© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020

Γιώργου Λέκκα: Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΩΡΑΙΟΥΣ (νέο ποίημα)


Οι κορφούλες των δέντρων κάηκαν πάλι απόψε στη δύση. 
Θάνατος, ο μεγάλος παρεξηγημένος αυτής της ζωής.
Κι αν ο θάνατος είναι μόνο το φως
που κάνει ερωτεύσιμο το πρόσωπό σου –
συναρπαστικά ωραίο γιατί ξέρει πως είναι εφήμερο;

Εύθραυστοι, τρυφεροί, καταδεκτικοί –
ο θάνατος τελικά μας κάνει ωραίους.
Κατώδυνη γνώση· πόσο θάνατο φέρει η ζωή,
πόσο σκοτάδι το φως, πόση οδύνη η χαρά
και πόση ασχήμια η ομορφιά για να μπορεί να σ’ αρέσει.

Ομορφιά μου εσύ, και τι δεν χρωστάς στον θάνατό σου
που καραδοκεί και τόσο άσπλαχνα τον απαρνιέσαι
μέχρις ότου συμφιλιωθείς οριστικά με τη σκιά σου.
Γιατί, πώς ν’ αντέξεις μετά σε φως καθαρό από σκοτάδι
χωρίς σχετική προπαιδεία σε σκοτάδι που να ’ναι από φως.

25.3.2020

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Βελγίου.]

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2020

Γιώργου Λέκκα: ΑΝΟΙΞΗ (νέο ποίημα)


Ένα σμήνος πουλιά σηκώνεται μες απ’ τη λίμνη.
Νέο ζευγάρι στρώνει τώρα σεντόνι στο φρέσκο γρασίδι.
Δυο κορίτσια παραβγαίνουν στον ήλιο καταϊδρωμένα.
Άνοιξη είναι να ζω μες από σένα.

Με ποδήλατα πάνε στο δάσος δίπλα-δίπλα οι φίλοι.
Υπερήλικες μαζί στο παγκάκι με σφιγμένα τα χείλη.
Γελαστά παιδικά προσωπάκια ξάφνου τώρα κλαμένα.
Άνοιξη είναι να ζω μες από σένα.

Αναπηδούν καθρεφτάκια από φως καθώς ριγούν τα νερά.
Η αγάπη που απ’ το χέρι κρατάς μοιάζει τώρα αρχαία θεά.
Ούτε ξέρω ποια γλώσσα μιλάς - τα λόγια σου ηχούν μπερδεμένα.
Άνοιξη είναι να ζήσεις κι εσύ μες από μένα.  

17.3.2020

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Βελγίου.]

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2020

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2020

Η ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ. Λόγος για την ποιητική συλλογή του π. Παναγιώτη Καποδίστρια «Λευκότερος καίγεσαι»



Γράφει ο π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΕΚΚΑΣ
Ο ιερός χαρακτήρας των λέξεων δηλώνεται ευθαρσώς στην ποίηση του Καποδίστρια: «κάπου παράπεσαν τα Υστερόγραφά σου / και δεν τα βρίσκω / ωστόσο ψαύω εδώ κι εκεί λέξεις προηγιασμένες», Η Μάνα θρηνωδούσα ξανά (σελ. 127).
Στην πραγματικότητα, οι λέξεις του Καποδίστρια μοιάζει να παραπατούν εν νηφαλίω μέθη, κυρίως μέσω ομόηχων συλλαβών -όχι αναγκαστικά καταληκτήριων- έτσι ώστε να αποκαλύπτουν στον αναγνώστη τους διαρκώς νέα ακουστικά και λογικά πεδία, «όμορφα σαν την απρόσμενη συνάντηση σε ανατομικό τραπέζι μιας ραπτομηχανής και μιας ομπρέλας» (Comte de Lautréamont).
Δείτε, για παράδειγμα, «αρά η χαρά», «οργή η στοργή», Σημειώσεις Απριλίου, 3 (σελ. 15) ή στο Θεωρία Εl Greco, 3 (σελ. 61) «Άδης / άδειος αδη- / μονεί να πλημμυρίσει / με φιγούρες άπλαστες» ή ακόμα το Δειλινό (σελ. 56): «Το δειλινό ως δίλημμα: / Να δειλιάσεις / ή να εκδηλωθείς;»
Στον Ακροκόρινθο (σελ. 76), πάλι, ο νοηματικός μίτος της ανάβασης υπηρετείται από το φώνημα «ακρο» στις λέξεις Ακροκόρινθος, ακροδάχτυλο, ακρώρεια, άκρων, ακροβάτες, ακρωτηριάζει, ενώ στο ποίημα Οδυσσείς (σελ. 114), το φώνημα «νιξ» τίθεται στην υπηρεσία μιας πνευματικής πορείας από τη μετάνοια στην ανάταση: «Συνήθως την κατάνυξη / διαδέχεται άνοιξη/ ακάθιστη και γοερή».
Ο ποιητής συλλέγει «σπειρί-σπειρί τις λέξεις» (Εναγκαλισμός, σελ. 17) κι ύστερα «επιθέτει σπλάχνα λέξεων / ψιχουλάκια συλλαβών / στο δισκάρι της Διάρκειας / και λογχίζοντάς τους την πλευρά της Ανάγκης / χλοΐζουν κι αιωνίζονται», Ο ιερέας ποιητής (σελ. 41).
Το μόνιμο ξάφνιασμα του αναγνώστη από την απρόσμενη μουσική συντυχία των λέξεων στην ποίηση του Καποδίστρια τρέφεται, πάντως, από το Μυστήριο του Σταυρού και τη δόξα της Ανάστασης (Όργιο Πρωτομαγιάς, σελ. 16: «κι αν λίγο σκύψεις / πάνω απ’ τις βουές θα δεις: / Μαινάδες Φαύνοι / Σιληνοί κλίνουν γόνυ / μπροστά στον Αναστάντα.»)
Οι λέξεις του Καποδίστρια στην πραγματικότητα είναι τα ρούχα της σιωπής, που μας δανείζει μακρόθυμα ο Λόγος για να μας δώσει τη χαρά να Του απευθυνθούμε: «Δος μοι λόγον, Λόγε / με τις θωπείες / των λέξεων ντύσε με / τον πολέμιο.» (Λόγω Λόγου, σελ. 19. Δες και Σπαργανωμένος Ήλιος, σελ. 22).
Πρόκειται για μια ιεροτελεστία λέξεων, που στήνοντας «καβγά με το μαύρο» (Τεριρέμ, β΄, σελ. 108), τίθεται στην υπηρεσία της Ποιήσεως ως κατεξοχήν εκκωφαντικής σιωπής: «ενώ μας ξεκουφαίνει/ μια σιωπή προσποιητή», Σημειώματα προς Ποιητή, 2 (σελ. 115).
Ο ποιητής αυτός προπαιδεύεται συνεχώς στην αυστηρότητα της μορφής, κυρίως μέσω της φόρμας του χαϊκού, η ποίησή του, όμως, απογειώνεται εντελώς σε ποιήματα πλήρους μορφικής ελευθερίας, όπως Οι γάτες της Αρχαίας Εφέσου (σελ. 86), Εξόδιος ασπασμός (σελ. 100), Το χωνευτήρι εξοντώνει ονόματα (σελ. 126) και το Η Μάνα θρηνωδούσα ξανά (σελ. 127).
Αποδέχτηκα πρόσκληση επίσκεψης στις κατά Καποδίστρια Σπέτσες (Των Σπετσών, σελ. 81), έτσι όπως επιθυμώ να τις επισκέπτομαι ξανά και ξανά:
Οι Σπέτσες έχουν
δειλινά μυρωδικά
έρωτες μικρούς
κάνοντας ποδήλατο 
προσποιούνται ανεμελιά
πάνω-κάτω



ενίοτε αράζουν στου Ορλώφ
για παγωτό και τα τοιαύτα


ή πιο συχνά σκουριάζουνε
πλοία παροπλισμένα
στο Παλιό Λιμάνι .


