© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2009

Η "Σχολή της Υποψίας" και η Νοσταλγία του Απόλυτου

Γράφει ο Νίκος Γράψας

Όταν ο Δαρβίνος αποκάλυψε στον σύγχρονο άνθρωπο πως δεν είναι παρά απόγονος ενός πιθήκου και ο Τζορντάνο Μπρούνο αμφισβήτησε την ισορροπία του, υποστηρίζοντας πως πατάει σε στρογγυλή κι όχι επίπεδη γη, ο άνθρωπος άκουσε μεν, τους νέους προφήτες του, δεν επέστρεψε δε, στην φυσική ζωή του πιθήκου αλλά εφ΄όσον έχασε το βασίλειο των ουρανών κατασκεύασε ένα καινούργιο, ανθρώπινο βασίλειο, αυτό της συνείδησης όπου έγινε ο απόλυτος κυρίαρχος. Όμως όχι για πολύ. Κι αυτό το βασίλειό του αποτεφρώθηκε από την ολέθρια φωτιά του φροϊδικού ασυνείδητου και τη "σχολή της υποψίας". Αλλά ο Φρόιντ δεν επαληθεύεται ούτε από τη βιοχημική θεραπεία ούτε από τη μοριακή βιολογία ούτε από τη νευροχημεία.
Ο άνθρωπος αιωρείται μεταξύ θεϊκού χάους και προσωπικής συνείδησης. Έχει να τακτοποιήσει πολλούς προφήτες με αντικρουόμενες προφητείες. Προμηθέας, Οιδίποδας, Μωϋσής, Χριστός, Αριστοτέλης, Δαρβίνος, Φρόϊντ, Μαρξ, Εγώ.
Κι ο πίθηκος να καιροφυλακτεί. Ο Φρόιντ μπορεί να μην αποδεικνύεται επιστημονικά, μα αν κοιτάξουμε γύρω μας, τις μυθολογικές και παραμυθιακές παραδόσεις μας, το οιδιπόδειο ανθίζει, το συναίσθημα -μητρικό, πατρικό, θρησκευτικό, εθνικό, καλλιτεχνικό, προσωπικό- υπερβάλλει, παρόμοια με αυτό των συμπαθών πιθήκων. Ο ομφάλιος λώρος ως γόρδιος δεσμός περιμένει τον νέο Αλέξανδρο για να απεξαρτηθούν γονείς και απόγονοι.
Το συναίσθημα αποδίδεται στην καρδιά, στο Θεό, στη συνείδηση, στο φιλότιμο.
Και η ζωή να αποδεικνύει πως το συναίσθημα δεν επαρκεί για να τα βγάλεις πέρα από το ένα σκοτάδι στο άλλο. Απαιτείται και τεχνική.
Η ζωή ως τέχνη ή η ζωή ως συναίσθημα; Ιδού η απορία. Όχι, μην το διερωτηθείτε. Και τα δύο μαζί δεν γίνονται. Απλώς, το συναίσθημα δεν μας λείπει, μας περισσεύει, μάλλον. Οι τεχνικές μας λείπουν. Το συναίσθημα έρχεται μόνο του, μαζί με τον πίθηκο. Οι τεχνικές σβύνουν και ξεχνιούνται. Κανένα παιδί δεν μπορεί να ανακαλύψει την φωτιά, κι αν δεν του δείξουμε θα πεθάνει από το κρύο.
Η ζωή ως σύστημα τεχνικών, αυτό ας προκρίνουμε κι από αγάπες έχουμε μπουχτίσει. Φαντάζεστε τι υπέροχα συναισθήματα γεννάει μια καθαρή πόλη, ένα οργανωμένο σπίτι, μια προγραμματισμένη δημόσια υπηρεσία, ένα φροντισμένο περιβάλλον;
Ασφαλώς και γνωρίζετε τι απαίσια συναισθήματα γεννάει μια βρώμικη πόλη, ένα κρύο κι ανοργάνωτο σπίτι, ένα εγκαταλελειμμένο περιβάλλον, μια βαρετή και άχρηστη εκπαίδευση.
Ας είμαστε ειλικρινείς, κανείς μας δεν ζηλεύει την Αφρική ούτε την Ινδία που πνίγονται στο συναίσθημα αλλά και στο σκουπίδι. Τι κάνουν για τα παιδιά τους; Και μην σκεφθείτε "δεν τους αφήνουν". Ή θα παραδεχτούμε πως όλοι εμείς δεν τους αφήνουμε, ή ας μην τους συμπονούμε απλώς. Δεν θέλουν συναίσθημα, θέλουν τεχνικές ζωής. Ή τους διαθέτουμε τα τεχνικά μέσα, ή ας παραδεχτούμε πως όλοι μας τους εκμεταλλευόμαστε ως ιστορικό επόμενο.
Κι ας προχωρήσουμε στο αύριο.
Οι μελλοντικοί αναλφάβητοι θα είναι αυτοί που δεν θα μπορούν να ξεμάθουν και να ξαναμάθουν. Αυτός ο αφορισμός επιβάλλει την οργάνωση της ζωής μας ως τεχνικού συστήματος κι όχι ως αισθήματος.
Οι μελλοντικοί σκλάβοι θα είναι οι αισθηματίες άνθρωποι, το συλλογικό συναισθηματικό "Εγώ", που πάντα θα συγχωρούν τους πονηρούς και ανεπαρκείς τεχνικά διαχειριστές τους, ένα άλλο συλλογικό συναισθηματικό "Εγώ".
Και ποιο από τα δύο "Εγώ" είναι πιο επικίνδυνο, αυτό που αδικεί και εκμεταλλεύεται ή αυτό που συγχωρεί; Μη διερωτάσθε, και τα δύο είναι σαρκοβόρα.
Ας μην περιμένουμε "ο θεός να βάλει το χέρι του".
Ο Λόγος ας κατακόψει τους ομφάλιους λώρους και το μέλλον δεν θα είναι σκλαβιά.
Το αίσθημα μπορεί να γίνει ύποπτο, ο Λόγος ποτέ.
Ας μη κληροδοτήσουμε μια νέα Αφρική στα παιδιά αλλά μια νέα λογική.
Ας σκεφτούμε, ας δράσουμε, ας σκεφτούμε και ας ξαναδράσουμε.

Ζάκυνθος , Φεβρουάριος 2009

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2009

Σκούρες κι αλέγρες κουρτίνες

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

Άκουσα το σεισμό και γύρισα πλευρό, ούτε και στο ξυπνητήρι υπάκουσα. Τσαγκαρο-Εγκέλαδος όπως και Τσαγκαρο-Δευτέρα μετά το τριήμερο των Τριών Ιεραρχών. Έριξε χαλάζι απόψε. Αποβραδίς έκλεισα τα εξώφυλλα των παραθύρων και τράβηξα τις σκούρες κουρτίνες. Ένιωθα πιο ασφαλής. Ήταν σκοτάδι όταν χτύπησε το ξυπνητήρι. Πώς να σηκωθώ, στην Αθήνα έγινε του Ρασούλη «Δίπλα στο ποτάμι». Δεν προλάβαμε να κοιμηθούμε πολύ, γιατί ο Σιρόκος απειλούσε για επίθεση στο κανάλι και ξεκινήσαμε πρωί να προλάβουμε το θυμό του.

Στα διόδια της επαρχιακής οδού Κορίνθου-Πατρών, αυτή που την ονομάζουν Εθνική Οδό, δεν πλήρωσα διόδια. Συμπεριφέρθηκα ως ευρωπαίος πολίτης. Στην Ευρώπη οι εθνικοί δρόμοι έχουν τουλάχιστον προστατευτικές νησίδες ανάμεσα στα ρεύματα κυκλοφορίας. Στη χώρα μου τοποθετούν τρομακτικές πινακίδες που προειδοποιούν για τα τροχαία ατυχήματα που συμβαίνουν στα επόμενα χιλιόμετρα καθώς και δεκάδες κολώνες με εικονίσματα και φωτογραφίες των θυμάτων. Μακάρι να μου κάνουν μήνυση που δεν πλήρωσα διόδια για να κάνω μνημόσυνο σ΄ όσους έφυγαν νωρίς και τα σπίτια τους φόρεσαν σκούρες κουρτίνες.
Στο Auto Grill κοντά στο Αίγιο συναντηθήκαμε με φίλους συμπατριώτες. Γύριζαν κι αυτοί από το «κλεινόν άστυ». Πήγαν ν΄ αγοράσουν κουρτίνες. Στη ροτόντα του καφέ έβγαλαν και μας έδειξαν τα δείγματα. Αλέγρες και σκούρες κουρτίνες από λινάτσα.
-Ποιες ταιριάζουν καλύτερα στο καινούργιο μας σπίτι;
-Οι αλέγρες! Οι σκούρες βέβαια θα κάνουν και για θειάφισμα, θα έχουν διπλή χρήση, αλλά έχεις σκούρο δάπεδο και πρέπει να το ξαλεγράρεις το σαλόνι.

Ευτυχώς δεν άργησα στη δουλειά. Δεν άνοιξα ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο, άνοιξα το παράθυρο και είχα συντροφιά μου τα τρεχούμενα νερά στα ρυάκια του κάμπου! Το βράδυ θ΄ ακούσουμε τη συναυλία των βατράχων. Αρχίζουν παραστάσεις για το επόμενο τρίμηνο!
Κάθισα στο γραφείο μου και προτίμησα τον Στράους για την επανένταξή μου. Περίμενα τους μαθητές να ορμήσουν με την ευγένεια της νιότης στα ράφια της βιβλιοθήκης και στα πληκτρολόγια των υπολογιστών. Προτιμούν και αυτοί κι εγώ να έχουν κάποιο κενό για να ρουφήξουν τη γνώση χωρίς την πίεση του βαθμού και του χρόνου. Άλλες φορές πάλι το μάθημα γίνεται με κατεβασμένες τις σκούρες κουρτίνες για να βλέπουν καλύτερα στην οθόνη.
Τις Δευτέρες αργούν να μπουν στη Βιβλιοθήκη και περνώ κάποιες ώρες μόνος. Ξαφνικά τι έκπληξη! Απέναντί μου κι ενώ σκυμμένος τακτοποιούσα τα βιβλία στα κάτω ράφια, αντικρίζω την ανοιχτή αγκαλιά αγαπητού φίλου. Είχα να τον δω αρκετούς μήνες. Τον άκουγα μόνο στο τηλέφωνο. Ήταν συνήθως βαρύς και θλιμμένος. Ο γιος του ο Νικήτας δεν κέρδιζε τις μάχες με τη νόσο… Τώρα όμως πέτυχε η μεταμόσχευση και η ελπίδα ζωγράφισε το χαμόγελο της χαράς και της αισιοδοξίας στη φωνή και στο πρόσωπο. Καθίσαμε αντικριστά.
- Ζω σ΄ ένα διαφορετικό κόσμο, μου είπε, ποτέ δεν το φανταζόμουν. Εκεί όλοι φορούν άσπρες ρόμπες και έχουν σκούρες κουρτίνες. Τα μάτια χαμηλώνουν και κρύβουν τα δάκρυα στην από μέσα τσέπη. Κάθε στιγμή είναι νίκη της ζωής και θρίαμβος του αγώνα. Είναι δοκιμασία που δεν την αντέχεις μόνος. Κυνηγάς την ελπίδα και θέλεις τη βοήθεια του φίλου, του συνάδελφου, του συγγενή. Τώρα που ζυγιάζω συγγενείς και φίλους μάλλον τους βρίσκω έλλειμμα, αλλά βρίσκω περίσσεια αγάπη σε άγνωστους και ξένους που υπολογίζουν την ανθρωπιά πολυτιμότερη από την οικονομία. Θέλει και βοήθεια Θεού, αν δεν είχαμε τον Άγιό μας… Γιατί μιλάνε μόνο για τον Εφραίμ και καθόλου για τον Παϊσιο τον Αγιορίτη που βοηθούσε τους αρρώστους; Όλο το κακό διαφημίζουν! Κι αυτές οι άσπρες ρόμπες πόσο θερμαίνουν στον καλό το λόγο για να ξαλεγράρουν οι κουρτίνες! «Αν είσαι χαρούμενος θα έχεις κερδίσει τη μισή μάχη» λένε οι γιατροί. Γι αυτό έπαιζα θέατρο, χαιρόμουνα στο κλάμα μου για να δίνω κουράγιο. Τριάντα έξι νύχτες στο αποστειρωμένο δωμάτιο του νοσοκομείου δίπλα στο κρεβάτι του πόνου. Ένα τηλεφώνημα, ένα μήνυμα με ευχάριστη είδηση μεγάλωνε τη δύναμή μας, η σιωπή όμως μας βύθιζε στης αναμονής τη θλίψη.
Πώς μπορούν κι εγκληματούν στην υγεία; Γιατί δεν την χρηματοδοτούν; Αν δεν είχα κάποιες οικονομίες πώς θα τα έβγαζα πέρα; Ακριβές εξετάσεις γίνονται σε ιδιωτικά νοσοκομεία όπου προπληρώνεις και στη συνέχεια αρχίζει η γραφειοκρατία για να πάρεις κάποιο ποσοστό από το ασφαλιστικό ταμείο. Πολλές φορές συμπράττουν κρατικοί λειτουργοί και ιδιώτες ώστε τα δημόσια νοσοκομεία να μη διαθέτουν την κατάλληλη υποδομή και παίρνουν τα ποσοστά τους. Ίσως να μην έχουν νιώσει πόνο…
Ευτυχώς υπάρχουν ανθρωπιστικές οργανώσεις έτσι για την ισορροπία. Όταν η «Φλόγα» άρχισε να φτιάχνει τον ξενώνα για τα παιδιά που πάσχουν από καρκίνο και μένουν στην επαρχία, μια γειτόνισσα μάζεψε υπογραφές, έκανε ασφαλιστικά μέτρα και σταμάτησε το έργο γιατί δε θα μπορούσαν να βλέπουν τα φαλακρά παιδιά της χημειοθεραπείας. Επέμενε παρόλο που της υποσχέθηκαν ότι θα βάλουν σκούρες κουρτίνες. Στα δικαστήρια κέρδισε ο ανθρωπισμός. Την ημέρα όμως που έγιναν τα εγκαίνια του ξενώνα η εγγονή της κυρίας μπήκε στο νοσοκομείο από λευχαιμία και αργότερα έπεσαν τα μαλλιά της.

