© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο 2 Μαΐου 2009

Μαριέττας Σκιαδοπούλου-Καβάσιλα, ΜΙΚΡΑ ΕΝΤΟΜΑ


Σε ικετεύω Πανάγαθε
φύλαγε τα τζιτζίκια και τ' αηδόνια
για να ομορφαίνουν οι μέρες και οι νύχτες,
φύλαγέ μας από την ύπουλη σκέψη που εξοντώνει
τα καναρίνια και τους κορυδαλλούς,
τα σπουργίτια και τους κοκκινολαίμηδες,
τα ρούβελα και το τρυποκάρυδο,
τις μικρές πυγολαμπίδες
που σπιθίζουν τις νύχτες του Μάη,
τους γρύλλους του καλοκαιριού
που στοιχειώνουν της τηλιές,
φύλαγέ μας.
Να υπάρχει τουλάχιστο
ξημέρωμα στον κόσμο για τα μικρά έντομα
που είμαστε.

[Από τό βιβλίο "Ο ουρανός του Μάρτη", Αθήνα 1993 και την συγκεκτρωτική έκδοση "Ποιήματα (1978-1998)", εκδ. Έψιλον, Κέρκυρα 1999]

Διονύση Σέρρα, [ΜΑΗ ΜΗΝΑ ΜΑΣ ΔΟΞΑΣΕΣ...]


Ε΄

[...]

Και κει πέρα
σ' ένα λόφο μικρό
που το πράσινο φως
γλυκά σε συνεπαίρνει
και σε αφομοιώνει αθόρυβα
λαχτάρισες
στο κάλεσμα του κανονιού και του πόνου
- και αργότερα της πείνας
και του λυγμού της μάνας -
και Μάη μήνα μάς Δόξασες
και μάς Λευτέρωσες,
Διονύσιε Σολωμέ.

[...]

Και κει
στο μεθύσι του Λεύτερου Λόγου
στη μουσική πανδαισία των στίχων και των νερών
στο πάντρεμα Φύσης - Ψυχής - Ιστορίας και Δόξας
στο αγνάντεμα του αψεγάδιαστου ορίζοντα
κάθε Μάη μήνα,
όποια στιγμή προσκυνήματος και ανάγκης,
χτυπώντας γερά τις χορδές
της αγέραστης λύρας σου,
ποθούμε και ονειρευόμαστε,
Ποιητή,
της φυλακής μας το γκρέμισμα
[...]


[Απόσπασμα από την "Ωδή στο Διονύσιο Σολωμό", Ζάκυνθος 1978, σ. 20-22]

Νίκου Γρυπάρη, ΤΗΣ ΖΑΚΥΘΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ (απόσπασμα)

ΙΙ
Οχτώβρη μήνα, σκυθρωπό θάμπος στα μύχια της ψυχής,
ρεμβώδες πρώτο βλέφαρο στα ρίγη του χειμώνα.
Ο Μάης με τα τριαντάφυλλα και συ με της ψιλής βροχής
τις διαμαντόπετρες κεντάς στη Ζάκυθο κορώνα.

[Από την "ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ (1950-2006)" του Συμποσίου Ποίησης (Επιμέλεια Σ. Λ. Σκαρτσής), Εκδόσεις περί τεχνών, Πάτρα 2006, σ. 33]

Νίκου Καρούζου, ΦΕΓΓΑΡΟΣΚΟΝΗ ΘΕΡΜΑΙΝΕΙ ΑΠ' ΤΗΝ ΚΑΛΚΟΥΤΑ (απόσπασμα)


Της Μαίρης


Η όσφρηση προς το Μάιο τα δοξάρια φυλλοβόλα
ο χρόνος είναι: ήτανε -
ο χρόνος (ας τον ανατιμήσουμε) είν' ωσάν ησυχαστής
από ψυχρότητα λάβρος μαστιγωτικός
η ελπίδα τερματίστηκε.

[...]

[Από τη συλλογή "Δυνατότητες και χρήση της ομιλίας", στο Νίκου Καρούζου, Τα Ποιήματα, Β΄ Τόμος (1979-1991), Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, Αθήνα 1994, σ. 34]

Παρασκευή 1 Μαΐου 2009

Δ. Π. Παπαδίτσα, ΜΑΪΟΣ ΣΕ ΑΡΧΑΙΟΤΟΠΟ


Τα λόγια μου ήταν έμφυτα
τά ’παιρναν της λιακάδας τα θροΐσματα

Μάης από τη μια πέτρα στην άλλη
φύσημα στο ρυάκι απ’ τ’ άλλο ρυάκι
Μάης στων χεριών τα ευρήματα
στις αρτηρίες που ακούγεται η ζωή

Τίποτα δεν ρωτούσα
δυό χιλιοστά η απόσταση απ’ τη μίμηση άστρων
κάθε χορτάρι μίμηση τού τί έχεις δει
και τί έχεις πιάσει

Μα εμένα αποβραδίς
με χώριζε σε ψυχικά υλικά ο Πλωτίνος

Σε τύλιγα αβαρής

Το άγγιγμα στο γόνατό σου είναι χρώμα
και το σεργιάνι απ’ τον Κεραμεικό ώς τ’ αυτί σου
ήταν ο δίχως σπλάχνα φίλος
που θα μ’ακούει από αύριο αλλιώς
όπως μας άκουγε ένας θάμνος στην Ηφαίστου
και ύστερα πλάι ξανά στους Τρίτωνες
ο θάμνος μες στον γυάλινο αρχαιότοπο

Ήταν η αίσθηση έμφυτη
κι όπως εγώ, μια βυσσινιά με τύλιξε.

              
1982

[Από το ποιητικό βιβλίο, Δ. Π. Παπαδίτσα, Η ασώματη, εκδ. Γνώση, Αθήνα 1983, σ. 39.]

π. Παναγιώτη Καποδίστρια, ΕΣΠΕΡΑ ΜΑΓΙΟΥ


Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι έρμο 
Δ. Σολωμός

α΄
Έναστρος κάμπος
ασημένια λιόφυτα
λάμψη αλλότρια.

Ποιος ανατέμνει
τη μαραμένη φλόγα
του Μαρτελάου;

Πυρσός ο λόγος
στ’ αλωνάκι του Στράνη
φυσάει λεβάντες.


β΄
Λυγμοί του πεύκου
μάρτυρες αυτήκοοι
γιορτής φονικής.

Η Ζωοδόχος
μητέρα θρηνωδούσα
των σκοτωμένων.

Η Αλετροπόδα
ομόηχη αδελφούλα
των σαλεμένων.

γ΄

Νια Παρασκευή
κι ο Σολωμός θεάται
στο Κοιμητήρι.

Φαρμακωμένες
ψυχούλες τρεμάμενες
ψίχαλα του Ύμνου.

Εσπέρα Μαγιού
βολτάρει στο Ψήλωμα
αλύπιος δήθεν.


δ΄
Μοσκιές κι αιμανθοί
ολάνθιστοι αθάνατοι
στον ίσκιο του Ήσκιου

και κοπελλούλες
μ’ άσματα γάμου χρυσά
τα σκουλαρίκια.

Λάμνισσα μάνα
πάντα θα διακονεύεις
την αθωότη.


(1996-1997)


[Από την ποιητική συλλογή: Παναγιώτη Καποδίστρια, Ενύπνιο μετά τρούλλου, εκδ. Μπάστα 1999, σ. 30-32]

Οδυσσέα Ελύτη, Η ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ


ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 1 Μ

Η Πρωτομαγιά


Πιάνω την άνοιξη με προσοχή και την ανοίγω:

Με χτυπάει μια ζέστη αραχνοΰφαντη
ένα μπλε που μυρίζει ανάσα πεταλούδας
οι αστερισμοί της μαργαρίτας όλοι αλλά
και μαζί πολλά σερνόμενα ή πετούμενα
ζουζούνια, φίδια, σαύρες, κάμπιες και άλλα
τέρατα παρδαλά με κεραίες συρμάτινες
λέπια χρυσά λαμέ και πούλιες κόκκινες

Θα 'λεγες, έτοιμα όλα τους να πάνε
στο χορό των μεταμφιεσμένων του 'Αδη.



[Από το ποιητικό έργο "Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου". Βλ. Οδυσσέα Ελύτη, Ποίηση, εκδ. Ίκαρος 2002, σ. 487 Το κολάζ είναι του ίδιου του Ποιητή.]

Γιάννη Ρίτσου, [ΜΕΡΑ ΜΑΓΙΟΥ ΜΟΥ ΜΙΣΕΨΕΣ...]


VI

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης

Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα
τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα

Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,
και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.

Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τ' αστέρια και τα πλάτια,
τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια

Και μούλεες, γιε, πως όλ' αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,
και τώρα εσβήστης κ' έσβησε το φέγγος κ' η φωτιά μας.


[Από τη σύνθεση "ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ". Βλ. τη συγκεντρωτική έκδοση του Ρίτσου, Ποιήματα (Α' τόμος, 1978, σ. 168]

Διονυσίου Σολωμού, [ΤΟΥ ΜΑΪΟΥ ΡΟΔΟΦΑΙΝΕΤΟ Η ΜΕΡΑ...]

[Απόσπασμα από τη "Νεκρική Ωδή για τον ανεψιό του Ποιητή", από το: Διονυσίου Σολωμού, Ποιήματα και Πεζά, (επιμέλεια-Εισαγωγή Στυλιανός Αλεξίου), εκδ. στιγμή, Αθήνα 2007, σ. 123]

Του Μαϊού ροδοφαίνετο η μέρα
που ωραιότερη η φύση ξυπνάει
και την κάνουν λαμπρά και γελάει
πρασινάδες, αχτίνες, νερά.
Άνθη κι άνθη βαστούνε στο χέρι
παιδιά κι άντρες, γυναίκες και γέροι.
Ασπροεντύματα, γέλια και κρότοι,
όλοι οι δρόμοι γιομάτοι χαρά.
Ναι, χαρείτε του χρόνου τη νιότη,
άνδρες, γέροι, γυναίκες παιδιά.

Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

Χριστός ανέστης, Μαρξ

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

Χριστός ανέστη, χρόνια πολλά, χρόνια πολλά, χρόνια πολλά! μεταξύ συναδέλφων αμέσως μετά τις διακοπές, και μετά η ηλεκτρονική αλληλογραφία στα εισερχόμενα :
«Χρόνια πολλά, μετά την εβδομάδα Εβραϊκής μυθολογίας» προσυπόγραψε τεχνοκράτης «επαναστάτης- άθεος» και προώθησε το μήνυμα σε πολλούς αποδέκτες.
Ο «μύθος» σκηνοθετήθηκε και η παράσταση παίχτηκε και αυτό το Πάσχα από ερασιτεχνικούς και επαγγελματικούς θιάσους στα πάμπολλα εκκλησιαστικά χριστιανικά «θέατρα». Το μοτίβο το ίδιο, επαναλαμβανόμενο κάθε χρόνο με τους ίδιους ή διαφορετικούς ερμηνευτές σε ένα εθιμικό τελετουργικό που προεκτείνεται στην κουζίνα του σπιτιού, στην ένδυση αλλά και στους δρόμους και στις πλατείες της πόλης και του χωριού. Η Μεγάλη Εβδομάδα των Παθών με το πένθος και την κορύφωση της Σταύρωσης και στο τέλος το ελπιδοφόρο «Χριστός ανέστη».
-Χριστός ανέστης Μαρξ, χαιρέτισε χαμογελαστή χωρική με τη γεροντική καμπουρίτσα και τις καλλίγραμμες ρυτίδες στο φουαγιέ του νεόδμητου θεάτρου. Χρόνια τώρα μάθαινε να μεγεθύνει τον κόσμο της και το χρόνο της μέσα από την αφήγηση των μύθων και την απομυθοποίηση της πραγματικότητας.
-Επίσης-επίσης! απάντησε απαξιωτικά ο ηλικιωμένος «μαρξιστής» με τα μακριά μαλλιά και τ΄ άσπρα γένια που κατέφθασε με Land Rover για να δει το Μαρξ στο … Σόχο.
-Χριστός ανέστη και όχι ανέστης (δίχως το τελικό σίγμα) είναι το σωστό, παρατήρησε αυστηρός φιλόλογος απευθυνόμενος στη φιλική συντροφιά του. Είναι (το ανέστη) γ΄ ενικό πρόσωπο αορίστου β΄ του ρήματος ανίσταμαι και η σύνταξη έτσι απαιτεί, ο Χριστός είναι υποκείμενο….

