© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ

Ξαναγυρίζοντας στὸν παλιό μας τὸ φοῦρνο τέτοιες χρονιάρες μέρες...

Δὲν εἶναι στ᾿ ἀλήθεια καὶ λίγη ἡ συγκίνηση κάποιου ποὺ πέρασε ἕνα μεγάλο χρονικὸ διαστημα τῆς ζωῆς του στὸ ἀνώι ἑνὸς μικροῦ φούρνου. Χωριάτικου, ταπεινοῦ φούρνου, ποὺ εἶχε στηθεῖ στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰ ἀπὸ πειρῶτες μαστόρους, στὸ ἰσόγειο ἑνὸς μικροῦ διώροφου σπιτιοῦ, χτισμένου περίπου τὴν ἴδια ἐποχή, ἀπὸ τὸν μαστρο-Γιώργη Τσουκαλᾶ σὲ δικό του, μάλιστα, οἰκόπεδο
Ὁ φοῦρνος αὐτὸς γνώρισε πολλὲς καὶ ποικίλες στιγμὲς χαρμολύπης καὶ προσφορᾶς στὴ μικρὴ κοινωνία τοῦ χωριοῦ, τὸ ὁποῖο ἐξυπηρέτησε σὲ ὅλες του τὶς ἀναγκες. Γιατὶ πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ λησμονήσουν οἱ παλιοὶ Κληματιανοὶ τὸ τὶ ἀμυγδαλόψυχα «ρόϊδιζαν», πόσα ροῦχα στέγνωναν τὸν βαρὺ χειμώνα, πόσα κυδώνια ψήνανε καί, τέλος, πόσες Πασχαλιὲς πήγαιναν καὶ παίρνανε ζεστὸ τὸ ψητό τους μετὰ τὴν Ἀνάσταση κ. ἄ. ...
Ὅμως ὁ καιρὸς ποὺ εἶχε τὴν τιμητική του αὐτὸς ὁ φοῦρνος ἦταν οἱ παραμονὲς τοῦ Ἁγίου Βασιλείου (31 Δεκεμβρίου) καὶ τῆς Λαμπρῆς (Μ. Σάββατο). Γιατὶ τότε ψήνονταν οἱ κουλοῦρες οἱ ορταστικές, καί, μάλιστα, οἱ ἐπίσημες κουλοῦρες. Αὐτὲς ποὺ στολίζονταν μὲ προσοχή καὶ κομίζονταν τυλιγμένες μὲ προσοχὴ σὲ λευκούς, καλοσιδερωμένους μαχραμάδες, ὡς ἑόρτιο δῶρο στὴν πεθερά, τὸ ἀπόβραδο τῆς παραμονῆς.
Ἕνα πανηγύρι, λοιπόν, ἦταν οἱ μέρες αὐτὲς γιὰ τὸ φοῦρνο. Πανηγύρι ἰδιότυπο, ἀλλὰ κοπιαστικό. Ὡστόσο, ἄν τὸ πρόσεχε κάποιος πιὸ σωστά, ἄν δηλαδή, κοίταζε μές στὸν πυρήνα του ποιὸ ἦταν τὸ πραγματικό του νόημα, θὰ ἔβλεπε ὅτι σχεδὸν ὅλη ἡ Κοινότητα σύχναζε στὸ φοῦρνο. Ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ χῶρος αὐτὸς ἦταν προτιμητέος ἀπὸ τοὺς χωρικούς, γιατὶ ἐκεῖ μποροῦσαν, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἐξυπηρετήσεις ποὺ εἶχαν, νὰ λάβουν καὶ τὶς ἀπαραίτητες ἐπικοινωνιακὲς συναντήσεις: χρήσιμες πάντα γιὰ μιὰ κλειστὴ κοινωνία, ἡ ὁποία καὶ δὲν ἦταν διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη ποὺ ἀναφέρει ὁ Παπαδιαμαντης. «Κα ες τν φορνον.... συνηθροίζοντο λαι α γυνακες τς γειτονις, νεοΰπανδροι, χραι κα γρααι, κα νεκοίνουν πρς λλήλας τ νέα τς μέρας, κα ρώτων κα μάνθανον κα διηγοντο, κα βγάτιζαν κα πόσωναν».
Παραμονὴ Πρωτοχρονις, λοιπόν, Τ’ Ἁη Βασλ΄ιοῦ», ὅπως λέγανε οἱ παλιότεροι. Κι ἀπὸ τὰ χαράματα ἄρχιζε ἡ προετοιμασία στὸ φοῦρνο μὲ τὸ ἄναμμα τῆς φωτιᾶς πρῶτα, κι ὕστερα τὸ ζύμωμα τοῦ ψωμιοῦ. Μὲ συντροφιά τὸ κατανυκτικό, ἁπαλὰ χρυσαφένιο φῶς τῆς λάμπας τοῦ πετρελαίου νὰ χαρίζει μέσα στὴ κρύα τὴ χειμωνιάτικη νύχτα μιὰ παραμυθία περίεργη. Γιατὶ ἄν ὑποθέσει κάποιος ὅτι ὅλο τὸ χωριὸ ἡσύχαζε, χωνεμένο στὸ βαθὺ δεκεμβριανὸ σκοτάδι, αὐτὸ τὸ λιτὸ τὸ φῶς ἦταν παραγματικὴ συντροφιὰ στὸν μοναχικὸ τὸ φούρναρη, ποὺ ὄντως ἀγρυπνοῦσε ἐκεῖνο τὸ βραδυ. Βράδυ ποὺ μποροῦσε νὰ εἶναι βαρυχειμωνιάτικο.
Μέχρι τὶς αὐγές, δηλαδή, μέχρι νὰ φέξει ὁ Θεὸς τὴ μέρα, ἔπρεπε νὰ ἔχει τελειώσει τὸ ζύμωμα, τὸ πλάσιμο τοῦ ζυμαριοῦ σὲ φρατζόλες ἕτοιμες γιὰ φούρνισμα, ἀλλὰ καὶ νὰ στολιστοῦν οἱ λίγες κουλοῦρες ἀπὸ ψωμί. Αὐτὲς ποὺ προορίζονταν γιὰ τὰ σπίτια καὶ τὶς προμηθεύονταν γιὰ τὸ καλό, ἀντὶ ψωμιοῦ. Οἱ κουλοῦρες αὐτές, λοιπόν, ἦταν στολισμένες μὲ λίγα ἀμύγδαλα καὶ μιὰ ψίχα καρύδι στὸ μέσον. Ἡ μαργαρίτα δὲ ποὺ σχηματίζονταν στὴν ἐπιφάνεια γίνονταν μὲ καθαρὴ χτένα. Πρέπει ἀκόμα νὰ ποῦμε, ὅτι οἱ κουλοῦρες αὐτὲς ψήνονταν σὲ μικρὰ ταψάκια, ὥστε ν᾿ ἀποκτοῦν σχῆμα στρογγυλό, ἀλλὰ καὶ νὰ εἶναι πιὸ γευστικὲς ἀφοῦ τὸ ταψὶ ἦταν ἐπαλειμμένο ἐσωτερικὰ μὲ καλό, κληματιανὸ λάδι.
Μὲ τὸ ξεφούρνισμα τώρα τοῦ ψωμιοῦ καὶ ὅλων τῶν ἄλλων, ἄρχιζαν νὰ φουρνίζονται οἱ κουλοῦρες τῶν πελατῶν. Γλυκὲς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον καὶ κάθε μεγέθους. Δηλαδὴ μιὰ μεγάλη κι οἱ ὑπόλοιπες μικρότερες. Ποὺ προορίζονταν, ἡ μεγάλη καὶ πιὸ προσεγμένη γιὰ τὴν πεθερά, κι οἱ ἄλλες, γιὰ τὰ βαφτιστήρια, τὰ παιδιά, τὸ σπίτι - ἀκόμη καὶ γιὰ τὰ ζῶα τους κάνανε μιὰ μικρούλα!
Ἕνα κόσμημα ἦταν στ᾿ ἀλήθεια ἡ κουλούρα τῆς πεθερᾶς. Καλοζυμωμένη πάντα καὶ «κεντημένη» ἡ μαργαρίτα, ποὺ ζωγραφίζονταν πάνω στὴν ἐπιφάνεια τῆς κουλούρας, μὲ σπιρτόξυλα. Δηλαδή, κάνανε πρῶτα τὸ σχέδιο τῆς μαργαρίτας μὲ τὸ πηρούνι κι ὕστερα μὲ δύο σπιρτόξυλα σηκώνανε τὸ ζυμάρι, ὥστε νὰ γίνει ἀναγλυφο. Στὴ συνέχεια τοποθετοῦσαν πέντε ἤ ἑφτὰ ψίχες καρυδιοῦ, μιὰ στὸ κέντρο καὶ τὶς ἄλλες συμμετρικά, κυκλώνοντάς τες μὲ μικρὲς ψίχες ἀμυγδάλου - ἀσπρισμένες πάντα.
Τὸ ψήσιμο τῆς γλυκειᾶς κουλούρας ἤθελε μεγάλη προσοχή, γιατὶ «ρπαχνε» εὔκολα, δηλαδή, καψαλίζονταν ἡ ἐπιφάνεια καὶ μέσα ἦταν ὠμή. Ἔτσι, προσπαθοῦσε ὁ φούρναρης νὰ τὴν ἔχει μακρυὰ «ἀπ’τοὺ τ’φέκ’», γιὰ νὰ μὴν εἶναι πολὺ ὑψηλὴ ἡ θερμοκρασία. Γιὰ καλὸ και κακό, μόλις ἄρχισε νὰ «ροϊδίζει», τὴ σκέπαζε μὲ λαδόκολλα. Παράλληλα, ἔπρεπε νὰ καίγονται καὶ τὰ κατάλληλα ξύλα, ὥστε ἡ φωτιὰ νὰ εἶναι σταθερή. Τὰ καλύτερα δὲ ξύλα ἦταν ἡ ἐλιά καὶ τὰ λεγόμενα ἄγρια (π.χ. κουμαριά, σχοῖνος). Ἐπίσης, κάθε τόσο ἔπρεπε νὰ γυρίζει τὸ ταψὶ μὲ τὴν κουλούρα, ὥστε νὰ ψήνεται συμμετρικά καὶ σταθερά. Γι᾿ αὐτὸ ὁ φούρναρης ἤθελε νὰ ξεμπερδεύει ἀπὸ τὸ ψήσιμο τοῦ ψωμιοῦ, γιατὶ ἔπρεπε νὰ ἔχει στραμμένη τὴν προσοχή του στὸ ψήσιμο αὐτῶν τῶν ἐπίσημων γλυκισμάτων.
Ἀκόμα καὶ στὸ ξεφούρνισμα ἤθελε προσοχὴ ἡ κουλούρα. Δηλαδή, ἔπρεπε μόλις βγεῖ ἀπὸ τὸ φούρνο νὰ «μπουσκιουρστεῖ» μὲ λίγο νερό, γιὰ νὰ «ἀναδώσει». Καὶ μὲ προσοχή γιὰ νὰ μὴ κοπεῖ, ἀφοῦ κρύωνε λίγο, τὴν ἔβγαζαν ἀπὸ τὸ ταψί.
Ἀλήθεια, πόση εὐωδιὰ ἀνέδιδε τὸ σιγανὸ καὶ φροντισμένο ψήσιμο! Εὐωδιὰ γλυκειά, ποὺ τόνιζε τὸ γιορταστικὸ τῶν ἡμερῶν. Ἐπειδὴ ὁλοχρονὶς ψήνονταν μόνο ψωμιά, φαγητά, ἄντε καὶ λίγα γλυκά (π.χ. τὰ περίφημα Κληματιανὰ ἀμυγδαλωτά). Ὅπως τώρα, τὴν παραμονὴ δηλαδή, τῆς πρωτοχρονιᾶς, ὁ φοῦρνος εὐωδίαζε... Ναί, εὐωδίαζε. Κι αὐτὴ ἡ εὐωδιά ἄφηνε στὸ χειμωνιάτικο τὸ ἀπομεσήμερο μιὰ χαρούμενη, γιορταστικὴ νότα, ποὺ τὴ συμπλήρωναν, καθως ἔπεφτε τὸ ἀπόβραδο, οἱ φωνὲς τῶν παιδιῶν ποὺ λέγανε τὴν «Ἀρχιμηνιά» χτυπώντας ρυθμικὰ τὸ ραβδί τους στὸ «πέτσωμα», ἀλλὰ καὶ οἱ ἑόρτιες εὐχὲς ποὺ ἀκούγονταν στὶς γειτονιές, καθὼς οἱ νύφες κόμιζαν στὰ πεθερικὰ τὴν κουλούρα -τυλιγμένη σὲ φρεσκοσιδερωμένο μαχραμᾶ, μὲ τὶς τσακισες φιγουράτε, ὥστε νὰ διακρίνονται-, ἀλλὰ καὶ τὸ καλαθάκι μὲ τὰ δῶρα.
-Χρόνια πολλά κι τ’χρόν᾿ Καλὴ χρουνιά νὰ ἔχιτι...
-Φχαριστῶ πουλύ, ἰπίσης...ἄκουγες.
Κι ἦταν ὅλ’ αὐτὰ τὰ λόγια, στολίδια στὴ χρονιάρα ἐτούτη μέρα, ποὺ ἐπιπλέον τὰ εὐπρέπιζε ἡ μεγαλη ἀρετὴ τῆς ἁπλότητας καὶ τῆς ἀρχοντιᾶς.
π. κ. ν. κ. Πρωτοχρονιά 2018

Λεξιλόγιο
1. ἀβγατίζου = Μεγαλοποιῶ αὐτὰ ποὺ ἀκούω νὰ μοῦ λένε καὶ τὰ μεταφέρω στοὺς ἄλλους διαφορετικά, δηλ. μὲ παραπανίσια σχόλια.
2. ἀπουσόνω = συνήθως λέγεται γιὰ ὅσους κακολογοῦν τοὺς ἄλλους. Ὅμως λέγεται καὶ γιὰ νὰ δείξουμε τῆν οκειότητά μας σὲ κάποιον «Ἀdι ἀρή, ἀπόσουσουσις , πλιό», δηλ. εἶπες πάρα πολλά.
3. μαχραμᾶς ( ὁ) = παραλληλόγραμμο ὕφασμα ἀπὸ μετάξι (παλιότερα, τὸ γνωστό μας «βροχό»,
4. μπουσκιουρτίζου= ραντίζω μὲ νερό.
5. Ρουϊδίζου= καψαλίζω ἐλαφρά
6. τ’φέκ’(τ[ό)= τὸ κέντρο τῆς πλακοστρωμένης ἐπιφάνειας τοῦ φούρνου ὅπου τοποθετοῦνταν τὰ ψωμιὰ γιὰ ψήσιμο. Ἐκεῖ, μάλιστα, ὑπῆρχε καὶ ἕνα μεγάλο ἄνοιγμα σὲ σχμα στρογγυλό.

Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΕΙΣΟΔΙΑ, ΛΟΙΠΟΝ... (ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ ΜΕ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ)


Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἀπόψε, μόλις τὰ ρολόγια δείξουν μεσάνυχτα, θ᾿ ἀλαλάξουν ἀπὸ ἐνθουσιασμό, εὐφροσύνη καὶ ἀπὸ αἰσιοδοξία. Γιατὶ κάτι παλιὸ (ὄχι, φυσικά, ἄχρηστο) ἀπoσύρεται, ἀκολουθεῖ τὸ δρόμο τῆς λήθης καὶ τῆς ἀδιαφορίας, γιὰ νὰ εἰσοδεύσει κάτι τὸ νέο, τὸ ἐλπιδοφόρο, τὸ φωτεινό. Κι αὐτὸ ὀνομάζεται νέος χρόνος. Ἔτσι, ἐνῶ τὸ ἡμερολόγιο πρὶν ἀπὸ λίγα λεπτὰ ἔγραφε 31 Δεκεμβρίου 2017, τώρα ἐμφανίζεται ἡ 1η Ἰανουαρίου τοῦ φρεσκοερχομένου 2018. Δηλαδή, μιὰ ἀλλαγὴ ἀριθμῶν, ἀλλὰ καὶ μήνα ἔχουμε. Ποὺ εἰσοδεύουν θριαμβευτικὰ στὴ ζωή μας -ἔτσι τουλάχιστον νομίζουμε- κομίζοντας νέες ἐλπίδες, ὄνειρα, προσδοκίες... Ὅμως ἔτσι εἶναι τὰ πράγματα; Γιατί, τί στ’ ἀλήθεια ἄλλαξε ἀπὸ τὸ χθὲς μέχρι τὸ σήμερα, ἀπὸ τὴν ὥρα 11 καὶ 59 μέχρι τὶς 12 καὶ 1 λεπτό; Ἐκτὸς τῶν παραπάνω φυσικά, ποὺ ἀσφαλῶς δὲν ἀμφισβητοῦνται, ἐπειδὴ χρειάζονται, γιατὶ χωρὶς αὐτὰ ἡ ζωή μας θὰ ἦταν κούφια, ἄνοστη, πεζή κὶ ἀδιάφορη. Ὅμως μὲ τὴν ὁριοθέτηση τοῦ χρόνου μὲ ἀριθμοὺς, νομασίες μηνῶν, ἡμερῶν κ.λ.π. ἡ βιοτή μας ἀποκτᾶ ἄλλο ἐνδιαφέρον. Διότι ἔτσι μποροῦμε νὰ πράττουμε, νὰ ἐνεργοῦμε, νὰ καθορίζουμε ὅλα ὅσα σχεδιαζουμε νὰ γίνουν, ἔχουμε τὶς εὐκαιρίες νὰ ἑορτάζουμε, νὰ ἀξιοποιοῦμε τὸ χρόνο μας καὶ μὲ λίγα λόγια, νὰ μὴν ἀφήνουμε ἀνεκμετάλλευτο τὸ χρονικὸ διάστημα ποὺ μᾶς δόθηκε, ἀπὸ τὴ γέννησή ἴσαμε τὴν ἀναχώρησή μας γιὰ τὴν αἰωνιότητα.
Ὑπάρχει ὅμως καὶ κάτι ἄλλο ποὺ γοητεύει τὸν καθένα μας. Κι αὐτὸ εἶναι τὸ καινούριο, τὸ φρεσκοφερμένο, ποὺ μπορεῖ νὰ κρύβει ἕνα σωρὸ ἄγνωστα πράγματα, ὅμως δὲν ἔχει σημασία αὐτό. Σημασία ὅτι τὸ παλιό, ποὺ ἀσφαλῶς κούρασε καὶ τὸ ἔχουμε πιὰ βαρεθεῖ, πέρασε στὴν ἀντίπερα ὄχθη καὶ δὲν θὰ τὸ ξαναζήσουμε παρὰ μονάχα ὡς ἀνάμνηση, ὅσο εἶναι ἀκόμα σιμά. Γιατὶ φαντάσου κάποιον ποὺ ἔζησε πάνω ἀπὸ μισὸ αἰῶνα Πρωτοχρονιές, ἄν θυμᾶται πολλὲς ἀπὸ αὐτές. Γιατὶ ὅσο περνάει ὁ καιρὸς καὶ παρασέρνει γεγονότα καὶ πρόσωπα, ὅπως τὸ ποτάμι ποὺ ρέει ἀκατάπαυστα, τόσο καὶ στενεύουν τὰ πλαίσια τῆς Μνήμης, τόσο ξεχνιοῦνται πολλὰ ποὺ ζήσαμε. Μὲ πρῶτες τὶς Πρωτοχρονιές, πού, ναί, φεγγίζουν στὸ βαθος τοῦ Χρόνου, ὅμως δὲν τὸ ἴδιο χλωρὲς καὶ φωτεινὲς ὅπως αὐτὴ ποὺ ἀναχώρησε, ἄντε κι ἡ προηγούμενη, ἡ προπροηγούμενη κ.λ.π.
Ὅλοι μας, ὅσο εἴμαστε ἀκόμα νέοι καὶ βλέπουμε τὰ πράγματα πασπαλισμένα μὲ τὴ λευκὴ τὴν ἄχνη τῆς αἰσιοδοξίας καὶ τῆς δημιουργίας, χαιρόμαστε αὐτὸ τὸ «γύρισμα» τοῦ χρόνου, γιατὶ ὑπολογίζουμε, ὅτι τώρα, τὰ ὅσα σχεδιάσαμε καὶ ὑπολογίσαμε, θὰ μᾶς ἔρθουν πιὸ καλά, θὰ ὑλοποιηθοῦν δηλαδή, ἄσχετα ἄν στὸ δρόμο μᾶς φαρμακώσουν καὶ μᾶς ἀπογοητεύσουν. Κι ἐδῶ εἶναι τὸ μέγα ζητούμενο, ποὺ ἀσφαλῶς χρειάζεται τὴν ἑρμηνεία του. Μιὰ ἑρμηνεία ποὺ δίδεται ἀπὸ κεῖνο τὸ βράδυ, ὅμως κανένας ἤ σχεδὸν κανένας δὲν ἀποδέχεται, γιατὶ εἶναι φορτωμένη ἐρωτήματα, προβληματισμό, ἀγωνία καὶ πολὺ σκέψη -κάτι ποὺ δὲν εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ὑπάρξει μιὰ τετοια βραδυά, βραδυὰ γιορτῆς, κεφιοῦ καὶ διασκεδάσεων. Ὅμως ἡ ἀφορμὴ δίδεται καί, μάλιστα, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τὴν προκαλοῦμε. Κι εἶναι αὐτὴ ἡ εὕρεση τοῦ «τυχεροῦ» φλουριοῦ κατὰ τὴν κοπή τῆς βασιλόπιττας μιὰ εὐκαιρία, ὥστε νὰ δεῖ κάποιος τὴν πραγματικότητα ποὺ ὑπάρχει πέρα ἀπὸ ἐφήμερα πανηγύρια, τοὺς φαινομενικοὺς ἑορτασμούς καὶ τὶς προσωρινὲς εὐωχίες. Γιατὶ ἡ εὕρεση τοῦ «τυχεροῦ» φλωρίου σκοτίζει περισσότερο τὰ πράγματα, ἄν δὲν τὰ δοῦμε κάτω ἀπὸ τὴν προοπτικὴ τῆς ἀλήθειας. Κι ἡ ἀλήθεια ἐδῶ εἶναι μία, ὅτι δηλαδή, τὸ νόμισμα αὐτὸ ἔχει δύο ὄψεις: Ἡ μιὰ ποὺ φαίνεται, καὶ ἡ ὁποία ἐμφανίζει τὸ παρόν, αὐτὰ δηλαδή, ποὺ ζοῦμε καὶ ἡ ἄλλη ποὺ εἶναι φορτωμένη ἐρωτήματα, τυλιγμένα σὲ μιὰν ἀχλὺ μυστηρίου, ποὺ ἀνοίγει πάντα φωτεινοὺς δρόμους ἐλπίδας καὶ προσδοκιῶν. Ἀορίστων μέν, ὅμως προσδοκιῶν, ποὺ μποροῦν ὡστόσο νὰ κρύβουν καὶ τὶς φαρμακωμένες τους τὶς πινελιές.
Ἀπόψε, λοιπόν, καθὼς ἑτοιαζόμαστε γιὰ μιὰ νέα ἀρχή, γιὰ κάτι τὸ νέο ποὺ θὰ φωτίσει τὴ βιοτή μας, καλὸ θὰ εἶναι νὰ κοιτάξουμε τὰ πράγματα μὲ περισσότερο ρεαλισμό καὶ σοφία καὶ νὰ μὴ σταθοῦμε μονάχα στὶς ἀλλαγὲς ἀριθμῶν κ.λ.π. Ἀκόμα καὶ τὸ ἴδιο τὸ ἑόρτιο κλίμα νὰ τὸ δοῦμε μὲ διαφορετικὸ πνεῦμα. Κι αὐτό, ὅπως καταλαβαίνουμε εἶναι ἡ δικιά μας ἀλλαγή, ὁ δικός ἀνα-καινισμός, ὥστε τὸ νέο αὐτὸ ποὺ ἔρχεται νὰ διαφοροποιήσει τὸ εἶναι μας, νὰ τὸ ὑψώσει πάνω ἀπὸ τὴ λάσπη καὶ τὸν κουρνιαχτό. Μόνο τότε θὰ καταφέρει ὁ καθένας νὰ νοιώσει τὸ καινούριο μέσα του.
Γι᾿ αὐτὸ κι ἡ Ἐκκλησία, ποὺ εὐλογεῖ κάθε πράξη κι ἐνέργεια τῶν ἀνθρώπων, στέκει μὲ ἐνδιαφέρον καὶ τούτη τὴν ὥρα τῆς ἐλεύσεως τοῦ λεγόμενου νέου χρόνου. Στέκει κι ἀφουγκράζεται τὰ κρύφια τῶν καρδιῶν τῶν ἀνθρώπων καὶ προσπαθεῖ νὰ διδάξει ἕνα μάθημα. Καὶ δή μέγιστον μάθημα: τὴν ἀνάθεση ὅλων, ὅσων βαραίνουν τὴν ψυχὴ καὶ τὸ εἶναι τοῦ καθενός μας, στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, Ἐκείνου δηλαδή, στοῦ Ὁποίου τὴν ἐξουσία βρίσκονται οἱ καιροὶ καὶ οἱ χρόνοι.
Στρεφόμαστε πρὸς Ἐκεῖνον, λοιπόν, τούτη τὴ βραδυὰ καὶ ἀφήνοντας στὴν ἄκρη τὰ πάντα, κοιτάζουμε νὰ σταθοῦμε μὲ δέος ἀπεναντί Του, «ἐνώπιος ἐνωπίῳ» δηλαδή καὶ νὰ Τοῦ θυμίσουμε μὲ κέσιο διάθεση καὶ εἰλικρίνεια τὰ ξῆς: «Αὐτὸς πανάγαθε Δέποτα, τὴν εἴσοδον ταύτην τῆ θεία Σου χάριτι εὐλόγησον... [καὶ] δὸς ἡμῖν ἐν εἰρήνῃ καὶ ὁμονοίᾳ βεβαίαν τὸν κύκλον τοῦ ἐνιαυτοῦ διελθεῖν». Μὲ λίγα λόγια Τὸν θέλουμε συνοδοιπόρο καὶ στὴ νέα χρονιά. Ποὺ μακάρι νὰ Τὸν ἔχουμε ὅλοι μας... Τότε θ᾿ ἀλλαξουν πολλά, τότε θὰ καταλάβουμε πολὺ καλὰ ὅτι ὄντως εἰσόδευσε κάτι νέο στὴ ζωή μας. Ποὺ ἀσφαλῶς τὸ χρειαζόμαστε περισσότερο ἀπὸ κάθε τι ἄλλο.
Πρωτοχρονιά 2018 π. κ. ν. κ. 

Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2017

ΜΑΣΟΝΙΑ, ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΚΑΙ ΑΓΙΑ ΣΥΝΟΔΟΣ. Σχόλιο στην είδηση μιας αγωγής

Γράφει ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΛΑΝΤΗΣ 
Διευθυντής του Συμβουλίου των Εκκλησιών της Βαυαρίας, Επιστημονικός Συνεργάτης Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου 


1. Η αγωγή και η υπεράσπιση ενός οράματος. Πριν από λίγους μήνες ο π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος, ιερατικώς προϊστάμενος του Ι. Ν. Αγίου Νικολάου Πατρών, κατέθεσε ογκώδη (76 σελ.) αγωγή εναντίον του συναδέλφου Παναγιώτη Ανδριόπουλου, για την οποία ήδη έγραψαν ακροθιγώς έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα (π.χ. http://panagiotisandriopoulos.blogspot.de/2017/10/blog-post_69.html). Ο Πατρινός θεολόγος καλείται από το νόμο να απαντήσει στην ουσία των εναντίον του αιτιάσεων. Αυτή καθεαυτή όμως η είδηση της αγωγής εγείρει ορισμένα ζητήματα, τα οποία θα πρέπει να καταστούν αντικείμενα σχολιασμού, όχι παρά, αλλά ακριβώς εξ αιτίας των Αγίων Ημερών που εορτάζουμε. Η καταναλωτική ατμόσφαιρα που συνδέεται με τα Χριστούγεννα υπαγορεύει έναν περισσόν γλυκερότητας. Στις πυκνώσεις όμως εκείνες του εκκλησιαστικού έτους όπου με ιδιαίτερο τρόπο καλείται το χριστεπώνυμο πλήρωμα να γευθεί την αγιότητα, υπαγορεύεται η εντατικοποίηση της έγνοιας για την κατίσχυση της δικαιοσύνης και την ορθοτόμηση της αλήθειας, τόσο στα μεγάλα, όσο και στα μικρά.

Φαντάζομαι πως για το κείμενο τούτο ποικίλοι επώνυμοι και ανώνυμοι εχθροί του οικουμενισμού (για την ορολογία που δεν φοβάμαι: http://panagiotisandriopoulos.blogspot.de/2016/12/blog-post_83.html) και κατ’ επανάληψη υβριστές μου, εντύπως και διαδικτυακώς, θα με κοσμήσουν με τους συνήθεις πληκτικούς χαρακτηρισμούς που μου επιφυλάσσουν. Σημειώνω μόνο ότι θεωρώ τιμή μου να συνδράμω τους φίλους μου, όταν μάλιστα το θεμέλιο μιας σχέσης βρίσκεται πέρα από το αμιγώς προσωπικό και εντοπίζεται στο κοινό όραμα μιας οικουμενικά ανοικτής, δηλαδή όντως παραδοσιακής Ορθοδοξίας.

2. Το οψιμότατον της αντίδρασης σε έναν υποτιθέμενο «γκαιμπελισμό». Από τη σχετική είδηση (βλ. παραπάνω) πληροφορείται κανείς ότι ο π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος εγκαλεί τον κ. Ανδριόπουλο πως έχει στήσει ολόκληρη «προπαγάνδα» εναντίον του. Μιλάει μάλιστα και για την εφαρμογή «γκαιμπελικής» μεθόδου κατά του προσώπου του. Η χρήση της στερεότυπης αυτής φράσης μαρτυρεί περιορισμένη γνώση των συμφραζομένων του όρου τούτου και ακόμη πιο πενιχρή επίγνωση της βαρύτητας των χρησιμοποιούμενων αναλογιών. Ζώντας στη Γερμανία έχω ένα λόγο παραπάνω να επικρίνω τον παραπειστικό μελοδραματισμό των πληθωριστικών υπερβολών, όταν αυτός, έστω ανεπιγνώστως, καθρεφτίζει περιορισμένο σεβασμό στα θύματα ενός δαιμονικού καθεστώτος.

Αν δεχτεί όμως κανείς ότι υφίσταται όντως μία έστω και πολύ σχετική αντιστοιχία, δεν μπορεί παρά να νιώσει μια αμηχανία για το οψιμότατον της αντίδρασης του πατρός: Αν οι Ναζί έπιασαν την Ευρώπη «στον ύπνο», τουλάχιστον σήμερα θα ανέμενε κανείς πιο ταχείες κινήσεις ενάντια στην προπαγάνδα υποτιθέμενων μιμητών κεντρικών μεθόδων τους. Ο π. Γκοτσόπουλος αποτελεί επί χρόνια αντικείμενο επώνυμης, θαρραλέας και αυστηρής κριτικής από τον Αχαιό θεολόγο, οπότε δικαιούται κανείς να αναρωτηθεί πόσες φορές τα προηγούμενα χρόνια επιχείρησε ο θιγόμενος κληρικός να αντιδράσει σε υποτιθέμενες συκοφαντίες και ψεύδη και να απαντήσει ευθέως στις αιτιάσεις του συντοπίτη του. Κείμενό του δημοσιευμένο στο ιστολόγιο του κ. Ανδριόπουλου (http://panagiotisandriopoulos.blogspot.de/2015/07/blog-post_43.html), την πατρότητα του οποίου δεν έχει, όσο γνωρίζω, αμφισβητήσει, καθρεφτίζει μια απαξιωτική στάση απέναντι στον Πατρινό θεολόγο («έχω πάψει από χρόνια να ασχολούμαι με την περίπτωση Παναγιωτάκη»), με εκφράσεις ήκιστα πατερικές, για τις οποίες ο συνάδελφος θεολόγος θα μπορούσε να έχει καταφύγει σε δικαστικά μέσα. Στις συγκεκριμένες διατυπώσεις του π. Αναστασίου διακρίνεται και μια ορισμένη προσπάθειά του να πείσει ότι ο επικριτής του δεν έχει θεολογικά επιχειρήματα (τυπική τακτική όσον εναντιώνονται στον οικουμενικό διάλογο, οι οποίοι γενικά παρουσιάζουν τους οικουμενικά ανοικτούς θεολόγους ως θεολογικά ενδεείς «αγαπολόγους)», ωσάν το ζήτημα, φερ᾽ ειπείν, της υπακοής σε συνοδικές αποφάσεις και της πιστότητας προς τους ποιμένες της Εκκλησίας, ή τα όσα του προσάπτονται κατά καιρούς από τον Π. Ανδριόπουλο (και, όπως θα δούμε, όχι μόνο) ως κινήσεις υπονομευτικές της ενότητας του Κυριακού Σώματος να μην έχουν εκκλησιολογικό βάρος. Τί άλλαξε από το 2015, οπότε δημοσιεύτηκε το κείμενο αυτό, ώστε από την επιδεικτική σιγή να προκύψει η πολυσέλιδη όψιμη αντίδραση του π. Γκοτσόπουλου – η οποία καθρεφτίζει μια χρόνια «μεθοδική» παρακολούθηση των δημοσιευμάτων του επικριτή του, προφανώς αντικείμενη στο προαναφερθέν «δεν ασχολούμαι»;

3. Η προσφορά του Παναγιώτη Ανδριόπουλου και οι ύβρεις. Η διδακτική, συγγραφική, διαδικτυακή και καλλιτεχνική δραστηριότητα του Παναγιώτη Ανδριόπουλου (ο οποίος δεν έχει τις ευκολίες ακαδημαϊκών, αλλά τα συγκεκριμένα μέσα που διατίθενται σε έναν καθηγητή της ιδιωτικής μέσης εκπαίδευσης) καθρεφτίζει ένα ασυνήθιστο εύρος ενδιαφερόντων, π.χ.: εκκλησιαστική ειδησεογραφία, οικουμενική θεολογία, παραδοσιακή εκκλησιαστική και νεότερη ελληνική μουσική, ποίηση και λογοτεχνία των κορυφαίων της Ελλάδας του εικοστού και εικοστού πρώτου αιώνα. Το ιστολόγιό του «Ιδιωτική Οδός» και η προσωπική του σελίδα στο Facebookκαταγράφουν μόνο εν μέρει μια δουλειά που εντυπωσιάζει με την ποσότητα και ερεθίζει με την ποιότητά της, μακριά από την τσαπατσουλιά της προχειρότητας και δίχως την ευκολία ιδεολογικών αναγνώσεων του πολιτισμού, οι οποίες συνηθίζονται από θεολόγους εν Ελλάδι, αλλά και χωρίς να μαρτυρεί απουσία επίγνωσης ορίων, αμετροέπεια. Στους χαλεπούς για την πατρίδα μας καιρούς, όπου πολλές κριτικές φωνές τις φράζει η ανάγκη, χώρια από τα στόματα που κρατάει κλειστά η ιδιοτέλεια, ο Ανδριόπουλος ανήκει στους λίγους συναδέλφους που εκφράζουν θαρραλέα τη γνώμη τους, χωρίς να διστάζουν να ανθίστανται στο εκάστοτε ρεύμα, ανεξάρτητα αν αυτό αποκαλείται συντηρητικό ή προοδευτικό.

Η προσήλωσή του στο όραμα μιας οικουμενικά ανοικτής Ορθοδοξίας και στην προβολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου τον έχει καταστήσει συστηματικό στόχο χυδαίων ύβρεων και συκοφαντιών, τις οποίες εκτοξεύουν εναντίον του προφορικώς, εντύπως ή διαδικτυακώς, επωνύμως ή ανωνύμως, πλείστοι όσοι εχθροί της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και του οικουμενικού διαλόγου. Απλή διαδικτυακή αναζήτηση μαρτυρεί για τους οχετούς αθλιοτήτων που παράγονται εναντίον του από τους αυτόκλητους διαφεντευτές της καθαρότητας της χριστιανικής πίστης. Φυσικά, ο κ. Ανδριόπουλος δεν αποτελεί εν προκειμένω εξαίρεση. Η χυδαία εξύβριση, η άθλια συκοφαντία, ο διασυρμός, ακόμη και ο σωματικός προπηλακισμός των οικουμενικά ανοικτών θεολόγων από δράκες σκοταδιστών αποτελεί απτή πραγματικότητα – και συνάμα εκκλησιαστικό, ηθικό και νομικό σκάνδαλο. Ο π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος αισθάνεται θιγμένος από κείμενα του Παναγιώτη Ανδριόπουλου, πότε όμως καταδίκασε πρακτικές συκοφαντίας του οι οποίες λαμβάνουν χώρα από ανθρώπους οι οποίοι με μεγάλη ευχαρίστηση αναδημοσιεύουν κείμενά του στα ιστολόγιά τους;Πότε τις αποδοκίμασε ρητώς και εγγράφως, πότε υπέδειξε επιτακτικά στους υποστηρικτές των δικών του αντιοικουμενικών απόψεων να διακρίνουν ανάμεσα στο επίπεδο της θεολογικής διαφωνίας κι εκείνο της χυδαίας ύβρης; Μήπως ο κύριος Ανδριόπουλος και οι οικουμενικά ανοικτοί κληρικοί και θεολόγοι δεν έχουν οικογένειες και φίλους, ανθρώπους που θλίβονται και ταράσσονται όταν βλέπουν τους αγαπημένους τους να πέφτουν θύματα άθλιων επιθέσεων; Η ψυχική ευαισθησία είναι προνόμιο μόνο των αντιοικουμενιστών, οι οποίοι θίγονται με την παραμικρή εναντίον τους κριτική; Ή μήπως δεν γνωρίζει ο π. Αναστάσιος ότι στο χώρο τον αντιοικουμενικό συντελούνται επιθέσεις αχαρακτήριστου είδους και ύφους εναντίον όσων δεν αποδέχονται τις κενολογίες περί «οικουμενιστικής» παναίρεσης και τις άλλες συναφείς φαιδρότητες; Δεν έχει κάνει ποτέ του μια διαδικτυακή αναζήτηση για να διαπιστώσει το ύφος και το ήθος ιστολογίων φιλοξενούν κείμενα δικά του και ομοφρόνων του;

Απλή ματιά στο περιεχόμενο των ιστολογίων του Παναγιώτη Ανδριόπουλου φανερώνει πόσο έωλη είναι η προσπάθεια φονταμενταλιστικών κύκλων να αμφισβητηθεί η ηθική και η διανοητική ακεραιότητά του. Οι καταξιωμένοι επιστήμονες που γράφουν σε αυτά και οι καλλιτέχνες με τους οποίους συνδιοργανώνει ποιοτικές εκδηλώσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό μαρτυρούν ότι το πρόσωπο που κάποιοι θέλουν να παρουσιάσουν ως παράφρον χαίρει ευρείας εκτίμησης και αποδοχής στον εκκλησιαστικό, θεολογικό και πολιτισμικό χώρο, για να μην αναφέρει κανείς τί σημαίνει και μόνο η ευθύνη ενός ιστολογίου όπως το «Φως Φαναρίου», μία από τις κυριότερες πηγές ενημέρωσης για τη ζωή της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. 