Τον διέκοψε ευτραφής συνάδελφος που με σκυμμένο κεφάλι και το άγχος για στέμμα μπήκε να πει τον πόνο του. Καθυστερούν οι μαστόροι να τελειώσουν ένα από τα σπίτια που χτίζει. Ο δήμαρχος δε μερίμνησε για τα όμβρια ύδατα και αυτά κατρακυλούν στο οικόπεδό του…
Χτύπησε το κουδούνι για το δεύτερο διάλειμμα. Πώς πέρασε τόσος χρόνος και τι μαθήματα πήρα! Ένιωθα τύψεις, πρωί Τσαγκαρο-Δευτέρας.
-Κύριε, πού θα ΄βρω πληροφορίες για την ιονόσφαιρα;
-Κύριε, να ψάξω στον υπολογιστή για τα πράσινα σπίτια;
-Κύριε να κλείσω τις σκούρες κουρτίνες για να δούμε την επόμενη ώρα το DVD για τον πρώτο παγκόσμιο;

Στις 4 Φεβρουαρίου γιορτάζεται η «Παγκόσμια Ημέρα κατά του Καρκίνου». Μπορούμε να δώσουμε τη διπλή μας σκάλα να κρεμάσουν στα παράθυρα αλέγρες κουρτίνες;
Ζάκυνθος 2-2-2009

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

Olivier Clément (1923-15.1.2009): Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΝΕΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ [Μετάφραση: Πάνος Λιαλιάτσης]

[Από Περιοδικό ΕΠΟΠΤΕΙΑ, τεύχος 46 / 1980]

Από το χριστιανισμό μαθαίνουμε ότι το πρόσωπο, ανάλογα με την πίστη του, αδράχνεται σε μια μεγάλη αναστάσιμη κίνηση. Στην ευχαριστηριακή καρδιά της Εκκλησίας, όπως και στην πνευματική «καρδιά» κάθε πιστού, ο Χριστός εξακολουθεί να νικά το θάνατο. Έτσι, η ανθρωπότητα και, δι' αυτής, το σύμπαν εισάγονται σε μια πελώρια μεταμόρφωση: την οποία η αγιότητα προλαμβάνει και σπεύδει στην ολοκλήρωσή της. Γιατί, όπως λέει ο απόστολος Παύλος, «πάσα η κτίσις συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν [...] ελευθερωθήσεται από της δουλείας της φθοράς εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού». (Ρωμ. 8, 18-22).

Η Δύση έμαθε από το χριστιανισμό ότι το πρόσωπο είναι μοναδικό. Παρά τις φιλοσοφίες και τις πολιτικές πρακτικές του «θανάτου του ανθρώπου», ο χριστιανισμός εξακολουθεί να βλέπει κάθε άνθρωπο ως κάτι το απόλυτο. Αλλά η ανάσταση έχει λησμονηθεί, η ανάσταση των νεκρών, των σωμάτων, «της σαρκός», όλης της σάρκας της γης...

Από τα τέλη του Μεσαίωνα, ο χριστιανισμός της Δύσης τόνισε τη «μερική κρίση», ωσάν το παν να παιζόταν τη στιγμή του θανάτου του ατόμου. Έτσι, έγινε μια θρησκεία της «ψυχής» με τη στενή έννοια, τη δυϊστική, που αντιτίθεται στο σώμα, και όχι θρησκεία του προσώπου στην ολότητα της ενσαρκώσεώς του. Το μυστήριο του Πάσχα, που εγκαινιάζει τον ύψιστο σταθμό της κοσμογένεσης, Έχει χάσει σημασία και σπουδαιότητα προς όφελος των «αξιομισθιών», που «εκτήσατο υπέρ ημών» ο Εσταυρωμένος. Τονίστηκε ιδιαίτερα ο Άνθρωπος των πόνων, η «ικανοποίηση» της θυσίας του (σαν να ήταν ο χριστιανισμός θυσία για το Θεό και όχι θυσία του Θεού). Οι λατινικοί ορισμοί του 14ου αιώνα (τους οποίους η Μεταρρύθμιση θα σκληρύνει ακόμη, διακόσια χρόνια υστερότερα), βεβαιώνουν πως, ευθύς μετά το θάνατο του ατόμου, ευθύς μετά τη «μερική κρίση», μερικές ψυχές καταδικάζονται οριστικά, ριγμένες έτσι για πάντα στην απουσία του Θεού, ενώ άλλες προχωρούν στη θέαση της θείας ουσίας και της ολοκληρωτικής μακαριότητας. Είμαστε μακριά από την κοινωνική και δυναμική αντίληψη της αδιαίρετης Εκκλησίας, που προσευχόταν (όπως κάνει και σήμερα ακόμη στον εσπερινό της Πεντηκοστής) υπέρ πάντων των νεκρών, εννοώντας και εκείνους που βρίσκονται στον Άδη, αντίληψη, σύμφωνα με την οποία οι άγιοι και ο Χριστός ο ίδιος προσμένουν και προετοιμάζουν την οριστική και παγκόσμια νίκη επί του θανάτου. Μονάχα η προσευχή, στη Δύση, υπέρ των ψυχών του Καθαρτηρίου διαφύλαξε κάποιο στοιχείο απ' αυτή την αρχική δράση, αλλά με προσθήκες εκτιμήσεων κάπως νομικών, έπειτα με απαίτηση χρημάτων, πράγμα που είχε ως συνέπεια την απόρριψή της από τη Μεταρρύθμιση.
Διαμέσου αυτής της αλλαγής σκέψεως, η έμμονη σχεδόν θέαση του νεκρού σώματος του Εσταυρωμένου προκάλεσε αυτό που ένας σύγχρονος κοινωνιολόγος, ο Ζαν Ντυβινιό, ονομάζει «τραυματισμό της Δύσεως». Κατά τα τέλη του Μεσαίωνα, έπειτα σε μερικά ρεύματα της Αντιμεταρρυθμίσεως, το κήρυγμα με επίκεντρο την απειλή της κολάσεως, ο πολλαπλασιασμός, στην τέχνη, «των μακάβριων χορών», έπειτα η αλλόκοτη θεατροποίηση των κηδειών, μια θεολογία που, εκτός απ' το Λούθηρο, φαίνεται ν' αγνοεί την εις Άδου κάθοδο του Χριστού, όλα αυτά συνετέλεσαν να μετατρέψουν το χριστιανισμό σε θρησκεία της τραγωδίας και της αθανασίας της ψυχής παρά σε θρησκεία της πασίχαρης αναστάσεως των σωμάτων. Ωστόσο, τα σώματα ξαναζωντανεύουν, τότε, στ' αρχαία αγάλματα, με τη μαρμάρινη γύμνια, που ξεθάβουν οι ουμανιστές, αλλά ο χριστιανισμός βαδίζει πλάϊ στην ουμανιστική παιδεία χωρίς να την ζωογονεί. Τότε, επίσης, τα κινήματα της ευαγγελικής πτώχειας ξαναβρίσκουν στην Αποκάλυψη την υπόσχεση της επίγειας χιλιετούς βασιλείας για τους αναστημένους δικαίους. Αλλ' αυτή η βασιλεία δεν οδηγεί σε μια δημιουργική αγιότητα, αναγγέλλεται δια πυρός και σιδήρου άσκοπων εξεγέρσεων, που καταπνίγονται το ίδιο άσκοπα. Ο ουμανισμός, οι ουτοπίες με ορίζοντα καθαρά επίγειο καταλήγουν σήμερα στη θέληση να λησμονηθεί ο θάνατος.
Έτσι, η Δύση κράτησε από το χριστιανισμό τη βεβαιότητα για το μοναδικό χαραχτήρα του προσώπου, ή, καλύτερα, του ατόμου, αλλ' όχι το μήνυμα της αναστάσεως. Οι αρχαίες αποκρίσεις στο αίνιγμα του θανάτου είναι απαράδεχτες για κείνον που ξέρει πως είναι μοναδικός. Δεν μπορεί κανείς να διαλυθεί στην απεραντοσύνη (διάλυση που μαρτυρούν όσοι πολιτισμοί αποτεφρώνουν τα πτώματα), σαν να ήταν το άτομο ένα σύμφυρμα δανεισμένων στοιχείων στο μεγάλο παιγνίδι του σύμπαντος. Δεν μπορεί να πιστέψει κανείς στη μετεμψύχωση (transmigration) — που μαρτυρείται από παλιά στις λαϊκές παραδόσεις, στην Ευρώπη επίσης — μετεμψύχωση, κατά την οποία, για τους πνευματικούς της Ινδίας κανείς δεν μετεμψυχώνεται, οριστικά, παρά μονάχα το απόλυτο, ο μοναδικός Εαυτός όλων των υπάρξεων. Δεν μπορεί κανείς να πεθάνει με τη φυτική ειρήνη των Ασιατών, και μάλιστα εκείνων των Ρώσων χωρικών, που θαύμασαν ο Τολστόη και ο Σολζενίτσυν. Γι' αυτό ο θάνατος ποτέ δεν ήταν τόσο γυμνός, ένας θάνατος τόσο ωμός, θα λέγαμε, και συνεπώς ακατανόητος. Όταν κάποιος αγαπά, όταν αγάπησε έστω και για μια στιγμή, ξέρει πως κανείς δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. Τι σημαίνει τότε, πώς να σκεφθεί ότι κάποιος δεν υπάρχει πια; Ο ακατανόητος και ωμός θάνατος, ιδού η καθαρή αγωνία, ιδού η κόλαση.
Όταν ο θάνατος έχει θεϊκή διαφάνεια, τότε δίνει κάποιο νόημα στον ηλικιωμένο. Όπως το παιδί έχει εμπιστοσύνη στον πατέρα του, έτσι κι αυτός, αλλά πατέρας του δεν μπορεί να είναι παρά ο Θεός. Τότε ο γέρος γίνεται όλος μνήμη και ελπίδα. Η ελπίδα του επιτρέπει ν' αποκρυπτογραφήσει τα πάντα στη Μνήμη του Θεού.
Σήμερα οπισθοχωρούμε με τα νώτα προς το θάνατο, πιστεύουμε πως βοηθάμε τους γέρους κάνοντάς τους να μαϊμουδίζουν τους νέους, αλλά οι γέροι δεν έχουν πια τίποτα να μας πουν, τίποτα να διηγηθούν στα παιδιά, δεν έχουν πια μνήμη μιας και δεν έχουν πια ελπίδα.
Το 17ο αιώνα, τον καιρό του θριάμβου του ορθολογισμού, οι άνθρωποι έκλειναν στα φρενοκομεία τους «ηλίθιους» και τους «αγαθιάρηδες», μάρτυρες της εύθραυστης φυσικής ύπαρξης, μάρτυρες των αβύσσων: άλλοτε από ενόχληση και φρίκη, άλλοτε γιατί δεν μπορούσαν να υποφέρουν τη σοφία τους... Τον «αιώνα των φώτων», σκέπασαν τις οστεοθήκες που έχασκαν μέσα στο Παρίσι και μάζεψαν τα λείψανα σε νεκροταφεία γύρω από τις πόλεις, κάτω από τις βαριές πλάκες της οικογενειακής ματαιοδοξίας. Στην εποχή μας, κλείνουν τους γέρους σε άσυλα υγιεινής, αν δεν τους παρατούν να φυτοζωούν και να πεθαίνουν ολομόναχοι. Έτσι τους λησμονούν, για να πείσουν καλύτερα τον εαυτό τους πως είναι ακόμη νέοι, μέσα στην παχυλή βεβαιότητα ενός ατέλειωτου χρόνου. Επίσης, oι βαριά άρρωστοι αφήνονται στην επιστημονική απομόνωση των νοσοκομείων, όπου πεθαίνουν μόνοι, καταπληγωμένοι από καθετήρες και βελόνες, συχνά χωρίς αυτοσυνείδηση: χωρίς φίλους, χωρίς προπάντων εκείνη την προσευχή που οδηγεί την ψυχή στους δρόμους του αόρατου. Χωρίς διόλου δυνατότητα, για τον ετοιμοθάνατο, ν' αφήσει στους διπλανούς του μια λέξη που έρχεται ήδη από αλλού και που τους ετοιμάζει και τους ίδιους σ' αυτό το πέρασμα...
Έχουν τα πάντα ειπωθεί για τη δόλια εξαφάνιση του θανάτου στη σύγχρονη Δύση, και τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα, φαίνεται, στη Σοβιετική Ένωση, όπου τα νεκροταφεία είναι συχνά εγκαταλελειμμένα και εύκολα καταστρέφονται για να δώσουν τη θέση τους σε στάδια: τόπο στη ζωή! Στις Ηνωμένες Πολιτείες, μακιγιάρουν τους νεκρούς για μια στερνή τελετή — Keep smile ακόμη μια φορά —, τα νεκροταφεία απλώνονται σε μεγάλες πρασιές, αθώες σαν λησμονιά. Σε κάποιο καντόνι της Ελβετίας, οι κάτοικοι, για να ξεφύγουν το ψυχολογικό σοκ της τοποθετήσεως του νεκρού στο φέρετρο, μεταφέρουν τη σορό πάνω σε φορείο, όπως έναν άρρωστο ή έναν πληγωμένο.
Οι άνθρωποι σήμερα απομακρύνουν τα παιδιά απ' τους νεκρούς, μολονότι το πρόσωπο μερικών νεκρών, ειρηνικό και όμορφο, θα μπορούσε ν' ανοίξει τα παιδικά μάτια στο μυστήριο. Δεν ξενυχτούν πια τους νεκρούς ούτε λένε στους βαριά αρρώστους πως θα πεθάνουν σε λίγο. Για να τους το ανακοινώσουν, για να ξενυχτήσουν, θάπρεπε να ήξεραν ν' αναλάβουν τον άλλο μέσα στην τρυφερότητα και την προσευχή, στην Εκκλησία. Παρουσιάζουν την αρρώστεια, το θάνατο σαν τυχαία γεγονότα, που δεν έχουν καμιά σημασία και προπάντων τη σημασία πως αυτά θέτουν σε αμφισβήτηση την επάρκεια του κόσμου τούτου. Τα πάντα μένουν σε τούτον τον κόσμο, και το μόνο που επιζητούν είναι να εξαλείψουν τις αρρώστειες, να επιβραδύνουν το θάνατο. Οι άνθρωποι ζουν και πεθαίνουν, και, εφ' όσον τίποτα άλλο δεν υπάρχει εκτός από τούτον τον κόσμο, οι επιζώντες δεν μπορούν τίποτα να σκεφθούν και να πουν. Η βουβαμάρα των νεκρών μας προσβάλλει όλους. Οι άνθρωποι καταφεύγουν σε διάφορες τεχνικές μεθόδους, ανάμεσα στις οποίες η «θεραπευτική μανία» είναι παράλογος παροξυσμός. Αλλ' αυτή η μανία, αν δημιουργεί πρόβλημα, τούτο οφείλεται σε οικονομικούς προπάντων λόγους.
Και η αγωνία φαρμακώνει τα πάντα, προκαλεί μια αληθινή πνευματική νεύρωση. Η επιθυμία του ανθρώπου — με τη σημασία που μιλάει η Αποκάλυψη, μ' έναν τρόπο ολότελα θετικό, «για τον άνδρα των επιθυμιών» — αποταμιεύεται αντίστροφα σε μια νευρωτική κατανάλωση. Η ψυχοσωματική ιατρική γνωρίζει τη βουλιμία των αγχοτικών. Ολόκληρος ο πολιτισμός μας έχει προσβληθεί απ' αυτή, βουλιμία για τροφή, για εντυπώσεις, για εικόνες, για ήχους, και μάλιστα για τέρψεις «πολιτιστικές». Σ' αυτή τη βουλιμία, αναφαίνεται, βγαίνει στην επιφάνεια, γίνεται ιστορική δομή το «προπατορικό αμάρτημα», αυτή η υφαρπαγή που αναδιπλώνεται στον εαυτό της, ώστε ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο μεγάλος υμνογράφος του 6ου αιώνα, να ορίζει τη συμπεριφορά του Αδάμ σαν μιαν «άρνηση της στερήσεως». Επίσης, μπορεί κανείς να ξεγελά την υπαρξιακή αγωνία με την προσμονή, λυρική ή βίαιη, μιας τέλειας κοινωνίας...

