© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΑΝΙΕΡΟ ΑΝΑΚΛΗΜΑ ΗΜΕΡΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ

(Σκέψεις καὶ βιώματα ἀπὸ μιὰ Ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία σὲ μιὰ λησμονημένη ἐνορία)





Εἶναι ἀλήθεια πὼς πολλὰ χάνουμε στὸ μάκρος τοῦ ἐπίγειου βίου μας. Πολλὰ καὶ ποικίλα, ποὺ μᾶς θλίβουν ἀφάνταστα, καθὼς μᾶς τὰ ἀφαιρεῖ ἡ σκληρὴ καθημερινότητα, αὐτὸ τὸ λαίμαργο θηρίο ποὺ παραμονεύει τὴ ζωή μας.
Ὡστόσο ὑπάρχει καὶ κάτι, ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς τὸ ἀφαιρέσει ποτέ. Κι αὐτὸ εἶναι οἱ ἀναμνήσεις μας καὶ μάλιστα οἱ ἀναμνήσεις ἐκεῖνες οἱ πολύτιμες, τῆς παιδικῆς καὶ πρώτης ἐφηβικῆς ἡλικίας οἱ ἱερὲς μνῆμες, ποὺ στολίζουν τὶς πλέον ἀκριβὲς κοσμηματοθῆκες τῆς ψυχῆς μας. Κι αὐτὲς ἀναμφίβολα εἶναι ἡ ἀέναη παραμυθία μας σὲ καιροὺς σκληροὺς καὶ σὲ μέρες στεγνὲς ἀπὸ ἀνθρώπινη φιλοτιμία καὶ συναντίληψη.
Αὐτὲς τὶς ἀναμνήσεις ξαναέζησα καὶ σήμερα, μιὰ μέρα, ὄντως, ξεχωριστὴ στὸν ἱερατικό μου βίο, καθὼς βρέθηκα στὸν γενέθλιο τόπο μου καί, μάλιστα, στὴν παλιά μας τὴν ἐκκλησιά τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων τοῦ Κάτω Χωριοῦ. Κι αἰτία ἦταν ἡ Ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία, τὴν ὁποία μὲ χαρισματικὴ ἐπιμέλεια καὶ ἰερὸ δέος ἐτέλεσε ὁ Ἐπίσκοπός μας, ὁ Μητροπολίτης Χαλκίδος, Ἰστιαίας καὶ Βορείων Σποράδων κ. Χρυσόστομος Β΄, μὲ συλλειτουργούς του τοὺς ἐφημερίους καὶ τῶν ἑπτὰ ἐνοριῶν τῆς νήσου, δύο ἀδελφῶν ἱερομονάχων καὶ τοῦ Ἀρχιδιακόνου τῆς Μητροπόλεώς μας.
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι, πλὴν τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Ἐπισκόπου Ὀλύμπου κυροῦ Δημητρίου, οὐδένα Ἀρχιερέα θυμᾶμαι νὰ ἔχει ἔλθει καὶ νὰ λειτουργήσει στὸ ναὸ αὐτό. Ἴσως δὲ ἡ πρώτη καὶ ἐσχάτη Ἀρχιερατικὴ θεία Λειτουργία νὰ ἦταν ἐκείνη ποὺ ἐτελέσθη κατὰ τήν Θείαν Ἱερουργίαν, διὰ τήν τῶν ἱ. Ἐγκαινίων καθίερωσιν τοῦ ναοῦ αὐτοῦ, περίπου στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰ., ἀπὸ τόν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Χαλκίδος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα μέχρι σήμερα δὲν ἔχουμε πληροφορηθεῖ. Γι᾿ αὐτὸ κι ἦταν μιὰ ξεχωριστὴ ἡμέρα, ποὺ πραγματικὰ τέμνει τὸ χρόνο, ἀφαιρεῖ τὶς ὅποιες πληγὲς καὶ κακοφορμήσεις στὸ σῶμα τῆς παλιᾶς αὐτῆς ἐνοριακῆς Κοινότητας καὶ ἀνακαλεῖ ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ Χρόνου τοὺς πρώτους κτήτορες ἑνὸς χθαμαλοῦ καὶ ταπεινοῦ ναΐσκου τὸ 1828, τὸν Καπετὰν Μαρίνο Στεριανό, δηλαδή, ἀπὸ τὸ Γομάτι τῆς Χαλκιδικῆς, κι ὕστερα τοὺς ὅσους πάσχισαν νὰ ἀνακαινίσουν τὸ ναὸ καὶ νὰ τὸν ἐπεκτείνουν τὸ 1875... Ὅλων ἐκείνων, Ἱερέων, Ἐπιτρόπων, Συνδρομητῶν... Ὀνόματα ποὺ ἐπιμένουν νὰ πολιορκοῦν σήμερα τὴ Μνήμη τοῦ Θεοῦ, καθὼς εἶναι γραμμένα «ἐν βίβλῳ ζωῆς», ἄγνωστα, δυστυχῶς ἤ εὐτυχῶς, σὲ μᾶς τοὺς ἐπιλοιπομένους.
Κάπου μακρυά, σὲ χρόνο ἀνύποπτο, σὲ ὥρα ἀπόβραδη ἐπανεγγράφεται, χωμένη στὴν ἰσχνὴ τὴ μνήμη τῶν πάνω ἀπό μισὸ αἰῶνα ἐτῶν ποὺ παρῆλθαν, ἡ ἐπίσημη ἐπίσκεψη τοῦ Μητροπολίτου Χαλκίδος, Ξηροχωρίου καὶ Βορείων Σποράδων κυροῦ Γρηγορίου.
Ἀκούστηκαν οἱ καμπάνες, εἶπαν ὅτι πέρασε ὁ Δεσπότης κι ὅτι μαζὺ μὲ τὸν ἐφημέριο τοῦ χωριοῦ μας, τὸν ἀγαθὸ καὶ φιλότιμο παπα-Εὐάγγελο Διομή, ἦταν κι ὁ γιός του, ὁ παπα-Δημήτριος Διομής. Κι ὕστερα ἀπὸ λίγο ὅλα σώπασαν.
Ἀπ΄ ὅσα γνωρίζω μόνο ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Χαλκίδος κυρὸς Χρυσόστομος ὁ Α΄ ξαναπέρασε κάποτε καὶ εἶδε τὸ ναὸ μονάχα... Γιατὶ τότε στὸ Κλῆμα ἦταν ἀκόμα νωπὴ ἡ ἀπουσία τοῦ παπα-Γρηγορίου Ξανθούλη...
Γιὰ νὰ παρέλθουν τρεῖς καὶ πλέον δεκαετίες, ὥστε νὰ εἰσοδεύσει ὁ νέος Μητροπολίτης καὶ νὰ ἀναρριγήσουν οἱ κτήτορες, οἱ εὐκλεῶς καὶ ἱεροπρεπῶς ἐφημερεύσαντες-ἀπὸ ἀρχῆς ἕως τοῦ ἐσχάτως κοιμηθέντος παπα-Βαρσαμᾶ Ἀπ. Γλύνη, Κληματιανοῦ πρεσβυτέρου· οἱ διακονήσαντες τὸ ἱ. Ἀναλόγιο -ἐν οἷς καὶ ὁ ἀλησμόνητος μπάρμπα-Ἀλέκος Ξανθούλης· οἱ ἐπίτροποι, οἱ ἐνορίτες καὶ μαζύ τους ἡ χορεία τῶν εὐλαβῶν διακονισσῶν (μεταξύ τους οἱ ἀδελφές, Ἀναστασία, Ἀναργυρὼ καὶ Μαγδαληνίτσα Κωνσταντάκη) καὶ φυσικὰ ἡ θειὰ τὸ Μαχώ, ἡ οἰκονόμος καὶ ἐσχάτη κάτοικος τοῦ παλιοῦ κελλιοῦ ἀπέναντι ἀπὸ τὴ θύρα τοῦ ἱεροῦ, ποὺ μᾶς ἐτοίμαζε τὰ κάρβουνα: γιὰ τὸ θυμιατὸ καὶ τὸ «ζέον».
....Καὶ καθὼς κοίταζα ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη ἀπέναντι, νόμιζα ὅτι θὰ ξαναδῶ τὸν παπποῦ μου τὸ Νικολάκη πίσω ἀπὸ τὸ παγκάρι, νὰ εἶναι σκυμμένος πάνω στὰ πενηνταράκια καὶ τὶς δεκάρες -ποῦ νὰ τὰ βροῦν τὰ πλιότερα οἱ Κληματιανοὶ καὶ νὰ τὰ προσφέρουν- καὶ νὰ τὰ ξεχωρίζει μὲ τὸ κερὶ ἀναμμένο πάνω στὸ παλιό, χάλκινο κουτί. Γιὰ νἄρθει ἡ σειρὰ τοῦ μπάρμπα-Παντελῆ Χατζηνικολάου νὰ βγάλει τὸν δίσκο μὲ τὴν κολώνια. Κολώνια ραντισμένη ἀπὸ κεῖνο τὸ ἀλαβάστρινο «κανί», μὲ τὸ ἀνοιχτὸ θαλασσὶ τὸ χρῶμα... Κι ἀπὸ δίπλα ν᾿ ἀκούγεται ἡ εὐκατάνυκτη ψαλμωδία ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ πάντα εὐλαβοῦς ψάλτη μας, τοῦ μπάρμα-Ἀλέκου τοῦ Ξανθούλη. Κι ἐδῶ κι ἐκεῖ τὰ πρόσωπα τῶν ἁπλῶν συγχωριανῶν μου, αὐστηρά, παιδεμένα, μὲ τὴν κόπωση νὰ ἔχει χαραχτεῖ στὴ μορφή τους, ποὺ τὴ χρύσωνε τὸ χλωμιασμένο φῶς τῶν κεριῶν καὶ τῶν λαδοκάντηλων.
Ὅλ᾿ αὐτὰ ξαναεῖδα σήμερα... Ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια, μὲ ὁριακὸ σημεῖο ἐκείνη τὴς Μεγάλη Πέμπτη τοῦ 1965, ὅταν μὲ πόνο ψυχῆς ἀφήσαμε τὴν παλιά μας ἐνοριακὴ ἐκκλησιά, τὴ μισοκαταστρεμμενη, γιὰ κάνουμε Ἐπιτάφιο κι Ἀνάσταση στὸ Σχολεῖο, ποὺ μᾶς φιλοξένησε μέχρι νὰ γίνει ὁ μικρὸς ναΐσκος τῆς Μεταμόρφωσης στὸ Γήπεδο. Τὰ ξαναεῖδα καὶ δόξασα τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ ποὺ ὁδήγησε τὸν Ἐπίσκοπό μας ν᾿ ἀνοίξει καὶ τούτη τὴ θλιμμένη καὶ κλεισμένη ἐνορία, ποὺ χρόνια καὶ χρόνια εἶχε νὰ ἀγαλλιάσει, νὰ εὐφρανθεῖ πανήγυρι μεγαλοπρεπῆ καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα τρισευλογημένη.
Ἄς δώσει ὁ Κύριος νὰ ἐπαναληφτεῖ αὐτὴ ἡ πανευλόγητη Ἀρχιερατικὴ παρουσία...
Πέμπτη, 15 Ὀκτωβρίου 2015
( Οἱ φωτ. εἶναι τοῦ Ἀποστόλου, υἱοῦ τοῦ μακαριστοῦ παπα-Βαρσαμᾶ Γλύνη)
π. κ. ν. κ  
   

