© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη 23 Ιουνίου 2009

Για τον Προσκυνηματικό Τουρισμό στη σύγχρονη εποχή

Xαιρετισμός του Μητροπολίτη Ζακύνθου κ. Χρυσοστόμου
στο Β΄ Ελληνορωσικό Φόρουμ, με Θέμα: Ο ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΙΚΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΣΗΜΕΡΑ
(Αγία Πετρούπολη, 15-19 Ιουνίου 2009)

Εκπρόσωπε του Μακαριωτάτου Πατριάρχου Μόσχας και Πάσης Ρωσίας κ. ΚΥΡΙΛΛΟΥ,
Σεβασμιώτατε Μητροπολίτα της Θεοσώστου Επαρχίας της Αγ. Πετρουπόλεως κ. κ. ΒΛΑΔΙΜΗΡΕ,
Θεοφιλέστατοι και λοιποί Κληρικοί -Εκπρόσωποι των κατά τόπους Αγίων Ορθοδόξων Εκκλησιών και λοιπών Χριστιανικών Ομολογιών,
Ερίτιμε κ. ΤΟΝΙΑ ΚΑΤΖΟΥΡΟΥ Γεν. Πρόξενε της Ελλάδος,
Αξιότιμε κ. SERGEY GOLOYIN, Γενικέ Διευθυντά του POMMEL HOLDINGS INC.

Κυρίες και Κύριοι Σύνεδροι,
Επιτρέψτε μου, με την ευκαιρία της συγκλήσεως του Β΄αυτού Ελληνο-Ρωσικού Συνεδρίου εδώ στην πανέμορφη πόλη της Αγ. Πετρουπόλεως, να Σας απευθύνω, ως ο Εκπρόσωπος της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος και του Σεπτού Προκαθημένου Αυτής, Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ.κ. Ιερωνύμου, στην αγάπη Σας, την χαρά μας και την εν Κυρίω εγκαύχηση, τα θερμά συγχαρητήρια και τους επαίνους μας, για την συνέχιση των πρωτοβουλιών σας, όπως η πραγματοποίηση του Συνεδρίου αυτού, σαν η φυσική συνέχεια του Α' Ελληνο -Ρωσικού Φόρουμ που με πολύ επιτυχία πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα από τις 7 μέχρι τις 11 του μηνός Οκτωβρίου του παρελθόντος έτους 2008.
Συνέδρια αυτού του τύπου και αυτού του υψηλού επιπέδου με την παρουσία πολλών και διακεκριμένων προσωπικοτήτων της κοινωνίας μας, στα οποία είναι προσκεκλημένη και η Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία μας έχουν τη δυνατότητα να δείχνουν συνεχώς την ποιμαντική μέριμνά Αυτής, πάνω σε προβλήματα και τάσεις του σύγχρονου ανθρώπου όπως αυτά αντιμετωπίζονται στον σύγχρονο μεταμοντέρνο ανήσυχο κόσμο μας και στις προσκυνηματικές περιηγήσεις.

Η ευλογία του Κυρίου προς τον Νώε και τους υιούς του, προς όλους εμάς δηλαδή, «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην» (Γεν. 9,7), οδηγεί τον άνθρωπο σε μια κίνηση που τον ωθεί σε όλη τη γη και πέραν αυτής.

Ειδικότερα η Ευρώπη, από τα χρόνια της προϊστορίας ήδη, είναι πεδίο συνεχών μετακινήσεων λαών, και βεβαίως και των συγκρούσεων που συχνά επιφέρει η μετακίνηση. Πολύ συχνά, το ποθούμενο ήταν μια εύφορη γη, ένας χώρος όπου ο άνθρωπος θα πότιζε με τον ιδρώτα του για να προκόψει. Αλλά υπήρχαν και πολλοί, που το μόνο που ήθελαν ήταν η λεηλασία. Κι έτσι, η μετακίνηση για άλλους ήταν προσδοκία, και για άλλους μάστιγα του Θεού.

Από τα αρχαία χρόνια πάντως, από τα χρόνια τα θαμμένα στην άμμο της προϊστορίας, το ζητούμενο για πολλούς ανθρώπους ήταν όχι μόνον ο πηγαιμός αλλά και η επιστροφή. Το ταξίδι αυτό υπηρετούσε το εμπόριο. Στόχος του ήταν το κέρδος. Μόνο στην ελληνική αρχαιότητα, βλέπουμε για πρώτη φορά να ταξιδεύει και κάποιος ακόμα: αυτός που ήθελε να δει τις χώρες και τη ζωή των άλλων λαών (π.χ. ο ιστορικός Ηρόδοτος).

Από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, κάνουν την εμφάνισή τους και αυτοί που ταξιδεύουν όχι για οικονομικούς λόγους, αλλά για ιεραποστολή, ή προς ωφέλειαν ψυχής. Αυτοί που πηγαίνουν να δώσουν τη μαρτυρία τους. Να βρούνε θησαυρούς πνευματικούς. Αυτοί που δεν θέλουν να αποκτήσουν, αλλά να δώσουν και η μόνη τους επιθυμία ήταν να προσκυνήσουν.

Είναι μάλλον περιττό να υπενθυμίσουμε, ότι αιώνες τώρα στην γεωγραφική περιοχή όπου μας έταξε ο Θεός να ζούμε, δηλαδή την Ευρώπη, την χαράζουν οι δρόμοι των προσκυνητών, φυτεύοντας τη γη της με την πίστη. Πρώτοι δίδαξαν οι Άγιοι Απόστολοι της Εκκλησίας μας με την δική τους περιοδεία ανά τον κόσμο.

Στην συνέχεια οι χριστιανοί προσκυνητές, με το σεβασμό τους στους χώρους όπου έζησαν οι άγιοι και όπου φανερώθηκε θαυματουργικά η δύναμη και η αγάπη του Κυρίου, με τις παρακλήσεις τους στην Παναγία και τους Αγίους, με τη μετάνοια στους ασκητές και την ταπείνωση προς τα λείψανα, έγιναν διδάσκαλοι μιας κοινωνικότητας, που θεμελιώνεται στην πίστη και την πνευματικότητα, την οποία αυτή καλλιεργεί και φανερώνει.

Οι ιερές αποδημίες τους έχτισαν τη χριστιανική συνείδηση της Ευρώπης, διδάσκοντας όλους τους λαούς της Ηπείρου μας, ότι πέρα και πάνω από τις αντιθέσεις τους, έχουν ταυτότητα θεμελιωμένη στην κοινή πίστη τους.

Όμως, αν άλλοτε το ταξίδι ήταν περιπέτεια, στο σημερινό κόσμο ο λεγόμενος τουρισμός είναι διασκέδαση και ξεκούραση, γνώση και θεραπεία, αναψυχή και ευλογία.

Η Χριστιανική Εκκλησία εισηγουμένη την προσκυνηματική περιήγηση και την συστηματική από κάθε άποψη ανάπτυξή της, αλλά και την συνεργασία με όλους τους φορείς και θεσμούς της σύγχρονης κοινωνίας μας, θέλει να προτείνει στον άνθρωπο έναν τουρισμό-ένα προσκύνημα που θα πηγαίνει πολύ πιο πέρα από την απόλαυση και την διασκέδαση των εξωτερικών στοιχείων του κόσμου τούτου: Η Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία μας, προτείνει σήμερα στον άνθρωπο, είτε θρησκεύει πολύ, είτε λίγο, τον θρησκευόμενο ή λιγότερα θρησκευόμενο, να επισκεφθεί χώρους που έχουν καθαγιάσει οι άγιοι, χώρους στους οποίους φανερώθηκε θαυμαστά η δύναμη και η αγάπη του Κυρίου. Του προτείνει να αξιοποιήσει και πνευματικά το ταξίδι και έτσι τελικά να το κάνει αληθινά ένα ταξίδι μία πορεία αναψυχής και ξεκούρασης.

Η προσκυνηματική περιήγηση, οφείλει και πρέπει να είναι το βάλσαμο της γεμάτης από τα άγχη και την πολύμορφη κούραση ψυχής μας, οφείλει και πρέπει να είναι η ενίσχυση του πνεύματος, οφείλει και πρέπει να είναι μία πολύπλευρη και ουσιαστική ψυχοσωματική θεραπευτική παρέμβαση στην ψυχική απαξίωση του ασθενούντος όλου ανθρώπου.

Και η Εκκλησία της Ελλάδος, με την ποιμαντική ευθύνη Της και στον ευαίσθητο αυτό ποιμαντικό τομέα, μέσα και από το Συνοδικό Γραφείο της αναπτύξεως των Προσκυνηματικών Περιηγήσεων και των πολλών, επικαίρων και επιτυχημένων δραστηριοτήτων και εισηγήσεων αυτού τα τελευταία χρόνια, θέλει να αποδώσει στον σύγχρονο χριστιανό άνθρωπο αυτό που του ανήκει: να τού δώσει δηλαδή τη χαρά των διακοπών, χωρίς να τον αφήσει να ξεπέσει σε έναν διαλυτικό καταναλωτισμό.

Να τον βοηθήσει να συνειδητοποιήσει ότι άλλο τουρισμός άλλο προσκύνημα. Να τον βοηθήσει να συνειδητοποιήσει επίσης ότι το ζητούμενο στις διακοπές του είναι να βρει τον εαυτό του κι όχι να προσπαθεί να ξεφύγει από αυτόν. Να βρει τον εαυτό του που τον αλλοτριώνει η τύρβη της καθημερινότητας, να τον βρει με την χάρη των αγίων, με τις μεσιτείες των. Να βρει τον εαυτό του και να τα βρει με τον εαυτό του ανασαίνοντας τον καθαρό πνευματικό αέρα των κορυφαίων θαυμάτων και προσκυνημάτων. Να βρει τον εαυτό του περπατώντας στα ιερά χώματα, όπου η Χάρις του Κυρίου έλαμψε.

Έτσι μόνο μπορούν οι προσκυνηματικές περιηγήσεις να αποτελέσουν ένα στοιχείο ενότητας. Και η Εκκλησία της Ελλάδος, όπως και όλες οι Χριστιανικές Εκκλησίες της Ευρώπης ζώντας καθημερινά τα νέα προβλήματα στην Ευρωπαϊκή κοινωνία προσπαθεί και δημιουργεί τις προϋποθέσεις προσέγγισης των χριστιανών στους Ιερούς τόπους της. Δημιουργεί δηλαδή και δια του τρόπου αυτού ήθος και σεβασμό ανάμεσα στον άνθρωπο και στον Θεό, στον άνθρωπο και στη φύση, στον άνθρωπο με το συνάνθρωπο του.

Με τον τρόπο αυτό αγωνίζεται να δημιουργήσει συμπεριφορές όχι εξουσιαστικές αλλά αγαπητικές. Όχι προβληματικούς εθνικισμούς ή θρησκευτικούς φονταμεταλισμούς αλλά ανοικτές και βιώσιμες χριστιανικές κοινωνίες. Οι χριστιανοί οφείλουμε να δίνουμε «λόγον περί της εν ημίν ελπίδος». Η Εκκλησία βλέπει τον κόσμο μας να περιέρχεται σε κατάσταση πτώσης με κύριο τον άνθρωπο. Βλέπει όμως τον άνθρωπο, αλλά και ολόκληρο τον κόσμο λουσμένο στην Ανάσταση του Χριστού. Προέκταση αυτής της Ανάστασης Του, είναι η Ανάσταση του Ανθρώπου που οφείλουν να αποτελέσουν οι ιερο-αποδημίες και τα προσκυνήματα στην τρίτη χιλιετία μας στον κόσμο μας γενικότερα.

Χαιρόμεθα ιδιαιτέρως, λοιπόν διότι και το Ελληνο-Ρωσικό Φόρουμ σε συνεργασία με την Πεφιλημένη Αδελφή Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας συμμερίζεται αυτές αλλά και παρόμοιες σκέψεις της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας μας και της συγχρόνου ποιμαντικής της και μπορούμε να συμβαδίζουμε στο κοινό καλό έργο.

Χαιρόμεθα και με την αρξαμένη συστηματική συνεργασία μας και σε αυτόν το σημαντικό τομέα της ποιμαντικής ευθύνης και δράσεως μας στον άνθρωπο του 21ου αιώνα, πράγμα το οποίο δηλώνεται μεταξύ των άλλων και με την παρουσία μας σήμερα εν μέσω υμών.

Αγαπητοί μου,

Μεταφέροντες τις πατρικές ευχές και ευλογίες του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ. Ιερωνύμου, αλλά και των Αγίων Αδελφών μου Αρχιερέων, των συγκροτούντων την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος, σας ευχόμαστε εκ μέσης ψυχής και καρδίας, κάθε επιτυχία στο Συνέδριό μας, θα το παρακολουθήσουμε μαζί με την τιμία συνοδεία μας, τον Πανοσιολογιώτατο Αρχιμ. π. Σπυρίδωνα Κατραμάδο, Γραμματέα του Συνοδικού Γραφείου της Αναπτύξεως των Προσκυνηματικών Περιηγήσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος και ευελπιστούμε ότι, πάντα από κοινού και δι' αυτού του τρόπου, θα διακονείται ο Ορθόδοξος και Χριστιανικός Λαός του Θεού, αλλά και γενικότερα ο άνθρωπος και θα οδηγείται σε νομές σωτηρίους.

Σάς ευχαριστώ.

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2009

الرفيق" يانيس ريتسوس عمره مئة عام" / Γιάννης Ρίτσος: Σύντροφος ηλικίας 100 χρονών

روني بو سابا
Γράφει ο Roni Bou Saba
[από την εφημερίδα Αλ Αχμπάρ (Τα Νέα) του Λιβάνου, εδώ]

Εκατό χρόνια πέρασαν από τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου, και αν δεν μου είχε ζητηθεί στην Πάτρα να μεταφράσω απόσπασμα από τον Επιτάφιο του Ρίτσου, δεν θα είχα ψάξει και μάθει τυχαία ότι έφτασε και επηρέασε τη μοντέρνα αραβική ποίηση. Δεν θα είχα μάθει ότι η ποίηση του μεταφέρθηκε στα αραβικά από ξένες γλώσσες από Άραβες ποιητές! Ίσως, ανάμεσα στους Έλληνες ποιητές να είχε την τύχη να έχει τη μεγαλύτερη αναγνωσιμότητα από τον Άραβα αναγνώστη (ή μήπως η τύχη αυτή να ανήκει στον Καβάφη;).
Αναμφίβολα, η προσωπική επαφή με κάποιους ποιητές, κυρίως, τον Νταρουίς έπαιξε ρόλο σ’ αυτό. Τον βοήθησε να εισχωρήσει στον αραβικό κόσμο ο κομμουνιστικός αγώνας που τον χαρακτήρησε, και ο οποίος του κόστισε τις εξορίες και ό,τι συνακολουθεί από βάσανα και απειλές, μη εξαιρουμένου του κατ’ οίκον περιορισμού. Αυτό τον αγώνα τον μοιράστηκε με μεγάλο μερίδιο της αραβικής νεολαίας, χάρη στη διάδοση της αριστεράς ιδεολογίας στις αραβικές χώρες. Όμως, η προσέγγιση αυτή δεν είχε αίσια συνέχεια καθώς οι Άραβες γενικώς δεν διαβάζουν τη γλώσσα του Ρίτσου, και όποιος την ξέρει, για κάποιο λόγο δεν άφησε μεταφρασμένο μνημείο ποιητικό ή πεζό να το μαρτυρήσει.


Τα υπόλοιπα είναι γνωστά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, στοιχεία για τη συγγραφή και τη μετέπειτα εξέλιξη του Επιταφίου.

