Νέος cameraman στο "Αληθώς" ο Δημήτρης Μαρκεσίνης
-
Σημείωμα του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΡΚΕΣΙΝΗ | ZANTE TIMES Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά
τον π. Παναγιώτη Καποδίστρια για την εμπιστοσύνη που μου έδειξε,
αναθέτοντάς μου...
The fear to love and the love that brings life
-
Does our life revolve around our fears or around our ability to form loving
relationships? This is perhaps one of the most essential questions of our
...
Σμύρνη μου αγαπημένη [ολόκληρη η ταινία]
-
*ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΛΟΥΘΩΣ:*
Η *Σμύρνη μου αγαπημένη* είναι ελληνική δραματική ιστορική ταινία σε
σκηνοθεσία Γρηγόρη Καραντινάκη και σενάριο Μιμής Ντενίση. Η ται...
Τρεις συνεικόνες για τον Ανδρέα Κάλβο
-
[Πρωτοδημοσιεύτηκαν στο Περιοδικό *Επτανησιακά Φύλλα* 29 (2009) 418, 420
και 422,συνοδευόμενα από ποιήματα και αναφερόμενα στον Ποιητή των* Ωδών*.]
*Τώρ...
Ο
ιερός χαρακτήρας των λέξεων δηλώνεται
ευθαρσώς στην ποίηση του Καποδίστρια:
«κάπου παράπεσαν τα Υστερόγραφά σου /
και δεν τα βρίσκω / ωστόσο ψαύω εδώ κι
εκεί λέξεις προηγιασμένες», Η
Μάνα θρηνωδούσα ξανά(σελ.
127).
Στην
πραγματικότητα, οι λέξεις του Καποδίστρια
μοιάζει να παραπατούν εν
νηφαλίω μέθη,
κυρίως μέσω ομόηχων συλλαβών -όχι
αναγκαστικά καταληκτήριων- έτσι ώστε
να αποκαλύπτουν στον αναγνώστη τους
διαρκώς νέα ακουστικά και λογικά πεδία,
«όμορφα σαν την απρόσμενη συνάντηση σε
ανατομικό τραπέζι μιας ραπτομηχανής
και μιας ομπρέλας» (Comte de Lautréamont).
Δείτε,
για παράδειγμα, «αρά η χαρά», «οργή η
στοργή», Σημειώσεις
Απριλίου,
3 (σελ. 15) ή στο Θεωρία
Εl Greco,
3 (σελ. 61) «Άδης / άδειος αδη- / μονεί να
πλημμυρίσει / με φιγούρες άπλαστες» ή
ακόμα το Δειλινό(σελ.
56): «Το δειλινό ως δίλημμα: / Να δειλιάσεις
/ ή να εκδηλωθείς;»
Στον
Ακροκόρινθο(σελ.
76), πάλι, ο νοηματικός μίτος της ανάβασης
υπηρετείται από το φώνημα «ακρο» στις
λέξεις Ακροκόρινθος, ακροδάχτυλο,
ακρώρεια, άκρων, ακροβάτες, ακρωτηριάζει,
ενώ στο ποίημα Οδυσσείς(σελ.
114), το φώνημα «νιξ» τίθεται στην υπηρεσία
μιας πνευματικής πορείας από τη μετάνοια
στην ανάταση: «Συνήθως την κατάνυξη /
διαδέχεται άνοιξη/ ακάθιστη και γοερή».
Ο
ποιητής συλλέγει «σπειρί-σπειρί τις
λέξεις» (Εναγκαλισμός,
σελ. 17) κι ύστερα «επιθέτει σπλάχνα
λέξεων / ψιχουλάκια συλλαβών / στο δισκάρι
της Διάρκειας / και λογχίζοντάς τους
την πλευρά της Ανάγκης / χλοΐζουν κι
αιωνίζονται», Ο
ιερέας ποιητής(σελ.
41).