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

Γιώργου Γαστεράτου: ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΑΝΑΠΛΑΔΕΣ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΟΥ. ΑΝΑΣΚΕΥΗ ΕΝΟΣ ΜΥΘΟΥ

Ένα από τα ερωτήματα που κατά καιρούς τίθενται σχετικά με το παρελθόν είναι αυτό της καταγωγής και προέλευσης ανθρώπων, οικογενειών και οικισμών. Το ερώτημα αυτό, όπως και την προσπάθεια απαντήσεων, το συναντάμε συχνά στην ιστοριογραφία και έρευνα και ειδικά την επτανησιακή, καθώς υπάρχει – ειδικά στην Κέρκυρα - τεράστιο υλικό προς διερεύνηση, που φυλάσσεται στοργικά στο οικείο ιστορικό αρχείο, θησαυρό γνώσεων και πληροφοριών.
Στην Κέρκυρα, συχνά τίθεται το ερώτημα για την καταγωγή του χωριού Αναπλάδες της περιοχής της Λευκίμμης, χωρίς, ωστόσο, να έχει δοθεί μέχρι σήμερα κάποια πειστική απάντηση. Αρκετές φορές, μάλιστα, γίνεται λόγος για πελοποννησιακή καταγωγή, η οποία στηρίζεται σε κάποιες ενδείξεις όπως το όνομα που παραπέμπει στη λέξη Ανάπλι, όπως λεγόταν παλιότερα το Ναύπλιο1, η πελοποννησιακή(;) κατάληξη –όπουλος των επιθέτων που απαντούν εκεί, όπως Χρυσικόπουλος, Παπαβλασόπουλος και η συνοικία Μανιουράτικα, της οποίας το όνομα θυμίζει Μάνη. Όμως, οι ενδείξεις δεν είναι πάντα ασφαλής βοηθός στην προσπάθεια για την ανάσυρση των ψηγμάτων του παρελθόντος, το οποίο σαν άβυσσος μας περιβάλλει.
Πρώτος ο Γερμανός γεωγράφος Ιωσήφ Πάρτς (Josef Partsch, 1856-1925) είχε υποστηρίξει την πελοποννησιακή καταγωγή του χωριού Αναπλάδες2 και ακολούθως ο Σπύρος Κατσαρός3, στηριζόμενος σε σχετική μελέτη του ιστοριοδίφη Λαυρεντίου Βροκίνη, ο οποίος, όμως, δεν λέει ακριβώς κάτι τέτοιο αλλά, αναφερόμενος στο γνωστό στρατιωτικό σώμα των stradioti της Κέρκυρας, υποστηρίζει ότι «…μέγα μέρος τῶν ἀπογόνων τῶν ἐν λόγῳ ἀποίκων διεσπάρη μικρὸν κατὰ μικρὸν καὶ ἐν τοῖς ἀγροῖς τῆς νήσου…».4
Ως γνωστόν με την βενετοτουρκική συνθήκη του 1540 η Βενετία, ανάμεσα στα άλλα, αποδέχεται την παράδοση του Ναυπλίου και της Μονεμβασιάς στους Τούρκους. Φεύγοντας οι Βενετοί παραλαμβάνουν στα καράβια τους όσους κατοίκους ήθελαν να φύγουν, συμπεριλαμβανομένου και του στρατιωτικού σώματος των ελαφρώς οπλισμένων stradioti5, που αποτελούσαν τη φρουρά στα δύο αυτά πολύ σημαντικά κάστρα της Πελοποννήσου. Το σώμα αυτό σκορπίστηκε σε όλες σχεδόν τις ενετικές κτήσεις από την Κύπρο και την Κρήτη έως την Κέρκυρα, όπου με επικεφαλής τον Αυγουστίνο Μπαρμπάτη εγκαταστάθηκε σε μία περιοχή νοτίως της πόλης, η οποία ονομάστηκε «Αναπλιτοχώρι» ή «Στρατιά».6 Εκεί οργανώθηκε σε τέσσερα αποσπάσματα των δεκαπέντε ανδρών, όσα και τα διαμερίσματα του νησιού (Λευκίμμης, Μέσης, Όρους και Γύρου) με αποστολή να διευκολύνει και να ενισχύει το τοπικό σώμα των cernidi στην επίβλεψή του. Επικεφαλής ήταν ο κυβερνήτης, ο «γουβερναδούρος», όπως λεγόταν, που εκλεγόταν από τη Βενετική Γερουσία και τελούσε υπό την επίβλεψη του Προβλεπτή της Κέρκυρας.7
Επανερχόμενοι στο θέμα της προέλευσης των Αναπλάδων, θα πρέπει να τονίσουμε ότι το όνομα αυτό είναι σχετικά νεώτερο. Έως τα τέλη του 17ου αιώνα εντοπίζουμε τον οικισμό στα διάφορα νοταριακά έγγραφα με το παραπλήσιο όνομα Στανοπουλάδες από το οποίο προέρχεται το σημερινό όνομα Αναπλάδες με την πρόθεση στις. Έτσι, στις πράξεις του νοταρίου του «Λευκίμμου» Κωνσταντίνου Μοναστηριώτη πληροφορούμαστε: (φ.10v) «αφζ΄ ἡμέρα στ΄ τοῦ Ἰουλίου μηνὸς, ἰνδικτιῶνος ι΄. Ἐντὸς ὁσπιτίου κυρᾶς Καλῆς (…) ἐκ χωρίον τῶν Στανοπουλάδων…» ή (φ.12v) αφζ΄ ἡμέρα η΄ τοῦ Σεπτεμβρίου μηνὸς, ἰνδικτιῶνος ια΄. Παπὰ κὺρ Μάρκος ὁ Κουμμερκιάρης ἐκ τὴν |2 πρακτορείαν τοῦ Ἀλεύχιμμου ἐκ χωρίον τῶν Στανοπουλάδων…».8 Επιπλέον, στις 21 Νοεμβρίου 1532 ο ιερέας Δημήτριος Μουρμούρης, ο Βασίλειος Κωστής και ο Μιχαήλ Καλαμινός παραχώρησαν στον ιερέα Δημήτριο Κοντομάρη «…απὸ τὴν σήμερον καὶ εις τὸν ἅπαντα αιωνα τον ημοισόν ναὸν» του Αγίου Αρσενίου χωρίου Στανοπουλάδων (Α.Ν.Κ., Συμβ. Μ.225, φ. 394r).9
Αργότερα, εντοπίζουμε τον οικισμό με την ονομασία Ἀνω Πλάδες στο νοτάριο Βασίλειο Βλάσση (πράξεις από 1548 έως 1574), άλλοτε και τα δύο ονόματα συνυπάρχουν, ενώ το 1753 στις πράξεις του νοταρίου Σπυρίδωνος Μυρίλλα ο οικισμός εμφανίζεται πια με το όνομα Αναπλάδες.10 Το ίδιο και στην περιγραφή των ναών και των μοναστηριών της Κέρκυρας που πραγματοποιεί το ίδιο έτος ο Μέγας Πρωτοπαπάς Κερκύρας Σπυρίδων Βούλγαρης: «Ὁμοίως ἀπῆλθεν εἰς τὸ χωρίον Ἀναπλάδων καὶ πρῶτον εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου ἀδελφάτο…» ή «Ὁμοίως ἀπῆλθεν εἰς τὴν Μονὴν ἤτε ἐρημοκλήσιον τῆς Ἀναλήψεως εἰς τὸ βουνό |13 τῶν Ἀναπλάδων γιούς τῆς γενεᾶς Μοναστηριώτη…».11
Το όνομα, δε, Στανοπουλάδες είναι προφανές ότι προέρχεται από το επίθετο Στανόπουλος, που υπήρχε στην περιοχή, όπως προκύπτει, άλλωστε, από τις πράξεις του νοταρίου του «Λευκίμμου» Κωνσταντίνου Μοναστηριώτη: «αφιβ΄ ἡμέρα ιβ΄ τοῦ Ἀπριλίου μηνός, ἰνδικτιῶνος ιε’. Καραβοκύρης κὺρ Εὐρετὸς ὁ Μάνεσης εἰς το πλευστι|2κὸ ξύλο τοῦ κὺρ Δημητρίου Φαναριώτη καὶ οἰ σύντροφοι αὐτοῦ, κὺρ Ἀρσένιος Στανόπουλος…».12 Τα επίθετα του χωριού ήταν τα ίδια περίπου με τα σημερινά, όπως Χρυσικόπουλος, Παπαβλασόπουλος, Κοντομάρης, Γαρδικιώτης, Κουλούρης13, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που έχουν εκλείψει από εκεί, όπως Καψοκαβάδης, Στανόπουλος, Κουμμερκιάρης, Αυθίνος, Σουλάνης κλπ.14
Όσον αφορά, δε, το όνομα Μανιουράτικα της ομώνυμης συνοικίας των Αναπλάδων, είναι φανερό ότι ουδεμία σχέση έχει με τη Μάνη. Άλλωστε, αν ετυμολογείτο από την Μάνη, θα έπρεπε να λέγεται «Μανιάτικα». Αποδεδειγμένα δηλώνει το μέρος όπου κατοικούσαν οι έχοντες το επίθετο Μαν(ι)ούρας, όπως κατ’ επανάληψη αυτό εμφανίζεται στα νοταριακά έγγραφα του ιστορικού αρχείου Κερκύρας, και δηλώνει προφανώς αυτόν που ασχολείται με την τυροκομία.15 Επιπλέον, η κατάληξη – όπουλος μερικών επιθέτων που απαντώνται εκεί παραπέμπει σε βυζαντινά επίθετα (πχ. Αργυρόπουλος, Στρατηγόπουλος κ.α.). O Χρυσικόπουλος, για παράδειγμα, είναι ο γιος του χρυσικού, όπως λεγόταν από τους βυζαντινούς ο πωλητής χρυσών αλλά και αργυρών αντικειμένων.16
Άλλωστε, η Κέρκυρα για αιώνες αποτελούσε τμήμα της βυζαντινής επικράτειας και μάλιστα από τις αρχές περίπου του 10ου αι. ήταν η έδρα του Θέματος της Κεφαλληνίας, καθώς είχε έναν αναβαθμισμένο ρόλο στο πλαίσιο της προσπάθειας των βυζαντινών να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στην νότια Ιταλία αντισταθμίζοντας την απώλεια της Σικελίας. Άμεση συνέπεια ο εξοπλισμός της Κέρκυρας με βυζαντινά στρατεύματα και κάστρα.17 Αναφορικά με το επίθετο Γαρδικιώτης, που επίσης απαντάται στην περιοχή, αξίζει να σημειωθεί ότι είναι από τα παλαιότερα καταγεγραμμένα.18 Ειρήσθω εν παρόδω ότι η λέξη «Γαρδίκιον» ή «Γαρδίκι» (πληθ.: Γαρδίκια), από όπου προέρχεται ο Γαρδικιώτης, ετυμολογούμενη από τους παλαιοσλαβικούς τύπους гордьсь ή градьсь, δηλώνει γενικά το κάστρο, τον οχυρωμένο οικισμό, την κώμη, την πολίχνη και εχρησιμοποιείτο κατά κόρον στη βυζαντινή εποχή.19
Επιπλέον, στοιχείο ενδεικτικό της παλαιότητας του οικισμού είναι η ύπαρξη του ναού του αγίου Αρσενίου. Ο άγιος Αρσένιος, αρχιεπίσκοπος της Κέρκυρας κατά τον 10ο αιώνα, ήταν ο άγιος - προστάτης του νησιού πριν από την έλευση, κατά τον 15ο αιώνα, του λειψάνου του αγίου Σπυρίδωνα, γεγονός που συνετέλεσε, μαζί με άλλους λόγους, στη συρρίκνωση της σχετικής ευλάβειας. Αξίζει, δε, να σημειωθεί ότι επρόκειτο για μία ευλάβεια - λατρεία τοπικής εμβέλειας και επομένως, αν οι κάτοικοι του οικισμού Στ’Ανοπ(ου)λάδες ήταν έποικοι, θα ήταν αδύνατον να κτίσουν εκκλησία σε έναν άγνωστο γι’ αυτούς άγιο.20