Έτσι, αναπτύσσεται ο πολιτισμός των ναρκομανών: χάπια ευφορίας ή ηρεμιστικά, τα όποια συνεχώς αυξάνει η ιατρική βιομηχανία, προβολή στους άλλους, στους εχθρούς, τούτης της σκιάς που μας κυνηγάει και στην οποία οι αρχαϊκοί πολιτισμοί έβλεπαν την εικόνα του ανθρώπινου ειδώλου ή της ψυχής. Και οι μεγάλοι φόβοι και τα μεγάλα θεωρητικά μίση της πολιτικής. Ο ερωτισμός, τα ναρκωτικά, μια κάποια χρήση της μουσικής και της ταχύτητας, τεχνικές μέθοδοι εκστάσεως ξεριζωμένες απ' το αρχικό τους περιβάλλον: Οι άνθρωποι θάθελαν να δώσουν στη ζωή τέτοια ένταση που να μην υπήρχε πια σ' αυτή ούτε σκιά ούτε θάνατος. Όμως ο θάνατος έχει πάντα την τελευταία λέξη. Τίποτα δεν τους αφήνει τόσο μόνους, σε μια παγερή μοναξιά, όσο ένας παροξυσμός. Απομένει το παιχνίδι με την αυτοκτονία —το αντίστροφο ίσως μιας καταφυγής σε βοήθεια— ή, η επιθυμία να δολοφονήσουν την κοινωνία. Γιατί όχι μόνον απ' την εποχή του Ρουσσώ, απ' την εποχή του Μαρξ κυρίως, οι άνθρωποι θεωρούν την κοινωνία ως υπεύθυνη για κάθε κακό, αλλά γιατί ανακαλύπτουν ξαφνικά, όταν πέσουν οι μάσκες, πως αυτός ο πολιτισμός της ευτυχίας είναι στην πραγματικότητα ένας πολιτισμός του θανάτου.

Στο τέλος το παιγνίδι γίνεται πραγματικότητα. Πόσοι νέοι αυτοκτονούν σήμερα γιατί, κατά τη γνώμη τους, δεν υπάρχει πουθενά νόημα; Πόσες νευρικές καταπτώσεις που γίνονται γρήγορα χρόνιες, μένουν αθεράπευτες απ' τη μέθοδο του Φρόϋντ και ερμηνεύονται μονάχα μ' αυτή την απουσία του νοήματος; Ο πειρασμός της αυτοκτονίας εξαπλώνεται ολοένα, απειλεί το ανθρώπινο είδος. Με τον τεχνικό χωρισμό της παιδοποιίας απ' τη σεξουαλικότητα, η γεννητικότητα πέφτει κατακόρυφα στις βιομηχανικές χώρες, στην Ανατολή περισσότερο απ' ό,τι στη Δύση. Η τάση αυτή φτάνει σήμερα ως την Ιαπωνία, την Κίνα, τη νοτιανατολική Ασία. Η αύξηση του μηδενισμού καθιστά έκτοτε δυνατή, κατά τόπους, την αυτοκτονία του είδους.

Σήμερα η σιωπή έσπασε. Το θέμα του θανάτου εμφανίζεται έντονα στη φιλοσοφική, ιστορική και ιατρική σκέψη. Καταγγέλλεται το σκάνδαλο ότι τόσοι άνθρωποι πεθαίνουν μοναχικοί και χωρίς αυτοσυνείδηση, ότι τόσοι γέροι έχουν εγκαταλειφθεί μέσα στην αγωνία που τους λυσσοτρώει. Έτσι, ετοιμάζεται, ίσως, μια μεταμόρφωση του αθεϊσμού. Φαίνεται πως έρχεται ο καιρός μιας λεπτής και θλιμμένης τρυφερότητας, χωρίς ελπίδα, οπότε οι άνθρωποι, ορφανοί, θα σιμώνουν ο ένας δίπλα στον άλλο με ρίγος, περιβάλλοντας τους ετοιμοθάνατους με τρυφερή, κι ωστόσο, άδεια στοργή, αφού είναι εξ ολοκλήρου εκ του κόσμου τούτου. Οι άνθρωποι θα πεθαίνουν μέσα σ' ένα είδος έκστασης, που θα προκαλούν τα ναρκωτικά, περιτριγυρισμένοι από φίλους. Αυτή η επιστροφή στο μηδέν θα τελειώνει σαν μια αιμομιξία: Πραγματικά, ακόμα κι εκεί στην έσχατη απογύμνωση, δεν θα υπάρχει θέση για τον Πατέρα...

Πρέπει να το πούμε; Κάτι τέτοιο δεν θα σημαίνει τη θεραπεία της μεγάλης νεύρωσης της Δύσης. Θα σημαίνει την εποχή μεγάλων πνευματικών κρίσεων, που θα σημαδεύονται από απόπειρες σαν τις προχριστιανικές, αλλά και από ανανέωση του ευαγγελισμού της Αναστάσεως.

Ήδη, οι γιατροί που μελέτησαν λόγια και συμπεριφορά προσώπων που ξαναγύρισαν απ' τα σύνορα του θανάτου, μας θυμίζουν εκείνο που όλοι οι πολιτισμοί ήξεραν, εκτός απ' το δυτικό πολιτισμό των δύο τελευταίων αιώνων: Ότι το πλησίασμα του θανάτου δεν προξενεί μονάχα μιαν απότομη αλλαγή (είναι μια στιγμή πού δεν διαρκεί πολύ, τουλάχιστο στους ηλικιωμένους), αλλ' ακόμη την ειρηνική αποδοχή, το ενδιαφέρον, την περιέργεια• ότι η ψυχή, αφού, χωριζόμενη του σώματος, ακολουθήσει μια μακριά σήραγγα, παρόμοια μ' εκείνη που απεικόνισε ο Ιερώνυμος Μπός, βγαίνει σ' ένα ολότελα διαφορετικό φως, όπου την περιμένουν, για να την καλωσορίσουν και να την συντροφέψουν, αγαπημένες υπάρξεις που πέθαναν πριν απ' αυτήν ότι τότε η ψυχή ξαναβλέπει και κρίνει το παρελθόν της μέσα σε τούτο το φως, όπου κάθε λέξη, κάθε χειρονομία ανακεφαλαιώνονται και βρίσκουν ένα απροσδόκητο νόημα. Και μετά; Ποτέ κανείς, σ' αυτές τις μαρτυρίες, δεν υπερπήδησε το τελευταίο σύνορο, αφού πρόκειται για άντρες και γυναίκες που ξαναγύρισαν στη ζωή. Μήπως η ψυχή πηγαίνει τότε να διαλυθεί μέσα στο φως ή καταφεύγει σ' αυτό για ν' αναγεννηθεί, μέσα σε μια μήτρα, όπως υποσημαίνει το «Βιβλίο των Νεκρών» του Θιβέτ; Ή μήπως πηγαίνει στο φως του Χριστού, για να καθαρθεί, να ειρηνεύσει, να προετοιμασθεί και ίσως να συνεργασθεί στην τελική μεταμόρφωση του σύμπαντος, σ' αυτή την ανακαίνιση του «ουρανού» και της «γης», την οποία η ψυχή θα πραγματοποιήσει σ' ένα «σώμα δόξης», που το σπέρμα του φέρνει απ' εδώ κάτω;

Σ' αυτές τις προοπτικές, προαισθανόμαστε πως η δυτική αγωνία, που αποβαίνει οικουμενική (ένας απελπισμένος Κινέζος εθνοφρουρός φαίνεται το ίδιο μηδενιστής μ' έναν Δυτικό), συνιστά καθαρά σήμερα την κόλαση, όπου κατεβαίνει ο Χριστός. Εκεί, από κει και από κανένα άλλο μέρος, μας ανασταίνει ο Αναστάς. Η Εκκλησία δεν είναι τίποτε άλλο παρά το ποτήριο της ευχαριστίας, όπου υπεραφθονούν οι θείες ενέργειες «υπέρ της του κόσμου ζωής». Ο άγιος είναι ο άλλως ζων, που δρασκέλισε ήδη το θάνατο και μεταλαμβάνει την ανάσταση. Στην παλαιοχριστιανική εποχή, οι άνθρωποι ονόμαζαν έναν μεγάλο πνευματοφορο ως έναν αναστημένο. Και ο λαός χαρακτήριζε τους χριστιανούς, όταν ο διωγμός ηύξανε το μαρτύριο, ως «εκείνους που δεν φοβούνταν το θάνατο».

Έτσι, ο θάνατος άλλαξε σημασία. Δεν είναι πια τείχος της αγωνίας, αλλά, διαμέσου της αδημονίας που εξομοιώνεται μ' εκείνη του Χριστού, υπόσχεται ειρήνη. «Ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν», λέει ο Χριστός, «ειρήνην πάντα νουν υπερέχουσαν», «ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν»: μια ειρήνη που δεν είναι πια εκ του κόσμου τούτου.

Το να ζει κανείς εν Χριστώ, σημαίνει να ζει πέραν του θανάτου, να κάνει να βλασταίνει μέσα του το «σώμα της δόξης».

Στην Κωνσταντινούπολη, όταν πάρει κανείς την αρχαία «Μέση Οδό», αφήνει πίσω του την Αγία Σοφία, τη βασιλική της του Θεού Σοφίας, που υπήρξε το κέντρο ενός θαυμάσιου, αλλά κλειστού, χριστιανικού πολιτισμού• και καταλήγει φτάνοντας, στα προάστεια, στη μικρή εκκλησία της Χώρας, δηλαδή των αγρών, οι οποίοι άρχιζαν από κει (όπως λέμε, στο Παρίσι, η Παναγία των Αγρών - Notre Dame des Champs), αλλά δείχνει επίσης το «σύνορο»; εκείνο της πόλης, εκείνο ενός πολιτισμού, το σύνορο κυρίως της ανθρώπινης μοίρας. Σ' ένα ευρύχωρο πλαϊνό παρεκκλήσι, το ύστερο Βυζάντιο που βάδιζε προς το θάνατο, έγραψε για μας το μήνυμά του: στην τοιχογραφία της αψίδας, ο Χριστός κατεβαίνει στον Άδη για να τον συντρίψει• είναι λαμπροφορεμένος, αλλά δεν βρίσκεται πια επί του όρους της Μεταμορφώσεως, είναι στον ίδιο το βυθό της αγωνίας και της σκοτεινής ασφυξίας. Το ένα του πόδι, με μια απίστευτη βία, θραύει τα «κλείθρα του κόσμου τούτου». Το άλλο πόδι, σε μια κίνηση χορού, σαν σε κολύμπι, αρχίζει την άνοδο, όπως ο βουτηχτής που, αφού άγγιξε το βυθό, τον «χτυπά» για ν' ανέβει ξανά στον αέρα και το φως.

Αλλά ο αέρας και το φως είναι Εκείνος: «σήμερον μετ' εμού έσει εν τω παραδείσω», μπόρεσε να πει, την ώρα της σταυρώσεως, στο ληστή που ξεψυχούσε δίπλα του. Ο αέρας και το φως είναι η ακτινοβολία του προσώπου του που αστράφτει από το Πνεύμα. Και να η απελευθερωτική χειρονομία: κάθε χέρι του Χριστού πιάνει από τον καρπό του χεριού (και όχι από την παλάμη, η σωτηρία είναι προπάντων ένα δώρο και όχι μια διαπραγμάτευση) τον Άνδρα και τη Γυναίκα, και τους πετά έξω απ' τα μνήματά τους. Κανένα καθρέφτισμα: κάθε πρόσωπο είναι άπειρο και σ' αυτή την τέχνη, τα σώματα δεν ρίχνουν σκιά. Καμμιά μετενσάρκωση: κάθε πρόσωπο είναι μοναδικό. Καμμιά σύγχυση: κάθε πρόσωπο είναι ένα μυστικό. Κανένας χωρισμός: όλα τα πρόσωπα είναι φλόγες της ίδιας Φωτιάς. Και ο σκοπός δεν είναι η αθανασία των ψυχών• αθάνατες, είναι ήδη και στον Άδη, σ' αυτόν τον αθάνατο θάνατο που συνιστά η αγωνία: κάθε πρόσωπο είναι εκ της γης, αλλ' αυτή η γη είναι καμωμένη απ' τον ουρανό.

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2009

Νίκου Γράψα, ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ



Μαζεύτηκαν οι αμερικανοί
Να δουν της Μαύρης Ηπείρου τα παιδιά
Τον Μπάρακ και τους άλλους της οικογενείας
Που πρώτη φορά έβγαιναν έξω στο Λευκό Σπίτι,
Εκεί να τους κηρύξουν προέδρους βασιλείς,
Μες στη λαμπρή παράταξι των στρατιωτών.
Ο Μπάρακ στεκόταν πιο εμπροστά,
Ντυμένος σε μετάξι και μαλλί, ως ταίριαζε πολύ,
Στο στήθος του η βίβλος δερματόδετη του Ρούσβελτ,
Δεμένα τα ποδήματά του μ’ άσπρες κορδέλες
Κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια.
Αυτόν τον είπαν Πρόεδρο των προέδρων.
Οι αμερικανοί ένοιωθαν βέβαια
Που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά.
Αλλά η μέρα ήτανε ζεστή και ποιητική,
Ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό
Το Λευκό Σπίτι ένα
Θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης,
Των αξιωματικών η πολυτέλεια έκτακτη,
Ο Μπάρακ όλο χάρις κι ευμορφιά
(της Μαύρης Ηπείρου παιδί, αίμα Κενυατών)
κι οι αμερικανοί έτρεχαν πια στην εορτή
κι ενθουσιάζονταν κι επευφημούσαν
αμερικανικά, γερμανικά, και ποιοι εβραίικα,
γοητευμένοι με το ωραίο θέαμα-
μ’ όλο που βέβαια ήξευραν τι άξιζαν αυτά,
τι κούφια λόγια ήσανε αυτές
οι προεδρίες.