Ευχαριστώ θερμά τον Ποιητή για την φιλοξενία και τον χαιρετώ εγκαρδίως με λίγους στίχους του για την υστεροφημία της Ποίησης, εκ των οποίων ο τελευταίος είναι εξόχως καβαφικός:
μόνον η Ποίηση
μητέρα όλων των μαχών παρηγορήτισσα
και θαλασσομαχούσα
των ηττημένων στέγαστρο
χώμα πατρίδας εν γη αλλοτρία
θα διενεργεί αντί για ‘σε
αναψηλάφηση ανθών δεδικασμένων
διόρθωση παθών
λέξεων σωθικών εξάσκηση
-μια τέτοια υστεροφημία λοιπόν ασήμαντη δεν είναι.
[Από Το χωνευτήρι εξοντώνει ονόματα (σελ. 126)].

[Βρυξέλλες, 16.3.2020]

Κυριακή 15 Μαρτίου 2020

Γιώργου Λέκκα: COVID-19 (νέο ποίημα)


Μια συμφορά που μας ενώνει
παύει να είναι συμφορά.
Κι όταν ακόμα μας χωρίζει
μια συμφορά που μας ενώνει
                   στη συγγνώμη
δεν είναι πλέον συμφορά.

15.3.2020

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Βελγίου.]

Σάββατο 14 Μαρτίου 2020

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΩΝ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ ΤΑ ΜΥΡΩΜΕΝΑ ΑΠΟΒΡΑΔΑ



Ἀκόμα θαρρεῖς πὼς περνᾶς τὸ Ρέμα μὲ τὸ ἀέναο ποταμάκι νὰ κελαρύζει κατὰ τὴ θάλασσα, ἀφήνοντας μιὰν ἄχνα ἀπὸ μυρωδιὰ σαπισμένου χόρτου καὶ βρεγμένου χώματος. Οἱ στερνὲς λιαχτίδες ζωγραφίζουν πάνω στοὺς τοίχους τῶν λίγων σπιτιῶν χλωμές, παράξενες εἰκόνες, ἐνῶ τὰ κοτσύφια καὶ τὰ ἄλλα πουλιὰ ἀφήνουν τοὺς τελευταίους κουρασμένους τους κελαϊδισμούς, λίγο πρὶν κατηφορήσει ἡ Νύχτα.
Καθὼς ἀνεβαίνεις τὸ παλιὸ πέτρινο τὸ καλντερίμι, γιὰ νά φτάσεις στὴν ἐκκλησιά, σὲ συντροφεύουν οἱ παπαροῦνες, οἱ μαργαρίτες, οἱ ἀνθισμένες κουτσικιές, ποὺ φυτώνουν στὶς ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ τοῦ δρόμου πλαγιές. Μιὰ ἀόρατη εὐωδία, ἀνοιξιάτικη εὐωδια, ποτίζει τὸ εἶναι σου, ποὺ τὴ συνοδεύει ἀπαραίτητα τό ἄρωμα τῶν ἀνθισμένων τριαντάφυλλων.
μεγάλη καμπάνα ποὺ ἠχεῖ ἥρεμα καὶ σταθερὰ σὲ βρίσκει σιμὰ στὸ ναό, ποὺ εἶναι ντυμένος μὲ τὸ εὐκατάνυκτο ἡμίφως, τὸ ὁποῖο σκορποῦν τὰ ἀναμμένα λαδοκάντηλα καὶ τὰ λιγοστὰ κεριά. Εἰσοδεύοντας παρατηρᾶς τὶς σκιὲς τῶν λίγων πιστῶν νὰ στεκουν μπροστὰ στὰ παλαιὰ στασίδια περιμένοντας νὰ βάλει τὸ εὐλογητὸς ὁ παπᾶς ποὺ βρίσκεται μέσα στὸ ἱερὸ καὶ προετοιμάζεται. Ἥσυχες στιγμές, σιωπηλές, ἀκίνητες λὲς μέσα στὸ χρόνο. Λυτρωτικὲς στιγμὲς ποὺ ἐγγράφονται στὴν ψυχὴ μέ βιωματικὸ τρόπο κορυφαῖο καὶ πάντα θαλερό, ἀλησμόνητο. Ὅπως ἀλησμόνητες ἦταν ἐκεῖνες οἱ Ἀκολουθίες τῶν Χαιρετισμῶν, οἱ ντυμένες μὲ τὰ χρώματα τῆς Ἄνοιξης, ἀλλὰ καὶ τῆς Σαρακοστῆς. Ἀκολουθίες χωνεμένες στὸ πολύτιμο ἀρχεῖο τῆς ψυχῆς, ὡσὰν θησαυρός ἀτίμητος. Κι εἶναι ὄντως ἀτίμητος ὁ θησαυρός αὐτός, γιατὶ δίνει τὴ δυνατότητα σήμερα, ὕστερ᾿ ἀπὸ ἑξήντα χρόνια, νὰ προσπαθεῖ ὁ ὑπογραφόμενος νὰ περπατάει πάνω στὰ ἴδια ἐκεῖνα βήματα. Βήματα ἁπλότητας, γνησιότητας καὶ οὐράνιας ἐπίσκεψης.
Καθὼς μακραίνεις, λοιπόν, ἀπὸ κεῖνες τὶς θεῖες στιγμὲς καὶ εὐλαβικὲς ἱ. Ἀκολουθίες, ἀφοῦ τὰ χρόνια ὅλο καὶ περισσότερη στάχτη ἀδειάζουν πάνω τους, πασχίζεις νὰ τὴν παραμερίζεις καὶ νὰ ξαναζεῖς ὅ, τι σοῦ χάρισε ὁ Θεὸς στοὺς καιροὺς τῆς νεότητας.
π. κ. ν. κ.

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2020

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟ ΙΕΡΟ ΘΑΛΠΟΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΩΝ ΕΣΠΕΡΙΝΩΝ

ἤ,  Τῆς Μ. Σαρακοστῆς τὰ θεῖα πρόσφορα


Δὲν εἶναι ἀσφαλῶς χωρὶς νόημα, διδαχὴ καὶ φιλανθρωπία τὰ ὅσα μᾶς παραθέτει στὸ πνευματικό Της τραπέζι ἡ Ἐκκλησία τώρα τὴ Σαρακοστὴ πρὸς καταρτισμόν μας, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐπίγνωση καὶ ἐμβιωμένη συνειδητοποίησή μας. Γιατὶ ὅλοι μας, λίγο-πολύ, «σκεύη κεραμέως» εἴμαστε καὶ ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ κινδυνεύουμε νὰ θραυστοῦμε, νὰ γίνουμε, δηλαδή, χίλια κομμάτια, τὰ ὁποῖα καὶ πολὺ δύσκολα μαζεύονται, ἀλλὰ καὶ δυσκολότερα ἑνοποιοῦνται. 