Τέλος, για την παλαιότητα του οικισμού και των κατοίκων του αξίζει να ανατρέξουμε και στα κατάστιχα του συμβολαιογράφου ιερέως Σταματίου Κοντομάρη, που καλύπτουν πράξεις από το 1588 έως το 1614. Εκεί έχει διασωθεί μία προγενέστερη συμβολαιογραφική πράξη που συντάχθηκε στις 20 Ιουνίου 1400 από το νοτάριο Ιωάννη Σπαρμιώτη. Για την εν λόγω πράξη, που αντιγράφθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 11 έως 20 Μαρτίου 1598, έχει γίνει η υπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος που την προσκόμισε ήταν είτε απόγονος των συμβαλλομένων είτε άλλο πρόσωπο, στο οποίο θα είχε περιέλθει η νομή ή η κυριότητα των αναφερόμενων περιουσιακών στοιχείων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την πράξη, ο Θεόδωρος Μαυρόπουλος, πράκτορας της δεκαρχίας21 των Εξωκαστρινών και της πρακτορίας της Μέσης22, και ο πρωτόγηρος της δεκαρχίας Γεώργιος Κομπολίτης, εκ μέρους της δεκαρχίας, συμφώνησαν με τον ιερέα Καλοϊωάννη Παπαβλασόπουλο από το χωριό Στανοπουλάτες για παραχώρηση περιουσιακών στοιχείων, που ανήκαν στη δεκαρχία των Εξωκαστρινών και βρίσκονταν στην περιοχή των χωριών Πολιτάδες και Στανοπουλάτες της πρακτορίας Λευκίμμης. Με την ίδια πράξη ο ιερέας Καλοϊωάννης Παπαβλασόπουλος μαζί με την αδελφοσύνη του, καθώς επίσης και οι κληρονόμοι και οι διάδοχοί τους, υποχρεώνονταν να καταβάλουν στον εκάστοτε πράκτορα της Μέσης και στον πρωτόγηρο της δεκαρχίας των Εξωκαστρινών κάθε έτος, την τελευταία ημέρα του Αυγούστου, έξι δουκάτα ως σολιάτικο αποκτώντας έτσι το δικαίωμα για νομή εις το διηνεκές των περιγραφόμενων περιουσιακών στοιχείων με δυνατότητα πωλήσεως, δωρεάς, ανταλλαγής προικοδότησης και κληροδότησης υπό τον όρο της καταβολής ανελλιπώς του σολιάτικου.23
Το έγγραφο αυτό, εντός των πολύτιμων στοιχείων για την οργάνωση και τη λειτουργία των δεκαρχιών στην Κέρκυρα, είναι σημαντικότατο γιατί εμφανίζεται ο οικισμός των Στανοπουλάτων/Στανοπουλάδων και το επίθετο Παπαβλασόπουλος τουλάχιστον από το έτος 1400, εκατόν σαράντα χρόνια δηλαδή πριν την πτώση του Ναυπλίου και της Μονεμβασιάς στους Τούρκους και τον εποικισμό στην Κέρκυρα μέρους των κατοίκων τους.
Ανακεφαλαιώνοντας, το όνομα Αναπλάδες αποτελεί εξέλιξη του παλαιότατου ονόματος Στανοπουλάδες προερχόμενου από το επίθετο Στανόπουλος. Ο οικισμός διατηρεί την τοπική κερκυραϊκή ευλάβεια προς τον Άγιο Αρσένιο, αρχιεπίσκοπο Κερκύρας, που ήταν διαδεδομένη στο νησί πριν το 15ο αιώνα, και εμφανίζεται στις πηγές τουλάχιστον από το έτος 1400. Επομένως, δεν απέχουμε από την αλήθεια αν δεχτούμε ότι ο οικισμός των Αναπλάδων είναι από τους παλαιότερους στην Κέρκυρα, με γηγενή πληθυσμό και πανάρχαιες ρίζες που ανάγονται στη μεσαιωνική (βυζαντινή) περίοδο.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1 Η λέξη Ανάπλι προέρχεται από την ιταλική απόδοση του Ναυπλίου ως Napoli κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Μάλιστα, για να διαχωρίζουν την πόλη από την Napoli d’ Italia την ονόμαζαν Napoli di Romania.
2 Ιωσήφ Πάρτς, Ἡ νῆσος Κέρκυρα - γεωγραφική μονογραφή, Κέρκυρα 1892, σ. 229.
3 Σπύρου Κατσαρού, Σύντομη Ιστορία της Κέρκυρας, Κέρκυρα 19924, σ. 110. Βλ. σχετ. και Μπάμπης Ν. Πανδής, Κέρκυρα – Το βαϊλάτο του Αλεύχιμου και το Πεντάχωρο, Αθήνα 1986, σ. 33-34.
4 Λαυρεντίου Βροκίνη, «Ἡ περὶ τὰ μέσα τῆς ΣΤ΄ἑκατονταετηρίδος ἐν Κερκύρᾳ ἀποίκισις τῶν Ναυπλιέων καὶ Μονεμβασιέων», αναδημ. σε Κερκυραϊκά Χρονικά, 17(1973), σ. 250, βλ. σχετ. και Σπύρου Κατσαρού, «Αναπλιτοχώρι», Χρονικά των Κορυφών, Κέρκυρα 1976, τ. Α΄, σ. 184.
5 Βλ. σχετ. Κ. Σάθα, Έλληνες Στρατιώται εν τη Δύσει, αναστατικές εκδόσεις Διονυσίου Νότη Καραβία, Αθήνα 1986.
6 Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη 1968, τ. Γ΄, σ. 159-167, του ιδίου, «Η Βενετοτουρκική συνθήκη του 1540. Εκπατρισμός των Ναυπλιωτών και των Μονεμβασιωτών», στο βιβλίο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους [Ο ελληνισμός υπό ξένη κυριαρχία (περίοδος 1453-1669) τουρκοκρατία – λατινοκρατία], εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1979, τ. Ι΄, σ. 302-304 και Ερμάννου Λούντζη, Περί της Πολιτικής καταστάσεως της Επτανήσου επί Ενετών, Αθήνα 1856, σ. 191.
7 Σπύρου Κατσαρού, «Αναπλιτοχώρι», ό. π., σ. 174-175.
8 Χρυσικόπουλος Χρ. Μιχάλης, Μοναστηριώτης Κωνσταντίνος, νοτάριος Λευκίμμου, nodari dell’ isola, Σωζόμενες Πράξεις 1506-1516, Λευκίμμη 2010, σ. 48, 52.
9 Σπύρος Χρ. Καρύδης, Ορθόδοξες αδελφότητες και συναδελφικοί ναοί στην Κέρκυρα (15ος – 19ος αι.), Αθήνα 2004, σ. 93, υποσ. 30.
10 Χρυσικόπουλου Χρ. Μιχάλη, «πρακτορίας λευχήμου…» - Ταξίδι στο χρόνο και το χώρο, Λευκίμμη 2009, σ. 72-73.
11 Δημητρίου Χρ. Καπάδοχου, Ναοί και Μοναστήρια Κερκύρας – Παξών & Οθωνών στα μέσα του ΙΗ΄ αιώνα, Αθήνα 1994, σ. 108-110.
12 Χρυσικόπουλος Χρ. Μιχάλης, Μοναστηριώτης Κωνσταντίνος…, ό. π., σ. 147 .
13 Για την οικογένεια Κουλούρη ή Culuri, όπως εμφανίζεται στο Archivio di Stato di Venezia, Collegio-Risposte di Fuori (Φ.332), υπάρχει αναφορά ήδη από το έτος 1502 (στου Γεωργίου Σ. Πλουμίδη, Αιτήματα και πραγματικότητες των Ελλήνων της βενετοκρατίας (1554-1600), Δημοσιεύματα αρ. 1 Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Φιλοσοφική Σχολή Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Ιωάννινα 1985, τ. 1, σ. 47.
14 Βλ. σχετ. Αθανασίου Χ. Τσίτσα, «Πίνακας των ιερέων της υπαίθρου Κερκύρας (1641)», Περί Ιστορίας, 1(1996), σ. 58.
15 Χαρίλαος Β. Κόλλας, Χώρος και πληθυσμός της Κέρκυρας του 17ου αιώνα, Κέρκυρα 1988, σ. 123.
16 Φαίδωνος Κουκουλέ, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1952, τ. Β΄, σ. 228.
17 Σύμφωνα με ανακοίνωση του γράφοντος, υπό τον τίτλο Το Θέμα Κεφαλληνίας και η Κέρκυρα κατά τον 10ο αιώνα, στο 10ο Πανιόνιο Συνέδριο, Κέρκυρα 2014 (υπό έκδοση τα πρακτικά).
18 Χαρίλαος Β. Κόλλας, Χώρος και πληθυσμός…, ό. π., σ. 123, «Ο ναός της Υ. Θεοτόκου στο Μεσοχώρι του χωριού Άγιοι Θεόδωροι <Λευκίμμης>, όπως φαίνεται από αντίγραφο προικοσυμφώνου της 11-05-1552, είχε περιληφθεί μεταξύ των προικώων που έλαβε ο ιερέας Δημήτριος Μοναστηριώτης για λογαριασμό του γιου του Μάρκου από τον ιερέα Αναστάσιο Γαρδικιώτη…» (Σπύρος Χρ. Καρύδης, Ορθόδοξες αδελφότητες…, ό. π., σ. 94, υποσ. 34).
19 M. Vasmer, Die Slaven in Griechenland, Λειψία 19702, αρ. 58, σ. 26 και αρ. 23, σ. 88 και Fr. Von Miklosich, Lexikon Palaeoslovenico - Graeco – Latinum, Βιέννη 1862-1865 (ανάτ. Αalen 1977), σ. 141 σε Δημήτριος Κ. Αγορίτσας – Ηλίας Αθ. Γιαρένης, «Ζητήματα σχετικά με την επισκοπή Γαρδικίου κατά την Βυζαντινή περίοδο», Ανάτυπο από τα Τρικαλινά, 23(2003), σ. 197.
20 Βλ. σχετ. Σεβαστιανού Νικοκάβουρα, Ακολουθίαι των Αγίων Ιάσωνος και Σωσιπάτρου, της Παρθενομάρτυρος Κερκύρας της βασιλίδος, του Αγίου Αρσενίου μητροπολίτου Κερκύρας κλπ, Κέρκυρα 1909, Σπυρίδωνος Παπαγεώργιου, Περί του Αγίου Αρσενίου Μητροπολίτου Κερκύρας (876-953), Κέρκυρα 1872 και Μεθοδίου Κοντοστάνου, Ο αρχιεπίσκοπος Κερκύρας Αρσένιος, Αθήνα 1923.
21 Δεκαρχία: Ενότητα φορολογικής φύσεως με εσωτερική οργάνωση. Βλ. σχετ. Σπ. Ασωνίτη, «Οι Δεκαρχίες της Κέρκυρας (Πρόδρομη ανακοίνωση)», Πρακτικά του ΙΒ΄ Πανελληνίου Ιστορικού Συνεδρίου (Μάιος 1991), Θεσσαλονίκη 1992, σ. 89-114.
22 Πρακτορία Μέσης: Ένα από τα τέσσερα διοικητικά-φορολογικά διαμερίσματα της Κέρκυρας επί κυριαρχίας Ανδηγαυών (Λευκίμμης, Μέσης, Όρους και Γύρου) (Ιωάννου Ρωμανού, «Ανδηγαυϊκόν Δίπλωμα του Ταραντίνου ηγεμόνος Φιλίππου του Β΄ περιέχον μετάφρασιν χρυσοβούλου Μιχαήλ του Β΄ Δεσπότου της Ηπείρου», Κερκυραϊκά Χρονικά, 7(1959) «Ιωάννου Ρωμανού ιστορικά έργα», σ. 104.
23 Σπυρίδωνος Χρ. Καρύδη, «Αντίγραφα νοταριακών πράξεων του 15ου αι. στα κατάστιχα του κερκυραίου νοταρίου ιερέα Σταματίου Κοντομάρη», Παρνασσός, 41(1999), σ. 157-163.

