© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

ΕΝΑΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΟΥ ΓΚΟΥΣΤΑΒ ΜΑΛΕΡ [1860-1911] / ΚΡΑΤΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΑΘΗΝΩΝ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η  ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ
Μια συμφωνία Προσωπική, συμφωνία Λύτρωσης, την «Ενάτη» του Γκούσταβ Μάλερ, είχαμε την τύχη να ακούσουμε το βράδυ της Παρασκευής στις 25-11-2011, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Η ελεγειακή κραυγή του Συνθέτη, «Μη μ’ αφήνετε μόνο», θα γίνει  επίκληση, θα γίνει  προσευχή, σαν εκείνη την κραυγή του πάσχοντος Ιησού «Μείνατε ώδε και γρηγορείτε».

Ο Μάλερ, βαθιά διανοούμενος, μελέτησε τους Γκαίτε, Νίτσε, Σοπενχάουερ,   Ντοστογιέφσκι. Η Μουσική του διαμορφώθηκε μέσα από τη Γερμανο-αυστριακή παράδοση, αυτή του Μπαχ, της πρώτης σχολής της Βιέννης, των Χάυντν,  Μότσαρτ,  Μπετόβεν και  Σούμπερτ, καθώς και της γενιάς των Ρομαντικών, Σούμαν, Μπραμς, Μέντελσον,  αλλά κυρίως των Λιστ και Μπρούκνερ, οι μεγάλες συμφωνίες των οποίων προαναγγέλλουν τις δικές του. Πηγή έμπνευσης  υπήρξαν για τον Μάλερ τα λαϊκά τραγούδια και οι μπαλάντες. Καθοριστική, επίσης, επίδραση στο έργο του είχε και ο Βάγκνερ.  
Φύση ανήσυχη, θα βρει διέξοδο στη μουσική,  όπου με ενάργεια διοχετεύει τις πνευματικές του αναζητήσεις  και στις νότες  ακουμπά τις μύχιες σκέψεις του. Και ενώ ο Μπραμς, ο Σούμαν και ο Βάγκνερ μάς άφησαν γραπτά, με τα οποία φωτίζουν τις συνθέσεις τους, ο Μάλερ, κλείνει όλη την κοσμοθεωρία του στις νότες,  καλώντας τον ακροατή να την αποκρυπτογραφήσει. Οι ελάχιστες  σκέψεις του, οι διατυπωμένες στις επιστολές προς την  Άλμα Μάλερ και σ’ εκείνες των πιστών του φίλων, αποτελούν πολύτιμες μαρτυρίες-πλοηγούς-για τους αναγνώστες.  «Ό,τι είναι καλύτερο στη μουσική δε βρίσκεται στις νότες, υπάρχουν πολύ περισσότερα πράγματα: εκείνο που προκαλεί η μουσική στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, εκείνο είναι το σημαντικό!», τονίζει ο Συνθέτης. Για τη δημιουργία του  «σημαντικού»,  χρησιμοποίησε την αγάπη, το θυμό, τη λύπη, τη συσσωρευμένη γνώση του στις μουσικές του  συνθέσεις αλλά και τη μαεστρία  του από τη θέση του Αρχιμουσικού. Οι νεοτερισμοί του τον φέρνουν ανάμεσα στους σημαντικότερους συνθέτες του Ρομαντισμού. Το τελευταίο έργο του που διηύθυνε ήταν η 8η  συμφωνία του, η αποκαλούμενη και «Συμφωνία των Χιλίων», την οποία ολοκλήρωσε το καλοκαίρι του  1906. Τον επόμενο χρόνο, το 1907, χάνει τη μεγάλη του κόρη και μαθαίνει ότι και ο ίδιος πάσχει από βαριά καρδιοπάθεια. Μέσα  στις τραγικές αυτές στιγμές το δημιουργικό του πνεύμα αντιστέκεται, μετουσιώνει τον πόνο σε «Τραγούδι  της Γης», για να υμνήσει  τη  Μάνα Γη, που κρατά στα σπλάχνα της μέρος από  το δικό του παιδί και να την εξευμενίσει για να αναπαύσει αιώνια ό,τι «ηγάπησε». Επιλέγει επτά μεταφράσεις παλαιών Κινέζικων ποιημάτων. Θέμα τους: το πρόσκαιρο, η μοναξιά, η ομορφιά της νιότης, η νοσταλγία, ο ανεκπλήρωτος πόθος, το μυστήριο της ζωής, ο σκληρός αποχαιρετισμός.   Και συνεχίζει με τη μεγαλειώδη «Ενάτη Συμφωνία» του. Η δεισιδαιμονία όμως, της ΕΝΑΤΗΣ, που στοίχειωσε  τους Μπετόβεν, Σούμπερτ, Μπρούκνερ και Ντβόρζακ, τον τρομάζει  και προσπαθώντας να ξεφύγει από το μοιραίο αυτό αριθμό. Αρχίζει  τη σύνθεση της 10ης Συμφωνίας, που έμελλε να μείνει ημιτελής, για να επαναληφθεί η τραγωδία που χτύπησε τους προηγούμενους μεγάλους συνθέτες και να είναι  η ΕΝΑΤΗ και  για τον Μάλερ, η συμφωνία του τέλους, ενός τέλους που αφήνει τον πόνο να εκφραστεί με την αξιοπρέπεια και το μεγαλείο του ανθρώπου που έχει συνείδηση του πεπερασμένου.
Λίγο πριν φύγει για το μεγάλο ταξίδι συναντά στις 12 Σεπτεμβρίου του 1910 στο Μόναχο τον  Τόμας Μαν. Η  προσωπικότητα του συνθέτη εντυπωσιάζει τον Γερμανό νομπελίστα συγγραφέα  και, όταν πληροφορείται το θάνατό του στις 18 Μαΐου του 1911, συγκλονίζεται και στο πρόσωπο του ήρωα της νουβέλας του, «Θάνατος στη Βενετία», δίδει  τη μορφή,    το όνομα, ακόμα και την ηλικία  του Γκούσταβ Μάλερ, χωρίς ποτέ, ο ίδιος, να μιλήσει δημόσια γι’ αυτό. Στη δε μουσική της κινηματογραφικής του ταινίας, «Θάνατος στη Βενετία», ο Luchino Visconti [1971] συμπεριλαμβάνει το “Adagietto”,  από το 4ο μέρος της 5ης Συμφωνίας του Μάλερ.
Η «Ενάτη Συμφωνία» είναι σε ρε, όπως και εκείνη του Μπετόβεν και είναι  το τελευταίο ολοκληρωμένο έργο  που  ο Μάλερ, συνέθεσε  με απίστευτη  ταχύτητα  και τελείωσε το Μάρτη του 1910 στη Νέα Υόρκη. Δύο χρόνια αργότερα, το 1912, θα παιχτεί για πρώτη φορά  στη Βιέννη υπό την διεύθυνση του Αρχιμουσικού και φίλου του Μπρούνο Βάλτερ. Όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία της προσωπικής γραφής του ξεδιπλώνονται  με έντονη  συγκίνηση,  τρυφερότητα, ευαισθησία κι ακόμα στοιχεία λαϊκά, επεξεργασμένα με τη σοφία και τις μουσικές αποχρώσεις και αντιθέσεις του μεγάλου αυτού Αυστριακού συνθέτη.  Πόσο δίκιο είχε ο Leonard Bernstein  όταν έλεγε: «Η ματιά του ήταν στο μέλλον, αλλά η καρδιά του ανήκε στο παρελθόν!».
Η «Ενάτη», καθαρά ορχηστική, είναι σε τέσσερα μέρη, αργό – γρήγορο – γρήγορο – αργό. Η   διαφορετική τονικότητα του κάθε μέρους, επιτείνει το τραγικό στοιχείο της  Συμφωνίας.  Και είναι τα δύο κεντρικά μέρη σαν ένας γρήγορος χορός, που ο φιλόσοφος και μουσικολόγος Theodor Adorno  χαρακτήρισε «Χορό του Θανάτου».  Σ’ αυτήν θ’ αφήσει  ένα χαιρετισμό, ένα πικρό, ειρωνικό αντίο από το πρώτο κιόλας μέρος της Συμφωνίας, καθώς νιώθει ότι δεν υπάρχει γυρισμός. Η ζωή όμως τον τραβά ξανά προς το μέρος της κι εκείνος  ανταποκρίνεται με το βαλς «Χαρείτε τη ζωή» του Γιόχαν Στράους του νεότερου.  
Δεν ήταν μόνο εντυπωσιακή η από μνήμης διεύθυνση μιας τόσο δύσκολης συμφωνίας,    αλλά και  η  λεπτή ανάγνωση και η εμβάθυνση  της ερμηνείας από τον  Γάλλο Αρχιμουσικό Ζακ Ντελακότ και την  Κρατικής Ορχήστρα Αθηνών, που αποκάλυψε το νόημα,  τη φυλακισμένη ενέργεια της σύλληψης  και φώτισε τις λεπτές πτυχές  της ΕΝΑΤΗΣ Συμφωνίας του Γκούσταβ Μάλερ. Ποτέ δε θα ξεχάσουμε τον αποχαιρετισμό με το αργό συγκλονιστικό φινάλε των Εγχόρδων, ούτε και τους Σολίστ των Πνευστών Οργάνων, που θα έπρεπε να αναφέρονται ξεχωριστά στο πρόγραμμα, γιατί οι προσωπικότητες των μουσικών που υπηρετούν το δημιουργό είναι σημαντικές και για τον ακροατή.