Κ. Π. Καβάφης 1912
(Διασκευή επί το ευληπτότερον, Ν. Γράψας 2009)

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2009

Λενέτας Στράνη, ΔΙΕΘΝΗ ΥΔΑΤΑ [4 ποιήματα]


ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΝΕΡΟΥ

Πλάι σε ποτάμι
κοιμάται το σπίτι μου
Άστεγο δίχως
πορτοπαράθυρα και στρωσίδια

Κρώξιμο λαβωμένης αγριόχηνας
απ’ την υπόγεια μυστική κρύπτη στηρίζει
τα θεμέλια της επίγνωσης

Περιπλέοντα νούφαρα φρουρούν
μέσα στα ιστιοφόρα δωμάτια
την ποθητή αναζήτηση
παρεμποδίζοντας τις προθέσεις ένστολων
ανεμοκτόνων της όχθης

Μόνο η πανσέληνος με παραδίνει
σε λαθραίο περαματάρη
Ξαπλώνουμε γυμνοί στο νερό κι ως
το χάραμα μας καταπίνουν οι δίνες


ΚΕΝΟΤΑΦΙΑ ΜΝΗΜΗΣ

Ζουν οι νεκροί μέσα μας
όπως το σαράκι
στο παλιό ερμάρι του πόρτεγου

Με την έφοδο του φεγγαριού
οι ψυχρόαιμες μνήμες θερμαίνονται. Διψούν
οι φρυγμένες τους γλώσσες

Γυρεύουν τις φλέβες τις αρτηρίες
ιδιαίτερα εκείνη της καρδιάς
Με αίμα τρέφονται ως την ύστερη πρωινή

Όμοιοι βρυκόλακες
για να ξαναζήσουν το επόμενο βράδυ


ΤΟ ΑΛΛΟΥ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ

Λες πως υπάρχεις. Σε καταλαβαίνω
Ας κάλυψα για λόγους πένθους τον καθρέφτη μου
Μού το απέδειξε κι η πρόσφατη φωτογραφία
κάτω απ’ την πόρτα μου την έριξε η βεβαιότητα

Μια τούφα ανασηκωμένη στα μαλλιά
η γνώριμη βαθειά ανάσα σου τ’ αναστατώνει
Θροΐζει το πουκάμισο στ’ αριστερά σου
μαΐστρος πνέει από το μέρος της καρδιάς

Εγώ το βλέμμα σου επικαλέστηκα για μαρτυρία
Μ’ ένοχη ζωηράδα προσπερνώντας με
το είδα να ζυγίζεται στον ώμο
σαν αηδονάκι που οσμίζεται στην ακροποταμιά
ανάδεμα από φτερά πασχαλίτσας

Το αλλού των ματιών δεν είναι εκείνο που
μέσας μας καθιερώνει
ενός θανάτου την επισημότητα;


ΕΝΑΠΟΜΕΙΝΑΝΤΕΣ

Η Κέρκυρα φεύγει
Φοράει στο κατάρτι τα όνειρά μου
πειρατικά πανιά

Η Κέρκυρα φεύγει
Ένα πρόσω ολοταχώς
στοχεύει τη γραμμή του ορίζοντα
Λάμνει η δύση να μαζέψει το αίμα

Από την άμορφη ακτή της λησμονιάς
αδειάζω το νερό με τις χούφτες
Ανεξάντλητος ωκεανός εγκατάλειψης

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2009

Παύλου Φουρνογεράκη, ΠΟΛΥΜΕΡΙΣΜΟΣ (ποίημα)


Σφαιρών ωτασπίδες σε στέρεο
Οι ειδήσεις
Αιματωπός η οθόνη στους δείκτες
Της απανθρωπίας
Υψώνουν ράβδους επί τοις εκατό
Στην πτώση.
Μετα-πολιτική τεχνοκρατών η ύφεση
Της δημοκρατίας,
Η ελπίς στο μαυρό-λευκο χαμόγελο
Του οράματος

(23-1-2009)

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2009

Παιδιά στους αποθέτες

Γράφει ο Νίκος Γράψας, ηλικιωμένος

Τι σκληροί οι αρχαίοι ελληνικοί πολιτισμοί.
Τα δύσμορφα και ανάπηρα παιδιά οι Λακεδαιμόνιοι και οι άλλοι τα απέθεταν στις ερημίες των βουνών να χαθούν.
Ας τα πάρουν οι θεοί, έτσι που μας τα 'στειλαν.
Οι άλλοι πολιτισμοί, ασιατικοί και αφρικανικοί, απέθεταν τα παιδιά στους αγρούς να βγάλουν το ψωμί τους. Κι όποιο ζήσει.
Αλλά και οι παλιοί χριστιανικοί πολιτισμοί την ίδια τακτική με τους Ασιάτες ακολούθησαν. Μόνη εξαίρεση τα παιδιά της αρχοντίας που σπούδαζαν το trivium και το quatrivium, να διαδεχτούν τη διαχείριση του πλούτου και των φτωχών ομηλίκων τους.
Οι νέοι και σπουδαίοι πολιτισμοί έχουν εφεύρει μοντέρνους αποθέτες.
Τους έχουν δώσει το παράδοξο όνομα ‘εκπαιδευτήρια’.
Εκεί τα αποθέτουν. Τα εγκαταλείπουν περιφραγμένα .
Εκεί εφαρμόζουν σχέδια περιορισμού του αντιληπτικού πεδίου τους που τα λένε εκπαιδευτικά συστήματα.
Εκεί τα εμποδίζουν να τραγουδήσουν, να τρέξουν, να αγαπήσουν παρά σε ολιγόλεπτες δόσεις που τις λένε διαλείμματα.
Εκεί περιορίζουν τη φαντασία τους, τη δημιουργικότητά τους .
Πίσω από θρανία και πάγκους φυλακίζουν τα πιο παραγωγικά χρόνια της ζωής τους.
Αν θες να εξοντώσεις ένα έθνος, να παρατείνεις το χρόνο των νέων του μέσα στα σχολεία. Το είπε ο Arnold J. Toynbee.
Κι αυτός ο νεκρός χρόνος παρατείνεται κι έξω από τα εκπαιδευτήρια, ιδιωτικά και δημόσια.
Στους απογευματινούς αποθέτες που τους ονομάζουν ‘φροντιστήρια’, ωδεία, γυμναστήρια. Όλα σε φρικτά δωμάτια χωρίς φυσικό φως, χωρίς αέρα, πάλι πίσω από θρανία, πάγκους και παλιοσίδερα.
Εκπαιδευτήρια, φροντιστήρια, σχολές, ωδεία, γυμναστήρια.
Οι μοντέρνοι αποθέτες.
Κι όχι μόνο για τα δύσμορφα. Χωρίς εξαιρέσεις.
Στρατόπεδα συμμόρφωσης. Ο ‘Άγιος Ευστράτιος’, ‘Η Ωραία Μακρόνησος’.
Εκφυλισμένα όντα. Ανίκανα να δράσουν μόνα, αυτόνομα.
Και χαίρονται μόνο όταν απουσιάζει ο ‘εκπαιδευτής’, ο
‘φροντιστής’
ή ο ‘εκπαιδευτικός’, όπως άθλια αυτοαποκαλείται.
Και μη μου πείτε πως υπάρχουν καλοί και κακοί αποθέτες, καλοί και κακοί εκπαιδευτές.
Δεν θα συμφωνήσω ποτέ . Οι νέοι γεννιούνται προορισμένοι να ζήσουν.
Και μπορούν να οργανώσουν τον προορισμό τους αυτόν καλύτερα από αυτούς τους ηλικιωμένους που ο μόνος τους προορισμός είναι ο θάνατος.
Ζάκυνθος 2009. Γενάρης

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2009

Γιώργου Σαραντάρη (1908-1941), [ΕΞΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ]


ΠΟΙΟΣ ΕΙΝ' ΤΡΕΛΛΟΣ ΑΠΟ ΕΡΩΤΑ

Ποιος είν' τρελλός από έρωτα;
Ας κάνει λάκκους στην αυγή
Να πάμε εκεί να πιούμε
Τη βροχή
Μια που εμείς σε όποια στέγη αράξουμε
Σε όποια αυλή
Ο άνεμος χαλνάει τον ουρανό
Τα δέντρα
Κι η στείρα γη
Μέσα σε μάς βουλιάζει.


ΒΛΕΠΩ

Βλέπω
Ώρα χαμηλή
Ανάστημα κόρης
Είμαι
Και χάνω
Το στόμα
Ξεχνάω
Την αφή
Φάσμα
Ο χτύπος
Η φλούδα
Της ακοής.


ΣΜΗΝΟΣ ΟΙ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Σμήνος οι επιθυμίες
Οι ελπίδες οι κόρες των ματιών μας
Εστράγγιασαν τη λύπη
Επέρασαν τον ήλιο
Εφύλαξαν το φως τους
Το δέντρο με τις ρίζες
Με τους καρπούς με τ' άστρα

Σμιλεύοντας τα σπλάχνα της υγείας.


ΛΑΟΥΡΑ

Μυημένη στα νόστιμα του ύπνου
Ήρθες και σε φίλησα

Πες μου τη νάρκη των ματιών σου
Όταν αγκάλιασαν τη μοναξιά
Τη λυπημένη επίκληση στη σάρκα
Το σκίρτημα του κορμιού
Σαν μάδησε η ψυχή.


ΕΝΟΣ ΦΙΛΙΟΥ

Μια κοπιώδης ματιά
Η σκόνη ενός φιλιού
Η μνήμη του μεσημεριού
Που ακόμα καίει
Δεν έχει δροσιά
Μήτε ομίχλη
Το στόμα.


Η ΩΡΑΙΑ ΓΛΥΚΙΑ ΕΣΠΕΡΑ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ

Η ωραία γλυκιά εσπέρα των ματιών σου
Μου λέει Καλημέρα
Τα τριαντάφυλλα στην αυλή σε περιμένουν
Το αγιόκλημα σε θέλει
Σήκω ν' αρπάξεις απ' το στόμα του πρωιού
Το βιβλίο της άνοιξης
Μιας παντοτινής άνοιξης δικιάς σου.
[Τα ποιήματα προέρχονται από την έκδοση "ποιος είν' τρελλός από έρωτα. Ποιήματα του έρωτα από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη", (επιμέλεια Μάνου Λουκάκη), β΄ εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2008, σ. 107-112]

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2009

Ανδρέου Α. Αβούρη, [Ο ΠΑΠΑ ΣΑΡΑΝΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΛΚΟ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ]

[Μικρό απόσπασμα από το μικρό βιβλίο του «Τύποι Ιερέων», τύποις «Καθημερινής», Ζάκυνθος 1940, σσ. 14-16]

(…)

Την εποχήν εκείνην συνήθειζον -όπως και τώρα- εις τας εκκλησίας την ημέραν των Θεοφανείων να στήνουν εις την μέσην παράλληλα του αρχιεπισκοπικού θρόνου το λεγόμενον πάλκο επί του οποίου ετελείτο η Βάπτισις. Μεταξύ δε των κεντρικών ναών εγεννάτο η άμιλλα εφημερίων και επιτρόπων περί του καλυτέρου, πλουσιωτέρου και υψηλοτέρου πάλκου.


Πάντοτε όμως νικητής ανεδεικνύετο ο παπά Σαράντης με το πάλκο που κατεσκεύαζε εις τους αγίους Πάντας. Κάποια χρονιά όμως που η άμιλλα επρομηνύετο ζωηροτέρα και ελέγετο ότι το πάλκο της Μητροπόλεως θα ήτο το καλύτερο, εβάλθηκε ο παπά Σαράντης να κατασκευάση το πάλκο των αγίων Πάντων ασυναγώνιστο.


Και το κατεσκεύασεν ως εξής.


Εδανείσθη από την κάνεβα του Κομούτου δύο μεγάλα βουτσιά (κρασοβάρελα) και όρθια εστερέωσε εις αυτά ένα πανύψηλο πάλκο σχεδόν ως το ταβάνι της εκκλησίας. Εμπρός από αυτό εις τας δύο πλευράς ετοποθέτησε τα δύο ορειχάλκινα μανουάλια, και τους πέντε αμφιθεατρικούς πάτους του εγέμισε με άνω των ογδοήκοντα κεριών, με τους πολύχρωμους χάρτινους κρίνους. Εις την μέσην της κορυφής του πάλκου ελαμπύριζεν ο ασημένιος σταυρός του καπίτολου και υπ’ αυτόν η χρυσότευκτος εικών της Βαπτίσεως. Από το έδαφος έως το μέρος που θα ετελείτο η τελετή της βαπτίσεως ήσαν έξη σκαλοπάτια στρωμένα με βαρύτιμον τάπητα. Το όλον δε πάλκο ήτο στολισμένον με νεραντζόφυλλα και τσούφες πορτοκάλια. Εις ένα τέτοιο πάλκο χαρούμενος και υπερήφανος την ημέραν των Θεοφανείων ετέλεσε την Βάπτισιν με πάσαν μεγαλοπρέπειαν ο παπά Σαράντης και ήτο ενθουσιασμένος διότι κατά την κοινήν ομολογίαν το πάλκο της Μητροπόλεως ήτο κατώτερον από το πάλκο των Αγίων Πάντων. Όλην την ημέραν των Φώτων ο παπά Σαράντης, δεν είχε άλλη κουβέντα από το ωραίο πάλκο. Το βράδυ όμως παρά την συνήθεια του αργούσε να υπάγη σπίτι του. Όταν παρήλθεν η ώρα άρχισαν η παπαδιά και τά παιδιά του να ανησυχούν και επήγαν προς ανεύρεσίν του. Μάταια όμως τον ανεζήτησαν εις το σπετσαρίο του Καρακίτσου κι όπου αλλού εσύχναζε.


Τελευταία επήγανε και στο σπίτι του υπηρέτου (νόντσολου) των Αγίων Πάντων. Εκεί τους είπον ότι ο νόντσολος είνε στην εκκλησία με τον παπά. Έτρεξαν εις την εκκλησίαν η θύρα της οποίας ήτο κλεισμένη, αλλά εσωτερικώς κατέλαμπε από άπλετη φωταγωγία. Εκτύπησαν και όταν ο νόντσολος άνοιξε και εμπήκαν είδαν όλα τα κεριά του πάλκου αναμμένα και τον παπά Σαράντη να κάθεται ξαπλωμένος σε μια πολυθρόνα εμπρός από το πάλκο και να θαυμάζη τη φωταγώγησί του.


-Τι κάνεις εδώ και επήγαμε να βουρλιστούμε γυρεύοντάς σε; τού λέει η παπαδιά.


Και ο παπά Σαράντης χωρίς να παύση να κυττάζη το πάλκο τής λέγει.


-Την αυγή που έκανα τη Βάπτισι δε μπορούσα να γοδέρω ετούτο το ωραίο θέαμα και για δαύτο το καμαρώνω τώρα.