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: «ΕΙΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ ΑΙΩΝΙΟΝ...»

ἤ, καθὼς ξημερώνει ἡ πάνσεπτος ἑορτὴ τῶν ὁσίων Ἀνδρονίκου καὶ Ἀθανασίας

Στὸν πολυσέβαστό μου φίλο, τὸν καθηγητή κ. Π. Β. Πάσχο, ποὺ μοῦ γνώρισε τὸν Μωραϊτίδη

Μὲ βαθειὰ συγκίνηση ἀναπολοῦμε, ὅλοι ἐμεῖς ποὺ τιμᾶμε τὸν ἄλλον Ἀλέξανδρον τῆς Σκιάθου, τὸν Μωραϊτίδη, τὴν εὐγενική, φιλόχριστο καὶ φιλομόναχο Μορφὴ τοῦ σεπτοῦ καὶ ἁγίου αὐτοῦ Γέροντος, ποὺ ἀναμφισβήτητα ὑπῆρξε τέκνο ὑπακοῆς καὶ φιλοθέου βιοτῆς. Γιατὶ καθὼς ξημερώνει ἡ ἑορτὴ τῶν ὁσίων Ἀνδρονίκου καὶ τῆς συμβίου αὐτοῦ Ἀθανασίας, ἡ μνήμη εὐλαβικὰ ἀνακαλεῖ τὰ ὄντως ἱεροπρεπῆ πρόσωπα τῶν μοναχῶν Ἀνδρονίκου (κατὰ κόσμον Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδου) καὶ Ἀθανασίας (κατὰ κόσμον Βασιλικὴ Φουλάκη).
Ὅμως ἄς δοῦμε τὰ πράγματα μὲ τὴ σειρά τους.
Στὶς 18 Φεβρουαρίου 1901 νυμφεύεται στὴν Καπνικαρέα ὁ ἐκ Σκιάθου λόγιος καθηγητὴς καὶ δημοσιογράφος, ὁ πολὺς Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, Ἀκαδημαϊκός, τὴν Ἀθηναία, Βασιλικὴ Φουλάκη. Στὸν γάμο αὐτὸν παραβρέθηκε κι ὁ Παπαδιαμαντης.
«Εἰς τὰς ἀγρυπνίας τοῦ Προφήτου Ἐλισσαίου, θὰ μᾶς ἐξηγήσει ὁ Λαυριώτης μοναχὸς καὶ λόγιος ἰατρός, ὁ Σπυρίδων Καμπανάος, φίλος τοῦ Μωραϊτίδη, ἐσύχναζε τακτικώτατα κυρία τις ὀνόματι Βασιλική, γυνὴ εὐλαβεστάτη καὶ σωφρονεστάτη, ἔχουσα ψυχὴν οἷα καὶ μορφήν. Ἡ εὐγένεια τοῦ χαρακτῆρος καὶ ἡ χρηστότης τοῦ ἤθους κατέκτησαν τὴν καρδιὰν τοῦ Μωραϊτίδου, ἀλλὰ καὶ τούτου τὸ ἐπίχαρι, τὸ ἀπαράμιλλον καὶ ἀκαταπόνητον καὶ πλῆρες ζήλου ἐν τῇ ἐργασίᾳ τῶν ἀρετῶν, κατέκτησαν τὴν καρδίαν ἐκείνης. Καὶ ἐπειδὴ τὸ ὅμοιον τῷ ὁμοίῳ ἀεὶ πελάζει, συνεφώνησαν συμφωνίαν ἀπίστευτον καὶ μάλιστα εἰς τὴν ἐποχήν μας. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος, συνεχίζει ὁ μ. Σπυρίδων, ὅπως ὑποχρεωμένος εἶναι κάθε καλῆς πίστεως ἐπιστήμων, νὰ διαλαλήσω τὴν ἀλήθειαν, ὅτι συνεφώνησαν νὰ στεφανωθῶσι ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ διέλθωσι τὴν ζωήν των ὡς ἀδελφοί, ἀπέχοντες τῶν συζυγικῶν καθηκόντων...».
Τὸ 1914, μετὰ ἀπὸ δεκαπέντε ἔτη κοινοῦ ὁσιακοῦ βίου, ἡ Βασιλικὴ κείρεται μοναχὴ καὶ λαμβάνει τὸ ὄνομα Ἀθανασία, τὸ ἴδιο δὲ ἔτος ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα καὶ ἐπίγεια, ἀφοῦ ἐν τῶ μεταξὺ ἔχει λάβει καὶ τὸ Μέγα Ἀγγελικὸ Σχῆμα.
Ἀναφέρει σχετικὰ ὁ ὁμόζυγός της Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης σὲ ἐπιστολή του στὴν δόκιμη μοναχὴ Θεοδώρα, τῆς Μονῆς τοῦ Κεχροβουνίου τῆς Τήνου, τὰ ἑξῆς σημαντικά. «Δὲν εἶμαι ἀξία ἔλεγε (ἡ Βασιλικὴ) εἰς τὸν πνευματικόν, τὰς τελευταίας ὥρας. Δὲν εἶμαι ἀξία νὰ λάβω τὸ Ἅγιον Σχῆμα. Ἐγὼ ἐγγυῶμαι, τῆς ἔλεγε, ἡ ζωή σου ἦτο καλογηρική... ἐσὺ τὸ ἔχεις λάβει πρὸ χρόνων». Γιὰ νὰ συνεχίσει ὁ Μωραϊτίδης καὶ νὰ ἐξομολογηθεῖ: «Εἰς τὸ σκαμνάκι ὑπάρχουν τὰ ἴχνη τῶν χειρῶν της ἔνθεν καὶ ἔνθεν ὁποῦ ἐμετάνοιζε. Θὰ τὸ φυλάξω εἰς ἀνάμνησιν καὶ εἰς ἔλεγχον. Ἡ ταπείνωσίς της τὴν κατέστησεν ἀξίαν καὶ ἔλαβε τὰ πάντα τοῦ Ἀγγελικοῦ Σχήματος».
Χρόνια ἀργότερα καὶ συγκεκριμένα τὸ 1929, σὲ ἠλικία 79 ἐτῶν ἀφήνει τὴν Ἀθήνα καὶ μεταβαίνει στὴν πατρίδα του τὴ Σκιάθο. «Εἶχε πάρει τὴν ἀπόφαση νὰ καλογερεύσει», μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἀνηψιός του καὶ βιογράφος του ὁ Ἰω. Ν. Φραγκούλας. Κι ἔτσι γίνεται. Στὶς 16 Σεπτεμβρίου τοῦ ἴδιου ἔτους, κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς ἁγίας Εὐφημίας, λαμβάνει τὸ Μέγα Ἀγγελικὸ Σχῆμα καὶ μετονομάζεται ἀπὸ Ἀλέξανδρος σὲ Ἀνδρόνικο.
Ἡ κουρά του ἐτελέσθη ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Χαλκίδος καὶ γνωστό του, τὸν Γρηγόριο Πλειαθό, Τήνιο. Ἦταν πολὺ συγκινητικὲς αὐτὲς οἱ στιγμές, ποὺ, εὐτυχῶς, μᾶς τὶς διασώζει ὁ πολὺς Ἰω. Ν. Φραγκούλας. «Τὴν ὥρα ποὺ ὁ Μωραϊτίδης ἀσπαζόταν τὶς εἰκόνες τοῦ τέμπλου, μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἄρχισε νὰ ψάλλει τὸ ἀπολυτίκιο. “Τὴν ἄχραντον εἰκόνα Σου προσκυνοῦμεν ἀγαθέ”. Ὁ δεσπότης ἀμέσως τότε ἔκαμε νόημα στοὺς ψάλτες νὰ σταματήσουν καὶ μέσα σὲ μιὰ ὑποβλητικὴ σιγὴ ἀκούστηκε ἡ σιγανὴ καὶ γλυκειὰ φωνὴ τοῦ Μωραϊτίδη ποὺ κατασυγκίνησε τὸ ἐκκλησίασμα». Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Μωραϊτίδης περιγράφει τὴν τελετὴ τῆς κουρᾶς του σὲ ἐπιστολή του, ἀναφέροντας μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὰ ἀκόλουθα. «Σήμερον τῇ 16 7βρίου τοῦ 1829 ἑορτὴν τῆς Ἁγίας Εὐφημίας, ἡμέραν Κυριακήν, εἶχον τὴν μεγαλυτέραν ἑορτὴν τῆς ζωῆς μου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπόθουν ἀπὸ τόσα χρόνια, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ ψυχή μου ἐμελετοῦσε νύκτας καὶ ἡμέρας, τὸ ἀπήλαυσα, τὸ ἀπέκτησα. Τὸ Μέγα καὶ Ἀγγελικὸν Σχῆμα. Δὲν εἶμαι πλέον ὁ Διδάσκαλος Ἀλέξανδρος, ὁ πρεσβύτης, ὁ πολυάσχολος μὲ τὰς μερίμνας τοῦ κόσμου. Εἶμαι ὁ μοναχὸς Ἀνδρόνικος, λαβὼν τὸ Ἀγγελικὸν Σχῆμα ἀπὸ τὸν γλυκύτατον καὶ ἀηδονόστομον Μητροπολίτην Χαλκίδος σεβασμιώτατον Γρηγόριον εἰς μίαν πανέκλαμπρον λειτουργίαν τελεσθεῖσαν ἐν τῇ Μητροπόλει Σκιάθου ὑπὸ τὴν πανευφρόσυνον χαρὰν τοῦ κείραντός με καὶ τὴν εὐφροσύνην τῶν καλῶν καὶ ἀγαπώντων με συμπολιτῶν μου, ἐν τῶ Ναῷ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν μὲ τὸν ὁποῖον μὲ συνδέουσι ἀναμνήσεις παιδικῶν χρόνων».
Ὁ νεὸς μοναχὸς γράφτηκε στὸ μοναχολόγιο τῆς Μονῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς πατρίδας του Σκιάθου. Ἐπρόκειτο δὲ νὰ μονάσει στὸ κάθισμα καὶ μετόχιο τῆς ὡς ἄνω μονῆς, τὸν Ἅγιο Χαράλαμπο. Μάλιστα ἐπισκεύασε καὶ τὰ κελλιά, ὅπου θὰ ἔμενε. Ὅμως στὶς 9 Ὀκτωβρίου ἀσθένησε καὶ στὶς 25 τοῦ ἰδιου μήνα ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὰ ἐπίγεια.
Σαράντα ἡμέρες ἀπὸ τὴν κουρά του καὶ συγκεκριμένα στὸν ἴδιο ναό, τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ψάλλεται ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία του, κλείνοντας ἔτσι ἕναν κύκλο συγκινητικὸ μέν, ἀλλὰ προπάντων ἱεροπρεπῆ καὶ καθοσιωμένο. 
Ἀνάβοντας ἕνα κερὶ στὴ μνήμη τῶν ὁσιακῶν αὐτῶν Μορφῶν ταπεινὰ εὐχόμαστε: «Ἀνδρονίκου καὶ Ἀθανασίας τῶν μοναχῶν, αἰωνία ἡ μνήμη».