Υπόσταση, περίσταση, κατάσταση, παράσταση, διάσταση, επανάσταση, μετάσταση, ανάσταση. Πόσος δρόμος δύσβατος, ανηφορικός, μαρτυρικός σε αγκαθωτό πέτρωμα που ματώνει τα λεπτά πέλματα και λυγίζει τη σκέψη και τη βούληση… Και τι χαρά, όταν ο χορευτής κρατηθεί δυνατός στις μύτες των πουέντ και αποφύγει την ακούσια πτώση.
Δεύτε λάβετε το Φως της Ανάστασης! Αισιοδοξία από το λαμπερό φως στη γκρίζα εποχή της κρίσης. Την είχε προβλέψει άλλωστε κι ο Καρλ Μαρξ, την κρίση. Ο καπιταλισμός οδηγεί σε κατάρρευση οικονομική τους ανίσχυρους, ηθική τους ισχυρούς.
Συνομιλία με το Αρχέγονο Φως από τη Μεγάλη Έκρηξη που διαχέεται, δημιουργεί και καταλαμβάνει χρόνο και χώρο. «Πανταχού παρόν και τα πάντα πληρούν», ορατό με τα ματωμένα καρφιά του προσωπικού πάθους κατά την πορεία της ζωής στο πλάτωμα της αγάπης.
Ορατό στους προσωπικούς μύθους του καθενός, στα παραμύθια της γιαγιάς, στο στεφανωμένο βάθρο του κάθε αγώνα για την επικράτηση του καλού. Φωτίζει τον ακούραστο γονιό, τον φιλόπονο μαθητή, το γλυκόλογο δάσκαλο, τον ξάγρυπνο φρουρό της πόλης, τον ανιδιοτελή και οξυδερκή πολιτικό, τον υπεύθυνο επιστήμονα, τον προλετάριο που παλεύει κι επαναστατεί εναντίον όλων εκείνων που του κλέβουν τη ζωή για να ζήσουν πιο πλούσιοι στο πορτοφόλι μα και τόσο άδειοι στην ψυχή. Καθέναν που δεν απέφυγε την πτώση κι επιχειρεί ξανά και πάλι την ανάβαση, την κάθαρση, την πολυπόθητη ανάσταση.
Η αναπαράσταση των Παθών και της Ανάστασης είναι αφορμές υπενθύμισης του τρόπου ύπαρξης και ζωής. Χωρίς σταύρωση δεν υπάρχει ανάσταση, και αυτές δεν γίνονται εφάπαξ. Σταύρωση και ανάσταση επαναλαμβάνονται στα δράματα, στα λάθη, στους αγώνες και στις νίκες της ζωής.
Χριστός ανέστη στο μύθο; Ας είναι, είναι χαρούμενο μήνυμα. Ο Μαρξ «αναστημένος» το επανέλαβε στο Σόχο. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού, γιατί έτσι καταλαγιάζει ο πόνος του, αναλαμβάνει και αντλεί δυνάμεις για ν΄ αντισταθεί στο κατεστημένο της ανισότητας, να βελτιώσει τους όρους της διαβίωσής του, προετοιμάζει τη δική του ανάσταση.
Οι μεγάλοι πολιτισμοί στηρίχτηκαν στους μύθους και ο δικός μας πολιτισμός κινδυνεύει στους δαιδαλώδεις σκοτεινούς αριθμητικούς υπολογισμούς των τεχνοκρατών, των δολοφόνων των μύθων.
Ασύλληπτη ερμηνεία από το μυθικό ήρωα του θεάτρου Άγγελο Αντωνόπουλο. Νόμιζες ότι είχες μπροστά σου τον ίδιο το Μαρξ κι ετοιμαζόσουν να βγεις στο δρόμο να καταργήσεις σύνορα κρατών και κοινωνικές τάξεις, ν΄ ανέβεις στη χώρα του ιδεατού, να νιώσεις την προσωπική και κοινωνική ανάσταση. Έμοιαζε με το λευκοντυμένο ιερέα στο μικρό ξωκλήσι που ανασταίνει το Χριστό με την αηδονοφωνούσα εκστατική δοξολογία που συνεπαίρνει τους πιστούς στη θεία κοινωνία της συγχώρεσης και της αγάπης.
-Αχ, γιατί έφυγε τόσο γρήγορα ο Μαρξ; Ακούστηκε από το διπλανό κάθισμα, ανάμεσα στα παρατεταμένα χειροκροτήματα .
-Μα τέλειωσε η ψυχαγωγία και η διδασκαλία. Ο χριστιανός και ο μαρξιστής βαπτίζεται στον Ιορδάνη της δράσης.
Αληθώς ανέστης Μαρξ, παραμονές Πρωτομαγιάς!

Σαρακηνάδο 30-4-2009

ΥΓ. Στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Αρκαδίων στις 29-4-2009 ο Άγγελος Αντωνόπουλος ερμήνευσε με ιδιαίτερη επιτυχία τον ομώνυμο ρόλο στο έργο του Howard Zinn «O Μαρξ στο Σόχο», η σκηνοθεσία είναι της Αθανασίας Καραγιαννοπούλου.

Κυριακή 19 Απριλίου 2009

Πατριάρχης Βαρθολομαίος: "Ευτυχώς, που απέθανεν ο Θεός, και ο θάνατός Του έγινε ζωή και ανάστασις ιδική μας!"


+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ

ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ - ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ ΤΩ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΩΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ


Αδελφοί και τέκνα εν Κυρίω προσφιλή και επιπόθητα,

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

Σκυθρωπή είχεν ακούσει κάποιαν ημέραν του ΙΘ΄ αιώνος η ανθρωπότης από το στόμα του τραγικού φιλοσόφου ότι: «ο Θεός είναι νεκρός! Τον σκοτώσαμε... Εμείς όλοι είμαστε οι φονιάδες του... ο Θεός θα μείνη νεκρός! Τι άλλο είναι οι εκκλησίες παρά οι τάφοι και τα μνήματα του Θεού;»[1]

Και επίσης, ολίγας δεκαετίας αργότερον, από το στόμα ενός νεωτέρου ομολόγου του, ότι: «Ο Θεός απέθανε! Σας αναγγέλλω, κύριοι, τον θάνατον του Θεού!»[2]

Αι διακηρύξεις αυταί των αθέων φιλοσόφων ετάραξαν τας συνειδήσεις των ανθρώπων. Σύγχυσις πολλή επηκολούθησεν εις τον χώρον του πνεύματος και της λογοτεχνίας, της τέχνης και της ιδίας κάποτε της Θεολογίας, όπου, εις την Δύσιν κυρίως, ήρχισε να γίνεται λόγος ακόμη και περί «Θεολογίας του θανάτου του Θεού».

Η Εκκλησία βεβαίως δεν είχε ποτέ και δεν έχει καμμίαν αμφιβολίαν ότι ο Θεός απέθανε. Τούτο έγινε το 33 μ.Χ. επάνω εις τον λόφον Γολγοθά της Ιερουσαλήμ, επί Ποντίου Πιλάτου του Ρωμαίου Ηγεμόνος της Ιουδαίας. Αφού έπαθεν ανήκουστα Πάθη, εσταυρώθη ωσάν κακούργος και, περί ώραν ενάτην της Παρασκευής, είπε «Τετέλεσται!» και παρέδωκε το πνεύμα! Αυτό είναι μία αναντίρρητος ιστορική πραγματικότης.

Ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, ο Ιησούς Χριστός, ο αληθινός Θεός, απέθανεν «υπέρ πάντων» των ανθρώπων[3]! Αφού ανέλαβεν όλα τα ιδικά μας: σώμα, ψυχήν, θέλησιν, ενέργειαν, κόπον, αγωνίαν, πόνον, λύπην, παράπονον, χαράν, τα πάντα, παρεκτός αμαρτίας, ανέλαβε, τέλος, και το μεγαλύτερον ζήτημά μας, τον θάνατον, και μάλιστα εις την πιο βασανιστικήν και ταπεινωτικήν εκδοχήν του, δηλ. τον Σταυρόν. Μέχρις εδώ συμφωνούμεν με τους φιλοσόφους.

Θα δεχθούμε ακόμη και το ότι αι εκκλησίαι, οι ναοί, είναι «οι τάφοι», «τα μνήματα» του Θεού! Όμως!... Εμείς γνωρίζομε, ζούμε και προσκυνούμε τον θανόντα Θεόν, ως «νεκρόν ζωαρχικότατον»! Ολίγον μετά την φοβεράν Παρασκευήν, εις την πρωϊνήν αμφιλύκην της «Μιας των Σαββάτων», της Κυριακής, συνέβη αυτό, δια το οποίον έγινεν όλη η δια σαρκός και πάθους και Σταυρού και καθόδου εις τον άδην οικονομία του Θεού:

Η Ανάστασις!... Και αυτό, η Ανάστασις, είναι μία εξ ίσου αναντίρρητος ιστορική πραγματικότης!.. Και η πραγματικότης αυτή έχει αμέσους και σωτηρίους επιπτώσεις εις όλους μας. Ανέστη ο Υιός του Θεού, ο Οποίος είναι συνάμα και Υιός του Ανθρώπου! Ανέστη ο Θεός με όλον το πρόσλημμα της ανθρωπότητος: το Σώμα που έλαβεν από τα άχραντα αίματα της Υπεραγίας Θεοτόκου και την αγίαν Ψυχήν Του. Ανέστη εκ νεκρών, «παγγενή τον Αδάμ αναστήσας ως φιλάνθρωπος»!...

Ο Τάφος του Ιησού, το «καινόν μνημείον» του Ιωσήφ, είναι πλέον δια παντός κενός! Αντί δια μνημείον νεκρικόν, είναι μνημείον νίκης κατά του θανάτου, είναι πηγή ζωής! Ο νοητός Ήλιος της Δικαιοσύνης ανέτειλεν «εκ του τάφου ωραίος», χαρίζοντας φως ανέσπερον, ειρήνην, χαράν, αγαλλίασιν, ζωήν αιώνιον! Ναι, οι ναοί είναι οι «τάφοι» του Θεού! Αλλά Τάφοι κενοί, ολοφώτεινοι, γεμάτοι από «οσμήν ζωής»[4], από εαρινόν μύρον πασχάλιον, ωραίοι, ερατεινοί, καταστόλιστοι με μυρσίνες δοξαστικές και με άνθη χειροπιαστής ελπίδος, τάφοι ζωοδόχοι και ζωοπάροχοι!

Ο θάνατος του Θεού ανέστρεψε τας δυνάμεις του άδου, ο θάνατος ευτελίστηκε πλέον εις απλούν επεισόδιον που εισάγει τον άνθρωπον από τον βίον εις την Ζωήν. Αι εκκλησίαι, οι «τάφοι» του Θεού, είναι αι διάπλατοι θύραι της αγάπης του Θεού, οι ορθάνοιχτες είσοδοι του Νυμφώνος του Υιού Του, που «ως Νυμφίος προήλθεν εκ του Μνήματος» και οι πιστοί εισερχόμενοι, «θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, άδου την καθαίρεσιν, άλλης βιοτής, της αιωνίου, απαρχήν· και σκιρτώντες υμνούμεν τον αίτιον, τον μόνον Ευλογητόν των πατέρων, Θεόν και υπερένδοξον»[5]!


Ευτυχώς, λοιπόν, που απέθανεν ο Θεός, και ο θάνατός Του έγινε ζωή και ανάστασις ιδική μας! Ευτυχώς που υπάρχουν τόσα «μνήματά» Του εις τον κόσμον, τόσοι άγιοι ναοί, όπου ημπορεί να εισέλθη ελεύθερα ο πονεμένος, ο κουρασμένος και απαρηγόρητος άνθρωπος, να αποθέση το φορτίον του πόνου του, της αγωνίας του, του φόβου και της ανασφαλείας του, να «ξεφορτωθή» τον θάνατόν του!

Ευτυχώς που υπάρχουν αι εκκλησίαι του Εσταυρωμένου, Αποθανόντος, Αναστάντος και αιωνίως Ζώντος Χριστού, όπου ο απελπισμένος άνθρωπος των ημερών μας, ο καταπροδωμένος από όλα τα είδωλα, όλους τους «χαμοθεούς» που έκλεψαν την καρδιά του, την οικονομίαν δηλαδή, την ιδεολογίαν, την φιλοσοφίαν, την μεταφυσικήν και όλας τας υπολοίπους «κενάς απάτας»[6] του παρόντος αιώνος «του απατεώνος»[7], ευρίσκει καταφύγιον και παραμυθίαν και σωτηρίαν.

Από το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, την Μητέρα Εκκλησίαν που βιώνει εις το πλήρωμά τους το Πάθος, τον Πόνον, τον Σταυρόν και τον Θάνατον, αλλά εξ ίσου και την Ανάστασιν του Θεανθρώπου, απευθύνομεν προς όλα τα τέκνα της Εκκλησίας εγκάρδιον πασχάλιον χαιρετισμόν και ευλογίαν, μαζί με ασπασμόν αγάπης Ιησού Χριστού του εκ νεκρών Αναστάντος και αιωνίως Ζώντος και ζωοποιούντος τον άνθρωπον.

Εις Αυτόν η δόξα, το κράτος, η τιμή και η προσκύνησις, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, εις τους αιώνας. Αμήν!

Άγιον Πάσχα 2009

+ Ο Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος
διάπυρος προς Χριστόν Αναστάντα ευχέτης πάντων υμών



[1] Φρειδερίκος Νίτσε.
[2] Ζαν Πωλ Σάρτρ.
[3] Β΄ Κορ. 5: 14.
[4] Β΄ Κορ. 2: 16.
[5] Τροπάριον ζ΄ ωδής Κανόνος του Πάσχα.
[6] Πρβλ. Κολ. 2: 8.
[7] Ακάθιστος Ύμνος.
Στη φωτό: Ο Πατριάρχης κατά την Τελετή της Ανάστασης, Πάσχα 2009 στο Φανάρι (φωτό Νίκου Μαγγίνα, από το Φως Φαναρίου).