4. Η σκέψη και η γραφή του π. Αναστασίου Γκοτσόπουλου. Ο π. Αναστάσιος είναι δραστήριος και πολυγράφος κληρικός. Οι δύο αυτές ιδιότητες είναι εξ ορισμού θετικές στο βαθμό που η κατεύθυνση της δράσης και η ποιότητα της γραφής είναι οι ενδεικνυόμενες. Ο π. Αναστάσιος μιλάει για τις συγγραφικές καταθέσεις του με συστολή, δείχνοντας έτοιμος να αναγνωρίσει αδυναμίες του. Η ομολογία αυτή όμως ηχεί ως παράδοξη εισαγωγή σε ένα έργο με το οποίο δεν διστάζει να ξιφουλκήσει εναντίον Εκκλησιών, Συνόδων, Πατριαρχών, αρχιερέων, ιερέων, ακαδημαϊκών θεολόγων και αναγνωρισμένων συγγραφέων και να τους επιτιμήσει με προβληματικό τόνο και ύφος για υποτιθέμενες θεολογικές, εκκλησιολογικές και κανονικές εκκρεμότητες. Η παρατήρηση αυτή δεν υπονοεί την αναγκαιότητα άκριτης υποταγής σε αυθαιρέτως οριζόμενες αυθεντίες, καθρεφτίζει όμως τη σύσταση για μια ορισμένη αυτεπίγνωση, για περισσότερη προσπάθεια κατανόησης των ιδίων μέτρων και ορίων.

Ενώ ο π. Αναστάσιος δείχνει να προσπαθεί να εργαστεί επιστημονικά, οι ελλείψεις του από μια ακαδημαϊκή σκοπιά είναι προφανείς. Σε κείμενά του που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο εντοπίζει κανείς ποικίλα λάθη γλωσσικά, γραμματικά και ορθογραφικά, τεκμήρια μιας συγγραφικής σπουδής απάδουσας στη σοβαρότητα των ζητημάτων που πραγματεύεται. Είναι επίσης καταφανής η άγνοια της ογκώδους διεθνούς βιβλιογραφίας, τόσο της ετερόδοξης, όσο και της ορθόδοξης, όχι μόνο σε σύντομες συμβολές του, αλλά και σε εκτενέστερες πραγματείες του. Η παρατήρηση αυτή δεν συνιστά τεκμήριο ακαδημαϊκού σχολαστικισμού, αλλά ουσιαστική έγνοια για τα μεθοδολογικά στοιχειώδη μιας θεολογικής εργασίας. Το βάρος της δεν εξουδετερώνεται με την υπόδειξη των πατερικών χωρίων στα οποία παραπέμπει ο συγγραφέας της (και μόνο από τις συχνότατα μη κριτικές εκδόσεις Πατέρων και Πρακτικών Οικουμενικών Συνόδων που χρησιμοποιεί καθίσταται πρόδηλος ο κραυγαλέος ερασιτεχνισμός της προσπάθειάς του), καθώς η ερμηνεία της ιλιγγιώδους κατάθεσης της θεολογικής γραμματείας της Ανατολής προϋποθέτει πνεύμα ταπεινώσεως, αλλά και οξυμένα μεθοδολογικά εργαλεία, ώστε να έχει κανείς τα δέοντα ερμηνευτικά κλειδιά για να προσεγγίζει τους απαιτητικούς αδάμαντες του εκκλησιαστικού μας παρελθόντος και παρόντος.

Τα κλειδιά αυτά ελλείπουν σε σημαντικό βαθμό από το έργο του π. Αναστασίου, από όπου εν γένει απουσιάζει η συστηματικοθεολογική υποδομή η οποία θα μπορούσε να τον οδηγήσει σε γόνιμες συμβολές. Διαβάζοντας κείμενά του έχει κανείς την εντύπωση πως τα πραγματευόμενα θέματα δεν γίνονται αντικείμενο μιας μη ιδεολογικής, απαιτητικής θεολογικής πραγμάτευσης, παρά τίθενται στην προκρούστεια κλίνη που συγκροτεί η σκέψη μορφών όπως οι π. Θεόδωρος Ζήσης, π. Γεώργιος Μεταλληνός, Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος, π. Πέτρος Χιρς και καθηγητής Δημήτριος Τσελεγγίδης– και μάλιστα το τμήμα της σκέψης τους εκείνο το οποίο αντίκειται στον οικουμενικό διάλογο. Όποιος γνωρίζει τη βιογραφία και το έργο των ανωτέρω, αντιλαμβάνεται, βεβαίως, ότι η πραγματικότητα των προσώπων αυτών και του έργου τους είναι πολύ πολυπλοκότερη, ώστε να νομιμοποιείται να τους παραπέμπει κανείς άκριτα ως αυθεντίες στην ερμηνεία της ορθόδοξης Παράδοσης. Σε κάθε όμως περίπτωση: Η θεολογική σκέψη του π. Γκοτσόπουλου δεν τρέφεται επαρκώς από τις πηγές της ορθόδοξης θεολογίας των νεότερων χρόνων, μια σύνοψη των οποίων αποκτά κανείς μελετώντας το σχετικά πρόσφατο βιβλίο του π. Andrew Louth Modern Orthodox Thinkers. From the Philokalia tou the Present, Inter Varsity Press 2015. Μια γόνιμη αναστροφή με αυτά τα πνεύματα, τα οποία προσφέρουν έναν στοιχειώδη προσανατολισμό για την αναστροφή με την πατερική κληρονομιά (την οποία προφανώς γνωρίζουν καλύτερα από τον π. Αναστάσιο) απουσιάζει. Δεν αναμένει κανείς ακαδημαϊκή αρτιότητα από έναν κληρικό με ποικίλες άλλες υποχρεώσεις, όμως δεν είναι αδικαιολόγητη η επιθυμία μιας ουσιαστικότερης αυτοσυγκράτησης όταν, ακριβώς ως κληρικός, αποτολμάει να εκφέρει κρίσεις για καίρια θέματα, πρόσωπα και γεγονότα της Εκκλησίας μας, δίχως να έχει αφομοιώσει ουσιαστικά τις σημαντικότερες καταθέσεις της ορθόδοξης θεολογίας του καιρού μας. Είναι δε αυτονόητο πως η φευγαλέα αναστροφή, όταν απουσιάζει η συστηματική σπουδή, οδηγεί αναπόφευκτα στην αμηχανία, στην ανασφάλεια και στην καταγγελτική στάση για τους «νεοτερισμούς» πολλών νεότερων Ορθόδοξων θεολόγων.

Δεν είναι τυχαίο που τα κείμενα του π. Γκοτσόπουλου είναι μεν δημοφιλή σε θεολογικά ενδεείς συντηρητικούς κύκλους, ελάχιστα όμως έως καθόλου λαμβάνονται υπ᾽ όψιν στην απαιτητική ακαδημαϊκή θεολογική συζήτηση, τόσο στην Ελλάδα, όσο και, πολύ περισσότερο, στο εξωτερικό. Το γεγονός ότι ο π. Αναστάσιος δεν λαμβάνει πολλές απαντήσεις στα κείμενά του ίσως να μην οφείλεται στο ότι «αποστομώνει» τους αντιπάλους του με τα επιχειρήματά του, το ότι δε καλείται ως ομιλητής κυρίως σε εκδηλώσεις στο προστατευμένο περιβάλλον αντιοικουμενικών κύκλων και όχι πέραν αυτού μιλάει αφ᾽ εαυτού για την εμβέλεια της σκέψης του.

5. Η μασονία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η οικουμενική κίνηση. Ενδεχομένως ο π. Αναστάσιος δυσφορεί επειδή του καταλογίζεται από τον Π. Ανδριόπουλο εχθρότητα προς την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Στα κείμενά του όμως συναντάει κανείς εκφράσεις που με δυσκολία πείθουν για τα φιλικά του αισθήματα προς αυτήν, αν αγνοηθεί, τουλάχιστον, η εύκολη απολογητική καταφυγή του τύπου «Εγώ κρίνω πρόσωπα, δεν απαξιώνω θεσμούς». Κινούμαστε στο χώρο της Ορθοδοξίας και όχι σε αυτόν του ακραίου Προτεσταντισμού, όπου η σχέση χαρίσματος και θεσμού προσεγγίζεται με όρους που να επιτρέπουν ριζικές αντιδιαστολές. Η κριτική σε πρόσωπα είναι εν ταυτώ κριτική σε συνοδικά όργανα και συγκεκριμένες ενέργειες Εκκλησιών στο εδώ και στο τώρα, η δε διδασκαλία περί «αόρατης Εκκλησίας» ουδέποτε συγκίνησε την ορθόδοξη εκκλησιολογία. Επίσης, όταν η κριτική αυτή ασκείται από έναν ποιμένα, είναι προφανές να αναμένει κανείς ιδιαίτερη ευαισθησία, καθώς το ποίμνιό του δεν έχει τη δυνατότητα να προβαίνει σε λεπτεπίλεπτες διακρίσεις, όπως ενδεχομένως εκείνος, παρά φανατίζεται εύκολα έναντι όχι μόνο προσώπων, αλλά και θεσμών. Απλή αναζήτηση στις ιστοσελίδες των αντιοικουμενιστών, όπου κανείς έρχεται άμεσα αντιμέτωπος με πραγματικό βόρβορο εναντίον του Οικουμενικού Πατριαρχείου, πιστοποιεί το έωλον απολογητικών υπεκφυγών.

Είναι γνωστό ότι για τους πολέμιους της οικουμενικής κίνησης η μορφή και το έργο του μακαριστού μεγάλου Πατριάρχη Αθηναγόρα αποτελεί σκάνδαλο. Επί ολόκληρες δεκαετίες επιχειρούν, φυσικά ματαίως, να αποδομήσουν την προσφορά του, με πρωτοστάτες τους Παλαιοημερολογίτες, αλλά και την εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος». Στην όχι ζηλευτή χορεία των επικριτών του οραματιστή Προκαθημένου κατατάσσεται και ο π. Γκοτσόπουλος, ο οποίος δημοσίευσε σχετικό άρθρο στην εφημερίδα αυτή, όπου σχολιάζει επιστολή που φέρεται να απέστειλε ο τότε Πρώτος της Ορθοδοξίας σε έναν μασόνο (βλ. στο διαδίκτυο: https://www.impantokratoros.gr/59B1FCB4.el.aspx). Ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει το εν λόγω κείμενο ο π. Αναστάσιος επιβεβαιώνει τα όσα προγενέστερα κατέθεσα για τη σχέση του με την επιστημοσύνη: Ελλείπει έστω και ένας στοιχειώδης έλεγχος της αξιοπιστίας του γράμματος, μια προσπάθεια ένταξής του στα συμφραζόμενα της εποχής του και στο όλο corpus της πατριαρχικής αλληλογραφίας και των υφολογικών της προϋποθέσεων (με φευγαλέες νύξεις δεν προσπερνάει την κόπο απαιτούσα μεθοδολογική εκκρεμότητα), ενώ δεσπόζει ένας τόνος μελοδραματικός και λαμβάνει χώρα ένα σκηνοθετικό παιχνίδι πρόκλησης και απόκρυψης, ώστε εν τέλει, μετά από μια αισθητικώς κακόγουστη κορύφωση της έντασης, να φανερωθεί η θλιβερή ταυτότητα του παραλήπτη της πατριαρχικής επιστολής. Με παραπειστικό τρόπο προβάλλονται αποσπάσματα από το κείμενο της επιστολής αυτής ως τάχα σκανδαλώδη, δίχως καν να συγκρίνεται το περιεχόμενό της με αντίστοιχα κείμενα του Πατριάρχη σε Ορθόδοξους και αλλόδοξους παραλήπτες, ώστε να μετρηθεί η βαρύτητά τους, χώρια που δεν εξετάζεται καν το αν είχε γνώση ο μεγάλος Πατριάρχης για το ποιόν του προσώπου στο οποίο απευθύνεται.

Είναι εντυπωσιακό πως στο κείμενο του π. Αναστασίου δεν γίνεται η παραμικρή προσπάθεια υπεράσπισης του Πατριάρχη Αθηναγόρα, μολονότι θα ανέμενε κανείς ότι ένας κληρικός της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν θα υιοθετούσε πάραυτα κατηγορίες εναντίον ενός ανθρώπου που σε δραματικές εποχές για την Εκκλησία κάθισε στην καθέδρα του Αγίου Ανδρέα (από έναν διάκονο του θυσιαστηρίου ναού της πόλης του Πρωτοκλήτου θα ανέμενε κανείς ως αυτονόητη τη σχετική ευαισθησία). Αν δεν απατώμαι, οι Ιεροί Κανόνες δεν δέχονται τη μαρτυρία αιρετικών και κακοδόξων στα εκκλησιαστικά δικαστήρια, εκφράζοντας μια ρεαλιστική έγνοια, ο π. Γκοτσόπουλος όμως εμμένει με σπουδή στη διάδοση κατηγοριών μασονικών περιοδικών ότι ο Πατριάρχης Αθηναγόρας ήταν μασόνος. Έστω κι αν για προφανείς λόγους δεν παίρνει θέση ευθέως απέναντι σε αυτές, συμβάλλει στηριζόμενος σε ισχυρισμούς κακοδόξων στην ενίσχυση του στίγματος εναντίον ενός κεκοιμημένου Πρωθιεράρχη, ο οποίος δεν δύναται να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Ο π. Αναστάσιος μιλάει δραματικά για «αποκαλύψεις», στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για ένα «ξαναζεσταμένο φαγητό», για κατηγορίες που διαρκώς εκτοξεύουν εχθροί της οικουμενικής κίνησης εναντίον του βασανισμένου Πατριάρχη για τη δήθεν μασονική του ιδιότητα. Ενός Πατριάρχη πραγματικά βασανισμένου, για όσους γνωρίζουν ιστορία στοιχειωδώς.