مئة عام مرّت على ولادة يانّيس ريتسوس. ولو لَم يُطلَب منّي أن أُترجم مقتطَفاً من «مرثيّة»، لما عرفتُ أنّه وصل إلى الشعر العربيّ الحديث وأثّر فيه. ولم أكن لأعلم أنّ شعره نُقِل إلى العربيّة من لغات غير الأصل اليوناني على أيدي شعراء عرب! لعلّه من بين الشعراء اليونانيّين الأوفر حظّاً في الوصول إلى القارئ العربيّ (أم كان الحظّ لكفافيس؟). علاقته الشخصيّة ببعض الشعراء العرب، وخصوصاً محمود درويش، ساعدته على دخول العالم العربيّ. كما أنّ نضاله الشيوعيّ الذي دفع ثمنه النفي والتهديدات، شاركه فيه عدد كبير من الشباب العربيّ، بسبب انتشار الفكر اليساريّ، فسهّلت وحدة الحال في النضال عمليّة التقارب.ريتسوس المولود في أوّل أيّار (مايو) 1909 ارتبط بالطبقة العاملة حاملاً نضالها في شعره حتى وفاته في 11 تشرين الثاني (نوفمبر) من عام 1990. أعماله الأدبيّة كثيرة بين الشعر (60 ديواناً)، والمسرح (4)، وأدب الرحلة (2)، إضافة إلى الترجمات. والمتابعون يعرفون أنّ قصائد كثيرة لُحِّنَت وصارت خبزاً يوميّاً للشعب اليونانيّ الذي لجأ إليها، وخصوصاً أيّام الديكتاتوريّة في الستينيّات. ومن أشهر القصائد الملحّنة «المرثيّة» التي ارتبطت بتظاهرات العمّال وضحايا الحكومات الجائرة. هذه القصيدة ـــــ الديوان كُتبت عام 1936 عندما وقع ريتسوس في 10 أيّار/ مايو على صورة أمّ ترثي ابنها على الصفحة الأولى من الجريدة الرسميّة للحزب الشيوعيّ (ريزوسباستيس). التظاهرة كانت قد بدأت في اليوم السابق واعتُمد لقمعها الشرطة ودبّابات الجيش! هكذا كتب ريتسوس 11 مقطعاً من المرثيّة (أضاف لاحقاً تسعة مقاطع) دفعةً واحدة، وقد أُنهِك بسبب السهر والتأليف. وتُجمع المصادر على أنّه وُجِد صباح 11 أيار وقد بصق دماً (حرفيّاً طبعاً) بسبب التعب. نشرت جريدة «ريزوسباستيس» في عددها الصادر في 12 أيّار/ مايو ثلاثة مقاطع. أمّا ريتسوس فأكمل القصيدة وأصدرها في العام نفسه في كتاب بيع منه عشرة آلاف نسخة! لكن لمّا فرض مِتاكساس الديكتاتوريّة في العامَ نفسه، منعت الرقابة «المرثيّة»، لكنّها كانت قد وصلت متأخّرة، فلم تعثر إلا على 250 نسخة فى إحدى المكتبات فأحرقتها.القصيدة رثاء أمّ لولدها الذي قُتِل وهو يناضل لتحصيل حقوقه، وقد كانت نقطة مفصليّة في مسيرة الشعر اليونانيّ، فقسَمت شعراء الثلاثينيّات إلى كتلتين. وهذا العمل الأدبي جمع الثنائيّ سيفيريس (سفير اليونان في لبنان أوائل الستينيّات) وإيليتيس إلى ريتسوس في ثالوث استثنائي. والأوّلَان حازا لاحقاً «جائزة نوبل»، فيما رُشِّح لها ريتسوس ورحل من دون أن ينالها.

Βαγγέλη Τασιόπουλου, [ΜΙΚΡΟ ΑΝΘΟΛΟΓΗΜΑ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ]


Φεγγαροσυμβάντα

Η σελήνη θα ξαπλώσει το βράδυ
πάνω στην ξανθή αμμουδιά
θα 'χουνε σβηστεί τα αρχικά, οι καρδιές
τα παλάτια

Τα χόρτα
του τοπίου φύλακας
Θα ησυχάσουν
θα χύσουνε το νυχτερινό τους δάκρυ
και ξανά για το τοπίο κόσμημα

Όταν ξαπλώσει το βράδυ η σελήνη
θα κατηφορίσουν οι άνθρωποι
να πάρουν ένα κομμάτι φως
να κάνουν έρωτα
κι ύστερα να δώσουν ένα τέλος στη φωνή που τους ακολουθεί
Δε θέλουμε προστάτες, δε θέλουμε οδηγούς.


Μ' ένα τραγούδι

Μ' ένα παλιό τραγούδι στα δυο χείλια
αραχνιασμένο στο ύψος της ψυχής
σαν την ευχή που αδίκησε και έρπει
Έτσι κι εμείς
αδιάκοπα σερνόμαστε στο χώμα
την τύχη επιθυμώντας των πτηνών.

[Από τη συλλογή Η εποχή της Άνοιξης, 1983]


Οι γάτοι

Οι γάτοι των πόλεων
δεν ψάχνουν ξέρετε στους δρόμους
για νομίσματα
ούτε δηλώνουν νηστικοί ή ευδαίμονες

ιχνηλατούν τα οχήματα
διογκωμένοι εκτελούν τα σπέρματα
του ψύχους
έχουν μιαν έλλειψη αδιαφορίας
που σκορπάει στον καθένα μας.


Το νέον της οδού

στον Γιάννη Τζανετάκη

Σπάσαν κάτι τζάμια τα παιδιά
της Ελπινίκης
κρυφά με τις αρβύλες τού
Βαρνάβα

απόδειπνο τραβούσαν
βιαστικά για τον προφήτη
κλωτσούσαν τις φλέβες
των λασπόνερων
κι υγίαιναν
ώσπου τα διάλεξε
η σκιά των κωνοφόρων

χόρεψαν ζεϊμπέκικο
μια σπιθαμή
απ' τα σύννεφα
και γλίστρησαν
το ρίγος των δεκάξι
ως... την κλαγγή
και το πρησμένο νύχι
του στρατιώτη

- Κλείσε το φως και βγες
προτού να φέξει
η νικοτίνη σου 'χει νίψει
την προβιά
ηρέμησε μικρέ μου αποσπερίτη
κυλούν από το μάτι τού προφήτη
τα παιδιά

Η πόρτα δείχνει δώδεκα
γίνε το μαύρο τώρα
κι αύριο ξανά

*

κι έπειτα
έχυσε τη μέρα στα ερπετά
κάποιος που ορκιζόταν τρέφοντας
τους ίσκιους στα σπουργίτια

κι εκείνα μες στον ίλιγγο
βροχή ξεθύμαναν στο πόδι
της Ευτέρπης
το μεθυσμένο όνειρο

έγινε νύχτα
πληγή ανηφόριζε το ίσιο πέλαγο
ψηλά
δυο παραμύθια νότια
σκόνη στο κλέος του Ευρώτα.


Το κλήμα του παππού

Όταν σβήνει το φως
κρατά έναν θόρυβο το κλήμα του παππού
κι έρχεται η σελήνη πλέκοντας
μες στου κισσού το χάραμα
τις πόρτες.
Ανάβουν τα δάχτυλα και
προσπερνούν οι μέλισσες
σφίγγοντας των βατράχων
τις αμφίβιες εκκλήσεις.
Στου ασβέστη τη γαλήνη
το γιασεμί και ο Ταΰγετος
πυρώνουν τη μοναξιά τού
μαντολίνου.
Σέρνουν χορό ενάντιο
τ' ανθάκια της πορτοκαλιάς
και η σκιά του ανεμοδείχτη.

Φρέσκος καφές αχνίζει
από τις φλέβες μας
ο Τζακ αιμορραγεί
αλυχτώντας στο βαρέλι.

Έξω
η αμμουδιά των ελαιώνων
σπέρνει την ιαχή του τελευταίου
τρένου.
Βαδίζει με του ορεσίβιου
τη σκιά
μια τούφα χαμομήλι.

Έχει κι ο πυρετός την ώρα του
βάλσαμο κι ασήμι.

Όμως ο θόρυβος απλώνει
σαν Κυριακή ανεβαίνει στους φεγγίτες
στις στέγες ύστερα
κρεμιέται από τις χελιδονοφωλιές
και τους εσπερινούς
γέρνει αποσταμένος
κάπου κάπου στα μισάνοιχτα παράθυρα
αδειάζει στη στέρνα τούς αγγέλους του
πηδώντας μ' ένα σύννεφο σπουργίτια
αλαφιασμένα.

Όλη νύχτα περιφέρεται υγρός
και σαν χαράξει
επιμένει
μες στο σακούλι του παπά
ν' αναζητά όρθρους.

Όταν σβήνει το φως
πάντα θυμάμαι...

[Από τη συλλογή Το νέον της οδού, 1987]


Τα δάνεια

οι χαμένες προοπτικές
καλλιεργούν στα όνειρα τις μύχιες επιθυμίες

αυτές που άντεξαν
επίσημες και θορυβώδεις
σαν επελάσεις ιππικού
ή δώρα άχραντα
του κόσμου.


Τα λαθραία όνειρα των βάτων

καραδοκούν με τις μελαχροινές στολές τους
οι αχθοφόροι της γης
τραβώντας το πηλήκιο διορθώνουν την οιμωγή της μέρας
δανείζονται λίγο απ' το φόβο μας
τη συνουσία των αλόγων και
περιστρέφονται αλλοδαποί σε χώραλαιστρυγόνων

όνειρα τρελά
στους κάλυκες των ημερών που θά 'ρθουν
πυκνώνουν την αποφορά και την εκζήτηση

θυμίαμα στην ίδια προσευχή
στον ίδιο πόνο.

[Από τη συλλογή Το δάκρυ του Πολύφημου, 1992]


Νύχτα ικανή

οι άγγελοι με τ' αρτοφόρια
ξυπνούν νωρίς
φροντίζουν τ' άλογα
ετοιμάζοντας να κατεβάσουν
από τις αγρυπνίες
τα ομοιώματα

(απόψε πάλι
η νύχτα δε στάθηκε ικανή)


Κατάλαβα

παρ' όλη την οχλοβοή
κατάλαβα:
τα μάτια σου φυγάδευσαν τους πειρασμούς
κι αρκέστηκες με νόημα
να φύγεις.


Βηματίζουν μοναχοί

Αυτοί που διέθεσαν το νου στα υψηλά
απέλασαν τη σωτηρία τους
και τώρα
βηματίζουν μοναχοί
ασκούμενοι με ιαχές κι επιθυμίες.

[Από τη συλλογή Η μνήμη της σιωπής, 1995]


Μελιγαλάς

Χρόνια
περιφερόταν μ' ένα καλάθι σαρπηδόνες
καθώς κοιτούσε νωχελικά κι αδιάφορα το δρόμο
ύφαινε το μαντίλι με τις δώδεκα λεπρές
που ανηφόριζαν τα μεσημέρια το τετράζι.

κατά δω, ψιθύρισε
ο θηβαίος στρατηγός ενώ γυρνούσε το μαγκάνι
η Μαρία.
πέρασαν γύπες με το γέρο ανάμεσά τους
σαν άλλοτε που φύτευαν ελιές κι ατένιζαν
τον κάμπο.

μίκρυνε η γη κι ο κερασφόρος δεκανεύς
κρατάει ακόμη το σκοινί για τις θυσίες

- έτσι μεγάλωσες εσύ
σε αίματα και φρίκη περπατώντας διάστικτος
από άρπαγες και ευφυείς αλλοδαπούς
γονυπετείς ικέτες και τιτλούχους.

Ακόμη και τώρα
ιεροφάντες παραπέουν στα περάσματα, νυχθημερόν ασκούμενοι
για κάθε ενδεχόμενο.
υπήκοοι της μνήμης:
η απόσβεση
το κρώξιμο των πελαργών που δεν θα επιστρέψουν
τα ερείπια, μια πιθαμή απ' το θάνατο, βήχουν
την ηδυπάθεια της ιστορίας
ώσπου οι κύκλοι του νερού να εκτοπίσουν
την ορφανή μητέρα που σφαδάζει δι' ευχών
τα κόλλυβα του μίσους
και τον ιδρώτα του μακάριου.

-έτσι μεγάλωσες εσύ
σε νουνεχείς που υστέρησαν στα όπλα.
κι όπως τρυπάει η υγρασία το κορμί
αφήνει το εκχύλισμά του στη λυκία:

νύχτα ο βασιλιάς κοίτα πώς λάμπει

οι λάμιες του θολού βυθού
η ασβεστωμένη περιουσία...

λίγος ήταν ο ύπνος εκεί
σαν τη διάρκεια του χθόνιου νότου.

[Από τη συλλογή Οι λάμιες του θολού βυθού, 2000]

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2009

Να τ' αλλάζουμε τα συνθήματα

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

Έφυγα από το σπίτι λίγο μετά αφού στάθμευσε το αυτοκίνητο της Ουρανίας έξω από την αυλόπορτα. Είχε εσπερινό στον Άγιο Νικόλα του Μόλου για τους Αγίους Πάντες. Η ομώνυμη εκκλησία γκρεμίστηκε με τους σεισμούς του '53… Πήγα να ψάλω ύμνους σ΄ αυτούς που ξεχώρισε η χριστιανική εκκλησία, ότι στη διάρκεια της ζωής τους έκαναν υπερβάσεις προσέγγισης του καλού, ομοίωσης προς το Θεό. Στην πλατεία είχαν ήδη συγκεντρωθεί για μια ανθρωπιστική αντιρατσιστική εκδήλωση, εκεί έστειλα ένα άρθρο μου, θα πήγαινα αργότερα.

Ποιητική πανδαισία οι ύμνοι, ασυνήθιστο λεξιλόγιο μιας άλλης εποχής που εύκολα αναγνωρίζει κανείς τις δικές μας ρίζες κι ενθουσιάζεται από τον πλούτο και τη μουσική δοξαστική, λατρευτική, ικετευτική αρμονία. Λιβάνια, δοξολογίες, πεντάρτοι, φωνητικές κορόνες, ευχές… Το μυαλό μου όμως είχε κολλήσει στους μετανάστες. Στο σπίτι καθάριζε μια γυναίκα από χρόνια μετανάστης και στο «Φώσκολο» γινόταν συζήτηση για το ρατσισμό και την ξενοφοβία.

Θυμήθηκα την ιστορία της Ουρανίας. Πέρασε μέσα από ποτάμι χειμώνα καιρό με το κοριτσάκι της ενός χρόνου υψωμένο στα δυο της χέρια για να μη βραχεί, σαν τον παπά που κρατάει τ' Άγια στη Μεγάλη Είσοδο και με τη δέησή του χαρίζει την ελπίδα της ζωής. Μόλις πέρασε τα σύνορα την έπιασαν οι φρουροί και την επαναπροώθησαν στην Αλβανία. Επέμεινε και το ίδιο βράδυ επιχείρησε με επιτυχία το τρίτο πέρασμα στο ποτάμι, το αντάμωμα με τον άντρα της που είχε προηγηθεί και αργότερα τη μόνιμη εγκατάστασή της στη Ζάκυνθο. Το κοριτσάκι είναι τώρα φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο. Μια άλλη Αλβανίδα μαθήτριά μου μόλις πήρε το πτυχίο της ελληνικής φιλολογίας!

Πάντα προσπαθώ να φεύγω από το σπίτι όταν έρχεται η Ουρανία να καθαρίσει. Δεν είναι μόνο ότι χάνω τη βολή μου κι αναστατώνομαι, είναι κυρίως γιατί λυπάμαι να τη βλέπω τόσο κουρασμένη. Έρχεται μετά το ξενοδοχείο με τα χέρια τραυματισμένα από τα τοξικά απορρυπαντικά και καθημερινά επαναλαμβάνει τα ίδια, ταγμένη στην οικογένεια, στην καθαριότητα της απίστευτης ζακυνθινής βρωμιάς μας, στην ανοχή της παραξενιάς μας κι ενός κρυφού ή και φανερού ρατσισμού μας.

Το καφενείο Κόκκινος Βράχος κλειστό, σημάδι και αυτό σκανδάλων και παρακμής της τοπικής Αυτοδιοίκησης κι ο Σολωμός μένει τώρα περισσότερες ώρες μονάχος και μαντρωμένος ν' αντιμετωπίζει περίεργους, θερινούς, νυκτερινούς επισκέπτες. Έξω από την εκκλησία οι φιτούρες και τα παστέλια γλυκαίνουν τους περαστικούς. Μέσα στο σινεμά Φώσκολος ανθεί η σύγχρονη ζακυνθινή τέχνη και στη μισογεμάτη αίθουσα οι εισηγήσεις έχουν δώσει τη θέση τους στις διευκρινήσεις και τις τοποθετήσεις. Σοβαρές μελέτες ανακοινώνουν, ότι η Ευρώπη θα χρειαστεί στο μέλλον εκατομμύρια μετανάστες για να λύσουν το δημογραφικό της πρόβλημα.

Ο Αλβανός, που πριν λίγες μέρες έκοψε τα χόρτα του κήπου, δάκρυσε όταν θυμήθηκε τα τέσσερα χρόνια που ήταν παράνομος στην Καρδίτσα και κοιμόταν στους τράφους και τους αγρούς για να μην τον πιάσουν, κι όμως ήταν τόσο απαραίτητος εργάτης! Ήθελε να σπουδάσει, αλλά ήρθε η φτώχια κι έγινε μετανάστης. Πόσα χρόνια θ' αντέξω να κάνω τόσο βαριές δουλειές, μου έλεγε, σκέψου πόσο τυχερός είσαι που σπούδασες .