Ἔτσι, λοιπόν,  κάθε τόσο, αὐτή  ἡ Μάνα μας, ἡ Ἐκκλησία, ὅλο καὶ μᾶς κομίζει ἕνα πλοῦτο γνώσεων, ἀσκήσεων καὶ δυνατοτήτων, ὥστε νὰ ξαναβροῦμε τὸ χαμένο μας ἑαυτὸ καὶ μαζί του τὸ Θεό; Αὐτὸν ποὺ μᾶς δημιούργησε καὶ τὸν παρατήσαμε στὴν ἄκρη, ἔτσι, γιὰ νὰ γίνει τὸ θέλημά μας καὶ μόνο. Καὶ καθὼς βηματίζουμε στὸ θεοφίλητο μονοπάτι τῆς Μ. Σαρακοστῆς, μᾶς παρέχονται πολλὰ ἀγαθὰ ἀπὸ τὴν συνάντησή μας μὲ ἱερὲς καὶ φωτεινὲς περιπτώσεις, ἀνθρωπολογικοῦ χαρακτήρα ποὺ τὶς σφραγίζει ἡ ἀνεξίτηλη παρουσία Του, ὁ Ὁποῖος σιμά μας εἶναι, μᾶς παρακολουθεῖ καὶ μᾶς ἐπιτηρεῖ «Ὁ κατοικῶν ἐν βοηθείᾳ τοῦ Ὑψίστου», βλέπεις μήτε τὸ ποδι του δὲν θὰ προσκόψει πρὸς λίθον. Κι ὄχι μονάχα αὐτό, ἀλλὰ θὰ σταθεῖ ὄρθιος σὲ ὅλες τὶς τρικυμίες ποὺ θὰ συναντήσει, καθὼς θὰ ταξιδεύει μέσα στὴν κυμαινομένη καθημερινότητα, ξεπερνώντας τὶς ὅποιες συμπληγάδες ἀνταμώσει. 

Ἀπὸ τὶς πιὸ δυνατὲς ἀσκήσεις ποὺ μᾶς προσφέρει ἡ Ἐκκλησία, γιὰ νὰ μᾶς ἐνδυναμώσει καὶ συνάμα μᾶς ἐνισχύσει τὸ φρόνημα τῆς Πίστεως, εἶναι καὶ τὰ Μεγάλα Προκείμενα, τὰ ὁποῖα ψάλλουμε ἐναλλὰξ στοὺς Κατανυκτικοὺς Ἑσπερινούς. Πρόκειται γιὰ ἱκέσιες κραυγές, τὶς ὁποῖες, μέσα στὸ μισόφωτο τοῦ χωνεμένου στὸ δειλινὸ τὸ φῶς ναοῦ καταθέτουμε στὰ Χέρια Του, ὥστε νὰ μᾶς προσέξει. Κι ὄχι μονάχα αὐτό, ἀλλὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν πάντιμο εἰρήνη καὶ τὸ ἀμείωτο ἔλεος. Ποὺ τὰ χρειαζόμαστε τόσο στοὺς καιρούς μας, ἄλλωστε...

Κάθε ἀπ;oβραδο τὶς Κυριακὲς τῆς Σαρακοστῆς, λοιπόν, ἀφοῦ ξανὰ ντυθεῖ ὁ ναὸς τὸ πένθος τῶν χαρμολυπικῶν αὐτῶν ἡμερῶν, τὴν ὥρα ποὺ ψάλλεται ὁ Κατανυκτικὸς Ἑσπερινὸς καὶ εἰσοδεύει ὁ ἱερέας στὸ «Φῶς ἱλαρόν» τότε εἶναι ποὺ λυγίζει ἡ ψυχὴ μαζὶ  μὲ τὴ μέρα. Γιατὶ ἀνεβαίνει μέσα μας, μαζὶ μὲ τὴν κατάνυξη τῶν στιγμῶν αὐτῶν,  καὶ ἡ προσδοκία ὅπως, «Μὴ ἀποστρέψῃ τὸ πρόσωπόν Του ἀπὸ τοῦ παιδός Του, ὅτι θλίβεται». Καὶ Τὸν ἱκετεύει σθεναρᾶ τῇ φωνῇ: «ταχὺ ἐπάκουσόν μου, πρόσχες τῇ ψυχῇ μου, καὶ λύτρωσαι αὐτήν».

Κι ἀκόμη, ὅταν κατανοήσει ὁ κάθε πιστὸς, πὼς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ «τὸν καταδιώκει πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς του», τότε τεντώνει ὅλο του τὸ εἶναι, γιὰ ν’ ἀγγίξει -ἄν εἶναι δυνατὸ- τὸν οὐρανό καὶ εὐγνωμονεῖ: «Ἔδωκας κληρονομίαν τοῖς φοβουμένοις τὸ Ὄνομά σου, Κύριε».

Κι ἀλήθεια, σὲ ὅλους μας εἶναι γνωστό, πὼς ἐμεῖς οἱ καθημερινοὶ  καὶ ἐν μερίμναις τοῦ βίου διασπώμενοι, ἐμεῖς ποὺ ἐπιθυμοῦμε τὶς κληρονομίες περιουσιῶν καὶ ὑπαρχόντων, ἴσως νὰ μὴν ἔχουμε ἀντιληφθεῖ ποιὸ εἰδικὸ βάρος ἔχει τὸ νὰ κληρονομήσουμε τὸ Ὄνομά Του κι ὄχι τὰ φθαρτὰ καὶ ἐφήμερα. Αὐτά, δηλαδή, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διορύσσουσι καὶ κλέπτουσι ...» (Μτθ 6, 20-21). Μάθημα κι αὐτό...

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2020

Παναγιώτη Καποδίστρια: ΑΠ' ΤΗΝ ΠΥΘΙΑΣ ΣΤΗ ΦΑΕΘΟΝΤΟΣ (νέο ποίημα)

αντίο στην Κική Δημουλά

Στωικά στο Εκεί παρίστασαι ήδη
ζαλισμένη απ' τις αναταράξεις του φευγιού
και του άλλου κόσμου το τζετ λαγκ
έχοντας προ-διανείμει ανεπαίσθητα
αυτόγραφους υπαινιγμούς
και νύξεις για την άνοιξη που θ' απουσιάζεις.

Να, γιατί ενέχεσαι:
Έστηνες θερμοκήπια ιδεών εκτός σχεδίου πόλεως
μεταφερόσουν παραπλεύρως για να κρύβεσαι
(απ' την Πυθίας στη Φαέθοντος θαρρώ)
ακινητούσες χάντρες της βροχής στο τζάμι
διαμαντάκια περιούσια
γυμνή από σώμα

και νάτους τώρα
της Τρομοκρατικής οι ανένδοτοι
σου διηγούνται απώλειες για να φοβάσαι
-όχι, δεν είσαι φοβισμένη-

ονειροεισπράκτορες καιροί
με απειλές του Τίποτε και υποσχέσεις του Ποτέ
καταλογίζουν πρόστιμα
αναστατώνουν τα κρυπτά
ώς και τα κάδρα των μικρών φιλιών σπασμένα.

Την ουσία κρατώ και πορεύομαι
τη μετουσίωση λόγων πτηνών σε αρχάγγελους
ότι θα στύβεις κι από Εκεί τις λέξεις σου
να στάζουν πένθη ανθηρά
ωσάν μεταποιήσεις κοστουμιών
ελπίδες ασιδέρωτες για τους μελλοθανάτους.

(25.2-3.3.2020)

Σάββατο 29 Φεβρουαρίου 2020

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ


«Φαιδρῶς εἰσδεξώμεθα, τῆς Νηστείας τὴν εἴσοδον πιστοί...» 

Ἡ μεγάλη καμπάνα, ποὺ ἠχεῖ μέσα στὸ δειλινὸ τῆς Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς καὶ κομίζει τὸ πρῶτο μήνυμα τῶν εἰσοδίων τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, ἀφήνει στὴν ψυχὴ ψιχάλες συγκινήσεως καὶ συνάμα ρῖγος θείας παρουσίας. Ναί, ἔφθασε ἐπιτέλους ὁ εὐπρόσδεκτος καιρός τῆς ἱερῆς ἐγκρατείας καὶ τῆς ἀποταγῆς κάθε κοσμικοῦ φρονήματος, ποὺ θὰ ἀνασχέσει τὴ δυνατότητα τοῦ μὴ «ὁρᾶν τὰ πταίσματά» μας. Γιατὶ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἐγκρατευόμαστε καὶ νὰ λησμονοῦμε παράλληλα νὰ ψάχνουμε τὸν ἑαυτό μας, ὥστε νὰ ἐκζητήσουμε καὶ «λήθην τῆς κακίας... βοῶντες [τὸ] ἡμάρτομέν σοι..».