Ο Μάλερ πόζαρε για το μεγάλο Γάλλο γλύπτη Ροντέν, ο οποίος του έφτιαξε την προτομή του σε μπρούτζο, πηλό και μάρμαρο. Είναι εντυπωσιακό ότι στη μαρμάρινη προτομή, ο Ροντέν δίδει το όνομα του «Μότσαρτ», ενώ το γλυπτό έχει τη μορφή του Μάλερ. Και το απίστευτο: πεθαίνοντας ο Μάλερ, κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας το Μάη του 1911, θα προφέρει την τελευταία λέξη προς τη σύζυγό του Άλμα και θα είναι….  «Μότσαρτ»!

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011

Η Νόνα, το λαθεμένο σκοτάδι και το πρώτο σένιο

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Της Αγίας Άννας οσονούπω, μια γιορτή, που έγινε και λαοφιλές τραγούδι, το οποίο κάποτε υπήρχε κατά κόρο στα χείλη του λαού μας και μάλιστα, πριν οι καιροί αλλάξουν, ονόμαζε την εορτάζουσα «του χιονιά» και λυπόταν που μέρα που ήταν δεν θα ήταν πια μαζί της.

Η Αγία Άννα, βρεφοκρατούσα την Θεοτόκο και τον Χριστό.
Φορητή Εικόνα του 15ου αιώνα από τον ναό Αγίου Νικολάου του Μόλου,
σήμερα στο Μεταβυζαντινό Μουσείο Ζακύνθου.
Στην ουσία γιορτάζουμε την σύλληψη της Παναγίας από την Αγία Άννα, γι’ αυτό και εννέα μήνες αργότερα, στις 8 του Σεπτέμβρη, η εκκλησία μας τιμά την γέννηση της Θεοτόκου. Η μνήμη της γιαγιάς του Χριστού είναι στις 25 Ιουλίου, οπότε και η κοίμησή της, αλλά, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων, έχει επικρατήσει και όλες αυτές που έχουν τ’ όνομά της γιορτάζουν σήμερα, μέσα στο προεόρτιο των Χριστουγέννων κλίμα και μαζί με πολλούς άλλους, μια και ο Δεκέμβρης, όπως εξάλλου και ο προηγούμενος Νοέμβρης, έχουν πολλές μνήμες λαοφιλών Αγίων, γνωστές και με άπειρα ονόματα.

Στην προσεισμική πόλη της Ζακύνθου υπήρχε εκκλησία της Αγίας στην περίφημη Σαρτζάδα, το γραφικό, δηλαδή, ανηφορικό καλντερίμι, που οδηγούσε στο Κάστρο. Χτίστηκε το 1701 από τον περίφημο ιερωμένο και αγιογράφο Νικόλαο Καλλέργη, γιό του ομότεχνου Φραγκίσκου και από αυτήν προέρχονται οι σημαντικές τοιχογραφίες, που μετά την καταστροφή του 1953 αποκαλύφθηκαν και σήμερα φιλοξενούνται στο νέο μας μουσείο.

Μετασεισμικά, ανεβαίνοντας προς την Πικριδιώτισσα, συναντούσαμε στο αριστερό μέρος του δρόμου ένα μάλλον άτεχνο προσκυνητάρι, με την εικόνα της Αγίας Άννας και στην θέση της ιστορικής εκκλησίας ένα ξυλότυπο οικοτροφείο, θύμηση παλιότερης αίγλης και σημάδι της ισοπέδωσης που έκαναν ο σεισμός και η φωτιά του φοβερού εκείνου Αύγουστου, που κυριολεκτικά έφεραν τα πάνω κάτω και για μας είναι πιο σημαδιακά γεγονότα, ακόμα και από αυτούς τους παγκόσμιους πολέμους.

Άλλη σημαντική εκκλησία της Προμήτορος υπήρχε στο χωριό Καληπάδος, «στην Κομενταρία», όπου ανήκε πρώτα στο τάγμα των ιπποτών της Μάλτας και κατόπιν στην Βενετία. Ο ναός αυτός παραχωρήθηκε, ως φέουδο, από την Γαληνοτάτη, μαζί με την περιουσία του, στον Άγγελο Φωσκάρδη και τους κληρονόμους του, το 1707 και στα τέλη του 19ου αιώνα ανήκε στην οικογένεια Ζέζα. Σήμερα έχει χτιστεί μικρότερος και φιλοξενεί, κατά μια ευτυχή σύμπτωση, έργα του κτήτορα και ιδρυτή του ομώνυμου ναού της Χώρας, του ταλαντούχου και αξιοπρόσεκτου πιτόρου Νικολάου Καλλέργη.

Αλλά και στα χωριά Γαϊτάνι, Άγιος Δημήτριος και στο προάστιο Ακρωτήρι, υπήρχαν εκκλησίες της Αγίας, όπως και μία άλλη, όπως μας πληροφορεί ο χαλκέντερος Ντίνος Κονόμος, σε άγνωστη περιοχή, η οποία ανήκε στην ιδιοκτησία της Τάντιας Κοκκάλα, η οποία το 1619 δόθηκε από την ίδια για να γίνει κοινόβιο καλογραιών.

Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει μνεία και της περίφημης εικόνας, η οποία προερχόμενη από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου του Μόλου, φυλάσσεται στο μετασεισμικό μας Μουσείο και δείχνει την ιερή συγγένεια, την Αγία Άννα να κρατεί αγκαλιά την κόρη της, την Παναγία και αυτή τον μικρό Χριστό (βλ. σχετική φωτό εδώ).

Συνδεμένη με τις τροπές του ήλιου και αυτή η γιορτή του Δεκέμβρη, πιστεύεται από το λαό μας πως έχει την μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου. Αυτό λέγεται συχνά και παραδίδεται από τους γεροντότερους στους νεότερους. Είναι, όμως, μια λάθος πληροφορία και μια εσφαλμένη εκτίμηση.

Αυτό ήταν αλήθεια, όταν ήταν σε χρήση το παλιότερο, το Ιουλιανό ημερολόγιο. Τότε η μνήμη της Αγίας Άννας ή πιο σωστά η γιορτή της σύλληψής της, συνέπιπτε, 13 μέρες αργότερα, με το χειμερινό ηλιοστάσιο και πραγματικά το σκοτάδι υπερτερούσε, τότε, του φωτός. Με την επικράτηση του νέου, Γρηγοριανού ημερολογίου η γιορτή μετατέθηκε, αλλά η Αγία κράτησε την ιδιότητά της. Έτσι συμπίπτει με την βασιλεία του σκότους και την προσμονή του ερχομού του φωτός, το οποίο οριστικά θα φέρει στον κόσμο η γέννηση του «ήλιου της δικαιοσύνης» εγγονού της.

Παρά την μετάθεση, όμως, της γιορτής η μητέρα της Παναγίας κράτησε κάτι το πυρφόρο και το παρηγορητικό. Παρετυμολογώντας ο λαός μας, όπως πολύ συχνά συμβαίνει, το όνομά της, πιστεύει πως από την ημέρα της γιορτής της, στις 9 του Δεκέμβρη, το φως «παίρνει μια ανάσα», για «να πάρει ένα σπυρί» ακόμα στις 12 του Δεκέμβρη, με την γιορτή του Αγίου Σπυρίδωνα και να «αγναντέψει» την οριστική του νίκη στις 20 του μήνα, οπότε η γιορτή του ιερομάρτυρα Ιγνατίου του έτσι και αλλιώς «Θεοφόρου».

Η μέρα της γιορτής της Αγίας Άννας, όμως, έχει για μας τους ζακυνθινούς και έναν δικό της ξεχωριστό χαρακτήρα. Το βράδυ της και την ώρα ακριβώς που δύει ο ήλιος γίνεται το «πρώτο σένιο», η αρχική, δηλαδή, προειδοποίηση για την μεγάλη γιορτή του Αγίου μας.

Σημαίνουν χαρούμενα οι καμπάνες και συγχρόνως ρίχνονται δώδεκα κανονιοβολισμοί, όσοι και οι μήνες του χρόνου και οι ημέρες του, που το ιερό Λείψανο παραμένει «στη Θύρα του». Πολλοί αντεταδόροι μαζεύονται στο προαύλιο της εκκλησίας, για να παρακολουθήσουν το πατροπαράδοτο έθιμο και με το άκουσμά του σταυροκοπιούνται και εύχονται «χρόνια πολλά και του χρόνου».

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2011

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ CONCERTGEBOUW ΤΟΥ ΑΜΣΤΕΡΝΤΑΜ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ


Όταν το 1897 ο Ρίχαρντ Στράους άκουσε την Ορχήστρα Κοντσέρτχεμπαου του Άμστερνταμ είπε ότι ήταν μια «πραγματικά εξαιρετική Ορχήστρα γεμάτη νεανικό σφρίγος και ενθουσιασμό». Και πού να φανταζόταν τότε ότι ο χαρακτηρισμός του αυτός θα συνέχιζε να ακολουθεί την ορχήστρα μέχρι τις μέρες μας και μάλιστα με συσσωρευμένη τη σοφία και την εμπειρία τόσων δεκαετιών!

Η Ορχήστρα ιδρύθηκε το 1888 και αμέσως κέρδισε μια θέση ανάμεσα στις καλύτερες του κόσμου. Την επωνυμία της ήρθε να συμπληρώσει το 1988 και ο χαρακτηρισμός «Βασιλική». Ενώ στη μακρόχρονη ιστορία της, η μία γενιά μουσικών, παραδίδει στην άλλη τη σκυτάλη υψηλής ποιότητας ερμηνειών. Είναι εντυπωσιακό ότι οι βασικοί της μαέστροι ήσαν έξι οι οποίοι και διαμόρφωσαν τον ήχο και το ύφος της. Ανάμεσα στους συνθέτες που διηύθυναν την ορχήστρα αναφέρουμε τους Ρίχαρντ Στράους, Γκούσταβ Μάλερ, Κλωντ Ντεμπυσσύ, Ιγκόρ Στραβίνσκι, Μπέλα Μπάρτοκ, Ραχμάνινοφ και Σεργκέι Προκόφιεφ, μερικοί από τους συνθέτες αυτούς συνέπραξαν και ως σολίστ.