Το
μόνιμο ξάφνιασμα του αναγνώστη από την
απρόσμενη μουσική συντυχία των λέξεων
στην ποίηση του Καποδίστρια τρέφεται,
πάντως, από το Μυστήριο του Σταυρού και
τη δόξα της Ανάστασης (Όργιο
Πρωτομαγιάς,
σελ. 16: «κι αν λίγο σκύψεις / πάνω απ’
τις βουές θα δεις: / Μαινάδες Φαύνοι /
Σιληνοί κλίνουν γόνυ / μπροστά στον
Αναστάντα.»)
Οι
λέξεις του Καποδίστρια στην πραγματικότητα
είναι τα ρούχα της σιωπής, που μας
δανείζει μακρόθυμα ο Λόγος για να μας
δώσει τη χαρά να Του απευθυνθούμε: «Δος
μοι λόγον, Λόγε / με τις θωπείες / των
λέξεων ντύσε με / τον πολέμιο.» (Λόγω
Λόγου,
σελ. 19. Δες και Σπαργανωμένος
Ήλιος,
σελ. 22).
Πρόκειται
για μια ιεροτελεστία λέξεων, που στήνοντας
«καβγά με το μαύρο» (Τεριρέμ,
β΄, σελ. 108), τίθεται στην υπηρεσία της
Ποιήσεως ως κατεξοχήν εκκωφαντικής
σιωπής: «ενώ μας ξεκουφαίνει/ μια σιωπή
προσποιητή», Σημειώματα
προς Ποιητή,
2 (σελ. 115).
Ο
ποιητής αυτός προπαιδεύεται συνεχώς
στην αυστηρότητα της μορφής, κυρίως
μέσω της φόρμας του χαϊκού, η ποίησή
του, όμως, απογειώνεται εντελώς σε
ποιήματα πλήρους μορφικής ελευθερίας,
όπως Οι
γάτες της Αρχαίας Εφέσου(σελ.
86), Εξόδιος
ασπασμός(σελ.
100), Το
χωνευτήρι εξοντώνει ονόματα(σελ.
126) και το Η
Μάνα θρηνωδούσα ξανά(σελ.
127).
Αποδέχτηκα
πρόσκληση επίσκεψης στις κατά Καποδίστρια
Σπέτσες (Των
Σπετσών,
σελ. 81), έτσι όπως επιθυμώ να τις
επισκέπτομαι ξανά και ξανά:
Οι
Σπέτσες έχουν
δειλινά
μυρωδικά
έρωτες
μικρούς
κάνοντας
ποδήλατο
προσποιούνται
ανεμελιά
πάνω-κάτω
ενίοτε
αράζουν στου Ορλώφ
για
παγωτό και τα τοιαύτα
ή
πιο συχνά σκουριάζουνε
πλοία
παροπλισμένα
στο
Παλιό Λιμάνι .
Ευχαριστώ
θερμά τον Ποιητή για την φιλοξενία και
τον χαιρετώ εγκαρδίως με λίγους στίχους
του για την υστεροφημία της Ποίησης, εκ
των οποίων ο τελευταίος είναι εξόχως
καβαφικός:
μόνον
η Ποίηση
μητέρα
όλων των μαχών παρηγορήτισσα
και
θαλασσομαχούσα
των
ηττημένων στέγαστρο
χώμα
πατρίδας εν
γη αλλοτρία
θα
διενεργεί αντί για ‘σε
αναψηλάφηση
ανθών δεδικασμένων
διόρθωση
παθών
λέξεων
σωθικών εξάσκηση
-μια
τέτοια υστεροφημία λοιπόν ασήμαντη δεν
είναι.
Ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας φέρει στις δύο αόρατες φτερούγες του δύο σημαντικότατες ιδιότητες. Η μία είναι του πρωτοπρεσβύτερου και η άλλη του ποιητή. Στα τυπικά προσόντα του ο φάκελος είναι υπερπλήρης: πτυχία, μεταπτυχιακά, διδασκαλίες, βραβεία, τιμές και πολλά άλλα, τα οποία απορρέουν από μία και μοναδική πηγή· την αγάπη για τον άνθρωπο και τη φύση και την πίστη στον Θεό Δημιουργό.