Στηριγμένος σε μια επιστολή που καταφανώς παρερμηνεύει, ο π. Γκοτσόπουλος μιλάει για «προσωπική πνευματική κατάσταση –τραγική και αξιοθρήνητη, ασφαλώς– του “μεγάλου” Αθηναγόρα» (από μια επιστολή κρίνει αυτός, ένας «πνευματικός», την όλη κατάσταση ενός Πατριάρχη;), ενώ φτάνει στο σημείο να ισχυριστεί ότι: «Εγώ έγραψα ότι η ιστορικά αδιαμφισβήτητη αδυναμία του Αθηναγόρα να πληροφορηθεί το τόσο καλά οργανωμένο από κράτος και παρακράτος πογκρόμ του τουρκικού όχλου εναντίον του Ελληνισμού της Πόλης και να ενημερώσει το ποίμνιό του, δεν οφείλεται, ασφαλώς, σε μειωμένη εθνική ευαισθησία και ενδιαφέρον για τον Ελληνισμό – ουδέποτε είπα ή υπονόησα κάτι τέτοιο – αλλά για μένα έχει καθαρά πνευματικά αίτια ─ δυστυχώς για κάποιους οι πνευματικοί νόμοι λειτουργούν… Αυτό και μόνο έγραψα εγώ, αγαπητοί μου…». Όταν τέτοιες εκφράσεις διατυπώνονται από έναν Παλαιοημερολογίτη για τον Οικουμενικό Πατριάρχη, εύλογο είναι να τους προσδίδεται η δέουσα μη-σημασία. Όταν όμως ένας κληρικός της Εκκλησίας των Πατρών καταφέρεται με τέτοιες εκφράσεις εναντίον ενός διαδόχου του Αποστόλου Ανδρέα, εγείρεται μείζον ζήτημα για την τοπική Εκκλησία, το οποίο πρέπει να ξεκαθαριστεί στα αρμόδια όργανά της. Θα πρότεινα, λόγω της βαρύτητας των καταγγελιών και των χαρακτηρισμών, ο υποστηρικτής τους να κληθεί να τις υποστηρίξει ενώπιον της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία στη συνέχεια θα ενημερώσει σχετικά το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ελπίζω πως ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρών κ. Χρυσόστομος θα προβεί στις σχετικές ενέργειες.

Στην πραγμάτευση του θέματος της σχέσης μασονίας και Πατριάρχη Αθηναγόρα ο π. Γκοτσόπουλος προσπάθησε να ερμηνεύσει την υποτιθέμενη σιωπή παλαιών συνεργατών και ανθρώπων που τον έζησαν επί μακρόν, όπως ο Μέγας Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Τσέτσης και οι καθηγητές Γρηγόριος Λαρεντζάκης και Αριστείδης Πανώτης, στις κατηγορίες όχι ως απαξιωτική προσπέραση συκοφαντιών, αλλά ως επιβεβαίωση των μομφών. Δεν γνωρίζω αν αντιλαμβάνεται ότι έτσι απλώς προσβάλλει σημαντικότατες μορφές της Εκκλησίας μας, ουσιαστικά ισχυριζόμενος ότι εν γνώσει τους συνεργάζονταν με έναν μασόνο – και ότι σε κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται κανείς να αντιδράσει παρά με τη σιωπή του. Μέσα στη σπουδή του να δημιουργήσει κλίμα υπέρ της μασονικής λογικής του Αθηναγόρα ξέχασε να συνυπολογίσει το αυτονόητο. Σε αντίθεση με ποικίλα όργανα του φονταμενταλιστικού σκότους, τα οποία ξερνούν χολή προστατευόμενα από την ανωνυμία των ιστολογίων τους, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας κινούνταν στο φως και δεν είχε τίποτε να κρύψει. Αν ήθελε να αποσιωπήσει κάτι ή αν μηχανορραφούσε, δεν θα έγραφε επιστολές για να τροφοδοτείται η χαιρεκακία των όποιωνΑβερκίων του κόσμου τούτου, οι οποίοι θα έβλεπαν την πατριαρχική υπογραφή ως επιβεβαίωση θεωριών συνωμοσίας. Αν ήταν μασόνος, θα πρόσεχε ιδιαιτέρως πού θα έθετε την υπογραφή του και θα έλεγχε πού δημοσιεύονται κείμενά του. Πολλά θα μπορούσε να προσάψει κανείς στον Πατριάρχη Αθηναγόρα, όχι όμως απροσεξία και ηλιθιότητα.

Ότι ούτε και ο π. Γκοτσόπουλος θεωρεί τον π. Αθηναγόρα ανόητο, φαίνεται και από ένα απόσπασμα του κειμένου του, το οποίο αποτελεί και το πλέον προβληματικό σημείο του άρθρου του: «Συνεπώς, το μείζον πρόβλημα δεν είναι αν ο πατριάρχης Αθηναγόρας ήταν 33ου βαθμού μασόνος, όπως κατ’ επανάληψιν έχουν γράψει τα μασονικά περιοδικά, χωρίς –δυστυχώς– να διαψευστούν αρμοδίως, αλλά το ότι ο Αθηναγόρας ακολούθησε και προώθησε στο έπακρο τη θρησκευτική πολιτική της μασονίας και της θεοσοφίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία και, επιπλέον, οικοδόμησε την προσέγγιση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με το Βατικανό πάνω σε καθαρά θεοσοφικές, μασονικές προϋποθέσεις και όχι στην Ορθόδοξη Πατερική παράδοση.» Ο π. Αναστάσιος επικροτεί αντίστοιχες θέσεις του μοναχού Αβερκίου, ισχυριζόμενος ότι «“η σύγχρονη Οικουμενική Κίνηση, όπως την ζούμε είναι πνευματικός καρπός του τεκτονισμού και της θεοσοφίας και αυτών τα άνομα και ανήθικα σχέδια καλείται να υλοποιήσει”. Πέραν πάσης αμφιβολίας, η σύγχρονη Οικουμενική Κίνηση, όπως την ζούμε, πορεύεται βάσει του Τυπικού του 32ου βαθμού του τεκτονισμού!».

Πρέπει να διέθετε ιδιαίτερη ευφυία ο μακαριστός Πατριάρχης, αν κατόρθωσε να επιβάλλει τέτοια πράγματα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, θα έλεγα…

Εν προκειμένω, τίθενται τα ακόλουθα ζητήματα: 
     i. Οι μομφές του π. Γκοτσόπουλου δεν αφορούν απλώς τη μορφή του Πατριάρχη Αθηναγόρα, αλλά σύνολη την Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία μετέχει στη σύγχρονη οικουμενική κίνηση από τις απαρχές της και η οποία εν προκειμένω κατηγορείται ότι δια της συμμετοχής της υλοποιεί τηνπολιτική της μασονίας και της θεοσοφίας. Τούτο σημαίνει ότι το σύνολο των Ορθοδόξων Εκκλησιών, οι οποίες μέχρι σήμερα συμμετέχουν ανεξαιρέτως στον οικουμενικό διάλογο (ακόμη και οι Εκκλησίες της Βουλγαρίας και της Γεωργίας εκπροσωπούνται και σήμερα σε διμερείς διαλόγους) είναι θύματα της πολιτικής του Πατριάρχη Αθηναγόρα, ότι τα συνοδικά τους όργανα, τα οποία επανειλημμένα και πανηγυρικά έχουν επιβεβαιώσει τη συμμετοχή στην οικουμενική κίνηση, πραγματώνουν τεκτονικούς στόχους, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, και ότι σήμερα, χάρη στον π. Γκοτσόπουλο, δύναται να αποκατασταθεί η αλήθεια... 
     ii. Οι μομφές αυτές αφορούν όχι αφηρημένες οντότητες, αλλά συγκεκριμένα πρόσωπα, τα οποία κατ᾽ εντολή των Εκκλησιών τους μετέχουν στην οικουμενική κίνηση. Σε αυτά ανήκω κι εγώ και, όχι μόνο μη έχοντας καμία σχέση, αλλά αποστρεφόμενος κάθε έννοια μασονίας και κλειστής οργάνωσης αισθάνομαι προσωπικά θιγμένος από αυτού του είδους τις παρατηρήσεις, οι οποίες, όπως προανέφερα, δεν προέρχονται από έναν Παλαιοημερολογίτη, αλλά από έναν κληρικό της Εκκλησίας των Πατρών, η οποία εκ των πραγμάτων καθίσταται επίσης αντικείμενο μομφής από τον π. Γκοτσόπουλο, αφού κι αυτή υπάγεται στην Αγιωτάτη Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία συμμετέχει στην οικουμενική κίνηση. 
     iii. Αν η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι όργανο της μασονίας, εκ των πραγμάτων, κατά μία ορισμένη λογική, εκπίπτει της αληθείας, αφού ο «ακοινωνήτω κοινωνών, ακοινώνητος». Στην προκειμένη περίπτωση τίθεται και ένα αμείλικτο ερώτημα για το κύρος της χειροτονίας του π. Γκοτσόπουλου, ο οποίος εμφανίζεται να χειροτονείται από μία Εκκλησία η οποία υπηρετεί τον τεκτονισμό και τη θεοσοφία. Πώς δέχτηκε κάτι τέτοιο; Και τι ισχύ έχουν τα μυστήρια που τελεί; Σε κάθε περίπτωση: Η σοβαρότητα των ισχυρισμών αυτών επιβάλλει ο κληρικός Αναστάσιος Γκοτσόπουλος να κληθεί πάραυτα προς υπεράσπισή τους από τα αρμόδια επισκοπικά και συνοδικά όργανα της Εκκλησίας του και να υποστεί τις προφανείς κανονικές συνέπειες σε περίπτωση που ο λόγος του δεν κριθεί πειστικός. Είναι καιρός να σταματήσει η εύκολη εκτόξευση κατηγοριών εναντίον των προσώπων που διακονούν την οικουμενική κίνηση κατ᾽ εντολή των Εκκλησιών τους και η υπονόμευση του έργου τους, κάτι που είναι αναπόφευκτο όσο στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα αιωρούνται τέτοιες κατηγορίες διατυπούμενες από κληρικούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οφείλω να ζητήσω συγγνώμη που δεν αντέδρασα νωρίτερα, διάβασα όμως με καθυστέρηση το περιεχόμενο των ισχυρισμών του π. Αναστασίου, καθώς δεν συνηθίζω να αφιερώνω το χρόνο μου στην ανάγνωση κειμένων του.

Το ενδιαφέρον των απόψεων αυτών σε αναφορά προς την αγωγή ενάντια στον Π. Ανδριόπουλο, είναι πως ορισμένοι διατηρούν δι᾽ εαυτούς το δικαίωμα της μομφής επί αιρέσει επί παντός αντιγνωμούντος, πιστεύοντας ότι ατιμώρητοι θα μπορούν να ισχυρίζονται τέτοια πράγματα, είναι όμως ιδιαιτέρως εύθικτοι όταν κάποιος ζητεί την καθαίρεσή τους επισημαίνοντας ουσιαστικές εκκρεμότητες της σκέψης και της δράσης τους.

6. Ο π. Αναστάσιος και η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος: Βασικό σημείο της κριτικής του Παναγιώτη Ανδριόπουλου στον π. Γκοτσόπουλο είναι η στάση την οποία ο δεύτερος έχει υιοθετήσει απέναντι στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, το μεγαλύτερο συνοδικό γεγονός της Ορθοδοξίας των νεοτέρων χρόνων. Από μια ενδεικτική απαρίθμηση και μόνο των τίτλων κειμένων του Πατρινού ιερωμένου για τη Σύνοδο τεκμαίρεται μια προφανώς όχι και ιδιαίτερα θετική στάση (βλ. πρόχειρα στο http://anastasiosk.blogspot.de/search/label/Γκοτσόπουλος%20π.%20Αναστάσιος). Δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος σταχυολόγησης λίαν προβληματικών εκφράσεων από τα κείμενα του π. Αναστασίου. Αρκεί και μόνο η παραπομπή σε κείμενο που συνυπογράφει με τον π. Πέτρο Χιρς, μέχρι πρότινος ούτε καν Ορθόδοξο χριστιανό και τώρα καθηγητή της «Θεολογικής Σχολής Αγίας Τριάδος Jordanville Νέας Υόρκης», του εκπαιδευτικού καθιδρύματος της λεγομένης «Ρωσικής Εκκλησίας της Υπερορίου Δικαιοδοσίας», η οποία μέχρι πριν από μία δεκαετία δεν ήταν σε εκκλησιαστική κοινωνία με καμία κανονική Ορθόδοξη Εκκλησία, παρά με τον απανταχού παλαιοημερολογητισμό. Το κείμενο λέγεται «Συμβολή προβληματισμού στο ετήσιο μνημόσυνο [Σημείωση Γ.Β.: Το παίγνιο με τη δισημία της λέξης «μνημόσυνο» είναι προφανές.] της “Αγίας και Μεγάλης Συνόδου” της Κρήτης (21.6.2017)» (https://www.pentapostagma.gr/wp-content/uploads/2017/06/1-ΕΤΗΣΙΟ-ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ-ΑΜΣΟΕ.pdf), όπου συνοψίζει τις θέσεις του. Για το πραγματικό περιεχόμενό τους δεν χρειάζεται να αμφιβάλλει κανείς. Μεταξύ άλλων χρησιμοποιεί λόγους του αγίου Ταρασίου «για τη Ληστρική Σύνοδο της Ιερείας [προσαρμοσμένους] στη σημερινή πραγματικότητα της τάχα και Πανορθοδόξου» (σ. 14), λόγους που λειτούργησαν και ως τίτλος ομιλίας που εκφώνησε στην Πάτρα για τη Σύνοδο (13.12.2016), προκαλώντας παραπειστικά συνειρμούς ανάμεσα σε μια Σύνοδο όπου εκπροσωπήθηκε η Εκκλησία που διακονεί και σε μία «ληστρική» σύνοδο.