Μὲ τὴν  ἐλπίδα ὄτι θὰ εἰσακουσθοῦμε κι ἐφέτος, καθὼς θὰ διαπλέουμε τὸ τῆς νηστείας μέγα πέλαγος, τεντώνουμε τὰ χέρια μας ὅσο περισσσότερο μποροῦμε κι ἀφήνουμε, ἐκειδά, μὲ τοῦ  Μεγάλου Προκειμένου τὴν θεοκατάνυκτη μελωδία, τὸν ἐμβιωμένο στεναγμό μας: «Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τοῦ παιδός σου, ὅτι θλίβομαι, ταχὺ ἐπάκουσόν μου, πρόσχες τῇ ψυχῇ μου, καὶ λύτρωσαι αὐτήν». 

Στ᾿ ἀλήθεια, πόση ὀδύνη δὲν ἀποβάλλεται ἀπὸ μέσα μας, καθὼς ψελλίζουμε αὐτὰ τὰ ἱερὰ τὰ γράμματα, πού, φυσικά, τυχαῖα δὲν τὰ ἔταξαν αὐτὴν τὴν μεγαλη ἡμέρα καὶ ὥρα οἱ Πατέρες μας. Ὀδύνη, ποὺ μεταποιεῖται σὲ ἐλπίδα, γιατὶ τὸ ἐννοοῦμε αὐτό: Ὅτι δηλαδή, δὲν θὰ ἀποστέψει τὸ Πρόσωπό Του ἀπὸ τὰ παιδιά Του, ποὺ δέονται αὐτὲς τὶς στιγμές. Τὸ ξέρουμε αὐτό, τὸ ἔχουμε διδαχτεῖ ἀπὸ τὴν προπροηγούμενη Κυριακή, ὅπου ἀκούσαμε μὲ προσοχὴ τὴν παραβολὴ τοῦ εὔσπλαχνου Πατέρα (βλ. Λκ. 15,11-32) ὡς ἄσωτοι υἱοὶ ποὺ εἴμαστε, ποὺ νοιώθουμε, ἀλλὰ μὲ τὴν ὑποψία μέσα μας πάντα τῆς ἐπιστροφῆς. Μόνο ποὺ τὸ θέλημα, τὸ ὁποῖο, ὡς ἄλλο σαρακι μᾶς ροκανίζει τὴν ψυχή, δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ ποῦμε τὸ μεγάλο τὸν λόγο: «μετανοίας  ὄμβροις με καθάρας, νηστείᾳ καὶ δεήσει, ὡς μόνος Ἐλεήμων ἐκλάμπρυνον, καὶ μὴ βδελύξῃ με Εὐεργέτα τῶν ἁπάντων, καὶ Ὑπεράγαθε». Βλέπεις, τὸ πρῶτο βῆμα περιμένουμε νὰ τὸ κάνει Ἐκεῖνος, δυστυχῶς,-αὐτὴ τὴν κληρονομιὰ πήραμε, ὅπως πολὺ καλὰ τὸ ξέρουμε  ἀπ’ τοὺς προπάτορές μας. Καὶ παρ᾿ ὅλες Του τὶς εὐεργεσίες δὲ λέμε νὰ ἀφήσουμε μὲ τίποτε τὸν παλιόν ἄνθρωπο ποὺ κρύβουμε μέσα μας καὶ συντηροῦμε. 

Ὡστόσο, μᾶς χαρίζεται κι ἐφέτος, γι᾿ ἄλλη μιὰ χρονιὰ ἡ δυνατότητα «τὸν Κύριον τὸν σώζοντα ἡμᾶς (νὰ) ἐκζητήσωμεν». Γι᾿ αὐτό, καθὼς μὲ τὸ πέρας τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Κυριακῆς αὐτῆς,  ἀναχωροῦμε γιὰ τὰ σπίτια μας, ἄς τὸ ἀποφασίσουμε πιά: «Φαιδρῶς εἰσδεξώμεθα τῆς Νηστείας τὴν εἴσοδον καὶ μὴ σκυθρωπάσωμεν, ἀλλὰ νίψωμεν τὰ πρόσωπα ἡμῶν, ἀπαθείας τῷ ὕδατι, εὐλογοῦντες, καὶ ὑπερυψοῦντες, Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας».

Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς 2020

π. κ. ν. κ..

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2020

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΑ ΟΧΤΩ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

Μνήμη ἱερὴ τῆς Μητέρας καὶ πάλι

Μέσα σὲ κλίμα συγκίνησης καὶ συλλογῆς, ξαναζεῖς σήμερα τὴν ἀναχώρηση τῆς Μητέρας ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα καὶ πρόχειρα τοῦ βίου τούτου, στὴν αἰωνιότητα καὶ στὴν μεγάλη, τρυφερή, ἀλλὰ καὶ ξεχωριστὴ ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ. Αὐτοῦ δηλαδή, ποὺ ἀναπαύει ἐκ τῶν κόπων τους, ὅσους προστρέχουν στὴν φιλοτιμία Του, στὴν ἀνείπωτη στοργή Του. 

Χαρμολυπικὲς οἱ στιγμὲς ποὺ ξαναζεῖς, λοιπόν, γιατὶ ξεχωρίζουν μέσα στὸ Χρόνο ποὺ σωρεύεται καὶ δημιουργεῖ τὰ ἀναγκαῖα ἀναχώματα, πάνω στὰ ὁποῖα καὶ ξεσποῦν ὅλα τὰ στεγνὰ καὶ ἀνισόρροπα κύματα τῆς καθημερινότητας. Ἔτσι, μέσα στὰ ποικίλα συναισθήματα, τὰ ὁποῖα προβάλλουν οἱ στιγμὲς αὐτές, νοιώθεις πὼς ἡ ἀπουσία ἐκείνη δὲν ἀφήνει μονάχα ἔνα κενό, ἀλλὰ καὶ σοῦ διδάσκει τὸ  «μέγιστον μάθημα». Μάθημα ὄντως κορυφαῖο καὶ πολὺ χρήσιμο, γιὰ νὰ καταλάβεις τὴν προσωρινότητα τῶν ἐγκοσμίων καὶ νὰ προετοιμάζεσαι κι ἐσὺ πιὰ γιὰ τὴν ἐν καιρῷ εὐθέτῳ ἀναχώρηση. 