Και από εκεί πηγάζει και το ταλέντο για το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών 2004. Οι ποιητικές του συλλογές, συγκεντρωμένες σε έναν τόμο με τον τίτλο Καμένες πεταλούδες, κυκλοφόρησαν το 2010. Το νέο βιβλίο του, με τον τίτλο Λευκότερος καίγεσαι, υπαινίσσεται πολλά, ενώ παράλληλα υποδηλώνει μια διπλή καταγωγή, η οποία αρχίζει από την αντίληψη ότι το Αγαθό ταυτίζεται με το Κάλλος και με τον Θεό, πράγμα που υποστηρίζει και ο Οδυσσέας Ελύτης, ποιητής που αγαπά ο π. Παναγιώτης και του οποίου ο Ελύτης διέβλεψε εγκαίρως το ταλέντο. Η επικοινωνία μαζί του είχε κάτι από τη σχέση του πιστού προς τον Θεό του, προς τον οποίο γνωρίζει να αναπέμπει ύμνους.
Το όμορφο βιβλίο, Λευκότερος καίγεσαι, κοσμείται στο εξώφυλλο από το εικαστικό του Κώστα Ράμμου, που μια αόριστη αίσθηση θα μπορούσε να μας οδηγήσει ίσως στην Καπέλα Σιξτίνα. Οπωσδήποτε, έχει μακρινή έστω καταγωγή από την Αναγέννηση, την οποία επίσης αγαπά ο π. Παναγιώτης.
Τα ποιήματα της συλλογής είναι μοιρασμένα σε έξι ενότητες: «Η νύχτα μπάζει φως», «Θεωρία El Greco», «Ζωή καταφυγίου», «Τα Πολίτικα», «Πόνοι απόρρητοι», «Των Απόντων». Από τον κήπο με τον πλούτο και το πλήθος των ανθέων του καλού ο ποιητής επιλέγει να μας προσφέρει γνωμικά με τη φανερή σημασία, σαν επίστρωση εικονίσματος ασημένια, που καλύπτει την κρείττονα αφανή, όπως θα έλεγε και ο Ηράκλειτος. Ανθολογώ μερικά από τα είκοσι τέσσερα ποιημάτια από τα «Γνωμικά της αυτόματης γραφής»: «Πένθησέ με θάλασσα και ξαναγέννησέ με» (5), «Αν κλαίω κι αν γελάω / τον Τρόμο ξεγελάω» (18), «Αν έχεις πένθος χάρου το, αν είν’ χαρά λυπήσου» (21), «Αν είναι δάκρυ ας εκφραστεί, αλλιώς θα σε χαλάσει» (22), «Φτάνει σου για σήμερα / όλα είν’ εφήμερα» (23) και «Μέλλω σε εμέσαι, είπε και θα το κάμει. / Έρχεται ταχύ» (24).
Είναι φανερό στον αναγνώστη πως ο π. Παναγιώτης με αυτά τα ψήγματα και τις νύξεις μιλάει για την ανθρώπινη μοίρα, για την ανάγκη του ανθρώπου να παρηγορηθεί, έστω και με ένα ψέμα, «Και παρηγόρησέ με που γεννήθηκα», παρακαλεί τη Σελήνη ο Ελύτης. Ο άνθρωπος βέβαια διδάσκεται να υπομένει, πρώτον γιατί δεν ξέρει τι τον περιμένει και δεύτερον γιατί νομίζει πως είναι μακριά. Το ζωτικόν ψεύδος, λοιπόν, μας κρατάει στη ζωή που είναι από τη φύση της αντινομική. Η λύπη και η χαρά έχουν κοινή αρχή, όπως έλεγε και ο σοφός Σωκράτης. Την κατακτημένη γνώση της μεγάλης μας κληρονομιάς την βρίσκουμε καλλιτεχνικά, ποιητικά αφομοιωμένη στους στίχους της συλλογής.