Μια ομάδα ευαισθητοποιημένων συμπολιτών μας γυρίζει και σβήνει τα ρατσιστικά συνθήματα από τους τοίχους και τις μάντρες, γραμμένα με μπλε και θαλασσιά γράμματα…
- Να τ΄ αλλάζουμε να μη τα σβήνουμε τα συνθήματα, πρότεινε ο Θανάσης.
- Να τ΄ αλλάζουμε τα συνθήματα και με τη βοήθεια της τέχνης, συμπλήρωσα ψιθυριστά, σαν αυτή την υπέροχη εικαστική στο φουαγιέ από το Διονύση, τη Λένα, τη Μίκα, τη Θάλεια, την Αθηνά, τη Μελίνα , τον Κώστα και τους άλλους που δε συγκράτησα στη φτωχή μου μνήμη…

Σκέφτηκα μερικές αλλαγές την ώρα που η ορχήστρα των νέων απ΄ έξω στην πλατεία με πολυπληθές νεανικό ακροατήριο έστελνε την αγάπη της στους μετανάστες.
«Έξω οι μετανάστες από την Ελλάδα» προτείνω την αλλαγή:
«Πεινούν οι μετανάστες στην Ελλάδα»
«Φωτιά στους μετανάστες»
προτείνω την αλλαγή:
«Δουλειά στους μετανάστες»
«Η Ελλάδα ανήκει μόνο στους Έλληνες»
αλλαγή: «Η Ελλάδα είναι οικουμενική»

Αλήθεια, τι προοπτική έχει η δημογραφικώς φθίνουσα Ελλαδίτσα μας να παραμείνει στο χάρτη των ιστορικών λαών αν δεν υπάρξει στην οικουμενική εκδοχή της; Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός ως οικουμενικός δοξάζεται. Αξίες του πανανθρώπινες κόσμησαν την πορεία Ανατολής και Δύσης, εξανθρώπισαν μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας. Κούφιοι σύγχρονοι μεγαλοϊδεατισμοί που τελματώνουν στον επιθετικό ρατσισμό απλώς στρουθοκαμηλίζουν στο σημερινό μας ξεπεσμό.

Πρέπει ν' αλλάξουμε τα συνθήματα και στην Ε.Ε. ώστε ν' αλλάξει τη μεταναστευτική πολιτική της. Πόσο ακόμα, χωρίς να κοκκινίζουμε, θα φιλοξενούμε εξαθλιωμένους τους λαθρομετανάστες και πόσο θα προδίδουμε τους προγόνους μας που πίστευαν στον Ξένιο Δία και θεωρούσαν ύψιστη αξία εκείνη της φιλοξενίας. Μοιάζουμε σήμερα μ' εκείνους τους κυνηγούς που περιμένουν τ' αποδημητικά πουλιά στα Στροφάδια, στο Βασιλικό, στο Κερί να τα σκοτώσουν στην ώρα της φιλοξενίας, στην ώρα της εξάντλησης, της απόλυτης αδυναμίας τους. Στα μεγάλα αστικά κέντρα γκετοποιήθηκαν ολόκληρες περιοχές με μετανάστες και εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία τους, τους εκπορνεύουμε και τους μεταλλάσσουμε σε κακοποιούς του οργανωμένου εγκλήματος.

Ν' αλλάζουμε τα συνθήματα πρώτα μέσα μας, ύστερα στον άμεσο περίγυρό μας για να βρούμε τον ανθρώπινο ελληνικό εαυτό μας. Δεν μπορούμε να τους σβήσουμε τους άλλους, τους ρατσιστές, υπάρχουν. Να τους αλλάξουμε πρέπει με τη ζωή μας, με τους αγώνες μας, με το παράδειγμά μας κυρίως όμως με την παιδεία. Από τους νέους τους αμούστακους κι ευαίσθητους αρχίζει η αλλαγή. Ευτυχώς ήταν ηχηρή η παρουσία τους στην πλατεία το περασμένο Σάββατο, ευαίσθητοι κι ευαισθητοποιημένοι με αγνά αισθήματα, οράματα και προσδοκίες από το καινούργιο, το ελπιδοφόρο που εμφανίζεται και παραγκωνίζει το παλιό και προβληματικό . Το καινούργιο να είναι πάντα ο συγκερασμός του καλού στο συνταίριασμα των πολιτισμών.
16-6-2009

Κυριακή 14 Ιουνίου 2009

Άρια Κομιανού: "Θέλω η δουλειά μου να είναι σαν μια σφραγίδα..."

[Συνέντευξη στον Σταμάτη Μαυροειδή, Εφημερίδα Αυγή, 3.6.2009]

Χαράκτρια από συνειδητή επιλογή η Αρια Κομιανού, πασχίζει εδώ και πενήντα χρόνια να αναδείξει την ποιητική διάσταση των πραγμάτων, να εκφράσει την εσωτερική τους δυναμική, να διατυπώσει τη δική της αλήθεια. Οσοι γνωρίζουν τον εικαστικό της κόσμο κάνουν λόγο για μια αυθεντική καλλιτεχνική φωνή η οποία υπηρετεί με πάθος και αφοσίωση την τέχνη της ξυλογραφίας. Αφορμή για τη σημερινή συνομιλία είναι η έκθεση που εγκαινιάζεται την Παρασκευή στη γαλλική πόλη Λουνέλ, μια πόλη που πριν από δυο χρόνια απένειμε στην Ελληνίδα χαράκτρια το πρώτο βραβείο για το ex libris που σχεδίασε (αφορά τη συλλογή του Louis Medard) και τώρα την ξανακαλεί εγκαινιάζοντας προς τιμήν της έκθεση που περιλαμβάνει μεγάλες συνθέσεις, πορτρέτα και φυσικά ex Libris της Ελληνίδας δημιουργού.


* Είναι πολλοί αυτοί που αναγνωρίζουν σε σας αφοσίωση, επίμονη αναζήτηση και γνησιότητα στο έργο σας. Συμφωνείτε μαζί τους;

Είμαι πράγματι προσηλωμένη στη δουλειά μου, διότι θέλω να έχουν θεμέλια αυτά που κάνω. Έμαθα τη χαρακτική και στη συνέχεια την προσάρμοσα στα δικά μου δεδομένα, στη δική μου λιτότητα, τη δική μου αλήθεια. Μια αλήθεια που ψάχνω πάντοτε με μανία μέσα από τις κουβέντες με τον «άλλον», από τα βιβλία, απ' οπουδήποτε, καθώς η γνώση δεν σταματάει ποτέ, έτσι δεν είναι; Δεν κάνω επίδειξη γνώσεων, σίγουρα άλλοι θα ξέρουν περισσότερα από μένα. Θέλω απλώς η δουλειά μου να είναι σαν μια σφραγίδα, αλλά να λέει πολλά, να μη είναι χωρίς λόγο φτιαγμένη. Ούτε φτιάχνω κάτι για να το πουλήσω, δεν είναι ο στόχος μου αυτός. Άλλωστε δεν είναι εύκολες προς πώληση αυτές οι μαυρίλες...

* Ποια θέματα σας αγγίζουν, κ. Κομιανού;

Κοιτάξτε, είναι απλά πράγματα, η καθημερινότητα δεν έχει χίλια θέματα; Ίσως να είναι οι πίκρες μου. Η ζωή μου δεν ήτανε με τριαντάφυλλα σπαρμένη, ήταν δύσκολη και σκληρή κι ίσως να βρίσκεται εκεί η αφετηρία, σ' αυτά που με πονάνε και με πληγώνουν. Πάντα όμως όσο και μαύρα να είναι τα πράγματα έχω κάποια ελπίδα. Όποιος καταλαβαίνει λίγο το έργο μου τη βλέπει αυτή την ελπίδα. Δεν την επιδιώκω, μου βγαίνει χωρίς να το θέλω, την ανακαλύπτω κι εγώ μετά, όταν δηλαδή τελειώνει το έργο. Τώρα το πώς εκφράζω τα θέματά μου; Στην αρχή επηρεασμένη από το δάσκαλό μου όλα ήταν αφαιρετικά. Σιγά - σιγά όμως έρχεσαι στο δικό σου κόσμο, φεύγεις από τη διδασκαλία, φτάνεις στον προσωπικό τρόπο έκφρασης, δεν σε ενδιαφέρει πια η φλυαρία, θέλεις την απλότητα. Προσωπικά θεωρώ ότι η χαρακτική είναι μια σφραγίδα, αλλά αυτή η σφραγίδα πρέπει κάτι να λέει, να έχει έναν στόχο.

* Η καθημερινότητα σάς πληγώνει;

Αλίμονο! Θά 'πρεπε να μην έχω μάτια... Ξέρω φυσικά ότι μόνη μου δεν μπορώ να κάνω κάτι, ο στόχος μου όταν δουλεύω δεν είναι να διαμαρτυρηθώ ή οτιδήποτε άλλο, απλώς αποτυπώνω με τον δικό μου τρόπο το παράπονό μου. Έχω γεμίσει, ωριμάζει η πίκρα -ή και η χαρά, αν θέλετε- και βγαίνουν από μόνες τους στο έργο. Είμαι πενήντα χρόνια σ' αυτή τη δουλειά. Τώρα παίρνω το ξύλο και το μαχαίρι και χαράσσω κατευθείαν αυθόρμητα και με σιγουριά για το τι θα βγει.

* Μπορεί ο θεατής να αντιληφθεί την αντιστοιχία ανάμεσα στο αρχικό θέμα και στο τελικό εικαστικό αντικείμενο;

Μπορεί να μην μπορέσει να το δει, μπορεί να μην τον ενδιαφέρει καν η ιδέα από την οποία βγήκε. Μπορεί πιθανόν να του αρέσει ο τρόπος που το έφτιαξα ή οτιδήποτε άλλο ή και να μην του αρέσει καθόλου και να αντιδρά. Όλα είναι πιθανά. Όταν κάνουμε ένα έργο δεν σημαίνει ότι είναι πετυχημένο και ότι όλοι το αναγνωρίζουν ότι μπορούν να πιάσουν τις σκέψεις σου. Και στα καθημερινά μας μήπως μας καταλαβαίνουν όλοι;

* Σας ενδιαφέρει πιο πολύ να συγκινήσετε ή να προβληματίσετε το κοινό;

Είναι μεγάλη τιμή για μένα να μπορεί ο άλλος να δει και να καταλάβει τον κόσμο μου. Ο μεγάλος πόνος είναι να περάσει κανείς αδιάφορος από μπροστά του, να μη δώσει καμιά σημασία. Για μένα, και θυμό να προκαλέσει το έργο, έχει κάτι πετύχει. Τώρα, αν όλοι πιάνουν αυτό που εγώ σκέφτομαι ή αντιλαμβάνονται τα νοήματα και τους συμβολισμούς, θα ήταν εγωισμός να το πω. Υπάρχει κοινό που σε βλέπει απλώς, κοινό που αδιαφορεί και κοινό που προβληματίζεται.

* Είστε ευάλωτη στις αντιδράσεις του;

Ε, βέβαια! Πώς να το κάνουμε; Θέλεις να «περάσεις» ένα μήνυμα στον άλλον, δεν είναι όμως πάντα εφικτό, έτσι δεν είναι; Είναι μεγάλη ικανοποίηση ακόμα κι έναν - δύο ανθρώπους αν αγγίξεις με τη δουλειά σου.

* Και η ματιά των ομοτέχνων σας;

Κοιτάξτε: ο καθένας έχει τη δική του όραση, βλέπει με τον δικό του τρόπο. Πρέπει και εσύ να μάθεις να κρίνεις βλέποντας και με τα μάτια του άλλου, όχι μόνο με τα δικά σου. Βέβαια υπάρχουν νόμοι και κανόνες σταθεροί στην τέχνη. Αλλά, ακόμα και αν έχει πέσει κάποιος έξω, ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να κάνει αύριο. Η εύκολη κατηγορία -συγγνώμη γι' αυτό- είναι αδυναμία. Δεν απορρίπτω κανέναν συνάδελφό μου.

Σάββατο 13 Ιουνίου 2009

Λευτέρη Παπαδόπουλου, ΔΩΔΕΚΑ ΠΟΝΤΟΥΣ ΚΑΙ ΜΙΣΟ (εκδ. Καστανιώτη)

[Απόσπασμα από το νέο βιβλίο του Λευτέρη Παπαδόπουλου, Δώδεκα πόντους και μισό, που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες (Ιούνιο 2009) από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Πηγή: Ιδιωτική Οδός. Την έκδοση επιμελήθηκε ο Δημήτρης Καραδήμας. Σύνθεση εξωφύλλου: egreen / E. Πάγκαλου.]

ΠΟΡΝΕΙΑ Η ΣΧΕΣΗ ΕΚΤΟΣ ΓΑΜΟΥ

Oι άγιοι πατέρες της Εκκλησίας, ώρες ώρες, δείχνουν με κάποιες αποφάσεις τους ότι δεν ζουν στον 21ο αιώνα και δεν βλέπουν τι γίνεται γύρω τους... Πριν από μερικά χρόνια, πέρασαν από δικαστήριο τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο, ο οποίος, σε μια συνέντευξή του, είχε ταχθεί εμμέσως υπέρ των προγαμιαίων σχέσεων. Τι να έκανε ο άνθρωπος; Να έκλεινε τα μάτια του μπρος στην πραγματικότητα; Την παρακολούθησα από κοντά όλην αυτή την ιστορία. Και πήγα και κατέθεσα υπέρ του Χρυσόστομου. Αλλά οι «δικαστές» του τον καταδίκασαν.

Τότε, αρχιεπίσκοπος ήταν ο Χριστόδουλος, των λαβάρων και της «υποχρεωτικής αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες». Τώρα, αρχιεπίσκοπος είναι ο Ιερώνυμος. Ένας ιεράρχης, που μόνο καλά λόγια ακούγονται για το πρόσωπό του. Και το πόσο «εντάξει» είναι το αποδεικνύει ο ίδιος, κάθε μέρα, με τις πράξεις του. Ένας άλλος άνεμος πνέει, πλέον, στην Εκκλησία.

Παρ’ όλ’ αυτά, ο Ιερώνυμος ηττήθηκε στην Ιερά Σύνοδο από εννέα μητροπολίτες, που έκριναν ότι το νομοσχέδιο για το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης, που διαμορφώνει ο υπουργός Δικαιοσύνης, υποθάλπει και νομιμοποιεί βαρύτατα ηθικά παραπτώματα! Για την ιστορία: με το μέρος του Αρχιεπισκόπου ήταν μόνον οι Μητροπολίτες Ζακύνθου, Ιωαννίνων και Τρίκκης.

Κι εδώ οφείλω να πω ότι και τα πέντε κόμματα της Βουλής συμφωνούν με το σχέδιο νόμου για την ελεύθερη συμβίωση. Και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έφερε την παραμικρή αντίρρηση στις νομοθετικές αυτές πρωτοβουλίες. Αντιθέτως. Στην Ελλάδα, όμως, πολλές φορές, το κουμάντο σε θέματα για τα οποία λόγο πρέπει να έχει μονάχα η Πολιτεία το διεκδικούν οι παπάδες! Και πρώτος απ’ όλους, ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Άνθιμος, που δήλωσε: «Η Εκκλησία δέχεται και ευλογεί την παραδεδομένη τέλεση του γάμου κατά το ορθόδοξο τυπικό, ενώ θεωρεί πορνεία κάθε άλλη συζυγική σχέση εκτός αυτού»!