(…)

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2008

Μολότωφ της Αγάπης

Γράφει ο Άγγελος Καλογερόπουλος
[Εφημερίδα Αυγή, 10/12/2008]
Γιατί ανάβουνε τόσα φώτα μπροστά στα έρημα εφηβικά τους μάτια; Γιατί στολίζουνε τα δέντρα μ’ αυτές τις ουδέτερες μπάλες; Η γιορτή έχει φύγει κάτω από κρότους και πυροβολισμούς. Το γαϊδουράκι πρόγκηξε… Τα παιδιά φεύγουνε σημαδεμένα από ορατές και αόρατες κάννες.
Ένας άδικος θάνατος ενός δεκαπεντάχρονου Αλέξη κάνει τα μάτια μιας δεκαπεντάχρονης Μαίρης να κλαίνε.
Δημοσιογράφοι, πολιτικοί, συνδικαλιστές μιλούν με κασέτα.
Ένα άγριο και ανεξέλεγκτο πάθος σαρώνει τον καταναλωτικό παράδεισο, ασκώντας τη δική του ιδιόμορφη εξουσία. Ο μπάτσος που κρύβουμε μέσα μας βρίσκεται σε ταιριαστή αρμονία με τον απέναντί μας μπάτσο. Οι κοινωνικές εκρήξεις αφήνουν πάντοτε αποκαϊδια, αδιαφορώντας για την ονομαστική του ενός, αφήνοντας αλώβητη τη γενική της εξουσίας.
Ο θάνατος του Αλέξη πρέπει να μας κάνει να σταθούμε στην απουσία της φωνής του ενός.
Τα δάκρυα της Μαίρης δεν πρέπει να γίνουν μίσος και οργή, να εκτονωθούν μέσα στα γενικά συνθήματα του – ειρηνικού ή αγριεμένου- πλήθους. Πρέπει να γίνουν νεράκι που ξαναφέρνει τη ζωή.
Η μόνη εφικτή επανάσταση είναι να καταλύσουμε το κράτος της βίας που κυριαρχεί μέσα μας. Να σπάσουμε τη βιτρίνα που προστατεύει μέσα μας τα κρυφά καταναλωτικά όνειρά μας.
Να βάλουμε τη μόνη πυρκαγιά που ξαναφέρνει τη ζωή.
Να γίνουμε μικρές μολότωφ της αγάπης.

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2008

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή, Ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ Ο ΤΑΧΗΣ (διήγημα)

Εκείνο το πρωινό, κατά γενική ομολογία, όλα ήταν λαμπρά και ανοιξιάτικα. Πλούσιος καιρός, όπως έλεγε ο κυρ Μήτσος, ο γείτονας του Γρηγόρη. Η θάλασσα φαινόταν από ψηλά ντυμένη στα πιο βαθιά μπλε χρώματά της. Ο ήλιος έπαιζε με τις σταγόνες της πρωινής δροσιάς, λίγο προτού φύγουν στο ταξίδι του αποχωρισμού τους από την απτή πραγματικότητα. Σε αυτό το παιχνίδι, ιδιαίτερα αυτή την εποχή, πάντοτε κερδισμένο βγαίνει το φως. Έτσι, όσο κι αν προσπαθούν να μεταμορφωθούν σε χρώματα οι δροσιές, εκτός από μια στιγμιαία μεταλλαγή τους σε ουράνιο τόξο δεν καταφέρνουν τίποτα παραπάνω. Με το που παίρνει λίγο ο χρόνος η ζέστη, καταφέρνει να αναιρέσει τις ισορροπίες και το μασκάρεμα καταλήγει σε άτακτη υποχώρηση. Ως εκ τούτου επιστρέφει κανείς σύντομα στον πρωινό του καφέ. Οι εικόνες δίνουν την θέση τους στις σκέψεις και αυτές με την σειρά τους άλλοτε μας τυραννούν και άλλοτε μας ξεκουράζουν, φτιάχνοντας πάντα μια ξύλινη πανοπλία στα δικά μας μέτρα, με την οποία θα πορευθεί η διάθεσή μας το υπόλοιπο της ημέρας. Εκτός κι αν τούτη η πολυτέλεια διασαλευτεί από γεγονότα αντικειμενικά που απαιτούν απλούστατα προσαρμογή.
Με αυτά και άλλα πλεούμενα στην καλοσύνη της θάλασσας, του μυαλού και των ματιών μας γλιστρούσε η ώρα και ο καφές, ξυπνώντας τους τόπους εντός και γύρω μας. Καλημερίσαμε λοιπόν την ανάγκη μας για επικοινωνία και αφεθήκαμε στην ιστορία του κυρ Μήτσου, που σαν παλιός ήξερε περισσότερο να δουλεύει την φαντασία του από το να χειρίζεται με την δική μας μαεστρία το τηλεκοντρόλ του. Και βέβαια κανείς δε νοιαζόταν κατά πόσον τα εξιστορούμενα ήταν αληθή ή όχι. Ο αφηγητής έφερε τον έπαινο της ομήγυρης, διότι ο νους του επικοινωνούσε κατευθείαν με την καρδιά του, γεγονός σπάνιο και ταλέντο αξεπέραστο αφού οδηγούσε σε διδακτικές μυθοπλασίες ή αφηγήσεις που, όσο κι αν αποκάλυπταν, πάντοτε σέβονταν τους διαπλεκόμενους, ώστε ποτέ κανείς δεν τα χαρακτήρισε χυδαία κουτσομπολιά.
Το θέμα της ημέρας ήταν ο Γρηγόρης ο Ταχής. Της γνωστής για τα επαρχιακά μας δεδομένα οικογενείας των Ταχήδων. Πλούσιας καταγωγής, με αστικές συνήθειες και προτεσταντική ηθική. Ορθόδοξοι ήταν οι άνθρωποι αλλά, όπως έλεγε και ο καφενόβιος βιογράφος τους, πιο πολύ πίστευαν στον χρυσό παρά στον Χριστό. Όλοι έμποροι. Άλλος με τον καφέ, άλλος με τα ρούχα και ο Γρηγόρης με τα λάδια και τις ελιές. Το επάγγελμα το κληρονόμησε από τον πατέρα του, έναν καθώς πρέπει γέροντα που έζησε χρόνια ολόκληρα πάνω από μία ταμειακή μηχανή, αναγνωρίζοντας ως νέα μόνο αυτά που του ψιθύριζαν οι αριθμοί κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους. Οι Ταχήδες λοιπόν δεν κατάλαβαν κατοχή, εμφύλιο, δικτατορία, μεταπολίτευση. Πολλοί υποστήριζαν ότι δεν αντιλήφθηκαν ποτέ Χριστούγεννα, Πάσχα, ονομαστικές εορτές. Οι άγιοι και οι γιορτές τους ήταν ευκαιρίες για περισσότερα ή λιγότερα κέρδη. Μόνο από αυτούς άκουγες εκφράσεις όπως ο άγιος Νικόλαος φέτος ήτανε φτωχός ή πλούσιος ο Άϊ Γιώργης. Υπονοώντας πάντοτε με αυτόν τον οικογενειακό τρόπο τα έσοδα και τα έξοδα, τη μόνη διαφορά στο χρόνο που - όπως για κάθε συνεπή έμπορο - σήμαινε χρήμα και πλουτισμό. Είχαν το καλύτερο σπίτι στην μικρή μας πόλη. Πέτρινο, διώροφο, με κήπο και αυλή. Εκεί μεγάλωσε ο Γρηγόρης. Όνομα και πράγμα. Αν και ποτέ δεν ασχολήθηκε με τον αθλητισμό ήταν ο γρηγορότερος άνθρωπος στην πόλη μας. Αν μάλιστα στο επίθετό του υπήρχε το ύψιλον αντί του ήτα, τότε όλοι θα υποθέταμε ότι τούτο το παιδί αποτελούσε μεταφυσική ενσάρκωση ενός εμπορικού δαιμονίου. Άλλωστε περισσότερη σχέση είχε με τον Γρηγόρη των φαναριών κίνησης παρά με τον άγιό του. Τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά μόνο ένας παραδοσιακός χαλβάς, κεκλεισμένων των θυρών, κάθε χρόνο του τον θύμιζε.
- Όταν ανέβαινε στην Αθήνα, έκανε τον σταυρό του σε κάθε πράσινο φανάρι, έλεγε ειρωνικά ο μπάρμπα Μήτσος.
Ο Γρηγόρης ο φαναριώτης λοιπόν ησυχία δεν είχε. Πρώτος άνοιγε το μαγαζί, τελευταίος το έκλεινε. Την περίοδο μάλιστα του ράβδου κάποιοι έλεγαν δεν κοιμόταν καθόλου. Ολημερίς και ολονυχτίς έτρεχε για να κλείσει δουλειές, για να ανοίξει δουλειές, για να πάρει λεφτά, για να δώσει λεφτά, για να φτιάξει τα κιτάπια του, για να ξεμπερδέψει τους λογαριασμούς του. Τι άνθρωπος! Κινούμενο αερικό. Σε καφενείο δεν έκατσε ποτέ. Μια ζωή γρήγορη δεν έχει χρόνο για σπατάλη και χαζολόγημα. Αστός με τα όλα του. Όλα τα έκανε τάχιστα. Παράτησε νωρίς το σχολείο, άλλωστε για την οικογενειακή του παράδοση οι σπουδές ήταν περιττές. Αν και αργότερα τέλειωσε στο τεχνικό λύκειο λογιστής, γιατί όπως έλεγε και ο πατέρας του το σύγχρονο της εποχής απαιτούσε γνώσεις για να μην στα παίρνει τσάμπα το κράτος. Από νωρίς μπήκε στην δουλειά και νωρίς ανάλαβε την διαχείρισή της. Αφού ένα πρωινό ξαφνικά ο γερο Ταχής έκανε τεμενά, όπως πικρόχολα ακούστηκε, πάνω στην ταμειακή του μηχανή. Νωρίς παντρεύτηκε, στα τριάντα του είχε κιόλας τρία παιδιά , το μεγαλύτερο οκτώ ετών. Χώρισε στα τριανταδύο και παντρεύτηκε μια Βουλγάρα που δούλευε στο μαγαζί του. Με αυτήν δεν έκανε παιδιά. Ήταν η καθυστερημένη του εφηβεία που αναδύθηκε, ή ίσως ο έρωτας, αφού και τη γυναίκα του ακόμη την είχε διαλέξει με προξενιό ο πατέρας του. Για να ενώσουν τις περιουσίες τους με έναν συνάδελφό του, λαδέμπορο και αυτόν και κατά σύμπτωση επίσης Γρηγόρη στο όνομα και στην ουσία. Ο Γρηγόρης λοιπόν έτρεχε, τώρα αν έκανε και κάτι άλλο κανείς με βεβαιότητα δεν μπορεί να το υποστηρίξει. Μια γυναίκα μαρτύρησε ότι τον είχε δει ένα καυτό καλοκαιρινό μεσημέρι να κάνει μπάνιο στην παραλία, αλλά και αυτό αναιρέθηκε σύντομα, αφού εκτός του ότι δεν έβλεπε καλά - είχε κάνει εγχείρηση στα μάτια της πρόσφατα -, την ίδια ώρα ο ήρωάς μας τραπέζωνε κάποιους Ιταλούς εμπόρους σε ψαροταβέρνα στην προκυμαία. Ένας άλλος είπε ότι τον πέτυχε βράδυ να ψαρεύει στο λιμάνι, αλλά από μεθυσμένο που δε βλέπει τη μύτη του μην περιμένεις αλήθεια. Την τελευταία φορά που κάτι ακούστηκε ήταν από ένα βοσκό , ότι δήθεν μάζευε σπαράγγια στο ρέμα δίπλα στον άγιο Σώστη. Παραμύθια, σπαράγγια στο κατακαλόκαιρο. Μάλλον πρέπει να δωροδοκήθηκε από τον Ταχή, διότι με βάση το μάρκετινγκ, όπως το είχε καταλάβει από ένα άρθρο σε μια οικονομική εφημερίδα, έκρινε και αυτός ότι έπρεπε να αποκτήσει φιλικότερο στο εμπορικό και καταναλωτικό κοινό πρόσωπο. Έτσι έβλεπε τους συνανθρώπους του. Και πολλά πολλά δεν είχε με κανέναν. Μόνο πάνω στη δουλειά. Εκεί ήταν εξπέρ. Πέραν τούτου όμως μηδέν. Πόλεμος στη Σερβία, δεν βαριέσαι. Όπως έλεγε απερίφραστα και ο ίδιος:
- Εμένα εκτός της οικογενείας μου και της τσέπης μου δεν με ενδιαφέρει τίποτα άλλο.
Ήταν άλλωστε και ο λόγος που τον έκανε τόσο αυτόν όσο και την οικογένειά του κυρίους στην τοπική μας κοινωνία. Νομοταγείς και ευϋπόληπτους πολίτες. Ψήφιζε αστικά κόμματα και μάλιστα ενίσχυε οικονομικά και κάποιους βουλευτές στο νομό. Αυτή ήταν και η μόνη φιλανθρωπία που έκανε, αν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι ο τζόγος όπως ο ίδιος αποκαλούσε την εν λόγω χρηματοδότηση.
- Άλλος με το χρηματιστήριο, άλλος με τις εκλογές, έλεγε γελώντας. Στο κάτω-κάτω έχω μεγαλύτερη ασφάλεια για το κεφάλαιό μου, υψηλότερους τόκους και σίγουρη επένδυση.
Κάποτε έδωσε όμως για την αποπεράτωση μιας εκκλησίας. Αν και μετά από χρόνια σε μια ζάλη του ο παπάς αποκάλυψε ότι τον είχε υποχρεώσει αυτόν και άλλους ενορίτες να του πουλήσουν το λάδι τους σε εξευτελιστική τιμή. Έδινε δάνεια, με τόκους μικρότερους των τραπεζών βεβαίως και άμα δεν είχες να τον ξεχρεώσεις σου έκανε κατάσχεση αδιαφορώντας για την συνέχεια. Όχι τη δική του, αφού τα ήξερε όλα ή έτσι τουλάχιστον απαντούσε σε όποιον έκανε το λάθος να τον ορμηνέψει για οτιδήποτε. Όπως τότε που η θεία του, από την μάνα του, η χήρα, βλέποντάς τον να τρέχει αλύπητα του φώναζε μέσα στο μαγαζί του:
- Πού τρέχεις παιδάκι μου, τι τρέχεις έτσι και πας σαν πιωμένος στο ραντεβού;
Αυτό του το έλεγε συχνά. Ποτέ δεν τη ρώτησε για ποιο ραντεβού του μιλούσε, υπέθετε πάντοτε ότι η θεία ήξερε το πρόγραμμα της ημέρας του. Η θεία του δεν ήξερε ούτε τι μέρα είναι, τουλάχιστον από τότε που εκτελέστηκε το μονάκριβο παιδί της στον εμφύλιο. Ήξερε μόνο αυτά που ήθελε, και ο Γρηγόρης, όσο κι αν ποτέ δεν της έδωσε καμιά ιδιαίτερη σημασία, της θύμιζε το γιο της, σαν εικόνα έστω που η συγγένεια μόνο μπορεί να δώσει. Την ένοιαζε αυτό το παιδί. Όμως δεν άκουγε κανέναν.
- Τι βιάζεσαι, παιδάκι μου, του έλεγε ξανά και ξανά. Το μόνο σίγουρο είναι το ραντεβού σε αυτήν την ζωή.
Αλλού ο Γρηγόρης. Πάει, τα έχασε η θεία μου, έλεγε όταν την άκουγε να του φωνάζει και συνέχιζε να τρέχει για να προλάβει το κύλισμα των νομισμάτων και το κατρακύλισμα της ουσίας της ζωής του. Ώσπου μια μέρα τρέχοντας έφτασε στο μαγαζί. Τρέχοντας άνοιξε την μηχανή, είχε κρατήσει την ίδια με τον πατέρα του. Τρέχοντας άνοιξε το κουτί με τα λεφτά. Μέτρησε, χαμογέλασε και έπεσε πάνω τους. Σε μια στιγμή έφυγε τρέχοντας στο πιο προσωπικό του ραντεβού, το ραντεβού του θανάτου. Ο Γρηγόρης ο ταχύς, όπως γρήγορα γεννήθηκε κατά πως έλεγε ο πατέρας του, γρήγορα έφυγε όπως όλοι συμφωνήσαμε τη μοναδική μέρα που μας κέρασε καφέ, τον πιο πικρό όπως και να 'χει, στην πλατεία της πάνω πόλης.
Ο μπάρμπα Μήτσος έστριψε τσιγάρο, κοίταξε κατά τη θάλασσα και αναρωτήθηκε αν ο γιος του έπιασε τίποτα με τα δίκτυα.
Χαιρετηθήκαμε και ο καθένας έφυγε για τον κόσμο του.