ΤΣΑΪΚΟΦΣΚΙ

Στην Εισαγωγή-Φαντασία «Ρωμαίος και Ιουλιέττα» του Τσαϊκόφσκι, που παρακολουθήσαμε στις 22-12-2011 σε μια εξαίσια ερμηνεία, ξεδιπλώνεται το θέμα του πατρός Λαυρεντίου με την παρουσία του «Θείου» στη σύνθεση και το αρμονικό δέσιμο δυτικής θρησκευτικής μουσικής και ορθόδοξη Ρώσικης παράδοση. Ακολουθεί η έριδα ανάμεσα στις δύο οικογένειες των Καπουλέτων και Μοντέκων, η ερωτική ένταση των δύο νέων, που προς στιγμήν νομίζουν ότι η αγάπη νικά τα πάντα, με το πάθος και την τρυφερότητά της. Τι κρίμα το μίσος να συνθλίβει την αγάπη. Την αγάπη που θριαμβεύει με το θάνατο και οι ήρωες, πρόσωπα τραγικά, δε χάρηκαν τα δώρα του έρωτά τους.

Camille Saint–Saëns

Αξίζει να ρίξουμε μια ματιά στη μακρά πορεία της ζωής του Σαιν-Σανς, που γεννήθηκε στις 9 Οκτωβρίου του 1835 και πέθανε στις 16 Δεκεμβρίου του 1921. Έζησε πολλές μουσικές επαναστάσεις του 19ου και 20ού αιώνος, έχοντας συνεισφέρει και ο ίδιος σ’ αυτές. Τα πρώτα μαθήματα πιάνου τα παίρνει από την πιανίστα θεία του στα τρία του χρόνια. Είναι ένα παιδί θαύμα γι αυτό και τον αποκαλούν Γάλλο Mendelssohn. Στα πέντε του χρόνια αναλύει τον Don Giovanni και δίνει παραστάσεις σαν πιανίστας. Στα επτά διαβάζει Λατινικά και ενδιαφέρεται για τις επιστήμες όπως η Βοτανολογία και Εντομολογία, επίσης συλλέγει γεωλογικά αντικείμενα. Η πραγματική μουσική του παιδεία ξεκινά στα επτά του χρόνια και στα δέκα κάνει την πρώτη επίσημη εμφάνισή του ως πιανίστας στην Salle Pleyel του Παρισιού. Σαν «encore» στο πρώτο του ρεσιτάλ προσφέρεται να παίξει από μνήμης οποιαδήποτε από τις τριάντα δύο σονάτες του Μπετόβεν. Η φήμη του φτάνει ως τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και σε περιοδικό της Βοστόνης, το «Musical Gazette» αναφέρεται τον Αύγουστο του 1846 ότι «υπάρχει ένα αγόρι ονόματι St. Sans, είναι μόλις δέκα και μισό και παίζει τη μουσική των Χαίντελ, Μότσαρτ, Μπαχ, Μπετόβεν και μοντέρνων συνθετών χωρίς παρτιτούρα». Πράγματι, ο Σαιν-Σανς είχε εκπληκτική μνήμη, αν διάβαζε ένα βιβλίο ή άκουγε ένα μουσικό κομμάτι δεν το ξεχνούσε ποτέ. Ο νεαρός Σαιν-Σανς εξελίχθηκε σε σπουδαίο πιανίστα και οργανίστα. Για πολλά χρόνια έπαιζε στην εκκλησία της Madeleine του Παρισιού. Ο List ακούγοντάς τον, τον χαρακτήρισε ως το μεγαλύτερο οργανίστα του κόσμου. Υπήρξε σπουδαίος μαέστρος και συνθέτης και υπηρέτησε με επιτυχία όλες σχεδόν τις μουσικές φόρμες. Πρέπει να ήταν ο πρώτος πιανίστας στην ιστορία της μουσικής που έπαιξε ολόκληρο τον κύκλο των κοντσέρτων για πιάνο του Μότσαρτ.

Εκτός από τη Μουσική ασχολήθηκε με την Αστρονομία -ήταν μέλος της Αστρονομικής Εταιρείας της Γαλλίας-, την Αρχαιολογία και με μυστικιστικές επιστήμες. Δημοσίευσε ένα τόμο με ποιήματα και δοκίμασε να γράψει θέατρο. Στην αρχή της καριέρας του θεωρήθηκε επαναστάτης μουσικός και στη συνέχεια συντηρητικός. Αναζήτησε την καθαρότητα και την τελειοποίηση της φόρμας. Έγινε καθηγητής στη σχολή Niedermeyer, ένας από τους διασημότερους μαθητές του ήταν ο Gabriel Fauré. Το 1871 ίδρυσε με τον  Romain Bussine τη «Société Nationale de Musique» στην οποία βρήκαν στέγη οι νέες γενιές των Γάλλων μουσικών. Έγραψε ένα φιλοσοφικό βιβλίο με τίτλο «Problèmes et mystères» μια σπουδή για τον πεσιμισμό. Η τέχνη και η επιστήμη γίνονται θρησκεία για τον Σαιν-Σανς. Η ζωή δεν έχει σκοπό, σκέπτεται, «ο κόσμος πάντα απογοητεύεται ψάχνοντας τον τελικό σκοπό, ίσως να μην υπάρχει κάτι τέτοιο» και ο Αμερικανός μουσικοκριτικός και συγγραφέας Harold Schonberg [1915-2003] σχολιάζει: Ο υπαρξισμός στη Γαλλία είχε τον εκπρόσωπό της αρκετό καιρό πριν από τον Sartre. Συνέθεσε κι εκείνος όπερες ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής του. Η διασημότερη όλων είναι η όπερά του «Σαμψών και Δαλιδά». Άλλα γνωστά έργα του είναι ο «Μακάβριος Χορός», «Το Καρναβάλι των Ζώων» με το μέρος του «Κύκνου» να ξεχωρίζει, η «Εισαγωγή και Rondo Capriccioso». Συνέθεσε επίσης Χορωδιακά έργα, έργα Μουσικής δωματίου, έργα για Εκκλησιαστικό Όργανο, καθώς και κοντσέρτα για Βιολί και για Τσέλο.

Από τα κοντσέρτα του για Πιάνο και Ορχήστρα ακούσαμε το 5ο σε φα μείζονα, έργο 103 το γνωστό «Αιγυπτιακό», σε μια λαμπρή εκτέλεση, με κλασική λεπτότητα, από τον Γάλλο πιανίστα, τον παγκοσμίως γνωστό Jean–Yves Thibaudet». Είναι το τελευταίο κοντσέρτο για πιάνο που συνέθεσε ο Σαιν-Σανς το 1896, κατά τη διάρκεια των διακοπών του στο  Luxor. Θεωρείται η πιο εξωτική μουσική του με επιρροές Ισπανικές και Μεσανατολικές. Στο δε andante έχει συμπεριλάβει το τραγούδι που άκουσε από τον βαρκάρη ταξιδεύοντας στο Νείλο. Ο Συνθέτης το χαρακτήρισε σαν ένα ταξίδι στη θάλασσα και ήταν ο ίδιος σολίστ στην πρώτη του εκτέλεση. Μ’ αυτό γιόρτασε τα πεντηκοστά «γενέθλιά» του από την πρώτη του εμφάνιση στη Salle Pleyel του Παρισιού το 1846.

ΙΓΚΟΡ ΣΤΡΑΒΙΝΣΚΙ

Τον ονόμασαν Πικάσο της μουσικής και όχι άδικα. Κάθε έργο του έχει τη δική του ταυτότητα, τη δική του πρωτοτυπία, το δικό του στοχασμό, το ύφος και το ήθος που αποκαλύπτουν και την προσωπικότητά του. Έχει κάτι το αφηρημένο το ανολοκλήρωτο σαν τις πινελιές του Πικάσο που αφήνουν τη φαντασία να συμπληρώσει τη σύλληψη και την κοσμοθεωρία του δημιουργού. Όταν ακούμε έργα του Στραβίνσκι, ίσως, θα πρέπει να σκεπτόμαστε «ποιητικά» γιατί «ποιεί» έργο. Δημιουργεί με υλικό πολύτιμο: της επιλογής, της μνήμης, της φαντασίας, την υπεράσπισης ιδεών, της ερμηνείας του κόσμου, της «απολογίας». Η σύλληψη του «Πετρούσκα» και της «Ιεροτελεστίας της Άνοιξης» γίνεται σε μια εποχή μαζικών αλλαγών ή μήπως οι αλλαγές πραγματοποιήθηκαν λόγω των επαναστατικών αυτών έργων;

Ο Στραβίνσκι συνέθεσε τη μουσική του Πετρούσκα το χειμώνα του 1910-11 σε λιμπρέτο δικό του και του Benois για τα ρώσικα Μπαλέτα του Sergei Diaghilev. H πρώτη παρουσίαση έγινε τον Ιούνιο του 1911 υπό την διεύθυνση του Pierre Monteux, σε χορογραφία του Fokin. Στο ρόλο του Πετρούσκα ο θρυλικός Vaslav Nijinsky. Το 1947 ο Στραβίνσκι αναθεώρησε τη Μουσική του Πετρούσκα, στη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα.

