρωμανός Δ΄ ο Διογένης σε μίαν εκστρατεία του έστησε δικαστήριο για να δικάσει έναν στρατιώτη, ο οποίος είχε κλέψει ένα μουλάρι. Ο στρατιώτης καταδικάστηκε να του κόψουν τη μύτη. Τότε αυτός κατέφυγε προς την «…πάνσεπτον εικόνα της πανυμνήτου δεσποίνης Θεοτόκου της Βλαχερνιτίσσης…».
Την ίδια εποχή (11ος αι.) ο Μιχαήλ Ψελλός μας πληροφορεί ότι ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Ζ΄ ο Δούκας του είχε ζητήσει να γνωματεύσει για μία νομική υπόθεση, κατά την οποία ένας τοπικός άρχοντας και ένα μοναστήρι διεκδικούσαν την ιδιοκτησία ενός μύλου στη Θράκη. Με προτροπή, λοιπόν, των μοναχών η υπόθεση «παραπέμφθηκε» στην εικόνα των Βλαχερνών, η οποία βρισκόταν στον νότιο τοίχο της εκκλησίας, όπως βρίσκονται οι εφέστιες εικόνες στην Κέρκυρα, και ήταν καλυμμένη από ένα κεντημένο πέπλο (βλ. κάτι αντίστοιχο με την εικόνα της μονής του Κύκκου στην Κύπρο). Το πέπλο υψωνόταν μυστηριωδώς, χωρίς εμφανή ανθρώπινη παρέμβαση, κάθε Παρασκευή βράδυ και η εικόνα ακτινοβολούσε από φως ως το πρωί του Σαββάτου. Το θαυμαστό αυτό γεγονός ονομαζόταν «Σύνηθες Θαύμα» και η διακοπή του εθεωρείτο ως ετυμηγορία για το θέμα που είχε προκύψει. Στη υπόθεση για την οποία εισηγήθηκε ο Ψελλός το πέπλο υψώθηκε δικαιώνοντας τον τοπικό άρχοντα.
Εκτός από τα παραπάνω κειμήλια, στο ναό φυλασσόταν βραχίων του Αγίου Γεωργίου, το σώμα της Αγίας Λουκίας κ.α., τα οποία αφαιρέθηκαν από τους σταυροφόρους το 1204.
Για όλους αυτούς τους λόγους ο ναός των Βλαχερνών σύντομα απέκτησε πλούτο και δόξα. Εδώ, μάλιστα, εκκλησιαζόταν ο αυτοκράτορας και η αυλή του κατά τους τελευταίους αιώνες όταν διέμεναν μόνιμα στο ομώνυμο ανάκτορο, ενώ ο πρωτοπαπάς των Βλαχερνών είχε την ίδια εκκλησιαστική τιμή με τον πρωτοπαπά του Ιερού Παλατίου. Σύμφωνα δε με Νεαρά του Ηρακλείου ο ναός είχε το ακόλουθο προσωπικό: Πρεσβυτέρους 12, διακόνους 18, διακόνισσες 6, υποδιακόνους 8, αναγνώστες 20, ψάλτες 4 και πυλωρούς 6. Σύνολο 74 άτομα!
Με τον καιρό, η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της Κωνσταντινούπολης, ώστε σε όλη τη βυζαντινή επικράτεια, και όχι μόνο, να ανεγερθούν ναοί επ’ ονόματι της Θεοτόκου της Βλαχέραινας και να φιλοτεχνηθούν αντίγραφα της εικόνας, τα οποία, με τη σειρά τους, απέκτησαν θαυματουργικές ιδιότητες και έγιναν πρότυπα για άλλες.
Η ύπαρξη, επομένως, πληθώρας ναών στα Επτάνησα αφιερωμένων στην Παναγία τη Βλαχέραινα σημασιοδοτεί μία παλαιότατη παράδοση που ανάγεται στους βυζαντινούς χρόνους!
Είναι δε μία από τις αποδείξεις – υπάρχουν και άλλες πολλές - για τις καταβολές της επτανησιακής εκκλησιαστικής κληρονομιάς, η οποία αλώβητη, αν και ενίοτε περιφρονημένη και παρεξηγημένη, έχει φτάσει ως στις μέρες μας, μεταφέροντας εις το διηνεκές την ευλογία και τη χάρη της Παναγίας της Βλαχέραινας.


Κωνσταντινούπολη Βασιλεύουσα

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ


Το Σωματείο των Πολιτιστικών Ανταλλαγών και η Ελληνική Φιλία πραγματοποίησαν την φετινή τους συνάντηση στην εμβληματική, για κάθε Έλληνα και Ελληνίδα, Κωνσταντινούπολη, την Πόλη του Κωνσταντίνου, 26 με 29 Ιουνίου 2015.