-------------
* Το διήγημα δημοσιεύτηκε στη συλλογή Φώτης Αδάμης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Δ. Γ. Μαγριπλή), «Μαθήματα Κηπουρικής και άλλα διηγήματα», Σοκόλης, Αθήνα 2007.

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2008

Παύλου Φουρνογεράκη, ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΖΑΚΥΝΘΙΝΗ ΤΕΧΝΗ

Αγνώστου, Προσκύνηση των Μάγων, 18ος αι. Ξυλογλυπτική από το τέμπλο του ναού του Σωτήρος στο Καλλιπάδο.


Αγνώστου, Προσκύνηση των Μάγων, 18ος αι. Ναός Αγίου Διονυσίου Διαστ 47,5 διάμετρος, Αβγοτέμπερα.

Η Γέννηση. Διαστ. 0,50χ0,41 εκ. χωρίς πλαίσιο - 0,85χ0,72 εκ. με το πλαίσιο. Δωρίθηκε από τη Θάλεια Κολυβά το 1975.
Περιγραφή: Στο μέσο της παράστασης εικονίζεται η σκηνή της Γέννησης, η οποία διαδραματίζεται μέσα σε σπηλιά που βρίσκεται στις παρυφές ενός όρους. Μπροστά από τη σπηλιά ο Ιωσήφ συνομιλεί με ένα βοσκό. Πίσω από το βουνό και αριστερά, άγγελος ευαγγελίζει ένα βοσκό, ενώ στο βάθος ένα σπίτι και θάλασσα. Στην πάνω δεξιά γωνία της εικόνας μέσα σε νεφέλη όμιλος αγγέλων. Στο πρώτο επίπεδο χλόη και δέντρα. Το πλαίσιο της εικόνας είναι ξυλόγλυπτο, επίχρυσο.

Νικόλαος Καντούνης: Η Βάπτιση. 18ος-19ος αι Από το ναό Αγίων Αναργύρων. Διαστ 143x66x1,5 Λάδι σε ξύλο.

Νικ. Κουτούζης: Η προσκύνηση των ποιμένων. Από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνα του Φλαμπουριάρη. Διαστ 187,5x139,5. Λάδι σε μουσαμά.Τέλη του 18ου αι.


«Η τέχνη στη Ζάκυνθο αποτέλεσε δύναμη αναζωογονητική και γνήσια έκφραση της τοπικής παράδοσης, αλλά είχε και πολλές περιπέτειες, λόγω των καταστρεπτικών σεισμών, που προκαλούσαν ζημιές σε εκκλησίες και άλλα μνημεία και χρειάστηκε η γνώση, το πάθος και η επιμονή αρκετών ανθρώπων για να αναστηλώσουν, να επισκευάσουν και να διασώσουν μνημεία τέχνης μέχρι τις μέρες μας. Τα περισσότερα έργα εκκλησιαστικής τέχνης που διασώθηκαν από τον καταστρεπτικό σεισμό και τη φωτιά του 1953 βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο Ζακύνθου, στο Μουσείο μονής Αγίου Διονυσίου και Στροφάδων ενώ στο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων βρίσκονται έργα από δωρεές κυρίως, τόσο εκκλησιαστικής όσο και κοσμικής ζωγραφικής. Τα έργα αυτά μας δίνουν μια ολοκληρωμένη ιδέα για την πορεία της τέχνης στη Ζάκυνθο και δεν θα ήταν υπερβολικό να πούμε ότι «το καλλιτεχνικό κέντρο της Επτανήσου πρέπει να θεωρηθεί ανεπιφύλακτα η Ζάκυνθος, όχι μόνο γιατί παρά τις συχνές καταστροφές από τους σεισμούς εξακολουθεί να συγκεντρώνει μέχρι σήμερα τα περισσότερα και χαρακτηριστικότερα έργα της περιόδου του 18ου και 19ου αιώνα, αλλά ακόμη γιατί αυτή έγινε το κύριο ορμητήριο ιδιαίτερα αξιόλογων ζωγράφων, όπως ο Παναγιώτης και ο Νικόλαος Δοξαράς, ο Νικόλαος Κουτούζης κι ο Νικόλαος Καντούνης, που με την πλατειά τους δραστηριότητα έδωσαν τον τόνο σ’ ολόκληρο τον επτανησιώτικο χώρο.»[1]
Στη Ζάκυνθο του 16ου και 17ου αιώνα για κάποιο διάστημα συνυπάρχουν η «κρητοβυζαντινή» σχολή ζωγραφικής με τη σχολή που αργότερα θα ονομαστεί «επτανησιακή». Μέσα στο καινούργιο φιλοπρόοδο περιβάλλον οι πιο ανήσυχοι και ζωντανοί καλλιτέχνες εγκαταλείπουν σιγά-σιγά την προσπάθειά τους για την επιβίωση της τέχνης στην παλιά της μορφή και επιδιώκουν να συνυπάρχει στο έργο τους το παλιό με το νέο. Η βαθμιαία αυτή προσαρμογή κλιμακώνεται στο διάστημα δύο αιώνων και φανερώνεται πιο έντονα με το Μιχαήλ Δαμασκηνό για να καταλήξει στον Παναγιώτη Δοξαρά. Αν θεωρηθεί ότι ο «ιταλίζων» 18ος αιώνας είναι το απόγειο του «μανιερισμού» στην Επτάνησο, η πριν από αυτή περίοδος (16ος–17ος αι.) θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «προμανιεριστική». Με το πέρασμα του χρόνου η ροπή της ζωγραφικής προς το φυσιοκρατισμό γίνεται όλο και πιο αισθητή. Η έκφραση των προσώπων παίρνει πιο ρεαλιστικό χαρακτήρα, η κίνηση γίνεται πιο τολμηρή, τα ενδύματα νεωτερίζουν. Οι άκαμπτες και καθιερωμένες κινήσεις σχεδόν εγκαταλείπονται, το στυλ αποκτά χάρη και κομψότητα. Το τοπίο καθώς και η ανατομική απόδοση χάνουν το γεωμετρίζοντα συμβολικό χαρακτήρα τους. Το χρώμα βασίζεται πρωταρχικά σε ζεστές κλίμακες και ο ουδέτερος χρυσός κάμπος που συμβόλιζε το άπειρο μεταμορφώνεται σε φυσικό τοπίο. Ο άνθρωπος από τον ουρανό ξανάρχεται στη γη.
[2]
Στην αφετηρία της Επτανησιακής Σχολής βρίσκεται μια καθοριστική φυσιογνωμία, ο Παναγιώτης Δοξαράς, απόγονος της παλιάς ομώνυμης οικογένειας της Ζακύνθου, που η αρχική προέλευσή της ήταν από το Μοριά (Μάνη), εκτός από την πρακτική άσκηση της ζωγραφικής, επιδιώκει και τη θεωρητική θεμελίωση του καλλιτεχνικού του πιστεύω. Έτσι μεταφράζει το έργο του Leonardo Da Vinci “Trattato della pittura” μαζί με άλλα μικρότερα έργα των L. B. Alberti, A. Pozzo και P. Segneri και παράλληλα γράφει μια δική του πρωτότυπη μελέτη με τον τίτλο «Περί ζωγραφίας». Πρόθεσή του είναι η σύνδεση με τα ευρωπαϊκά και ειδικότερα με τα ιταλικά πρότυπα ζωγραφικής. Ανάμεσα στους σημαντικότερους επτανήσιους ζωγράφους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα υπάρχει σχέση δασκάλου-μαθητή, με τη σειρά Παναγιώτης Δοξαράς (1662-1729), Νικόλαος Δοξαράς (1700/6-1775), Νικόλαος Κουτούζης (1741-1813), Νικόλαος Καντούνης (1767-1834). Η ιταλική ζωγραφική αποτελεί κοινό σημείο αναφοράς. Οι καλλιτέχνες αυτοί κινούνται και δημιουργούν αποκλειστικά στον περιορισμένο γεωγραφικό χώρο της Επτανήσου.
[3]
Η επτανησιακή ζωγραφική, αλλά και τα γράμματα και οι άλλες τέχνες, ό,τι δηλαδή συνθέτει τον επτανησιακό πολιτισμό, είναι το φυσικό αποτέλεσμα του πολιτικού και κοινωνικού πλαισίου στο οποίο αναπτύχθηκαν. Από τον Παναγιώτη Δοξαρά μέχρι τον Νικόλαο Καντούνη διαπιστώνεται η μεγάλη επίδραση του μανιερισμού, του μπαρόκ και της φλαμανδικής ζωγραφικής στον τρόπο έκφρασης. Εγκαταλείπεται η τεχνική της αυγοτέμπερας και επικρατεί η ελαιογραφία, εισάγονται στοιχεία της κοσμικής τέχνης, αποτυπώνεται η έκφραση έντονων συναισθημάτων, εισάγονται νέοι εικονογραφικοί κύκλοι με την επίδραση της Αντιμεταρρύθμισης, ενώ στους ναούς μεγάλοι πίνακες αντικαθιστούν τις τοιχογραφίες. Γι’ αυτό και σύμφυτο με την υπόσταση της Επτανησιακής Σχολής είναι και το πρόβλημα της «κλειστότητάς» της. Πραγματικά η αδυναμία να περάσει τις κατακτήσεις της και στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο της δίνει το χαρακτήρα ενός λαμπρού, αλλά τοπικού φαινομένου. Πιθανά αίτια είναι ότι κατά τον 18ο αιώνα, και τις αρχές του 19ου, που η επτανησιακή ζωγραφική δίνει τα μεγαλύτερα επιτεύγματά της, η πνευματική επικοινωνία με την κατακτημένη από τους Τούρκους Ελλάδα είναι ουσιαστικά ανέφικτη όχι τόσο επειδή η επτανησιακή ζωγραφική στάθηκε ξένη στο ελληνικό θρησκευτικό αίσθημα, όσο λόγω της πολιτικής κατάστασης που δεν ευνοούσε την επικοινωνία
[4]». [5]
Ο Χριστός γεννήθηκε το έτος 6 ή 7 π.χ. στη Βηθλεέμ. Τότε αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο Οκταβιανός Αύγουστος και βασιλιάς στην Ιουδαία ο Ηρώδης. Σημειωτέον ότι στα Ευαγγέλια υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες σχετικά με το χρόνο γέννησης του Χριστού. Τα Ευαγγέλια ήταν φιλολογικό μυθιστορικό είδος που δημιουργήθηκε από την πρωτοβουλία του Μάρκου για τις ανάγκες του κηρύγματος. Τα κείμενα αυτά δεν αποτελούν «βιογραφίες» του Ιησού. Αυτή την εποχή ο Ρωμαϊκός κόσμος περνούσε μια βαθιά ηθική κρίση. Κατά τον Απ. Παύλο η κρίση αυτή είχε πνευματικά αίτια. Ο κόσμος αστόχησε στη σοφία, διέστρεψε τη λογική και λάτρεψε τα είδωλα. Έτσι ήλθε το πλήρωμα του χρόνου για την έλευση του Υιού του Θεού στη γη. Είναι ένα χαρμόσυνο γεγονός που αναγγέλλεται και υμνείται από τους αγγέλους και λαμπρύνεται από το συμβολικό φως του αστέρα. Η γέννηση γίνεται σε φάτνη, σε σπήλαιο στις παρυφές ενός όρους με τον πιο απλό και λιτό τρόπο. Άγγελοι ευαγγελίζουν τους ποιμένες που είναι οι πρώτοι προσκυνητές και Μάγοι («Χαλδαίοι», σοφοί αστρονόμοι που συμβολίζουν τα έθνη) προσέρχονται να προσκυνήσουν προσφέροντες δώρα. Αργότερα ο Ιησούς βαπτίζεται από τον Ιωάννη στον Ιορδάνη ποταμό.
Αυτά τα σημαντικά γεγονότα τροφοδοτούν τη ζακυνθινή εκκλησιαστική τέχνη τα χαρακτηριστικά της οποίας προαναφέρθηκαν. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι σε τέμπλα εκκλησιών, όπως εκείνο της εκκλησίας του Σωτήρος στο Καλλιπάδο, η ζωή του Χριστού παριστάνεται και σε ξυλόγλυπτη μορφή, χαρακτηριστικό δυτικής επίδρασης.
Στη Βιβλιοθήκη του 2ου Λυκείου Ζακύνθου, δίπλα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο και τη σχετική έκθεση βιβλίου και υπό χριστουγεννιάτικη μουσική υπόκρουση προβάλλουμε σε πρόγραμμα power point 22 εικόνες ζακυνθινής χριστουγεννιάτικη τέχνης. Ένα μικρό δείγμα είναι και οι πέντε εικόνες που αναρτώνται εδώ στην ιστοσελίδα.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Αλκ. Γ. Χαραλαμπίδη, Συμβολή στη μελέτη της εφτανησιώτικης ζωγραφικής του 18ου και 19ου αιώνα, Ιωάννινα, 1978, σελ. 11.
[2]Τ. Σπητέρη, Τρεις αιώνες νεοελληνικής τέχνης, 1660-1967, Αθήνα 1979, σελ. 61.
[3] Αλκ. Γ. Χαραλαμπίδη, Συμβολή στη μελέτη της εφτανησιώτικης ζωγραφικής του 18ου και 19ου αιώνα, Ιωάννινα, 1978, σελ. 12.
[4] Αλκ. Γ. Χαραλαμπίδη, Συμβολή στη μελέτη της εφτανησιώτικης ζωγραφικής του 18ου και 19ου αιώνα, Ιωάννινα, 1978, σελ. 13.
[5] Τεκμηριωμένο υλικό από το έργο ψηφιοποίησης που εκτελείται στο Μουσείο Μουσείου Σολωμού κι Επιφανών Ζακυνθίων-ευγενική παραχώρηση της κυρίας Αικ. Δεμέτη, διευθύντριας του Μουσείου.