Ἀπὸ τὴν ἄλλη πάλι βλέπεις καὶ τὴν διαφορετικὴ ὄψη τοῦ βίου: ὅτι δηλαδή, ὅ, τι ἔκαμες  σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο, τὸ ἀφήνεις... Μήτε καὶ τὸ ἴδιο σου τὸ κορμί. Κι αὐτὸ ἐδῶ τὸ παρατᾶς καὶ μονάχα τὴν ψυχή σου στέλνεις στὰ Χέρια Του. Ἑπομένως, μέσα στὴν ἐρεβώδη κατάσταση τοῦ σήμερα ποὺ ζεῖς καὶ βιώνεις -μὲ λιτές, μικρὲς κι ἀνυποψίαστες ψηφίδες χαρᾶς- αὐτὸ ποὺ ἀπομένει εἶναι νὰ διατηρεῖς ζωντανὴ τὴ Μνήμη. Τὸ μέγιστο αὐτὸ ἀγαθὸ ποὺ σοῦ χαρίζει τὴν δυνατότητα νὰ μὴ λησμονεῖς, μήτε τὰ πρόσωπα ποὺ ἀναχώρησαν, ἀλλὰ πρωτίστως κι Ἐκεῖνον ποὺ τὰ ὑποδέχεται μὲ τὴν ἀπύθμενη  ἀγάπη καὶ ἀνοχή Του: «Δεῦτε πρός με πάντες... κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Μτθ  11, 28). Καὶ μήπως ἔτσι δὲν εἶναι; 

π. κ. ν. κ.  26-2-2020 

Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2020

Παναγιώτης Καποδίστριας: «Λευκότερος καίγεσαι»



Ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας φέρει στις δύο αόρατες φτερούγες του δύο σημαντικότατες ιδιότητες. Η μία είναι του πρωτοπρεσβύτερου και η άλλη του ποιητή. Στα τυπικά προσόντα του ο φάκελος είναι υπερπλήρης: πτυχία, μεταπτυχιακά, διδασκαλίες, βραβεία, τιμές και πολλά άλλα, τα οποία απορρέουν από μία και μοναδική πηγή· την αγάπη για τον άνθρωπο και τη φύση και την πίστη στον Θεό Δημιουργό.
Και από εκεί πηγάζει και το ταλέντο για το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών 2004. Οι ποιητικές του συλλογές, συγκεντρωμένες σε έναν τόμο με τον τίτλο Καμένες πεταλούδες, κυκλοφόρησαν το 2010. Το νέο βιβλίο του, με τον τίτλο Λευκότερος καίγεσαι, υπαινίσσεται πολλά, ενώ παράλληλα υποδηλώνει μια διπλή καταγωγή, η οποία αρχίζει από την αντίληψη ότι το Αγαθό ταυτίζεται με το Κάλλος και με τον Θεό, πράγμα που υποστηρίζει και ο Οδυσσέας Ελύτης, ποιητής που αγαπά ο π. Παναγιώτης και του οποίου ο Ελύτης διέβλεψε εγκαίρως το ταλέντο. Η επικοινωνία μαζί του είχε κάτι από τη σχέση του πιστού προς τον Θεό του, προς τον οποίο γνωρίζει να αναπέμπει ύμνους.
Το όμορφο βιβλίο, Λευκότερος καίγεσαι, κοσμείται στο εξώφυλλο από το εικαστικό του Κώστα Ράμμου, που μια αόριστη αίσθηση θα μπορούσε να μας οδηγήσει ίσως στην Καπέλα Σιξτίνα. Οπωσδήποτε, έχει μακρινή έστω καταγωγή από την Αναγέννηση, την οποία επίσης αγαπά ο π. Παναγιώτης.
Τα ποιήματα της συλλογής είναι μοιρασμένα σε έξι ενότητες: «Η νύχτα μπάζει φως», «Θεωρία El Greco», «Ζωή καταφυγίου», «Τα Πολίτικα», «Πόνοι απόρρητοι», «Των Απόντων». Από τον κήπο με τον πλούτο και το πλήθος των ανθέων του καλού ο ποιητής επιλέγει να μας προσφέρει γνωμικά με τη φανερή σημασία, σαν επίστρωση εικονίσματος ασημένια, που καλύπτει την κρείττονα αφανή, όπως θα έλεγε και ο Ηράκλειτος. Ανθολογώ μερικά από τα είκοσι τέσσερα ποιημάτια από τα «Γνωμικά της αυτόματης γραφής»: «Πένθησέ με θάλασσα και ξαναγέννησέ με» (5), «Αν κλαίω κι αν γελάω / τον Τρόμο ξεγελάω» (18), «Αν έχεις πένθος χάρου το, αν είν’ χαρά λυπήσου» (21), «Αν είναι δάκρυ ας εκφραστεί, αλλιώς θα σε χαλάσει» (22), «Φτάνει σου για σήμερα / όλα είν’ εφήμερα» (23) και «Μέλλω σε εμέσαι, είπε και θα το κάμει. / Έρχεται ταχύ» (24).
Είναι φανερό στον αναγνώστη πως ο π. Παναγιώτης με αυτά τα ψήγματα και τις νύξεις μιλάει για την ανθρώπινη μοίρα, για την ανάγκη του ανθρώπου να παρηγορηθεί, έστω και με ένα ψέμα, «Και παρηγόρησέ με που γεννήθηκα», παρακαλεί τη Σελήνη ο Ελύτης. Ο άνθρωπος βέβαια διδάσκεται να υπομένει, πρώτον γιατί δεν ξέρει τι τον περιμένει και δεύτερον γιατί νομίζει πως είναι μακριά. Το ζωτικόν ψεύδος, λοιπόν, μας κρατάει στη ζωή που είναι από τη φύση της αντινομική. Η λύπη και η χαρά έχουν κοινή αρχή, όπως έλεγε και ο σοφός Σωκράτης. Την κατακτημένη γνώση της μεγάλης μας κληρονομιάς την βρίσκουμε καλλιτεχνικά, ποιητικά αφομοιωμένη στους στίχους της συλλογής.
Ο άνθρωπος ζει, περιμένοντας αλλά και προσποιούμενος ότι δεν περιμένει. Ο ποιητής πάντως ξέρει το τέλος, έχοντας στην καρδιά το Μεγάλο Πρότυπο: «Στο δικό σου ξύλο αφουγκράζομαι ανάσταση / στο δικό μου δρυοκολάπτη» και με αυτόν τον τρόπο φέρνει κοντά εκείνα που διίστανται: το μικρό με το Μέγα, το Σημαντικό με το ασήμαντο. Όταν ο ποιητής λέει: «Κάθε πηγή αν- / εμπόδιστη ελπίδα / φέρει άφθονη. / Άρα πιες και λησμόνει / το θνήσκειν ακινδύνως», συμβουλεύει: ζήσε όσο ζεις και ξέχνα ότι θα πεθάνεις, γιατί θα πεθάνεις. Από την άλλη, το τέλος που δεν έρχεται σαν «Ακόμη Καλοκαίρι» ισοδυναμεί με «εγκλωβισμό ανεπίτρεπτο». Η «γήρανση έως οίκτου… δεν αντέχεται». Ο ποιητής στοχάζεται βαθιά και σοφά πάνω στις ανθρώπινες καταστάσεις. Ο Σεφέρης παρατηρούσε «το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας» («Επιφάνια, 1937»).
Το ποίημα «Ανώδυνη δεν υφίσταται Άνοιξη» μας φέρνει στον νου αυτομάτως τον σκληρό Απρίλη, το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου του Ελύτη και στίχους από τον Μικρό ναυτίλο. Από όλα τα ποιήματα συνάγεται το πάθος της άνοιξης για τα λουλούδια – το κόκκινο της παπαρούνας, το κίτρινο της μαργαρίτας. Αλλά ο ποιητής βλέπει τα Πάθη και τη διεργασία της επανάστασης της φύσης στις δυνάμεις που θα φέρουν την έκρηξη. Και η έκρηξη θα γίνει αφού πρώτα συμβεί ο θάνατος. Μία η οδός και στον θάνατο οδηγεί. Ούτε οι αγροί είναι σημάδι της άνοιξης ούτε ο Μποτιτσέλι τόσο, όσο μια μικρή «Βαϊφόρος κόκκινη», λέει ο Ελύτης.
Τραγικό το ποίημα «Αλικαρνασsos», όπου το παιδί δεν πήγε στη θάλασσα για να παίξει, αλλά αναζητώντας τη φυγή για να πνιγεί. Από τη μια ο θάνατος από νερό και από την άλλη από φωτιά. Του ποιητή δεν του διαφεύγουν τα επίκαιρα δεινά, όπως και τα άλλα, τα πιο παλιά.
Τα «Νέα τρίστιχα για τον Άγιο Διονύσιο» μας θυμίζουν τον Διονύσιο Σολωμό.
Σε στάση προσευχής μπροστά στο μικρό ποιηματάκι «Ο Ιερέας Ποιητής» θα φιλήσει το χέρι που γράφει: «επιθέτει σπλάχνα λέξεων / ψιχουλάκια συλλαβών / στο δισκάρι της Διάρκειας και λογχίζοντάς τους την πλευρά της Ανάγκης / χλοΐζουν κι αιωνίζονται».
Δεν μπορεί να προσπεράσει κανείς τη «Μεγάλη Εβδομάδα σε Τρίστιχα», όπου «ρέει χρυσάφι / απ’ τα θεία έγκατα / της Χρυσοπηγής».
Μαζεύω χαλίκια πολύτιμα: «δαγκωμένο τ’ ολοφέγγαρο κι ανυποψίαστο», «πανδύσκολος ο Έρως / γέρος απαιτητικός», «Να δειλιάσεις ή να εκδηλωθείς;», «των παθών το πέλαγος», «Δεν έχουν όλες / οι γυναίκες ερμίνα / μήτε ζωγράφο / για να τις αφθαρτίσει», «Κάθε θάνατος / πίνει χρώματα και ζει», «της κακίας τα γεννήματα δρουν […] πιο φίδια κι απ’ τα φίδια». Κι ακόμα τα «Σικελικά», ο «Ακροκόρινθος», «Θεού ακροδάχτυλο που λέει “παρών”» σαν υπενθύμιση η ιδέα από το Άξιον Εστί: «Μια στιγμή που στάθηκε να στοχαστεί / κάτι δύσκολο ή κάτι υψηλό: / ο Όλυμπος ή ο Ταΰγετος» (Ύμνος 2ος).
Στο ποίημα «Οι γάτες της Εφέσου» ο ποιητής συμπληρώνει τις φωνές και τα πρόσωπα που ο Σεφέρης είχε στο δικό του ποίημα («Μνήμη, B΄, Έφεσος»), Ηράκλειτος, Σικελιανός και απών αδελφός. Τώρα ακούγονται και οι φωνές του λαού των Εφεσίων, κατευθείαν από τις Πράξεις των Αποστόλων, 19,34, ενώ οι γάτες περιφέρονται προς ανάμνησιν της παλαιάς δόξας.
Ο ποιητής δεν ξεχνάει τους απόντες, μικρούς και Μεγάλους: «Απολείτουργα στην Πράσινη βάρκα / για ουζάκια πολυπόθητα / με τους δύο Διονύσιους…», «Ο Μάρτιος εφέτος δεν σ’ έδωσε του Απρίλη / σε κρατάει στη γη του φιλήδονα» και η συλλογή κλείνει με το «Απολυτίκιον Παντοχαράς του Ελύτη», το οποίο έχουμε άλλοτε εκτενώς παρουσιάσει (βλ. (Παραθέματα Λόγου, 15-10-2014).
Ο «Ιερέας Ποιητής» έχει αφομοιώσει όλη την προγονική κληρονομιά –χρυσοπηγή της ποιητικής μας παράδοσης–, της οποίας τη μακρά αλυσίδα σαν άξιος απόγονος τροφοδοτεί με έναν ακόμα κρίκο. Το έργο του, για το πλήθος των αναφορών και το πολυεπίπεδο των μηνυμάτων και των υπαινιγμών, το παλίμψηστο των αισθήσεων και των ερώτων, για την ιδιαίτερη αίσθηση της γλώσσας, προνόμιο των ειδικών σπουδών του και του λειτουργήματος, τη γνώση της θρησκευτικής μας παράδοσης, αν και grosso modo κάθε καλός ποιητής την έχει, για την ιαματική του επίδραση στα δεινά μας, είναι σημαντικότατο. Ο «Ιερέας Ποιητής» υπερέχει γιατί βιώνει ενστικτωδώς και ουσιαστικότερα αυτά που ο κοσμικός ενστερνίστηκε διανοητικότερα, προσθέτοντας με το δικό του ταπεινό χέρι το δικό του νυν στον αιέν της ποιητικής μας παράδοσης.  Έτσι ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας κάνει το έργο που του ετάχθη μέσα στον ιερό ναό, στο σχολείο όπου διδάσκει, στην κοινωνία, αλλά και στην ποίηση, που και αυτή διδάσκει και όστις έχει ώτα ακούειν ακουέτω.
Λευκότερος καίγεσαι
Παναγιώτης Καποδίστριας
Εκδόσεις Αληθώς, Κέντρο Λόγου (Ζάκυνθος)
134 σελ.
ISBN 978-960-91-495-3-2
Τιμή: Δεν πωλείται