Σάββατο 18 Απριλίου 2009

Παύλου Φουρνογεράκη, ΑΓΚΑΘΙΝΟ ΣΤΕΦΑΝΙ (ποίημα)


Ταπεινωμένος Θεός
Υπερυψούται
Λαβωμένος

Καπνοί τσιγάρων
Τα θυμιάματα
Των καθισμάτων

Οσμές καφεΐνης
Τα βαθιά ντεκολτέ
Της πλατείας

Χριστιανοί σταυρωτές
Χρονίζουν το χρόνο
Στην περιφορά του Άχρονου.

Κι Εκείνος
Υποκλίνεται
Αναστάσιμος


(Ζάκυνθος 17-4-2009)

Πέμπτη 16 Απριλίου 2009

Ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος για την Ανάσταση

"Μη φοβείσθε υμείς", είπε ο άγγελος Κυρίου στις μυροφόρες, τις οποίες είχε κυριεύσει "τρόμος και έκστασις" προ του κενού τάφου. "Οίδα γαρ ότι Ιησούν τον εσταυρωμένον ζητείτε. Ουκ έστιν ώδε. Ηγέρθη γαρ καθώς είπεν" (Ματθ. 28:6).

Σε λίγο, ο ίδιος ο αναστάς Χριστός, "λέγει αυταίς μη φοβείσθε". Και στη συνέχεια, στον κύκλο των πτοημένων και φοβισμένων μαθητών Του, τόνισε: "Τι τεταραγμένοι εστέ και διατί διαλογισμοί αναβαίνουσιν εν ταις καρδίαις υμών;" (Λουκ. 24:38).

Και δείχνοντάς τους τα σημάδια της σταυρώσεως στα χέρια και στα πόδια, τους βεβαίωσε με την παρουσία Του για το θαυμαστό γεγονός της Αναστάσεώς Του.

"Μη φοβείσθε!". Το μήνυμα της Αναστάσεως κηρύσσει διαχρονικά την ελευθερία από κάθε αιτία φόβου. Η νίκη του Χριστού συνέτριψε την κυριαρχία των διαμονικών δυνάμεων, γεφύρωσε το χάσμα μεταξύ Θεού και ανθρώπων και αποκατέστησε τις σχέσεις τους. Την οντολογική σημασία του Σταυρού και της Αναστάσεως αποκάλυψε, με τρόπο μοναδικό ο Απόστολος Παύλος: Ο Ιησούς έγινε άνθρωπος και αποδέχθηκε το Πάθος "για να καταργήσει με τον θάνατό του αυτόν που εξουσίαζε τον θάνατο, δηλαδή τον διάβολο, και με αυτό τον τρόπο να απελευθερώσει όσους ο φόβος του θανάτου τούς είχε καταδικάσει να είναι δούλοι σ' όλη τους τη ζωή" (Εβρ. 2:14-15).

Ο αναστάς Χριστός είναι πλέον η αρχή της νέας ανθρωπότητος, "απ' τους νεκρούς πρωταναστημένος, ώστε να γίνει σε όλα εκείνος πρώτος" ("εστίν αρχή, πρωτότοκος εκ των νεκρών, ίνα γένηται εν πάσι αυτός πρωτεύων" - Κολασ. 1:18-22).

Με την Ανάσταση του Χριστού έχει αρχίσει μια νέα μορφή υπάρξεως για τους ανθρώπους. Η βεβαιότητα της Αναστάσεως, η πεποίθηση ότι δόθηκε σ' Αυτόν "πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης" (Ματθ. 28:19) ελευθέρωσε τους μαθητές από κάθε είδους φόβο και αγωνία. Και τους μεταμόρφωσε σε τολμηρούς και γενναίους κήρυκες της νέας εν Χριστώ ζωής.

"Μη φοβείσθε!". Στην εποχή μας έχουν πληθύνει οι φόβοι που απειλούν τη ζωή μας. Τον τελευταίο μάλιστα καιρό έχουν ενταθεί και από τη γενικότερη ταλαιπωρία που προκαλεί η παγκόσμια οικονομική κρίση. Νέοι και παλαιοί φόβοι κυκλώνουν τη σκέψη μας και σφίγγουν την καρδιά μας.

Μέσα σ' αυτή λοιπόν τη βαριά ατμόσφαιρα έρχεται η εορτή της Αναστάσεως να καλέσει κάθε πιστό σε μία πορεία ελευθερίας από τον φόβο:

Από τον φόβο αυτών που μας εχθρεύονται, από τον φόβο που δημιουργεί η αδικία και η σκληρότητα της κοινωνίας μας. Από τον φόβο της πολύμορφης αμαρτίας που διεισδύει στην ύπαρξή μας και την αλλοτριώνει. Από τον φόβο του πόνου, της ανέχειας, της ασθένειας, της μοναξιάς, των κινδύνων και θλίψεων που απειλούν τη ζωή μας. Από τον φόβο των πιεστικών προβλημάτων της καθημερινότητος. Από τον φόβο του αγνώστου, της αποτυχίας, της αβεβαιότητος για το μέλλον.

Και το κορύφωμα του μηνύματος της Αναστάσεως του Χριστού είναι η ελευθερία από τον φόβο του θανάτου, του δικού μας και των αγαπημένων μας, φόβο που συνθλίβει την ανθρώπινη ζωή. Η εορτή της Αναστάσεως δεν αναγγέλλει απλώς, αλλά μας προσκαλεί να μετάσχουμε στην ελευθερία που μας χάρισε ο Χριστός.

Η ελευθερία αυτή, βεβαίως, στηρίζεται στην πίστη. Η Εκκλησία, αναφωνώντας δοξολογικά το "Χριστός Ανέστη!", δεν καταφεύγει σε επιχειρηματολογίες για να επιβάλει την αλήθεια που κηρύσσει. Οσοι πιστοί! "Ευτυχισμένοι όλοι που πιστεύουν...".

Αρκεί, βεβαίως, όπως επισημαίνει ο Απόστολος Παύλος, να μένουμε στην πίστη, θεμελιωμένοι και σταθεροί "και μη μετακινούμενοι από της ελπίδος του ευαγγελίου" (Κολασ. 1:23).

Η Ανάσταση του Χριστού διαλύει τον φόβο διότι συναρμόζεται με μια εκπληκτική δύναμη, και, ιδιαίτερα αυτή την ολόλαμπρη εορτή, καλούμεθα να νιώσουμε "τι το υπερβάλλον μέγεθος της δυνάμεως αυτού (του Θεού)" (Εφεσ. 1:19).

"Τη δύναμή Του αυτή την έδειξε με το να αναστήσει τον Χριστό από τους νεκρούς και να τον βάλει να καθήσει στα δεξιά Του στον ουρανό, πάνω από κάθε αρχή και δύναμη και κυριότητα, πάνω από κάθε τι που ανήκει όχι μόνο στον τωρινό αλλά και στον μελλοντικό κόσμο" (στιχ. 20-21).

Αυτή η ελευθερία από τον φόβο, δώρο του Αναστάντος, πρέπει να διαμορφώνει τη στάση της ζωής μας: "Υμείς επ' ελευθερίαν εκλήθητε, αδελφοί" με τη σαφή όμως προσθήκη: "μόνον μη την ελευθερίαν εις αφορμήν τη σαρκί αλλά δια της αγάπης δουλεύετε αλλήλοις" (Γαλ. 5:13).

Ο Χριστός, η ενυπόστατη και ένσαρκη αγάπη του Θεού, με τη θυσία Του στον Σταυρό και τη νίκη της Αναστάσεως, διατράνωσε τη μοναδική δύναμη της αγάπης, που ελευθερώνει τον άνθρωπο από κάθε μορφή φόβου.

Οσοι είναι ενωμένοι μαζί Του εν πίστει και αγάπη αξιώνονται να ζουν την αλήθεια που αποκαλύπτει ο ευαγγελιστής Ιωάννης: "Φόβος ουκ έστιν εν τη αγάπη, αλλ' η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον. Οτι ο φόβος κόλασιν έχει (περιέχει τιμωρία), ο δε φοβούμενος ου τετελείωται εν τη αγάπη" (Α' Ιω. 4:18).

Ας χαρούμε, λοιπόν, αδελφοί μου, ιδιαίτερα αυτές τις ημέρες του Πάσχα, την ελευθερία από κάθε μορφή φόβου, βαθαίνοντας την πίστη μας και την αγάπη μας στον νικητή του θανάτου και Κύριο της ζωής μας.
Ακόμη, ας θυμίσουμε και στους φοβισμένους αδελφούς μας, ότι "Χριστός Ανέστη!".

Το Αναστάσιμο Μήνυμα 2009 του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερωνύμου Β΄

Αγαπητά μου παιδιά,

Χριστός Ανέστη!

Με το χαρμόσυνο αυτό μήνυμα της ζωής και της ελπίδος χαιρετίζει αιώνες τώρα η Εκκλησία τους πιστούς της.

Ο σαρκωμένος Λόγος, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Ιησούς Χριστός νίκησε τον θάνατο, χαρίζοντας νέες προοπτικές, δίδοντας νόημα και πνοή στα οράματά μας, υπενθυμίζοντας την υπεροχή του φωτός έναντι του σκότους.

Μέσα σ' αυτό το σκοτάδι, η αμαυρωμένη από την αμαρτία εικόνα εκάστου ανθρώπου αλλοιώνεται και ταυτίζεται με την απώλεια και το μίσος. Αυτή την εικόνα έρχεται και μεταμορφώνει ο Αναστημένος Χριστός.

Μεταμορφώνει όλους μας και τον καθένα χωριστά. Μας προσκαλεί να υπερβούμε τα τείχη του εγωισμού και της προσωπικής αυταρέσκειας, δείχνοντάς μας το φωτεινό μονοπάτι του εμείς και όχι του εγώ.

Μέσα σ' αυτό το φως το άτομο συναντά την προσωπική του έκφραση, που δεν είναι άλλη από την συνάντηση του Θεού με την προσφορά μας στο πρόσωπο κάθε άλλου, κάθε ξένου, ανεξαρτήτως γλώσσας, χρώματος, θρησκείας και πολιτισμού.

Η πατρίδα μας βιώνει σήμερα αυτή την πρόκληση. Καλείται να αποδείξη την μακραίωνη ιστορία της, τόσο στην κοινωνική ανάπτυξη, όσο και στην οικογενειακή και προσωπική.

Τα σύννεφα της επερχόμενης οικονομικής κρίσης μπορεί να σκεπάζουν τις προοπτικές και το μέλλον πολλών αδελφών μας, βαθύτερη κρίση, όμως, ζούμε, όταν συνεχίζουμε την προκλητικά αδιάφορη στάση μας προς τον άλλο.

Αναρωτηθήκαμε αν ο αναστάσιμος αυτός χαιρετισμός "ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ" σημαίνει ανάσταση και για τον διπλανό μας; Εκεί, αδελφοί μου, ας δείξουμε την μεγαλοψυχία μας.

Εκεί ας δείξουμε τη διαχρονικότητα του ελληνικού πνεύματος. Εκεί ας δείξουμε την ουσιαστική πίστη μας στον Θεό και όχι την επιδερμική μας προσέγγιση σ' ένα όμορφο έθιμο.

Με αυτές τις απλές σκέψεις σας εύχομαι ολόψυχα να συναντήσετε τον αναστημένο Χριστό στο πρόσωπο του άλλου.
Χριστός Ανέστη!
Χρόνια Πολλά!

Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ

Τετάρτη 15 Απριλίου 2009

Δύο κουρκουτζελάκια και … τρεις οβρύες

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

Τα λιόξυλα είχαν στεγνώσει απ΄ τα υγρά τους κι η φωτιά στο τζάκι είχε τα κέφια της, ζέσταινε το κορμί και την καρδιά μας. Οι φλόγες παιχνίδιζαν στο χορό της καμινάδας και σιγοτραγουδούσαν το ρυθμό της καύσης. Κυριακάτικο απόγευμα στην αυγή του Μάρτη και το σαλόνι γέμισε από παιδιά κι εγγόνια με φίλους και γείτονες για του καφέ τη γλυκιά τη γεύση. Η μικρόσωμη γιαγιά με τη λευκή κώμη καταμεσίς στον καναπέ, καμάρωνε περήφανα για τους εύγευστους κι αφράτους λουκουμάδες της.
Πώς άσπρισαν τα μαλλιά της, σαν το βαμβακερό το σύννεφο στην κορυφή του Mεγάλου Bουνού! Ξεχώριζε στο χωριό και στην πόλη η κοκκινομάλλα μοδίστρα υψηλής ραπτικής με το λεπτό γούστο και το χαμόγελο στα χείλη. Πόσα βελούδινα και μεταξωτά φορέματα στόλισαν καμπυλωτά κορμιά σε γιορτές και πανηγύρια από τη δικιά της δακτυλήθρα!
- Μην ξεχάσεις να σου δώσω δύο κουρκουτζελάκια, έτσι να τα δοκιμάσεις, ψιθύρισε σιγανά, σαν να 'κρυβε πολύτιμο δώρο.
- Βγήκαν τα κουρκουτζέλια; Ρώτησε χαρούμενα χωραΐτισσα φίλη, που τα έχει ιδιαίτερη αδυναμία.
Χρυσή ευκαιρία για την καλόκαρδη γιαγιά ν΄ αρχίσει τα δικά της, που ήταν όμως εύστοχα και με την ομορφιά της σοφίας συμπυκνωμένη στο σπινθηροβόλο βλέμμα.
- Εψές το κολατσίο έκαμα μία βόλτα… Είχαν φυτρώσει και τσι γλάστρες μας λίγα κουρκουτζέλια. Ο άντρας μου γέρασε πια… Θυμάμαι στα νιάτα του τέτοια εποχή σακούλια μάς έφερνε. Μ’ άρεσε κι εμένα να μαζώνω, αλλά με το ράψιμο πού χρόνος. Πήρα μαζί μου ένα μπαστούνι και πήγα εδώ γύρω, αλλά είναι ούλα φραγμένα και πολλά από δαύτα ραντισμένα, πού να βρεις κουρκουτζέλια. Χάθηκαν και τα τσιγαρίδια! Όλο δηλητήρια ρίχνουνε, κι εκείνος ο καταστροφέας δεν αφήνει τίποτε, χάνεται ο σπόρος. Άσε που τα κάμανε ούλα οικόπεδα, ακόμα κι εκείνο το ποτάμι στ’ Αρκαδιανού το κλείσανε από πάνου κι εφτιάξανε μαγαζιά, γι αυτό κάθε λίγο πλημμυρίζει. Το μυαλό τους όλο στο χρήμα κανένας σεβασμός στη φύση . Μπορεί να κάμει καλό ετούτη η κρίση, να πέσει η αξία τση γης και να γλυτώσει κανένα φυτό, να γλυτώσουμε κι εμείς.
Τώρα, τη Μεγάλη Σαρακοστή, τα κουρκουτζέλια ήτανε η σωτηρία μας, τσιγαριστά με τομάτα και χωρίς τομάτα, σβησμένα με κρασί ή με ξύδι… Είναι ωραίο φυτό σε μωβ χρώμα ταιριάζει με τη χαρμολύπη τση Σαρακοστής. Παλιά ενηστεύαμε ούλη την περίοδο από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι την Ανάσταση. Ξανάσαινε το στομάχι, άφηνε χώρο στο μυαλό να σκεφτεί το καλό και το Χριστό, το φτωχό και τον πεινασμένο, τον ανήμπορο και όποιον είχε ανάγκη. Πρέπει να το ζήσεις το κάθε πράμα για να καταλάβεις. Με γεμάτη την κοιλιά νομίζεις ότι είναι ούλοι χορτάτοι. Τώρα στα γεράματα δεν έχω δυνάμεις για νηστείες και στενοχωριέμαι, δεν μου το επιτρέπει κι ο γιατρός. Αλλιώς είχα συνηθίσει, ας με συγχωρέσει ο Θεός!
Αργότερα άμα ζεστάνει κι άλλο θα ΄βγουνε κι οβρύες, αν γλιτώσει καμία από το gramoxone. Έριχνε κι ο άντρας μου μες τ΄ αμπέλι από δαύτο, ακόμα φοβάμαι μην πάθουμε καρκίνο. Έχω φυλαμένα
τέσσερα μπουκάλια ληγμένα και δεν ξέρω τι να τα κάμω. Άκουσα στην τηλεόραση ότι δεν πρέπει να τα πετάμε στα σκουπίδια. Ο φαρμακοποιός μου ΄πε ότι δεν υπάρχει άλλη λύση. Ούλα τα ληγμένα τα πετάνε στα σκουπίδια και μετά από το Σκοπό ροβολάνε στη θάλασσα Και μετά σου λέει έχουμε θαλάσσιο πάρκο και προστατεύουμε τη χελώνα… Όταν εφώναζα του άντρα μου να μη ραντίζει μου ΄λεγε ότι αν κάνανε κακό θα τα είχανε απαγορεύσει, δεν μπορούσε να καταλάβει τα συμφέροντα.
Κάμετε ό,τι μπορείτε στα σχολεία, μάθετε τα παιδία να σκέφτουνται και να κρίνουν, να μη χαύουνε ό,τι ακούνε, να κάνουν αγώνες.
-Εγώ του τα ΄πα του πατέρα μου, γιατί τα μαθαίνουμε σχολειό, στο πρόγραμμα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, και μου υποσχέθηκε ότι δε θα ξαναραντίσει,
είπε η μικρή Αννούλα που όλη την ώρα έπαιρνε κι έστελνε μηνύματα με το κινητό της.
- Γι’ αυτό το τηλέφωνο δε σας έχουνε πει στο σχολειό, για την ακτινοβολία που έχει;
- Άσε με μωρέ γιαγιά, δεν το έχω πολλές ώρες. Πες μας τώρα, τι άλλο τρώγατε στη νηστεία.
- Αυτή την εποχή ο παππούς σας έπιανε στα δίχτυα πολλές σουπίες. Μεγάλη Δευτέρα τις φτιάχναμε σούπα χωρίς λάδι, Μεγάλη Τρίτη ετρώαμε οβρύες με λάδι, Μεγάλη Πέμπτη αγκινάρες γεμιστές με ρύζι και μάραθο, αλλά τη Μεγάλη Παρασκευή νερόβραστα ξερά κουκιά με τσιγαρίδια και λίγες οβρύες με ξύδι. Πάσχαμε κι εμείς μαζί με το Χριστό κι έτσι καταλαβαίναμε και την Ανάσταση. Ανήμερα τη Λαμπρή κότα αλανιάρα αυγολέμονο, ό,τι έπρεπε για το στομάχι μετά τη νήστεια. Αργότερα ήρθε το σουβλιστό, κι αν έχεις κάμει νήστεια αρχίζουν τα κοψίματα και τα σούρτα-φέρτα τσου καμπινέδες…
Ξεκαρδιστικά γέλια γέμισαν την ατμόσφαιρα για την αποκάλυψη απόκρυφων συμβάντων αλλ΄ η πάντα ανήσυχη γιαγιούλα συνέχισε για τα περασμένα και τα τωρινά …
- Τέτοια εποχή είχα δουλειά με το ράψιμο. Η καθεμία ήθελε να ράψει ένα φουστάνι για το Πάσχα. Οι περισσότερες το ήθελαν το Σάββατο του Λαζάρου να το φορέσουν του Βαγιώνε στην εκκλησία και μετά ανήμερα τη Λαμπρή. Δεν τσι προλάβαινα ούλες, οι άλλες τα παίρνανε τη Μεγάλη Πέμπτη το μεσημέρι. Πόσα βράδια ξενύχτησα με το βελόνι και τη λάμπα πετρελαίου να προλάβω να παραδώσω! Και μετά να καθαρίσω το σπίτι, να βάψω αυγά, να ζυμώσω το Λαμπριάτικο ψωμί, να πάω στην εκκλησία. Όλα κοπιαστικά αλλά λαμπερά, με μυρουδιές και γεύσεις που γλυκαίνουν την ψυχή.
Σήμερα είναι ούλα έτοιμα στο εμπόριο, ρούχα, φαγητά, γλυκά, ακόμα και κόκκινα αυγά! Κι ούλα ίδια, άνοστα κι άοσμα. Χάθηκε εκείνη η νοστιμάδα που δωρίζει η μυρωδιά τση φύσης, το μεράκι τση νοικοκυράς, το βελονάκι τση ράφτρας. Ευτούνη η άτιμη η ανάπτυξη, αφάνισε το πρόσωπο, την ταλαιπώρησε και τη λάβωσε τη φύση, σκότωσε τα παιδία της, τη σταύρωσε σαν το Χριστό.
Ετότες οι εκκλησίες γιομίζανε από κόσμο, μέσα κι όξω. Πριν τον πόλεμο στη Λιθακιά είχαμε δύο ενορίες, τση Φανερωμένης και του Άη Γιάννη. Επολεμάγανε ποία θα έχει τσι καλύτερες ψαλμωδίες και τσου καλύτερους παπάδες. Τότε που οι παπάδες δεν έπαιρναν μισθό και οι ψαλμωδίες ήταν σαν ν΄ ακούς αηδόνια, χωρίς τα μεγάφωνα και τα χρυσάφια που έχουν σήμερα . Ο παπάς ήτανε ακέραιος άνθρωπος και του φιλούσαμε το χέρι από πραγματικό σεβασμό, όχι μ΄ αυτά που ακούμε σήμερα και διώχνουν τον κόσμο από την εκκλησία. Ευτυχώς σ΄ εμάς η Φανερωμένη γιομίζει κόσμο ακόμα και τσι απλές Κυριακές!
Αχ, να με βοηθήσει ο ΄Αγιος να πάω να μαζέψω κι οβρύες να τσι δοκιμάσουμε να καταλάβουμε Μεγαλοβδόμαδο. Να πάνε κι οι εγγονούλες μου να στολίσουν τον Επιτάφιο, να ζυμώσουμε, ν΄ ανάψουμε το φούρνο με τα ξύλα, να χαρούμε και την Ανάσταση !

- Πολύ διαβασμένη σε βρίσκω γιαγιά , δεν παίζεσαι, πετάχτηκε ο εγγονός με το δεύτερο πιάτο μελωμένους λουκουμάδες στο χέρι.
Θα με πάρεις μαζί σου να μαζέψουμε κουρκουτζέλια κι οβρύες; Να ΄ρθει το Πάσχα να κλείσουνε τα σχολειά, να τσουγκρίσουμε κι αυγά, να γυρίσουμε τη σούβλα! Εφέτος θα σκάσω και κροτίδες στην Ανάσταση. Καλά ε, πολύ την πάω την Ανάσταση!

Μάρτιος 2009

π. Παναγιώτη Καποδίστρια, ΕΙΚΑΣΙΕΣ (ποίημα)


Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας

τη σορό του ήλιου πανσέληνος αν μου σταθεί
απαστράπτον εικόνισμα στου πηγαδιού τον πάτο
την αρμονία στο πορτρέτο κι ας με λοιδορεί
το νεύμα το άγιο λίγο πριν από το θαύμα
τη δόξα στον θρήνο σου
δόξα μου

καταφιλήσω
το ξύλο το θεοπρεπές μ’ όλα τ’ αγκάθια
τη σκουριά ευωδέστατη στα σύνεργα του πάθους
τα μάτια που μ’ εκλιπαρούν κι ας αποφεύγω
την εσχάτη λύπη πρώτη και καλύτερη
τη λάμψη στο αίμα σου
λάμψη μου

καταφιλήσω
τον Σπηλαιοκτήτη οπωσδήποτε αμέσως μόλις έρθει
της αγάπης τον μεγάλο Χορηγό πρωτότοκο από την άβυσσο
τον αρχαίον Αγροφύλακα όπου νά 'ναι
του κορμιού σου το ψωμί ψίχουλα ελέους
τις λέξεις στα χείλη σου
λέξεις μου

καταφιλήσω
το πρόσχημα του Απριλίου στον Μάιο
τους αιχμαλώτους έναν-έναν μετά την άλωση της πόλης μας
ψηφιακές ανυποψίαστων ηρώων επί το έργον
τον καθρέφτη στο πρόσωπο που είσαι εγώ
τη ζωή στον θάνατό σου
ζωή μου.

Αυτά είπεν ο Άνεμος και κατεφίλησεν αυτόν.

(10-13.3.2007)
[Από το βιβλίο Παναγιώτη Καποδίστρια, Ο αρχαίος Αγροφύλαξ, εκδ. Γαβριηλίδης 2007, σ. 83 εξ.]

Δευτέρα 13 Απριλίου 2009

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ΠΑΣΧΑ ΡΩΜΕΪΚΟ

Ο μπάρμπα-Πύπης, γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου και όλα κατακαίνουργα, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού Σταδίου. Οσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το σάλι του διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, εσυνήθιζε να κάθηται επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως μετά των φίλων, και ήτο στωμύλος και διηγείτο πολλά κ' εμειδία προς αυτούς.

Όταν εμειδία ο μπάρμπα-Πύπης, δεν εμειδίων μόνον αι γωνίαι των χειλέων, αι παρειαί και τα ούλα των οδόντων του, αλλ' εμειδίων οι ιλαροί και ήμεροι οφθαλμοί του, εμειδία στίλβουσα η σιμή και πεπλατυσμένη ρις του, ο μύσταξ του ο ευθυσμένος με λεβάνταν και ως διά κολλητού κηρού λελεπτυσμένος, και το υπογένειόν του το λευκόν και επιμελώς διατηρούμενον, και σχεδόν ο κούκος του ο στακτερός, ο λοξός κ' επικληνής προς το ους, όλα παρ' αυτώ εμειδίων.