Όσοι είχαν ξαναπάει, διαπίστωσαν με ευχάριστη έκπληξη πως η πόλη, ως παλαιόθεν Βασιλεύουσα, εκπληρώνει αυτό που λέει το μεγαλοπρεπές προσωνύμιό της. Απλώνεται και μεγαλύνεται και ομορφαίνει και όσο και αν έχει αλλάξει, το σήμα κατατεθέν της παραμένει η ανεπανάληπτη Αγιά-Σοφιά και όσο και αν τα μεγαλοπρεπή ανάλογα ανταγωνίζονται τη φήμη της και μόνο η σύγκρισή τους μαζί της αναδεικνύει πάλι και πάλι την υπεροχή της. Η πολύπαθη Πόλη σηκώνει όλα όσα στο έδαφός της έριξαν θεμέλια. Όμως, όσο και αν η ιστορική μοίρα παίζει τα δικά της παιχνίδια, όσο και αν κάθε ηγεμών και ηγεμονίσκος, θέλοντας να ξεπεράσει τον άλλο, θα αναφωνήσει, έκαστος κατά το έργο του, «Νενίκηκα σε, Σολομών», όπως ο Ιουστινιανός, είναι αυτός, ο Ιουστινιανός που άφησε το στίγμα του, ενώ εκείνοι, αν και σπουδαίοι, παραμένουν άγνωστοι, και ας είναι καταγεγραμμένοι στα βιβλία. Στη μνήμη των ανθρώπων θα μένει πάντα η Αγιά-Σοφιά ταυτόσημη με την Κωνσταντινούπολη. Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τη γοητεία που άσκησε πάνω στον διάσημο αρχιτέκτονα Λε Κορμπιζιέ η Αθήνα με τον Παρθενώνα της και η Κωνσταντινούπολη με την Αγία Σοφία της, ώστε να εκφραστεί με άπειρο θαυμασμό γι’ αυτά τα δύο αριστουργήματα του παγκόσμιου πολιτισμού, υψίστης τέχνης και απίστευτης δύναμης, που τον επηρέασαν. Η Αγιά Σοφιά και ο Παρθενώνας.
Στην συνάντησή μας είχαμε, δυστυχώς, απουσίες εκλεκτών μελών, όπως της Μήδειας Αμπουλασβίλι, καθηγήτριας στο πανεπιστήμιο της Τυφλίδας που διδάσκει ελληνικό πολιτισμό. Τις προηγούμενες χρονιές η Μήδεια ερχόταν με τον σύζυγό της και την όμορφη κόρη της τη Μαρίτα που είχε μάθει να χαιρετάει ελληνικά και να τραγουδάει το διεθνές σουξέ «Φεγγαράκι μου λαμπρό». Φέτος ένα δεύτερο αδελφάκι, που κατέφθασε, εμπόδισε τη Μήδεια, δεν εμπόδισε όμως την αισθαντική Νίνο, η οποία ήρθε επίσης από την Τυφλίδα με τον σύζυγό της και τον μικρό γιο της τον Αλέξανδρο. Ο πατέρας Ιωάννης Ζοσουλάκ ήρθε, όπως πάντα με τον γιο του τον Γιώργο, από την Σλοβακία, όπου διδάσκει Φιλοσοφία και Ελληνική γλώσσα. Ο πατέρας Ιωάννης μιλάει τα Ελληνικά σαν Έλληνας και ο Γιώργος σχεδόν σαν Έλληνας. Ο Γιώργος Μαϊσμάζ, γόνος της Μαριούπολης, νεόνυμφος και πανευτυχής κατέφθασε στο πλευρό της πανευτυχεστάτης Μαρίνας. Ο Φάντι ή Σωτήρης από το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων με την νεαρή σύζυγό του και τη μικρούλα κόρη του Ιουστίνα. Ο Σερίφ με την δική του σύζυγο και τον μικρούλη σγουρομάλλη γιο του τον Ζην, από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Αλεξάνδρειας. Ο Βλαντ από την Μαριούπολη επίσης. Η Άννα Γκρέκο πάντα συνοδεύει την κόρη της, Κατερίνα Μαλαντούνιο, από το Λέτσε της Ιταλίας, πιστές και οι δύο στο ραντεβού με την ομάδα. Άφησα τελευταίο, αν και πρώτον τη τάξει, τον Πρόεδρο της Φιλίας Ρομπέρτο Αντρέας Σότο, ο οποίος ζει πλέον μόνιμα στην Ελλάδα. Ο Ρομπέρτο έφερε μαζί του τον μικρό γιο του τον Βικέντιο (πέρυσι είχε φέρει τον Αυγουστίνο, στη Βαρκελώνη) και από την μακρινή πατρίδα του, τη Χιλή, τον πατέρα του, τον ευγενικό κύριο Χουάν. Μας έλειψε ο Μανουέλ ντε Βιάλ από την Ισπανία και πολλά άλλα αγόρια και κορίτσια από τις μακρινές πατρίδες τους, που όλοι τους σπούδασαν Ελληνικά, διδάσκουν Ελληνικά, μιλούν Ελληνικά, μελετούν τα Ελληνικά και εργάζονται με την ελληνική γλώσσα και για την ελληνική γλώσσα, η οποία είναι η διεθνής των ημερών. Και όλα αυτά τα παιδάκια δεν τα μνημόνευσα έτσι, για λόγους συναισθηματικούς απλώς, αλλά γιατί όλα είχαν στα χέρια τους κι ένα παιδικό βιβλίο στα Ελληνικά, προϋποδήλωση και προοικονομία της επόμενης γενιάς της Ελληνικής Φιλίας που γεννήθηκε πριν από είκοσι δύο χρόνια στην Κάλυμνο.