Χιλιάδες νέοι και νέες, τα τελευταία χρόνια, μένουν μακριά από το πατρικό τους. Χιλιάδες ζευγάρια συζούν, κάνουν έρωτα, αποκτούν παιδιά, χωρίς να έχουν παντρευτεί. Και ακόμη πιο πολλά ζευγάρια έχουν τελέσει γάμο με μια υπογραφή και ένα «ναι» ενώπιον δημάρχων. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, κατά τους ιεράρχες που αντιτάσσονται στην ελεύθερη συμβίωση, είναι... πόρνοι; Το Οικογενειακό Δίκαιο, που όριζε ότι οικία της συζύγου είναι υποχρεωτικώς η οικία του συζύγου και άλλα τέτοια φαλλοκρατικά και απεχθή, έχει αλλάξει από την πρώτη κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου. Η καθιέρωση του πολιτικού γάμου ήταν μια κατάκτηση. Σήμερα, τριάντα χρόνια μετά, θα γυρίσουμε πίσω;

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2009

Τα θαλάσσια βαλανεία και η αγωνία για την παιδεία

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

Βαλανευτικά έλαια και βαλανείς στο ρυθμό του τριημέρου έδωσαν για άλλη μια φορά το στίγμα του νεοέλληνα, που έχει μάθει να υιοθετεί και να μιμείται ό,τι ξενόφερτο τον βολεύει και τον καθιστά απαθή και οκνηρό στη νιρβάνα της ήσσονος προσπάθειας. Το περιβόητο κόμμα της αποχής, γνωστό στην Ευρώπη από προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, έστησε τις κάλπες του στα σύγχρονα βαλανεία, τις ελκυστικές παραλίες μας και τα βαλανευτικά έλαια σκόρπισαν τη μυρωδιά της πολιτικής αντίδρασης και της απάθειας. Βαλανεία ονόμαζαν τα λουτρά στην αρχαιότητα, η λέξη μπάνιο προέρχεται από τη λατινική που μετέτρεψε το βαλανείον σε balneum κι εμείς σε μπάνιο. Στα δημόσια αρχαία λουτρά κατέφευγαν οι πολίτες και για θεραπευτικούς σκοπούς και έκαναν χρήση βαλανευτικών ελαίων με τη βοήθεια των βαλανέων.

Οι σύγχρονες οργανωμένες παραλίες μας βοήθησαν άραγε και στη θεραπεία του νοσηρού πολιτικού μας βίου; Τα μηνύματα που πήραν οι πολιτικοί μας προς ποία κατεύθυνση κινούνται; Αδύνατοι κι εγκλωβισμένοι στα αξιώματά τους μήπως με την αποχή αισθάνονται δυνατότεροι υπηρέτες της εγωπάθειάς τους και απολαμβάνουν ήρεμοι την ευκαιριακή αναρρίχησή τους στην εξουσία; Πού θα αναζητηθούν οι ευθύνες και οι περιπόθητες λύσεις;

Υπαίτιοι για το σημερινό ξεπεσμό είμαστε όλοι, αλλά τη μεγαλύτερη ευθύνη δε φέρουν οι πολιτικοί, ούτε οι ξένοι, ούτε η άρχουσα τάξη. Τη μεγάλη ευθύνη φέρει η λεγόμενη πνευματική ηγεσία της χώρας από το 1930 μέχρι σήμερα. Αλληθωρίζοντας μόνιμα και άκριτα προς τη Δύση, λειτουργώντας ως κοινός μεταπράτης εμφιαλωμένης ξένης γνώσης και συναλλασσόμενη με τους εκάστοτε κρατούντες, οκνηρή και πολλές φορές στείρα πολιτισμού, στάθηκε ανίκανη, ανήμπορη να μεταφέρει το μεγάλο βάρος της κληρονομιάς και πολύ περισσότερο ν΄ απαντήσει στην πρόκλησή της.

Η ευρωπαϊκή πνευματική ηγεσία του μεσοπολέμου αδυνατούσε μέσα στην ιδεολογική της σύγχυση να βρει τ΄ αντίδοτα της κρίσης κι Ευρώπη οδηγήθηκε σχεδόν μονολιθικά στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ελληνική πνευματική ηγεσία παραδόθηκε αμαχητί στο φανατισμό του εμφυλίου, μπόλιασε τον ελληνισμό κι επέβαλε την αντίληψη ότι ο οικονομικός παράγοντας και μόνο καθορίζει την ιστορία και τη ζωή σε βάρος της πνευματικής παράδοσης χιλιετιών. Το νόημα της ζωής ως δημιουργίας και προσφοράς κλονίσθηκε συνθέμελα κι αισίως οδηγηθήκαμε στη σημερινή υλική και ηθική κατάρρευση. Το καταστροφικό μετεμφυλιακό έργο ολοκλήρωσε η λάβα του λαϊκόφρονος «πολιτισμού» των μέσων μαζικής πληροφόρησης.

Η αρχή της οικονομίας εδέσποζε και στην περί παιδείας αντίληψη. Αυξήθηκαν τα κονδύλια για την παιδεία αλλά δημιουργήθηκαν ισοπεδωτικές συνθήκες, παρέχοντας εξακολουθητικά όλο και μεγαλύτερες ευκολίες απονομής βεβαιώσεων τυπικών προσόντων επαγγελματικής αποκατάστασης. Σ΄ ένα τέτοιο κλίμα η ιστορική μνήμη βλάπτει, ο πλούτος της έκφρασης δε χρειάζεται, η αποδοτική διανοητική εξάσκηση ενοχλεί. Απεναντίας θεριεύει ο άκρατος παπαγαλισμός και η πέψη της αναμασημένης τροφής των επικερδών φροντιστηριακών επιχειρήσεων στο ανούσιο κι εφηβοκτόνο εξετασιοκεντρικό εκπαιδευτικό σύστημα. Ο αλλοτριωμένος δάσκαλος ανεξαρτήτως βαθμίδας δυσκολεύεται να γίνει το ζωντανό πρότυπο της αγάπης, της εργασίας και της ευθύνης γιατί το σύστημα τον θέλει ιδιοτελή, φροντιστή κι αδιάφορο. Ο καθηγητής πανεπιστημίου ήταν ανεπαρκής ερευνητής, επρόκειτο μάλλον για μεταπράτη ξένων επιτευγμάτων, σήμερα δεν είναι ούτε αυτό. Βεβαίως αυτό είναι το γενικό κλίμα και δεν αφορά, αλίμονον, το σύνολο των δασκάλων και των καθηγητών.

Είναι αναγκαίο να γνωρίσουμε την αιτιολογία του εκπαιδευτικού μας αδιεξόδου και να σκεφτούμε τη ζωτική σημασία της παιδείας για τη σύγχρονη εποχή της κρίσης και της παρακμής. Είναι μια μοναδική ιστορική ευκαιρία που επιτρέπει να ελπίσουμε σ΄ένα ελληνικό μέλλον πλατύ και πειστικό. Η φρενήρης τεχνολογική ανάπτυξη επιτάσσει ισόρροπη ανάπτυξη της παιδείας ως πνευματικής ωριμότητας που θα δίνει τη δυνατότητα επιλογών ποιότητας ζωής. Η τεχνική εξασφαλίζει την ικανότητα υλικής πραγμάτωσης, είναι όμως αναγκαίος ο ηθικός έλεγχος για να μη γίνεται επικίνδυνη, καθώς βεβαιώνει η οικολογική καταστροφή. Το πνευματικό στοιχείο μετριάζει την ανάπτυξη των υλικών δυνάμεων και δεν επιτρέπει ούτε να γιγαντωθούν ούτε να ελαχιστοποιηθούν, πράγμα εξίσου επικίνδυνο.

Το ζητούμενο είναι να μείνουμε ανθρώπινοι με την τεχνική και πνευματικοί με την ιστορία, να ενώσουμε σε υψηλότερο επίπεδο τη Δύση με την Ανατολή, τη γνώση με τη σημασία. Με τη γνώση ο άνθρωπος της Δύσης προσλαμβάνει εξωτερικά το αντικείμενο (π.χ ένα φυτό), σπουδάζει τη μορφή, τη δομή, τη φυσιολογία του, για να καταλήξει στην καλύτερη δυνατή αξιοποίησή του. Με τη σημασία ως πίστη ο άνθρωπος της Ανατολής αναγνωρίζει στο φυτό το μυστήριο και τον κύκλο της ζωής και αφήνεται λατρευτικά στην ιερότητά του. Η Δύση θρέφεται από τα πράγματα και δίνει το παν για την τεχνική ακρίβεια, η Ανατολή αδιαφορεί για την ακρίβεια και αφήνεται στο αίσθημα της πίστης που θρέφεται από σύμβολα. Ο συμβιβασμός μπορεί να γίνει στο επίπεδο του νοήματος. Η σύνθεση αυτή αποτέλεσε ελληνική συνεισφορά στο ιστορικό γίγνεσθαι, μια παράδοση που οφείλουμε να καλλιεργήσουμε και να την προσφέρουμε στον ευρωπαϊκό-παγκόσμιο πολιτισμό.

Φαίνεται ότι για άλλη μια φορά σήμερα, οι πολιτικοί αδυνατούν να αποτιμήσουν σωστά τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών, καθώς και να οραματιστούν έναν διαφορετικό ρόλο της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε τέτοιες δύσκολες ώρες πρέπει να κορυφώνεται η αγωνία των πνευματικών ανθρώπων οι οποίοι οφείλουν να προτείνουν πειστικά μέτρα με δημιουργικές επιλογές που τα αποτελέσματά τους θα φανούν σε βάθος χρόνου, αλλά θα είναι συνταρακτικά και αναζωογονητικά. Ο στόχος πρέπει να είναι η διαμόρφωση ενός ελληνισμού προσφοράς που ανοίγει στους άλλους, έναν πολιτισμό προσφοράς για τον οποίο το μυστικό της ζωής είναι να δίνεις περισσότερα όσων έχεις.

Το ευλαβικό δημιουργικό σκύψιμο στα διαμάντια του άλλοτε ακμάζοντος ελληνικού πολιτισμού μας είναι προφανές ότι πρέπει να αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο στην εκπαιδευτική διαδικασία. Η αναθεώρηση των αναλυτικών προγραμμάτων και του προσανατολισμού τους σε λίγα και ουσιώδη μαθήματα, το πολλαπλό σχολικό βιβλίο, η επιμόρφωση, η αξιολόγηση καθώς και η υλική πνευματική και ηθική στήριξη των διδασκόντων και των σχολείων, η επαναφορά του ασυμβίβαστου των ιδιοτήτων πολιτευομένου και παν/κού καθηγητή θα μπορούσαν να είναι μερικά-λίγα μέτρα. Η εξειδίκευση των μέτρων δεν είναι στις παρούσες προθέσεις, μόνο η κατεύθυνση προς έναν ελληνοκεντρικό προσανατολισμό, που περισσότερο αφομοιώνει συνθέτει και δημιουργεί παρά μεταπράττει.

Τώρα που οι συζητήσεις για τις αλλαγές στην παιδεία κορυφώνονται το μήνυμα των ευρωεκλογών πρέπει να είναι ενοχλητικό καμπανάκι στα ώτα των αρχών. Σε διαφορετική περίπτωση τα απολαυστικά βαλανεία των λουομένων κινδυνεύουν άμεσα από το τσουνάμι της απαιδευσίας των απορριπτέων πολιτικών και το ναυαγοσωστικό θα πλεύσει αδειανό σε πιο ήρεμα νερά με ισχυρά αγκυροβόλια.


Βιβλιογραφία
1. Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, των Henry G.Liddel-Robert Scott,
2. Xρονικό ενός καινούργιου χρόνου, του Στέλιου Ράμφου.


Ζάκυνθος, 11-6-2009

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2009

Παύλου Φουρνογεράκη, ΠΑΡΑΒΑΝ (ποίημα)


Στατικοί σταυροί
Του ανήκειν
Στο παραβάν των ψήφων

Ξεθωριασμένο το αίμα
Στις κουρτίνες
Της Δημοκρατίας

Ζωηρεύει οσμές
Αντιηλιακών
Σε παραλίες απελπισίας

Μολυσμένα λόγια
Βαυκαλίζουν
Τη γη των ρύπων

Κι ο πιστός
Δέεται γονυπετώς
Επιφοίτηση Πνεύματος Αγίου


Ζάκυνθος 4-6-2009

Σάββατο 23 Μαΐου 2009

π. Νικόλαος Λουδοβίκος: "Να μην χάσουμε τα πάθη. Να τα μεταβάλουμε"

Αναδημοσίευση από το περιοδικό ΑΝΤΙ, 13.1.2007


Απόστολος Διαμαντής: Πώς εσείς, ένας απόφοιτος της ψυχολογίας, στραφήκατε στη θεολογία;
Νικόλαος Λουδοβίκος: Προέρχομαι από την ψυχολογία, σπούδασα ψυχολογία. Και στη συνέχεια, μέσω αγιορειτών, πέρασα στην ορθόδοξη θεολογία. Και διάβασα απευθείας τους Έλληνες πατέρες. Στο έργο μου στέκομαι κριτικά απέναντι στο σχήμα του υπαρξισμού, που έχει υιοθετηθεί από κάποιους Έλληνες θεολόγους, το οποίο έχει τη ρίζα του στον Αυγουστίνο (Augustinus) και στον Πλωτίνο. Ότι δηλαδή η ψυχή είναι ουράνια και το σώμα επίγειο. Και έτσι μιλάνε για τη φύση σαν κάτι από το οποίο πρέπει να εξέλθουμε. Αυτός ο διχασμός δεν υπάρχει στους Έλληνες πατέρες, για τους οποίους η ψυχή είναι «λεπτόσωμον πνεύμα».

ΑΔ:
Αυτά βεβαίως είναι δύσκολο κανείς να τα παρακολουθήσει, ένας απλός άνθρωπος...
ΝΛ: Δεν είναι καθόλου. Οι απλοί άνθρωποι τα βιώνουν εμπειρικά, από την συμμετοχή τους στην εκκλησιαστική ζωή. Γίνονται παράδοση. Το πρόβλημα είναι με τη σχηματική σκέψη των «μορφωμένων», δεξιών και αριστερών και κεντρώων. Τα κλισέ για την αριστερά είναι δυο τρεις κατηγοριούλες: μεσαίωνας = συμφορά, διαφωτισμός = ανάσταση, εκκλησία = Χριστόδουλος, δηλαδή τάφος ανεωγμένος. Οι δεξιοί ταυτίζουν, από την άλλη, όλη την ορθόδοξη παράδοση με οτιδήποτε πράττει η κρατούσα εκκλησία. Όμως την ορθή σχέση με όλα αυτά την έχει η μοναστική παράδοση και ο απλός λαός, ο οποίος «κράτησε το βήμα ενός χαμένου χορού», όπως είχε πει κάποτε και ο Διονύσης Σαββόπουλος.

ΑΔ: Τι ακριβώς είναι αυτό που γνωρίζει ο απλός λαός;

ΝΛ: Τα γνωρίζει από τον παππού και τη γιαγιά. Είναι μερικά απλοϊκά, αλλά ταυτόχρονα πολύ βαθιά πράγματα. Η γιαγιά μου στην Πορταριά, μια γυναίκα σχεδόν αγράμματη, που ίσα ίσα μπορούσε να διαβάσει, με κράταγε στα γόνατά της και μου έλεγε: «Κοίτα να δεις. Ο Θεός είναι η αγάπη. Σε κρατάει στην αγκαλιά του, όπως κάνω τώρα εγώ». Δεν είναι ο τιμωρός ο Θεός. Θέλει να σου κάνει όμορφη τη ζωή. Και όταν εγώ, νεαρός, είχα επαναστατήσει, και ο πατέρας μου φώναζε που γυρνούσα αργά, η γιαγιά μου ήταν μια ανοιχτή αγκαλιά. Αυτό, βέβαια, που έχουν οι απλοί άνθρωποι πρέπει να γίνει λόγος, στοχασμός, για να επηρεάσει τα πράγματα, να φτιάξει πολιτισμό.

ΑΔ: Αν δεν γίνει; Αν μείνει μόνον ως παράδοση;

ΝΛ: Τότε θα έχουμε αυτό το πρόβλημα που είχαμε στην Ελλάδα όταν φτιάξαμε το κράτος το 1830. Η κεφαλή ήτανε φερμένη από τη δύση. Υπήρξε μια απόσταση μεταξύ κράτους και γένους. Ήταν υπαρξιακή διαφορά, μεγάλη. Ο Κουμανούδης, ο Σαρίπολος, ο Ροΐδης δεν καταλάβαιναν καθόλου τι γινόταν στο λαό. Πάρτε τον Κωνσταντίνο Τσάτσο. Έχετε διαβάσει την «λογοδοσία μιας ζωής»; Εκεί λοιπόν θα δείτε ότι ο Τσάτσος μεγάλωσε με μία γκουβερνάντα Γαλλίδα, μία Γερμανίδα. Από μωρό. Δεν καταλάβαινε καθόλου πού ακριβώς βρισκόταν• ζούσε μεταξύ Τεργέστης, Παρισίων και Λονδίνου. Διοίκησε αυτόν τον τόπο που δεν καταλάβαινε καθόλου. Μόνον στο τέλος της ζωής του ο Σεφέρης τού έδειξε την Ελλάδα: κοίταξε εδώ, του είπε, κοίταξε εκεί. Και ο Τσάτσος έμεινε σαστισμένος. Αυτή η έκπληξη φαίνεται καθαρά στο βιβλίο του• τώρα, λίγο πριν το τέλος της ζωής του, άρχισε να καταλαβαίνει. Αλλά και πάλι πέθανε νεοκαντιανός.