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2008

Νίκου Αρβανιτάκη, ΖΑΚΥΝΘΙΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ

Τους τελευταίους τρεις αιώνες έχουν διαμορφωθεί στη Ζάκυνθο από τους δημιουργικούς και βαθιά θρησκευόμενους κατοίκους της ποικίλα και μοναδικά έθιμα που έχουν σχέση, κυρίως, με τον εορταστικό κύκλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας.. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα Χριστουγεννιάτικα έθιμα του νησιού, που και στις ημέρες αυτές υπάρχει μία ιδιαιτερότητα και πρωτοτυπία, θα λέγαμε, από άλλες περιοχές του ελλαδικού χώρου.

Βέβαια πριν από τον εορτασμό της μεγάλης αυτής ημέρας για το χριστιανικό κόσμο, των Χριστουγέννων, προηγείται ένα σαραντάημερο νηστείας και ψυχοπνευματικής προετοιμασίας, το οποίο ξεκινάει από τις 14 Νοεμβρίου (αγίου Φιλίππου) ως και την παραμονή των Χριστουγέννων (24 Δεκεμβρίου).


Κατόπιν ακολουθεί το "Δωδεκαήμερο" ή "Δωδεκάμερο" (25 Δεκεμβρίου - 5 Ιανουαρίου) με το γνωστό ερχομό των καλικάντζαρων, που θα κάνουν ένα σωρό πειράγματα και αταξίες στους ανθρώπους, ώσπου να τους διώξει η αγιαστούρα του παπά την παραμονή της εορτής των Φώτων, σύμφωνα με την όμορφη και πλούσια λαογραφική αναφορά των ημερών.


Στη Ζάκυνθο, όμως, θα μπορούσαμε να πούμε ότι όλο το βάρος του εορταστικού αυτού "Δωδεκαήμερου" επικεντρώνεται στην πρώτη ημέρα, δηλ. στην Παραμονή των Χριστουγέννων.


Η ημέρα αυτή και για ακριβολογούμε το βράδυ αυτό, αποτελεί ένα σημαντικό ορόσημο στις ζακυνθινές οικογένειες, που συνδυάζεται αρμονικά το θρησκευτικό - λατρευτικό στοιχείο μαζί με το οικογενειακό στοιχείο της αγάπης, της θαλπωρής, της ζεστασιάς και της ενότητας.


Δεν υπάρχει Ζακυνθινός το βράδυ αυτό που να μην είναι με την οικογένειά του, ή (σε σπάνιες περιπτώσεις) σε κάποιο άλλο (συγγενικό όμως) σπίτι και να μην κόψουν όλοι μαζί την πατροπαράδοτη χριστοπαραμονιάτικη κουλούρα.


Το κόψιμο της χριστοπαραμονιάτικης κουλούρας (και η όλη ιεροτελεστία που επιτελείται) είναι ένα έθιμο βαθιά ριζωμένο μέσα στη ζωή των Ζακυνθινών και δεν συναντάται σε άλλες περιοχές της χώρας μας (ούτε στα υπόλοιπα Επτάνησα). Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς και για πoίο λόγο ξεκίνησε. Η αρχή του χάνεται στην περίοδο της Ενετοκρατίας. Πιθανόν να έχει εκεί την προέλευσή του και να έχει προσαρμοστεί από τους κατοίκους του νησιού, κατάλληλα και σύμφωνα με τις δικές τους ανάγκες και απαιτήσεις.


Οι Ζακυνθινοί δεν έκοβαν κουλούρα ή όπως λέγεται βασιλόπιτα την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Τότε γυρνούσαν παρέες με μουσικά όργανα και έλεγαν τους περίφημους "Αϊ-Βασίληδες", δηλ. ζακυνθινά κάλαντα Πρωτοχρονιάς, τα οποία συνέθεταν οι ίδιοι. Στα σπίτια, το βράδυ της παραμονής, έφτιαχναν τις πεντανόστιμες τηγανίτες ή μπλαούνες, με αλεύρι και νερό, τηγανισμένες σε «νιο» λάδι και τις έτρωγαν βουτημένες σε πετιμέζι (=βρασμένος μούστος σταφυλιών). Αλλά για τα έθιμα της ζακυνθινής Πρωτοχρονιάς θα αναφερθούμε σε άλλο μας σημείωμα.


Η χριστουγεννιάτικη ζακυνθινή κουλούρα έχει μια ξεχωριστή συνταγή, που της δίνει μια υπέροχη γεύση και νοστιμιά. Ήδη χαράματα της προπαραμονής των Χριστουγέννων η νοικοκυρά έχει ξεκινήσει το ζύμωμα και εν συνεχεία το κάψιμο του χωριάτικου φούρνου με ξερά λιόκλαρα για το ψήσιμο των χριστόψωμων (κουλούρων).


Με ιδιαίτερη φροντίδα και μαεστρία στο ζύμωμα και στη σωστή δοσολογία, βάζει μέσα στην ξύλινη σκάφη του ζυμώματος άχνη (=αλεύρι πολύ καλής ποιότητας) κοσκινισμένη σε ψιλό κόσκινο, γλυκάνισο, ζάχαρη, κανελογαρούφαλα, καρύδια, μαύρη και άσπρη σταφίδα, κρασί και λάδι κατά το ζύμωμα, καρύδια, αμύγδαλα, σουσάμι και μικρά κουφετάκια (τα διαολίνια) πάνω, μετά το ψήσιμό της στο φούρνο. Έχει φροντίσει, από μέρες πριν, να έχει εφοδιαστεί όλα τα προαναφερόμενα υλικά από τα μαγαζιά της Χώρας και ιδιαίτερα αυτά που δεν παράγει στο σπίτι της (τα σπιτσοπίπερα).


Αφού κάμει το σταυρό της και σταυρώσει τρεις φορές τα υλικά μέσα στη σκάφη "αναχερίζει" το προζύμι και αργότερα ζυμώνει τα χριστόψωμα με πολύ τέχνη και κόπο . Ένα ξεχωριστό χριστόψωμο με τρύπα στη μέση θα είναι η περίφημη χριστοπαραμονιάτικη ζακυνθινή κουλούρα, που μέσα της βάζει ένα ασημένιο ή χρυσό νόμισμα ("το ηύρεμα"). Επίσης έχοντας υπολογίσει τα κομμάτια που θα κοπούν, βάζει σε ίσες αποστάσεις μικρά αμύγδαλα.


Την Παραμονή λοιπόν των Χριστουγέννων, μόλις αρχίζει να βραδιάζει, μαζεύονται όλοι στο σπίτι, γύρω από το εορταστικό αλλά με νηστίσιμα φαγητά τραπέζι. Μοναδικό φαγητό για δείπνο είναι τα μπρόκολα, που τα έχουν προμηθευτεί έγκαιρα, ελιές, κρασί, κ.ο.κ.


Μαζεύονται όλα τα μέλη της οικογένειας απαραίτητα και σπανιότατα κάποιοι συγγενείς ή στενοί φίλοι, που για διάφορους σοβαρούς λόγους (π.χ. πένθους) δεν θα κόψουν κουλούρα εκείνη τη χρονιά στο δικό τους σπίτι. Ο "αρχηγός" της οικογένειας (ο παππούς ή ο πατέρας) σηκώνει επιβλητικά την κουλούρα και αφού την κρατήσουν όλοι μαζί, κατευθύνονται στη "γωνιά" ή στο τζάκι, που καίει η φωτιά.


Εκεί, βάζοντάς την πάνω σε δύο αναμμένους δαυλούς, που τους έχει τοποθετήσει σε σχήμα σταυρού, ρίχνει από το κενό της κουλούρας λάδι και κρασί τρεις φορές, ενώ όλοι μαζί ψάλλουν με κατάνυξη το απολυτίκιο των Χριστουγέννων («Η γέννησίς Σου, Χριστέ, ο Θεός ημών, ....»). Η μητέρα κρατώντας το λιβανιστήρι, θυμιατίζει το σπίτι "για το καλό".


Στη συνέχεια, με τον ίδιο τρόπο, επιστρέφουν στο τραπέζι και ο νοικοκύρης ξεκινώντας από κάποιο τυχαίο σημείο, αρχίζει να κόβει ίσα κομμάτια από τα αριστερά προς τα δεξιά. Το πρώτο είναι του Χριστού ή του φτωχού, το δεύτερο του σπιτιού και τα άλλα των υπολοίπων μελών της οικογένειας ή των παρευρισκομένων μετά, πάντα κατά σειρά ηλικίας, από τον μεγαλύτερο στον πιο μικρό. Μεγάλη είναι η αγωνία όλων και ιδιαίτερα των μικρών, για να δουν σε ποιόν θα πέσει το "ηύρεμα". Όποιος το βρει, αφού το ασπαστεί, το τοποθετεί στο εικονοστάσι και θεωρείται ο τυχερός της χρονιάς που έρχεται.


Τα παλιά χρόνια την ώρα που ψαλλόταν το απολυτίκιο των Χριστουγέννων, οι νέοι έριχναν τουφεκιές στον αέρα, τα λεγόμενα "σμπάρα" και έλεγαν "για τον Ηρώδη". Σήμερα έχει επικρατήσει να ρίχνουν οι πιο πολλοί τις τουφεκιές αμέσως μετά την ανεύρεση του "ηυρέματος". Οπότε όταν ακούγονται μέσα στη χειμωνιάτικη νύχτα, λένε οι άλλοι μεταξύ τους: "Άκου, αυτοί την κόψανε, ...".


Την άλλη ημέρα, αφού όλη η οικογένεια επιστρέψει από την εκκλησία, που υποχρεωτικά θα πάνε, κάθονται στο εορταστικό χριστουγεννιάτικο τραπέζι, με το όμορφο τραπεζομάντιλο και τον απαραίτητο διάκοσμο, για να φάνε τη βραστή γαλοπούλα ή το βοδινό κρέας με αλάτι και πιπέρι, καθώς και το λαχταριστό αυγολέμονο.


Στο μαγείρεμα του αυγολέμονου οι νοικοκυρές βάζουν όλη τη μαεστρία τους και προσέχουν μην τους "κόψει", δηλαδή να "δέσει" το ρύζι με το χτυπημένο αυγό και λεμόνι. Συνήθως χρησιμοποιούν δύο είδη κρεάτων για να γίνει πιο παχύ και δυνατό. Ιδιαίτερος μεζές για τους μερακλήδες καλοφαγάδες αποτελεί η "μάμα γάλου" την ημέρα αυτή. Το όλο γεύμα ακολουθείται και από τα ονομαστά σπιτίσια βαρελίσια κρασιά.


Την επόμενη ημέρα, της Παναγίας, το μεσημεριανό τραπέζι συμπεριλαμβάνει κρέας γαλοπούλας ή χοιρινού στο φούρνο με τις νοστιμότατες πατάτες.


Δεν υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες μαρτυρίες για ζακυνθινά χριστουγεννιάτικα κάλαντα. Οι Ζακυνθινοί δεν έλεγαν κάλαντα την Παραμονή των Χριστουγέννων. Άλλωστε ποίος είχε μυαλό τέτοια ημέρα για να βγει και να πει κάλαντα; Όλοι προετοιμάζονταν και περίμεναν το κόψιμο της κουλούρας. Κάλαντα και μάλιστα σε μεγάλη ποικιλία, ( τους "Αϊ - Βασίληδες"), έχουμε, όπως προαναφέραμε, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς.


Η ζακυνθινή χριστοπαραμονιάτικη κουλούρα, σύμφωνα με μια παλιά τοπική παράδοση, που μας την διέσωσε ο Λεωνίδας Ζώης [1865 - 1956], στο Ιστορικό και Λαογραφικό Λεξικό του, συμβολίζει το άστρο της Βηθλεέμ, που οδήγησε τους τρεις Μάγους στο Σπήλαιο της Γέννησης. Το "ηύρεμα" συμβολίζει το Θείο Βρέφος. Οι αναμμένοι δαυλοί σε σχήμα σταυρού συμβολίζουν τον Αδάμ και την Εύα, που καίγονται στην κόλαση. Το κρασί και το λάδι, που ρίχνει ο σπιτονοικοκύρης στη φωτιά από το κέντρο της κουλούρας, συμβολίζουν τα δώρα των Μάγων. Η φλόγα που φουντώνει στιγμιαία, δείχνει την Ανάσταση του Ιησού και την απολύτρωση των Πρωτοπλάστων. Τέλος οι πυροβολισμοί που ρίχνονται και λένε "για τον Ηρώδη", δείχνουν την αγανάκτηση των ανθρώπων για τον καταχθόνιο διώχτη του νεογέννητου Χριστού.


Ο ποιητής Γιάννης Τσακασιάνος [1854 - 1908] στο ποίημά του "Ζακυθινός Σπουργίτης" (1884), αναφερόμενος στα "αντέτια" [δηλ. στα έθιμα] του πολυαγαπημένου του νησιού, λέει για το κόψιμο της κουλούρας:


"Πού αλλού σε κόβουν με χαραίς, με σμπάρα και με ούρρα,
χριστοπαραμονιάτικη του τόπου μου Κουλούρα;"

Καλά Χριστούγεννα!