 
Η ζωντανή μουσική συνδυάζει το δημιουργό και τον ερμηνευτή. Ο ερμηνευτής, με τη λεπτή καλλιέργεια και την άρτια τεχνική του είναι εκείνος που αποθησαυρίζοντας τα κεκρυμμένα στοιχεία της σύνθεσης, τις εικόνες, τις έννοιες, τους στοχασμούς, τα προσφέρει στον ακροατή. Όλα τούτα πέτυχαν να μας μεταδώσουν ο εκπληκτικός Λετονός Αρχιμουσικός Andris Nelson και η μοναδική Βασιλική Ορχήστρα Concertgebouw του Άμστερνταμ, για να τους αποθεώσουμε με τον πλέον πολιτισμένο και συγκινητικό τρόπο και να σκεπτόμαστε φεύγοντας από το Μέγαρο Μουσικής το λόγο του «Θεϊκού» Ραφαήλ: «Κατανοείς όταν εξομοιώνεσαι».

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Οι μπομπαρντιέροι, η νηστεία και το λουτρό

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Η Αγία Βαρβάρα, της οποίας τη μνήμη γιορτάζουμε, κάθε χρόνο, στις 4 του Δεκέμβρη, μέσα στη μεγάλη βαρυχειμωνιά και στο προεόρτιο κλίμα των Χριστουγέννων, είναι η μάρτυς εκείνη, που τ’ όνομά της έχει συνδεθεί με την ίαση των λοιμικών ασθενειών και προ πάντων αυτήν της βλογιάς ή ευλογίας, όπως λέγεται από το λαό μας κατ’ ευφημισμό.
Κόρη του ειδωλολάτρη Διόσκουρου, αποκεφαλίσθηκε από τον ίδιο της τον πατέρα, για την πίστη της. Λέγεται μάλιστα πως την στιγμή του μαρτυρίου της ο ασεβής γονιός τιμωρήθηκε, χάνοντας τη ζωή του από έναν κεραυνό, ο οποίος έπεσε από τον ουρανό, εκδικητικά στο κεφάλι του. Για το λόγο αυτό η Μεγαλομάρτυς θεωρείται προστάτης του πυροβολικού.
Στην πρώτη πόλη, στο Κάστρο της Ζακύνθου, υπήρχε εκκλησία της, η οποία ανήκε στο Σώμα των Πυροβολητών (dei Scolari Bombardieri). Όταν καταστράφηκε, στις αρχές του 19ου αιώνα, από ένα σεισμό, η καθέδρα με την εικόνα της Αγίας μεταφέρθηκε στην εκκλησία του Αγίου Ελευθερίου του Δαμουλάνου, που βρισκόταν παλιότερα πάνω σ’ ένα ψήλωμα, κάτω από το λόφο του Κάστρου και εκεί γιόρταζαν οι Πυροβολητές την προστάτισσά τους.
Γνωστότερος, όμως, ήταν ο ναός της Αγίας, ο οποίος είχε κτισθεί από τον ιερωμένο Κωνσταντίνο Κρόκο, στις αρχές του 18ου αιώνα, στο προάστιο των Κήπων, σε ανταπόδοση της διάσωσης του νησιού από την επιδημία της βλογιάς. Σε ανάμνηση, μάλιστα, της θαυματουργικής αυτής επέμβαση της Αγίας και της λύτρωσης των κατοίκων του νησιού από το θανατικό, γινόταν κάθε χρόνο επίσημη λιτανεία της εικόνας της στην πόλη. Το ίδιο συνέβαινε και σε πολλά χωριά, όπου μετά από την απαλλαγή από την λοιμική νόσο, με τις πρεσβείες της Μάρτυρος ή έκτιζαν εκκλησίες προς τιμήν της ή έφτιαχναν καλλιτεχνικές, ξυλόγλυπτες και επιχρυσωμένες καθέδρες, στις οποίες τοποθετούσαν την εικόνα της.
Χαρακτηριστικό της μέρας της γιορτής της Αγίας είναι η εθιμική νηστεία, η οποία δεν επιβάλλεται από την επίσημη εκκλησία, αλλά τηρείται από το λαό, από φόβο, κυρίως, για την θανατηφόρο λοιμική ασθένεια. Είναι από τις πλέον αυστηρές και οι κάτοικοι του νησιού την σέβονταν πάντα και δεν την ξεχνούσαν. Χαρακτηριστική είναι μια παράδοση, που διασώζεται στο ριζοχώρι Φιολίτης, όπου και εκεί, όπως σε όλα σχεδόν τα χωριά, υπήρχε προσεισμικά σε περίτεχνη καθέδρα η εικόνα της Αγίας, στην εκκλησία της Παναγίας της Φιολίτισσας και γιορταζόταν με επισημότητα.
Λέγεται, λοιπόν, πως κάποιος χωριανός δεν σεβάστηκε τη νηστεία της γιορτής και την παραμονή αγόρασε από το μαγαζί του χωριού κρέας για το γεύμα της επόμενης μέρας. Μάταια όσοι τον είδαν προσπάθησαν να τον μεταπείσουν. Αυτός επέμενε και είπε πως όλα αυτά είναι βλακείες και δεισιδαιμονίες. Έφαγαν οι δικοί του το κρέας την ημέρα της γιορτής της Μάρτυρος και μετά από λίγο όλα τα παιδιά του ασεβή χωρικού πέθαναν από βλογιά. Τα έθαψε μόνο ο ιερέας του χωριού, που διάβασε τη νεκρώσιμη ακολουθία έξω από την εκκλησία. Όλοι οι συγχωριανοί απείχαν από φόβο. Από τότε η νηστεία κρατιέται με αυστηρότητα απ’ όλους τους κατοίκους της περιοχής και μάλιστα πολλοί δεν τρώνε ούτε λάδι.
Υπάρχει όμως και η εξαίρεση σε χωριά που τιμάται επίσημα η Αγία, όπως στα Πηγαδάκια και το Μπανάτο. Εκεί γίνεται, κατά το εκκλησιαστικό τυπικό, κατάλυση ιχθύος και το γιορτινό τραπέζι απαιτεί την πατροπαράδοτη αλιάδα, που συνήθως συνοδεύει τον μπακαλιάρο. Σε μερικά μέρη το παστό αυτό ψάρι μαγειρεύεται με πράσα και αυτό είναι το πατροπαράδοτο φαγητό της γιορτής.
Η γιορτή της Αγίας Βαρβάρας είναι η πρώτη ενός συνεχόμενου εορταστικού τριήμερου, το οποίο από το λαό μας ονομάστηκε «Νικολοβάρβαρα», μια και στις 5 του Δεκέμβρη τιμάται η μνήμη του Αγίου Σάββα και στις 6 του προστάτη «τση γης και του πελάου» Αγίου Νικολάου.
Ο εορταστικός αυτός προεόρτιος κύκλος έχει δεθεί με την βαρυχειμωνιά, τις ατέλειωτες βροχές και τα μεγάλα κρύα. Απόρροια όλων αυτών και το παρακάτω γνωστό τετράστιχο, που παραλλαγές του έχουμε σε ολόκληρη σχεδόν τη χώρα μας:

«Αγία Βαρβάρα μίλησε
ο Σάββας απεκρίθη
κι ο Άι– Νικόλας έφτασε
στα χιόνια φορτωμένος».

Για τον ίδιο λόγο ο λαός μας συνοψίζει επίσης:

«Νικολίτσα, Βαρβαρίτσα
μπρος οπίσω ειν’ ο χειμώνας».

Μα η γιορτή της Αγίας έχει και προγνωστικά του καιρού στοιχεία. Πιστεύεται πως ότι καιρό κάνει την ημέρα αυτή, θα κάνει και τα Χριστούγεννα.
Κλείνοντας το μικρό αυτό, επίκαιρο κείμενό μας, μια και την επόμενη Κυριακή είναι η γιορτή της Μεγαλομάρτυρος, ας θυμηθούμε και μια καθαρά γεωργική ιδιότητα της Αγίας. Πρόκειται για την εμπλοκή του ονόματός της στην διαδικασία της διατήρησης του σανού, η οποία εποχιακά είναι άσχετη με την χειμερινή γιορτή της και γίνεται μες το κατακαλόκαιρο. Και να πως πραγματοποιείται το τελετουργικό αυτό:
Όταν έμπαζαν οι χωρικοί της Ζακύνθου τον ξερό σανό για φύλαξη στις αποθήκες, ο ένας στεκόταν στην πόρτα και χτυπώντας δύο πέτρες έλεγε σ’ αυτόν που έμπαζε το δεμάτι:
- Τι κάνεις εκεί;
Και ο άλλος του απαντούσε:
- Εγώ βάνω τση Αγίας Βαρβάρας τα κλειδιά και του Αγίου Τρύφωνα τα φιλοκοτόπουλα και να μην πατσάρει τίποτα.
Μετά ο πρώτος έβανε τις πέτρες στο ξερό χόρτο.
Η επίκληση του Αγίου Τρύφωνα είναι φυσική, μια και ο μάρτυς αυτός είναι ο προστάτης των γεωργών και έχει σχέση και με τα πουλερικά («φιλοκοτόπουλα»), τα οποία εξέτρεφε και συχνά ζωγραφίζονται στις εικόνες του. Η αναφορά στο όνομα της Μεγαλομάρτυρος ίσως οφείλεται, μια και αναφέρονται «τα κλειδιά» της, στην γνωστή ιστορία του λουτρού με τα τρία παράθυρα, τα οποία επέβαλε η Αγία, σαν δείγμα της θεϊκής τριαδικότητας και αυτό ήταν η αφορμή του μαρτυρικού της θανάτου.