Αναγνωρίζει, άραγε, ο π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος, ως κληρικός της Εκκλησίας της Ελλάδος, Εκκλησίας που έλαβε μέρος στη Σύνοδο, «την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας»; Τι διδάσκει σχετικά το ποίμνιό του; Διακρίνει ανάμεσα στις προσωπικές του «επιστημονικές» απόψεις και στην ευθύνη του ως ποιμένα λογοδοτούντος στον τοπικό του επίσκοπο; Η Σύνοδος αυτή κακοδόξησε ή ορθοδόξησε; Αν συνέβη το δεύτερο, γιατί διαμαρτύρεται; Αν διέδωσε αιρέσεις, πώς αποδέχεται – με δεδομένες τις απόψεις του για την ευθύνη των ποιμένων – να παραμένει μέλος μιας Εκκλησίας που έλαβε μέρος στις εργασίες της και που με Εγκύκλιό της υποστήριξε τη συμμετοχή της και την προσφορά της Συνόδου; Γιατί μνημονεύει στις Λειτουργίες του το όνομα επισκόπου που είναι μέλος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας αυτής; Γιατί δεν ακολουθεί το παράδειγμα των υπόδικων κληρικών Θεοδώρου Ζήση και Νικολάου Μανώλη, οι οποίοι μες στην τραγικότητά τους επέλεξαν την οδό της ακοινωνησίας;

Ο Παναγιώτης Ανδριόπουλος επεσήμανε με συστηματικό τρόπο τις σχετικές εκκρεμότητες του π. Γκοτσόπουλου, με κορύφωση τη συμμετοχή του δεύτερου σε επίσκεψη ομάδας λίαν επικριτικής της Αγίας Συνόδου στη Γεωργία (http://fanarion.blogspot.de/2016/08/blog-post_96.html). Αντί άλλων κρίσεων για το γεγονός αυτό, παραπέμπω σε απόσπασμα επιστολής της Α.Θ.Π., του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου προς τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών κ. Ιερώνυμο (18.11.2016, αρ. πρωτ. 1153 – το όλο κείμενο: http://aktines.blogspot.de/2016/12/blog-post_80.html)
«Περιέρχονται καθ’ ημέραν εις το καθ’ ημάς Οικουμενικόν Πατριαρχείον και εις την ημετέραν Μετριότητα προσωπικώς εκ διαφόρων πηγών πληροφορίαι ότι ο Πρωτοπρεσβύτερος κ. Θεόδωρος Ζήσης και οι συν αυτώ ομόφρονες κληρικοί και λαϊκοί, δια του διαδικτύου και των διαφόρων μέσων γενικής ενημερώσεως, περιερχόμενοι δε και διαφόρους αδελφάς Ορθοδόξους Εκκλησίας, προσκαλούσι τους αδελφούς Προκαθημένους και τους ποιμένας, αλλ’ ιδιαιτέρως τον ευσεβή Ορθόδοξον Λαόν, εις ανταρσίαν και αμφισβήτησιν των αποφάσεων της εν Κρήτη εν ευλογίαις και εν επιτυχίαις συνελθούσης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, η εις τας εργασίας της οποίας συμβολή της Υμετέρας προσφιλούς Μακαριότητος και της Αντιπροσωπείας της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος υπήρξεν οικοδομητική και συντελεστική της σημειωθείσης επιτυχίας.

Και ως να μη ήρκει το διαβρωτικόν συνειδήσεων και προκαλούν σκανδαλισμόν ανίερον έργον των ευαρίθμων τούτων κληρικών και λαϊκών εν τω κλίματι της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος, αι πληροφορίαι αύται, μη διαψευσθείσαι μέχρι σήμερον υπό τινος, αναφέρουσιν ότι ήδη αντιπροσωπεία υπό τον μνημονευθέντα ανωτέρω κληρικόν επεσκέφθη τας Αγιωτάτας Ορθοδόξους Εκκλησίας της Βουλγαρίας και της Γεωργίας, καθώς και την εκκλησιαστικήν Επαρχίαν της Μολδαβίας, και προέβη εις αναστάτωσιν του εκείσε πληρώματος, γενομένη ατυχώς δεκτή και υπό αδελφών Προκαθημένων και Ιεραρχών των ειρημένων Εκκλησιών. Επί πλέον, η ομάς αυτή, κατά τας αυτάς πληροφορίας πάντοτε ενεφάνισεν εαυτήν κατά την παρουσίαν αυτής εν Γεωργία ως μεταφέρουσαν την συνείδησιν του πληρώματος της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Συμμερίζεται ασφαλώς και η Υμετέρα Μακαριότης και η Ιερά Σύνοδος της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος, ότι τα σκοπίμως και ανιέρως διαθρυλούμενα και διαδιδόμενα υπό των εν λόγω κληρικών και λαϊκών αποτελούσι, κατά τον Μέγαν Βασίλειον, “ψυχών δηλητήρια [...] άπερ αι [...] μήνιγγες” των ειρημένων “εκβοώσι πολυφάνταστοι ούσαι δια το πάθος” (Επιστολή 210, Τοις κατά Νεοκαισάρειαν λογιωτάτοις] R.G. 32] 777Α). Άλλωστε, “το σχίσαι Εκκλησίαν, και φιλονείκως διατεθήναι, και διχοστασίας εμποιείν και της συνόδου διηνεκώς εαυτόν αποστερείν, ασύγγνωστον και κατηγορίας άξιον, και πολλήν έχει την τιμωρίαν” (Ιερού Χρυσοστόμου, Κατά Ιουδαίων Γ', R.G., 48, 872). […]

Καλώς γιγνώσκοντες οι πάντες, ότι “ουδέν ούτω παροξύνει τον Θεόν, ως το Εκκλησίαν διαιρεθήναι” (Ιερός Χρυσόστομος, Προς Εφεσίους ΙΑ , P.G. 62, 85), ως ατυχώς συμβαίνη δια της συμπεριφοράς των ειρημένων, ουδεμίαν αμφιβολίαν έχομεν ότι η Υμετέρα Μακαριότης και η Ιερά Σύνοδος της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος θέλετε ενεργήσει το δέον, κατά την κανονικήν ακρίβειαν, και προβή εις τας δεούσας προς τους ειρημένους κληρικούς και λαϊκούς εκκλησιαστικάς συστάσεις και προτροπάς, ίνα μη δίδωσιν αφορμάς εις “σκάνδαλα”, επί απειλή επιβολής, εν περιπτώσει μη ανανήψεως, των προβλεπόμενων υπό των Θείων και ιερών κανόνων κυρώσεων, προς θεραπείαν των δια της συμπεριφοράς αυτών προκαλουμένων εις το σώμα της Εκκλησίας μωλώπων.»

Οι βαριές και δίκαιες εκφράσεις του Παναγιωτάτου είναι μία σαφής και ευθεία καταδίκη των σχετικών προς τη Σύνοδο ενεργειών και του π. Γκοτσόπουλου, για τη συμμετοχή του οποίου στα αντισυνοδικά εγχειρήματα είναι ενήμερος ο Παναγιώτατος. Οι αποστροφές του Παναγιώτη Ανδριόπουλου είναι, τηρουμένων των αναλογιών, λιγότερο σκληρές από αυτές που προέρχονται από τη γραφίδα του Προκαθημένου της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Έχει στήσει, άραγε, και ο Παναγιώτατος «προπαγάνδα» εναντίον του π. Αναστασίου; Είναι και αυτός γκαιμπελιστής; Νομίζω πως, αν ο π. Αναστάσιος είναι συνεπής προς εαυτόν, οφείλει, μετά την αγωγή στον συνάδελφο, να προχωρήσει σε αντίστοιχη δικαστική κίνηση και εναντίον του Οικουμενικού Πατριάρχη, διότι, εν τέλει, τι σημασία έχουν για την διακονία και την εν γένει φήμη ενός κληρικού οι μομφές ενός ιστολόγου μπροστά στην ξεκάθαρη αποδοκιμασία του Παναγιωτάτου; «Ο π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος εκτιμά στο κείμενο της αγωγής του πως σκοπός του εναγόμενου θεολόγου είναι να στρέψει τον Μητροπολίτη Πατρών εναντίον του, να τον μειώσει ιερατικά και επιστημονικά, και φυσικά να τον “φιμώσει”», διαβάζουμε στην είδηση για την αγωγή (βλ. § 1). Ο Οικουμενικός Πατριάρχης τί κάνει;

Σύμφωνα με την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο (παρά τα θρυλούμενα από τους αντισυνοδικούς, οι αποφάσεις της έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα για σύμπασα την Ορθοδοξία): «Η Ορθόδοξος Εκκλησία θεωρεί καταδικαστέαν πάσαν διάσπασιν της ενότητος της Εκκλησίας, υπό ατόμων ή ομάδων, επί προφάσει τηρήσεως ή δήθεν προασπίσεως της γνησίας Ορθοδοξίας. Ως μαρτυρεί η όλη ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η διατήρησις της γνησίας ορθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον δια του συνοδικού συστήματος, τοοποίον ανέκαθεν εν τη Εκκλησία απετέλει την ανωτάτην αυθεντίαν επί θεμάτων πίστεως και κανονικών διατάξεων (κανών 6 της Β´ Οικουμενικής Συνόδου).» (Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον,§ 22). Εν προκειμένω, η Σύνοδος καταδεικνύει τα όρια της θεμιτής κριτικής και προφυλάσσει από την ατομικιστική αυθαιρεσία ποιμένων ή λαϊκών, οι οποίοι αυτοανακηρύσσονται σε γνώμονες της αληθείας, νομίζοντας πως μια υποτιθέμενα προνομιακή σχέση τους προς τους αγίους ή την πατερική Παράδοση τους επιτρέπει να αξιολογούν Συνόδους, Πατριάρχες, θεολόγους χωρίς να ακούνε κανέναν. Αυτά που ακόμη και ο ακραίος προτεσταντισμός έχει αναγνωρίσει ως αδιέξοδα, δεν είναι δυνατόν να παρουσιάζονται σήμερα ως η πεμπτουσία της Ορθόδοξης Παράδοσης.

7. Ο ψόγος, ο έπαινος και οι πραγματικοί εχθροί. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι ο Παναγιώτης Ανδριόπουλος δεν αξίζει ψόγο για την κριτική του εναντίον του π. Αναστασίου Γκοτσόπουλου, αλλά πολύ περισσότερο έπαινο, καθώς η κριτική αυτή αναφέρεται σε σημεία καίρια της σκέψης και της δράσης του εν λόγω κληρικού για τα οποία καλούνται να αποφανθούν τα δέοντα εκκλησιαστικά όργανα και για τα οποία προβλέπονται συγκεκριμένες ποινές από το Κανονικό Δίκαιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Δεν πρόκειται για τις ανεδαφικές, αθεμελίωτες κραυγές ενός αθεολόγητου φωνασκούντος, αλλά για την αυτονόητη διακονία ενός πιστού μέλους της Εκκλησίας, ο οποίος εφιστά την προσοχή στη σκέψη ενός κληρικού που, με τη στάση του απέναντι στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, την οικουμενική κίνηση και την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο προκαλεί σοβαρά ζητήματα, έχοντας ήδη εισπράξει βαρύτατη αποδοκιμασία από τον Πρώτο της Ορθοδοξίας για τις δραστηριότητές του και δίχως να έχει μέχρι στιγμής δείξει το παραμικρό ίχνος μεταμέλειας.

Ίσως –και είθε– ο π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος να μετανοήσει και να κατανοήσει ότι ο Παναγιώτης Ανδριόπουλος δεν είναι εχθρός του. «Ντυμένοι φίλοι» έχουν έρθει «αμέτρητες φορές» οι όντως εχθροί του, οι οποίοι ως προβατόσχημοι λύκοι θέλουν να τον οδηγήσουν στο δρόμο της ακοινωνησίας, της αποτείχισης, του απογαλακτισμού από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Σίγουρα υπάρχουν καλύτεροι τρόποι να χρησιμοποιήσει τα προφανή του τάλαντα, από το να τα θέτει, προφανώς με έναν ου κατ᾽ επίγνωσιν ζήλο, στην υπηρεσία κύκλων που εν τοις πράγμασιν υπονομεύουν την εκκλησιαστική ενότητα, προσφέροντας μόνο χαρά στους πολέμιους του Ευαγγελίου.

Κλείνω με ευχές για τις υπόλοιπες εόρτιες ημέρες, τις οποίες το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η Εκκλησία της Ελλάδος εορτάζουν κατά το νέο ημερολόγιο. Από παλαιοημερολογητισμό χορτάσαμε. 

Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2017

Γιώργου Λέκκα: Η ΚΥΡΙΑ ΤΩΝ ΕΝΤΕΚΑ ή ΣΑΝ ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΑΡΧΕΙΣ (νέο ποίημα)

["Christmas Eve Stroll" by Frances Mary Pflanz]

Μια κυρία κάνει πάντα στις έντεκα
την καθορισμένη της βόλτα –
αν και πλέον σα να μην υπάρχει 
κι έτσι το μυστικό της γνωρίζουνε τώρα
μόνο τα δέντρα και τα πουλιά.
Μας έπλασες για να ζήσουμε μες την ομορφιά
κι εγώ σκορπίζω γύρω μου τον θάνατο
δήθεν πως θα την συντηρήσω.
Να μπορούσα να ζω κι εγώ σα να μην υπάρχω
επειδή κι ο Ίδιος ζεις σα να μην υπάρχεις.
Γι’ αυτό δεν έγινες άνθρωπος σα να μην υπήρχες;
Παραμονές Χριστουγέννων 2017,
Chemin de la Dame d’onze heures

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ Γεώργιος Λέκκας ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες]

Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: «ΤΗι 25ῃ ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ [ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ]», ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΔΗΛΑΔΗ


Κηροσταγμένο Μηναῖο τοῦ Δεκεμβρίου μηνός. Ἐκδόσεως Βενετίας 18...Μὲ φύλλα σταχτόχρωμα, χοντρά, ποτισμένα μελάνια, μαῦρα καὶ κόκκινα, μὲ πρωτογράμματα περίεργα καὶ γραμματοσειρὰ φροντισμένη.
Τὸ ἀνοίγεις ἀπὸ περιέργεια, μέρες ποὺ εἶναι τῶν Εἰσοδίων τοῦ Ἁγίου Δωδεκαημέρου καὶ ἀναρριγᾶς, καθὼς ἀνταμώνεις τὶς σελίδες ὅπου γράφονται: «Τῇ ΚΕ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Ἡ κατὰ σάρκα Γέννησις τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Φυλλομετρᾶς μὲ προσοχὴ καὶ συγκίνηση τὶς σελίδες κι ἀφουγκράζεσαι τὸ δίπλωμα τῶν σελίδων, ποὺ γίνεται ἥσυχα καὶ μὲ τὸν ἀπαιτούμενο σεβασμό. Γιατὶ τὸ θέαμα ποὺ ἀναδύεται, καθὼς γυρίζουν τὰ φύλλα, εἶναι πράγματι συγκλονιστικό. Εἶναι θέαμα ποὺ δὲν ξεπερνιέται εὔκολα. Ὅπως δὲν μπορεῖς π.χ. νὰ μὴ σταθεῖς μπροστὰ σὲ ἕνα τοπίο ἐξαίσιο, σὲ ἕνα ἔργο τέχνης εὐφρόσυνο καὶ νὰ μὴν τὸ θαυμασεις. Κι αὐτό, ἐπειδὴ οἱ σελίδες αὐτὲς ποὺ ἔχουν πιὰ ἀλλοιωθεῖ καὶ στιγματιστεῖ ἀπὸ τὸ χρόνο, τὴ χρήση καὶ τὴν προσφορά τους, διακρίνονται καὶ νοῦνται πιὰ ὡς ἱερὴ παρακαταθήκη. Κι εἶναι ὄντως ἱερὴ κι ἁγιασμένη παρακαταθήκη αὐτὲς οἱ σελίδες, ἀφοῦ ἔχουν κρατήσει μέσα τους ζωντανὸ τὸ Χρόνο, ποὺ τὸν (ξανα)ζεῖς, ἀλλὰ καὶ τὸν ψαύεις στὰ σκουριασμένα κηροστάγματα καὶ στὰ μισομαυρισμένα, ἀπὸ τὴ χρήση, ἀκρα τῶν φύλλων τοῦ παλαίτυπου αὐτοῦ.
Ἄραγε, πὼς εἶναι δυνατὸ νὰ ξεπεράσεις τὴν ἱερὴ συγκίνηση, ἀλλὰ καὶ τὴν κατάνυξη ποὺ ἀποπνέουν οἱ σελίδες αὐτές; Ὅταν ἀναλογιστεῖς, δηλαδή, πόσα χέρια ἄγγιξαν αὐτές, πόσα μάτια τὶς δίαβασαν, πόσα στόματα ἔψαλλαν αὐτοὺς τοὺς ὕμνους, ὕμνους πανηγυρικούς, παραμυθητικούς, θεόσταλτους καὶ θεοφώτιστους ! Σὲ ἄλλους καιροὺς καὶ χρόνους, ὅταν δὲν ὑπῆρχαν ἠλεκτρικά, ἀλλὰ κεριὰ καὶ λαδοκάντηλα. Ὅταν οἱ βαθεῖς Χριστουγεννιάτικοι Ὄρθροι ἦταν ποτισμένοι ἀπὸ τὴν ὑγρασία καὶ μυρωμένοι ἀπὸ τὸ μελισσοκέρι, τὸ θυμίαμα καὶ τὸ καμμένο λάδι. Χωνεμένοι μέσα στὸ μισοσκόταδο ἄνθρωποι καὶ ἐκκλησιά, ἀφουγκράζονται τὸν ψάλτη καὶ τὸ παπᾶ νὰ πεῖ τοῦ Χριστοῦ τὰ γράμματα, νὰ παρουν ἀπόλυση -ἀφοῦ μεταλάβουν- περιμένοντας νὰ φέξει ὁ Θεὸς τὴ μέρα. Ὅλα γύρω ἀπέριττα καὶ ταπεινά, ὅπως τὸ νόημα καὶ ἡ διδαχὴ τῆς ἴδιας τῆς Γιορτῆς, ποὺ δὲν ἔχει κανένα χαρακτήρα ὑπερβολῆς καὶ κομπορρημοσύνης, γιατὶ δὲν ταιριάζει μὲ τὸ ἴδιο τὸ Γεγονός ποὺ τονίζει: «Θεὸς ἐν φάτνῃ ἀνακλίνεται..», ἀλλὰ καὶ ὅτι «ἐθελουσίως ἐπτώχευσεν». Δὲν ταιριάζει δηλαδή, μήτε μὲ τὴ βιοτἠ, μήτε μὲ τὴν ἴδια τὴν πολιτεία τῶν πιστῶν, ποὺ ξέρουν πολὺ καλὰ ὅτι ὁ χῶρος τοῦ ναοῦ ποὺ μαζεύτηκαν εἶναι τὸ ἄλλο τους τὸ σπίτι. Τὸ σπίτι ποὺ πρωτοαντικρύζουν μόλις γεννηθοῦν, τὸ σπίτι ποὺ δέχονται τὸν τελευταῖο ἀσπασμὸ λίγο πρὶν σφαλίσει τοῦ τάφου ἡ μεγάλη ἡ θύρα.
Ἀπὸ αὐτὰ τὰ φύλλα τοῦ παλιοῦ Μηναίου, λοιπόν, ἀνατέλλουν ἑόρτιες περασμένες μέρες παλιῶν Δωδεκαήμερων, μὲ ἄγνωστα σὲ μᾶς πρόσωπα ἱερέων, ἱεροψαλτῶν, ἐνοριτῶν, νὰ συνθέτουν τὸ μέγα τῆς Γιορτῆς Πανηγύρι. Μαζί τους καὶ τὰ παιδιά, ποὺ κρατώντας τὸ ἴδιο αὐτὸ Μηναῖο, σ’ αὐτὲς τὶς σελίδες ἀνοιχτές, περνοῦσαν ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἐνορίτες ποὺ ἐκκλησιάζονται καὶ γύρευαν τὴν «προαίρεση», τὸ φίλεμά τους δηλαδή, μέρα ποὺ εἶναι, γιατὶ ἔτσι τὸ θέλει τὸ ἔθιμο ποὺ ἔσβυσε πιά. Μόλις, λοιπὸν, ἀκούγονταν-τὴν ὥρα ποὺ ψάλλεται ἡ θ΄ δή - ἡ φράση: «ἡ προαίρεσις δίδου», τότε μὲ ἀνοιχτὸ τὸ Μηναῖο τὰ παιδιὰ περιφέρονταν στὸ ναὸ καὶ ζητοῦσαν τὴν «προάιρεση» τῶν πιστῶν, τὸ ἑόρτιο φιλοδώρημα... Λίγες δεκάρες δηλαδή, ἤ κανένα πενηνταράκι, ἄντε τὸ πολύ καμμιὰ δραχμή... Καὶ πολλὰ θὰ ἦταν.
Ἀνοίγονται, λοιπόν, οἱ πύλες τῆς Μνήμης ἀπὸ τὸ κηροασταγμένο τὸ Μηναῖο καὶ ἀνεβαίνουν ἀπὸ τὰ δώματα τῆς ἡσυχίας τους οἱ φτωχοὶ οἱ παπαδες μὲ τὰ ροζιασμένα χέρια καὶ μὲ τρεμάμενη φωνὴ ἀπὸ τὴ συγκίνηση καὶ τὸ ἱερὸ τὸ δέος ἀπαγγέλλουν τὶς εὐχὲς τῆς Εὐχαριστίας καὶ τὴν εὐαγγελικὴ περικοπή, μέχρι νἄρθει ἡ σεπτὴ τῆς Θ. Μεταλήψεως ὥρα γιὰ νὰ κοινωνήσουν οἱ πιστοί. Οἱ πιστοί, ποὺ ἄλλο στολίδι δὲ χαίρονται τούτη τὴ μέρα παρὰ μονάχα ἐτοῦτο, τῆς Θ. Μεταλήψεως ὡς πολύτιμο θεοφίλεμα γιὰ τὸ σαρανταήμερο ποὺ διάβηκαν μὲ νηστεία καὶ προσμονή. Οἱ πιστοὶ ποὺ βιώνουν τὴν πτωχεία τοῦ Χριστοῦ, γιατὶ εἶναι κι ἐκεῖνοι φτωχοί, ἀναγκεμένοι, κουρασμένοι, κι ἄποροι. Κι ἀπὸ Ἐκεῖνον, «τὸν Χριστὸν ἐθελουσίως πτωχεύσαντα» περιμένουν μιὰ ἀχτίδα φωτεινὴ νὰ καταυγάσει τὴν ψυχή, τὸ νοῦ, τὸ εἶναι τους ὁλάκερο, ὤστε «ἀναγέννησιν» νὰ λάβουν «καὶ εἰς τὴν προτέραν εὐγένειαν» νὰ ὑψωθοῦν.
Μακάριοι στ᾿ ἀλήθεια, ὅσοι μποροῦν καὰι ἀποκρυπτογραφοῦν τὰ σημεῖα ποὺ μᾶς κληροδότησαν οἱ Πατέρες μας. Σημάδια σωτήρια ποὺ στὸν Παράδεισο, τὸ δίχως ἄλλο, ὁδηγοῦν, ἐπειδὴ γιὰ ἐκεῖνον στήθηκαν.

Χριστούγεννα 2017 π. κ.ν.κ.
 

Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2017

Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΗΣ ΠΑΡΑΜΟΝΗΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΟΙ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