AΔ: Ο Σεφέρης πώς κατάλαβε;

ΝΛ: Εδώ είναι άλλη ιστορία. Ο Ελύτης το ίδιο. Βουλιάζουν μέσα στη γη τους• σαν το σφουγγάρι• και έπαιρναν όλη την αίσθηση της Ελλάδας• και έλεγαν πράγματα σπουδαία, ακόμη και αν δεν καταλάβαιναν απολύτως με το μυαλό τους τι ακριβώς έλεγαν• αλλά τα έλεγαν. Έχω φίλους ευρωπαίους, ορθοδόξους, και μου λένε: διάβασε Ελύτη• τα πάντα είναι γεμάτα φως• αυτός είναι ο λόγος των όντων. Για μας τους Έλληνες, ο Θεός είναι τόσο υπερβατικός, που γίνεται ταυτόχρονα ενδοκόσμιος.

ΑΔ: Υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στην δύση και την ελληνορθόδοξη παράδοση πάνω στο ζήτημα της πτώσης, στο ζήτημα της φύσης του κακού;

ΝΛ: Ο Αυγουστίνος, για να πολεμήσει τον πελαγιανισμό, που έδινε μια σκανδαλώδη ελευθερία στον άνθρωπο -ο άνθρωπος περίπου κάνει ό,τι θέλει και είναι ο μοναδικά υπεύθυνος- είπε ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι: ο άνθρωπος έχει υποστεί μία πτώση. Και η αμαύρωση αυτή, στον Αυγουστίνο, είναι πολύ σημαντική, είναι εντός της φύσεως του ανθρώπου: αυτή είναι μία θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στην ανατολή και τη δύση για τη φύση του κακού. Στον Μάξιμο όμως, στους Έλληνες πατέρες, βλέπουμε ότι η πτώση της φύσεως είναι ακατηγόρητη. Είναι η πτώση της προαιρέσεως που συμβαίνει. Δεν φταίει η φύση μας. Σαν πρόσωπα εκπίπτουμε. Η φύση μπαίνει στον δρόμο που την βάζουμε εμείς, προσωπικά.

ΑΔ: Επομένως και στο ζήτημα της ηθικής, η ελληνική ορθόδοξη παράδοση είναι πιο ανεκτική από την δυτική;

ΝΛ: Οι Έλληνες πατέρες δεν είναι ηθικιστές. Δεν μιλάνε ενάντια στο σεξ, για παράδειγμα. Η προαίρεσή μου ευθύνεται -δεν πρέπει να καταφρονούμε την φύση. Το μυαλό και το σώμα είναι του Θεού. Μην τα ακουμπάτε, λένε οι πατέρες μας, διότι υπάρχει η ελευθερία του προσώπου που επιλέγει το δρόμο. Αυτό ο Αυγουστίνος δεν το κατάλαβε. Σαν πρώην μανιχαίος δυιστής, νόμισε ότι ναι μεν το σώμα είναι πλάσμα του Θεού, πλην όμως ξέπεσε κι έχει κακή φύση κι επομένως υπάρχει γι' αυτό μια κληρονομική ενοχή, η οποία μεταβιβάζεται. Για τους Έλληνες όμως, το κακό είναι υπόθεση προαιρέσεως• υπόθεση της επιλογής του προσώπου, όχι της φύσεως. Γι' αυτό και ο Ρουσό (Rousseau )μιλάει για την καλή φύση του ανθρώπου και ο Ντε Σαντ (De Sade) για την κακή: από αντίδραση, κυρίως στην καλβινική ηθική. Στην δυτική παράδοση η φύση ενοχοποιείται: πάρτε για παράδειγμα το σεξ, το οποίο είναι βουτηγμένο στην ενοχή. Τα πάντα ενοχοποιούνται. Σ' εμάς όμως δεν τίθεται τέτοιο θέμα.
Βλέπετε τι αγώνα κάνει ο Γρηγόριος Παλαμάς για να μην χάσουμε κάτι από τις δυνάμεις της ψυχής και του σώματος: προσέξτε, λέει, όλα αυτά είναι Θεόπλαστα! Να μην τα χάσουμε τα πάθη. Να τα μεταβάλουμε, ναι. Διότι «ουδέν κακόν εν τη φύσει, ουδέν απόβλητον». Αγιάζονται όλα από την ευχαριστία. Ό,τι και να 'ναι.

ΑΔ: Ναι, αλλά οι παραεκκλησιαστικές οργανώσεις δίνουν άλλη εικόνα από την δική σας: κατηχητικά, ηθικολογία αφόρητη, αυστηρές εντολές προς τους πιστούς. Και καμία ανοχή προς το διαφορετικό.

ΝΛ: Σωστά. Αλλά αυτά δεν έχουν καμία σχέση με την ορθόδοξη παράδοση. Είναι δυτικές επιρροές, είναι απευθείας η λογική του 'Ανσελμου (Anselm) μέσα στην δική μας εκκλησία. Για παράδειγμα, το βιβλίο «μετάνοια» του αρχηγού της «Ζωής» Σεραφείμ Παπακώστα, είχε κυκλοφορήσει σε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα και ήταν μέσα σ' όλα τα ελληνικά σπίτια. Είναι 100% 'Ανσελμος: ο Θεός, που τιμωρεί το αμαρτωλό ανθρώπινο γένος και τον υιό του ακόμα, ο οποίος ενσαρκώνεται με σκοπό να τιμωρηθεί! Λοιπόν, διάβαζε η καημένη η γιαγιά μου αυτό το πράγμα και τα 'χανε. Γιατί ήταν μια γυναίκα που ήξερε μόνο την αγάπη και το καντηλάκι που άναβε, που έβλεπε τον Θεό σαν αγάπη. Και της είπα κάποτε να μην ασχολείται -«αυτά δεν είναι δικά μας», της είπα.

ΑΔ: Οι δυτικοί λοιπόν έχουν καθαρά δικανική, νομικίστικη προσέγγιση του θείου...

ΝΛ: Εντελώς. Λέει ο 'Ανσελμος: γιατί έγινε η ενσάρκωση; Για να τιμωρηθεί ο υιός του Θεού στη θέση του ανθρώπου. Λέει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος: η ενσάρκωση έγινε «δια το αγιασθήναι τω ανθρωπίνω του Θεού, τον άνθρωπον». Ακριβώς το αντίθετο δηλαδή. Και συνεχίζει ο Θεολόγος: το μόνο που θέλει ο Θεός είναι να σταματήσει τη φθορά.
'Αντε τώρα να χτίσεις πάνω σ' αυτή τη θέση των Ελλήνων πατέρων νομικισμό! Δεν μπορείς με τίποτα. Γι' αυτό πολλοί Γάλλοι συμφοιτητές μου έλεγαν για μας τους Έλληνες, έκπληκτοι: «vous êtes anarchistes» (είστε αναρχικοί)!

ΑΔ:
Αλήθεια είναι. Εμείς έχουμε μόνον αυτεξούσιον...
ΝΛ: Έχουνε στη δύση τις ποινές• τα επιτίμια. Εδώ σε μας λες «σκότωσα!» και πας στον παπά σου• σε ρωτάει: «σκότωσες; ένα μήνα δεν θα φας κρέας και έλα μετά να τα πούμε»! Εμείς οι Έλληνες έχουμε βάλει στη θέση του δικανισμού την οικονομία: το να ζυγίζεις τα πράγματα ανάλογα με τις συνθήκες, όχι αυστηρά με τον νόμο, απρόσωπα. Αυτό η Αρβελέρ το λέει ωραία για το Βυζάντιο, πως στον δημόσιο και ιδιωτικό βίο του Βυζαντίου κυριαρχεί η οικονομία: βλέπεις στον άλλο την καρδιά του, την ταλαιπωρία του, την ψυχή του και του ανοίγεις τον δρόμο.
ΑΔ: Ναι, αλλά η ελληνική εκκλησία έχει κάνει αφορισμούς...
ΝΛ: Αυτά είναι περιθωριακά φαινόμενα. Ασήμαντα, σε μικρή κλίμακα. Ακόμη και αν έγιναν, δεν συμφωνούν με την παράδοσή μας. Αν δείτε στη Γαλλία, μόλις πριν λίγα χρόνια καταργήθηκε η λογοκρισία στην έκδοση θεολογικών βιβλίων. Σε μας δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα.

ΑΔ: Η σημερινή ηγεσία της ελληνικής εκκλησίας δεν στρέφεται κάπως προς την οργανωσιακή μορφή; Επί Σεραφείμ έμοιαζε περισσότερο παραδοσιακή. Σήμερα μιλάει πολύ και παρεμβαίνει έντονα. Ακόμη και πολιτικά.

ΝΛ: Ο εθναρχικός ρόλος του αρχιεπισκόπου φαίνεται ακόμη και στην ενδυμασία του, που μετά τον 16ο αιώνα φέρει το εγκόλπιο και την μίτρα.

Είναι σύμβολα κοσμικής εξουσίας. Αυτοκρατορικής. Για εκείνα τα χρόνια της τουρκοκρατίας ήταν απαραίτητα: ήταν εθναρχικός ο ρόλος του δεσπότη. Σήμερα όμως όχι. Διότι έτσι προσβάλλεται κάπως η εσχατολογική φύση της εκκλησίας.

ΑΔ: Έχουν εκλείψει όμως οι ιστορικοί λόγοι στην Ελλάδα για τον εθναρχικό ρόλο της εκκλησίας;

ΝΛ: Με την έννοια εκείνη σαφώς και έχουν εκλείψει.

ΑΔ: Για σκεφτείτε λίγο τον Μακάριο... Ή τους δεσπότες στον μακεδονικό αγώνα...

ΝΛ: Αυτό γίνεται κατ' εξαίρεσιν. Δεν υπάρχει στο κανονικό δίκαιο της εκκλησίας κανένα απολύτως έρεισμα για αναγνώριση εθναρχικού ρόλου στην εκκλησία. 'Αλλο πράγμα είναι να έχει άποψη η εκκλησία για τα κοινωνικά ή τα πολιτικά ζητήματα. Αυτό είναι φυσικό. Διότι η πολιτική έχει και πνευματική διάσταση. Και αν η εκκλησία παρεμβαίνει για να μας το θυμίσει, αυτό είναι ευπρόσδεκτο, αρκεί να μην γίνεται κόμμα, παράταξη και κατεβαίνει στις εκλογές! Αν πρόκειται για εθναρχία στο πνευματικό επίπεδο, ναι. Αλλά όσοι λένε ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα να μιλάει η εκκλησία για πολιτικά ζητήματα, μάλλον το λένε εκ του πονηρού.

ΑΔ: Έπρεπε να αντιδράσει η εκκλησία στο θέμα των ταυτοτήτων;

ΝΛ: Το πράγμα είναι κάπως περίπλοκο. Να θυμίσω την παράδοσή μας: το βυζαντινό κράτος ήταν κράτος υπαρξιακό. Δεν ήταν το θεσμικό δυτικό κράτος του μακροϊστορικού σκοπού. Το βυζαντινό κράτος ήταν ένα κράτος μικροϊστορικών σχέσεων• το δυτικό κράτος όμως είναι ένα κράτος εσωστρεφών ατόμων που ενώνονται για κάποιο σκοπό, ας πούμε τη δημοκρατία, την ευημερία, την κυριαρχία. Και αυτό έρχεται από τη θεολογία του Αυγουστίνου, όπου η ουσία και η βούληση του Θεού ταυτίζονται. Ο δυτικός Θεός πρέπει να αποδεικνύει συνέχεια ότι είναι Θεός, με την εκδήλωση της βούλησής του• είναι αναγκασμένος να φτιάξει αυτόν τον κόσμο, γιατί είναι παντοκράτορας. Να δείξει ότι κυριαρχεί. Από δω απορρέει το θεσμικό κράτος, διότι είμαστε συναγμένοι για έναν εξωτερικό σκοπό. Στους Έλληνες πατέρες όμως, διακρίνεται η ουσία από την βούληση του Θεού. Ο Θεός δεν έχει ανάγκη να αποδείξει τίποτα.

ΑΔ: Στην ελληνορθόδοξη παράδοση, στο Βυζάντιο, γιατί είμαστε συναγμένοι;

ΝΛ: Δεν ξέρουμε γιατί. Η κοινωνία είναι ο σκοπός. Υπάρχουν οι σκοποί των πολλών, οι οποίοι ενώνονται όταν το αποφασίσει η κοινότητα και όπου πάει. Δεν είναι εξωτερικός σκοπός. Αυτό είναι το υπαρξιακό βυζαντινό κράτος, όπου οι σχέσεις έχουν μεγαλύτερη σημασία από τον σκοπό. Και σε μας σήμερα ισχύει αυτό: όταν έρχεται ένας φίλος, τα αφήνουμε όλα και λέμε κάτσε να τα πούμε. Αυτό για ένα δυτικό είναι ακατανόητο. Θα σου πει δεν γίνεται. έχω δουλειά. Επομένως ο ορθόδοξος βάζει πάνω από τον νόμο τη σχέση κοινωνίας. Στη δύση έχουμε ενδοβολή του νόμου. Ο 'Αγγλος ή Γάλλος έχουν ενσωματώσει τον νόμο: αγωνιστείτε να πείσετε έναν 'Αγγλο να φοροδιαφύγει! Ποτέ δεν θα τα καταφέρετε!

ΑΔ: Και όλα αυτά πώς σχετίζονται με το θέμα των ταυτοτήτων;

ΝΛ: Σχετίζονται. Διότι όπως σας είπα, στη δική μας παράδοση προέχει όχι νόμος, αλλά η κοινότητα. Οι σχέσεις επομένως μπορεί, παρά τις αποφάσεις της πολιτείας, ο λαός να θέλει αναγράφεται το θρήσκευμα, διότι έτσι αναγνωρίζει μια κοινωνία σχέσεων. Δεν το βλέπει νομικά το θέμα. 'Αλλο τώρα αν οι αντιδράσεις της εκκλησίας μας ήταν υπερβολικές.

Εκεί να το συζητήσουμε. Ίσως να ήθελε άλλο χειρισμό το θέμα, από την πλευρά της εκκλησίας.

_________________________________________

Ο Πρωτοπρεσβύτερος Νικόλαος Λουδοβίκος γεννήθηκε στον Βόλο το 1959. Σπούδασε Ψυχολογία, Παιδαγωγική, Θεολογία και Φιλοσοφία στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, το Παρίσι (Σορβόννη [Paris4] και Institut Catholique de Paris) και το Cambridge. Είναι διδάκτορας Θεολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1990).
Εργάστηκε στο ερευνητικό κέντρο για τον Αρχέγονο Χριστιανισμό Tyndale House του Cambridge και δίδαξε ή έδωσε σεμινάρια στο Κέντρο Προχωρημένων Θεολογικών και Θρησκευτικών Σπουδών (C.A.R.T.S.) της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Cambridge, στο Πανεπιστήμιο του Durham, δίνοντας επίσης διαλέξεις και σε άλλα Πανεπιστήμια ή Ερευνητικά Κέντρα.
Σήμερα είναι Καθηγητής της Δογματικής και της Φιλοσοφίας στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Θεσσαλονίκης, επιστημονικός συνεργάτης - συγγραφέας στο Μεταπτυχιακό Θεολογικό Πρόγραμμα του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου και part-time λέκτορας στο Ορθόδοξο Ινστιτούτο του Πανεπιστημίου του Cambridge.