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Η Μεγαλομάρτυς, οι εκκλησίες της, η λαογραφία της γιορτής της και ο «αρραβώνας» της

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Η Αγία Αικατερίνη, που αυτές τις μέρες γιορτάζει, είναι μία από τις λαοφιλέστερες μάρτυρες της εκκλησίας. Συνδεμένη στενά με την μονή του Σινά, όπου φυλάσσεται το λείψανό της, έχει αποκτήσει και τον τίτλο της «πανσόφου», ο οποίος την χαρακτηρίζει και την κάνει να ξεχωρίζει από τις άλλες ομότιμές της.

Η Αγία Αικατερίνη, σε σύγχρονη τοιχογραφία του Γιάννη Τσολάκου.
Ναΰδριο Αγίας Αικατερίνης στο Ψήλωμα Ζακύνθου.
Η λατρεία της πρέπει να έγινε γνωστή από πολύ νωρίς και στο νησί μας, μια και εκκλησία της συναντάμε στην πρώτη πόλη, αυτήν, που για λόγους ασφάλειας, βρισκόταν προφυλαγμένη μέσα στα τείχη του Κάστρου, αλλά και πολλές άλλες, οι οποίες βρίσκονταν διάσπαρτες, πριν την θεομηνία του 1953, στην Χώρα και τα χωριά του νησιού και μερικές απ’ αυτές έχουν ξαναχτιστεί, δείχνοντας την ευλάβεια του λαού μας προς την Αθλοφόρο και την τιμή που της αποδίδει.

Γνωστότερη απ’ αυτές, που ακόμα παραμένει στην θέση της, ετοιμόρροπη, όμως, και τελευταία, ως εκ τούτου, αλειτούργητη, είναι αυτή του προαστίου των Κήπων, χτισμένη το 1664 από τον Γρηγόριο Σαβόγια, παππού, από μητέρα, του μεγάλου θεατρικού συγγραφέα Σαβόγια Ρούσμελη, ο οποίος είχε σαν όνομά του το επώνυμο του νόνου του και μας χάρισε, εκτός των άλλων, και την περίφημη «Κωμωδία των Ψευτογιατρών», γνωστή και σαν «Γιαννιώτες».

Μια άλλη εκκλησία της Αγίας υπήρχε στο Ψήλωμα, κτητορική της οικογένειας Γρυπάρη, η οποία, απέναντι από το υπαίθριο θέατρο, ξαναχτίστηκε πρόσφατα, έστω και μικρότερη και κρατά τη θύμηση της παλιότερης, για να μην μείνει μόνο ανάμνηση σε συλλογές προσεισμικών φωτογραφιών.

Άλλες ιερές στέγες, αφιερωμένες στην «πανεύφημον νύμφην του Χριστού», υπήρχαν στο Ακρωτήρι, μέσα σε μια σπηλιά, με την επωνυμία του Μπέμπου ή στα Μαρμάρια, στη θέση Αμούντη ή στα Καστέλια του χωριού Μεσινό Γερακαρίο, στο Μουζάκι, φαμιλιακή των Μακρή, όπου υπάρχει και σήμερα, φιλοξενώντας απότμημα του λειψάνου του Αγίου μας, στο χωριό Καταστάρι και στο Σταυρό του δήμου Υριαίων.

Αξίζει, επίσης, ν’ αναφερθούμε και στην εκκλησία της Αγίας, η οποία βρισκόταν μέσα στο σπίτι του ευπατρίδη Βαδοέν, στην αρχή, το οποίο αργότερα αποκτήθηκε από την οικογένεια Κονοφάου, για να καταλήξει στον Σπυρίδωνα Λ. Καρρέρ. Στη θέση της σήμερα υπάρχει ένα προσκυνητάρι, με την εικόνα της Μάρτυρας και η εκκλησία αυτή έμεινε στην ιστορία και λόγω του αγάλματος του Αγίου Κρεσέντιου, το οποίο ο πολύς Δημήτριος Γουζέλης σατιρίζει στον μοναδικό «Χάση» του, λόγω της κακοτεχνίας του, χτυπώντας συγχρόνως και την κακογουστιά και την παιδεία των Ευγενών.

Αλλά και η λαογραφία της γιορτής της Αγίας Αικατερίνης στο νησί μας δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητη. Συμπίπτοντας με την τελευτή του Φθινόπωρου και την προετοιμασία της αναγέννησης της γης, με την σπορά των χωραφιών, έχει προσλάβει και γεωργικό χαρακτήρα και έχει αποκτήσει προλήψεις και δεισιδαιμονίες.

Υπήρχε, λοιπόν, διάχυτη η αντίληψη πως αν ο γεωργός έσπερνε την ημέρα της γιορτής της Μεγαλομάρτυρος, στις 25 Νοεμβρίου και δεν σεβόταν την αργία, ο σπόρος του θα γινόταν παπαρούνες και η σοδειά θα πήγαινε χαμένη. Το αγριολούλουδο της εκδίκησης παραπέμπει στο αίμα της Αγίας, που χύθηκε με το μαρτύριό της και η εκδικητικότητα οφείλεται σε ιδιότητες που απέκτησε η εξ Αλεξανδρείας προερχομένη Μάρτυς από το Δωδεκάθεο και ιδιαίτερα από μικρότερες θεότητες των Αρχαίων, που ριζωμένες στην ψυχή των πιστών, δεν μπόρεσαν να εξαλειφθούν και πέρασαν στις διάφορες χριστιανικές μορφές.

Και η περίπτωση αυτή δεν είναι η μόνη. Ας θυμηθούμε την παράδοση των «Άσπρων Πανιών» του Σκοπού, που ο λαός μας τα θέλει σαν πετρωμένα σεντόνια της μπουγάδας μια γριάς, που δεν σεβάστηκε την γιορτή των Γενεθλίων του Προδρόμου (24 Ιουνίου), την συνήθεια να μην κλαδεύουν τα αμπέλια στην γιορτή των Αγίων Σαράντων (9 Μαρτίου), για να μην πιάσουν σκαθάρι τα κλήματα ή τέλος την αποχή των κηπουρών από την εργασία τους, την ημέρα του προστάτη τους Αγίου Τρύφωνα (1 Φεβρουαρίου), που αν δεν την σέβονταν, τότε θα τους «ρουφούσε» το χώμα. Χαρακτηριστικό για την λαϊκή αυτή αντίληψη είναι και το παράδειγμα της εξάπλωσης της επιδημίας της πανούκλας, μετά την ιερόσυλη κλοπή της εικόνας του Αγίου Γεωργίου του Καμαριώτη, από την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου του Κόλα και η απαλλαγή του νησιού από την θανατηφόρο απειλή, όταν θεμελιώθηκε η εκκλησία του. Συχνά, τέλος, οι διάφοροι άγιοι, που οι γυναίκες δεν σέβονταν την αργία της γιορτής τους και κένταγαν ή έπλεκαν, έρχονταν τη νύχτα και τρυπούσαν εκδικητικά το εργόχειρο, τιμωρώντας αυτήν που δεν τους τίμησε και ενστερνιζόμενοι μια μακραίωνη και θεμελιωμένη στο φόβο του θείου ειδωλολατρική παράδοση.

Πολλές γιορτές, όμως, έχουν και μια μικρή δόση εθιμικής εργασίας, η οποία κρύβει και την ευλογία της φύσης. Έτσι στην γιορτή των Αγίων Σαράντων, που αναφέραμε, παρά την υποχρεωτική αργία των αμπελουργών, υπάρχει η αναγκαστική σπορά του βασιλικού, που μόνο τότε βγαίνει σαραντάφυλλος ή και το κλάδεμα της κληματαριάς, το οποίο δεν θεωρείται αμαρτία, αλλά συμβολικός αγιασμός της αναγεννώμενης φύσης.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την γιορτή της Αγίας Αικατερίνης, στις 25 Νοεμβρίου. Η ημέρα αυτή ενδείκνυται για το φύτεμα των γαρυφαλλιών και πιστεύεται πως μόνο τότε πιάνουν τα μοσχεύματα του όμορφου αυτού καλλωπιστικού φυτού, που τα ευωδιαστά του λουλούδια, σε χρώμα γκρενά, μαζί με φρέσκιες μυρτιές, θα γίνουν τα μπουκετάκια της γιορτής της Πεντηκοστής, που θα μοιραστούν στους πιστούς στις εκκλησίες την Κυριακή της γενέθλιας γιορτής.

Ας κλείσουμε το σημερινό, εορταστικά επίκαιρο κείμενό μας με μια αναφορά σ’ ένα ιδιόρρυθμο, για τον ορθόδοξο χώρο, εικαστικό θέμα, το οποίο είναι αγαπητό και στη Ζάκυνθο. Πρόκειται για δύο εικόνες, οι οποίες απεικονίζουν τον «Αρραβώνα της Αγίας Αικατερίνης», θέμα καθαρά Δυτικό. Η μια σώζεται στην σημερινή εκκλησία του Αγίου Λαζάρου της πόλης και η άλλη στη συλλογή Κολυβά, του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων. Η ύπαρξή τους δείχνει τον μη φανατισμό των Ζακυνθινών, την συνύπαρξη των δύο δογμάτων και το ότι αυτό το νησί ήταν, όπως συχνά έχουμε τονίσει, αντιγράφοντας τον Διον. Ρώμα, η Ανατολή της Δύσης και η Δύση της Ανατολής.

Αυτό αποτελεί και την ταυτότητα του πολιτισμού μας. Ας φροντίσουμε να μην χαθεί.
«Χρόνια πολλά» σε όσες γιορτάζουν.