Είχε γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα εν Κερκύρα· όλα τα περιέγραφε μετά χάριτος εις τους φίλους του. Δεν έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται δια την προτίμησιν την οποίαν είχε δείξει αείποτε διά την Κέρκυραν ο βασιλεύς, και έζησεν αρκετά διά να υπερηφανευθή επί τη εκλογή, ην έκαμε της αυτής νήσου προς διατριβήν η εφτακρατόρισσα της Αούστριας. Ενθυμείτο αμυδρώς τον Μουστοξύδιν, μα δότο, δοτίσσιμο κε ταλέντο! Είχε γνωρίσει καλώς τον Μάντζαρον, μα γαλαντουόμο! τον Κερκύρας Αθανάσιον, μα μπράβο! τον Σιορπιέρρο, κε γκράν φιλόζοφο! Το τελευταίον όνομα έδιδεν εις τον αοίδιμον Βράϊλαν, διά τον τίτλον ον του είχαν απονείμει, φαίνεται οι Άγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter).

Είχε γνωρίσει επίσης τον Σόλωμο (κε ποέτα!), του οποίου απεμνημόνευε και στίχους τινάς, απαγγέλων αυτούς κατά το εξής υπόδειγμα:

Ωσάν τη σπίθα κρουμμένη στη στάχτη
πού εκρουβόταν για μας λευτεριά;
Εισέ πάσα μέρη πετιέται κι' ανάφτει
και σκορπιέται σε κάθε μεριά.

Ο μπάρμπα-Πύπης έλειπεν υπέρ τα είκοσιν έτη εκ του τόπου της γεννήσεώς του. Είχε γυρίσει κόσμον κ' έκαμεν εργασίας πολλάς. Έστειλέ ποτε και εις την Παγκόσμιον έκτεσι, διότι ήτο σχεδόν αρχιτέκτων, και είχε μάλιστα και μίαν ινβεντσιόνε. Εμίσει τους πονηρούς και τους ιδιοτελείς, εξετίμα τον ανθρωπισμόν και τη τιμιότητα. Απετροπιάζετο τους φαύλους.

«Ιλ τραδιτόρε νον α κομπασσιόν» -ο απατεώνας δεν έχει λύπησι. Ενίοτε πάλι εμαλάττετο κ' εδείκνυε συγκατάβασιν εις τας ανθρωπίνας ατελείας. «Ουδ' η γης αναμάρτητος -άγκε λα τέρρα νον ε ιμπεκάμπιλε.» Και ύστερον, αφ' ου η γη δεν είναι, πώς θα είναι ο Πάπας; Όταν του παρετήρει τις ότι ο Πάπας δεν εψηφίσθη ιμπεκάμπιλε, αλλά ινφαλίμπιλε, δεν ήθελε ν' αναγνωρίσει την διαφοράν.

Δεν ήτο άμοιρος και θρησκευτικών συναισθημάτων. Τας δύο ή τρεις προσευχάς, ας είξευρεν τας είξευρεν ελληνιστί. «Τα πατερμά του είξευρε ρωμέϊκα». Έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος κύριος Σαβαώθ... ως ενάντιος υψίστοις». Όταν με ερώτησε δις ή τρις τι σημαίνει τούτο, το ως ενάντιος, προσεπάθησα να διορθώσω και εξηγήσω το πράγμα. Αλλά μετά δύο ή τρεις ημέρας υποτροπιάζων πάλιν έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος... ως ενάντιος υψίστοις!»

Εν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι εμίσει αδιαλλάκτως παν ό,τι εκ προκαταλήψεως εμίσει και χωρίς ν' ανέχηται αντίθετον γνώμην ή επιχείρημα. Πολιτικώς κατεφέρετο πολύ κατά των Άγγλων, θρησκευτικώς δε κατά των Δυτικών. Δεν ήθελε ν' ακούση το όνομα του Πάπα, και ήτο αμείλικτος κατήγορος του ρωμαϊκού κλήρου...

Την εσπέραν του Μεγάλου Σαββάτου του έτους 188... περί ώραν ενάτην, γερόντιόν τι ευπρεπώς ενδεδυμένον, καθόσον ηδύνατο να διακρίνη τις εις το σκότος, κατήρχετο την απ' Αθηνών είς Πειραιά άγουσαν, την αμαξιτήν. Δεν είχεν ανατείλει ακόμη η σελήνη, και ο οδοιπόρος εδίσταζε ν' αναβή υψηλότερον, ζητών δρόμον μεταξύ των χωραφίων. Εφαίνετο μη γνωρίζων καλώς τον τόπον. Ο γέρων θα ήτο ίσως πτωχός, δεν θα είχε 50 λεπτά δια να πληρώση το εισιτήριον του σιδηροδρόμου ή θα τα είχε κ' έκαμνεν οικονομίαν.

Αλλ' όχι δεν ήτο πτωχός, δεν ήτο ούτε πλούσιος, είχε διά να ζήση. Ήτο ευλαβής και είχε τάξιμο να καταβαίνη κατ' έτος το Πάσχα πεζός εις τον Πειραιά, ν' ακούη την Ανάστασιν εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και όχι εις άλλην Εκκλησίαν, να λειτουργήται εκεί, και μετά την απόλυσιν ν' αναβαίνη πάλιν πεζός εις τας Αθήνας.

Ήτο ο μπάρμπα-Πύπης, ο γηραιός φίλος μου, και κατέβαινεν εις τον Πειραιά διά ν' ακούση το Χριστός Ανέστη εις τον ναόν του του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ' ευφρανθή η ψυχή του.

Και όμως ήτο... δυτικός!

Ο μπάρμπα-Πύπης, Ιταλοκερκυραίος, απλοϊκός, Ελληνίδος μητρός. Έλλην την καρδίαν, και υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της Ελληνικής. Εκαυχάτο ότι ο πατήρ του,όστις ήτο στρατιώτης του Ναπολέοντος Α' «είχε μεταλάβει ρωμέϊκα» όταν εκινδύνευσε ν' αποθάνη, εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τινων συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Και όμως όταν, κατόπιν τούτων, φυσικώς, του έλεγε τις: «Διατί δεν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» η απάντησίς του ήτο ότι άπαξ εβαπτίσθη και ότι ευρέθη εκεί.

Φαίνεται ότι οι Πάπαι της Ρώμης με την συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον αναγνωρίσει εις τους Ρωμαιοκαθολικούς των Ιονίων νήσων τινά των εις τους Ουνίτας απονεμομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Αρκεί να προσκυνήση τις την εβδομάδα του Ποντίφηκος· τα λοιπά είναι αδιάφορα.

Ο μπάρμπα-Πύπης έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον ΄Αγιον της πατρίδος του και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Επίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον κατά των Βενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν αυτώ τω ορθοδόξω ναώ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ότε ο Άγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού, κρατών δαυλόν αναμμένον, έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές αλτάρε. Αφού ευρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ο μπάρμπα-Πύπης ποτέ δεν θα έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσου φράγκους.

Την εσπέραν λοιπόν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου ότε κατέβαινεν εις Πειραιά πεζός, κρατών εις την χείρα τη λαμπάδα του, ην έμελλε ν' ανάψη κατά την Ανάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού, εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ' ολίγον ν' αναπαυθή. Εύρεν υπήνεμον τόπον έξωθεν μιας μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά την μεσημβρινήν γωνίαν, κ' εκεί εκάθησεν επί των χόρτων, αφού επέστρωσε το εις πολλάς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Έβγαλεν από την τσέπην την σιγαροθήκην του, ήναψεν σιγαρέττον κ' εκάπνιζεν ηδονικώς.

Εκεί ακούει όπισθέν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης και, πριν προφθάση να στραφή να ίδη, ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. Ο δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης φονικού όπλου.

Εκείνην την στιγμήν είχε λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Αιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Η σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της πανσελήνου, θ' ανέτελλε μετ' ολίγα λεπτά. Εκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου, όπου εκάθητο, του κάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδε ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν τρόπον τινά ισταμένην και τείνουσαν εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει δε να ήτο τουφέκιον.

Ο μπάρμπα-Πύπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Χωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε την χείρα προς τον άγνωστον κ' έκραξεν εναγωνίως. -Φίλος! Καλός! μη ρίχνεις...

Ο άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπισθοδρομήσεως, άλλά δεν επανέφερεν το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν.ουδέ καταβίβασε την σκανδάλην.

-Φίλος! και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν.

-Τι θέλω; επανέναβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Κάθουμαι να φουμάρο το τσιγάρο μου.

-Και δεν πας αλλού να το φουμάρης,ρε; απήντησεν αυθαδώς ο άγνωστος. Ηύρες τον τόπο, ρε, να φουμάρης το τσιγάρο σου!

-Και γιατί; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Τι σας έβλαψα;

-Δεν ξέρω 'γω απ' αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότης· εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι' άλλα πράμματα μέσα. Μόνον κόττες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού σαρκασμού. Εγελάστηκες.

Ήτο πρόδηλον ότι είχεν εκλάβει τον γηραιόν φίλον μου ως ορνιθοκλόπον, και διά να τον εκδικηθή του έλεγεν ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τάς όρνιθάς του θα εφοβήθη και ωπλίσθη με την καραβίναν του.

Ο μπάρμπα-Πύπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν.

-Συ εγελάστηκες, απήντησεν· εγώ κόττες δεν κλέφτω, ούτε λωποδύτης είμαι· εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν' ακούσω Ανάσταση στον Άγιο Σπυρίδωνα.

Ο χωρικός εκάγχασε.

-Στον Πειραιά; στον Αϊ-Σπυρίδωνα; κι' από πού έρχεσαι;

-Απ' την Αθήνα.

-Απ' την Αθήνα; και δεν έχει εκεί εκκλησίαις, ν' ακούσης Ανάσταση;

-Έχει εκκλησίαις, μα εγώ τώχω τάξιμο, απήντησεν ο μπάρμπα-Πύπης.

Ο χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν, είτα επανέλαβε.

-Να φχαριστάς, καϋμένε...

Και τότε μόνον κατεβίβασε την σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμον του.

-Να φχαριστάς καϋμένε, την ημέρα που ξημερώνει αύριον, ει δε μη, δεν τώχα για τίποτες να σε ξαπλώσω δω χάμου. Τράβα τώρα!

Ο γέρων Κερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο να απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν.

-Κάνεις άδικα και συχωρεμένος νάσαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ' ευχαριστώ ως τόσο που δε μ' ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε.., δεν κάνεις καλά να με παίρνεις για κλέφτη. Εγώ είμαι διαβάτης, κ' επήγαινα, σου λέω στον Πειραιά.

-Έλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε...

Και ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβολίου, κ' έγινεν άφαντος.

Ο γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του.

Το συμβεβηκός τούτο δεν ημπόδισε τον μπάρμπα-Πύπην να εξακολουθή κατ' έτος την ευσεβή του συνήθειαν, να καταβαίνει πεζός εις τον Πειραιά, να προσέρχηται εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και να κάμει Πάσχα ρωμέϊκο.

Εφέτος το μισοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα να τον συνοδεύσω εις την προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από πολλών ετών δεν είχα την συνήθειαν να εορτάζω εκτός του Άστεως το Άγιον Πάσχα.

Σάββατο 11 Απριλίου 2009

Σπύρου Καρυδάκη, Ο ΓΑΛΗΝΟΣ ΣΤΟ ΟΑΚΑ (διήγημα)