Τρίτη 19 Μαΐου 2009

Το ξεπουπούλιασμα των σχολικών βιβλίων

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

-Τι ειρωνεία, κύριε, μου είπε η Αγγελικούλα, άριστη μαθήτρια της Γ΄ Λυκείου. Την ώρα που περιμέναμε στην τάξη τα θέματα των πανελληνίων εξετάσεων στη Νεοελληνική Γλώσσα, έλεγα στους συμμαθητές μου τη χαρά που θα νιώσω όταν αμέσως μετά τις εξετάσεις των Νεοελληνικών Κειμένων θα πάρω το βιβλίο και θα το κάνω φύλλο και φτερό, θα το ξεσκίσω, θα το ξεπουπουλιάσω όπως ξεπουπουλιάζει η μάνα μου τα τρυγόνια και ο άνεμος της παίρνει τα πούπουλα και τα διασκορπίζει στην αυλή του σπιτιού μας. Και … μετά ήλθε το θέμα της έκθεσης για το σκίσιμο των σχολικών βιβλίων. Και βέβαια έπαιξα θέατρο, έπρεπε να γράψω αλήθειες και όχι ηθικολογίες όπως έκανα. Φοβήθηκα όμως το βαθμολογητή. Αν πέσω σε κανέναν φανατισμένο φιλοκυβερνητικό και με θάψει στη βαθμολογία;

Είχε δίκιο, σκέφτηκα, η Κική Δημουλά όταν δήλωνε δυστυχής που ποιήματά της συμπεριλαμβάνονται στα πανελληνίως εξεταζόμενα μαθήματα. Πρώτα σκοτώνουν το ποίημα και μετά αρχίζουν τη νεκροτομή οι αγχωμένοι αναλυτές και οι φιλόλογοι των σχολείων και των φροντιστηρίων. Το ξεπουπουλιάζουν, το αποστεώνουν και το οδηγούν στην πλήρη απαξίωση. Οι μέθοδοι μαθαίνονται παπαγαλία συνοδευόμενοι από το φόβο μήπως ξεφύγει κάτι «σημαντικό» σε ένα εξοργιστικό όργιο φαντασίας που υπαγορεύει το εξετασιοκεντρικό εκπαιδευτικό μας σύστημα.

Δεν σχίζουν όλοι οι μαθητές τα σχολικά τους βιβλία, αλλά ούτε και όλα τα βιβλία. Έχει να κάνει με τις προτιμήσεις του καθενός σε σχέση με το αντικείμενο αλλά και σε σχέση με τη χημεία που δημιουργείται ανάμεσα στο δάσκαλο και το μαθητή. Οι μαθητές που τα σχίζουν όλα αρνούνται να υποταχθούν στο περιεχόμενο και τον τρόπο μετάδοσης της γνώσης και παραδίδονται χωρίς δισταγμό στην εκρηκτικότητα της εφηβικής ηλικίας.

Ο μαθητής από το πολυκλαδικό που έπαιρνε αποβολές κι έσχιζε τα βιβλία του δεν ήταν κακός νέος και το αποδεικνύει με τη σημερινή επιτυχημένη επαγγελματική του σταδιοδρομία. Το καθαρό κόσμιο εστιατόριο με τους εύγευστους ποιοτικούς του μεζέδες στο λόφο πάνω από την πόλη χαρίζει όμορφες γευστικές απολαύσεις κι ο ίδιος αισθάνεται δημιουργικός κι ωφέλιμος στην κοινωνία. Γι' αυτόν η γνώση θα προέλθει από την εμπειρία της ζωής ή από την εικόνα της σύγχρονης ηλεκτρονικής επικοινωνίας και όχι από τα σχολικά βιβλία.

Είναι άξιο προσοχής το γεγονός ότι οι μαθητές σχίζουν τα σχολικά βιβλία όχι όμως και τα βοηθήματά τους που τα έχουν αγοράσει οι γονείς τους κι έχουν ξεπουπουλιαστεί οικονομικά. Τα σχολικά βιβλία μοιράζονται δωρεάν, είναι δημόσιο αγαθό και γι αυτό κακοποιείται όπως όλα τα δημόσια στη χώρα μας. Διάγουμε την εποχή της ιδιώτευσης, δηλαδή την εποχή της ηλιθιότητας, αφού πιστεύουμε ότι ό,τι ανήκει στην πόλη, στο σύνολο των κατοίκων, αυτό δεν είναι και δικό μας και γι αυτό μπορούμε να αδιαφορούμε ή και να το καταστρέφουμε.

Είναι γνωστό ότι σε πολλές χώρες τα βιβλία επιστρέφονται και μάλιστα σε καλή κατάσταση στο τέλος σχολικής χρονιάς για να δοθούν στους επόμενους μαθητές. Εμείς ούτε για την ανακύκλωσή τους δε φροντίζουμε. Πόσος χρόνος όμως χρειάζεται για να αλλάξει η νοοτροπία του μαθητή, που η οικογένειά του πετάει τα σκουπίδια από το μπαλκόνι του σπιτιού του αντί να τα πηγαίνει στον κάδο απορριμμάτων;

Χρειάζονται οι νόμοι της πολιτείας που θα εφαρμόζονται, χρειάζονται όμως και πρωτοβουλίες με όραμα και μεράκι για την αλλαγή νοοτροπίας. Τα περιβαλλοντικά προγράμματα, για παράδειγμα, που γίνονται στα σχολεία θα έπρεπε να μη στέκονται στη θεωρητική προσέγγιση, αλλά να προχωρούν και σε δράσεις. Η ανακύκλωση των βιβλίων και των χαρτιών θα μπορούσε να είναι μία απ' αυτές. Προς αυτή την κατεύθυνση θα έπρεπε να προσανατολίζονται και οι αξιωματούχοι της εκπαίδευσης και σε τοπικό επίπεδο αντί να βουλιάζουν πολλές φορές στον ατέλειωτο βάλτο της διεκπεραίωσης της γραφειοκρατίας.

Οι σημερινοί μαθητές είναι περισσότερο εξοικειωμένοι με την ηλεκτρονική εικόνα παρά με το βιβλίο. Το σχολικό βιβλίο τους φαίνεται περιορισμένο και μονότονο συγκρίνοντάς το με την ποικιλία, το χρώμα και τους ορίζοντες του διαδικτυακού πληκτρολογίου. Πολλές φορές είναι δυσνόητο, πυκνογραμμένο κι αποκρουστικό. Παρόλα αυτά αρκετοί επισκέπτονται τη σχολική βιβλιοθήκη, αυτό το "φαρμακείο ψυχής", και με πολύ σεβασμό επιδίδονται σε ένα άλλο είδος ξεπουπουλιάσματος, εκείνο της βαθιάς διείσδυσης στα μυστήρια της γνώσης και μάλιστα της ψυχολογίας σε μια περίοδο που καλούνται να αντιμετωπίσουν τα προσωπικά νεανικά τους ψυχολογικά προβλήματα.

Η παραδοσιακή συγκρουσιακή σχέση μαθητή και σχολικού βιβλίου μπορεί να αλλάξει με ένα διαφορετικό εκπαιδευτικό σύστημα που θα έχει ως γνώμονα να καλλιεργήσει τις ιδιαίτερες κλίσεις και ικανότητες του μαθητή και θα μαθαίνει τη γοητεία του γραπτού λόγου σε μία προοπτική ευρύτερης καλλιέργειας χωρίς εξαναγκασμούς και ασυνέπειες. Ίσως το πολλαπλό βιβλίο που θα υπάρχει στη βιβλιοθήκη του σχολείου, θεσμός υποχρεωτικός και αναμφισβήτητος, σε συνδυασμό με προσωπικούς φορητές υπολογιστές και σύγχρονη υλικοτεχνική υποδομή δώσει μια άλλη διάσταση στο εκπαιδευτικό σύστημα και στο ξεπουπούλιασμα των σχολικών βιβλίων. Θα είναι η νοστιμιά και η απόλαυση της γνώσης, εξισορροπητική προσωπικών και κοινωνικών παθών και αντιλήψεων στην πορεία για την ολοκλήρωση.
Ζάκυνθος 19-5-2009

Νίκου Εγγονόπουλου, ΜΠΟΛΙΒΑΡ, ένα ελληνικό ποίημα


ΦΑΣΜΑ ΘΗΣΕΩΣ ΕΝ ΟΠΛΟΙΣ ΚΑΘΟΡΑΝ, ΠΡΟ
ΑΥΤΩΝ ΕΠΙ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ ΦΕΡΟΜΕΝΟΝ

Le cuer d’un home vaut tout l’or d’un païs



Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους,για τους γενναίους, τους δυνατούς,
Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα,τα γενναία, τα δυνατά,
Γι’ αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή,
γι’ αυτούς τα δάκρυα, γι’ αυτούς οι φάροι,
κι οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια
Όπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα των καραβιών και
γράφουνε στους σκοτεινούς ορίζοντες των λιμανιών,
Γι’ αυτούς είναι τ’ άδεια βαρέλια που σωριαστήκανε στο
πιο στενό, πάλι του λιμανιού, σοκάκι,
Γι’ αυτούς οι κουλούρες τ’ άσπρα σκοινιά, κι οι αλυσίδες,
οι άγκυρες, τ’ άλλα μανόμετρα,
Μέσα στην εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου,
Για ν’ αρματώσουνε καράβι, ν’ ανοιχτούν, να φύγουνε,
Όμοιοι με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι ολόφωτο μέσ’ στη
νυχτερινή γαλήνη των μπαχτσέδων,
Μ’ ένα σκοπό του ταξειδιού: π ρ ο ς τ’ ά σ τ ρ α.

Γι’ αυτούς θα πω τα λόγια τα ωραία, που μου τα υπαγόρευσε η Έμπνευσις,
Καθώς εφώλιασε μέσα στα βάθια του μυαλού μου όλο συγκίνηση
Για τις μορφές, τις αυστηρές και τις υπέροχες, του
Οδυσσέα Ανδρούτσου και του Σίμωνος Μπολιβάρ.

Όμως για τώρα θα ψάλω μοναχά τον Σίμωνα, αφήνοντας τον άλλο για κατάλληλο καιρό,
Αφήνοντάς τον για ναν τ’ αφιερώσω, σαν έρθ’ η ώρα,
ίσως το πιο ωραίο τραγούδι που έψαλα ποτέ,
Ίσως τ’ ωραιότερο τραγούδι που ποτές εψάλανε σ’ όλο τον κόσμο.
Κι αυτά όχι για τα ότι κι οι δυο τους υπήρξαν για τις
πατρίδες, και τα έθνη, και τα σύνολα,
κι άλλα παρόμοια, που δεν εμπνέουν,
Παρά γιατί σταθήκανε μέσ’ στους αιώνες, κι οι δυο τους,
μονάχοι πάντα, κι ελεύθεροι, μεγάλοι,γενναίοι και δυνατοί.

Και τώρα ν’ απελπίζουμαι που ίσαμε σήμερα
δεν με κατάλαβε, δεν θέλησε, δε μπόρεσε να καταλάβη
τι λέω, κανείς;
Βέβαια την ίδια τύχη νάχουνε κι αυτά που λέω τώρα
για τον Μπολιβάρ, που θα πω αύριο για τον Ανδρούτσο;
Δεν είναι κι εύκολο, άλλωστε, να γίνουν τόσο γλήγορα
αντιληπτές μορφές της σημασίας τ’ Ανδρούτσου και του Μπολιβάρ,
Παρόμοια σύμβολα.
Αλλ’ ας περνούμε γρήγορα: προς Θεού, όχι συγκινήσεις,
κι υπερβολές, κι απελπισίες.
Αδιάφορο, η φωνή μου είτανε προωρισμένη μόνο για τους αιώνες.
(Στο μέλλον, το κοντινό, το μακρυνό, σε χρόνια, λίγα,
πολλά, ίσως από μεθαύριο, κι αντιμεθαύριο,
Ίσαμε την ώρα που θε ν’ αρχινίση η Γης να κυλάη
άδεια, κι άχρηστη, και νεκρή, στο στερέωμα,
Νέοι θα ξυπνάνε, με μαθηματικήν ακρίβεια, τις άγριες
νύχτες, πάνω στην κλίνη τους,
Να βρέχουνε με δάκρυα το προσκέφαλό τους,
αναλογιζόμενοι ποιος είμουν, σκεφτόμενοι
Πως υπήρξα κάποτες, τι λόγια είπα, τι ύμνους έψαλα.
Και τα θεόρατα κύματα, όπου ξεσπούνε κάθε βράδυ στα
εφτά της Ύδρας ακρογιάλια,
Κι οι άγριοι βράχοι, και το ψηλό βουνό που κατεβάζει τα δρολάπια,
Αέναα, ακούραστα, θε να βροντοφωνούνε τ’ όνομά μου.)

Ας επανέλθουμε όμως στον Σίμωνα Μπολιβάρ.

Μπολιβάρ! Όνομα από μέταλλο και ξύλο, είσουνα
ένα λουλούδι μέσ’ στους μπαχτσέδες της Νότιας Αμερικής.
Είχες όλη την ευγένεια των λουλουδιών μέσ’ στην καρδιά σου,
μέσ’ στα μαλλιά σου, μέσα στο βλέμμα σου.
Η χέρα σου είτανε μεγάλη σαν την καρδιά σου,
και σκορπούσε το καλό και το κακό.
Ροβόλαγες τα βουνά κι ετρέμαν τ’ άστρα, κατέβαινες
στους κάμπους, με τα χρυσά, τις επωμίδες,
όλα τα διακριτικά του βαθμού σου,
Με το ντουφέκι στον ώμο αναρτημένο, με τα στήθια
ξέσκεπα, με τις λαβωματιές γιομάτο το κορμί σου,
Κι εκαθόσουν ολόγυμνος σε πέτρα χαμηλή, στ’ ακροθαλάσσι,
Κι έρχονταν και σ’ έβαφαν με τις συνήθειες των πολεμιστών Ινδιάνων,
Μ’ ασβέστη, μισόνε άσπρο, μισό γαλάζιο, για να φαντάζης
σα ρημοκκλήσι σε περιγιάλι της Αττικής,
Σαν εκκλησιά στις γειτονιές των Ταταούλων,
ωσάν ανάχτορο σε πόλη της Μακεδονίας ερημική.

Μπολιβάρ! Είσουνα πραγματικότητα, και είσαι,
και τώρα, δεν είσαι όνειρο.
Όταν οι άγριοι κυνηγοί καρφώνουνε τους άγριους αετούς,
και τ’ άλλα άγρια πουλιά και ζώα,
Πάν’ απ’ τις ξύλινες τις πόρτες στ’ άγρια δάση,
Ξαναζής, και φωνάζεις, και δέρνεσαι,
Κι είσαι ο ίδιος εσύ το σφυρί, το καρφί, κι ο αητός.

Αν στα νησιά των κοραλλιών φυσούνε ανέμοι,
κι αναποδογυρίζουνε τα έρημα καΐκια,
Κι οι παπαγάλοι οργιάζουνε με τις φωνές σαν πέφτει
η μέρα, κι οι κήποι ειρηνεύουνε πνιγμένοι σ’ υγρασία,
Και στα ψηλά δεντρά κουρνιάζουν τα κοράκια,
Σκεφτήτε, κοντά στο κύμα, του καφφενείου τα σιδερένια τα τραπέζια,
Μέσ’ στη μαυρίλα πώς τα τρώει τ’ αγιάζι, και μακρυά
το φως π’ ανάβει, σβύνει, ξανανάβει, και γυρνάει πέρα δώθε,
Και ξημερώνει ― τι φριχτή αγωνία ― ύστερα από μια νύχτα
δίχως ύπνο,
Και το νερό δεν λέει τίποτε από τα μυστικά του.
Έτσ’ η ζωή.
Κι έρχετ’ ο ήλιος, και της προκυμαίας τα σπίτια, με
τις νησιώτικες καμάρες,
Βαμμένα ροζ, και πράσινα, μ’ άσπρα περβάζια
(η Νάξο, η Χίος),
Πώς ζουν! Πώς λάμπουνε σα διάφανες νεράιδες! Αυτός
ο Μπολιβάρ!


Μπολιβάρ! Κράζω τ’ όνομά σου ξαπλωμένος
στην κορφή του βουνού Έρε,
Την πιο ψηλή κορφή της νήσου Ύδρας.
Από δω η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των νήσων
του Σαρωνικού, τη Θήβα,
Μέχρι κει κάτω, πέρα απ’ τη Μονεβασιά, το τρανό
Μισίρι,
Αλλά και μέχρι του Παναμά, της Γκουατεμάλα, της
Νικαράγκουα, του Οντουράς, της Αϊτής,
του Σαν Ντομίγκο, της Βολιβίας,
της Κολομβίας, του Περού, της Βενεζουέλας,
της Χιλής, της Αργεντινής, της Βραζιλίας,
Ουρουγουάη, Παραγουάη, του Ισημερινού,
Ακόμη και του Μεξικού.
Μ’ ένα σκληρό λιθάρι χαράζω τ’ όνομά σου πάνω στην
πέτρα, νάρχουνται αργότερα οι ανθρώποι να προσκυνούν.
Τινάζονται σπίθες καθώς χαράζω ― έτσι είτανε, λεν, ο
Μπολιβάρ ― και παρακολουθώ
Το χέρι μου καθώς γράφει, λαμπρό μέσα στον ήλιο.