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011

Ένας πολιτισμός δίχως ρυτίδες

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Στο προηγούμενο κείμενό μας, αν θυμάστε, είχαμε ασχοληθεί, με αφορμή το συνέδριο που έγινε στο νησί μας για την Γκιόστρα στον Επτανησιακό χώρο, με το πώς θα μπορούσε να βελτιωθεί ο τουρισμός μας, αν εκμεταλλευτούμε σωστά και χωρίς φολκλόρ διαστάσεις τον πολιτισμό μας. Αφορμή γι’ αυτές μας τις σκέψεις στάθηκε ένα κρουαζιερόπλοιο, το οποίο, κατά ευτυχή σύμπτωση, σταμάτησε για λίγες ώρες στο λιμάνι της πόλης μας και οι επιβάτες του είχαν την ευκαιρία να ξεπεράσουν την αμηχανία της μη οργάνωσης και να γευθούν κάτι από την παράδοση του τόπου που επισκέπτονταν.

Σήμερα θα μας απασχολήσει μια άλλη, εκ διαμέτρου αντίθετη, αλλά εξίσου σημαντική, πλευρά αυτού του σημαντικού συνεδρίου, το οποίο, εκτός των άλλων, απέδειξε πως μπορεί να γίνουν θαύματα με λίγα χρήματα και πως το κοινό διψά για ποιοτικές εκδηλώσεις και δεν χρειάζεται να του δίνουμε μασημένες τροφές και εύπεπτα κατασκευάσματα.

Πρόκειται για την αθρόα προσέλευση των φοιτητών του Τ.Ε.Ι. της Ζακύνθου στις εργασίες του συνεδρίου, την συγκινητική συμμετοχή τους και προ πάντων την επαφή τους με τον τόπο που ζουν και σπουδάζουν και προπάντων τον πολιτισμό του.

Αριθμός, λοιπόν, πολύ μεγαλύτερος από τον αναμενόμενο, που ξεπέρασε κάθε προσδοκία, παιδιών που σπουδάζουν στο νησί των Δοξαράδων, του Κουτούζη και του Κανούνη την σωτήρια τέχνη της συντήρησης, τη στιγμή μάλιστα που τα σπαράγματα της θεομηνίας του σεισμού και της φωτιάς περιμένουν την επαναφορά τους στην καθημερινότητα του τόπου τους, προσήλθαν αυθόρμητα στο χώρο της διεξαγωγής του συνεδρίου, παρακολούθησαν προσεκτικά όλες τις εργασίες του και κατάλαβαν πως εκτός από την επιδημία που επιβάλει η τηλεοπτική ψυχαγωγία και έχει πλήξει ακόμα και τον με ιστορία και παράδοση ιόνιο χώρο, υπάρχει και κάποια άλλη, που συνεχίζοντας και επεκτείνοντας, δίνει μια ποιότητα στη ζωή των κατοίκων και μια ευκαιρία ανάτασης στους επισκέπτες και ενοίκους αυτού του νησιού, που συχνά διαλαλεί πως ακολουθεί την πορεία του με τον πολιτισμό που παράγουν οι εσχάτως επιπλέουσες, σαν τους φελλούς, αγράμματες, χρυσές μετριότητες.

Αν σκεφτούμε, δε, πως, όπως τα έχουμε αναγκάσει, όλα αυτά τα παιδιά, περιμένουν την φυγή και διαφυγή τους κάθε μεσημέρι Παρασκευής, με επιστροφή το βράδυ της Κυριακής, τότε η παραμονή τους στο νησί το σαββατοκύριακο του συνεδρίου, πρέπει να θεωρηθεί μια ιδιαίτερη επιτυχία και η συμβίωσή τους μαζί μας μια ελπίδα και μια απαρχή βελτίωσης.

Κάποιοι, μάλιστα, από αυτούς τους φοιτητές, που ίσως αύριο συμβάλλουν στην αποκατάσταση του κινδυνεύοντος να σαπίσει πολιτισμού μας (αυτό ερμηνεύστε το όπως θέλετε, κατά λέξη ή μεταφορικά) συμμετείχαν πιο ενεργά στην όλη διεξαγωγή και διοργάνωση, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους άψογα και υποδειγματικά στην γραμματεία και βοηθώντας την όλη προσπάθεια με μεράκι, αγάπη και προθυμία.

Το Τ.Ε.Ι. της Ζακύνθου είναι το μόνο ανώτερο πνευματικό ίδρυμα του νησιού μας. Λειτουργεί από χρόνια, αλλά ελάχιστοι, πιστεύω (και μακάρι να κάνω λάθος) τον έχουν αγκαλιάσει. Ενώ θα έπρεπε το σημαντικό αυτό κομμάτι της κοινωνίας μας, το έστω και περαστικό, να το έχουμε αφομοιώσει και (με την σωστή ερμηνεία της λέξης) να το έχουμε εκμεταλλευτεί, εμείς σχεδόν το αγνοούμε και σίγουρα χάνουμε πολλά από αυτήν μας την αδιαφορία.

Η παρουσία των παιδιών αυτών στο συνέδριο που έγινε με θέμα του την Γκιόστρα στον επτανησιακό χώρο απέδειξε πως οι φοιτητές των Τ.Ε.Ι. επιδιώκουν την συμμετοχή τους στα κοινά του νησιού, που φιλοξενεί τις προσδοκίες τους, αλλά εμείς τους την αρνούμεθα, τυρβάζοντας περί πολλά και κυνηγώντας το εύκολο κέρδος.

Παλιότερα, αν θυμάστε, οι φοιτητές της Ζακύνθου ή για την ακρίβεια οι εν Ζακύνθω φοιτητές, έβγαζαν ένα περιοδικό, με τον εύστοχο και χαρακτηριστικό τίτλο «Ευτοιχισμένοι». Μπορεί ο υπολογιστής να υπογραμμίζει με κόκκινο την λέξη του τίτλου, θέλοντας με «υ» την δεύτερη συλλαβή, αλλά εκείνο το σωστά λαθεμένο «οι» της έχει πολλά να μας πει και να μας διδάξει.

Λένε συχνά οι κινδυνεύοντες από την γραφή του Μιχαήλ το ξημέρωμα της 8ης Νοεμβρίου (θυμηθείτε την χαρακτηριστική αυτή τοπική παράδοση) πως η νέα γενιά έχει χάσει τον προσανατολισμό της, πως δεν έχει ενδιαφέροντα, πως δεν ερωτεύεται, πως δεν διασκεδάζει, πως δεν ζει.

Διαφωνώ κάθετα μ’ αυτήν την μίζερη αντιμετώπιση. Ο κόσμος προχωρεί και βελτιώνεται, η κοινωνία εξελίσσεται και προοδεύει κι εμείς οι πεπερασμένοι, δεν μπορούμε ν’ ακολουθήσουμε, δεν είμαστε σε θέση να βελτιωθούμε. Είναι σαν αυτούς τους γερασμένους και πάσχοντες από ζαχαρώδη διαβήτη, ασθένεια που προστίθεται στο σύνδρομο της Κατοχής και του σέμπρου και κάνει τους προς το τέλος οδεύοντες να ζηλεύουν τους νέους που τρώνε.

Τα παιδιά των Τ.Ε.Ι. έδωσαν ζωή στο συνέδριο και υποσχέσεις στην αυριανή Ζάκυνθο. Δεν έχουν ψήφο στις τοπικές κάλπες, αλλά μπορούν να εκλέξουν ικανούς ηγέτες. Αν τ’ αγνοήσουμε, αναγνωρίζουμε τα γηρατειά μας. Είναι ένας πολιτισμός δίχως ρυτίδες.

Σαν πρόεδρος του σωματείου “Giostra di Zante”, που διοργάνωσε το συνέδριο τα ευχαριστώ από την ψυχή μου. Ήταν μια από τις πιο ευχάριστες νότες του τριήμερου. Ας είναι καλά.

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011

ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ / ΣΚΗΝΗ ΣΠΥΡΟΥ ΣΑΜΑΡΑ / «ΚΡΗΤΙΚΟΠΟΥΛΑ»

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Ο Σπυρίδων-Φιλίσκος Σαμάρας γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1861 και πέθανε στην Αθήνα το 1917. Ο πατέρας του καταγόταν από επιφανή ηπειρώτικη οικογένεια και η μητέρα του, Fanny-Louise Courtenay, ήταν Αγγλίδα. Από νωρίς έδειξε την κλίση του στη μουσική. Σπούδασε στο ωδείο Αθηνών με καθηγητή τον Ενρίκο Στανκαμπιάνο και το 1882 συνεχίζει τις μουσικές του σπουδές στο Ωδείο του Παρισιού υπό τον Λεό Ντελίμπ. Με το μελόδραμά του «Flora Mirabilis» κατακτά το Μιλάνο και κερδίζει μία θέση ανάμεσα στους πρώτους μουσουργούς της εποχής όπως ο Πουτσίνι και ο Λεονκαβάλλο. Το έργο του αγοράζεται από τον εκδοτικό οίκο «Edoardo Sonzogno»[1836-1920] του Μιλάνου με τον οποίο συνεργάζεται ως το θάνατό του. Πρωτοπόρος του «βερισμού», συνέθεσε έργα ισάξια αν όχι ανώτερα από αρκετά έργα της Ιταλικής Σχολής κατά τα τελευταία χρόνια του ΙΘ΄ αιώνα και των αρχών του Κ’.