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2020

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΩΝ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΩΝ ΜΑΣ Η ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ


«Ὅρους τῆς ζωῆς ἡμῶν ὁ δούς, διὸ τοὺς ἀφυπνώσαντας ἐκ τῆς τοῦ βίου νυκτός, ἡμέρας ἀνεσπέρου, υἱοὺς δεῖξον, Κύριε, Ἱερεῖς ὀρθοδόξους, Βασιλεῖς τε, καὶ πάντα λαόν σου.»

Νά, λοιπόν, ποὺ φτάσαμε καὶ στὴν πανίερη τῶν Κεκοιμημένων μας Πανήγυρι. Τὸ εὐλογημένο Ψυχοσάββατο, ποὺ μᾶς βγάζει ἀπὸ τὸ κλῖμα τῆς κοσμικῆς εὐθυμίας τῆς Τσικνοπέμπτης καὶ μᾶς εἰσάγει στὸν πανευλαβέστατο καὶ στολισμένο μὲ μεταφυσικὸ ρῖγος κόσμο τῆς πανσέπτου Πανηγύρεως τῶν Κεκοιμημένων μας.

Γιατὶ Πανήγυρις τελεῖται σήμερα γιὰ τοὺς προσφιλεῖς μας, «πατέρας καὶ ἀδελφοὺς ἡμῶν, φίλους ὁμοῦ καὶ συγγενεῖς, ἅπαντα ἄνθρωπον, τὰ τοῦ βίου λειτουργήσαντα πιστῶς [καὶ] λατρεύσαντάς σοι καθαρῶς». Καὶ συγκινημένοι προσερχόμαστε στοὺς χωνεμένους μέσα στὸ φῶς τοῦ δειλινοῦ ναούς, νὰ Τὸν ἱκετεύσουμε γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν δικῶν μας ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ τόσων καὶ τόσων ποὺ δὲ γνωρίσαμε, μήτε τὰ ὀνόματά τους μάθαμε ποτέ, ἀλλὰ τοὺς νοιώθουμε ὡς προέκταση τῆς ἀνθρώπινης ρίζας μας: «τούτους ἐν ὥρᾳ τῆς κρίσεως, ἀπολογίαν ἀγαθήν [δοῦναι], καὶ ἀξίωσον αὐτούς, τῆς οὐρανίου βασιλείας σου». Κι αὐτὰ τὰ λέμε, ἐπειδὴ τὰ νοιώθουμε ὡς λόγια δανεικά, λόγια δηλαδή, ποὺ κι ἐμεῖς περιμένουμε ν’ ἀκούσουμε, ὅταν βρεθοῦμε στὴ θέση τους, ὡς ἱκέσιες φωνές, ποὺ κι οἱ ἴδιοι ἀκοῦν ἀλλὰ πιὸ πολὺ τὶς ἀκούει Ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει γράψει τὰ ὀνόματά τους, «ἐν βίβλῳ ζωῆς». 