Ο άνθρωπος ζει, περιμένοντας αλλά και προσποιούμενος ότι δεν περιμένει. Ο ποιητής πάντως ξέρει το τέλος, έχοντας στην καρδιά το Μεγάλο Πρότυπο: «Στο δικό σου ξύλο αφουγκράζομαι ανάσταση / στο δικό μου δρυοκολάπτη» και με αυτόν τον τρόπο φέρνει κοντά εκείνα που διίστανται: το μικρό με το Μέγα, το Σημαντικό με το ασήμαντο. Όταν ο ποιητής λέει: «Κάθε πηγή αν- / εμπόδιστη ελπίδα / φέρει άφθονη. / Άρα πιες και λησμόνει / το θνήσκειν ακινδύνως», συμβουλεύει: ζήσε όσο ζεις και ξέχνα ότι θα πεθάνεις, γιατί θα πεθάνεις. Από την άλλη, το τέλος που δεν έρχεται σαν «Ακόμη Καλοκαίρι» ισοδυναμεί με «εγκλωβισμό ανεπίτρεπτο». Η «γήρανση έως οίκτου… δεν αντέχεται». Ο ποιητής στοχάζεται βαθιά και σοφά πάνω στις ανθρώπινες καταστάσεις. Ο Σεφέρης παρατηρούσε «το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας» («Επιφάνια, 1937»).
Το ποίημα «Ανώδυνη δεν υφίσταται Άνοιξη» μας φέρνει στον νου αυτομάτως τον σκληρό Απρίλη, το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου του Ελύτη και στίχους από τον Μικρό ναυτίλο. Από όλα τα ποιήματα συνάγεται το πάθος της άνοιξης για τα λουλούδια – το κόκκινο της παπαρούνας, το κίτρινο της μαργαρίτας. Αλλά ο ποιητής βλέπει τα Πάθη και τη διεργασία της επανάστασης της φύσης στις δυνάμεις που θα φέρουν την έκρηξη. Και η έκρηξη θα γίνει αφού πρώτα συμβεί ο θάνατος. Μία η οδός και στον θάνατο οδηγεί. Ούτε οι αγροί είναι σημάδι της άνοιξης ούτε ο Μποτιτσέλι τόσο, όσο μια μικρή «Βαϊφόρος κόκκινη», λέει ο Ελύτης.
Τραγικό το ποίημα «Αλικαρνασsos», όπου το παιδί δεν πήγε στη θάλασσα για να παίξει, αλλά αναζητώντας τη φυγή για να πνιγεί. Από τη μια ο θάνατος από νερό και από την άλλη από φωτιά. Του ποιητή δεν του διαφεύγουν τα επίκαιρα δεινά, όπως και τα άλλα, τα πιο παλιά.
Τα «Νέα τρίστιχα για τον Άγιο Διονύσιο» μας θυμίζουν τον Διονύσιο Σολωμό.
Σε στάση προσευχής μπροστά στο μικρό ποιηματάκι «Ο Ιερέας Ποιητής» θα φιλήσει το χέρι που γράφει: «επιθέτει σπλάχνα λέξεων / ψιχουλάκια συλλαβών / στο δισκάρι της Διάρκειας και λογχίζοντάς τους την πλευρά της Ανάγκης / χλοΐζουν κι αιωνίζονται».
Δεν μπορεί να προσπεράσει κανείς τη «Μεγάλη Εβδομάδα σε Τρίστιχα», όπου «ρέει χρυσάφι / απ’ τα θεία έγκατα / της Χρυσοπηγής».