Μεταξύ των έργων του συμπεριλαμβάνεται και ο «Ύμνος των Ολυμπιακών Αγώνων» σε ποίηση Κωστή Παλαμά. Τον Ύμνο αυτό συνέθεσε για να ακουστεί στο καλλιμάρμαρο Στάδιο της Αθήνας το 1896 επ’ ευκαιρία της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων, καταργημένων το 394 μ. Χ από το Θεοδόσιο τον Α’. Ήταν δε ο ίδιος ο συνθέτης που ανέβηκε στο πόντιουμ για να διευθύνει τις Ορχήστρες: της «Φιλαρμονικής Εταιρείας», του «Ομίλου των «Φιλομούσων», των Στρατιωτικών Μουσικών «Πεζικού», «Πυροβολικού» και «Ναυτικού». Διακόσιοι ήταν περίπου οι εκτελεστές κι άλλοι διακόσιοι αποτελούσαν τη χορωδία των ανδρών, σκορπίζοντας ρίγη συγκίνησης στο συγκεντρωμένο πλήθος.

Το ξεχασμένο αριστούργημα του Σπύρου Σαμάρα, «Κρητικοπούλα», αποκατέστησε πρόσφατα ο Μουσικολόγος Γιάννης Τσελίκας, ύστερα από έρευνα επτά διαφορετικών ντοκουμέντων: χειρόγραφη παρτιτούρα του συνθέτη από το ιστορικό αρχείο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, έξη χειρόγραφα από ιδιωτικές συλλογές και από το Θεατρικό Μουσείο.


Η τέχνη του Σαμάρα, αριστοκρατική, αυθόρμητη, λυρική αποτυπώθηκε και στη γραφή της «Κρητικοπούλας», το κύκνειο άσμα του, σε ποιητικό κείμενο των Νικολάου Λάσκαρη [1868-1945] και Πολύβιου Δημητρακόπουλου [1864-1922] που παρακολουθήσαμε στη Λυρική Σκηνή στις 13-11-2011. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1916 στο γκρεμισμένο σήμερα νεοκλασικό «Δημοτικό Θέατρο της Αθήνας», από το Μουσικό Θίασο του Απόστολου Κονταράτου, με μεγάλη επιτυχία και με το κοινό να επευφημεί όρθιο το συνθέτη παρουσία του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ωστόσο να θυμίσουμε ότι η ΕΛΣ παρουσίασε σε επετειακές εκδηλώσεις των ετών 1944,1946 και 1952 την πρώτη πράξη της Κρητικοπούλας.


Η υπόθεση της Οπερέτας διαδραματίζεται στην ενετοκρατούμενη Κρήτη [1211-1715] αλλά η αφορμή για τη σύνθεση του έργου ήταν η άγρια εκείνη ιστορική εποχή όπου ο λαός της μεγαλονήσου, γονατισμένος από τη δυσβάσταχτη φορολογία, εξεγείρεται ενάντια των Τούρκων κατακτητών και απαιτεί την ίδρυση της Κρητικής Πολιτείας [1896-1913] και την ένωσή της με την Ελλάδα. Κατά την κρίση μας, το συγκεκριμένο έργο προσφέρεται σε μια δεύτερη ανάγνωση, αυτήν της Αναγέννησης, εφ όσον εμπεριέχει την περιπέτεια της ζωής.

Η ηρωίδα του έργου η νεαρή κρητικοπούλα, Αρετή -άραγε τυχαία η ονομασία της;- μεταμφιέζεται σε άνδρα και παίρνει το όνομα Μανωλιός, για να υπηρετήσει τον αγώνα των συμπατριωτών της και για να αποσπάσει προνόμια από τον Βενετό Δούκα της Κρήτης. Αυτή η μεταμφίεση θα φέρει μια σειρά από κωμικές καταστάσεις που δημιουργούν μια χαρούμενη, ψυχαγωγική ατμόσφαιρα και παρασύρουν το θεατή έξω από τη σκληρή καθημερινότητά του στον κόσμο μιας άλλης εποχής όπου Ενετοί και Έλληνες συναντώνται μέσα από τα μουσικά ιδιώματα κατεχόντων και κατεχομένων. Οι ρυθμοί του πεντοζάλη και των εμβατηρίων τον ταξιδεύουν στην ύπαιθρο της Κρήτης και του γνωρίζουν τη λεβεντιά των ανθρώπων της, τον πατριωτισμό τους, τον ηρωισμό τους αλλά και την κρυφή λαχτάρα τους για ελευθερία και τον πόθο τους για έρωτα, ενώ οι ρυθμοί του βαλς και της πόλκας, στοιχεία της βιεννέζικης οπερέτας, τον μυούν στο ευρωπαϊκό ιδίωμα.

Ο νεαρός Σκηνοθέτης, Πέτρος Ζούλας εκμεταλλεύτηκε το στοιχείο της «Σαιξπήρειας» πλοκής, έδωσε μυστήριο και ρυθμό, ανέδειξε τα κωμικά μέρη και δημιούργησε το κλίμα ώστε να κάνει ο θεατής τις αναφορές στο σήμερα, να βρει τις δικές του αλήθειες. Τα καλαίσθητα σκηνικά και κοστούμια της Αναστασίας Αρσένη ανέδειξε με τους φωτισμούς της η Κατερίνα Μαραγκουδάκη.

Εξαιρετικοί οι ερμηνευτές, με προεξάρχουσα την υψίφωνο Σοφία Κυανίδου στο ρόλο της Κοντέσας να χειρίζεται με άνεση την εκπληκτική φωνή της και να την προσαρμόζει στην οπερέτα. Δεν υστέρησε η Ελένη Βουδουράκη στο διπλό ρόλο της Αρετής-Μανωλιού και με χάρη απέδωσε τη μεταμφίεσή της σε νεαρό δυναμικό κρητικόπουλο. Ο Φουρλάνος, Ζαφείρης Κουτελιέρης, ήταν ο αιώνιος ευέλικτος, αστείος γελωτοποιός. Ωραίες ερμηνείες απέσπασε ο σκηνοθέτης και από τον Διονύση Τσαντίνη [Πασχάλης Σιγώνης], τον Νίκο Στεφάνου [Παύλος],το Δημήτρη Ναλπάντη [Μιχάλης] και τον Παύλο Σαμψάκη [Ντον Πλάσιντο].

Μας εντυπωσίασε επίσης η ερμηνεία της Αλεξάνδρας Ματθαιουδάκη, μια λυρική υψίφωνος που την έχουμε δει τα τελευταία χρόνια να εξειδικεύεται τόσο στη Βιεννέζικη όσο και στην Ελληνική Οπερέτα, κρατώντας βασικούς ρόλους στις παραστάσεις της Λυρικής Σκηνής. Στο ρόλο της Δούκισσας, με καθαρή diction, πράγμα δύσκολο για τραγουδιστή που έχει εξασκηθεί να στηρίζει τη φωνή του στην τεχνική του τραγουδιού, χειρίστηκε θαυμάσια τα διαλογικά μέρη και με καλλιτεχνικό ένστικτο, απέφυγε τις υπερβολές, κρατώντας με την ωραία φωνή και άρτια τεχνική της, τις λεπτές εκείνες ισορροπίες, τόσο εύθραυστες στην κωμική πράξη.

Η Χορωδία της Λυρικής με το Μαέστρο της Νίκο Βασιλείου, αποδείχτηκε άξια ακόμα μια φορά και βέβαια η Ορχήστρα με τον Αρχιμουσικό της Ηλία Βουδούρη, συνέβαλλαν τα μέγιστα στην τόσο επιτυχημένη αυτή παράσταση.

Αν δεχθούμε ότι το θέατρο είναι χώρος συλλογικής πνευματικότητας, τότε ίσως θα πρέπει να δεχθούμε ότι είναι και χώρος συλλογικής ανησυχίας και ευθύνης.


Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011

Για τις "Κρυφές ενοχές" του Δημήτρη Μαγριπλή

Γράφει η Ελένη Κοφτερού

Οι "Κρυφές ενοχές", το νέο βιβλίο του συγγραφέα Δημήτρη Μαγριπλή, είναι από τα πιο αξιόλογα βιβλία που έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό. Τα διηγήματά του, κείμενα πολιτικά και συγχρόνως ποιητικά, τρυφερά και καταγγελτικά, αιχμαλωτίζουν τον αναγνώστη έτσι ώστε το βιβλίο δεν "αφήνεται" απ' τα χέρια, παρά μόνο αφού τελειώσει..

Περιδιαβαίνοντας τις "Κρυφές ενοχές" -που δεν είναι και τόσο κρυφές, αλλά προβάλλονται με τρόπο άλλοτε άμεσο και ευθύ κι άλλοτε πίσω από λεπτές κουρτίνες χιούμορ ή σαρκασμού- ένοιωσα ότι είναι και δικές μου ενοχές...

Από τις πρώτες σελίδες σε κυκλώνει η νοσταλγία του "Καβαλότι και Ερεχθείου γωνία" και το άλγος γίνεται οξύτερο απ' τη νόστο..

Οι φόβοι, το άγχος, η αγωνία, αλλά και η τρυφερότητα που ακολουθούν στον "Σύγχρονο Βασάλο" και στις "Κρυφές ενοχές" είναι τόσο οικεία που σου δίνουν την εντύπωση ότι γράφτηκαν για σένα!

Κι ύστερα η μελαγχολία της "Εθνικής Αποστολής" (που τόσο όμορφα, θα έλεγα, κινηματογραφικά αποτυπώνεται εδώ) και του "Είδη δώρων" σερβίρει με χιούμορ και πικρία (χτυπημένα στις σωστές δόσεις) τα τραύματα της γενιάς που ονειρεύτηκε και συνεχίζει να ονειρεύεται..

Η τοιχογραφία της Ελλάδας, που ποτέ δεν πεθαίνει (άλλο αν έχει πεθάνει και δεν το ξέρει ακόμη...), αλλά με τόση ευκολία σκοτώνει τα παιδιά της και φυσικά τους ξένους της, ενώ χαϊδεύει τους κάθε είδους "Ερίφηδες" στην προσπάθεια "Ανάπτυξης της υπαίθρου".