Στὸν Παναγιώτη τὸν Γιατρό, εὐγνωμοσύνης νεκεν

Ὅσο μεγαλώνει ὁ ἄνθρωπος τόσο ὁ χρόνος ποὺ σωρεύεται μέσα του τοῦ χαρίζει ἕνα πλῆθος ἀπὸ ἐμπειρίες. μπειρίες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες κάποιες κι ἀπομένουν ἀλησμόνητες καὶ χλωρὲς στὴν ψυχή του. Τότε, λοιπόν, νοιώθει πὼς μερικὲς ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς στιγμὲς ποὺ ἔζησε στὸ παρελθόν του, ὅλο καὶ ἀποκτοῦν μεγάλη άξία, καθὼς μεταβάλλονται σὲ πολύτιμα κοσμήματα, ἀκριβὰ κοσμήματα καὶ μὲ συναισθηματικὴ ἀξία φορτωμένα.
Ἔτσι, ἀπὸ τὶς πιὸ κορυφαῖες στιγμές τοῦ χθές ποὺ δύσκολα λησμονιοῦνται, εἶναι κι ἐκεῖνες τῶν παιδικῶν του χρόνων καὶ μάλιστα αὐτὲς ποὺ συνδέονται μὲ τὴν τρυφερὴ τὴ γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων. Γιατὶ τότε ὅλα ὅσα ζεῖ κανείς, πασπαλίζονται μὲ τὴ χρυσόσκονη τῆς Νοσταλγίας καὶ τῆς Συγκίνησης. Ἔστω κι ἄν σήμερα ἔχει ἀμβλυνθεῖ ἡ συνείδηση καὶ ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος τῆς κατανάλωσης καὶ τῆς λατρείας τῆς εἰκόνας του, δὲ συγκινεῖται πιά, μήτε κι ἀγναντεύει ἀπὸ τὸ χαγιάτι τοῦ Χρόνου νὰ ξαναδεῖ περιούσιες στιγμὲς ποὺ στήνονται, ὡς ἄλλοι ὁδοδεῖχτες, μέσα στὴν λη του βιοπορεία. Τὸ γιατὶ εἶναι εὔκολο νὰ ἐπισημανθεῖ...
Δικαιώνω, λοιπόν, ἀπόλυτα τοὺς λογίους γείτονές μου, τοὺς δύο Ἀλέξανδρους τῆς φίλης Σκιάθου, ποὺ τέτοιες μέρες ἡ Νοσταλγία κι ἡ εὐαιασθησία λειτουργοῦσαν τόσο παραστατικά, ὥστε νὰ μᾶς παρουσιάσουν ἀνεπανάληπτες εἰκόνες ἀπὸ μιὰν ἐποχή χαρισματική (π. χ. βλ. τὶς ἀνεπαναληπτες «Εἰκόνες» τοῦ Ἀλ. Μωραϊτίδη). Γιατὶ μέσα τους διακρίνεται ἡ ἁπλότητα, ἡ σοφία καὶ ἡ ὀμορφιὰ τῆς ψυχῆς τῶν ἀνθρώπων.
Κάποιες εἰκόνες ἀπὸ τότε, ἀπὸ τὰ τρυφερὰ ἐκεῖνα τὰ χρόνια θὰ προσπαθήσω κι ἐγὼ νὰ ἰχνογραφήσω, ἔτσι, γιὰ νὰ θυμηθοῦμε, ἐμεῖς, οἱ ὅσοι πιστοὶ ἀπομείναμε νὰ ἀγναντεύουμε ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς Νοσταλγίας καὶ νὰ θυμόμαστε.....
Ἀπὸ τὶς πλέον ἀλησμόνητες στιγμὲς ποὺ ζήσαμε, λοιπόν, τότε ποὺ πηγαίναμε στὰ σπίτια τὸ ἀπόβαραδο τῆς Παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων γιὰ τὰ Κάλαντα ἦταν κι οἱ εἰκόνες μὲ τὶς ἀναμμένες παραστιές, ποὺ φεγγοβολοῦσαν σ᾿ ὅλο τὸ μικρὸ τὸ δωμάτιο, ἀφήνοντας μιὰ λάμψη χρυσαφένια, ζωντανή, παραμυθητική. Ἐντύπωση, μάλιστα, προκαλοῦσαν πολλὰ ἀπὸ ὑπέροχα ἐκεῖνα τζακια τῶν παλιῶν Κληματιανῶν σπιτιῶν, ὅμως ἐκείνη ἡ παραστιὰ τοῦ σπιτιοῦ τοῦ μπαρμπα-Βαγγέλη τοῦ Καραστάθη στὸ Κατω Χωριό, εἶχε μιὰ ἄλλη χάρη κι μορφιά. Γιατὶ τὸ δωμάτιο ἦταν χωμένο μέσα στὴ γῆς, σὰν μιὰ σπηλιά, μὲ ἕνα παράθυρο νὰ κοιτᾶ κατὰ τὸ πέλαγο καὶ τὶς φραγκοσυκιὲς ποὺ εἶχαν φυτώσει παρακάτω. Πόση θαλπωρή, στ᾿ ἀλήθεια, ἀκτινοβολοῦσε ἐκεῖνο τὸ λιτὸ δωματιο τὸ στολισμένο μὲ τὴν
Σιμὰ στὸν γραφικὸ Τσιτσίραφλο ἦταν τὸ σπίτι αὐτό, δυτικὰ τῆς μικρῆς πλατείας. Γιὰ νὰ πᾶς ὅμως κάτω, ἐκεῖ, δηλαδή, ποὺ ἦταν ἡ παραστιὰ, ἔπρεπε νὰ κατεβεῖς δυό-τρία σκαλοπάτια-πάντα λευκά, φρεσκοασβεστωμένα. Ὅπως σχεδὸν κατάλευκη ἦταν κι ἡ παραστιά, ὅπου δίπλα της ξεκουράζονταν ὁ μπάρμπα-Βαγγέλης.
Ἦταν τὸ δεύτερο ἤ τὸ τρίτο σπίτι ποὺ πηγαίναμε νὰ «τὰ ποῦμε»-πρῶτο ἦταν πάντα τοῦ μπάρμπα-Κωνστανῆ τοῦ Τρακόσα, σιμὰ στὴν ἐκκλησιά. Ὅμως ἡ ἐπίσκεψη σὲ κείνη τὴν περιοχὴ εἶχε καὶ τὸ ἄλλο της κέρδος. Ἐκείνη τὴν πανοραμικὴ θέα ἀπὸ τὸν Τσιτσίραφλο κατὰ τὸ Λουτράκι, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴ Γλώσσα παραπάνω, ἤ κι ἀντίκρυ πρὸς τὴ Σκιάθο, ποὺ βούλιαζε μέσα στὰ χρώματα τοῦ δειλινοῦ.
Ἀκόμα ἐκεῖνο ποὺ ἐντυπωσίαζε τὶς παιδικές μας ψυχὲς ἦταν τὸ κρέας, τὸ ἑόρτιο ἔδεσμα, ποὺ ἄν δὲν ἔβραζε στὴν παραστιά, ἦταν κρεμασμένο στὸ καρφί, ψηλὰ στὴν παραταριά, σὲ μέρος δροσερό, ὄχι στὸ χειμωνιάτικο. Λιγοστὸ ἦταν πάντα, γιατὶ φτωχοὶ ἦταν οἱ περισσότεροι καὶ τέτοια ἐπίσημα φαγητὰ μονάχα στὶς γιορτάδες τρώγανε καὶ κάποιες λιγοστὲς Κυριακὲς ὅλο τὸ χρόνο.
Συνήθως στὰ περισσότερα τὰ σπίτια ὑπῆρχαν καὶ τὰ λεγόμενα «ἀγριουμιρνά», τὰ πουλιὰ δηλαδή, ποὺ πιάνανε μὲ παγίδες, ὅπως κοσύφια ἤ καὶ καμιὰ μπεκάτσα. Αὐτά, λοιπόν, ποὺ συμπλήρωναν τὸ γεῦμα ἤ τὸ δεῖπνο τὸ γιορταστικό, ἀπὸ τὴ Σαρακοστὴ τῶν Χριστουγέννων, τὸ Σαρανταήμερο, δηλαδή, λόγω τῆς νηστείας, τὰ λάτιζαν καὶ τὰ τρώγανε σὲ πρώτη εὐκαιρία.
Καθὼς ἀνεβαίναμε τώρα, γιὰ νὰ πᾶμε στὸ σπίτι τοῦ μπαρμπα-Γιωργάκη, περνούσαμε ἀπὸ τὸ σπίτι τῆς θειᾶς-Μαριγούλας, ποὺ εἶχε μιὰ ἰδιαίτερη ὄψη, ἀφοῦ ἦταν ἀπὸ τὰ καινούρια σπίτια τοῦ Κάτω Χωριοῦ. Ἐντύπωση, μάλιστα, μᾶς ἔκανε ἡ μεγαλη παραστιὰ ποὺ ἦταν φρεσκοβαμμένη μὲ διάφορα χρώματα καὶ ἔδινε στὸ σπίτι μιὰ νότα γιορταστικῆς αἰσιοδοξίας καὶ θαλπωρῆς. Καὶ σιμὰ ἐκεῖ ὁ καλὸς ὁ μπαρμπα-Γιάννης, ἀπὸ τοὺς καλύτερους καμινάδες τοῦ χωριοῦ. Κι ἀπὸ κεῖ τραβούσαμε γιὰ τὸ σπίτι τοῦ Γερο Ζησιμή, μὲ παγωμένη πάντα τὴν ψυχή, γιατὶ ἦταν στὴν ἄκρη τοῦ χωριοῦ, στὸ δρόμο γιὰ τὴν Πλατάνα κι ὅταν ἄρχιζε νὰ σκοτεινιάζει, ὅλο καὶ πιὸ βιαστικὰ πηγαίναμε... Γιατὶ μὴν τὸ ξεχνᾶμε πὼς ἦταν κι ἡ ἐποχὴ ποὺ ἐλεύθερα κυκλοφοροῦσαν τὰ καλικατζούρια!!
Μιὰ ἄλλη εἰκόνα ποὺ δὲ φεύγει ἀπὸ τὸ νοῦ εἶναι κι ἐκείνη τῆς καλιάγριας, ποὺ καθὼς ἀποτελειωνε τὸ τριμμένο στάμα καὶ ἔβγαζε τὸ στερνὸ τὸ λάδι ἐκείνης τῆς μέρας, ἑτοιμάζονταν νὰ κλείσει γιὰ τοῦ Χριστοῦ , ὥστε νὰ ξανανοίξει μετὰ τῆς Παναγίας.
Καθώς περνούσαμε, λοιπόν, ἀπέξω ἀπὸ τὴν καλιάγρια σὲ ὥρα ἀπόβραδη, γιὰ πᾶμε Ἀποπέρα, κοιτάζαμε μὲ ἀπορία νὰ ἀχνοφέγγει τὸ ἐσωτερικό της ἀπὸ τὸν ἰσχνὸ φωτισμό καὶ νὰ χωνεύουν ὅλα ἐκεῖ μέσα, ἄνθρωποι καὶ ἐργαλεῖα στὴ χρυσόμαυρη καπνιά, ποὺ ἀνάδινε ὁ καμένος πυρήνας, ἀλλὰ κι ὁ θερμὸς ποὺ ἔβραζε στὴν παραστιὰ ἤ ἔλουζε τὰ τσουπιὰ πάνω στὴ μηχανή. Κι ἔβλεπες ὅλους έκείνους τοὺς λαδωμένους καλιαγρατζῆδες νὰ βιάζονται νὰ συμμαζέψουν τὰ πράματα, ὥστε νὰ πᾶνε στὰ σπίτια τους -χρονιάρα μέρα ξημέρωνε, βλέπεις- νά ξαποστάσουν καὶ νὰ πᾶνε στὴν ἐκκλησιά. Νὰ γιορτάσουν τοῦ Χριστοῦ μὲ σεβασμὸ καὶ συνάμα εὐφροσύνη.
Ἄλλη ἀλησμόνητη εἰκόνα ἦταν κι αὐτή. Ὅταν, δηλαδή, νύχτα πιὰ πηγαίναμε κατὰ τὸν Πεῦκο νὰ τὰ ποῦμε στὰ σπίτια ποὺ ἦταν ἐκεῖ γύρω. Καὶ λέω ὅτι ἀλησμόνητη ἦταν ἡ εἰκονα ποὺ βλέπαμε, γιατί ἀγναντεύαμε τὰ χλωμά φωτισμένα σπίτια τοῦ χωριοῦ μας, ἀντίθετα μὲ τὴν ἀντικρυνὴ τὴ Γλώσσα ποὺ μὲ ζωηρὰ φῶτα -εἶχε βλέπεις ἠλεκτρισμὸ τὸ χωριὸ τότε- φάνταζε γιορταστική, πανέμορφη.
Ὅμως ἐκεῖνο ποὺ μάγευε τὴν παιδικὴ ψυχὴ ἦταν ἐκείνη ἡ ἡσυχία τῆς νύχτας, ποὺ κάποιες στιγμὲς τὴν ἔκοβε ὁ ἀργὸς παφλασμὸς ἀπὸ τὰ κύματα κάτω στοῦ «Κώστα» ἤ στὰ «Σπάσματα» καὶ τὴ «Δάφνη». Θύμιζε, λοιπόν, αὐτὴ ἡ θαλασσοταραχὴ τὸ χριστουγεννιάτικο διήγημα ποὺ εἴχαμε διδαχτεῖ καὶ μᾶς εἶχε ἐντυπωσιάσει τόσο: Ἦταν τὸ διήγημα «Φουρτουνιασμένη θάλασσα» τοῦ Γεράσιμου Ἄννινου καὶ βρίσκεται στὸ Ἀναγνωστικὸ τῆς Δ΄ Δημοτικοῦ (ἔκδ. 1959, σελ.75-78 ). Ἕνα γνήσιο χριστουγεννιάτικο διήγημα μὲ σημασία μεγάλη καὶ πολλαπλὰ μηνύματα, ποὺ μέχρι σήμερα κεντοῦν τὸν ψυχισμό μας.
Δὲ θέλω νὰ κλείσω αὐτὸ τὸ γραφτό μου δίχως νὰ παρουσιάσω μιὰ ἀκόμα τελευταία εἰκόνα: Ἐκείνη τοῦ βαθέως Ὄρθρου, ἀνήμερα τὰ Χριστούγεννα, ποὺ ἀνεβαίναμε γιὰ τὴν ἐκκλησιά -ἄρχιζε τότε ἡ Ἀκολουθία γύρω στὶς 3 τὸ πρωΐ- κρατώντας οἱ περισσότεροι φανάρια κὰι κάποιοι τὰ λεγόμενα «λάϊτ» μὲ μπαταρία. Πάντως ἐκεῖνο τὸ σεργιάνι μέσα στὴ νυχτα μὲ τὰ σκόρπια φῶτα νὰ κινοῦνται κατω ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ποὺ ψιχάλιζε ἀστέρια, ἦταν ἔνα θέαμα ἀλησμόνητο.μοναδικό, ἀξεπέραστο. Καὶ πάντα αὐτὴ ἡ σκηνὴ δένεται μέσα μου μὲ τὸ βιβλικό «Διέλθωμεν δὴ ἕως Βηθλεέμ, καὶ ἴδωμεν τὸ ῥῆμα τοῦτο τὸ γεγονὸς ὃ Κύριος ἐγνώρισεν ἡμῖν» (Λκ. 2, 17- 18).
Στ᾿ ἀλήθεια, πῶς μπορεῖ κανένας νὰ μὴν τὰ θυμηθεῖ ὅλ᾿ αὐτὰ, μέρες ποὺ ἔρχονται, καὶ συνάμα νὰ μὴν προβληματιστεῖ, ποὺ τὰ νέα τὰ παιδιὰ δὲ θὰ ζήσουν ποτέ τους εἰκόνες σὰν αὐτές. Εἰκόνες σφραγισμένες μὲ τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Στιγμὲς ὄντως πάντερπνες, στιγμὲς εὐλογημένες.
π. κ.ν.κ. Χριστούγεννα 2017 

Related Posts with Thumbnails