Κάποτε ο θρήνος για την άλωση της Πόλης έλεγε πως τα χαμένα της Ρωμιοσύνης εδάφη «πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θα ’ναι». Όσο και αν αντικειμενικά η ευχή-προφητεία δεν θα επαληθευτεί, νομίζω πως η ζωή έχει τον δικό της τρόπο να την επαληθεύει. Αυτή η συνύπαρξη τόσων νέων, από τόσες διαφορετικές χώρες, με τόση αγάπη για την ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό μπορεί να μη επαναφέρει περασμένα μεγαλεία και χαμένες πατρίδες, επαναφέρει όμως στη μνήμη την ιστορία και τονώνει το αίσθημα ότι κάτι σου ανήκει και ας βρίσκεται αλλού.
Στα μαγαζιά, στους δρόμους, στα εστιατόρια, παντού ακούγαμε Ελληνικά. Στο αρχαιολογικό μουσείο τα ελληνικά έργα τέχνης, από πεντελικό ή παριανό μάρμαρο με τις ελληνικές επιγραφές τους και την τεχνοτροπία τους, μας μιλούσαν Ελληνικά. Τα θρησκευτικά μνημεία, το Πατριαρχείο, ο ίδιος ο Πατριάρχης που μας έκανε την τιμή να μας δεχτεί και να συνομιλήσει μαζί μας, η Μεγάλη του Γένους Σχολή, η Σχολή της Χάλκης, οι εκκλησίες με τα εξαιρετικά ψηφιδωτά, οι Βοσπορίδες αύρες, όπως θα έλεγε και ο Βιζυηνός, τα παράκτια του Βοσπόρου, η θάλασσα του Μαρμαρά, ο Κεράτιος Κόλπος (και εκείνη η χοντρή αλυσίδα που όφειλε να τον προστατεύει και τώρα δείχνει πόσο ο χρόνος την κατέστησε άχρηστο εργαλείο), όλα αποτελούν τεκμήρια μιας υπό άλλη σημαία ελληνικότητας. Και αυτός είναι ίσως ένας άλλος τρόπος που δείχνει πώς ξανακερδίζεται η χαμένη αυτοκρατορία και με ποιο τρόπο γίνεται πάλι δική μας. Η Βασιλεύουσα έχει κράτος και εξουσία στην καρδιά μας.
Άφησα για τον επίλογο την εμπνεύστρια, δημιουργό και ψυχή της ιδέας της καλλιέργειας των Ελληνικών Γραμμάτων, κυρία Μαρία Θεοδωρίδου, την οποία δεν πτοούν ούτε τα χρόνια ούτε οι πόνοι ούτε οι ανηφόρες ούτε οι κόποι. Πιστή στα όνειρά της, εξακολουθεί να αγωνίζεται και κάθε χρόνο να επαναλαμβάνει το εγχείρημα, κερδίζοντας πάλι και πάλι το στοίχημα με την ποιότητα.
Στην κυρία Θεοδωρίδου και τις εκλεκτές κυρίες, που την παραστέκουν αποτελεσματικά, με την επιστημονική τους συνδρομή και όποια άλλη προσφορά, και στους νέους επιστήμονες που επέλεξαν την ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό, για να επιτρέψουν στο όνειρό τους να αγγίξει την πραγματικότητα, οφείλουμε ένα μεγάλο «ευχαριστώ» και ευχόμαστε, παρά τις δυσκολίες των καιρών να συνεχίσουν. Το οφείλουν στα νεαρά μέλη που άρχισαν ήδη και αναπνέουν την ατμόσφαιρα της Ελληνικής Φιλίας, η οποία στα γαλανά και δροσερά νερά της Καλύμνου αναβαπτίζεται και αναγεννιέται κάθε χρόνο.
  
Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email