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΑ

ποὺ τὰ ξαναζοῦμε μέσα ἀπὸ παλιὲς φωτογραφίες...
Τοῦ καλοῦ καὶ ἔντιμου φίλου, τοῦ Γιατροῦ Κων. Σπ. Τσιώλη, ποὺ τὸν συγκινοῦν οἱ παλιὲς φωτογραφίες


Εἶναι βέβαιο πιὰ ὅτι ἡ κάθε φωτογραφία διασώζει μιὰ στιγμὴ τοῦ βίου μας. Κρυσταλλωμένη στιγμὴ, ποὺ μᾶς βεβαιώνει ὅτι ζήσαμε αὐτὰ ποὺ βλέπουμε στὸ τυπωμένο χαρτί, αὐτὰ ποὺ χαρήκαμε καὶ μετὰ τὰ ἀφήσαμε νὰ μαραθοῦν. Ὅπως τὰ φρεσκοκομμένα ἄνθη, μὲ τὴ δροσιὰ ἐπάνω τους ἀκόμα, ποὺ στολίζουν τὸ σπίτι γιὰ λίγο κι ὕστερα καταλήγουν στὸ χῶμα. Μόνο ποὺ οἱ φωτογραφίες καταλήγουν, οἱ περισσότερες τουλάχιστον, σὲ συλλογές. Τὰ λεγόμενα ξενιστὶ «ἄλμπουμ».
Στιγμὲς τοῦ χτές, λοιπόν, ἀνοίγουν αὐτὲς οἱ νοσταλγικὲς εἰκόνες μπροστά μας. Καὶ μᾶς προσκαλοῦν νὰ θυμηθοῦμε τὰ παλιὰ φθινόπωρα στὸ χωριό μας, τὸ Κλῆμα, νὰ μᾶς καλοῦν καὶ νὰ μᾶς τονίζουν ἕν πράγμα: Αὐτὸ ποὺ προφητικὰ ἔγραψε ὁ Ἐλύτης στὸ περιούσιο «Ἄξιον Ἐστί».
« Τῆς Δικαιοσύνης Ἥλιε νοητὲ καὶ Μυρσίνη ἐσὺ δοξαστική...
Μὴ λησμονᾶτε τὴ χώρα μου».
Κι ἐσεῖς, ἀδελφοὶ Κληματιανοί, τὸ παλιό μας τὸ χωριό, τὸ σήμερα ὀνομαζόμενο Παλιὸ Κλῆμα.

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: «ΤΗΣ ΑΡΧΙΕΡΩΣΥΝΗΣ ΣΟΥ, ΜΝΗΣΘΕΙΗ ΚΥΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ...»

(Ταπεινὸς εὐχετήριος λόγος γιὰ τὰ εἰκοσιπεντάχρονα τῆς Ἀρχιερωσύνης τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σεβαστείας κυρίου Δημητρίου)

Μὲ συγκίνηση γράφονται αὐτὲς οἱ λέξεις, ποὺ πασχίζουν νὰ γίνουν εὐχετήριος κατάθεση στὸ τίμιο Πρόσωπο τοῦ Ἁγίου Σεβαστείας κυρίου Δημητρίου Κομματᾶ. Γιατὶ ἡ κάθε ἐπέτειος καὶ δὴ ἡ ἐπέτειος μιᾶς εἰκοσιπενταετίας -ἑνὸς τετάρτου δηλ. τοῦ αἰῶνα- εἶναι σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ μιὰ ἀφορμή: Ἀφορμὴ Μνήμης πρωτίστως καὶ κατὰ δεύτερο λόγο ἀφορμὴ ἐπανεξέτασης τοῦ ἱεροῦ δρομολογίου ποὺ ἄρχισε στὶς δύο Ὀκτωβρίου τοῦ σωτηρίου ἔτους 1990. Ἑόρτιο ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποία τιμῶνται οἱ Ἅγιοι Κυπριανὸς καὶ Ἰουστίνη, οἱ μάρτυρες, ἀλλὰ καὶ παραλλήλως φίλοι τοῦ Νυμφίου. Γιατὶ τὴν πάντερπνο ἐκείνη ἡμέρα ἡ Σεπτὴ Σύνοδος τοῦ Οίκουμενικοῦ Θρόνου ἐξέλεξε τὸν Μ. Ἀρχιδιάκονο τῆς Μ. τ. Χ. Ἐκκλησίας, Ἐπίσκοπον καὶ Ποιμενάρχην τῆς θεοσώστου Μητροπόλεως Σεβαστείας. Κι ὅταν τὴν τετάρτην Νοεμβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους στὸν ἱστορικὸ Ναὸ τῶν τοῦ Χριστοῦ πενήτων, στὸν Ἅγιο Γεώργιο τοῦ ἀρχοντικοῦ Φαναρίου στὴν πολυαρχιερατικὴ Θ. Λειτουργία, κατὰ τὴν ὁποία προῒστατο ὁ μακαριστὸς Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Δημήτριος, συνειδητὰ καὶ μὲ ἄφατο συγκίνηση ἀπευθυνόμενος στὸν ἐψηφισμένο Ἱερὰρχη τοῦ Θρόνου Δημήτριο Κομματᾶ, τὸν ἀπὸ Μ. Ἀρχιδιακόνων καὶ παράλληλα εὐχόταν τό, «Ἡ Χάρις τοῦ παναγίου καὶ ζωοποιοῦ Πνεύματος, διὰ τῆς ἡμῶν ταπεινότητος, προχειρίζεταί σε Μητροπολίτην τῆς ἁγιωτάτης Μητροπόλεως Σεβαστείας», ἕνα ρῖγος ἀσφαλῶς διαπέρασε Κλῆρο καὶ Λαό. Ρῖγος μεταφυσικό, γιατὶ ἐκείνη τὴν κορυφαία στιγμὴ ἕνας νέος Ἀρχιερεὺς τῆς Μεγαλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἑτοιμαζόταν νὰ ἄρῃ τὸν Σταυρὸν μιᾶς ἀπὸ τὶς «ἰδού, ζῶσες»( βλ. Β΄ Κορ.6, 1 ) Ἐπαρχίες τοῦ Οικουμενικοῦ Θρόνου, μυριάδες φωνὲς Ἁγίων τῶν κάτωθεν τοῦ Θυσιαστηρίου καὶ τοῦ Θρόνου τῆς Μεγαλωσύνης του (πρβλ. Ἀποκ. 6,9), οἱ ψυχὲς τῶν ἀπὸ συστάσεώς της τῆς Ἁγιωτάτης Μητροπολεως Σεβαστείας Ἀρχιερέων, ἱερέων, ἱερομονάχων, ἱεροδιακόνων, μοναχῶν, ἱεροψαλτῶν, ἐπιτρόπων, ἐνοριτῶν, μὲ μιὰ λαμπάδα ἀναμμένη στὰ πάνσεπτα χέρια τους, εὔχονταν. Εὔχονταν, ναὶ, τὶ ἄλλο, παρὰ αὐτὸ ποὺ ὅλοι μας δι᾿ ἑνὸς στόματος καὶ μιᾶς καρδίας ἱκετεύουμε: «Τῆς Ἀρχιερωσύνης Σου, μνησθείη Κύριος ὁ Θεός».
Εἰκοσιπέντε χρόνια, λοιπόν... Μὲ βηματισμοὺς ἐν σχοινοβασίᾳ καὶ διακινδυνεύσει, ἀλλὰ καὶ παραλλήλως ἕνα σεργιάνισμα στὸν κῆπο μιᾶς νοητῆς Ἐδὲμ ποὺ τὴν ἐπισκέπτεται καθημερινὰ ὁ Θεός: Τὴν Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, τὴν Μητέρα Ἐκκλησία, ὅπου οἱ ἀφιερωμένοι νυχθημερὸν εὔχονται ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς. Τὸν Οἰκουμενικὸ Θρόνο τῆς Κωνσταντίνου Πόλεως, ποὺ ὁ ἐν λόγῳ Ἱεράρχης διακονεῖ «ἐκ νεότητός» του, μὲ ὑπακοὴ, φιλοτιμία καὶ θυσιαστικὸν φρόνημα. Καὶ τὸ ἔχει ἀποδείξει περιτράνως ὀ Ἐπίσκοπος Δημήτριος, «ἀφιερωμένος» (Σεβ. Πέργης Εὐάγγελος) ὤν στὴν «σκηνίτιδα Ἐκκλησίαν» (Οἰκ. Πατριάρχης Δημήτριος), ποὺ διακρατεῖ τὴν Πανίερον Σφραγίδα Δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου ἐν Τριάδι Θεοῦ.
Κυκλοῦντες τὸν Θρόνον τὸν Ἀρχιερατικὸν τῆς ἀρχαίας καὶ Θεοσώστου Μητροπολεως Σεβαστείας τὴν ἑόρτιο αὐτὴν ἡμέραν τῆς εἰκοσιπενταετοῦς σταυροαναστασίμου Διακονίας τοῦ ἀπὸ Μ. Ἀρχιδιακόνων Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου Αὐτῆς Δημητρίου υἱοῦ ἀξίου τῆς Ζωῆς καὶ τοῦ Κωνσταντίνου Κομματᾶ, ἐν ἀγαλλιάσει βοῶμεν: Εἴησαν πολλά, σῶα καὶ ἔντιμα τὰ ἔτη τῆς Ἀρχιερατείας Σας, Σεβασμιώτατε!
               Σκόπελος, 2-10 -2015  