ΝΙΟΝΙΟΣ: Έρρωσο, δαιμονιοτάτη Κατίνα! Έχαψα τόσα αρχαία κείμενα λόγω της ιδέας σας να μιμηθούμε τον «Ανάχαρσι» του Λουκιανού και να μιλήσουμε για το νόημα του αρχαίου αθλητισμού, ώστε μ' έχει πιάσει ένα είδος ελληνοπαθολογικού παραληρήματος. Πώς σκαρφιστήκατε αυτό το παιχνίδι;
KATINA: Διάβασα στα «NEA» το κείμενο του κ. Κούρτοβικ για τις σκοτεινές πλευρές του αθλητισμού. Στο βουρκερό πέλαγος της ματαιόλογης θριαμβολογίας και του κουτσομπολισμού, ήταν ένας πλωτός παράδεισος.
N.: Έτσι είναι πάντα καθετί παραδείσιο, ένα πλωτό νησάκι που ταξιδεύει μες στις φλόγες της κόλασης θερμαινόμενο και μηδέποτε καιόμενο.
K.: Λοιπόν, ο μέγας Γαληνός υποστηρίζει ότι η τέλεια άθληση είναι αυτή που κάνει ο «εργάτης των κατά φύση έργων». Υπενθυμίζει ότι οι καθημερινές εργασίες στάθηκαν οι απαρχές όλων των αθλημάτων. H διαδικασία μετάβασης από τον καταναγκασμό κάθε εργασίας στην ελευθερία του αντίστοιχου αθλήματος, που εκγυμνάζει συγκεκριμένα μέλη του σώματος, σε πρώτη φάση έχει σκοπό να μας κάνει ικανότερους για δουλειά, αλλά κατόπιν επιτηδειότερους σε όλες τις λειτουργίες της πόλης, από τον πόλεμο μέχρι τη γιορτή. Έτσι - συμβουλεύει ο μεγάλος εκείνος γιατρός - το καλύτερο για έναν νέο είναι
«να κωπηλατεί, να σκάβει, να θερίζει, να ακοντίζει, να τρέχει και να πηδάει, να οπλομαχεί, να σχίζει ξύλα, να κουβαλάει πράγματα, να εκτελεί γεωργικές εργασίες».
N.: Δεν νομίζω ότι θα ενθουσιάζονταν μ' αυτά οι συνομήλικοί μας.
K.: Ούτε στους τότε άρεσαν, γι' αυτό τους αναλύει ότι τουλάχιστον πρέπει να γυμνάζονται με σκοπό την υγιεινή κι όχι το κυνήγι επάθλων. Ο Φιλόστρατος εξηγεί ότι ο αθλητισμός χάλασε λόγω του επαγγελματισμού, που προέκυψε από την υπερβολική δόξα των νικητών και τη συνακόλουθη υποστήριξη των πόλεων. Οι αθλητές έγιναν «αστράτευτοι από μάχιμοι, αργοί από ενεργοί, πολυκρέατοι από σπαθάτοι». Με την πολυφαγία, που είχε σκοπό να αναπτύξουν οι γυμναζόμενοι τον μέγιστο δυνατό μυϊκό όγκο, προσπάθεια στην οποία ήρθε αρωγός η ιατρική, «εξενευρίσθη τα στάδια», δηλαδή ο αθλητισμός έγινε μέθοδος παραγωγής άνευρων θρεφταριών.
N.: Και τότε τα ίδια, λοιπόν: χορηγούμενοι υπεραθλητές, βλαπτικά συμπληρώματα διατροφής, ταυρόμορφοι άνευροι...
K.: H κατάληξη, κατά τον Φιλόστρατο, είναι κυριαρχία του χρήματος, πωλήσεις νικών, εκγύμναση μόνο των πρωταθλητών από τους γυμναστές με σκοπό το κέρδος, πράγμα που εθεωρείτο ύβρις. Επίσης, κατά τον Γαληνό, τον Ορειβάσιο κι άλλους γιατρούς, οι γυμναστές και οι πόλεις καταστρέφουν τους εφήβους γυμνάζοντάς τους σαν να ήσαν ώριμοι άνδρες, παράκαιρα και υπερβολικά: τα σώματά τους «σκληραίνουν πρόωρα και παραμορφώνονται». Οι γυμναστές, «όπως και οι κακοί δάσκαλοι, στερούν από τα παιδιά το νεοτήσιον σκίρτημα» μαθαίνοντάς τους «την αργία, την νωθρότητα» της μονοασχολίας.
N.: Αν σας άκουγαν όλοι αυτοί που ανεβάζουν στα ουράνια άγουρους εφήβους, κορίτσια κι αγόρια με τα κορμάκια τους στρεβλωμένα από ενόργανη, από βαρέα αθλήματα...
K.: Ο Γαληνός, σαν γνήσιος Έλληνας, δεν ξεχνάει ότι ένας από τους σκοπούς του αθλητισμού είναι το σωματικό κάλλος των νέων. Όμως, προσθέτει, πρέπει να υπάρχει «αντιστοιχία γύμνασης και σκοπού των διαφόρων μελών του σώματος», αφού κάθε μέλος είναι «τέλεια προορισμένο» για μια συγκεκριμένη χρήση και δεν πρέπει να παραμορφώνεται από μονόπλευρη άθληση.
N.: Ώστε έχει δίκιο ο Κούρτοβικ που πηγαίνει κόντρα στην αισθητική MME και κοινού, μη βλέποντας καμιά ομορφιά στους υπεραθλητές, γυναίκες κι άνδρες.
K.: Οι αρχαίοι γιατροί βασίζονται στα αποφθέγματα του Ιπποκράτη: «Στους αθλούμενους, η άκρα ευεξία είναι βλαπτική» και «Δεν υπάρχει κατά φύση αθλητική προδιάθεση, γι' αυτό οι υγιεινές συνήθειες (κατά την άθληση) είναι το σπουδαιότερο». Για τον Γαληνό αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αθλούμαστε όχι αποβλέποντας στη νίκη επί των αντιπάλων αλλά στη βελτίωση της υγείας. Ο Λουκιανός προσθέτει ότι η μόνη χρησιμότητα των επάθλων είναι να βλέπουν οι νέοι τους νικητές και να μη φοβούνται πόνους και κόπους σε περίπτωση πολέμου, ενώ σε καιρό ειρήνης να πολιτεύονται καλώς. Κι αυτό όχι σαν καταναγκασμό αλλά με βάση την ελευθερία, την ανθρώπινη ευδαιμονία και τη χαρά που προσφέρει η γιορτή των αγώνων.
N.: Εδώ μάλλον βασίστηκε ο Χέγκελ για να γράψει τον μεγάλο λόγο ότι οι αρχαίοι αγώνες εξέφραζαν την άρνηση της αναγκαιότητας και της σοβαρότητας κι ότι έτσι, μέσω της ελευθερίας, ο άνθρωπος πρωτομεταμορφώνει το σώμα του σε όργανο του στοχασμού.
K.: Ίσως. Ας θυμηθούμε επίσης τον Δίωνα Χρυσόστομο, που αντιπαραθέτει στον ωραίο μα αυτάρεσκο κι άχρηστο Πατροκλή τον ιδανικό αθλητή και ενεργό πολίτη Μελαγκόμα. Κι ο Πλάτων μιλάει στην «Πολιτεία» κι αλλού για υπερβολική άθληση: «Προκαλεί ζημιές στην οικονομία, στον πόλεμο και στους θεσμούς της πόλης, μα το χειρότερο είναι πως στέκεται αρνητική στη μάθηση, στη γνώση και στη μελέτη». Για όλ' αυτά ο Γαληνός συμπεραίνει ότι ο αθλητισμός που έχει μόνο σκοπό «την καταβολή του αντιπάλου» είναι άχρηστος για τις «κατά φύση» ανθρώπινες ενέργειες, αφού οι αθλούμενοι γίνονται
«αναίσθητοι, δυσκίνητοι και τελείως απόπληκτοι λόγω του παρά φύση όγκου».
N.: Τα ίδια και τότε όπως τώρα. Λοιπόν, τι να κάνουμε εμείς που γυμναζόμαστε, που λατρεύουμε τον αθλητισμό και θαυμάζουμε τους αθλητές; Δεν είναι ανθρώπινο ν' αγαπάς τ' ανθρώπινα;
K.: Είναι. Κι εγώ, περνώντας από τα δημόσια γυμναστήρια κολλάω το πρόσωπό μου στα κάγκελα και θαυμάζω τα αθλούμενα κορίτσια κι αγόρια. Είναι όλα τόσο όμορφα, έχουν τέτοια λάμψη στα μάτια ώστε ξεχνώ πως ταΐζουμε τα κορμιά και τις ψυχές τους με δηλητήρια, πως εκείνο το τόσο υπέροχα ειπωμένο νεοτήσιο σκίρτημά τους γρήγορα θα τσαλακωθεί από το βαμπιρικό σχολείο, την καριερολαγνεία, το χρήμα. Είδαμε όλοι ότι οι μεγάλες διοργανώσεις είναι μια αδιάντροπη φιέστα της εξουσίας και του χρήματος, το οποίο αυτογκαστρώνεται και γεννοβολάει πάνω στις σάρκες και τα κόκαλα των αθώων παιδιών που θέλουν να γίνουν αστέρες. Αλλά ποιος φίλαθλος αγνοεί πως οι δήθεν απαγορευμένες ουσίες πωλούνται στα μαγαζάκια κάθε γειτονιάς, αυτά με τα συμπληρώματα διατροφής για γυμναζόμενα πιτσιρίκια, πως πρωταθλητισμός δίχως ντόπα δεν γίνεται και πως οι αγνοούντες φαρισαίοι της ΔΟΕ, υπουργοί, παράγοντες, δεν είναι παρά μικροϋπάλληλοι των «χορηγών»; Αν εγώ κι εσείς ήμασταν λαός κι όχι τυφλή μάζα, τότε θα είχαμε κυβέρνηση κι αντιπολίτευση που θα διακήρυσσαν: H Ελλάδα, γενέτειρα του αθλητισμού και του ανθρωπισμού, φωνάζει: Όχι άλλο Ολυμπιακοί Αγώνες. Όχι άλλο ξεπούλημα του αθλητισμού στους οικονομικούς κολοσσούς. Όχι άλλο επαγγελματικός αθλητισμός και υπεραθλητές. H Ελλάδα δεν ξανασυμμετέχει σε μεγάλους αγώνες, δεν ξαναδίνει την Ολυμπιακή Φλόγα. Θα καταργήσει στο έδαφός της τον επαγγελματικό αθλητισμό και θα χτίσει δημόσια γυμναστήρια για όλους, σε κάθε γειτονιά. «Για τον αγώνα που δεν έχει σκοπό τα έπαθλα», όπως έγραψε ελληνοπρεπέστατα ένας Σύριος, ο Λουκιανός ο Σαμοσατέας,
«αλλά την ανθρώπινη ευδαιμονία, την προσωπική ελευθερία του καθενός και την κοινή της πατρίδας, τον πλούτο, τη δόξα και την απόλαυση των γιορτών».
N.: Αχ, μιλάς γι' άλλους ανθρώπους κι άλλες Ελλάδες... Δες όμως πόσο μικρόψυχοι είμαστε όλοι! Αλίμονο, δεν μας αξίζουν τα Ηλύσια, μα οι σκοτεινές μασέλες του Καιάδα.

[Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 24.8.2004]

Σπύρου Καρυδάκη, Ο ΜΟΥΡΟΥΤΣΟΣ ΧΟΡΕΥΕΙ (διήγημα)