Ναί, ὅλα τους τὰ ὀνόματα. Κι αὐτὰ ποὺ ψελλίζουμε τὴν ὥρα τοῦ Τρισαγίου, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα, ὅσα δὲ θυμόμαστε, ὅσα δὲ μάθαμε ποτέ μας, ὅσα δὲν ἔφτασαν μέχρι τὶς μέρες μας, ἀκόμα καὶ τὶς μέρες τῶν προγόνων μας. Ἐπειδὴ τόσο μακροσκελής, ἀναρίθμητος, ἀπέραντος εἶναι ὁ κατάλογος αὐτός. Κι ἐδῶ στεκόμαστε μὲ ἱερὸ δέος μπροστὰ στὸ Μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ ποὺ θυμᾶται ὅλους αὐτοὺς, ποὺ ἡ δική μας ἡ μνήμη λησμόνησε ἤ δὲν πρόλαβε νὰ καταγράψει. Γιατὶ αὐτὴν τὴν ἱερὴ τὴν ὥρα Ἐκεῖνος τοὺς σκέφτεται καὶ ἀγκαλιάζει πιὸ πολὺ ἀπὸ μᾶς, ποὺ οἱ περισσότεροι, τουλάχιστον, τυπολατρικὰ τοὺς μνημονεύουμε ἀνάβοντας «γιὰ τὸ καλὸ» μιὰ λαμπάδα καὶ προσφέρουμε τὸ κόλλυβο, δίχως ν᾿ ἀφήσουμε κι ἕνα δάκρυ εὐχαριστίας κι εὐγνωμοσύνης στὸ Θεὸ, στὸν Ὁποῖον ὅλοι αὐτοὶ τὴν  «τὴν ἐλπίδα ἀνέθεντο». Καὶ πιστεύουμε, πὼς ἔτσι εἶναι, ἤ μᾶλλον πρέπει νὰ εἶναι...

π.κ.ν. Ψυχοσάββατο 2020

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2020

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙ ΤΟΥ «ΦΟΒΕΡΟΥ ΒΗΜΑΤΟΣ» ΤΟΥ


Τώρα ποὺ τὰ χρόνια πέρασαν κι ἄρχισε ὁ πολύτιμος ὁ ἀπολογισμός, τῶν πεπραγμένων ὁ ἀπολογισμός, τώρα ποὺ τὸ γλυκόφωτο ἀπομεσήμερο ἔφτασε, ἡ μνήμη λειτουργεῖ μὲ ἄλλη διάθεση κι ἄλλο τρόπο: Δὲν ἐνθουσιάζεται πιά, δὲ σχεδιάζει, μήτε κι ἐπαίρεται μὲ νέες ἰδέες. Τώρα εἶναι πιὰ καιρὸς νὰ «μετρηθοῦν τὰ κέρδη κι οἱ ζημίες» (Π. Β. Πάσχος), γιατὶ ἔτσι πρέπει. Πῶς, ἄλλωστε, θὰ προετοιμαστεῖ ἡ μεγάλη ἡ Ἀπολογία ἡ ἐπί τοῦ φοβεροῦ Βήματός Του; Ἄν δὲν τὴν ἑτοιμάσει κανεὶς ἀπὸ τούτη τὴ ζωή, τότε τί περιμένει;  Ἔτσι, τώρα ποὺ ὑπάρχει ἀκόμα καιρὸς, καλὸ εἶναι νὰ δοῦμε βαθύτερα τὸν ἑαυτό μας, νὰ προσέξουμε τὰ ὅσα πράξαμε, εἴπαμε, δημιουργήσαμε καὶ ὅλ᾿ αὐτὰ νὰ τὰ ζυγίσουμε ὑπεύθυνα, σωστά καὶ μὲ βασικὴ ἀρχή, θεμέλιο δηλαδή, τὴν ἔγνοια, τὴν ἀνοχὴ καὶ τὴν ἀγαπη τοῦ Θεοῦ γιὰ μᾶς (βλ. Ἰω.15, 6) νὰ τολμήσουμε: Νὰ διαβοῦμε τὰ ὄσα μᾶς ἔφεραν ἀντιμέτωπους μὲ τὸ θέλημά Του, νὰ δηλώσουμε ὅτι πράγματι κάναμε λάθη, πολλὰ καὶ ποικίλα λάθη, νὰ ὑψώσουμε τὰ μάτια μας καὶ νὰ ποῦμε «Πάτερ, ἥμαρτον» (Λκ. 15,18). Νὰ τὸ ποῦμε, βιώνοντας συνειδησιακὰ τὰ λάθη καὶ τὶς ἄστοχες κινήσεις μας, τοὺς λογισμούς, τὰ ἔργα, τὶς πράξεις καὶ τὶς ὅποιες συμπεριφορὲς ἀπέναντι στοὺς ἄλλους, τοὺς συνανθρώπους μας, στὰ πρόσωπα τῶν ὁποίων καθρεφτίζεται ἀπόλυτα τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ ὅλοι μας «κατ’ εἰκόνα Του» (βλ. Γεν. 1,26 ) πλαστήκαμε ἀπὸ τὰ Χἐρια Του, στηθήκαμε καὶ ζοῦμε σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο, ὅσο καιρὸ παραμείνουμε, δηλαδή. Ἐπειδὴ περιηγητές εἴμαστε, «τουρίστες» παναπεῖ, ποὺ ἐπισκεπτόμαστε τὸν κόσμο αὐτὸν ἕνα χρονικὸ διάστημα, ὅσο μᾶς ἀνήκει, κι ὕστερα ἀναχωροῦμε. Ἑπομένως ὁ καιρὸς τῆς ζωῆς μας, τῆς ὅλης μας βιοτῆς εἶναι τόσο μικρός, ὀλιγόχρονος -γιατί, τί, στ᾿ ἀλήθεια, εἴμαστε μπροστὰ στὴν αἰωνιότητα ποὺ ξεπροβάλλει μέσ᾿ ἀπὸ τὴν ἱστορία- μιὰ κουκίδα ἄμμου ἀσήμαντη. Κι ὅμως ὁ Θεὸς μᾶς ἀφήνει νὰ περάσουμε τὶς «διακοπές μας», ἴσως μὲ κάποια βάσανα κάποτε καὶ γκρίνιες ἀτελείωτες, ὡστόσο μᾶς ἔχει χαρίσει τὸ μέγα προνόμιο, ὥστε νὰ εἴμαστε ὁ μετρημένος, ὁ ἐπώνυμος κόκκος τῆς ἄμμου τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Κι αὐτὸ τὸ μέγιστο, τὸ κορυφαῖο προνόμιο μᾶς δόθηκε μὲ τὴν ἐντολή Του «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι Ἅγιός εἰμι» ( Ἀ. Πετρ. 1, 16), ἐπειδὴ ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου στὴν Ἐκκλησία, ἄρα καὶ στὸν Κόσμο ποὺ εἶναι Ἐκκλησία, παραμένει διαχρονική, ἀθάνατη. Γι᾿ αὐτὸ κι ἔχουμε τὴ Γιορτὴ Πάντων τῶν Ἁγίων, ἐπειδὴ μέσα στὸ νέφος ὅλων αὐτῶν εἰκάζουμε πὼς εἶναι κι οἱ πρόγονοί μας, οἱ γονεῖς, οἱ συγγενεῖς, οἱ δάσκαλοι, οἱ γείτονες κι ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ γνωστοί μας  καὶ οἱ ἄγνωστοι κι ἴσως αὔριο μετέχουμε κι ἐμεῖς,  ξέρουμε δὲ πολὺ καλά,  πὼς ὅλοι αὐτοὶ δώσανε τὴν «καλήν τους ἀπολογίαν», πού, ποιὸς ξέρει, πόσο καιρὸ προετοίμαζαν καὶ  σχεδίαζαν μὲσα σὲ κρυφὲς πανενθέσεις ἡσυχίας καὶ κατανύξεώς τους. Παρενθέσεις ποὺ δὲ μᾶς μαρτύρησαν ποτέ, παρενθέσεις, ποὺ εἶχαν τὴν μοναδικότητα ἐκείνη ποὺ κρύβει τὸ «ταμεῖον» (βλ. Μθ. 6, 6) τοῦ καθενός μας, ὅταν προσεύχεται.

Καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια, λοιπόν, καθὼς χαμηλώνει τὸ φῶς γύρω μας κι ἀρχίζει νὰ ἀχνοφέγγει ἡ ἱερὴ  μαρμαρυγὴ τῆς αἰωνιότητας, τεντώνουμε τὰ χέρια μας, ὅσο γίνεται, μήπως ψαύσουμε λίγο οὐρανὸ καὶ μαζί Του τὸ ζεστὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ καὶ συνάμα μὲ Αὐτό τὸ μέγα Του ἔλεος...

π. κ. ν. κ.     

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2020

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ ΕΝΕΚΕΝ

Γύρω ἀπὸ δύο νέα ποιήματα τοῦ Π. Β. Πάσχου


Στὸ πρόσφατο τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ Λόγου καὶ Τέχνης  ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ, τευχ. 194-195 Χειμώνας 2019-2020, ποὺ ἐκδίδει ἡ Ἑταιρεία μελέτης προβλημάτων στὴν Κοζάνη, δημοσιεύτηκαν δύο νέα ποιήματα τοῦ Ὁμ. Καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς καὶ κορυφαίου Νεοέλληνα λογοτέχνη, τοῦ Π. Β. Πάσχου (στὸ ἑξῆς Π. Β. Π). Μάλιστα τὰ ποιήματα αὐτὰ τὰ συνοδεύει καὶ  μιὰ παλιά, νοσταλγική, ἀλλὰ καὶ συγκινητικὴ φωτογραφία τῆς παλιᾶς Λευκοπηγῆς, τοῦ χωριοῦ τοῦ Π. Β. Π. Τῆς Λευκοπηγῆς, ποὺ συνεχῶς μᾶς θυμίζει μέσ’ ἀπὸ τὰ γραφτά του, τῆς Μάνας του Λευκοπηγῆς,  ποὺ μᾶς ἔκαμε νὰ τὴν ἀγαπήσουμε.

Προσωπικὰ πιστεύω πὼς κι οἱ στίχοι αὐτοὶ εἶναι ψηφίδες ἀπὸ τήν ὅλη ποιητικὴ βιογραφία τοῦ Π. Β. Π., ἡ ὁποία συνεχῶς ἐμπλουτίζεται, κι ἀποτελοῦν χρήσιμα στοιχεῖα γιὰ μιὰ προσεχῆ μελέτη πάνω στὴν ὅλη ποιητικὴ καὶ λογοτεχνικὴ προσφορά του. 

Μελετώντας τώρα μὲ περισσὴ συγκίνηση καὶ ἱερὸ δέος τὰ δύο αὐτὰ νέα ποιήματα, τὰ ἀφιερωμένα στὴ μνήμη τῶν δύο παππούδων του, τοῦ Νικόλα καὶ τοῦ Γιάννη, παρατηροῦμε νὰ γίνεται λογος γιὰ δυὸ ἐξωκκλήσια τῆς πατρίδας του. Τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ ἑνὸς ἄλλου, ρημαγμένου χρόνια πολλά, ξεχασμένου πιά, ὥστε μήτε τοῦ ἁγίου τὸ ὄνομα ποὺ ἦταν ἀφιερωμένο νὰ μὴ σώζεται. 

Ἀναθυμούμενος, λοιπόν, τὸν τίτλο τοῦ διηγήματος τοῦ προσφιλοῦς του Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη «Τῶν θαλασσῶν ὁ Ἅγιος» μὲ τὸ ποίημά του αὐτὸ σπεύδει νὰ μὰς θυμίσει πὼς ὑπάρχει κι ὁ 
...ἅγιος [Νικόλαος] φύλακας τῶν ἐγκαταλειμμένων
 ἀγρῶν, ποὺ παραμένουν χέρσα κι  ἄσπαρτα..». 

Κι ὀφείλουμε νὰ θυμίσουμε πὼς ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ὅπως μᾶς θυμίζει ὁ ποιητὴς 
«Πὼς πάνω στὸ Γαιμαλί, στὸ δρόμο ἀπ’ τὸ Ζυγόστη
γιὰ τὴ Μεταμόρφωση...»
ἦταν θαμμένη ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, κι ἐκεῖ ἔκτισαν τὸ ἐκκλησάκι πρὸς τιμήν του. Κι ὁ ποιητὴς τὸ ἀφιερώνει στὴ Μορφὴ τοῦ μακαριστοῦ πιὰ παπποῦ του Νικόλα, ποὺ ἀσφαλῶς ἦταν ἀπὸ τοὺς παλιοὺς τοὺς πανηγυριστὲς αὐτοῦ τοῦ μικροῦ ναοῦ. 

Γιὰ πῶ τὴν ἀλήθεια, ὅταν ἐπισκεπτόμουν τὸ Ἅγιον Ὄρος πολὺ μὲ συγκινοῦσαν τὰ ἐρειπωμένα κελλιά, μὲ τὰ μισογκρεμισμένα ναύδρια ἤ οἰκήματα, στὰ ὁποῖα ἡ σιωπὴ καὶ μαζί ἡ κατάνυξη γέμιζαν τὴν ψυχὴ δάκρυα. Γιατὶ αὐτὰ τὰ ἄγνωστα σὲ μένα κελλιὰ ἄφηναν μέσα μου ἕνα μήνυμα: ὅτι ἐπετέλεσαν τὸ ἔργο τους κι ἀναμένουν, προσδοκοῦν κάποιο χέρι νὰ ὑψωθεῖ καὶ νὰ κάνει τὸν σταυρό του μακαρίζοντας τοὺς κτήτορες καὶ τοὺς πατέρες ποὺ ἔζησαν ἐκεῖ. 

Αὐτὰ τὰ βιώματα ἦρθε νὰ μοῦ θυμίσει τὸ νέο ποιήμα τοῦ Π. Β. Π. γιὰ τὸ ἐρειπωμένο 
Ἄγνωστο ταπεινὸ ἐρημοκκλήσι [πού]
οἱ βοσκοὶ σὲ ὥρα θύελλας [τὸ] βρίσκουν καταφύγιο
μὲ τὴ θεοπαράδοτή τους πίστη σιγοψιθυρίζοντας
«Σῶσε μας, Κύριε, κ’ ἐμᾶς  καὶ τὸ κοπάδι μας...»

Ψιχαλισμένοι ἀπὸ κατάνυξη καὶ συγκίνηση ἱεροπρεπῆ αὐτοὶ οἱ στίχοι ἔρχονται νὰ προστεθοῦν στὴν ὅλη ποιητικὴ συγκομιδὴ τοῦ Π. Β. Π., ἀλλὰ καὶ στὴν καρδιά μας, ὡς εὐλαβικὰ λόγια προσευχῆς καὶ μνήμης πανίερης παράλληλα. Ποὺ τ᾿ αφουγκράζεται καὶ τὰ χαίρεται ἀπὸ τὸ χαγιάτι τοῦ Θεοῦ, ὅπου μᾶς ἀγναντεύει, κι ὁ ἄλλος του παππούς,  ὁ Γιάννης...

π. κ. ν. κ.  
      
Related Posts with Thumbnails