Είδες για πρώτη φορά το φως στο Καρακάς. Το φως το δικό σου,
Μπολιβάρ, γιατί ώς νάρθης η Νότια Αμερική
ολόκληρη είτανε βυθισμένη στα πικρά σκοτάδια.
Τ’ όνομά σου τώρα είναι δαυλός αναμμένος, που φωτίζει
την Αμερική, και τη Βόρεια και τη Νότια, και την οικουμένη!
Οι ποταμοί Αμαζόνιος και Ορινόκος πηγάζουν από τα μάτια σου.
Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,
Η οροσειρά των Άνδεων είναι η ραχοκοκκαλιά σου.
Στην κορφή της κεφαλής σου, παλληκαρά, τρέχουν
τ’ ανήμερα άτια και τ’ άγρια βόδια,
Ο πλούτος της Αργεντινής.
Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες του καφφέ.

Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το παν,
Από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας
μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,
Ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε
στα ουράνια την οργή τους,
Σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν
τα εικονίσματα στην Καστοριά,
Τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.
Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας.

Σε πρωτοσυνάντησα, σαν είμουνα παιδί,
σ’ ένα ανηφορικό καλντιρίμι του Φαναριού,
Μια καντήλα στο Μουχλιό φώτιζε το ευγενικό πρόσωπό σου.
Μήπως νάσαι, άραγες, μια από τις μύριες μορφές που πήρε,
κι άφησε, διαδοχικά, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος;

Μπογιάκα, Αγιακούτσο. Έννοιες υπέρλαμπρες κι αιώνιες.
Είμουν εκεί.
Είχαμε από πολλού περάσει, ήδη, την παλιά μεθόριο:
πίσω, μακρυά, στο Λεσκοβίκι, είχαν ανάψει φωτιές.
Κι ο στρατός ανέβαινε μέσα στη νύχτα προς τη μάχη,
π’ ακούγονταν κιόλα οι γνώριμοί της ήχοι.
Πλάι κατέρχουνταν, σκοτεινή Συνοδεία, ατέλειωτα
λεωφορεία με τους πληγωμένους.

Μην ταραχθή κανείς. Κάτω εκεί, νά, η λίμνη.
Από δω θα περάσουν, πέρ’ απ’ τις καλαμιές.
Υπομονευτήκαν οι δρόμοι: έργο και δόξα του Χορμοβίτη,
του ξακουστού, του άφταστου στα τέτοια.
Στις θέσεις σας όλοι. Η σφυρίχτρα ηχεί!
Ελάτες, ελάτε, ξεζέψτε. Ας στηθούν τα κανόνια,
καθαρίστε με τα μάκτρα τα κοίλα,
τα φυτίλια αναμμένα στα χέρια,
Τα τόπια δεξιά. Βρας!
Βρας, αλβανιστί φωτιά: Μπολιβάρ!

Κάθε κουμπαράς, π’ εξεσφενδονιζόταν κι άναφτε,
Είταν κι ένα τριαντάφυλλο για τη δόξα του μεγάλου στρατηγού,
Σκληρός, ατάραχος ως στέκονταν μέσα στον κορνιαχτό
και την αντάρα,
Με το βλέμμ’ ατενίζοντας προς τ’ αψηλά, το μέτωπο στα νέφη,
Κι είταν η θέα του φριχτή: πηγή του δέους, του δίκιου
δρόμος, λυτρώσεως πύλη.

Όμως, πόσοι και πόσοι δε σ’ επιβουλευτήκαν, Μπολιβάρ,
Πόσα «ντολάπια» και δε σού ’στησαν να πέσης, να χαθής,
Ένας προ πάντων, ένας παλιάνθρωπος, ένα σκουλήκι,
ένας Φιλιππουπολίτης.
Αλλά συ τίποτα, ατράνταχτος σαν πύργος στέκουσαν,
όρθιος, στου Ακογκάγκουα μπρος τον τρόμο,
Μια φοβερή ξυλάρα εκράταγες, και την εκράδαινες
πάνω απ’ την κεφαλή σου.
Οι φαλακροί κόνδωρες σκιάζουνταν, που δεν
τους τρόμαξε της μάχης το κακό και το ντουμάνι,
και σε κοπάδια αγριεμένα πέταγαν,
Κι οι προβατογκαμήλες γκρεμιοτσακίζουντάνε
στις πλαγιές, σέρνοντας, καθώς πέφταν,
σύννεφο το χώμα και λιθάρια.
Κι οι εχθροί σου μέσα στα μαύρα Τάρταρα εχάνοντο, λουφάζαν.
(Σαν θάρθη μάρμαρο, το πιο καλό, από τ’ Αλάβανδα,
μ’ αγίασμα των Βλαχερνών θα βρέξω την κορφή μου,
Θα βάλω όλη την τέχνη μου αυτή τη στάση σου
να πελεκήσω, να στήσω ενού νέου Κούρου
τ’ άγαλμα στης Σικίνου τα βουνά,
Μη λησμονώντας, βέβαια, στο βάθρο να χαράξω
το περίφημο εκείνο «Χαίρε παροδίτα».)

Κι εδώ πρέπει ιδιαιτέρως να εξαρθή ότι ο Μπολιβάρ
δεν εφοβήθηκε, δε «σκιάχτηκε» που λεν, ποτέ,
Ούτε στων μαχών την ώρα την πιο φονικιά, ούτε στης
προδοσίας, της αναπόφευκτης, τις πικρές μαυρίλες.
Λένε πως γνώριζε από πριν, με μιαν ακρίβεια
αφάνταστη, τη μέρα, την ώρα, το δευτερόλεφτο ακόμη:
τη στιγμή,
Της Μάχης της μεγάλης που είτανε γι’ αυτόνα μόνο,
Κι όπου θε νάτανε αυτός ο ίδιος στρατός κι εχθρός,
ηττημένος και νικητής μαζί, ήρωας τροπαιούχος
κι εξιλαστήριο θύμα.
(Και ως του Κύριλλου Λουκάρεως το πνεύμα το υπέροχο
μέσα του στέκονταν,
Πώς τις ξεγέλαγε, γαλήνιος, των Ιησουιτώνε και του
ελεεινού Φιλιππουπολίτη τις απαίσιες πλεχτάνες!)

Κι αν χάθηκε, αν ποτές χάνετ’ ένας Μπολιβάρ! που
σαν τον Απολλώνιο στα ουράνια ανελήφθη,
Λαμπρός σαν ήλιος έδυσε, μέσα σε δόξα αφάνταστη,
πίσω από βουνά ευγενικά της Αττικής και του Μορέως.



επίκλησις

Μπολιβάρ! Είσαι του Ρήγα Φερραίου παιδί,
Του Αντωνίου Οικονόμου ― που τόσο άδικα τον σφάξαν ―
και του Πασβαντζόγλου αδελφός,
Τ’ όνειρο του μεγάλου Μαξιμιλιανού ντε Ρομπεσπιέρ
ξαναζεί στο μέτωπό σου.
Είσαι ο ελευθερωτής της Νότιας Αμερικής.
Δεν ξέρω ποια συγγένεια σε συνέδεε, αν είτανε απόγονός σου
ο άλλος μεγάλος Αμερικανός, από το Μοντεβίντεο αυτός,
Ένα μονάχα είναι γνωστό, πως είμαι ο γυιος σου.



ΧΟΡΟΣ

στροφή

(entrée des guitares)

Αν η νύχτα, αργή να περάση,
Παρηγόρια μάς στέλνει τις παλιές τις σελήνες,
Αν στου κάμπου τα πλάτη φαντασμάτων σκοτάδια
Λυσικόμους παρθένες μ’ αλυσίδες φορτώνουν,
Ήρθ’ η ώρα της νίκης, ήρθε ώρα θριάμβου.
Εις τα σκέλεθρα τ’ άδεια στρατηγών πολεμάρχων
Τρικαντά θα φορέσουν που ποτίστηκαν μ’ αίμα,
Και το κόκκινο χρώμα πούχαν πριν τη θυσία
Θα σκεπάση μ’ αχτίδες της σημαίας το θάμπος.



αντιστροφή

(the love of liberty brought us here)


τ’ άροτρα στων φοινικιών τις ρίζες
κι ο ήλιος
που λαμπρός ανατέλλει
σε τρόπαι’ ανάμεσα
και πουλιά
και κοντάρια
θ’ αναγγείλη ώς εκεί που κυλάει το δάκρυ
και το παίρνει ο αέρας στης
θαλάσσης
τα βάθη
τον φριχτότατον όρκο
το φρικτότερο σκότος
το φριχτό παραμύθι:
Libertad



επωδός

(χορός ελευθεροτεκτόνων)

Φύγετε μακρυά μας αρές, μη ζυγώσετε πια, corazón,
Απ’ τα λίκνα στ’ αστέρια, απ’ τις μήτρες στα μάτια,
corazón,
Όπου απόγκρημνοι βράχοι και ηφαίστεια και φώκιες,
corazón,
Όπου πρόσωπο σκούρο, και χείλια πλατειά, κι ολόλευκα δόντια,
corazón,
Ας στηθεί ο φαλλός, και γιορτή ας αρχίση, με θυσίες ανθρώπων, με χορούς,
corazón,
Μέσ’ σε σάρκας ξεφάντωμα, στων προγόνων τη δόξα,
corazón,
Για να σπείρουν το σπόρο της καινούργιας γενιάς,
corazón.



ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ:


Μετά την επικράτησιν της νοτιοαμερικανικής επαναστάσεως στήθηκε στ’ Ανάπλι και τη Μονεμβασιά, επί ερημικού λόφου δεσπόζοντος της πόλεως, χάλκινος ανδριάς του Μπολιβάρ. Όμως, καθώς τις νύχτες ο σφοδρός άνεμος που φυσούσε ανατάραζε με βία την ρεντιγκότα του ήρωος, ο προκαλούμενος θόρυβος είτανε τόσο μεγάλος, εκκωφαντικός, που στέκονταν αδύνατο να κλείση κανείς μάτι, δεν μπορούσε να γενή πλέον λόγος για ύπνο. Έτσι οι κάτοικοι εζήτησαν και, διά καταλλήλων ενεργειών, επέτυχαν την κατεδάφιση του μνημείου.



ΥΜΝΟΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΤΗΡΙΟΣ ΣΤΟΝ ΜΠΟΛΙΒΑΡ



(Εδώ ακούγονται μακρυνές μουσικές που παίζουν, μ’ άφθαστη μελαγχολία, νοσταλγικά λαϊκά τραγούδια και χορούς της Νοτίου Αμερικής, κατά προτίμησιν σε ρυθμό sardane).



σ τ ρ α τ η γ έ
τι ζ η τ ο ύ σ ε ς σ τ η Λ ά ρ ι σ α
σ υ
έ ν α ς
Υ δ ρ α ί ο ς;

[Από τα Ποιήματα, τόμος Β´, Ίκαρος, Αθήνα, 1977, σ. 7-21]

Τετάρτη 13 Μαΐου 2009

Η πολιτική της … αγκινάρας

Πολιτικός σχολιασμός από τον Παύλο Φουρνογεράκη

Καμαρωτές-καμαρωτές ανάμεσα στα πολύχρωμα ανθισμένα μπουκέτα του μυρωδάτου Μάη, σκουρόχρωμες και ανοιχτόχρωμες, πλατύφυλλες και αγκαθωτές, στέκουν οι αγκινάρες, προκλητικές της βουλιμίας των αισθήσεων, γεμιστές, ξιδάτες, με τομάτα ακόμα και … αυγοκοφτές. Τα μικρά φύλλα στο εξωτερικό τους περίβλημα, σκληρά και αναλώσιμα, οι φρουροί της καρδιάς που λυγίζει τη γεύση και αποτελεί το στόχο του σταδιακού ξεφυλλίσματος.

Ως πελώρια αγκινάρα παρουσίαζε την Οθωμανική Αυτοκρατορία παλαιότερη γελοιογραφία για το ανατολικό ζήτημα, απ΄ όπου τραβούσαν φύλλα όλοι οι επίδοξοι κληρονόμοι : Άγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί, Ρώσοι, Αυστριακοί. Αυτή ήταν η πολιτική κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, κυρίως από τους νικητές της Αντάντ (της Εγκάρδιας Συνεννόησης), με την οποία συμπορεύτηκε και ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Ελευθέριος Βενιζέλος. Στα πλαίσια αυτά έλαβε εντολή από την Αντάντ και πήρε την τραγική (σύμφωνα με την κατάληξή της) απόφαση να αποβιβάσει στρατεύματα στη Σμύρνη ενενήντα χρόνια πριν, το Μάη του 1919.

Η Ελλάδα, νικήτρια των Βαλκανικών Πολέμων, διεκδικεί μερίδιο από τη διαλυμένη Οθωμανική Αυτοκρατορία, επεκτείνεται στη Μικρά Ασία και γίνεται η Ελλάδα των δύο Ηπείρων και των πέντε Θαλασσών! «Η Ελλάς δεν πηγαίνει εκεί όπου δεν υπάρχει εθνολογική βάσις», δήλωνε πειστικά ο Βενιζέλος και στη Σμύρνη η ελληνική εθνότητα ήταν η πολυπληθέστερη και η ισχυρότερη.

Οι Έλληνες πολιτικοί της εποχής δε διέθεταν τη διορατικότητα να αντιληφθούν τον αναδυόμενο ισχυρό Τούρκο, εθνικιστή, επαναστάτη αξιωματικό του στρατού Κεμάλ Ατατούρκ κι εγκλωβίστηκαν στην πολιτική της αγκινάρας. Οι «βασιλικοί», που παίρνουν την εξουσία το 1920, αθετούν την υπόσχεσή τους και, αντί να σταματήσουν τον πόλεμο, σύρονται στα ενδότερα της Τουρκίας, ενώ οι εγκάρδιοι σύμμαχοί μας γίνονται άκαρδοι ανταγωνιστές, μάς εγκαταλείπουν και συνάπτουν συμφωνίες με το νέο ηγέτη της Τουρκίας, τον Κεμάλ.

Το μέτωπο καταρρέει και ακολουθεί η προσφυγιά, η καταστροφή και η κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας, με την οποία είχαν γαλουχηθεί γενιές Ελλήνων, τις περισσότερες φορές και για λόγους πολιτικού αποπροσανατολισμού. Συρρικνώνεται ο ελληνισμός στη μια πλευρά του Αιγαίου και βαθαίνει η οικονομική κρίση. Συνάμα όμως ενισχύεται το ελληνικό στοιχείο σε περιοχές της Βόρειας Ελλάδας που ήταν αραιοκατοικημένες ή ζούσαν μειονότητες άλλων εθνοτήτων και σταθεροποιούνται τα σύνορα. Μακροπρόθεσμα ενισχύεται η οικονομία με το φθηνό εργατικό δυναμικό των προσφύγων και τις νέες μορφές καλλιέργειας αγροτικών προϊόντων, ιδιαίτερα δε της αμπέλου και της σταφίδας.

Ως μεγάλη αγκινάρα φαίνεται ότι βλέπουν και οι σύγχρονοι πολιτικοί μας την ελληνική οικονομία. Ανάλογα με τη θέση που κατέχει ο καθένας στην άσκηση της εξουσίας τραβάει το δικό του φύλλο. Οι "μικροί" τα εξωτερικά φύλλα που δε έχουν την πολλή τροφή και είναι συνήθως εκείνοι που ενδέχεται να υποστούν και κάποιες συνέπειες ως εξιλαστήρια θύματα σε τυχόν αποκαλύψεις. Οι "μεγάλοι" τα εσωτερικά, την καρδιά, τα φιλέτα και οι ατασθαλίες τους παραγράφονται μέσα από ραδιούργες εγκάρδιες συνεννοήσεις που γίνονται, όταν πρόκειται για το μοίρασμα και τη συγκάλυψή του.

Η Βουλή των Ελλήνων πρόωρα και παράνομα κατέβασε την αυλαία με το σενάριο των σκανδάλων και π η κυβέρνηση της επανίδρυσης «του κράτους της παρανομίας και της ασυδοσίας», οδηγεί τους Έλληνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο λαός πρέπει να πιστεύει στη δύναμή του, να αντιδράσει με την ψήφο του και την αγωνιστική του στάση και να τιμωρήσει πρωταγωνιστές, κομπάρσους και σεναριογράφους των κομμάτων της εξουσίας ώστε να μην επιτρέπει να του ξεφλουδίζουν την ίδια του τη σάρκα. Οι πολίτες οφείλουν να είναι ενωμένοι κι ενεργοί, να μη γίνονται απαθείς θεατές, συνένοχοι της βουλιμίας και της απληστίας των ισχυρών.
Οι αγρι-αγκινάρες στους φράχτες, στα δρομάκια και τις μπασίες του κάμπου και του βουνού δε φτάνουν να θρέψουν τους πεινασμένους της σύγχρονης κρίσης! Και οι καλλιεργημένες και δαπανηρές φτάνουν μόνο στα τραπέζια των πλουσίων κι αναιδών. Η πολιτική της αγκινάρας δεν μπορεί παρά να εγκυμονεί μια νέα εποχή που η ηθική θα πρυτανεύει στη ζωή και την πολιτική. Με ηχηρό πόνο ξεφυτρώνει πάντα το καινούργιο και η ώρα της γέννας κινητή γιορτή στο ελπιδοφόρο μέλλον.