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2015

Η Ελλάδα του φωτός

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Του π. Παναγιώτη Καποδίστρια
[Έργο Χρυσούλας Σκεπετζή]

ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ήλιε νοητέ * και μυρσίνη συ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη * λησμονάτε τη χώρα μου!

Μ’ αυτούς τους στίχους ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης ζητούσε βοήθεια για την Ελλάδα, όταν οι καιροί ήταν δύσκολοι και η Ελλάδα ήταν στα «στενά». Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα ξαναείναι στα «στενά». Αλλά πρέπει να ζήσει και θα ζήσει. Είναι η χώρα που γέννησε το φως, το οποίο εκτός του ότι διαδίδεται δια του κενού διαδίδεται και δια του πολιτισμού, για να μην πω πως ταυτίζεται μαζί του.
Αυτές τις μέρες, λοιπόν, είχα την τύχη να παρευρεθώ σε τρεις ενημερώσεις από μεγάλους φορείς του πολιτισμού μας. Η πρώτη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, όπου ανακοινώθηκε το πρόγραμμα της αμέσως προσεχούς περιόδου. Η δεύτερη στο Χίλτον, όπου ανακοινώθηκε το πρόγραμμα της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών μέχρι το καλοκαίρι. Η τρίτη στην Εθνική Λυρική Σκηνή, Θέατρο Ολύμπια αλλιώς, όπου, επίσης, ανακοινώθηκε το Πρόγραμμα όλης της περιόδου.
Βεβαίως είναι γνωστός ο πρόλογος του κάθε διευθυντή των προαναφερθέντων ογκολίθων του πολιτισμού μας και μόνιμη επωδός. Η οικονομική κρίση. Με τις συνέπειές της κοιμούνται και ξυπνούν οι ιθύνοντες. Το Μέγαρο περίμενε μια υπογραφή που θα του εξασφάλιζε ηρεμία, αλλά η κανονική κυβέρνηση δεν πρόλαβε, η υπηρεσιακή δεν είχε αρμοδιότητα και η τρέχουσα ΠΡΕΠΕΙ να το διευθετήσει. Αλλιώς τα πράγματα είναι δύσκολα. Το Μέγαρο ανακοίνωσε το Πρόγραμμα των εκδηλώσεών του μέχρι τα Χριστούγεννα. Μέχρι τότε αντέχει. Αν «πέσει» θα συμπαρασύρει την Κρατική, η οποία στεγάζεται στο Μέγαρο, και ας έχει ανακοινώσει το Πρόγραμμά της μέχρι το καλοκαίρι, διότι διακατέχεται από «Αισιοδοξία και χιούμορ», παρά το ότι από την Ορχήστρα κάθε χρόνο αποχωρούν μέλη λόγω συνταξιοδότησης και δεν αντικαθίστανται με νέα. Η επιλογή των νέων στελεχών έχει γίνει μεν, δεν προσλαμβάνονται νέοι δε. Δη δε χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν εστί γενέσθαι των δεόντων έλεγε ο Αθηναίος ρήτορας Δημοσθένης, δείχνοντάς μας από πότε είχε αρχίσει η κρίση.
Και βέβαια σε ώρες κρίσης οικονομικής αυτό που «περισσεύει» είναι ο πολιτισμός. Εκεί θα κόψει το νυστέρι του οικονομικού χειρουργού. Και πονάει πάρα πολύ. Έτσι, ασυμβίβαστοι με μια μοίρα που δεν μας ανήκει, θα αναφωνήσουμε κι εμείς:
Salut! Divinités par la rose et le sel
Et les premiers jouets de la jeune lumière…
(Paul Valéry, La jeune parque)

Είναι ο Βαλερύ, λες, με προσωπείο αρχαίου τραγωδού που επικαλείται: Βοήθεια θεοί για το ρόδο και το αλάτι, και τις πρώτες χαρές από το νεαρό φως. Και, να ’το νεαρό φως που ποτέ δεν γερνάει.

Ο τρίτος πολιτισμικός μας φορέας η ΕΛΣ μας ενημέρωσε, επίσης, για το Πρόγραμμά της, μέχρι το καλοκαίρι, που και εκεί το νυστέρι έχει μπει βαθιά, όμως σε βάθος χρόνου, όχι πολύ μακριά, με ισχυρό χορηγό και προστάτη, θα επιβιώσει και θα αναβαθμιστεί. Και επειδή για τη Λυρική Σκηνή πρόκειται, η σκέψη μου δανείζεται μια μουσική φράση από τον Ναμπούκο του Βέρντι «Va pensiero». Πού «Va» όμως;

Σκέφτομαι καμιά φορά αυτό που ο λαός λέει μοίρα και οι ορθολογιστές σύμπτωση. Η «πετάμενη» σκέψη μου κοιτάζει από ψηλά και τραγουδά:
Oh mia Patria sì bella e perduta!

Όμως, «no perduta». Όχι δεν υπογράφω, καθώς έλεγε κι εκείνος ο Ζορμπάς του Καζαντζάκη. Τι όμως ήταν εκείνο που με έκανε να μη θέλω να υπογράψω; Όπως είπα η σκέψη μου πέταξε και είδε από ψηλά μια νοητή γραμμή ή φλέβα, ξεκινημένη από τότε που γεννήθηκε ο κόσμος, που ήταν ποτάμι κι έπειτα έγινε δρόμος και την είπαν λεωφόρο Συγγρού.

Αυτή η λεωφόρος αρχίζει, βέβαια, από τη Καλλιρρόη. Πάντως η προέκτασή της προς τα πάνω φτάνει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και πιο πάνω φτάνει στη δροσερή Κηφισιά και στα αετόμορφα βουνά της Αττικής, όπου και τα θεμέλιά μας, καθώς λέει ο ποιητής. Με αφετηρία το Μέγαρο, όμως, κατεβαίνοντας την Βασιλίσσης Σοφίας, αμέσως μετά το Χίλτον είναι η Εθνική Πινακοθήκη, πιο κάτω δεξιά είναι το Ωδείο Αθηνών, πιο κάτω αριστερά είναι το Καλλιμάρμαρο, απέναντι το Φωκιανό και από πίσω το Ζάππειο. Πιο κάτω αριστερά ο Άη-Σώστης, «σώσον Κύριε, τον λαόν σου» και πιο κάτω, είμαστε κανονικά στην λεωφόρου Συγγρού, ο μέγας ευεργέτης Αριστοτέλης Ωνάσης εις διπλούν. Ήτοι σχεδόν αντικριστά, δεξιά το Ωνάσειο καρδιολογικό και αριστερά η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Λίαν προσεχώς ο άλλος μέγας ευεργέτης Σταύρος Νιάρχος, που έχει ρίξει στο Φαληρικό Δέλτα τα νέα θεμέλια της Λυρικής και όχι μόνο, θα αποκαλύψει άλλο ένα θαύμα.

Ο Αριστοτέλης από εδώ και ο Σταύρος από εκεί, πάντα ο ένας απέναντι στον άλλο. Ο ανταγωνισμός τους εν ζωή συνεχίζεται εν πολιτισμώ. Να είναι καλά εκεί που είναι. Άλλωστε δεν έχουν πια χρεία χρημάτων. Εδώ όμως τα χρήματα μπορούν να κάνουν θαύματα. Και λίγο πιο κάτω η θάλασσα του Φαλήρου. Κι έρχομαι τώρα στο πού πέταξε η σκέψη μου.

Ο πρώτος χρονολογικά βραβευμένος ποιητής της Ελλάδας με Νόμπελ είναι ο Γιώργος Σεφέρης. Σε τρία τουλάχιστον ποιήματα μνημονεύει τη λεωφόρο Συγγρού. Το ένα με τίτλο «Λεωφόρος Συγγρού, 1930» τελειώνει με τους στίχους: «Σπάσε το νήμα της Αριάδνης και να! / Το γαλάζιο κορμί της γοργόνας». Το άλλο έχει τίτλο «Ένας λόγος για το καλοκαίρι». Από αυτό το ποίημα απομονώνω τους στίχους: «Κι όμως αγάπησα κάποτε τη λεωφόρο Συγγρού / το διπλό λίκνισμα του μεγάλου δρόμου / που μας άφηνε θαυματουργά στη θάλασσα / την παντοτινή για να μας πλύνει από τις αμαρτίες». Και το τρίτο είναι η «Λεωφόρος Συγγρού, Β΄». Γι αυτή «λεωφόρο Συγγρού την πλατιά και μυστική» αναρωτιέται ο ποιητής «Δεν ξέρω πότε ο δρόμος μας θα ξυπνήσει». Αυτά στα 1935. Πέρασαν ογδόντα χρόνια. Ο ποιητής δεν είδε την εξέλιξη των ελληνικών πραγμάτων. Όμως, ο δρόμος εξακολουθεί να οδηγεί στη θάλασσα και τα πλευρά του να ελίσσονται ανάμεσα στα χορηγικά μνημεία που σημαίνουν, προδηλώνουν, στέλνουν σήματα ελπίδας μέσα από τα μάρμαρά τους που λάμπουν στον ήλιο. Και πιο κάτω κυματίζει το γαλάζιο κορμί της γοργόνας. Της Ελλάδας που συνεχώς αναζητά και ποτέ δεν παραιτείται από τον Μέγα Αλέξανδρό της. Είτε είναι αυτός ο Ελληνισμός είτε η Ελευθερία είτε ο πολιτισμός είτε… Η Μελίνα κάποτε είπε πως ο πολιτισμός μας είναι η βαριά βιομηχανία μας. Δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Ο δρόμος, δηλαδή, δείχνει την πορεία, το ταξίδι, το πνεύμα, το στόχο που είναι η απέραντη θάλασσα και που δεν μπορεί κανείς να την εξαντλήσει, μπορεί όμως να την αρμενίσει με το λόγο και την Τέχνη.