Μαζεύω χαλίκια πολύτιμα: «δαγκωμένο τ’ ολοφέγγαρο κι ανυποψίαστο», «πανδύσκολος ο Έρως / γέρος απαιτητικός», «Να δειλιάσεις ή να εκδηλωθείς;», «των παθών το πέλαγος», «Δεν έχουν όλες / οι γυναίκες ερμίνα / μήτε ζωγράφο / για να τις αφθαρτίσει», «Κάθε θάνατος / πίνει χρώματα και ζει», «της κακίας τα γεννήματα δρουν […] πιο φίδια κι απ’ τα φίδια». Κι ακόμα τα «Σικελικά», ο «Ακροκόρινθος», «Θεού ακροδάχτυλο που λέει “παρών”» σαν υπενθύμιση η ιδέα από το Άξιον Εστί: «Μια στιγμή που στάθηκε να στοχαστεί / κάτι δύσκολο ή κάτι υψηλό: / ο Όλυμπος ή ο Ταΰγετος» (Ύμνος 2ος).
Στο ποίημα «Οι γάτες της Εφέσου» ο ποιητής συμπληρώνει τις φωνές και τα πρόσωπα που ο Σεφέρης είχε στο δικό του ποίημα («Μνήμη, B΄, Έφεσος»), Ηράκλειτος, Σικελιανός και απών αδελφός. Τώρα ακούγονται και οι φωνές του λαού των Εφεσίων, κατευθείαν από τις Πράξεις των Αποστόλων, 19,34, ενώ οι γάτες περιφέρονται προς ανάμνησιν της παλαιάς δόξας.
Ο ποιητής δεν ξεχνάει τους απόντες, μικρούς και Μεγάλους: «Απολείτουργα στην Πράσινη βάρκα / για ουζάκια πολυπόθητα / με τους δύο Διονύσιους…», «Ο Μάρτιος εφέτος δεν σ’ έδωσε του Απρίλη / σε κρατάει στη γη του φιλήδονα» και η συλλογή κλείνει με το «Απολυτίκιον Παντοχαράς του Ελύτη», το οποίο έχουμε άλλοτε εκτενώς παρουσιάσει (βλ. (Παραθέματα Λόγου, 15-10-2014).
Ο «Ιερέας Ποιητής» έχει αφομοιώσει όλη την προγονική κληρονομιά –χρυσοπηγή της ποιητικής μας παράδοσης–, της οποίας τη μακρά αλυσίδα σαν άξιος απόγονος τροφοδοτεί με έναν ακόμα κρίκο. Το έργο του, για το πλήθος των αναφορών και το πολυεπίπεδο των μηνυμάτων και των υπαινιγμών, το παλίμψηστο των αισθήσεων και των ερώτων, για την ιδιαίτερη αίσθηση της γλώσσας, προνόμιο των ειδικών σπουδών του και του λειτουργήματος, τη γνώση της θρησκευτικής μας παράδοσης, αν και grosso modo κάθε καλός ποιητής την έχει, για την ιαματική του επίδραση στα δεινά μας, είναι σημαντικότατο. Ο «Ιερέας Ποιητής» υπερέχει γιατί βιώνει ενστικτωδώς και ουσιαστικότερα αυτά που ο κοσμικός ενστερνίστηκε διανοητικότερα, προσθέτοντας με το δικό του ταπεινό χέρι το δικό του νυν στον αιέν της ποιητικής μας παράδοσης. Έτσι ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας κάνει το έργο που του ετάχθη μέσα στον ιερό ναό, στο σχολείο όπου διδάσκει, στην κοινωνία, αλλά και στην ποίηση, που και αυτή διδάσκει και όστις έχει ώτα ακούειν ακουέτω.
Λευκότερος καίγεσαι
Παναγιώτης Καποδίστριας
Εκδόσεις Αληθώς, Κέντρο Λόγου (Ζάκυνθος) 134 σελ. ISBN 978-960-91-495-3-2 Τιμή: Δεν πωλείται