12-5-2009
[Copyright φωτό: Π.Κ.]

Τρίτη 12 Μαΐου 2009

Σπύρου Καρυδάκη, ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΥΒΡΗΣ


ΤΟ ΠΕΤΣΙΝΟ ΨΑΡΙ

Κίτρο μεγέθυνση Κίτρο λιποψυχία
Κίτρο ανελέητο Κίτρινο έναυσμα
Μάχης.

Τ' ασημωμένα βουνά η αγιοσύνη
Ο αδόκητος Άδωνης που οδηγεί τις ανοίξεις
Άραγε βλέπουν το λάθος; Βλέπουν
Οι επαύλεις πώς πλέει στον κήπο τους πελιδνή
Πλώρη; Αυτό
το νησί θ' αποδημήσει.

Υπάρχουν τρύπες απ' όπου προβάλλει
Ένα πέτσινο ψάρι. Υπάρχει
Ένα βατράχι μεσ' στη λάσπη που διαλαλεί
Το μέλλον: Ισοστασία.

Αυτό ερμηνεύει τα φύλλα, το αυροχαρές
Ψιθύρισμα πάνω από τους ψόγους
Της μιας και μόνης βροχής. Συλλαβισμός
Κι ανάβρα. Στροβιλισμός
Των νύξεων από ξύλο - όλες οι ώρες
Ήσαν μονάχα μία: Άδης τριπύρινος
Όπως καρδιά κούρου θεού ανθρωποκτόνου.

Γιατί η φύση δεν έχει μαθητές
Αλλά μονάχα ελλείψεις.


ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Περίλυπη είναι η ψυχή μου
Για το γλυπτό θάμβος κι όπως
Θρασύνονται τα μαύρα νερά.
Ήταν μια μέρα λιτανείας
Ένα λειψό καθρέφτισμα
Κι ένας καρπός της μοίρας.
Οπλές καπνού δείχνουν το μέρος.

Κι εσύ λοιπόν Ελευθερία
Που ήσουν γερόντισσα και μάνα
Πριν χιλιάδες χρόνια
Και τώρα μονάχα άγουρη παρθένα
Άραγε ποιον θ' ανασηκώσεις πάλι
Μέσα στο δρύινο φως;

Εσύ ήσουν λοιπόν που επέβλεπες
Τους υψηλούς γκρεμούς;
Και η λάσπη των ανθρώπων;
Και το παμπάλαιο δέρμα
Που άλλοτε φόρεσες κι εντός του μεγαλώνεις;
Το ελάχιστο κηρύσσει έναν λόγο διδύμων
Και το πολύ σπιθίζει
Διασπαθιζόμενο.

Χείμαρρε από θειάφι
Έντομο από χρήμα
Και θειάφι, ξεπούλα τα κομμάτια.
Άλλοτε δόλος ενός παιδιού
Τώρα ψυχοστασία. Και οι στρατιώτες μου
Σφαγμένοι στο βουνό.


ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΗΣΙ

Αυτό το σκοτεινό είναι σταλμένο
Απ' αυτόν που μελωδεί η σάρκα του παννύχιους ύμνους.
(Στην κατοικία του στρατηγεύει ο άνεμος του Νότου
Που φέρνει τον κόκκινο πηλό και τις ακρίδες

Και φέρνει το πολύ βουητό και στημονίζει
Ιστούς από βροχή κυκλοτερούς κι ανοίκειους.)
Αυτό το σκοτεινό συμπίλημα οστράκων
Γραμμένων με ονόματα που λαχταρίζουν σαν εντόσθια

Σφαγμένων πετεινών, δε θ' ανεβάσει
Την κόρη από τις ρίζες του ακηράτου
Πνεύμονα της θαλάσσης: Αλλ' ω! άπλωσ-

Σέ μου το χέρι: Απ' όσα δέντρα
Ξέρω με τ' όνομά τους, έχω φτιάξει
Αυτόν τον λόγγο, για να χάψει την καρδιά σου.


[Από το "Ζάκυνθος, Λογοτεχνικό Ιστορικό και Λαογραφικό Ημερολόγιο 2001" (Επιμέλεια: Διονύσης Ν. Μουσμούτης), εκδ. εξερευνητής, σ. 281-283]

Κυριακή 10 Μαΐου 2009

Παύλου Φουρνογεράκη, ΚΟΚΚΙΝΗ ΜΗΤΡΑ (ποίημα)


Νυστέρι δακρύζει
Τη χαρά
Της Ζωής

Άρρεν και θήλυ
Βυζαίνουν
Ανάσες

Του Όντος εικόνα
Της μάνας
Το βλέμμα

Βελόνα που ράπτει
Μ΄ ομφάλιο
Λώρο

Το κόκκινο στέφος
Ξανοίγει
Στο γήρας

Λευκή φιγουρίτσα
Πλησιάζει
Τη γη

Λουλούδια του Μάη
Το φιλί
Της ζωής.


Ζάκυνθος 10-5-2009

Παρασκευή 8 Μαΐου 2009

Γιώργη Παυλόπουλου, [ΜΙΚΡΗ ΣΤΑΧΥΟΛΟΓΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ]


ΟΙ ΜΑΣΤΟΡΟΙ

Ξυπνήσαμε ακούγοντας χτύπους απόμακρους βαθιά στο θόλο
σαν κάτι να μαστόρευαν πολύ ψηλά στον Ουρανό.
Κάποιος έδειξε κατά τον ήλιο. Βλέπω είπε χρυσές σκαλωσιές
τους βλέπω είπε ν’ αλφαδιάζουν και να καρφώνουν εκεί πάνω.
Εμείς ψάχναμε ολοένα μες στο φως μα τίποτε δεν φαινόταν
τους χτύπους ακούγαμε μονάχα.

Ύστερα ένας Άγγελος ήρθε στο πηγάδι μας, άρχισε να βγάζει νερό.
Τα φτερά του γεμάτα γαλάζια λάσπη.
Χανότανε στα ύψη και πάλι ξαναγύριζε αμίλητος και σοβαρός
κι όλη μέρα ανέβαζε νερό να ξεδιψάν εκεί πάνω.

Δουλεύουν και διψάνε είπαμε όπως κι εμείς εδώ κάτω.
Σαν βράδιασε ρίξανε το σκοινί. Κανένας δεν κατέβηκε.
Από την άκρη του έσταζε στο χώμα λίγο αίμα.
Και ποτέ δεν μάθαμε μήτε ρωτήσαμε ποτέ
τι απογίναν οι μαστόροι.


ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΚΑΙ Ο ΤΕΧΝΙΤΗΣ

Στην Ισμήνη και στον Στέλιο Τριάντη

Σαν έκλεινε το μουσείο
αργά τη νύχτα η Διηδάμεια
κατέβαινε απ' το αέτωμα.
Κουρασμένη από τους τουρίστες
έκανε το ζεστό λουτρό της και μετά
ώρα πολλή μπροστά στον καθρέφτη
χτένιζε τα χρυσά μαλλιά της.
Η ομορφιά της ήταν για πάντα
σταματημένη μες στο χρόνο.

Τότε τον έβλεπε πάλι εκεί
σε κάποια σκοτεινή γωνιά να την παραμονεύει.
Ερχόταν πίσω της αθόρυβα
τής άρπαζε τη μέση και το στήθος
και μαγκώνοντας τα λαγόνια της
με το ένα του πόδι
έμπηγε τη δυνατή του φτέρνα
στο πλάι του εξαίσιου μηρού της.

Καθόλου δεν την ξάφνιαζε
κάθε φορά που της ριχνόταν.
Άλλωστε το περίμενε το είχε συνηθίσει πια.
Αντιστεκόταν τάχα σπρώχνοντας
με τον αγκώνα το φιλήδονο κεφάλι του
και καθώς χανόταν όλη
μες στην αρπάγη του κορμιού του
τον ένιωθε να μεταμορφώνεται
σιγά σιγά σε κένταυρο.

Τώρα η αλογίσια οπλή του
την πόναγε κάπου εκεί
γλυκά στο κόκαλο
και τον ονειρευόταν παραδομένη
ανάμεσα στο φόβο της και τη λαγνεία του
να τη λαξεύει ακόμη.


ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.
Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.


[Από την ποιητική συλλογή "Τ' αντικλείδια", εκδ. στιγμή 1988]



ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΣΣΑΣ

Στην Ανθή

Είπα σε μια Γύφτισσα
θέλω να γίνω γύφτος
να σε πάρω

Μπορείς μου λέει να φας για βράδυ
χόρτα πικρά χωρίς αλάτι
κι έπειτα να πλαγιάσεις;

Μπορώ της λέω

Μπορείς μου λέει να πλαγιάσεις
χωρίς να κλαις από το κρύο
πάνω στην παγωμένη λάσπη;

Μπορώ της λέω

Μπορείς μου λέει πάνω στη λάσπη
να μου ανάψεις το κορμί
και να το κάνεις στάχτη;

Αυτό κι αν το μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει τη στάχτη μου
να τη ρίχνεις στο κρασί σου
για να μεθάς πολύ, να με ξεχνάς;

Όχι αυτό, δεν το μπορώ της λέω
Γύφτος δε γίνεσαι μου λέει.


ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ

Μια Κυριακή απόγιομα
ένας νεκρός φαντάρος
μπήκε στον κινηματογράφο
πέντε μ’ εφτά.

Κάθησε μόνος σε μιαν άκρη
στο πίσω μέρος του εξώστη
χωρίς κανένας να τον βλέπει
κι έκλαιγε ήσυχα στα σκοτεινά.

Το έργο ήταν αισθηματικό
κάποτε το’ χε ξαναδεί
μαζί μ’ ένα κορίτσι
πάνε σαράντα χρόνια.

Μια Κυριακή απόγιομα
πέντε μ’ εφτά
πριν φύγει για το μέτωπο.


Η ΜΝΗΜΗ

Η μνήμη πεταλούδα
πάνω στον καθρέφτη
δεν ξέρει αν κοιτάζει
το είδωλό της ή μιαν άλλη
όμοια πεταλούδα.


ΟΙ ΑΓΡΑΦΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Τα λόγια που έλεγε
στις ωραίες γυναίκες
έμοιαζαν με ποιήματα
που δεν τα έγραψε ποτέ.

Οι άγραφοι στίχοι του
σπανίως τις άγγιζαν.

Μα σαν περάσουν τα χρόνια
θα τους θυμηθούν - το ήξερε
και γριούλες πια
θα λένε πως κάποτε
υπήρξαν κι αυτές ωραίες.


Ο ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ

Ένας ταξιδιώτης
αποκοιμιέται πάνω στ' άλογό του
και βλέπει στ' όνειρό του
πως τάχα το ταξίδι του
είναι ένα όνειρο
που το βλέπει κοιμισμένος
πάνω στ' άλογό του.


ΣΤΙΧΟΣ ΕΝΥΠΝΙΟΣ

Ονειρεύτηκα πως έγραψα κάποτε ποιήματα
τίποτε όμως δεν θυμόμουν
εκτός από ένα στίχο μονάχα:
Ονειρεύτηκα πως έγραψα κάποτε ποιήματα.

[Από την ποιητική συλλογή "Λίγος άμμος", εκδ. Νεφέλη 1997]



ΤΟ ΔΙΑΦΑΝΟ ΜΕΤΑΞΙ

Από το ένα μέρος οι δυό μας
να έχουμε δοθεί σαν άλλοτε στον έρωτα.
Κι από το άλλο μέρος οι δυό μας πάλι
ασάλευτοι τώρα να κοιτάζουμε.
Κοιτάζαμε τα διψασμένα σώματα
πού ήμαστε κάποτε
κοιτάζαμε την ηδονή τους καί ποθούσαμε
και λιώναμε να σμίξουμε μαζί τους.
Όμως ανάμεσά μας ένα μετάξι διάφανο
σχεδόν αόρατο μας χώριζε για πάντα.
Γύρισε τότε και μου έδωσε με δάκρυα στα μάτια
ένα φιλί που έκοβε τα χείλια σαν μαχαίρι.
Το πήρα και αρχίζοντας να σχίζω τον αέρα
μας φάνηκε τάχα πως περάσαμε
και πέσαμε στην αγκαλιά τους
και σμίξαμε τους άλλους εαυτούς μας.

Κι Εκείνη επήγε μέ τον Άλλο
κι εγώ επήγα με την Άλλη.


Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ


Στη μνήμη του Φρανσουά, του Κάρολου και του Αρθούρου

Αχτύπητη κι ωραία πάνω στη Γιαμάχα της
κόβει το κρύσταλλο της νύχτας σαν διαμάντι
στην όψη της χορεύουν φλόγες
από την Κόλαση του Δάντη.

Μπαίνει στα μπαρ σεκλετισμένη κι οι νέοι ποιητές
την τρέμουνε και την κερνάνε βότκα και ουίσκι
μα Εκείνη κοιτάζει αόριστα στην πόρτα να φανεί
χλομός ο πρίγκιψ Μίσκιν.

Δεν έχει πού να κοιμηθεί, γυρίζει εδώ κι εκεί
με μια κιθάρα και δισάκι
διαβάζει κάτω από τις γέφυρες
Βιγιόν και Καρυωτάκη.

Όταν πλαγιάζει με τους οικοδόμους στα γιαπιά
το Κοινοβούλιο συνέρχεται εκτάκτως και βελάζει.
Εκείνη ονειρεύεται τη μάνα Επανάσταση
όλους να μας θηλάζει.

Κόβει με όνειρο τις φλέβες της
για να τη βλέπουνε της νύχτας οι καθρέφτες
για να παγώνει μέσα της ο κόσμος ο κακός
οι μαστροποί κι οι κλέφτες.

Ανοίγει τα συρτάρια επιδόξων συγγραφέων
με του διαβόλου τ’ αντικλείδια
κλέβει τα αισθηματικά τους κείμενα
και τα πετάει στα σκουπίδια.

Κάποτε κλαίει σαν παιδί
χώνοντας το πρόσωπο στη γούνα του ανέμου
κι άλλοτε είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα
ψάχνει για το υποβρύχιο του πλοιάρχου Νέμου.

Στο άχτιστο φως της λέξης μένει εκστατική
με δέος, ηδονή και τρόμο
στα βάθη της λογοτεχνίας χάνεται
χωρίς επιστροφή, χωρίς να βρίσκει δρόμο.

Την ποθούν, μα τους περιφρονεί
τους δήθεν εραστές του απολύτου
το γκόλφι της το χάρισε σ’ έναν τρελό τραγουδιστή
για ένα πικρό φιλί του.

Κι εμένα όταν μου λέει «Πάρε με»
τα παίζει όλα, η θεατρίνα,
με προκαλεί ποζάροντας
σαν μια πουτάνα σε βιτρίνα.

Κι όταν μου λέει «Πεθαίνω εγώ για σένα»
εγώ δεν την πιστεύω
την άπιαστη ομορφιά της με θλίψη καρχαρία
σε μαύρη άβυσσο γυρεύω.

Αχτύπητη κι ωραία καβάλα στη Γιαμάχα της
σκίζει τις διαβάσεις του μυαλού μου σαν πριονοκορδέλα
πηδάει τους τάφους των ονείρων μου
τ’ αγάλματα και την παλιά μου ομπρέλα.

Με παίρνει πισωκάπουλα στη σέλα της
κι εγώ την αγκαλιάζω από τη μέση
γέρνω γλυκά στην πλάτη της
κλείνω τα μάτια και μ’ αρέσει.

Και μ’ ανεβάζει ανάλαφρα στον ουρανό
κι από τον ουρανό με κατεβάζει κάτου
μπαίνουμε στο βαρέλι και μαρσάροντας
γυρίζουμε γυρίζουμε το γύρο του θανάτου.

[Από την ποιητική συλλογή "Που είναι τα πουλιά;", εκδ. Kέδρος 2004. Από την ίδια συλλογή προέρχεται και το χειρόγραφο του Ποιητή στην αρχή της εδώ ανάρτησης.]
Related Posts with Thumbnails