Όταν ο «οροφουργός», Μιχαήλ Άγγελος, σήκωσε το βλέμμα του στην Καπέλα Σιξτίνα τον άγγιξε ο Θεός· έτσι πρέπει να έγινε και «απέδωσε τέτοιο Άγγιγμα» 1 που ζωντάνεψε τον πεσμένο άνδρα. Κι εμείς τώρα, κοινοί θνητοί, πεσμένοι, που τη χάρη εκείνου δεν έχουμε, παρακαλούμε: στείλε Θεέ μου «ερωδιό Αστροφόρο» στην Ελλάδα μας να «καναρινίσει»2 το νέο Σου «Άγγιγμα»!

--------------------------------------------------------------
1 Βλ. Παναγιώτης Καποδίστριας, Ανακαλυπτήρια, «Quo Vadis?».

2 Ό.π. «Παροδικό», σελ. 9. 

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

Στέλιου Τζερμπίνου: ΦΙΛΑΡΜΟΝΙΚΗ ΖΑΚΥΝΘΟΥ. Ένας Θεσμός, μια Ιστορία, ένα Θεώρημα

Ομιλία κατά την 2η εκδήλωση του ε΄ κύκλου δράσεων του Μορφωτικού Κέντρου Λόγου «Αληθώς»
(Μπανάτο Ζακύνθου, 27 Σεπτεμβρίου 2015)

Η ευγενική πρόσκληση του λογιωτάτου πατρός Παναγιώτη Καποδίστρια, υπεύθυνου του Κέντρου Λόγου “AΛΗΘΩΣ”, με καθιστά σήμερα, πρόθυμο συμμέτοχο στο πολιτιστικό θεώρημα της Φιλαρμονικής Ζακύνθου. Ένα θεώρημα που στην απόδειξή του εξαντλεί τόσο την έννοια του επιθετικού όσο και του ουσιαστικού της προσδιορισμού. Εξηγούμαι:

Η λέξη “Φιλαρμονική” ως αφηρημένη έννοια υποδηλώνει την συναισθηματική μας προσέγγιση στο ιδεώδες της αρμονίας ενώ ως συγκεκριμένη εικόνα προσδιορίζει κυρίως το σύνολο μιας ορχήστρας πνευστών οργάνων (όπως και η δική μας “Φιλαρμονική”), που συνήθως ονομάζουμε “Mπάντα”. Η λέξη αυτή, πριν αποδοθεί σε καθαρώς μουσικά συγκροτήματα, σύμφωνα με τον επτανήσιο ιστορικό της μουσικής Σπύρο Μοτσενίγο, είναι γοτθικής προέλευσης και υποδηλώνει “όμιλο στρατιωτών μουσικών, που με σαλπίσματα από τρομπέτες και “ρολισμούς” από ταμπούρα “ερρύθμιζον το βήμα των στρατιωτών και τους διήγειρον κατά την μάχην”.

Είναι γνωστό ότι στην μετεπεναστατική Ελλάδα - και πολύ νωρίτερα στα Επτάνησα - οι τοπικές ορχήστρες πνευστών οργάνων (οι “Φιλαρμονικές” δηλαδή), αποτέλεσαν πραγματικά φυτώρια πολιτισμικής αναγέννησης μέσα από την οποία αναδείχθηκαν άξιοι δημιουργοί και μουσικές αξίες, που συνετέλεσαν καθοριστικά στην ανάδειξη και την ανάπτυξη Εθνικής Σχολής στη μουσική. Η χρονολογία ίδρυσης της κάθε μιας από της ορχήστρες αυτές, σημειολογεί, συνεπώς κι ένα ιστορικό στίγμα, πάνω στο οποίο, δεν αποτελεί υπερβολή να πει κανείς, ότι ταυτίστηκαν η Μουσική και ο Πολιτισμός.

Έχει επικρατήσει η άποψη ότι η “Φιλαρμονική Ζακύνθου” ανάγει την ίδρυσή της στα 1816. Αυτό δεν είναι υπερβολή. Με μιαν, ωστόσο διευκρίνιση: Αν ως φιλαρμονική ορχήστρα πρέπει να θεωρήσουμε ένα σύνολο πνευστών οργάνων με τους αντίστοιχους μουσικούς εκτελεστές, τότε θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι μια τέτοια ορχήστρα υπήρχε στη Ζάκυνθο τουλάχιστον από το 1756. Το έτος αυτό αναφέρεται ως χρονολογία του γνωστού πίνακα λιτανείας του Αγίου Χαραλάμπη από τον Ζακυνθινό ζωγράφο Ιωάννη Κοράη, στο Μεταβυζαντινό Μουσείο Ζακύνθου, όπου στην ακολουθία των συντελεστών της λιτανείας μεταξύ των άλλων, διαπιστώνουμε και την συμμετοχή ενός ομίλου μουσικών με πνευστά όργανα.

Ιστορικά και χρονικά αναμφισβήτητο παραμένει το γεγονός ότι το 1816 συγκροτήθηκε στη Ζάκυνθο η πρώτη στα Επτάνησα ορχήστρα πνευστών. Για την υπόλοιπη Ελλάδα ούτε λόγος. Ο σχηματισμός αυτός κι αν ακόμη δεν μπορεί να θεωρηθεί πρωτογενές κύτταρο δημιουργίας του σημερινού τοπικού φιλαρμονικού οργανισμού, αναντίρρητα ωστόσο, δικαιούται να διεκδικεί, αν όχι την εξ αίματος συγγένεια, οπωσδήποτε όμως την ιδιότητα του νομίμου κληρονόμου. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Μέσα στο κλίμα των διπλωματικών αδιεξόδων του Συνεδρίου της Βιέννης και τη μελαγχολία της υπαγωγής των Επτανήσων στο γνωστό καθεστώς της αγγλικής δεσποτείας που η αναιδής κομψότητα της διπλωματικής γλώσσας θα ονομάσει “προστασία”, οι Ζακυνθινοί, όπως άλλωστε και οι άλλοι Επτανήσιοι, διαπλάσσουν την πολυδιάστατη μουσική τους παιδεία. Πρώτα-πρώτα, η συνάφεια της επτανησιακής διανόησης με την δυτική, κυρίως την ιταλική, κουλτούρα. Δεύτερο, οι πολύπλευρες επαφές με φορείς του ευρωπαϊκού πνεύματος, συνέπεια της εμπορικότητας του χώρου, που αποτελούσε τότε (αλλά και τώρα, θα έλεγα!) την ανατολική παρυφή της Ευρώπης. Τρίτο, η ανάγκη της διαφοροποίησης και αντιδιαστολής των δημόσιων μουσικών υπηρεσιών από το τμήμα της μπάντας της αγγλικής φρουράς του νησιού, που από τη μια μεριά κάλυπτε μόνο στοιχειώδεις πανηγυρικές ανάγκες (λιτανείες Αγίου Διονυσίου, για παράδειγμα) και από την άλλη υπογράμμιζε το άγχος της ξενικής παρουσίας. Ένας τέταρτος και πλέον καθοριστικός παράγοντας της ίδρυσης φιλαρμονικού σώματος στη Ζάκυνθο υπήρξε η παρουσία και παραμονή στο νησί Ιταλών μουσικών δασκάλων. Φυγάδες και διωκόμενοι για τα φιλελεύθερα φρονήματά τους, από την κατεχόμενη πατρίδα τους, εύρισκαν πρόθυμη φιλοξενία στα Επτάνησα και ανοχή από τους Άγγλους, όταν δεν ενοχλούσαν την… «προστασία», με πολιτικά ερεθίσματα.

Ένας από τους αγνούς αυτούς αγωνιστές των ιδεών, ένας λαμπρός μουσικοδιδάσκαλος, Μάρκος Μπαταγκέλ (Marko Battagel) ονομαζόμενος, ανέλαβε την πρωτοβουλία της συγκρότησης φιλαρμονικού σώματος στη Ζάκυνθο. Την ιδέα στήριξαν με θέρμη και υπόγραψαν σχετικό καταστατικό, εξήντα σημαντικότατοι Ζακύνθιοι των γραμμάτων και της πολιτικής, ευυπόληπτα μέλη της ζακυνθινής κοινωνίας, ιστορικά ονόματα, γνωστά και από την εν γένει εθνική και πολιτιστική τους δράση.

Το μουσικό σώμα που συγκροτήθηκε ονομάστηκε “Φιλαρμονικός Σύλλογος Ζακύνθου”. Η πρώτη συνεδρίαση του Συλλόγου, μας πληροφορεί ο ιστοριοδίφης της Ζακύνθου Λεωνίδας Ζώης, πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του ευπατρίδη Κωνσταντίνου Ναράντζη, την 1η του Μάη 1816, όπου και ψηφίστηκε ο Κανονισμός λειτουργίας του σωματείου ενώ παράλληλα εκλέχτηκε τριμελές διοικητικό συμβούλιο αποτελούμενο από τους Φραγκίσκο Λουτς, Πέτρο Μετζαλίρα και Ιούλιο Δομενεγίνη. Από τον ιστορικό της ελληνικής και επτανησιακής μουσικής Σπύρο Μοτσενίγο επίσης, μαθαίνουμε ότι η πρώτη δημόσια εμφάνιση της τοπικής αυτής ορχήστρας πραγματοποιήθηκε μέσα στον επόμενο χρόνο 1817.

Το παραπάνω σχήμα λειτούργησε μέχρι τον Ιούλιο του 1823. Οι προσπάθειες, ωστόσο και οι πρωτοβουλίες φιλαρμονικών ανασυγκροτήσεων δεν εξέλιπαν. Σαν σπουδαιότερες οφείλουμε ν’ αναφέρουμε την Φιλαρμονική Εταιρεία Ζακύνθου, που ιδρύθηκε το 1843, υπό την προεδρία του γιατρού, φιλόλογου, φιλικού και πολιτικού Φραγκίσκου Καρβελά (1794-1849), την Φιλαρμονική του 1871 επί δημαρχίας Φραγκίσκου Τζουλάτη, την ίδρυση του Νέου Φιλαρμονικού Συλλόγου το 1888, την παράλληλη σταδιοδρομία δεύτερου φιλαρμονικού σώματος με την επωνυμία “Oρφεύς” μέχρι το 1893, την συγχώνευση του Νέου Φιλαρμονικού, το 1936, με το Ωδείο Κοντονή και την μετασεισμική συγκρότηση της Δημοτικής Φιλαρμονικής (το 1955) ως συνέχειας του Φιλαρμονικού, η οποία και εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι και σήμερα.