Προχωρώντας στους "Προσκυνητές στο Άγιο Όρος" και "Το νησί του μυστηρίου" ο αναγνώστης αισθάνεται στο πετσί του αυτο το: "Υπάρχει ακόμη κόσμος;" - ρητορική ερώτηση που κάνει στον εαυτό του ο ήρωας του δεύτερου. Και τα δυο κείμενα περιέχουν τη διαπεραστική αλήθεια, που σαν σφάχτης σε κυνηγά και μετά το τέλος της ανάγνωσης..

Ενώ στις "Ιστορίες μορέον" η πτώση ενός κίτρινου φύλλου καταφέρνει ν' αποτυπώσει με άψογη λογοτεχνική προσέγγιση την πτώση του ανθρώπου που ζει με τα ζωτικά του ψεύδη... γιατί ίσως δεν ανακάλυψε ποτέ "Εκείνο που μας λείπει".

Και μετά από τη γροθιά στο στομάχι, που προκαλούν τα προηγούμενα κείμενα (αυτό, άλλωστε είναι που τα καθιστά τόσο αληθινά) έρχονται τα πέντε τελευταία διηγήματα-ποιήματα..

Από "Το μονοπάτι του ελαφιού" και "το λαϊκό δικαστήριο", μέχρι "την πετούμενη γλαύκα" το παιχνίδι της πεζογραφίας με την ποίηση είναι άκρως γοητευτικό...

Είναι εκπληκτικά τα πέντε αυτά κείμενα... Σα "ζαχαρωμένα βότσαλα" της πεζογραφίας, χαρακτηρισμός που δανείζομαι από ένα ποίημα του Αργύρη Χιόνη..

"Η ποίηση πρέπει να' ναι
ένα ζαχαρωμένο βότσαλο
Πάνω που θα' χεις γλυκαθεί
Να σπας τα δόντια σου.."

Τέλος θέλω να μεταφέρω την παρατήρηση που έχω γράψει δίπλα στο "Μονοπάτι του ελαφιού".

"Γυρίστε κατά τη θάλασσα" προστάζει η εξουσία... Με τέσσερις λέξεις, μ' αυτόν τον αιχμηρό συμβολισμό, ο συγγραφέας ξεδιπλώνει την ιστορία της Ελληνικής πραγματικότητας.

Κατά τη θάλασσα γυρίζαμε τις περισσότερες φορές όταν καιγόταν το βουνό πίσω μας... Καιρός ν' αντικρίσουμε τη φωτιά κατάματα!

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΚΑΝΕ ΤΣΙΓΑΡΟ, ΕΧΕΙ ΔΟΥΛΕΙΑ (νέο διήγημα)

Με την τελευταία φτυαριά κάτσαμε για τσιγάρο.
« Βλάπτει σοβαρά την υγεία», διάβασε ο Άκης στο περιτύλιγμα.
- Ποιος διαφωνεί;
Μαζέψαμε τα εργαλεία και περιμέναμε. Είχε ένα καυτό ήλιο. Η θάλασσα λάδι και πάνω μας στάλες ιδρώτα, να κάνουν σεργιάνι στο σώμα μας.
- Σκληρό χώμα.
- Έχει να  βρέξει καιρό.
- Την είδες;
- Ήμουν εκεί που την στόλιζαν. Νυφούλα.
- Εσύ δεν θα παντρευτείς;
- Δεν βαριέσαι, τυχερά είναι αυτά.
Πήγαμε μέχρι τη μάντρα. Σκουπίδια. Μπουκαλάκια, στρώματα, παπούτσια, μια ρόδα, ένα πεταμένο καρότσι.  Μια γάτα πήρε κατόπι ένα ποντίκι. Ο σκύλος του γείτονα κόπηκε.
- Θεριό.
- Και φύλακας. Όποιος περάσει τη μάντρα, τον έκοψε.
Γυρίσαμε πίσω. Έπιασα το χώμα και το έτριψα στην παλάμη μου. Πλούσιο.
- Εδώ φυτρώνουν τα πάντα.
Ο Άκης χαμογέλασε και πέταξε πέτρα μακριά.
- Την είδες;
- Δεν πρόλαβα. Έφυγε γρήγορα.
Το φως τ' ουρανού  χόρευε με το μπλε της αρμύρας. Καθρέπτης. Έβαλα μαύρο γυαλί. Ένα ψαροκάικο άφηνε ήχο κι εμείς ταξιδεύαμε προς το λιμάνι. Ένα κοράκι πέταξε πάνω από τον κάμπο. Ακολουθούσε την σπορά. Κάθε τόσο καθόταν και σκάλιζε. Ένα σκουλήκι τρυπούσε το λόφο. Πάτησα  δίπλα του. Το αποτύπωμα έμεινε ακέραιο. 42. Ο Άκης έφτυσε κάτω. Μια λίμνη σε οροπέδιο. Ένα φύλλο ελιάς σαν βάρκα ταρακουνήθηκε. Ακούστηκαν βήματα.
- Έρχονται.
- Τους είδες;
- Σκιές, στο βάθος του δρόμου.
Τραβηχτήκαμε πίσω από το σκάμμα. Κανείς δεν μιλούσε. Ο κύκλος έκλεισε. Ακούστηκε το ξύλο να ακουμπάει τη γη, μετά έφυγαν όλοι. Μείναμε πάλι μονάχοι. Η  πρώτη φτυαριά, βροχή στο σανίδι. Ύστερα πάλι σιωπή. Μια πεταλούδα φτερούγισε.
- Την είδες;
- Όμορφη.
Πατήσαμε λίγο το χώμα στην άκρη. Βάλαμε τα πανωφόρια μας.
- Βγήκε και σήμερα το μεροκάματο.
- Κάνε τσιγάρο, έχει δουλειά.

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2011

PETER BROOK ΕΝΑΣ ΜΑΓΙΚΟΣ ΑΥΛΟΣ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ «ΑΠΟΨΕ, ΜΕ ΜΟΤΣΑΡΤ, ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑΖΟΥΜΕ»

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ






Μας εξέπληξε ευχάριστα ο Πήτερ Μπρουκ, αυτοσχεδιάζοντας με τον Μότσαρτ. Μια παραλλαγή του «Μαγικού Αυλού» σε θεατρική μορφή, απαλλαγμένη από τα πυκνά νοήματα και τους φιλοσοφικούς συμβολισμούς της μοτσάρτειας γραφής παρακολουθήσαμε στην αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» στις 2 Νοεμβρίου 2011 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Η πρώτη παρουσίαση της παράστασης δόθηκε στο μικρό ατμοσφαιρικό χώρο του Θεάτρου Μπουφ ντυ Νορ του Παρισιού.
Η  εισαγωγή, τα ορχηστρικά μέρη, τα χορωδιακά καθώς και τα πρόσωπα των τριών αγοριών και των τριών κυριών απουσίαζαν από την κατά Πήτερ Μπρουκ διασκευή του Μαγικού Αυλού. Μόνο ο σπουδαίος πιανίστας και μεταγραφέας για   πιάνο της Όπερας του Μότσαρτ, Φρανκ Κράβτσυκ,  συνόδευε τους ξυπόλυτους ήρωες της παράστασης πάνω στη σκηνή.
Ο σκηνοθέτης, μαζί με τη συνεργάτιδά του Μαρί-Έλεν,  διασκεύασαν ελεύθερα το λιμπρέτο του Εμάνουελ Σικανέντερ και  περιορίστηκαν στο  ανάλαφρο παραμύθι το οποίο και  «συνέθεσαν» με λεπτότητα, τρυφερότητα και γοητεία. Στην  ανάδειξη του έργου  συνέβαλαν τα μέγιστα οι εκπληκτικοί ηθοποιοί του θιάσου και οι υπέροχοι μονωδοί, οι οποίοι  αυτοσχεδιάζοντας «επιμελώς» έφτασαν στο αποκορύφωμα της μιμητικής πράξης και   σμίλεψαν  με την ευαισθησία  και τη  χάρη τους  τόσο τον αφηγηματικό λόγο   όσο και το τραγούδι.
Τα σκηνικά απέριττα, λιτά αποτελούνταν  από όρθια καλάμια που με περισσή δεξιοτεχνία διαμόρφωναν οι ηθοποιοί σε δέντρα, σε αδιαπέραστους τοίχους, σε δύσβατα μονοπάτια, σε ιερούς ναούς, σε φυλακές ενώ το κόκκινο βελούδινο ύφασμα, ουράνιος θόλος η ριγμένο στο πάτωμα και άλλοτε στον ώμο,   υποδήλωνε τη βασιλική, ιερατική πορφύρα  τονίζοντας έτσι, ακόμα περισσότερο την απλότητα  των κοστουμιών.
Θα χαρακτηρίζαμε τρίγλωσση την παράσταση, αν προσθέταμε και τους ελληνικούς υπέρτιτλους. Ακολουθώντας την πρωτότυπη γραφή τα μέρη του τραγουδιού ήταν στα γερμανικά ενώ η πρόζα σε θαυμάσια  γαλλικά, χωρίς αυτό να εμποδίζει την παρακολούθησή τους  από τη μεριά του θεατή.
Αυτή η σπάνιας ομορφιάς   παράσταση μας έκανε να αναρωτηθούμε πως θα ήταν ο πραγματικός «Μαγικός Αυλός» του Μότσαρτ σκηνοθετημένος από ένα τόσο  μεγάλο  σκηνοθέτη όπως ο Άγγλος Πήτερ Μπρουκ. 
Related Posts with Thumbnails