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2008

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή, ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΚΗΠΟΥΡΙΚΗΣ (διήγημα)

Κοίταξε και ξανακοίταξε επίμονα. Μέσα σε ένα κομμάτι καθρέπτη έβλεπε το χρόνο να κυλάει στα μονοπάτια του έσω εαυτού του. Αργά αλλά σταθερά, σαν ένα ποτάμι που διασχίζει το στέρεο μέχρι να συναντηθεί με την αλμυρή του φύση. Η ζωή του όλη έμοιαζε μια ατελείωτη διαδρομή που ήξερε όμως το τέλος της. Όταν τον ρώταγες, πάντοτε σου απαντούσε αινιγματικά για κάποιο ραντεβού αφήνοντας αδιευκρίνιστο όμως το πότε το πού και το πώς. Κάποτε τον πίεσα ιδιαίτερα και μου ομολόγησε ότι τούτο το προνόμιο το έχουν μόνο οι άγιοι. Άλλαξε την κουβέντα και μου έδειξε επίμονα ένα σπουργίτι που χαριεντιζόταν με τα φύλλα μιας κατάνθιστης ελιάς.
Εκείνη την ημέρα κλάδευε τα ιερά δένδρα. Ήταν όλο χαρά . Πίστευε πολύ σε τούτο που έκανε. Μου έλεγε ξανά και ξανά :
- Όπως ο γιατρός Φώτη, καθαρίζεις τα ξερά, κόβεις τα περσινά κλαριά, την πειράζεις τόσο ώστε να σου αρέσει, αλλά και να περνάει με ανοιγμένα τα φτερά του όποιο μικρό πετούμενο το επιθυμήσει να κάνει τα νάζια του στον άνεμο.
Παράξενος άνθρωπος. Δεν το έκανε, όπως και τίποτα ίσως για κέρδος και ίδιον όφελος. Απλά ήταν υποχρέωσή του απέναντι στην ομορφιά που τον περιέβαλλε να την υπηρετεί με ευλάβεια. Δεν υπήρχαν για αυτόν παραγωγικά και μη παραγωγικά δένδρα, την ίδια αξία είχε κάθε τι στον κήπο του. Όσο κι αν θύμιζε αγροτική έκταση, μόνο αγρότη δεν μπορούσες να τον πεις, αφού και κείνος δήλωνε δάσκαλος όταν του θύμιζες την ζωή του πριν από την σύνταξη. Άλλωστε εκείνο που είχε ιδιαίτερη βαρύτητα ήταν ο τρόπος που πλησίαζε την πλάση, στον βαθμό που θύμιζε μαζί του εκκλησία στην διάρκεια λειτουργικού μυστηρίου.
Ένα δειλινό τα έχασα. Ήταν δίπλα στην ρεματιά και κοίταζε την πρόοδο μιας κουτσουπιάς. Άνοιξη και η εν λόγω είχε ντυθεί στα πιο λαμπρά της άνθη. Παπάς μπροστά στην ιερά πύλη ο δάσκαλος. Δεξιός ψάλτης λαλούσε ένας κρυμμένος κότσυφας και αριστερός το κελάρυσμα του ξεροπόταμου, που ακόμη συναντούσε στο έβγα του την ήρεμη θάλασσα, πριν την καλοκαιρινή του απουσία. Το εκκλησίασμα, μια σειρά από κλήματα με φορεμένα τα φρέσκα τους φυλλώματα και συλλειτουργοί του κάποιες ελιές ντυμένες στα πλούσια καταπράσινα άμφιά τους, ως δεόμενοι με τα χέρια ψηλά και ανοιχτά τα κλαδιά τους για να δεχτούν την βραδινή δρόσο. Γύρισε, με κοίταξε με γλυκύτητα γνέφοντάς μου να πλησιάσω σιωπηλά όπως ταιριάζει σε ακούσματα που έρχονται κατευθείαν από το φως. Μείναμε άφωνοι για ώρα και υποδεχθήκαμε όλοι μαζί την νύχτα που σκέπασε τις εικόνες της μέρας με το μαύρο της φόντο. Ακούστηκε το πρώτο τριζόνι και βγήκαμε στον δρόμο για τον γυρισμό ακολουθώντας το μονοπάτι με τις πυγολαμπίδες. Ευχέτις της νύχτας ακούστηκε από μακριά ο γκιόνης και η μαγεία διακόπηκε από το αιώνια μωρουδίστικο φέρσιμο των σκυλιών που τρέξανε να υποδεχτούνε τους ερχόμενους. Χάιδεψα λίγο τα ζώα και έφυγα. Κείνη την φορά δεν είπαμε τίποτα, αν και η σιωπή μας λαλίστατη περιέγραφε με τα πιο ζωντανά της σύμβολα το μεγαλείο της ανθρώπινης επικοινωνίας, απεγκλωβισμένης από την ανάγκη των ήχων και των κινήσεων. Σπάνια στιγμή, όπως και τότε που χωρίς να το ξέρει τον παρατηρούσα να περιποιείται τις τριανταφυλλιές του. Ήταν τέλη Γενάρη, ο ουρανός φορτωμένος αλλά άνυδρος και ο κηπουρός
σκυμμένος μίλαγε και ανάσαινε στον ίδιο ρυθμό, άγνωστο για μένα αλλά σαφώς ερωτικό και περιέργως χαλαρωτικό για την αστική μου φύση. Με βρήκε με τα μάτια του σαν να το ήξερε ότι ήμουνα εκεί ώρα, με καλωσόρισε και πήγα κοντά. Τα χέρια του ήταν μες στα αίματα. Ανησύχησα και έτεινα να βοηθήσω. Χαμογέλασε και για να με καθησυχάσει μου έδειξε τα αγκάθια των λουλουδιών.
- Είναι άγρια, μου είπε, όσο κι αν τα έχουμε στους κήπους μας είναι διαφορετικά, για τούτο δεν ξέρουν να φερθούν ανθρώπινα στην αγάπη που θέλουν να σου προσφέρουν.
Μου έδειξε πως τις κλαδεύουμε κι όταν ενθουσιάστηκα έτρεξε από το χέρι μου κόκκινη στάλα που χάθηκε στα πέταλα ενός τελευταίου ανθού. Τότε κατάλαβα τα λόγια και συνέχισα ακολουθώντας την ανάσα του πόνου, αφιέρωση στο βωμό της θυσίας και την προσδοκία μιας ανοιξιάτικης ανάστασης που κυκλικά συντελείται στην φύση μετά την χειμερινή δοκιμασία. Και όντως κείνη την άνοιξη συναισθάνθηκα την Λαμπρή, παρέα με τις τριανταφυλλιές που ολάνθιστες και ανανεωμένες απολάμβαναν τον ήλιο της μεσσηνιακής γης.
Ήταν άλλος άνθρωπος, όπως έλεγε και ο ίδιος, παλαιϊκός. Τόσο παλιός, που μέθαγε από τα αρώματα των γερανιών όταν τα καλλώπιζε διώχνοντας τα ξερά τους φύλλα. Τι θεσπέσιο άρωμα. Μια φορά τον ακολούθησα σε αυτό το μονοπάτι της αίσθησης μέχρι που πλέον δεν άντεχα την ζάλη.
- Τα βλέπεις, μου φώναζε γελώντας, όλος ο ήλιος, η αλμύρα και ο ιδρώτας της γης μας σε μια μυρουδιά. Σε μια στιγμή. Σε μια πνοή που είναι και δική σου και αναδύεται στο ύψος του ουρανού που τα περιβάλλει και μας μαζί, σε τούτο τον χορό των υπάρξεων που πανηγυριώτικα δοξάζει τον ποιητή.
Ποτέ όμως δεν μου τον επέβαλε. Όσο κι αν τον ρώταγα επέμενε ότι μια μέρα θα μου συστηθεί μόνος του.
- Αρκεί να το θέλεις. Κάποια μέρα θα σου χαριστεί, γιατί δεν καταχτιέται αλλά χαρίζεται μέσα από τα απλά στους ταπεινούς που έχουν αρνηθεί την πιθανότητα να τον γνωρίσουν. Σαν θαύμα λοιπόν κάποια μέρα θα σου αποκαλυφθεί.
Έτσι ο μέγας κηπουρός έμενε άγνωστος, ο γνωστός μου όμως και πολύ αγαπητός δάσκαλος συνέχισε να με οδηγεί στα μονοπάτια των καλλιεργητικών μυστικών, σύμφωνα πάντοτε με τις ανάγκες και την πρόοδό μου. Όπως τότε που φορτωμένο από τα καθημερινά προβλήματα με πήρε από το χέρι και με ξενάγησε στον κήπο με τα βότανα και τα μυρωδικά του.
- Κοίτα τους ανθούς της λεβάντας, σκύψε- με παρότρυνε- και χάιδεψέ την, μύρισε την παλάμη σου.
Ήταν ένα ταξίδι. Με το πλοίο της γραμμής αρμενίσαμε: λεβαντίνη, μαντζουράνα, δυόσμος, βάλσαμο, θυμάρι, βασιλικός. Αποπλεύσαμε στα γιασεμιά κάτω από μια τεράστια στεφανωτή, δίπλα από τα μπουγαρίνια που τα κοίταζε με τα λουλουδάτα της μάτια η άοσμη μα πανέμορφη καμέλια του ξεναγού. Μετά από αυτό η ματαιότητα της καθημερινότητας φάνταζε ναυτικά μίλια μακριά. Ακόμη και στον ύπνο μου εκείνο το βράδυ έπλεα σε πελάγη ήσυχα και θάλασσες όλο καλοσύνη, χρώματα και μυρωδιές.
Μια νύχτα, θυμάμαι τον άκουσα να λέει πάω σε αγρυπνία. Υπέθεσα και γώ ότι θα κάνει προσκυνηματική έξοδο. Με τα ρούχα της δουλειάς; Αναρωτήθηκα. Τον ακολούθησα. Πήγε στο δέλτα του ποταμού, κάθισε σε στάση ξεκούρασης και αμίλητος κοιτούσε τα αστέρια. Ολόγυρα κόαζαν μυριάδες βατραχάκια.
- Προσεύχονται, μου είπε και χάθηκε ξανά με τα μάτια του ακροπατώντας στα μύρια χρωματιστά βότσαλα του ουρανού.
Ήταν μυστήριος άνθρωπος. Μοναχικός. Αν και ο ίδιος, όποτε του πρόβαλλα τις δικές μου ανασφάλειες λέγοντάς του πως ζει μόνος στην ερημιά, μου απαντούσε κοφτά.
- Ποτέ δεν είμαι μόνος. Τόσες ζωές ολόγυρα πλημμυρισμένες από τον Λόγο που χαρίζει επιπλέον σε μας την ψυχή.
Με τρόμαζε λοιπόν και αποσυρόμουνα στην δική μου ερημία, αφού πάντοτε σε τέτοιες στιγμές προσέφευγα στα φώτα της πόλης. Μα ποτέ μέσα στη θαλπωρή του νέον δεν έζησα την ησυχία που μου χάρισε, μια μέρα σκοτεινή για την ψυχή μου και ολοφώτιστη για την βοήθειά του, ο παράξενος κηπουρός.
- Σήκω πάνω, με παρακίνησε, πιάσε το νερό και έλα να ποτίσουμε τα ξινά.
Του είχα εμπιστοσύνη, έτσι ξεπέρασα την τεμπελιά της βαριάς ημέρας και αφέθηκα στην φροντίδα κάποιων άλλων υπάρξεων. Δεν έβλεπα όμως καλυτέρευση και αδημονώντας για κάτι τον κοίταξα με απορία.
- Πάρε παιδί μου μια ανάσα. Αυτό σου λείπει. Μια ανάσα.
Τι ήταν εκείνο! Όλος ο ανθός της λεμονιάς μπήκε από τα ρουθούνια, συνέχισε μια διαδρομή στα σπλάχνα μου και στύλωσε την ψυχή μέσα από την λήθη και την αισιοδοξία που προσφέρει το νέο το καινό.
- Βλέπεις πόσο απλά, ανακουφισμένος σαν να αισθανόταν αυτός την ακηδία. Πόσο μας αγαπούν τα άκακα και μας φροντίζουν απλώνοντας την ματαιότητά μας να λιαστεί στο ιαματικό λουτρό του φωτός.
Είχε ένα δικό του τρόπο να καταλαβαίνει τον κόσμο. Να ανθίζεται τον κόσμο, όπως χαριτωμένα έλεγε. Κάποτε ένας ξένος μπήκε στον κήπο του και μη διακρίνοντας, λόγω έλλειψης παιδείας προφανώς, τα λουλούδια του, πατούσε πάνω τους δοξαστικά χωρίς να καταλαβαίνει το έγκλημά του. Δεν του είπε τίποτα, τον κοιτούσε με κατανόηση ακούγοντας τα προβλήματά του και τον ξεπροβόδισε χαρίζοντάς του έναν ανθό ίδιο με αυτούς που πατούσε. Είχα μείνει άλαλος. Μου ερχόταν να πιάσω τον επισκέπτη και να του χώσω το κεφάλι στην θάλασσα μπας και ξυπνήσει. Ο δάσκαλος το πρόσεξε. Όταν έφυγε λοιπόν, ίσως για πρώτη φορά ήταν τόσο στενοχωρημένος μαζί μου.
- Είναι και ο άνθρωπος ανθός. Ο ομορφότερος και σπουδαιότερος. Θέλει όμως και αυτός κλάδεμα και πότισμα , βοτάνισμα και λιπάρισμα, θέλει φροντίδα και ο απερχόμενος δεν την έχει, δεν την είχε ποτέ αλλά ίσως την αποκτήσει.
Εις πείσμα μάλιστα της δικής μου αντίληψης ακόμη και τα πατημένα λουλούδια αναστήθηκαν και μάλιστα γίνανε λαμπρότερα από πριν.
Τα μαθήματα κηπουρικής κράτησαν χρόνια. Άλλοτε με συνέπεια και άλλοτε ανάμεσα στα διαστήματα που δημιουργούσε ο δικός μου κυρίως χρόνος και οι απαιτήσεις της ζωής. Κάποια μέρα με φώναξε επίμονα να πάω να τον δω. Ήταν εκεί και κάποιοι άλλοι καλοί φίλοι. Ο δάσκαλος είχε πια γεράσει πολύ. Είχε και προβλήματα με την καρδιά του. Υπέφερε χρόνια για την αλήθεια. Και πάντοτε όταν του το θύμιζες η απάντηση του ήταν γελώντας.
- Είδατε που έχω καρδιά; Από πρωίας είχε ετοιμασίες. Περιποιήθηκε, φόρεσε το γιορτινό του κουστούμι και συλλογισμένος κοίταξε επίμονα τον εαυτό του μέσα στο μισοκατεστραμμένο από τα χρόνια καθρέπτη του. Μας έστρωσε ένα πλούσιο τραπέζι με όλα τα αγαθά του μποστανιού του και ψωμί ζυμωτό, κρασί κόκκινο δικό του. Κάτσαμε. Υψώσαμε τα ποτήρια και ευχηθήκαμε υγεία και καλή ζωή. Ένας μόνο δεν πρόλαβε να πιει. Ο κηπουρός μας, έπεσε καταγής και σαν να πάλευε με κάτι. Ήταν και ο αγαπημένος του γιατρός στο τραπέζι. Έπεσε πάνω του κάνοντας τα ανθρώπινα δυνατά. Του κρατούσα το χέρι και ξάφνου ένιωσα μια τρομερή δύναμη να στρέφει το πρόσωπό μου προς τον ουρανό. Με τύφλωσε το φως. Γύρισα προς τον γιατρό. Έφυγε, μου λέει. Κοιμήθηκε του απαντώ.
Τώρα κάθομαι στον ίδιο τόπο με τον δάσκαλο. Συνεχίζω να φροντίζω τις ομορφιές του με τη δική μου λογική δείχνοντας με τη σειρά μου σε κάποιους άλλους τον παλαιικό τρόπο που του αξίζει ακόμη να υπάρχει. Ακόμη δεν έχω δει τον μέγα κηπουρό αλλά νομίζω ότι κάποτε θα κοιμηθώ και στο όνειρό μου ίσως βρεθώ στους κρεμαστούς κήπους που, ξέχασα να σας πω, μου υποσχέθηκε κάποτε ο δάσκαλος. Κανείς όμως δεν ξέρει αν θα του χαριστούν.


----------
*Το διήγημα δημοσιεύτηκε στο βιβλίο: Φώτης Αδάμης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Δ. Γ. Μαγριπλή), Μαθήματα Κηπουρικής και άλλα διηγήματα, Σοκόλης, Αθήνα 2007.
Related Posts with Thumbnails