KATINA: Αχ, και σας το 'πα! Πόσες φορές δεν σας παρακάλεσα να μη γυρνάτε ντυμένος έτσι, σαν φαλιρισμένο ψιλικατζήδικο! Μα, μην κουνιέστε! Σταθείτε να σας βάλω αυτή την κρέμα στα βλέφαρα. Πω, πω, κατάμαυρα είναι! Δεν μπορείτε να τ' ανοίξετε;
ΝΙΟΝΙΟΣ: Αμ τι νομίζετε, ότι σας κλείνω πονηρά το μάτι; Αχ, αχ, προσέχτε! Πονάει.
K.: Με τα παθήματά σας θα χάσουμε τον Μουρούτσο.
N.: Γίνατε θαυμάστριά του, βλέπω.
K.: Δεν συλλαμβάνω το ακριβές νόημα όλων αυτών που κάνει επί σκηνής, οι κινήσεις του, όμως, νομίζω ότι συνθέτουν έναν υπέροχο, απόλυτα ανδρικό χορό. Στους καιρούς μας, καιρούς εκθήλυνσης ­ δεν είναι καρφί εναντίον σας ­, αυτός ο χορός μου φαίνεται αφάνταστα ερωτικός.
N.: Τυπικά γυναικεία προσέγγιση του αθλητισμού... Άσε που ονομάζετε «σκηνή» την άγρια αρένα του τεκ βο ντο. Αχ, σιγά! Πάντως, νιώθω ευτυχισμένος που τα χεράκια σας ευαρεστούνται επιτέλους να διεγείρουν τις αισθήσεις μου, έστω και κάνοντάς με να πονώ.
K.: Προσεγγίζω τον αθλητισμό, όπως και καθετί, αισθητικά και όχι χρησιμοθηρικά, αξιολογικά ή με βάση την αρχή του ανταγωνισμού, όπως εσείς οι άνδρες. Φάγατε πολύ ξύλο, ε;
N.: Δεν έχω παράπονο.
K.: Κι εσείς, ευλογημένε, τι ζητούσατε νυχτιάτικα στην Ομόνοια έτσι, άθλια, ντυμένος;
N.: Απλό τζιν φορούσα. Και άσπρο πουκάμισο...
K.:... Δεκαετίας του '70.
N.: Πεντακάθαρο.
K.: Ασιδέρωτο.
N.: Και αυτό τι τους έκοφτε τους μπάτσους;
K.: Έπρεπε να προστατέψουν από τα χάλια σας τη σπανίου κάλλους αισθητική της ελβετίζουσας πλέον Ομόνοιας, εφόσον δεν τους άφησαν οι εφημερίδες να φτιάξουν το πρώτο Άουσβιτς της μεταπολεμικής Ιστορίας. Μα κι εσείς δεν φορούσατε κάτι πιο τρέντι, μια γαλανόλευκη, ένα Γκούτσι, ένα αθλητικό φανελάκι για να φαίνονται οι φο-μπιζού μυώνες σας, όπως κάνουν οι συνομήλικοί σας! Με αυτή την πουκαμίσα, ανάμεσα στα υπερρεαλιστικά λιόδεντρα, θα μοιάζατε σίγουρα σαν μεταβουκολική τύψη της Ελλάδας μας για το φουστανελοφόρο παρελθόν της. Αντισταθήκατε;
N.: Μόνο με λόγια. Τους είπα: «Σύμφωνα με το Ελληνικό Σύνταγμα, μπορώ να περάσω ντυμένος όπως θέλω από την Ομόνοια και από παντού. Ακόμη και μπροστά από το σπίτι της κυρίας Αγγελοπούλου». Τότε είναι που μ' έδειραν.
K.: Είχαν δίκιο. Τα έσχατα σύνορα της ελευθερίας του πολίτη βρίσκονται εκεί όπου τροχίζονται τα μαχαίρια των επιχειρήσεων και όπου η μεγαλαυχούσα, λυκίσια ευπρέπεια του μικροαστισμού, ο οποίος στηρίζει κάθε ολοκληρωτισμό, στήνεται μπροστά στις κάμερες τσιρίζοντας: «Καθαρίστε την Αθήνα μας από τα πρεζόνια, τους ζητιάνους, τους μετανάστες, τους ασουλούπωτους». Λες και η Αθήνα δεν είναι επίσης Αθήνα των πρεζονιών, λες και μια καλοντυμένη κυρία έχει περισσότερα δικαιώματα στην πόλη από μια ζητιάνα. Αλήθεια, εσάς πού σας κατέταξαν;
N.: Οι γνώμες διχάστηκαν. Άλλος μ' έλεγε πρεζόνι κι άλλος Αλβανό. Κάποιος παρενέβη: «Αδερφή είναι, ρε! Δε βλέπετε πώς χαμογελάει ενώ τις τρώει; Του αρέσει!».
K.: Σας άρεσε;
N.:... Λιγάκι... Σκεφτόμουν τους μάρτυρες της Εκκλησίας μας. Θυμόμουν, επίσης, τους βασανισμένους της Μακρονήσου ή του EAT-ΕΣΑ που, δερόμενοι, δεν έχασαν τον ανθρωπισμό τους. Υποφέροντας στωικά τις μπουνιές, ένιωσα να τους φτάνω σχεδόν ως τα γόνατα.
K.: Γιατί λέτε «θυμόμουν»; Εσείς δεν είστε ούτε 25 χρονών.
N.: Έχω συνείδηση κλεφτρόνι. Κλέβει μνήμες παλιότερων, βασανισμένων ανθρώπων. Ποτέ των ευτυχισμένων.
K.: Ζήστε επιτέλους στο παρόν! Και το μόνο παρόν είναι αυτό των συγχρόνων σας που φορούν μια στολή στο σώμα ή στη σκέψη και βασανίζουν ή εκμεταλλεύονται ποικιλοτρόπως τους ανίσχυρους.
N.: Το παρόν τους δεν είναι παρόν μου.
K.: Το παρόν σας, λειτουργώντας με χρονοκαθυστέρηση σαν χρηματοκιβώτιο, γίνεται απώτατο παρελθόν για τους συγκαιρινούς σας.
N.: H αλήθεια είναι μια χημική ένωση που ολοκληρώνεται πάντα στο μέλλον. Εμείς προσφέρουμε απλώς τα στοιχεία.
K.: Όμως, δεν γίνεται χημική ένωση δίχως βίαιη αντίδραση. Εσείς, αντιθέτως, προτιμάτε να σας δέρνουν και να σας εκμεταλλεύονται από το να δέρνετε εσείς και να μεταχειρίζεστε βία πάνω στους άλλους... Αλήθεια, στο μεταξύ δεν καταλαβαίνω σε τι χρειάζονται όλες αυτές οι Ανεξάρτητες Αρχές Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, τα Συμβούλια της Επικρατείας, οι νομικοί, οι συνταγματολόγοι, όταν καταστρατηγούνται ολοφάνερα το Σύνταγμα και οι νόμοι.
N.: Είπε το κριάρι στον βασιλιά των λύκων: «Τελευταία, κάθε που έρχομαι στο ανάκτορό σας για να διαμαρτυρηθώ εννόμως περί της αρπαγής των αρνιών μου, με σταματάει στην πύλη μια αλεπουδίτσα με πολύ τροχισμένα δόντια και, αφού μου συστηθεί ως Ανεξάρτητη Αρχή Προστασίας Απροστάτευτων Πολυκατασπαραγμένων Αμνών (ΑΑΠΑΠΑ) με πιέζει ν' αναφέρω στο εξής μόνο σ' αυτήν τις κατασπαράξεις των υπηκόων μου. Αλλ' εγώ έχω συνηθίσει παλαιόθεν να έρχομαι κατευθείαν σ' εσάς, να φωνάζω οργισμένος μπροστά στον θρόνο σας και στις κάμερες και να με κερνάτε μετά κι ένα λικεράκι, όχι να επαφίεμαι σε απροσδιορίστου προελεύσεως και χρησιμότητας αλεπουδίτσες».
«Μη δίνεις σημασία», είπε ο βασιλιάς. «Αυτή η αλεπουδίτσα είναι για μερικά ενοχλητικά αρνιά, όχι για σένα, κι έχει ως εμμίσθως εξαργυρωνόμενη αποστολή να κάνει την πύλη του ανακτόρου μου πιο απροσπέλαστη και τον δρόμο για τον θρόνο μου πιο διαφιλονικούμενο. Εσύ, σαν νόμιμος αντίπαλος και κρεατοπρομηθευτής μου, θα έρχεσαι από την πίσω πόρτα, θα διαμαρτύρεσαι κοσμίως και μετά θα πίνουμε το λικεράκι μας κουβεντιάζοντας όπως πάντα φιλικά».
K.: Τι είν' αυτό; Μύθος του Αισώπου;
N.: Είναι το τελευταίο μου διήγημα.
K.: Είναι φανερό ότι δεν θα σας επαινέσουν ποτέ οι σοβαροί κριτικοί, αυτοί που ενθουσιάζονται με τις μεγάλες εθνικές τοιχογραφίες. Πάντως, εκείνο που μου κάνει πιο πολύ εντύπωση είναι η αδιαφορία του κοσμάκη για την καταβρόχθιση του εθνικού πλούτου και για την καταβαράθρωση βασικών δικαιωμάτων του, αδιαφορία που διολισθαίνει ακατάσχετα προς την απόλυτη συναίνεση. Διαμαρτύρονται για οτιδήποτε άλλο εκτός από το ουσιώδες.
N.: Είπαν τ' αυγά στην κότα: «Δεν μπορείς, αγαπητή μας, να κάθεσαι κανονικά στη φωλιά όταν μας γεννάς, αντί να τρέχεις ολοένα βιαστική και να μας κάνεις καθ' οδόν; Πέφτουμε κάτω, πολλά σπάζουμε κι έτσι πάμε χαμένα».
«Είμαι μια πολυάσχολη μεγαλεμπόρισσα αυγών και δεν έχω ποτέ χρόνο. Όμως, σ' αυτό έχετε δίκιο, μικρούλια μου, πρέπει να γίνουμε επιτέλους ανταγωνιστικότεροι», απάντησε η κότα κι άρχισε να ξεπετά τ' αυγά της κατευθείαν στις μαλακές αυγοθήκες του σούπερ μάρκετ.
K.: Δεν σας αντέχω όταν γίνεστε τόσο ηθικολόγος. Άντε, πάμε να δούμε τον αγαπημένο μου Μουρούτσο.
N.: Και δαρμένος και επιπλέον να σας έχω να καλοκοιτάτε τον Μουρούτσο και τον αντρίκειο, ερωτικό χορό του που δεν θα χορέψω ποτέ εγώ για χάρη σας. Νιώθω σχεδόν ευτυχής.

[Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 17.8.2004]

Σπύρου Καρυδάκη, ΣΤΟΛΕΣ ΠΑΝΤΟΥ (διήγημα)


ΝΙΟΝΙΟΣ: Να τι όμορφα είναι εδώ. Κι εσείς που κάνατε τόση φασαρία, μη θέλοντας να έρθουμε στο Ολυμπιακό Στάδιο...
KATINA: Τι φρίκη! Αφέθηκα να με παρασύρετε σαν άβουλο κοριτσάκι.
N.: Μη μου δίνετε φρούδες ελπίδες. Πω, πω, τι κόσμος, τι αθλητές! Εσείς που έχετε πάθος με την παρατήρηση του ανθρώπινου προσώπου, νομίζω ότι εδώ θα βρείτε πολύ υλικό.
K.: Δεν βλέπω και πολλά πρόσωπα. Παντού υπάρχουν μόνο στολές.
N.: Κοιτάξτε εκείνη την ωραιότατη αθλήτρια από το Μπαλί. Αλλά τι εννοείτε με τα περί στολών;
K.: Μα δεν βλέπετε ότι οι περισσότεροι εδώ φοράνε στολή; Εθνικές ομάδες, εθελοντικά συμμετέχοντες, αμέτρητοι αστυνομικοί, στρατιωτικοί, σεκιουριτάδες, διάφορες φυλές εργαζομένων στις Ολυμπιακές εγκαταστάσεις. Ακόμα και οι θεατές φορούν στολές με τα εθνικά χρώματα της ομάδας που υποστηρίζει ο καθένας. Στολές κάθε είδους, στολές παντού λες, και βρισκόμαστε στη Γερμανία του 1936.
N.: Μα κι εσείς πια! Κάνετε κάτι συγκρίσεις, ανεπίτρεπτες. Πάντως τα τελευταία χρόνια διαπιστώνω κι εγώ μια αλλόκοτη, ύπουλη στρατιωτικοποίηση της ελληνικής νεολαίας. H κατακόρυφη αύξηση του αριθμού των εισαγόμενων στις παραγωγικές Σχολές της Αστυνομίας, η ίδρυση του Σώματος των Ειδικών Φρουρών, η αύξηση του αριθμού των λιμενικών και των εργαζομένων στην Άμεση Επέμβαση, η απίστευτης κλίμακας επαγγελματικοποίηση των Ενόπλων Δυνάμεων, η ταχύτατη ανάπτυξη των εταιρειών ιδιωτικής αστυνόμευσης έχουν καταστήσει δέσμιους της στολής εκατοντάδες χιλιάδες νέους. Το κράτος προωθεί συστηματικά την ανεργία εφευρίσκοντας όμως όλο πιο πολλές θέσεις εργασίας μέσα στα ατσαλένια κελιά των στολών του. Εκεί εγκλωβίζεται το ίσως υγιέστερο και δυναμικότερο - από άποψης βιολογικής, αν όχι πνευματικής - κομμάτι της ελληνικής νιότης. Παλιότερα ξέραμε μόνο τις στολές του στρατού, οικείες και σχεδόν συμπαθητικές, αφού τις φορέσαμε όλοι. Τώρα περπατάς στον δρόμο και βλέπεις παντού άγνωστες παγερές στολές, με σιρίτια, με κονκάρδες, με εχθρικά χρώματα, με μπότες και σπιρούνια, λες και βρίσκεσαι στη σκηνή μιας εφιαλτικής οπερέτας. Παντού ένστολοι νέοι οι οποίοι αντί να γίνουν σιδεράδες, τεχνικοί, οικοδόμοι, αγρότες, παρέχοντας έτσι δημιουργικό έργο στην πατρίδα τους και πλούτο στους εαυτούς τους, σπαταλούν την αλκή και τα νιάτα τους (αλλά κυρίως επίσης τα χρήματα των φορολογουμένων, όσοι κρατικοδίαιτοι) πουλώντας αμφίβολης αποτελεσματικότητας προστασία στους έχοντες να πληρώσουν. Επιτέλους, ποιος μοιράζει επιλεκτικά το νταβατζιλίκι του κράτους επί τας κεφαλάς των θνητών;
K.: Ο κ. Βουλγαράκης. Όμως, εσείς που έχετε πάει στρατιώτης, θα παρατηρήσατε σίγουρα πόσο μεταλλάσσει η στολή τον άνθρωπο ηθικά και τον παροπλίζει κοινωνικά. Αυτό είναι το ζητούμενο.
N.: Πράγματι. H ατσάλινη πανοπλία τής άνωθεν εξουσίας, το αρχαϊκό κουκούλι της ομοιομορφίας, η συντριπτική για το πνεύμα αλλά και δικαιολογητική κάθε αυθαιρεσίας ιεραρχία, όλος αυτός ο αρρωστημένος πατριαρχικός ρομαντισμός της στολής καθιστά ευχείρωτους τους ανθρώπους. Το πριν ευγενικό παλικάρι παραδίνεται έτσι σ' ένα είδος πρωτογονισμού οπισθοδρομώντας από το εξελικτικό στάδιο της κοινωνίας σ' αυτό της φυλής, καθώς η ηθική του συνείδηση χάνεται στους ατέλειωτους μαιάνδρους της ιεραρχίας. Ο εργαζόμενος εγκλείεται, αλλά ο ένστολος ανήκει.
K.: Ο ένστολος δεν έχει πρόσωπο, ξέρει ότι το συλλογικό πρόσωπο της «φυλής» του είναι αυτό του διοικητή του, του υπουργού, του προέδρου, πρόσωπα τοτεμικά που η συνθετικότητά τους και το περίπλοκο υφάδι των μίτων της εξουσίας τα καθιστά ανεύθυνα.
N.: Ίσως γι' αυτό όλο και περισσότερες εταιρείες επιβάλλουν στους υπαλλήλους τους ένα είδος στολής, κάνοντάς τους να μοιάζουν με στρατιώτες. Το 1936 είναι λοιπόν μπροστά μας.
K.: Ίσως. H στολή, πάντως, είναι μια ανδρική εφεύρεση που έχει να κάνει με τον πόλεμο, τη βία και την αρσενικής επίνευσης μανία για κυριαρχία. Είναι χαρακτηριστικό ότι κάθε τείνουσα προς τον ολοκληρωτισμό κοινωνία, όπως η χιτλερική ή η δική μας, προσπαθεί να φορέσει στολές στις γυναίκες και μάλιστα διαφημίζοντας ως νίκη των γυναικών και της ισότητας αυτήν την παράδοση της ειρηνικής θηλυκότητας στο πιο αρσενικό σύμβολο της πατριαρχίας.
N.: Προσθέστε σ' όλα αυτά την υποδόρια σεξουαλική γητειά της στολής... A, παρεμπιπτόντως, να και η συμπαθέστατη κυρία Φ. Πάλλη-Πετραλιά, που στεφανώνει την ωραία Μπαλινέζα.
K.:... Παρεμπιπτόντως θυμήθηκα ότι «ανελληνόστολος» κατά τον Αισχύλο ήταν αυτός που φέρει μη ελληνική ενδυμασία. Νομίζω, λοιπόν, ότι υπάρχει επίσης στοχασμός και λόγος που λες και φοράνε στολή και κράνος των MAT... ανελληνόστολος λόγος.
N.: Εννοείτε τις ιστορικές δοκιμές του αμερικανόφερτου κυρίου Καλύβα, περί της κόκκινης τρομοκρατίας κατά των πτωχών γερμανόστολων Χιτών και των λοιπών ηρωικών μας δωσίλογων;
K.: E, καλά, δεν θα έπεφτα και τόσο χαμηλά. Θυμήθηκα, απλώς, ότι η γλυκύτατη κυρία Πάλλη-Πετραλιά είπε προ ημερών πως «το πρώτο χρυσό μετάλλιο ανήκει στους Έλληνες εργάτες και τεχνικούς». H φαινομενικά ελληνόστολη, συγκινητική ευγένεια τούτης της φράσης όχι μόνο αναιρείται πλήρως από το γεγονός ότι χύθηκε τόσο αίμα εργατών με απόλυτη υπευθυνότητα του κράτους, το οποίο εκπροσωπεί η κυρία Πετραλιά, αλλά και γίνεται εωσφορικός σαρκασμός εφόσον όλοι ξέρουμε πως η συντριπτική πλειοψηφία των εργατών δεν είναι Έλληνες, μα κακοπληρωμένοι και ποικιλοτρόπως βασανιζόμενοι μετανάστες. Όμως ούτε λέξη γι' αυτούς. Ούτε ένα ευχαριστώ ή μια αίτηση συγγνώμης.
N.: Ανελληνόστολοι άνθρωποι. Από την επιφάνεια της ευγένειας και της φιλοφροσύνης τους, όπως από το φιλιατρό του σολωμικού πηγαδιού, προβάλλει τα μαύρα κερατάκια του ο καγχάζων Σατανάς. Εμείς, όμως, όπως ο συμπατριώτης και συνονόματός μου Διονύσιος ο ιερομόναχος στην πολλαπλά ταιριάζουσα μ' αυτήν τη συζήτηση «Γυναίκα της Ζάκυθος», δεν έχουμε τίποτ' άλλο παρ' εχτός να μετράμε με τα δάχτυλα τους δίκαιους.
K.: Ευοί. Ευοί και στην ωραία κι αθώα για όλ' αυτά Μπαλινέζα.

[Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 1.8.2004]

Σπύρου Καρυδάκη, ΑΝΕΞΙΤΗΛΟ ΚΟΚΚΙΝΟ (διήγημα)

ΝΙΟΝΙΟΣ: Δεσποινίς Αικατερίνη!
KATINA: A, εσείς είστε; Σας έχω εξηγήσει τουλάχιστον εκατό φορές ότι δεν θέλω να με λέτε Αικατερίνη, αλλά Κατίνα.
N.: Χμ, ναι, όμως ντρέπομαι να φωνάξω «Κατίνα» μες στην Πανεπιστημίου. Ξέρετε, οι «Κατίνες» της γειτονιάς...
KAT.: Κατίνα λέγαν τη γιαγιά μου, Κατίνες και τις προγιαγιάδες μου εδώ και πολλές γενιές. Είμαστε μια φυλή Κατίνων. Εξάλλου, προτιμώ να είμαι μια παλιοκατίνα, παρά πολιτικώς ορθή σαν τις φίλες σας.
N.: Ο καθένας έχει τους φίλους που του αξίζουν, όπως μου είχατε πει άλλοτε.
KAT.: Δεν θα έλεγα ποτέ κάτι τόσο κοινότοπο. Είχα πει ότι ο καθένας έχει ως φίλους εκείνους που, κατά βάθος, τους επιτρέπει να τον αγαπήσουν.
N.: Καλά. Όμως, πέστε μου, τι αλλόκοτα ρούχα είν' αυτά που φοράτε;
KAT.: Είναι η στολή μου. Συμμετέχω στην Τελετή Έναρξης της Ολυμπιάδας.
N.: Τι; Μα εσείς μέχρι πριν λίγον καιρό λυσσούσατε εναντίον των δύστυχων Ολυμπιακών Αγώνων!
KAT.: Ναι. Αλλά, πρώτον, δεν έχω καμιά υποχρέωση έναντι του εαυτού μου, να κουτσουρεύω την ακόρεστη περιέργειά μου προς χάριν της εντιμότητάς μου...
N.: Θεέ μου, τι ειλικρίνεια! Και τι αναξιοπιστία!
KAT.: ...Δεύτερον, ήθελα να γνωρίσω τον κ. Δ. Παπαϊωάννου, που τον θαύμαζα από μικρή. Είχα καταγοητευθεί από τα κόμικς του, αριστουργήματα ευαισθησίας και ανθρωπισμού. Μιλάω, βέβαια, για τη δεκαετία του '80, τότε που ήμουν μια μικρή με ροζ καλτσάκια, σχεδόν αθώα ακόμα.
N.: Φαντάζομαι ότι ποτέ δεν θα ήσασταν εντελώς αθώα. Όμως, μιλήστε μου για το μεγάλο μυστικό. Τι περιλαμβάνει αυτή η περίφημη Τελετή Έναρξης;
KAT.: A, αυτό; Ευχαρίστως! Που λέτε, την τελετή ανοίγει ένας χορός από μελανειμονούσες με επικεφαλής κάποιον λευκοντυμένο, μεταμφιεσμένον σε Γιάννη Τσαρούχη...
N.: Γιατί σε Τσαρούχη;
KAT.: Διότι ο Τσαρούχης ήταν δάσκαλος του κ. Παπαϊωάννου κι έλεγε σε όλους εξόχως δραματοποιημένα ψέματα, τόσο ευφυή ώστε άξιζαν περισσότερο από κάθε στεγνή και τρέντι αλήθεια. Μπαίνουμε, λοιπόν, ολολύζοντας: «Ουέ! Αλίμονο σε σένα Ιερουσαλήμ, που αποκτείνεις τους ελεύθερα σκεπτόμενους».
N.: Απίστευτο! Μα πώς...
KAT.: A, μη με διακόπτετε! Μετά μπαίνει η κα Γιάννα Αγγελοπούλου ντυμένη Σαλώμη κι αποκτείνει τον Τσαρούχη μ' έναν διπλό πέλεκυ.
N.: Με δουλεύετε!
KAT.: Τότε εισέρχονται εν πομπή οι συμμετέχοντες στους Ολυμπιακούς, χορεύοντας τσα-τσα: Οι κολοσσιαίες εταιρίες αθλητικών, οι τράπεζες, οι σπόνσορες, οι διαφημιστές, οι έμποροι οπλικών συστημάτων και συστημάτων ασφαλείας, κατασκευαστικές εταιρείες, χιλιάδες αστυνομικοί, σεκιουριτάδες, κρατικά πιράνχας, επίσημοι, πράκτορες, ρουφιάνοι ημεδαποί και αλλοδαποί.
N.: Και οι αθλητές;
KAT.: A, ναι, μπαίνουν και οι αθλητές. Τότε συμβαίνει κάτι τρομερό.
N.: Μα τι; τι;
KAT.: Ο σφαγιασθείς Τσαρούχης ανασταίνεται. Με έναν οργιαστικό και κάπως άσεμνο χορό, σκορπίζει τους έντρομους συμμετέχοντες στους αγώνες. Ανακαλεί εμάς τις μελανειμονούσες, που σχίζουμε πάραυτα τα μαύρα πέπλα. Οι στολές που φοράμε από μέσα συμβολίζουν τους αληθινούς πρωταγωνιστές των Ολυμπιακών Αγώνων. Προπορεύονται οι εκατοντάδες σκύλοι και γάτες με τις ματωμένες τους γούνες, που σφαγιάστηκαν από τα συνεργεία των Δήμων. Ακολουθούν οι ζητιάνοι, τα πρεζόνια, οι άστεγοι, οι μετανάστες, οι κακοντυμένοι (όπως εσείς, παρεμπιπτόντως) και οι λοιποί μη τρέντι, που χαλούν την εικόνα της αγαπημένης μας Μητρόπολης. Κρατούν ένα πλακάτ με χολιγουντιανά λαμπιόνια που σχηματίζουν τη φράση: ΑΟΥΣΒΙΤΣ, ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ. Έπεται ένας γυμνός Εσταυρωμένος και υπεράνω της κεφαλής αυτού υπάρχει επιγραφή Ελληνικά, Λατινικά κι Εβραϊκά: «Ούτος εστί ο εργαζόμενος ο πληρώνων τη νύφη, αλλά μην ανησυχείτε, θα μας ξαναψηφίσει». Μετά έρχεται μια ομάδα κουβαλώντας με κόπο τεράστια μάτια, αυτιά κι ένα Ζέπελιν, που συμβολίζουν την ηλεκτρονική ρουφιανιά. Την παρέλαση κλείνει μια κυλιόμενη πλατφόρμα επί της οποίας βρίσκεται ένα τεράστιο καζάνι βαμμένο στα εθνικά μας χρώματα. Ο Τσαρούχης βουτάει σ' αυτό μια πελώρια κουτάλα και τη βγάζει γεμάτη μ' ένα κόκκινο υγρό. Φωνάζει: «Αγαπητοί θεατές, ένα από τα ωραιότερα ελληνικά δημοτικά τραγούδια, λέει, Αν δεν στοιχειώσετε άνθρωπο, γεφύρι δεν στεριώνει. Αυτό κάναμε κι εμείς. Φέραμε ξένους, φτωχούς νέους ανθρώπους δίχως δικαιώματα, δίχως πατρίδα να παρέμβει για χάρη τους με τους κομάντος της, δίχως καν πρόσωπο για να το δείξει η τηλεόραση. Εργάστηκαν σχεδόν τζάμπα για να φτιαχτεί η Νέα Ελλάδα. Σκοτώσαμε κάμποσους. Πάνω από εξακόσιοι πενήντα εργάτες έχουν σκοτωθεί από το 2000. Τους λιώσαμε κάτω από μπουλντόζες, τους ρίξαμε από τα καλατράβεια ύψη, τους παλουκώσαμε στις σιδερόβεργες, τους θάψαμε ζωντανούς στα ορύγματα. Έτσι, τα υπέροχα ολυμπιακά και άλλα έργα θα στεριώσουν καλά πάνω στους δολοφονημένους και θα μείνουν αθάνατη κληρονομιά για τα παιδιά μας. Όταν το αίμα χύνεται, τότε μόνο καταλαβαίνεις πόσο πολύ έχει στο κορμί του ο άνθρωπος: μια σταγονίτσα θα φτάσει για όλους. Και για σας, κύριοι επίσημοι. Και για σας, καλοπληρωμένοι υπεραθλητές, παρατρεχάμενοι, εθελοντικά συμμετέχοντες, αστυνομικοί, υπάλληλοι κάθε λογής. Ιδιαιτέρως για σας, σεβαστοί μου θεατές, Έλληνες και ξένοι, που ήρθατε εδώ για να ενθουσιαστείτε και να χειροκροτήσετε. Μια σταγόνα ανεξίτηλο κόκκινο αίμα για τον καθένα σας».
Και ο λευκοντυμένος γέρος άνθρωπος σκορπίζει με την κουτάλα το αίμα στα αλαλάζοντα πλήθη.
N.: Αδύνατον να είναι αυτή η Τελετή Έναρξης!
KAT.: Έχετε δίκιο. Συνέθεσα εκ του προχείρου το στόρι μπόαρντ ενός μελό κόμικ της δεκαετίας του '80, πολύ κατώτερο βεβαίως απ' αυτά που έκανε τότε ο κ. Παπαϊωάννου.
N.: Μιλούσατε σιγά, λέγοντας πράγματα που συνήθως τα κραυγάζει κανείς.
KAT.: Όταν ουρλιάζεις για το χυμένο αίμα, αυτό πολλές φορές ξεθωριάζει. Αλλά και εσείς είστε χλωμός.
N.: Ξέρετε, έχω αγοράσει εισιτήριο...
KAT.: Κι εγώ. Ας πάμε λοιπόν. Και το αίμα των αθώων εφ' ημάς και επί τα τέκνα ημών.
[Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 3.8.2004]
Related Posts with Thumbnails