Περί του ότι ο Φιλαρμονικός αυτός Σύλλογος υπήρξε και η πρώτη στην Ελλάδα ορχήστρα πνευστών οργάνων, όλες οι διαθέσιμες πηγές συμφωνούν. Δια της συστάσεώς του, συνεχίζει ο Σπύρος Μοτσενίγος, επετεύχθη το πρώτον επίσημον βήμα εις την Ιστορίαν της Ορχήστρας Πνευστών εν Ελλάδι, επισημειώνοντας ακόμη ότι, η ίδρυσίς του υπήρξε απόρροια βαθυτάτης επιταγής του λαϊκού φρονήματος, εκδήλωσις εθνικού παλμού και ουχί αποκλειστικώς ενέργεια προερχομένη εξ αγάπης προς την τέχνην και μόνον. Στο σημείο αυτό, ως προς την πρωτιά, βαρύνουσα σημασία έχει και η άποψη του Ζακυνθινού ιστορικού και συγγραφέα Νίκια Λούντζη, σύμφωνα με τον οποίο, Παρότι η Κέρκυρα κυριάρχησε στην ελληνική ενόργανη μουσική, τάχτηκε στη Ζάκυνθο η τιμή της πρωτιάς. Η τιμή, δηλαδή, της ίδρυσης του πρώτου φιλαρμονικού συλλόγου της Ελλάδας.

Έκτοτε ο τοπικός αυτός μουσικός ιστός, παρά τις όποιες, κατά καιρούς, ονομαστικές μεταλλαγές του ή και τις, πρόσκαιρες πάντα, ανανηπτικές διακοπές του, κατορθώνει να επιβιώνει, διατηρώντας ακέραια την ιστορική συνέχεια του πολιτισμικού του DNA, ώστε σήμερα να διεκδικεί την τιμή της εκπροσώπησης ενός μουσικού σχήματος, που με τη διαχρονική παρουσία του γνώρισε διακρίσεις και επιτυχίες αλλά και την ιστορική του συμμετοχή στην πανηγυρική συναυλία του Παναθηναϊκού Σταδίου, κατά τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896. Για το χρονικό όμως της συμμετοχής αυτής αλλά και για χάρη της ιστορίας επιβάλλεται να πω δυο λόγια παραπάνω.

Η συμμετοχή της Φιλαρμονικής Ζακύνθου στην πανηγυρική Συναυλία του Σταδίου με την λήξη των Αγώνων, υπήρξε πράγματι ένα κορυφαίο γεγονός. Η προετοιμασία είχε αρχίσει ήδη από τις αρχές του Φλεβάρη 1896, όταν με εντολή της Επιτροπής των Ολυμπιακών Αγώνων έφτασε στη Ζάκυνθο ο αρχιμουσικός της μπάντας της Στρατιωτικής Φρουράς Αθηνών Ιωσήφ Καίσαρης, o επιλεγόμενος “Ελλην Γιόχαν Στράους”, προκειμένου να “προβάρει” την Φιλαρμονική Ζακύνθου στη “συνήχησή” της (όπως αναφέρει η τοπική εφημερίδα) με τις υπόλοιπες που θα συμμετείχαν στην εκτέλεση του “Ολυμπιακού ΄Υμνου”, συνθετικού έργου του Κερκυραίου μουσουργού Σπύρου Σαμάρα, σε ποίηση Κωστή Παλαμά. Οι δοκιμές του Καίσαρη στη Ζάκυνθο υπήρξαν επιτυχείς, διαπιστώθηκε όμως παράλληλα ότι τα χρηματικά μέσα της Φιλαρμονικής δεν επαρκούσαν για το ταξίδι της μέχρι την Αθήνα, πράγμα που δηλώθηκε από την Επιτροπή στο μαέστρο Καίσαρη, που κι αυτός βρέθηκε σε αμηχανία. Το πρόβλημα ωστόσο τελικά ξεπεράστηκε με μια γενναιόδωρη οικονομική ενίσχυση ενός νεοκλεγέντος μέλους της διοικητικής επιτροπής της Φιλαρμονικής Αντωνίου Κομούτου, του οποίου, όπως φαίνεται, ο πλούτος των φιλομούσων αισθημάτων δεν υστερούσε σε ανάλογα περιουσιακά αντικρίσματα.

Μετά απ’ όλα αυτά η Φιλαρμονική απερίσπαστη πλέον και υπό την διεύθυνση του τότε αρχιμουσικού της Βίκτωρα Μαυρόχη, ενός 38χρονου Κερκυραίου με λαμπρή προϋπηρεσία, άρχισε εντατικές πρόβες στα κομμάτια που επρόκειτο να παιχτούν και που ήδη από τις 8 Μαρτίου είχαν σταλεί από την Αθήνα στη Ζάκυνθο.

Η αποστολή αναχώρησε από τη Ζάκυνθο στις 22 Μαρτίου (Μ. Παρασκευή τη χρονιά εκείνη, παλαιό ημερολόγιο γαρ!) κι έφτασε στον Πειραιά την επομένη το πρωί (Μ. Σάββατο). Οι αγώνες άρχισαν ανήμερα του Ευαγγελισμού, δηλαδή την Δευτέρα του Πάσχα (25 Μαρτίου) και τελειώσανε στις 3 Απριλίου, μέσα σε κακοκαιρία και κρύο.

Οι Φιλαρμονικές που παρατάχθηκαν ήταν της Μουσικής Εταιρείας Αθηνών, του Πυροβολικού, του Ναυτικού, δύο από την Κέρκυρα, της Κεφαλονιάς, του Λαυρίου, των Πατρών, του Πύργου, του Αιγίου, της Λευκάδας και μία της Κωνσταντινούπολης.

Αφού η κάθε μία μπήκε ξεχωριστά μέσα στο Στάδιο και με το δικό της, η κάθε μια εμβατήριο, συγκεντρωθήκανε στο κέντρο του Σταδίου, για την ανάκρουση του Ολυμπιακού Ύμνου, χωρίς όμως να συμμετάσχουν όλες στην εκτέλεσή του, γιατί όπως είχε διαπιστωθεί στις πρόβες, δεν διέθεταν την απαιτούμενη συνήχηση. Ο Ύμνος ανακρούσθηκε με θριαμβευτική, όπως γράφουν, επιτυχία, με συμμετοχή 200 τραγουδιστών και με σολίστες τα πρώτα τότε ονόματα του ελληνικού μελοδράματος, τον τενόρο Δημήτρη Τσάκωνα και τον βαρύτονο Κώστα Βακαρέλη, και την κ. Πετρίτση στην απαγγελία στροφών του ΄Υμνου.

Οι Φιλαρμονικές ωστόσο, που πήραν μέρος στην επίσημη συναυλία του Σταδίου της 28ης Μαρτίου 1896 και που η Φιλαρμονική Ζακύνθου στάθηκε στο ύψος που απαιτούσαν οι περιστάσεις, ήταν οι εξής επτά:

1) Ηνωμένης Φρουράς Αθηνών, με αρχιμουσικό τον Ιωσήφ Καίσαρη.
2) Ναυτικής Μοίρας, με αρχιμουσικό τον Άγγελο Καλαμά.
3) Φιλαρμονική Αθηνών, με αρχιμουσικό τον Σπυρίδωνα Καίσαρη.
4) Φιλαρμονική Ζακύνθου, με αρχιμουσικό τον Βίκτωρα Μαυρόχη.
5) Φιλαρμονική Λευκάδος, με αρχιμουσικό τον Αντώνιο Μπιφέρνο.
7) Φιλαρμονική Πατρών, με αρχιμουσικό τον Αλβέρτο Αντλοβιτς.

Αξίζει ακόμη να σημειωθεί ότι για την παραπάνω συμμετοχή του στους Ολυμπιακούς ο Φιλαρμονικός Σύλλογος Ζακύνθου έλαβε αναμνηστικό μετάλλιο, που μέχρι τη σεισμοπυρκαϊά του 1953, κοσμούσε την αίθουσα δοκιμών του Δαμίρειου Μεγάρου, που από το 1928 μέχρι τότε στέγαζε την ιστορική αυτή ορχήστρα πνευστών του Δήμου Ζακυνθίων.

Με την λήξη των Αγώνων η Φιλαρμονική ξαναγύρισε στην κοιτίδα της. Και στις δυο πλατείες της Ζακύνθου, την πάνω (Αγίου Μάρκου) και την κάτω (Σολωμού), θα εξακολουθήσει να διαδραματίζει ρόλο καθοριστικού συντελεστή της μουσικής ψυχαγωγίας του λαού. Με τις τακτικές υπαίθριες συναυλίες της, θα καταστήσει ενήμερους τους Ζακυνθινούς στο ευρωπαϊκό ηχόχρωμα και τις παρακαταθήκες του ρομαντισμού, θα τους μυήσει στο κλίμα και το ρεπερτόριο της Μπελ Επόκ, θα τους γνωρίσει τον κόσμο της όπερας και της οπερέτας, και θα τους συγκινήσει με τα υπέροχα πατριωτικά εμβατήρια του Ζακυνθινού συνθέτη και αρχιμουσικού της Γιαννάκη Πήλικα (1870-1942), κάτω από τις μπαγκέτες που κράτησαν αρχιμουσικοί όπως ο Φρ. Νικολίνι (+1911), ο Βίκτωρ Μαυρόχης, ο Νικόλαος Αρβανιτάκης, ο Τάκης Βλάχος, ο Διονύσιος Βισβάρδης (1910-1999), ο Γεράσιμος Κανιώρος (1899-;), ο Κώστας Σαμσαρέλος (1927-1996) και όσοι από τους νεώτερους δεν έχει ακόμη να καταγράψει η μουσική ιστορία της Ζακύνθου (Νικόλαος Ταπίνης, Διονύσης Κλάδης και ο σημερινός αρχιμουσικός της Διονύσης Μαλλιάς).

Φιλαρμονική Ζακύνθου λοιπόν και τελειώνω. Μια ιστορία που άντεξε στο χρόνο, συντηρώντας την φιλαρμονική ιδέα σαν αναπόφευκτη αναγκαιότητα του κοινωνικού ψυχισμού των Ζακυνθινών κι ένα μουσικό σχήμα που, παράλληλα με την τοπική του ταυτότητα, δεν αδιαφόρησε στις επιβαλλόμενες νεωτερικές επιταγές, μέσα από την απεραντοσύνη των εξομολογήσεων δεκάδων συνθετών, επιτελώντας το κοινωνικό του έργο και κερδίζοντας την αισθητική του καταξίωση στις προτιμήσεις ενός διαπαιδαγωγημένου φιλόμουσου κοινού, που τη στηρίζει μέχρι σήμερα. Όπως το αποψινό.

Related Posts with Thumbnails